Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2057. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2057. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

02 Ιανουαρίου, 2025

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

 Κύριε, ἄλλον ἕνα χρόνο μᾶς χάρισε ἡ ἄπειρη ἀγάπη καὶ ἡ μακροθυμία Σου. Ἤδη ἀποχαιρετήσαμε καὶ αὐτὸ τὸ ἔτος καὶ νὰ ὑποδεχθηκαμε τὸ καινούργιο. Θὰ γίνει καὶ αὐτὸ τὸ ἔτος ποὺ φεύγει, παρελθὸν καὶ θὰ προστεθεῖ στὰ προηγούμενα. Ἀναλογίζομαι τὶς εὐλογίες ποὺ μοῦ χάρισες αὐτὸ τὸ ἔτος. Μὲ ἁπλοχεριά, ἀφειδώλευτα μὲ εὐλόγησες. Ἀπὸ πόσους κινδύνους σωματικοὺς καὶ πνευματικοὺς μὲ διαφύλαξες. Πόσες φορὲς ἔφθασα στὸ χεῖλος τῆς πολυειδοῦς καὶ πολυμόρφου ἁμαρτίας, καὶ Σὺ σὰν στοργικὸς Πατέρας μ’ ἔπιασες μὲ τὸ στιβαρὸ θεϊκὸ φιλάνθρωπό Σου χέρι καὶ μὲ τράβηξες πίσω, μὲ δέχθηκες στὸ φιλάνθρωπο Μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ λεύκανες τὴν ψυχή μου. Πόσες ἄλλες φορὲς μοῦ ἔδωσες τὴ δυνατότητα νὰ ἐντρυφῶ στὸν θεῖο Σου λόγο. Πόσες ὧρες μὲ ἀξίωσες καὶ κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ νὰ βρεθῶ στὰ ἅγια σκηνώματά Σου καὶ νὰ Σὲ λατρεύω «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» διὰ τῆς τελέσεως τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ νὰ γίνομαι μέτοχος τοῦ Ἀχράντου Σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου Σου Αἵματος. Τί πρῶτο καὶ τί δεύτερο νὰ θυμηθῶ ἀπόψε, Κύριε!... Γιὰ πόσα ἄλλα θὰ ἤθελα νὰ Σὲ εὐχαριστήσω!... Εἶναι ὅμως πολὺ μικρὴ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη μου μπροστὰ στὸ πλῆθος τῶν δωρεῶν καὶ εὐεργεσιῶν Σου ποὺ ἀπήλαυσα. Ἐπαναλαμβάνω κι ἐγὼ μὲ τὸν ὑμνωδό Σου: «Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται συνεκτείνεσθαι σπεύδων τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν Σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον ὧν δέδωκας ἡμῖν». Εὐλόγησε, Κύριε, κατὰ τὸ νέο ἔτος ὅλους μας. Πραγματοποίησε τὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας κατὰ τὸ συμφέρον τὸ πνευματικὸν ἑκάστου. Κανέναν ἀπὸ μᾶς ποὺ στηρίξαμε τὴν ἐλπίδα μας σὲ Σένα μὴν ἀποβάλεις ἀπὸ τὴ Βασιλεία Σου. Ἁγίασε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματά μας. Φρούρησε τὴ ζωή μας, σκέπασέ μας ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων Σου. Ἀσφάλισε τὰ διαβήματά μας μὲ τὶς εὐχὲς καὶ ἱκεσίες τῆς ἐνδόξου Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, δυνάμει τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, προστασίαις τῶν τιμίων καὶ ἐπουρανίων δυνάμεων Ἀσωμάτων καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

ΟΣΩΤΗΡ2057

29 Δεκεμβρίου, 2024

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΥΣΙΑ Η ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ(30 ΔΕΚ )

 Κάθε εὐλαβὴς προσκυνητὴς ποὺ εἰσέρχεται στὸν περικαλλὴ ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Θεσσαλονίκη ἔχει τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία νὰ ἀσπασθεῖ ὄχι μόνο τὰ μυροβλύζοντα ἱερὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ τὰ χαριτόβρυτα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Καλλίδη, ἀλλὰ καὶ τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Ἀνυσίας. Πρὶν ἀπὸ σαραντα περίπου χρόνια (καλοκαίρι τοῦ 1980), καθὼς γινόταν ἡ διαπλάτυνση τῆς Λεωφόρου Γ΄ Σεπτεμβρίου, ἀνακαλύφθηκε ὁ θησαυρὸς τῶν θεμελίων τῆς παλαιοχριστιανικῆς Βασιλικῆς τῆς Ἁγίας Ἀνυσίας μαζὶ μὲ τὸν τάφο της καὶ τὰ ἱερά της λείψανα. Ὁ εὐσεβὴς καὶ πιστὸς λαὸς τῆς Θεσσαλονίκης τὰ δέχθηκε ὅλα ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ ἐκλεκτά. Καὶ μὲ κατάνυξη καὶ συγκίνηση θησαύρισε σὲ ἀσημένια Λάρνακα τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ὁσίας πρὸς εὐλογίαν ὅλων.  

Ἡ ἁγία Ἀνυσία ἔζησε στὴ Θεσσαλονίκη στὰ χρόνια τοῦ Μαξιμιανοῦ (300 μ.Χ.). Οἱ γονεῖς της ἦταν ἐπιφανεῖς καὶ πάμπλουτοι. Ὡς πρῶτο τους ὅμως πλοῦτο θεωροῦσαν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴ χριστιανικὴ πίστη. Αὐτὸν τὸν πνευματικὸ θησαυρὸ φρόντισαν νὰ ἐναποθέσουν μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια στὸ βάθος τῆς ψυχῆς τῆς μικρῆς τους μοναχοκόρης Ἀνυσίας. Τὸ μικρὸ παιδὶ δεχόταν ὁλόψυχα τὴν ἁγία διαπαιδαγώγηση τῶν γονέων της. Καὶ ὅσο μεγάλωνε, χαιρόταν γιατὶ εἶχε τέτοιους γονεῖς, ποὺ ἦταν καὶ στὸ ὄνομα καὶ στὰ πράγματα πιστοὶ γονεῖς. Θαύμαζε τὴν ταπεινοφροσύνη τους, τὴ φιλανθρωπία τους καὶ τὴν ἐλεημοσύνη τους καὶ ἀγωνιζόταν καὶ αὐτὴ μὲ τὰ δικά της μέτρα νὰ τοὺς μιμηθεῖ. Οὔτε ὁ κόσμος τῆς ματαιότητας τὴν σαγήνεψε, οὔτε ἡ ἡλικία τῆς νεότητας τὴν ἔθελξε μὲ τὰ θέλγητρά της. «Πόσο ζηλευτὴ εἶναι ἡ ἡλικία τῶν γερόντων μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν πείρα τους! Πόσο ὕπουλη καὶ ἐπικίνδυνη ἡ νεότητά σου!» ἔλεγε στὸν ἑαυτό της. Σύντομα ἔφυγαν γιὰ τὴν οὐράνια πατρίδα οἱ γονεῖς της. Ἔφυγαν εὐτυχισμένοι, γιατὶ ἄφησαν πίσω παιδὶ μεγαλωμένο, ὥριμο, ἔχοντας διαμορφωμένη προσωπικότητα μὲ ὀρθὰ κριτήρια. Ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων της ἡ Ἀνυσία ἐκποίησε τὴ μεγάλη κληρονομιά της, ἀπέραντα εὔφορα κτήματα, ἀμέτρητα κοπάδια ζώων καὶ κατοικίες, γιὰ νὰ τὰ διαμοιράσει ὅλα σὲ πτωχούς, σὲ χῆρες, σὲ ἐγκαταλειμμένα καὶ ὀρφανὰ παιδιὰ καὶ σὲ ἀρρώστους. Ἰδιαίτερα τὴν συγκινοῦσαν ὅσοι ἦταν φυλακισμένοι γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἔτρεχε λοιπὸν ἡ Ἀνυσία στὶς φυλακές. Δωροδοκοῦσε τοὺς φύλακες καὶ ἐπισκεπτόταν στὰ ὑγρὰ καὶ σκοτεινὰ κελλιὰ τοὺς ὁμολογητὲς τοῦ Κυρίου. Περιποιοῦνταν μὲ στοργὴ τὶς πληγές τους καὶ τοὺς στήριζε μὲ τῆς καρδιᾶς της τὰ πύρινα λόγια λέγοντάς τους νὰ μείνουν πιστοὶ στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «ἄχρι θανάτου» καὶ νὰ μὴ λυγίσουν. Καὶ ἐνῶ ἔλεγε αὐτὰ μέσα στὴν ἁγνὴ ψυχή της, κρυφόκαιγε ἡ φλόγα τῆς ἱερότερης ἐπιθυμίας, νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ ζωὴ τῆς ἁγίας Ἀνυσίας κυλοῦσε φιλήσυχα καὶ φιλόθεα. Ἔχοντας ἐπιλέξει τὴν παρθενικὴ ζωὴ ζοῦσε μόνη της σὲ ἕνα σπιτάκι ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως μαζὶ μὲ ἄλλους ἐκεῖ γύρω, περιφρονημένους ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες Χριστιανούς. Ἀπολάμβανε ἡ Ἁγία μιὰ δυνατὴ πνευματικὴ σχέση ἀγάπης καὶ στοργῆς μὲ τὸν οὐράνιο Νυμφίο της. Ζοῦσε ἐπὶ ὧρες ἀπορροφημένη μὲ τῆς προσευχῆς τὰ νοήματα καὶ σὰν ἄλλη Μαρία καθόταν «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ» καὶ δεχόταν καθημερινὰ μαθήματα ζωῆς ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου Του. Ὁ πανάγαθος Ἰησοῦς, ποὺ παρακολουθοῦσε ἄγρυπνος τὴ δούλη Του, τὴν ἐνίσχυε καὶ τὴ χαρίτωνε σὲ ὅλους τοὺς ἀγῶνες της. Ἀλλὰ καὶ ὁ πάγκακος καὶ μισόκαλος διάβολος καὶ αὐτὸς τὴν παρακολουθοῦσε, ἐνοχλημένος ὅμως φοβερὰ ἀπὸ τὰ κατορθώματα τῆς ἀρετῆς της. Γι’ αὐτὸ προσπάθησε νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπὸ τὰ παλαίσματα τῶν ἱερῶν της ἰδανικῶν. Ἄλλοτε τὴ θορυβοῦσε μὲ παράδοξους ἤχους, ἄλλοτε τῆς ἔφερνε ὑπνηλία καὶ ἀκηδία στὶς ὧρες τῆς προσευχῆς της, καὶ ἄλλοτε μὲ ἀσθένειες προσπαθοῦσε νὰ τὴν κάμψει. Ἡ Ἀνυσία ὅμως ὅλα τὰ περιφρονοῦσε μὲ γενναιότητα καὶ συνέχιζε ἐντονότερα τὸν ἀγώνα της καὶ τὴν προσευχή της. «Σὲ εὐχαριστῶ, Κύριε, γιατὶ μὲ τὴ δύναμή Σου καὶ τὴ θεία Σου Χάρη κρατῶ ἀσύλητο τὸ κόσμημα τῆς παρθενίας. Προσμένω νὰ βρεθῶ στὴ χορεία τῶν φρονίμων παρθένων. Ἐσένα μόνο ποθῶ, ἡ ὕπαρξή μου καταφλέγεται ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη σὲ Σένα». Μὲ τέτοια ἱερὰ νοήματα ἑτοίμαζε ὁ Κύριος τὴν Ὁσία Του γιὰ τὴν ἔξοδό της. 

Ἦταν ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Ἡ Ἀνυσία ὅπως πάντα ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸ Ναό. Πέρασε τὴν Κασσανδριωτικὴ Πύλη ἀνάμεσα ἀπὸ πλῆθος ἐμπόρων ἀπαρατήρητη. Ὅμως στὸν ὑπασπιστὴ τοῦ Αὐτοκράτορα – ποὺ περνοῦσε ἀπὸ  ἐκεῖ – δημιούργησε ἔκπληξη τὸ γενναῖο της καὶ ἀτρόμητο παράστημα καὶ βάδισμα. Τὴν πλησίασε. Τῆς ἔσφιξε τοὺς βραχίονες. Τὴν ταρακούνησε καὶ τῆς εἶπε: 

–Πές μου, ποιὰ εἶσαι καὶ ποῦ πηγαίνεις;

 –Εἶμαι δούλη Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ παντοκράτορος Κυρίου «τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Σήμερα εἶναι ἡμέρα Κυρίου. Πορεύομαι στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ Τὸν λατρεύσω, ἀπάντησε ἡ Ὁσία. 

Ὁ ὑπασπιστὴς ἐξαγριώθηκε πολὺ ἀπὸ τὴν ἀπάντηση καὶ τὴν ἀπείλησε. 

–Ξέρεις, τῆς λέγει, ἔχω διαταγὴ ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορά μου. Ἔχω ἄδεια καὶ δύναμη νὰ σὲ ἐξοντώσω. Ἂν θέλεις, λυπήσου τὴ ζωή σου καὶ θυσίασε σ’ αὐτὰ τὰ εἴδωλα ποὺ βλέπεις λίγο πιὸ κάτω μπροστά σου σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο. 

Τότε ἡ γενναία Ἀνυσία τὸν κοίταξε μὲ οἶκτο καὶ ἁγία περιφρόνηση. Ἀρνήθηκε νὰ ὑπακούσει. Ἀγανακτισμένος ἀπὸ τὴν προσβολὴ ὁ  υπασπιστὴς ἔβγαλε τὸ ξίφος του καὶ τὸ βύθισε βίαια στὰ πλευρὰ τῆς Ὁσίας. Πλούσιο τὸ αἷμα ἀνέβλυσε καὶ ἔλουσε τὸ ἁγνὸ σῶμα τῆς πιστῆς Ὁμολογήτριας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὁσία λουσμένη στὸ αἷμα τοῦ Μαρτυρίου ἔπεφτε νεκρὴ πάνω στὸ δρόμο. Μέσα σὲ λίγα λεπτὰ ὁ Κύριος εἶχε ἀλλάξει τὸ δρομολόγιο τῆς Ὁσίας Του ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Ἀντὶ νὰ τὴ δεχθεῖ στὸ Ναό Του τὴν ὑποδέχθηκε στὸν Ἀχειροποίητο ναὸ τῆς οὐρανίου Βασιλείας Του ὄχι μόνο ὡς Ὁσία ἀλλὰ καὶ ὡς Μάρτυρά Του, γιὰ νὰ ἑνώσει καὶ τὴ δική της φωνὴ μὲ τὶς δοξολογίες τῶν Ἀγγέλων στὴ θεία Λειτουργία τοῦ ὑπερουρανίου Θυσιαστηρίου. 

Ἁγία Ἀνυσία! Μιὰ νεανικὴ μορφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος, μὲ ζωὴ ποὺ εὐωδιάζει τόσο δυνατὰ ἀπὸ τὰ μύρα τῆς ἁγνότητος, τῆς θυσίας, τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ὁμολογίας. Μιὰ ζωὴ τόσο ζηλευτή! Μεθαύριο ἀνατέλλει μιὰ νέα χρονιά. Ἂς καλέσουμε τὴν ἁγία Ἀνυσία στὸ ξεκίνημα τοῦ καινούργιου μας δρόμου καὶ ἂς τὴν κάνουμε πρότυπο ζωῆς. Ἂς μὴ λησμονοῦμε ποτέ: Μόνο τὰ πρότυπα τῶν Ἁγίων (ποὺ ἀντιγράφουν στὴ ζωή τους μὲ πιστότητα τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ) μποροῦν νὰ μᾶς χαρίζουν τὴν πραγματικὴ εὐτυχία, γιατὶ εἶναι οἱ ἀσφαλέστεροι ὁδοδεῖκτες τοῦ οὐρανοῦ. OΣΩΤΗΡ2057

28 Δεκεμβρίου, 2024

ΜΑΣ ΑΝΥΨΩΣΕ Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ

 Πλησιάζουν καὶ φέτος τὰ Χριστούγεννα. Ἡ μεγάλη γιορτὴ τῆς ἀγάπης. Τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ τῆς ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων μεταξύ μας. Μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου ἄγγιξε ὁ οὐρανὸς τὴ γῆ καὶ στὸ ἄγγιγμα αὐτὸ ἀντήχησαν παναρμόνιες ἀγγελικὲς δοξολογίες. Αὐτὸ ἦταν τὸ ξεκίνημα γιὰ νὰ ζεσταθοῦν καὶ οἱ μέχρι τότε ψυχρὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους. Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι ἔλεγαν ὅτι «ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι λύκος»· τέτοια σκληρότητα ἐπικρατοῦσε στὸν προχριστιανικὸ κόσμο. Καμιὰ συμπάθεια, καμιὰ χρυσακτίνα ἀγάπης δὲν φώτιζε τὶς ψυχές· λὲς καὶ ἦταν παγωμένες οἱ καρδιές. Ἀδιαφορία, ψυχρότητα καὶ μίσος κυριαρχοῦσαν παντοῦ. Μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὅμως «τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα», γράφει ὁ θεόπνευστος καὶ θεοκίνητος Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν (Β΄ Κορ. ε΄ 17). Τὰ ἔκανε «καινὰ, καινούργια Ἐκεῖνος ποὺ αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὶς προφητεῖες ἦταν ἤδη γνωστὸ τὸ ποῦ θὰ γεννηθεῖ, πῶς θὰ γεννηθεῖ, πότε θὰ γεννηθεῖ καὶ ποιὸ ἔργο θὰ ἐπιτελέσει στὸν κόσμο. Ὅταν λοιπὸν ἦλθε στὴ γῆ καὶ ἄρχισε τὸ λυτρωτικὸ ἔργο Του καὶ τὸ ὁλοκλήρωσε, «τὰ κάτω πεποίηκεν ἄνω», γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (ΕΠΕ 11, 460). Μᾶς ἀνύψωσε τοὺς πεσμένους ψυχικὰ ἀνθρώπους καὶ μᾶς ἔδωσε τὴ δυνατότητα, μέσα στὴν Ἐκκλησία ποὺ ἵδρυσε, νὰ ζοῦμε σὰν ἄγγελοι· μὲ δοξολογία στὸν Θεό, μὲ ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας. Ἔδωσε δηλαδὴ σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἰδανικὰ ζωῆς τὰ βασικὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς τῶν ἀγγέλων. Τίποτε ἄλλο δὲν φανερώνει τόσο ἐντυπωσιακὰ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔλεγε ὁ Μέγας Βασίλειος μελετώντας αὐτὴν τὴν ἀλλαγή, «ὅσον ἡ περὶ τὴν ἐνανθρώπησιν οἰκονομία καὶ ἡ πρὸς τὸ ταπεινὸν καὶ ἀσθενὲς τῆς ἀνθρωπότητος συγκατάβασις» (ΕΠΕ 5, 272). Τὸ ὅτι ὁ ἄπειρος Θεὸς συγκατέβη καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ταπεινὸς καὶ γεννήθηκε σ’ ἕνα φτωχικὸ σπήλαιο, γιὰ νὰ ἀλλάξει καὶ νὰ σώσει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν κόσμο, αὐτὸ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπόδειξη τῆς δυνάμεώς Του. Καὶ ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνωδός, καθὼς σκέφτεται τὴν ἀνύψωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μᾶς παρακινεῖ νὰ δοξολογοῦμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεό μας μὲ τὸν γνωστότατο ὕμνο αὐτῶν τῶν ἡμερῶν: «Τῷ πρὸ τῶν αἰώνων ἐκ Πατρὸς γεννηθέντι ἀρρεύστως Υἱῷ, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἐκ Παρθένου, σαρκωθέντι ἀσπόρως, Χριστῷ τῷ Θεῷ βοήσωμεν· ὁ ἀνυψώσας τὸ κέρας ἡμῶν, ἅγιος εἶ Κύριε». Ἂς στραφοῦμε πρὸς τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου Τριάδος, τὸν Μονογενὴ Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ γεννήθηκε προαιωνίως ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ στὸν καιρὸ τῆς σωτηρίας μας ἔλαβε σάρκα καὶ ὀστὰ θαυμαστῶς ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Παρθένο Θεοτόκο, δηλαδὴ στὸν Κύριο καὶ Θεό μας Ἰησοῦ Χριστό, καὶ ἂς φωνάξουμε πρὸς Αὐτόν: Σύ, Κύριε, ποὺ ἀνύψωσες τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ δύναμή μας, εἶσαι ἅγιος. Θὰ μποροῦσε βέβαια κάποιος νὰ πεῖ ἢ νὰ σκεφθεῖ: Αὐτὴ ἡ ἀνύψωση τῆς φύσεώς μας καὶ αὐτὴ ἡ θερμότητα στὶς σχέσεις μας μεταξύ μας εἶναι ἄραγε κάτι τὸ πραγματικό, ὑπάρχει σήμερα ὡς γεγονὸς ἢ εἶναι μόνο θεωρία καὶ ἰδεατὸ δῶρο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ; Ἡ ἀπάντηση εἶναι πολὺ ἁπλή, διότι μᾶς τὴν ἀποκάλυψε ἐδῶ καὶ δύο χιλιάδες περίπου χρόνια ὁ πνευματοκίνητος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Τί μᾶς εἶπε; Ὅτι ὁ Θεὸς «Λόγος σὰρξ ἐγένετο», ἔγινε δηλαδὴ καὶ ἄνθρωπος· καὶ «ὅσοι ἔλαβον αὐτόν», ὅσοι Τὸν πίστεψαν καὶ Τὸν δέχθηκαν ὡς Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα τους, «ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι...» (Ἰω. α΄ 14, 12). Ὅσοι πίστεψαν καὶ πιστεύουν στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἔγιναν καὶ εἶναι μέλη συνειδητὰ τῆς Ἐκκλησίας Του ἔγιναν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ἀγαπητά· ξέφυγαν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους, τὸν Διάβολο, καὶ χαίρονται ὅλα τὰ δῶρα ποὺ ἔφερε μὲ τὴ Γέννησή Του στὸν κόσμο ὁ Θεάνθρωπος. Ἐπομένως ἡ κύρια αἰτία γιὰ τὸ ἂν εἶναι ἢ ἂν δὲν εἶναι θερμές, ἀδελφικὲς οἱ σχέσεις μας μεταξύ μας καὶ γιὰ τὸ ἂν εἶναι πραγματικὰ ἢ ἁπλῶς θεωρητικὰ τὰ δῶρα ποὺ μᾶς ἔφερε ὁ Λυτρωτής, εἶναι ἡ πίστη ἢ ἡ ἀπιστία μας. Ὅσοι πίστεψαν καὶ ἀκολούθησαν τὶς ἐντολὲς καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Λυτρωτοῦ ἔγιναν ἅγιοι, ἔζησαν σὰν ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ ἔμαθαν νὰ ἀγαποῦν ὅλους. Αὐτὸ ἰσχύει αἰωνίως μέχρι σήμερα καὶ θὰ ἰσχύει ἕως συντελείας τῶν αἰώνων. Ἂς παρακαλέσουμε λοιπὸν φέτος τὰ Χριστούγεννα τὸν Κύριο νὰ θερμάνει τὴν καρδιά μας καὶ νὰ αὐξήσει τὴν πίστη μας, γιὰ νὰ ζήσουμε καλύτερα τὸ νόημα τῆς μεγάλης γιορτῆς. Ἔτσι θὰ γεμίσει ἡ καρδιά μας ἀπὸ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἀπὸ εἰρήνη, ποὺ τόσο πολὺ μᾶς χρειάζονται στὶς δύσκολες μέρες μας.

ΟΣΩΤΗΡ2057

26 Δεκεμβρίου, 2024

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 Aδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾿ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι᾿ ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.

Τὴ σημερινὴ ἡμέρα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴ μνήμη τριῶν μεγάλων ἁγίων ποὺ ὑπῆρξαν καὶ συγγενεῖς τοῦ Κυρίου: τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε νὰ γίνει προστάτης της καὶ τοῦ θείου Βρέφους· τοῦ προφήτου καὶ βασιλέως Δαβίδ, προπάτορος τοῦ Κυρίου, καὶ τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου ἀναγινώσκεται τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Στὸ τέλος αὐτῆς τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς βεβαιώνει ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ πῆγε γιὰ νὰ γνωρίσει τὸν ἀπόστολο Πέτρο, δὲν συνάντησε κανέναν ἄλλον Ἀπόστολο, «εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου». Ἂς δοῦμε ὅμως γιατί ὀνομάζει τὸν Ἰάκωβο ἀδελφὸ τοῦ Κυρίου καὶ τί σχέση ἔχει ὁ τίτλος αὐτὸς μὲ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. 

1. Ο ἀδελφόθεος Ιάκωβος 

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, τὸν ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δὲν πρέπει νὰ συγχέεται οὔτε μὲ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἰωάννη καὶ υἱὸ τοῦ Ζεβεδαίου οὔτε μὲ τὸν υἱὸ τοῦ Ἀλφαίου, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ «ἀδελφόθεος». Γιατί ὅμως ὀνομάζεται ἔτσι; Ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ περισσότεροι ἑρμηνευτές, ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ προτοῦ μνηστευθεῖ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, εἶχε σύζυγο ἡ ὁποία πέθανε καὶ μὲ τὴν ὁποία εἶχαν ἤδη ἀποκτήσει παιδιά. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν ὁ Ἰάκωβος. Κι ἐπειδὴ στὰ μάτια τῶν Ἰουδαίων ὁ Ἰωσὴφ παρουσιαζόταν ὡς ὁ πατέρας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γι’ αὐτὸ ὁ Ἰάκωβος καὶ τὰ ἄλλα παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ θεωροῦνταν ἀδελφοί Του. Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἰάκωβος καὶ τὰ ἀδέλφια του δὲν μποροῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ποὺ ζοῦσε τόσο ταπεινὰ ἀνάμεσά τους ἦταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου βεβαιώθηκαν γιὰ τὴ μεσσιανική Του ἰδιότητα καὶ ἀποστολὴ καὶ Τὸν ἀναγνώρισαν ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος ὄχι ἁπλῶς πίστεψε στὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτήρα ἀλλὰ καὶ ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὸ ἀποστολικὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔγινε ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων μὲ ἀναγνωρισμένο κύρος, τόσο, ὥστε νὰ ὀνομάζεται «στῦλος τῆς Ἐκκλησίας» καὶ νὰ ἀναδειχθεῖ Πρόεδρος τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου (50 μ.Χ.). Μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔγραψε τὴν Καθολικὴ Ἐπιστολὴ ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ θεόπνευστα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Συνέταξε ἐπίσης καὶ θεία Λειτουργία, ποὺ μέχρι σήμερα σώζεται καὶ τελεῖται συνήθως τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης του. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ἔμεινε γνωστὸς στὴν ἱστορία μὲ τὸν ἐξόχως τιμητικὸ τίτλο: «Ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου». Καὶ πραγματικὰ φάνηκε ἀντάξιος τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ τίτλου. Ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ αὐταπάρνηση μέχρι τέλους καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἐπισφραγίσει τὴ ζωή του μὲ τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου. 

2. Αδελφοὶ  τοῦ  Κυρίου 

Ἂν ὅμως ὁ ἅγιος Ἰάκωβος θεωρεῖται, ὅπως ἀναφέραμε βέβαια, ἀ δελφὸς τοῦ Κυρίου κατὰ σάρκα, ἐμεῖς γίναμε καὶ εἴμαστε πλέον ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου κατὰ πνεῦμα. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἦλθε στὴ γῆ γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα. Μᾶς δίδαξε ὅτι ὅλοι ἔχουμε τὸν ἴδιο Πατέρα, τὸν ἐπουράνιο Θεό, καὶ γι’ αὐτὸ εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί. Μάλιστα, ὅπως σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Κύριος Ἰησοῦς «οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν» (Ἑβρ. β΄ 11)· δὲν ντρέπεται νὰ ὀνομάζει τοὺς ἀνθρώπους, ἐμᾶς ὅλους, ἀδελφούς Του, παρὰ τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά μας! Ἀλήθεια, τὸ ἔχουμε συνειδητοποιήσει αὐτό; Ἐφόσον πιστεύουμε στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, εἴμαστε βαπτισμένοι στὸ ὄνομά Του καὶ ζοῦμε συνδεδεμένοι μαζί Του μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἴμαστε ἀδελφοί Του καὶ συγκληρονόμοι Του στὴ Βασιλεία τοῦ Οὐρανίου Πατρός! Ἂς ἀναλογιστοῦμε αὐτὴ τὴν ὕψιστη τιμὴ ποὺ μᾶς κάνει ὁ Κύριος νὰ μᾶς ὀνομάζει καὶ νὰ μᾶς ἀναδεικνύει ἀδελφούς Του κι ἂς ἀγωνιζόμαστε, ὥστε καὶ μὲ τὴ ζωὴ καὶ μὲ τὰ ἔργα μας νὰ ἀνταποκρινόμαστε στὴν ὑψηλὴ αὐτὴ κλήση μας. ❁ ❁ ❁ 

Πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἑορτάσαμε τὰ Χριστούγεννα. Ἂν θέλουμε νὰ μείνει κάτι οὐσιαστικὸ μέσα μας ἀπὸ τὴν κοσμοχαρμόσυνη αὐτὴ ἑορτή, ἂς σκεφθοῦμε μὲ πολλὴ εὐγνωμοσύνη ὅτι μὲ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ γίναμε ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου κι ἂς φιλοτιμούμαστε νὰ ζοῦμε ὅπως Ἐκεῖνος θέλει. OΣΩΤΗΡ2057

25 Δεκεμβρίου, 2024

Ὁ Χριστὸς γεμίζει τὰ πάντα...

 Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἦταν ψαράς. Ψάρευε μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἰάκωβο καὶ τὸν πατέρα τους Ζεβεδαῖο τὴ μέρα ποὺ ὁ Κύριος τοὺς κάλεσε κοντά Του ὡς μαθητή Του μαζὶ μὲ τὸν ἀ δελφό του. Ἀπὸ τότε ἡ ζωή του ἄλλαξε ριζικά. Ὁ ψαρὰς ἔγινε Ἀπόστολος. Εὐαγ γελιστής. Θεολόγος. Ἔγινε ὁ κορυφαῖος θεολόγος ὅλων τῶν αἰώνων. Τὸ Εὐαγγέλιό του εἶναι ὁ ἀνεξάντλητος πλοῦτος τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα τὸ πρῶτο του κεφάλαιο, στὸ ὁποῖο μιλάει γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ μας, εἶναι ἡ ἀπόλυτη κορυφὴ τῆς θεολογίας. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο ἀποσποῦμε μία φράση περιεκτικότατη, ποὺ καὶ αὐτὴ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας ἀναφέρεται. Γράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής: «Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος» (Ἰω. α΄ 16). Τί σημαίνει ὅμως αὐτὴ ἡ φράση; Ποιὸ εἶναι τὸ πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ ὁποῖο παίρνουμε ὅλοι ἐμεῖς; Οἱ ἑρμηνευτὲς γράφουν ὅτι τὸ πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ἀνεξάντλητος πλοῦτος Του. Εἶναι, θὰ λέγαμε, μία πηγὴ ποὺ αἰῶνες - αἰῶνες δίνει νερὸ χωρὶς νὰ τελειώνει, ἕνα ποτάμι ποὺ τρέχει - τρέχει καὶ δὲν ἔχει σταματημό. Ποιὸ ὅμως εἶναι αὐτὸ τὸ ποτάμι ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν Χριστό, ποιὸ εἶναι «τὸ πλήρωμά Του», ἀπὸ τὸ ὁποῖο γεμίζει καὶ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους; Ποιὸς εἶναι ὁ πλοῦτος Του;  Ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ μᾶς δίνει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς λίγο πρίν, στὸν πρῶτο στίχο τοῦ ἱεροῦ του Εὐαγγελίου. Γράφει ἐκεῖ: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος»· ὁ Χριστός, μᾶς λέει, δὲν εἶναι συνηθισμένος ἄνθρωπος ἢ ἕνας μεγάλος προφήτης. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός! Εἶναι τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρός. Τὸ πλήρωμα ἑπομένως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ θεότητά Του. Ἐν τῷ Χριστῷ, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολασ. β΄ 9). Μέσα στὸν Χριστὸ κατοικεῖ ὁλόκληρη ἡ θεότητα· μέσα στὸ σῶμα καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση Του, ποὺ προσέλαβε μὲ τὴ σάρκωσή Του. Ὁ Χριστὸς εἶναι ταυτόχρονα τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴ θεότητά Του. Εἶναι γεμάτη – πλήρης – ἀπὸ τὴ θεότητά Του. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πλήρωμα, ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς θείας Του φύσεως, πήραμε ὅλοι ἐμεῖς τὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες καὶ δωρεές Του καὶ «χάριν ἀντὶ χάριτος»· χάρη πάνω στὴ χάρη! Πῶς ὅμως πήραμε αὐτὲς τὶς δωρεές; Τὶς πήραμε ἄφθονες καὶ εὔκολα, διότι, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής, Αὐτός, ὁ Ἕνας τῆς Τριάδος, «σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α΄ 14)· ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς ἦρθε καὶ κατοίκησε ἀνάμεσά μας. Ἔγινε «σάρξ», ἄνθρωπος δηλαδὴ ὅμοιος μὲ μᾶς, καὶ ἔζησε μαζί μας. Μαζί μας. Στὴ Βηθλεέμ, στὸ Σπήλαιο, στὴν Αἴγυπτο, στὴ Ναζαρέτ, στὰ Ἱεροσόλυμα... Τὸν εἴδαμε δωδεκαετὴ στὸ Ναό, ἀργότερα στὴν Καπερναοὺμ τῆς Γαλιλαίας, στὴ Σαμάρεια... ἐκεῖ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, στὶς διάφορες Συναγωγές. Σ᾿ ὅλες δὲ τὶς περιοχὲς καὶ σ᾿ ὅλες τὶς περιστάσεις βλέπουμε τὸν Χριστὸ νὰ προσφέρει ἀπὸ τὸ πλήρωμά Του, ἀπὸ τὸν θεϊκό Του πλοῦτο. Εὐλογεῖ τὰ παιδιὰ ποὺ ὁδηγοῦν κοντά Του οἱ γονεῖς τους. Ἐλεεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τρώει μαζί τους. Θεραπεύει τοὺς λεπρούς. Κηρύττει, καὶ μετὰ τὸ κήρυγμα τρέφει χιλιάδες ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι Τὸν εἶχαν δίπλα τους, Τὸν ἀκουμποῦσαν καὶ θεραπεύονταν... Νὰ θυμηθοῦμε τὴ γυναίκα ποὺ ἄγγιξε τὸ ἔνδυμά Του καὶ ἔγινε καλά. Ἦταν τόσο κοντά τους ὁ Χριστός, ὁ Θεός! Καὶ εἶναι καὶ σὲ μᾶς τὸ ἴδιο κοντά. Ἦρθε καὶ εἶναι ὁ Θεός μας κοντά μας. Τόσο κοντά μας! Αὐτὸς ποὺ ἦρθε, ὁ Χριστός, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός μας! Καὶ ἦρθε γιὰ νὰ ἀνοίξει καὶ πάλι τὸν Παράδεισο, νὰ μᾶς προσφέρει τὸν πλοῦτο Του, νὰ γίνει ὁ πλοῦτος Του καὶ δικός μας πλοῦτος. Εἴπαμε ἤδη ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ πλοῦτος, ποιὸ εἶναι τὸ πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ... εἶναι ἡ θεότητά Του. Καὶ τώρα πλέον ξέρουμε. Ξέρουμε ὅτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ πλήρωμα πηγάζουν τὰ πάντα καὶ αὐτὸ τὸ πλήρωμα γεμίζει τὰ πάντα: Εἶναι πλήρωμα ἐξιλαστηρίου δυνάμεως διά τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματός Του. Πλήρωμα ἐλέους, διότι διὰ τῆς μετανοίας μᾶς συγχωρεῖ. Πλήρωμα νίκης κατὰ τοῦ διαβόλου. Πλήρωμα θριάμβου ποὺ φανερώθηκε κατὰ τὴν Ἀνάληψή του. Πλήρωμα δυνάμεως, ἀφοῦ Αὐτὸς ποὺ κάθισε ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς μᾶς εἶπε: Θὰ εἶμαι πάντα μαζί σας! Αὐτὴ ἡ δύναμη, ὁ θρίαμβος φανερώθηκε ἐντυπωσιακὰ στὴ ζωὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος εἶδε τὸν Κύριο «ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ζ΄ 55)· Τὸν εἶδε νὰ στέκεται καὶ ὡς ἄνθρωπος, μὲ τὴν τεθεωμένη ἀνθρώπινη φύση Του, στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἕτοιμος νὰ βοηθήσει τὸν ἀγωνιζόμενο μάρτυρά Του. Ἔτσι ἕτοιμος εἶναι πάντοτε νὰ βοηθεῖ καὶ τὸν καθένα μας. Μὴ φοβόμαστε λοιπόν! Αὐτὴ εἶναι ἡ δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ, ἡ πηγὴ ἡ ἀνεξάντλητη, ὁ πλοῦτος τοῦ Χριστοῦ, ὁ πλοῦτος ποὺ τρέχει, τρέχει χωρὶς σταματημό. Αὐτὴ εἶναι ἡ πληρότητα, τὸ πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πλήρωμα τοῦ Χριστοῦ γεμίζει τὰ πάντα. Γεμίζει ὅλα τὰ κενά, ὅλες τὶς ἐλλείψεις, ὅλες τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς μας. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ πλήρωμα λαμβάνουμε χάρη πάνω στὴ χάρη. Καὶ αὐτὴ ἡ χάρη θεραπεύει τὶς ἀνοικτὲς πληγὲς τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὶς ἐπουλώνει καὶ μᾶς καλεῖ στὴν ὄντως ζωή, στὸν Παράδεισο. Μᾶς καλεῖ νὰ σπεύδουμε, νὰ τρέχουμε πρὸς αὐτὴ τὴν ὄντως ζωή. Ναί, νὰ σπεύδουμε, νὰ σπεύδουμε. ΟΣΩΤΗΡ2057

21 Δεκεμβρίου, 2024

ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

 Στὴν πληγωμένη ἀπὸ τὴν κρίση κοινωνία μας, στὴν οἰκονομικὰ τραυματισμένη ἀγορά μας ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων ποὺ πλησιάζει γεννᾶ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα συναισθήματα. Ὁ γιορτινὸς διάκοσμος, τὰ φῶτα καὶ οἱ στολισμένες βιτρίνες φαντάζουν στὰ σχέδια κάποιων ὡς ἡ ἔσχατη εὐκαιρία γιὰ κάποιες εἰσπράξεις, γιὰ λίγα ἔσοδα μέσα στὴν ξηρασία τῆς οἰκονομικῆς στενότητας. Δὲν εἶναι ἰδιαίτερα πιστοί. Ἴσως καὶ καθόλου. Ὅμως ἐλπίζουν ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ θὰ τοὺς ὠφελήσει. Θὰ κινηθοῦν λίγο τὰ ἀδιάθετα προϊόντα τους. Θὰ εἰσπράξουν τὸ δῶρο τῶν ἑορτῶν, ἔστω καὶ κουρεμένο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ στοὺς ὁποίους κάθε στολισμένη βιτρίνα καὶ κάθε φωταγωγημένος δρόμος γεννᾶ καὶ ἐπιτείνει τὸν πόνο τους. Ὄχι γιατὶ κάτι τοὺς ἐμποδίζει στὴ βίωση τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι. Ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ ἡ συνειδητοποίηση ὅτι δὲν μποροῦν νὰ γιορτάσουν ὅπως παλιά, τοὺς πληγώνει. Ποῦ εἶναι ἐφέτος τὰ πλούσια δῶρα; Ποῦ οἱ ἑορταστικὲς ἀποδράσεις τους σὲ ὀρεινοὺς προορισμοὺς στὰ πανάκριβα χιονοδρομικὰ ἐντὸς ἢ ἐκτὸς Ἑλλάδος; Ποῦ...; Καὶ καθὼς τὰ ἀναπολοῦν ἢ τραγικὰ συνειδητοποιοῦν ὅτι δὲν τὰ μποροῦν ἐφέτος, μελαγχολοῦν. Ἀλλιώτικα φέτος τὰ Χριστούγεννα. Μὲ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς νὰ πλησιά  ζουμε στὴν ἑορτή – καθὼς οἱ ἡμέρες μία - μία μᾶς ὁδηγοῦν ἐκεῖ – χωρὶς νὰ ἔχουμε ζήσει μέχρι τώρα ἄλλη φορὰ σὲ συνθῆκες στερήσεως, φτώχειας, ἀνεργίας καὶ ἀνέχειας. Ἀμάθητοι. Καὶ ψυχολογικὰ ἀνέτοιμοι. Ἀλλιώτικα φέτος τὰ Χριστούγεννα! Ἀλλιώτικα; 

  Ἀλλὰ τί ἄλλαξε ἀλήθεια; Μήπως ὁ Χριστὸς καὶ πάλι φέτος δὲν θὰ γεννηθεῖ; Μήπως ἡ ἀγάπη Του δὲν θὰ πλησιάσει τὸν ἄχαρο κόσμο μας γιὰ νὰ τὸν ἀγκαλιά σει γεμάτη στοργή; Μήπως ἡ χαρὰ τοῦ ἐρχομοῦ Του δὲν θὰ γεμίσει καὶ πάλι ὅσες ψυχὲς τρέφονται ἀπὸ τὴ θεία ἐνανθρώπησή Του; Μήπως ἡ χάρη Του δὲν θὰ δοθεῖ καὶ πάλι πλούσια σ’ ὅσους μὲ πόθο κι εὐγνωμοσύνη θὰ σπεύσουν νὰ Τὸν προσκυνήσουν στὴ φάτνη Του τὴν ταπεινή; Καὶ ἡ εἰρήνη Του μήπως δὲν θὰ πληρώσει τὶς ὑπάρξεις ἐκεῖνες ποὺ παρὰ τὴν ταραχὴ τῶν ὅποιων παθῶν τους ἐλπίζουν στὴ γαλήνη τοῦ ἐρχομοῦ Του; Γιατὶ τὰ Χριστούγεννα δὲν εἶναι οὔτε γιὰ τοὺς πλούσιους μόνο οὔτε μόνο γιὰ τοὺς φτωχούς. Γιὰ ὅλους εἶναι. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σαρκωθεὶς Θεὸς δέχθηκε τότε βρέφος ὅλους ὅσοι, ἀνταποκρινόμενοι στὸ κάλεσμά Του, ἔσπευσαν κοντά Του. Πλούσιους καὶ φτωχούς. Μορφωμένους καὶ  ἀγραμμάτους. Δέχεται τοὺς μάγους. Δέχεται καὶ τοὺς ποιμένες. Καὶ στοὺς πρώτους ἐμφανίζεται μὲ ἄστρο ὑπερφυσικὸ καὶ καθοδηγητικό, καὶ στοὺς δεύτερους μὲ ἀγγελικὴ ἀποκάλυψη καὶ θεία ὑμνωδία. Αὐτοὺς ποὺ ἀνταποκρίθηκαν στὸ κάλεσμά Του καὶ ἔσπευσαν κοντά Του καὶ Τὸν βρῆκαν καὶ Τὸν προσκύνησαν. Γιατὶ ὁ Ἰησοῦς δὲν κρύβεται. Ὅπου κι ἂν βρίσκεται κανεὶς καὶ σ’ ὅποια κατάσταση κι ἂν διάγει τὴ ζωή του, μπορεῖ νὰ Τὸν συναντήσει καὶ νὰ Τὸν προσκυνήσει. Ἀρκεῖ μονάχα νὰ Τὸν ἀναζητᾶ ὅπως οἱ ποιμένες καὶ οἱ μάγοι. Ἀργότερα οἱ Ἰουδαῖοι θὰ Τὸν ἀναζητοῦν καὶ δὲν θὰ Τὸν βρίσκουν. Θὰ τοὺς μιλᾶ καὶ δὲν θὰ Τὸν καταλαβαίνουν. Θὰ Τὸν βλέπουν καὶ δὲν θὰ Τὸν ἀναγνωρίζουν. Γιατὶ πάντοτε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ σαρκώθηκε στὸν κόσμο μας μέχρι τὴν ἔνδοξη Δευτέρα Παρουσία Του, θὰ φανερώνεται μόνο σὲ ὅσους Τὸν ἀναζητοῦν, καὶ θὰ παραμένει κρυμμένος ἀπὸ ὅλους ἐκείνους ποὺ δὲν Τὸν ποθοῦν. Μόνο ὅσοι ριχθοῦν μὲ πίστη, ἐλπίδα καὶ πόθο βαθὺ στὴ μεγάλη καὶ ἐπίπονη περιπέτεια τῆς ἀναζητήσεώς Του, θ’ ἀπολαύσουν στὴ ζωή τους τὴ χαρὰ τῶν ποιμένων καὶ τῶν μάγων. Θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἀτενίσουν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ θεῖο Βρέφος. Θὰ ζοῦν Χριστούγεννα! 

❁ ❁ ❁ 

Πλησιάζουν οἱ μέρες. Ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ καιρὸ μὲ τὴ νηστεία καὶ τοὺς  υμνους μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὸν ἐρχομό Του καὶ μᾶς παρακινεῖ νὰ πορευθοῦμε πρὸς συνάντησή Του. Ἂς ξεκινήσουμε κι ἐμεῖς. Ν’ ἀναζητήσουμε μέσα στὶς ὅποιες δυσκολίες τὸν Χριστό. Αὐτὸν νὰ ψάξουμε νὰ βροῦμε. Αὐτὸν νὰ προσκυνήσουμε.  Αυτὸν νὰ ποθήσουμε, γιὰ ν’ ἀλλάξει τὴ ζωή μας. Γιατὶ καὶ πάλι ὁ νεογέννητος Χριστὸς μᾶς προσμένει. Στὴ Φάτνη Του τὴν  ταπεινὴ  πτωχὸς μὲ ὅλο τὸν πλοῦτο τῆς θεότητός Του. Ἔτσι ποὺ κανένας νὰ μὴν αἰσθανθεῖ ντροπὴ ἢ δυσκολία νὰ Τὸν προσεγγίσει. Γιατὶ ἡ Φάτνη Του κανέναν δὲν ἀπωθεῖ. Κι ὁ πλούσιος μπορεῖ νὰ πλησιάσει, καὶ ὁ φτωχὸς δὲν αἰσθάνεται ταπεινωμένος δίπλα Του. Μόνο ἡ διάθεση μένει σ’ ἐμᾶς. Ὁ πόθος. Ἂς ξεκινήσουμε λοιπὸν γιὰ νὰ Τὸν βροῦμε στὴ θεία Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν καθαρὴ καρδιά μας μετὰ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησή μας. Στὴν ἁγία Τράπεζα τῶν ἐκκλησιῶν μας, ἐκεῖ ποὺ πάντοτε γεννᾶται, γιὰ νὰ ἀναγεννᾶ ὅλους ὅσοι πλησιάζουν μὲ πόθο, μὲ φόβο καὶ μὲ πίστη. ΟΣΩΤΗΡ2057

20 Δεκεμβρίου, 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ

 Νύχτα Χριστουγέννων. Ἕνας ἅγιος καὶ σοφὸς ἀσκητὴς προσεύχεται ἀπὸ ὥρα γονατιστὸς μέσα στὸ ἅγιο Σπήλαιο, στὴ Βηθλεέμ. Στὸ σπήλαιο ποὺ πρὶν ἀπὸ περίπου 400 χρόνια εἶχε φιλοξενήσει τὸν νεογέννητο Χριστό μας. Ὁ ἀσκητὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν ἅγιο Ἱερώνυμο, ποὺ κατέγραψε καὶ τὰ ὅσα συνέβησαν ἐκεῖ. Ἐκείνη τὴ νύχτα ὁ Ὅσιος εἶχε  αφήσει τὸ ἀσκητήριο του, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ ἅγιο Σπήλαιο, καὶ εἶχε ἀποφασίσει νὰ τὴν περάσει ξάγρυπνος καὶ προσευχόμενος μπροστὰ στὴν ἁγία Φάτνη. Ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ: νὰ ἔλθει ὁ Ἴδιος στὴ γῆ, νὰ γίνει ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ τὰ νύχια τοῦ θανάτου! Ἀπόλυτη σιωπὴ ἐπικρατοῦσε μέσα στὴ νύχτα στὸν ἱερὸ χῶρο... Ξαφνικὰ ἀκούστηκε νὰ προφέρει τὸ ὄνομά του μιὰ γλυκιὰ φωνή: –Ἱερώνυμε! 

Ξαφνιάστηκε ὁ Ὅσιος... Κοίταξε παραξενεμένος γύρω του... Τίποτε... Δὲν ὑπῆρχε κανείς. 

 –Ἱερώνυμε! ξανακούστηκε ἡ φωνή... Ναί! Ἐρχόταν ἀπὸ τὴν ἁγία Φάτνη... καὶ ἔκανε τὴν καρδιά του νὰ τρέμει συγκλονισμένη. 

–Ἱερώνυμε, τί δῶρο θὰ μοῦ κάνεις ἀπόψε στὴ γιορτή μου; 

Ἦταν πράγματι ἡ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ξέσπασε σὲ λυγμοὺς ὁ Ἅγιος: 

–Ὦ Κύριε, τὸ ξέρεις ὅτι γιὰ Σένα τὰ ἄφησα ὅλα: τὸ παλάτι τοῦ αὐτοκράτορα, τὰ μεγαλεῖα τῆς Ρώμης, τὶς ἀνέσεις. Ἡ καρδιά μου, ἡ σκέψη μου, ὅλα σὲ Σένα εἶναι στραμμένα! Τί ἄλλο μπορῶ νὰ Σοῦ προσφέρω; Δὲν ἔχω τίποτε! 

–Καὶ ὅμως, Ἱερώνυμε, ἔχεις κάτι ἀκόμα ποὺ μπορεῖς καὶ πρέπει νὰ μοῦ τὸ προσφέρεις... Αὐτὸ θὰ μὲ εὐχαριστήσει πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ αὐτὸ θέλω... Ἔπεσε σὲ συλλογὴ ὁ Ὅσιος... Πέρασαν λίγα λεπτὰ καὶ μετὰ τόλμησε νὰ ψελλίσει:

 –Κύριε, δὲν βρίσκω κάτι... Πές μου, τί θὰ μποροῦσα ἀκόμη νὰ Σοῦ προσφέρω καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ σκεφτῶ; Μεσολάβησε μικρὸ διάστημα σιγῆς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ ξανακούστηκε:

 –Ἱερώνυμε, τὶς ἁμαρτίες σου θέλω. Δῶσε μου τὶς ἁμαρτίες σου! 

–Τὶς ἁμαρτίες μου; Τί νὰ τὶς κάνεις, Κύριε, τὶς ἁμαρτίες μου; 

–Θέλω τὶς ἁμαρτίες σου γιὰ νὰ σοῦ τὶς συγχωρήσω, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸ ἦρθα στὸν κόσμο, ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐπικράτησε βαθιὰ σιωπή. Συγκλονισμένος ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ἄφησε τὰ δάκρυά του, δάκρυα εὐγνωμοσύνης, νὰ πλημμυρίσουν τὸν ἱερὸ χῶρο ὅλη τὴ νύχτα. Ἄφησε καὶ σὲ μᾶς τὴν ἔμπρακτη παραγγελία νὰ μὴ λησμονοῦμε κάθε Χριστούγεννα τὸ ὡραιότερο δῶρο πρὸς τὸν Σωτήρα μας, τὴ μετάνοιά μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ καλύτερος ἑορτασμὸς τῆς μεγάλης ἑορτῆς.

ΟΣΩΤΗΡ2057

18 Δεκεμβρίου, 2024

Κυριακή Πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως

Αδελφοί, πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς. ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

Κυριακὴ πρὸ τῶν Χριστουγέννων σήμερα, καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ τιμήσουμε τὴ μνήμη «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων»· ὅλων ὅσοι εὐαρέστησαν στὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι καὶ τὸν Ἰωσὴφ τὸν μνήστορα τῆς Ὑπερ αγίας Θεοτόκου. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ προετοίμασαν τὸ δρόμο γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Λυτρωτῆ. Αὐτοὶ ποὺ ἔδειξαν ἀξιοθαύμαστη πίστη, ὅπως ἀναφέρει μὲ πλῆθος παραδειγμάτων τὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, καὶ μὲ τὴν πίστη τους αὐτὴ «ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν»· πέτυχαν τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός. Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς οἱ ἅγιοι αὐτοὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέχθηκαν τὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ καὶ τί καλούμαστε νὰ κάνουμε ἐμεῖς ποὺ τὴν πιὸ μεγάλη   ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ τὴν εἴδαμε πραγματοποιημένη! 

1. Οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ 

Ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔδειξαν πλήρη ἐμπιστοσύνη καὶ ἀταλάντευτη πίστη στὶς κατὰ καιροὺς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τοὺς ὑποσχόταν ὅτι θὰ στέκεται στὸ πλευρό τους μὲ ποικίλους τρόπους. Πράγματι ὁ Θεὸς τοὺς παρεῖχε προστασία ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς ποὺ τοὺς περικύκλωναν, τοὺς ἐνίσχυε μὲ ὑπομονὴ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίζουν τὶς διάφορες δυσκολίες καὶ συχνὰ τοὺς ἔσωζε ἀπὸ βέβαιο θάνατο. Ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατέχει ὁ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε πρωταθλητὴς πίστεως. Τί πίστη, στ’ ἀλήθεια, εἶχε ὁ ἔνδοξος αὐτὸς Πατριάρχης τοῦ Ἰσραήλ! Τοῦ εἶπε ὁ Θεός: «Φύγε ἀπὸ τὴν πατρίδα σου, ἄφησε ἐκεῖ τοὺς συγγενεῖς καὶ τὴν περιουσία σου καὶ πήγαινε ἐκεῖ ποὺ θὰ σοῦ δείξω». Πράγματι ὁ Ἀβραὰμ ἔκανε ὅ,τι ἀκριβῶς τοῦ ὑπέδειξε ὁ Θεός. Κι ἐκεῖ στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας δὲν ἔκτισε σπίτια ἀλλὰ ἔμεινε σὲ σκηνές, σὰν νὰ ἦταν ξένος καὶ περαστικός, διότι πιστεύοντας στὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ προσδοκοῦσε νὰ κληρονομήσει τὴν ἐπουράνια πόλη, τὴν αἰώνια καὶ μόνιμη πατρίδα ὅλων τῶν πιστῶν. Εἶναι ἐπίσης θαυμαστὸ ὅτι ὁ Ἀβραάμ, ποὺ μέχρι τὸ βαθὺ γῆρας ἦταν ἄτεκνος, πίστεψε στὴν ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ ὅτι θὰ γίνει γενάρχης κι ὅτι θὰ ἀποκτήσει ἀπογόνους περισσότερους κι ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ τὰ ἄστρα τ’ οὐρανοῦ. Πίστεψε! Καὶ μὲ τὴν πίστη του αὐτὴ πέτυχε νὰ δεῖ πραγματοποιημένη τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀπέκτησε γυιό, τὸν Ἰσαάκ, στὴ γεροντικὴ αὐτὴ ἡλικία. Τὸ ἀκόμη ὅμως θαυμαστότερο εἶναι ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει τὸν Ἰσαάκ, ἔσπευσε νὰ τὸ κάνει, παρ’ ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὸν εἶχε βεβαιώσει ὅτι ἀπὸ τὸν Ἰσαὰκ θὰ προερχόταν «ἔθνος μέγα». Καὶ θὰ τὸν εἶχε θυσιάσει, ἂν τὴν τελευταία στιγμὴ δὲν τὸν σταματοῦσε ὁ Θεός. Πίστευε ὅτι ὁ Θεὸς καὶ ἀπὸ τὶς πέτρες ἀκόμη μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει ἀπογόνους! Ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴν πίστη ποὺ ἔδειξαν εὐτύχησαν νὰ δοῦν πραγματοποιημένες ὅλες τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ. Ὅλες, ἐκτὸς ἀπὸ μία: τὴν πιὸ με γάλη ὑπόσχεση. Τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἔρθει κάποτε ὁ σπουδαιότερος ἀπόγονός τους, ὁ Μεσσίας, ὁ Λυτρωτὴς τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴν ὅμως τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ τὴ βλέπουμε πραγματοποιημένη ἐμεῖς. Τί λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ κάνουμε; 

2. Η ὑπόσχεση πραγματοποιήθηκε 

Αὐτὸ ποὺ οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ ἔζησαν μόνο ὡς ὅραμα καὶ προσδοκία, ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Δι αθήκης τὸ γνωρίζουμε ὡς γεγονὸς καὶ πραγματικότητα. Ὁ Λυτρωτὴς ἦλθε! Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεὸς στοὺς πρωτοπλάστους ἀμέσως μετὰ τὴν πτώση. Γεννήθηκε ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου γιὰ νὰ συντρίψει τὴν κεφαλὴ τοῦ νοητοῦ ὄφεως, δηλαδὴ τοῦ διαβόλου, καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴ σωτηρία. Τί ἀπομένει λοιπὸν σ’ ἐμᾶς; Νὰ δοξάσουμε τὸν ἅγιο Θεὸ καὶ νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε, διότι «ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Λουκ. α΄ 68)· ἐπισκέφθηκε τὸν λαό Του καὶ τὸν ἀπελευθέρωσε ἀπὸ τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους ἐχθρούς. Καὶ τὸ κυριότερο: νὰ προσοικειωθοῦμε – δηλαδὴ νὰ κάνουμε δική μας – τὴ σωτηρία ποὺ μᾶς προσέφερε ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής. Ἂς σκεφθοῦμε: Πόση χαρὰ θὰ ἔνιωθαν οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἂν ζοῦσαν στὶς μέρες μας! Θὰ πετοῦσαν, θὰ ἦταν γεμάτοι φωτιά! Θὰ ἀγαποῦσαν τὸν Χριστὸ μὲ ὅλη τους τὴ δύναμη. Θὰ μιλοῦσαν γι’ Αὐτὸν σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἐπιδίωκαν μὲ πάθος νὰ Τὸν γνωρίσει ὅλος ὁ κόσμος ὡς Λυτρωτή. 

❁ ❁ ❁ 

 Ἔφτασαν κι ἐφέτος τὰ Χριστούγεννα! Καὶ καλούμαστε νὰ τὰ ζήσουμε ὄχι ἁπλῶς ὡς μία ἀνάπαυλα τῆς καθημερινότητας ἀλλὰ ὡς προσωπική μας συνάντηση μὲ τὸν Σωτήρα Χριστό. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐκπληρώνονται ὅλοι οἱ πόθοι καὶ οἱ προσδοκίες τοῦ κόσμου γιὰ ἀλήθεια, ἀγάπη, εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη· γιὰ λύτρωση καὶ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Στὸν νεογέννητο Χριστὸ ἂς στηρίξουμε κι ἐμεῖς τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα μας!

ΟΣΩΤΗΡ2057

17 Δεκεμβρίου, 2024

ΑΛΗΘΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !

 Ισως φέτος ἡ πατρίδα μας ζήσει ἀληθινὰ Χριστούγεννα... Χρόνια τώρα, δεκαετίες, οἱ Νεοέλληνες περνούσαμε Χριστούγεννα ποὺ καμιὰ σχέση δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἔχουν μὲ τὴ Γέννα τοῦ Χριστοῦ. Ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν τακτικὴ τοῦ δυτικοῦ κόσμου, δεμένοι στὸ ἅρμα τῆς ὑλιστικῆς νοοτροπίας καὶ τοῦ ἀκατάσχετου εὐδαιμονισμοῦ, εἴχαμε καταστήσει τὴ μητρόπολη αὐτὴ τῶν ἑορτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας μας ἀφορμὴ ἀποθεώσεως τῆς ὕλης, τοῦ κοσμικοῦ καὶ σαρκικοῦ φρονήματος. «Καλὰ Χριστούγεννα» λέγαμε, καὶ στὴ συνείδησή μας τὸ «καλὰ» εἶχε συνδεθεῖ μὲ τὰ φῶτα, τὰ δῶρα, τὰ κεράσματα, τὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα, κι ἀκόμα μὲ τὰ ρεβεγιόν, τὰ πάρτι, τὰ σαλόνια, δηλαδὴ ὅλη τὴν ὑλοφροσύνη, τὴν κενοδοξία, τὴν ἐπιδειξιομανία, τὴ σαρκικότητα. Τί σχέση ὅμως μποροῦν νὰ ἔχουν αὐτὰ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ; Γιορτάζουμε τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ πῶς ὁ Χριστός, ὁ ἕνας τῆς Τριάδος, ὁ παντοκράτωρ Θεός, γεννήθηκε ἐπάνω στὴ γῆ; Μήπως μέσα σὲ ἀνάκτορα, σὲ πορφυρόστρωτες κλίνες, σὲ βασιλικὲς κάμαρες; Ἂς ἀφήσουμε τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὴ χρυσὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ μᾶς εἰσαγάγει στὸν περιβάλλοντα χῶρο, στὰ πρόσωπα καὶ τὶς συνθῆκες τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως: «Τί δὲ εἴπω, ἢ τί λαλήσω; Τέκτονα καὶ φάτνην ὁρῶ, καὶ βρέφος, καὶ σπάργανα, λοχὸν παρθένου τῶν χρειῶν ἔρημον, ὅλα πτωχείας ἐχόμενα, ὅλα πενίας γέμοντα». Ἕναν ξυλουργὸ βλέπω, καὶ μιὰ φάτνη γιὰ τὰ ζῶα, βρέφος καὶ σπάργανα, λεχώνα παρθένο χωρὶς νὰ ἔχει οὔτε τὰ ἀναγκαῖα· ὅλα γεμάτα ἀπὸ φτώχεια, ὅλα γεμάτα ἀπὸ ἀνέχεια .  Καὶ συνεχίζει ὁ ἱερὸς Πατήρ: «Εἶδες πλοῦτον ἐν πενίᾳ πολλῇ; πῶς πλούσιος ὢν δι’ ἡμᾶς ἐπτώχευσε; πῶς οὔτε κλίνην, οὔτε στρωμνὴν εἶχεν, ἀλλ’ ἐπὶ ξηρᾶς ἔρριπτο φάτνης;». Εἶδες πλοῦτο μέσα σὲ μεγάλη φτώχεια; πῶς, ἐνῶ ἦταν πλούσιος, ἔγινε γιὰ μᾶς φτωχός; Πῶς οὔτε κρεβάτι, οὔτε στρῶμα εἶχε, ἀλλὰ μέσα σὲ μιὰ ξερὴ φάτνη ἦταν τοποθετημένος; (ΕΠΕ 35, 484). Ἔτσι τὸ θέλησε ὁ ἐνανθρωπήσας Θεὸς νὰ ἔρθει στὴ γῆ μας, νὰ γίνει ὅμοιος μὲ μᾶς καὶ νὰ μᾶς ἀναστραφεῖ: μὲ τὴ φτώχεια. Μιὰ φτώχεια ὅμως ποὺ κρύβει μέσα της ἀναφαίρετο πλοῦτο. Μυστήριο αὐτό, τὸ ὁποῖο ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος ἐκθέτει σὲ δύο γραμμὲς στὴν Ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Κορινθίους: Γνωρίζετε, τοὺς λέει, τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν εὐεργεσία ποὺ σᾶς ἔκανε, «ὅτι δι’ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε» (Β΄ Κορ. η΄ 9). Ἔγινε φτωχὸς γιὰ σᾶς, γιὰ μᾶς, γιὰ ὅλους μας, ἐνῶ ἦταν πλούσιος λόγῳ τοῦ ἀπείρου μεγαλείου τῆς θεότητός Του. Καὶ φόρεσε λοιπὸν τὴ φτωχὴ ἀνθρώπινη φύση ὁ Θεός, ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνετε ἐσεῖς, νὰ γίνουμε ὅλοι ἐμεῖς, πλούσιοι, θεοὶ κατὰ χάριν, μὲ τὴν πτωχεία Ἐκείνου. Αὐτὴ ὑπῆρξε ἡ ἐσχάτη πτωχεία τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ: τὸ ὅτι «ἐκένωσε» τὸν ἑαυτό Του, τὸ ἀπερινόητο θεϊκό Του μεγαλεῖο, καὶ «ἔλαβε δούλου (=ἀνθρώπου) μορφήν» (Φιλιπ. β΄ 7). Καὶ ὄχι μόνο στὴ θεία Του Γέννηση ἐπέλεξε τὴν ἐσχάτη πενία, καθὼς ἀνακλίθηκε ὁ Δεσπότης τοῦ παντὸς μέσα σὲ σταῦλο καὶ φάτνη ἀλόγων ζώων, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλη τὴν ἐπὶ γῆς βιοτή Του, κατὰ τὴν ὁποία οὔτε προσκέφαλο ὡς περιουσία Του δὲν διέθετε. Ἀκριβῶς ὅμως μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ φτώχεια μᾶς χορήγησε τὸν πλοῦτο τῆς θεότητός Του. Γιατὶ πῶς ἀλλιῶς ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ γίνουμε «κοινωνοὶ θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρ. α΄ 4) καὶ δόξης, ἂν Αὐτὸς δὲν συνέστελλε τὸ θεϊκό Του μεγαλεῖο, δὲν σμίκρυνε τὸν ἑαυτό Του ὥστε νὰ γίνει σὰν κι ἐμᾶς, προκειμένου νὰ μᾶς ἑνώσει μαζί Του; Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μυστήριο τοῦ πλουτισμοῦ μας μέσα ἀπὸ τὴν πτωχεία τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἔγινε μιὰ μόνο φορά. Ἐπαναλαμβάνεται κάθε φορὰ ποὺ κι ἐμεῖς μιμούμαστε τὴν πολιτεία Του αὐτὴ ποὺ ἦρθε νὰ μᾶς διδάξει. Ὅταν δηλαδὴ κι ἐμεῖς πτωχεύουμε κατὰ Θεόν, κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά Του, τότε πλουτίζουμε ἀναφαίρετο πλοῦτο. Πτωχεύουμε ἐνδεχομένως στὰ ὑλικά μας ἀγαθά, τὰ μοιράζουμε στοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, πλουτίζουμε ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὄχι μόνον αὐτὰ ἀναπληρώνει ὥστε νὰ μὴ μᾶς λείπει τί ποτε, ἀλλὰ καὶ μὲ πνευματικὰ χαρίσματα μᾶς πλημμυρίζει: μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, τὴ χαρὰ τῆς μεταδοτικότητος, τὴ φιλαλληλία, τὴν καταδεκτικότητα, τὴν ὑπομονή, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν πίστη καὶ ἐλπίδα στὸν πανάγαθο Κύριο γιὰ τὰ πάντα στὴ ζωή μας. Καὶ ἡ ἐλπίδα αὐτὴ δὲν προδίδει ποτὲ αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει, γιατὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χύνεται σὰν κρουνὸς μέσα στὴν καρδιά του καὶ τὴν κατακλύζει μὲ ὅλες τὶς χάριτες καὶ τὰ ἐλέη Του (βλ. Ρωμ. ε΄ 5). Νά γιατί ἴσως φέτος ἡ πατρίδα μας θὰ ζήσει ἀληθινὰ Χριστούγεννα. Γιατὶ οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες τῆς ὑλικῆς φτώχειας ὑπάρχουν ὅπως καὶ τότε, στὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Μένει νὰ πληρωθοῦν καὶ οἱ ἐσωτερικὲς συνθῆκες στὴν καρδιὰ τοῦ καθενός μας, μὲ τὴν ὁλοκάρδια ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς πλουτοποιοῦ πτωχείας τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ.

ΟΣΩΤΗΡ2057

https://www.osotir.org/2012/12/14/2057-15-12-2012/