Ποιοί είμαστε

Τηλ: 210-5239995, 210-5231612, e-mail: p.kyriakoulias@oiye.gr
Η Αυτόνομη Παρέμβαση Ιδιωτικών Υπαλλήλων είναι η ταξική,ριζοσπαστική, ανεξάρτητη, αυτόνομη και μαχητική συνιστώσα των εργαζομένων που δρα στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΙΥΕ) και συμμετέχει στη συνδικαλιστική παράταξη Μαχητική Εργατοϋπαλληλική Ταξική Ανατροπή (Μ.Ε.Τ.Α.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Ο ΝΕΟΣ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ*
 
Ύστερα από 4 μήνες πυρετώδους εσωτερικής διαπραγμάτευσης και μονομερών συμβιβασμών με την τρόϊκα, το κατεπείγον πολυνομοσχέδιο περιείχε σε ένα μόνο άρθρο πολλές και ανατρεπτικές ρυθμίσεις για τις τρεις πτυχές του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα : τις εργασιακές σχέσεις, το δημόσιο τομέα και την κοινωνική ασφάλιση. Για να προλάβουμε το σωτήριο Eurogroup που θα μας έδινε τη δόση του Ιουνίου, είχε κανείς 15 ολόκληρες ώρες για να διαβάσει περίπου 700 σελίδες, πριν αρχίσει η επεισοδιακή συζήτηση στη Βουλή.

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε ψύχραιμα τα περισσότερα ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης που προκύπτουν από το πολυνομοσχέδιο.


Οι περικοπές συντάξεων και εφάπαξ
Η συγκυβέρνηση, συνεπής με τις επιλογές των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου, αφιερώνει τη μερίδα του λέοντος των θυσιών στους συνταξιούχους με περικοπές ύψους 4,7 δισ. ευρώ για το 2012.

Από αυτές, η περικοπή των δώρων εορτών, Πάσχα και επιδόματος αδείας είναι η πιο σημαντική δημοσιονομικά και κοινωνικά. Δεν είναι μόνο τα 800 ευρώ που χάνονται από τους συνταξιούχους άνω των 60 ετών αλλά είναι και η 13η και 14η επικουρική σύνταξη που καταργείται ταυτόχρονα. Συγκεκριμένα, καταργούνται από 1.1.2013 για τους συνταξιούχους του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, του ΟΓΑ, του ΝΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος τα δώρα για την κύρια και για την επικουρική σύνταξη με βασικό κριτήριο τη δημοσιονομική απόδοση 2,5 δισ. ευρώ για το 2012.

Παράλληλα, έρχονται κλιμακωτές μειώσεις στις συντάξεις όπως αυτές έχουν μείνει ύστερα από τις προηγούμενες περικοπές. Για τους συνταξιούχους του δημόσιου τομέα στο άθροισμα των συνολικών μικτών συνταξιοδοτικών αποδοχών ορίζονται τρεις εισοδηματικές κλίμακες 1000-1500 ευρώ, 1500 έως 2000 ευρώ και 2000 ευρώ και άνω στις οποίες γίνονται αντίστοιχα κλιμακωτές μειώσεις 5%, 10% και 15%. Για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα στο άθροισμα των συνολικών μικτών συνταξιοδοτικών αποδοχών ορίζονται τέσσερις εισοδηματικές κλίμακες 1000-1500 ευρώ, 1500 έως 2000 ευρώ, 2000 έως 3000 ευρώ και 3000 ευρώ και άνω στις οποίες γίνονται αντίστοιχα κλιμακωτές μειώσεις 5%, 10%, 15% και 20%. Από τις μειώσεις αυτές εξαιρούνται οι ανάπηροι με ποσοστό 80% και άνω, οι πολεμικές συντάξεις και συντάξεις παθόντων εν τη υπηρεσία, στους συνταξιούχους τυφλούς και παραπληγικούς.

Συμπληρωματικά, στις περικοπές των δώρων σε χαμηλοσυνταξιούχους στο πολυνομοσχέδιο προβλέπεται ο περιορισμός του ΕΚΑΣ από το 2014 στους συνταξιούχους κάτω των 65 ετών. Από τον ηλικιακό περιορισμό του ΕΚΑΣ εξαιρούνται οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας καθώς και για τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους.

To “πακέτο” των περικοπών στις συντάξεις συμπληρώνει η πρώτη φάση περικοπών στα εφάπαξ. Από το σύνολο των παρεμβάσεων στα εφάπαξ αναμένεται να συγκεντρωθούν 247 εκατομμύρια ευρώ. Για την πλειοψηφία των φορέων οι μειώσεις είναι 20% με 35%, ενώ φτάνουν μέχρι και 83%.
Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρησαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται αναδρομικά. Τέλος, ορίζεται ότι θα σχεδιαστεί η θέσπιση νέου τρόπου υπολογισμού των εφάπαξ παροχών σε όλους τους φορείς πρόνοιας, από 1.1.2014. Επομένως, πρόκειται για την πρώτη φάση περικοπών στα εφάπαξ και η δεύτερη θα θεσπιστεί εντός του 2013 για να ισχύσει από 1.1.2014.

Εκτός από το εφάπαξ, θεσμοθετήθηκε πλαφόν στα 720 ευρώ και περιορισμοί για τις συντάξεις αγάμων θυγατέρων. Η καταβολή της σύνταξης των άγαμων ή διαζευγμένων θυγατέρων αναστέλλεται, εάν έχουν και άλλα εισοδήματα, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξή τους, τα οποία υπερβαίνουν τα 8640€ ετησίως. Εάν τα εισοδήματά της σύνταξης είναι μικρότερα του ανωτέρω ετήσιου ποσού αλλά με συνυπολογισμό και του ποσού της κύριας σύνταξης το υπερβαίνουν, η κύρια σύνταξη των 720€ μειώνεται κατά το υπερβάλλον ποσό. Η αναπροσαρμογή αυτή δεν εφαρμόζεται, άτομα που είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν.

Από 1.1.2013, τέλος, η προνοιακή σύνταξη ανασφάλιστων υπερηλίκων περιοιρίζεται με τις εξής σωρευτικές προϋποθέσεις: Είναι στο 67ο έτος, δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευταία 20 έτη πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση και εξακολουθούν να διαμένουν κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής τους και το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 4320 ευρώ ή, στην περίπτωση εγγάμων, τα 8.640 ευρώ.
Εκκρεμείς αιτήσεις καθώς και αιτήσεις που υποβάλλονται μέχρι 31.12.2012 κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πλην του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος.
Με το εισοδηματικό κριτήριο της παρούσας ρύθμισης και το κριτήριο για το δικαίωμα άλλης σύνταξης, επανακρίνονται από 1.1.2013 και όσοι έχουν ήδη καταστεί συνταξιούχοι. Οι περικοπές ανέρχονται σε 50 εκ. ευρώ.


Αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης

Στον τομέα των συντάξεων, δεύτερος βασικός άξονας των δυσβάστακτων αλλαγών του πρόσφατου πολυνομοσχεδίου είναι η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 έτη καθ'υπέρβαση ακόμα και των προβλέψεων των Ν.3863/2010 που προέβλεπαν αύξηση των ορίων ηλικίας από το 2021. Η αύξηση γίνεται χωρίς μεταβατικές διατάξεις και συμπαρασύρει και τα ενδιάμεσα όρια ηλικίας, ώστε για πολλούς συνταξιούχους η αύξηση να είναι πάνω από 2 χρόνια.

Οι ασφαλισμένοι που έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι το τέλος του 2012, μπορούν να συνταξιοδοτηθούν οποτεδήποτε με τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και ορίου ηλικίας, ακόμα και μετά την 1.1.1993.

Επίσης, δεν επηρεάζονται από την αύξηση των ορίων ηλικίας αυτοί που έχουν 25 έτη ασφάλισης στο δημόσιο και ευρύτερο δημοσιο τομέα έως το τέλος 2012, οι ασφαλισμένοι πριν το 1983 που δικαιούνται σύνταξη σε 35ετία χωρίς όριο ηλικίας και μητέρες ανηλίκων με 5500 ένσημα στο ΙΚΑ ή με 25 έτη υπηρεσίας στο δημόσιο έως το τέλος 2012.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι από 01/01/2013 και χωρίς μεταβατικές περιόδους δικαιούνται πλήρη σύνταξη είτε στα 67 με 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, είτε στα 62 με 40 έτη πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι από 01/01/2013 δικαιούνται μειωμένη σύνταξη στα 62 έτη χωρίς μεταβατικές περιόδους. Οι υπάλληλοι των ΟΤΑ που απασχολούνται αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο σε BAE από τα 53 έτη για τις γυναίκες και στα 58 έτη για τους άνδρες από 1.1.2013 τα όρια ηλικίας για άνδρες και γυναίκες αυξάνονται χωρίς μεταβατικές διατάξεις στα 60 έτη για άνδρες και γυναίκες. Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι από 1.1.2013 παίρνουν τη σύνταξη από τα 60 έτη.

Οι πριν από το 1983 ασφαλισμένοι του ιδιωτικού τομέα συνταξιοδοτούνται με 35ετία από τα 58 στα 60 έτη, οι πριν από το 1983 ασφαλισμένοι στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ συνταξιοδοτούνται με 35ετία από τα 60 στα 62, και για τις γυναίκες η 15ετία από τα 60 αυξάνεται στα 62 έτη.
Οι μετά το 1983 ασφαλισμένοι του ιδιωτικού τομέα συνταξιοδοτούνται με 35ετία στα 60, και για τους ελεύθερους επαγγελματίες η 35ετία στα 60 αυξάνεται στα 62.
Για τις μητέρες ανηλίκων με 5.500 ημέρες ασφάλισης για μειωμένη σύνταξη το όριο ηλικίας από τα 55 έτη το 2012 αυξάνεται στα 57 και για πλήρη από τα 60 έτη στα 62.
Για τον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα η 35ετία από τα 58 έτη αυξάνεται στα 60 και για τις μητέρες ανηλίκων με 25ετία το όριο ηλικίας από τα 55 αυξάνεται στα 57.
Για τους “νέους” ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα μετά το 1993 το 60ό έτος για μειωμένη σύνταξη αυξάνεται στο 62ο και από τα 65 με 15ετία αυξάνεται στα 67.
Για τους ασφαλισμένους στα ΒΑΕ αυξάνεται απο το 2013 το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης απο τα 60 στα 62 έτη.

Η κατάργηση των ειδικών επιδομάτων ανεργίας


Σε συνθήκες κράχ ανεργίας στην αγορά εργασίας, ορίστηκε η κατάργηση ειδικών εποχιακών επιδομάτων ανεργίας (επαγγέλματα του οικοδόμου, λατόμου, αγγειοπλάστη, δασεργάτη, καπνεργάτη, μουσικού μέλους του οικείου επαγγελματικού σωματείου, υποδηματεργάτη, μισθωτού ναυπηγοεπισκευαστικης ζώνης, χειριστή εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.α. μηχανημάτων, ηθοποιού, τεχνικού κινηματογράφου και τηλεόρασης, χείριστη και βοηθού χείριστη κινηματογράφου, μισθωτού τουριστικού και επισιτιστικού κλάδου και  άλλων) και η κατάργηση ειδικών επιδομάτων ανεργίας απολυμένων λόγω συγχώνευσης, συνένωσης, μεταφοράς επιχειρήσεων.
Από 1.1.2013 αυτοί ασφαλίζονται με τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις

Ταυτόχρονα, προβλέπεται επιδότηση μακροχρονίως ανέργων για τους ανέργους οι οποίοι έχουν εξαντλήσει το δικαίωμα τακτικής επιδότησης εφόσον το εισόδημά τους δεν ξεπερνά τις 10.000 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 586,08 ευρώ για κάθε ανήλικο τέκνο της οικογένειας.
Το ύψος του μηνιαίου επιδόματος μακροχρονίως ανέργου δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 200 ευρώ και καταβάλλεται για όσο χρονικό διάστημα οι δικαιούχοι παραμένουν άνεργοι και όχι πέραν των δώδεκα μηνών. Τα όρια ηλικίας των δικαιούχων ορίζονται από 20 ετών μέχρι 60.

Μια πρώτη αποτίμηση

Η εφαρμογή των προβλέψεων του πολυνομοσχεδίου, του νέου Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου και του κρατικού προϋπολογισμού αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κυβερνητικό σχέδιο για διάσωση, ούτε για αναμόρφωση ή προσαρμογή της κοινωνικής ασφάλισης στην περίοδο κρίσης. Το δημόσιο και αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δεν είναι στα σχέδια της συγκυβέρνησης που επιλέγει μέτρα δίχως αύριο και επιταχύνει συνειδητά την ταυτόχρονη κατάρρευση των παροχών και των εσόδων του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μέτρα περιλαμβάνεται η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων (με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, την αύξηση της βάσης υπολογισμού εισφορών των “παλαιών” ασφαλισμένων αλλά και την αύξηση των εισφορών υγείας στον ΟΓΑ) την ίδια στιγμή που καταργούνται οι ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών του ΟΕΚ και ΟΕΕ. Και ενώ η κρατική χρηματοδότηση δεν αρκεί για τις ανάγκες των ασφαλιστικών ταμείων το 2012, ο κρατικός προϋπολογισμός προβλέπει ακόμα περισσότερη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και εξαγγέλλει συνολική μείωση 5% των εργοδοτικών εισφορών.

Γίνεται πια ολοένα και πιο φανερό ότι όσο οι εικονικές προβλέψεις των υπό κατάρρευση εσόδων αντιγράφονται από προϋπολογισμό σε προϋπολογισμό, όσο η εύκολη λύση είναι οι δραστικές μειώσεις κοινωνικών δαπανών, η προσπάθεια της συγκυβέρνησης να μας ξαναβάλλει στον “ενάρετο κύκλο της δημοσιονομικής σταθερότητας” στην πράξη θα μας οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο περικοπών και εξάπλωσης της φτώχειας.
Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΑΡΘΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ

του ΓΙΑΝΝΗ ΔΟΥΚΑ*
 
Η κυβέρνηση κατέθεσε τελικά στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο του «ενός άρθρου» που για να γραφτεί χρειάστηκε 200 και πλέον σελίδες. Το πολυνομοσχέδιο που περιέχει διατάξεις τις οποίες το ελεγκτικό συνέδριο έκρινε αντισυνταγματικές. Και παρά ταύτα έρχονται στη Βουλή με τη σύμφωνη γνώμη ενός καθηγητή του Συνταγματικού δικαίου του κ. Βενιζέλου και ενός από τους πιο γνωστούς νομικούς του κ. Κουβέλη.
 
Το άρθρο αυτό επιχειρεί μια πρώτη προσέγγιση στα πιο σημαντικά σημεία των «παραγράφων» του νομοσχεδίου που αφορούν στο ασφαλιστικό σύστημα. Τα δύο τελευταία χρόνια τα κόμματα και οι κυβερνήσεις του μνημονίου έκαναν αλυσιδωτές και συνεχείς επιθέσεις στα ασφαλιστικά μας δικαιώματα. Οι επιθέσεις αυτές έπιασαν όλο το φάσμα του ασφαλιστικού συστήματος (κύρια σύνταξη, επικουρική σύνταξη, εφ’ άπαξ και υγεία).


Με τον τελευταίο ασφαλιστικό νόμο 3863/2010 μπήκαν οι βάσεις για τη σταδιακή αποχώρηση του κράτους από τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού, για τη μετάλλαξή του από δημόσιο καθολικό και αναδιανεμητικό σε ατομικό – κεφαλαιοποιητικό και μπήκε στη ζωή μας το σύστημα των τριών πυλώνων (βασική σύνταξη, ανταποδοτική σύνταξη και ιδιωτική ασφάλιση). Ο νόμος αυτός έφερε την αύξηση των απαιτούμενων χρόνων υπηρεσίας, την αύξηση των ορίων ηλικίας, τη μείωση του συντάξιμου μισθού και τη μείωση των συντάξεων. Παράλληλα με άλλα νομοθετήματα είχαμε και άλλες απανωτές μειώσεις στις καταβαλλόμενες συντάξεις. Οι μειώσεις αυτές έγιναν με την κατάργηση των δώρων και του επιδόματος άδειας την αντικατάστασή τους με μικρά επιδόματα κι’ αυτά όχι για όλους, τη μείωση της ανώτερης σύνταξης και τη συμπίεση των καταβαλλόμενων συντάξεων προς τα κάτω με απανωτές και διαρκώς αυξανόμενες ειδικές εισφορές επί των καταβαλλόμενων συντάξεων.
 
Το νέο νομοθετικό τερατούργημα της τρικομματικής κυβέρνησης έχει τριπλή αρνητική επίδραση στο ασφαλιστικό σύστημα. Η πρώτη αφορά την αύξηση των ορίων ηλικίας, η δεύτερη τη μείωση των συντάξεων και των παροχών εφ’ άπαξ και η τρίτη την αύξηση του ηλικιακού ορίου αυτών που δικαιούνται το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ).

Όρια ηλικίας
Αυξάνονται από 1/1/2013 τα γενικά όρια ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67. Αυξάνονται επίσης κατά δύο έτη όλα τα ισχύοντα την 31/12/2012 όρια ηλικίας συνταξιοδότησης όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και της Τράπεζας της Ελλάδος πλην του ΝΑΤ.
Η μεταβατική περίοδος για χρόνια υπηρεσίας και όρια ηλικίας που προβλεπόταν για πολλές κατηγορίες να ισχύσει μετά την 1/1/2015 θα εφαρμοστεί από 1/1/2013. Εξαιρούνται των παραπάνω ρυθμίσεων οι μητέρες και οι χήροι πατέρες ανίκανων παιδιών και όσοι δημόσιοι υπάλληλοι εντάχθηκαν σε καθεστώς μισθωτής εφεδρείας. Προβλέπεται επίσης ότι όσοι έχουν κατοχυρώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης την 31/12/12 μπορούν να συνταξιοδοτηθούν με τις προϋποθέσεις του ορίου ηλικίας και του χρόνου ασφάλισης που κατά περίπτωση κατοχυρώνουν.
Καταργείται και για τους ασφαλισμένους του δημοσίου η ρύθμιση που προέβλεπε συνταξιοδότηση σε περίπτωση απόλυσης χωρίς υπαιτιότητα του μισθωτού.
Η σύνταξη των ανασφάλιστων υπερηλίκων που προβλεπόταν στα 65 έτη πηγαίνει στα 67 και η προβλεπόμενη 15ετής παραμονή στη χώρα για να τη δικαιούται κάποιος γίνεται 20ετής.

Μείωση συντάξεων
Καταργούνται τελείως ακόμη και τα μικρά επιδόματα που έπαιρνε ένα μέρος των συνταξιούχων σαν επίδομα άδειας και δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα.
Μειώνονται κατά 5, 10 και 15% οι συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.000, 1.500 και 2.000 € αντίστοιχα. Τα αναφερόμενα ποσά είναι το αθροιστικό ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης μετά τις μειώσεις που έχουν φέρει προηγούμενοι νόμοι.
Μειώνονται με διάφορα ποσοστά τα εφ’ άπαξ βοηθήματα που χορηγούν πολλά ταμεία και κλάδοι πρόνοιας όπως το Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, ο κλάδος πρόνοιας της ΔΕΗ, πολλοί τομείς του Ταμείου Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα και άλλα. Τόσο για τα παραπάνω όσο και για όλα τα άλλα ταμεία ή κλάδους που χορηγούν εφ’ άπαξ, π.χ. πρώην Ταμείο Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ θα εκδοθεί Υπουργική απόφαση μέχρι το τέλος του 2012 η οποία θα ρυθμίζει το πώς θα καθορίζονται οι παροχές.
Θεσπίζεται νέο ανώτατο όριο 720 € στη σύνταξη την οποία έπαιρναν άγαμες θυγατέρες θανόντων και τίθενται εισοδηματικά κριτήρια για τη χορήγησή τους.

ΕΚΑΣ
Το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ) από 1/1/2014 θα χορηγείται πλέον στους συνταξιούχους που είναι και 64 ετών αντί 60 που ίσχυε μέχρι σήμερα.
Εν κατακλείδι το ασφαλιστικό σύστημα μπαίνει ξανά στο φαύλο κύκλο της αύξησης των ορίων ηλικίας, των συνεχιζόμενων μειώσεων και περικοπών συντάξεων και κοινωνικών παροχών. Οι ίδιες πολιτικές εφαρμόζονται δύο και πλέον χρόνια και τα προβλήματα αντί να λυθούν μεγεθύνονται. Οι πολιτικές αυτές σε συνδυασμό με τις κεντρικές πολιτικές επιλογές είχαν σαν αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη ύφεση, την αύξηση της ανεργίας, την αύξηση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση των εισφορών και εν τέλει τη μείωση των εσόδων και τη διόγκωση των οικονομικών προβλημάτων.
Οι πολιτικές αυτές δεν τροποποιούνται
Οι πολιτικές αυτές ανατρέπονται

*μέλος της Ε.Ε. της ΟΜΕ – ΟΤΕ
Tρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Για την ανάγκη ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος στις νέες συνθήκες.

Του Παναγιώτη Κυριακούλια

Τα συνδικάτα στην εποχή του Μνημονίου

Η εφαρμογή των αλλεπάλληλων Μνημονίων κατά τα τελευταία τρία χρόνια, πέραν των πρωτόγνωρων ανατροπών που έχει επιφέρει στις ατομικές εργασιακές σχέσεις και τα εργασιακά δικαιώματα, έχει προκαλέσει επιπρόσθετα και τεκτονικές αλλαγές στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων / συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από το 1990 (Ν. 1876/90).
Οι ανατροπές αυτές, θέτουν ήδη και μάλιστα με τρόπο εξαιρετικά επιτακτικό και επείγοντα, κυριολεκτικά υπαρξιακό ζήτημα για τα συνδικάτα, τόσο για την επιβίωση όσο και για τη συνέχιση της λειτουργίας τους, τουλάχιστον με τη σημερινή τους οργανωτική δομή.

Η δυνατότητα του συνδικαλιστικού κινήματος να παρεμβαίνει (μέσω του προϋπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου των συλλογικών συμβάσεων), και να συνδιαμορφώνει ουσιαστικά τους μισθούς και τις εργασιακές σχέσεις τόσο σε εθνικό επίπεδο (ΕΓΣΣΕ), όσο και σε κλαδικό επίπεδο (κλαδικές ΣΣΕ), εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό ένα ελάχιστο επίπεδο αμοιβών και όρων εργασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, καταργείται από την εφαρμογή των αλλεπάλληλων Μνημονίων και μάλιστα με τρόπο βίαιο και απότομο.

Η δυνατότητα αυτή, προσέδιδε κατά το παρελθόν στο σ.κ., έναν ιδιαίτερα σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό ρόλο, παρά τα εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά συμμετοχής των εργαζομένων στα συνδικάτα (χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα), ιδίως στον ιδιωτικό τομέα.

Ο ρόλος αυτός παύει ουσιαστικά να υφίσταται.
Με τα δύο πρώτα Μνημόνια, επήλθε η κατάργηση των βασικών εργαλείων παρέμβασης των συνδικάτων στη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων, ενώ έπονται και νέες παρεμβάσεις στον τρόπο καθορισμού του κατώτατου εθνικού μισθού με την απόδοση της σχετικής αρμοδιότητας στην εκάστοτε κυβέρνηση και με τις κορυφαίες οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων να αποκτούν ρόλο «συμβουλευτικού κομπάρσου»

Τα θεμελιώδη «θεσμικά» εργαλεία των συνδικάτων που ήδη καταργήθηκαν με σειρά μνημονιακών νόμων, είναι:
α) η εφαρμογή της αρχής της ευνοϊκότερης συλλογικής ρύθμισης για τον εργαζόμενο σε περίπτωση συρροής περισσότερων της μιας ΣΣΕ, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα οι ελάχιστοι μισθοί και οι όροι εργασίας να διαμορφώνονται με τη μορφή μιας προστατευτικής πυραμίδας: στη βάση η ΕΓΣΣΕ για όσους δεν καλύπτονταν από καμία ΣΣΕ, στη μέση οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και στην κορυφή οι ευνοϊκότερες επιχειρησιακές ΣΣΕ,
β) το υψηλό ποσοστό κάλυψης και προστασίας των εργαζομένων μέσω των ΣΣΕ, το οποίο κατοχυρωνόταν μέσα από το μηχανισμό της επέκτασης των ΣΣΕ και της κήρυξής τους ως γενικά υποχρεωτικών με Υπουργική Απόφαση για το σύνολο των εργοδοτών, γεγονός που επιπρόσθετα προσέδιδε αυξημένο και ζωτικό ρόλο ύπαρξης στα κλαδικά σωματεία και στις κλαδικές ομοσπονδίες, ενώ ταυτόχρονα διασφάλιζε την αποφυγή μισθολογικού ντάμπιγκ σε μεγάλο βαθμό
γ) η δυνατότητα μέσω της μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία και έκδοσης Διαιτητικής Απόφασης, ώστε «στο τέλος της ημέρας» να υπάρχει συλλογική ρύθμιση και βασικός μισθός για τον κλάδο και εν συνεχεία με τον τρόπο αυτό να υφίσταται και να εφαρμόζεται μια ελάχιστη συλλογική μισθολογική και εργασιακή προστασία για το σύνολο σχεδόν των μισθωτών στη χώρα μας. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι ο θεσμός της Διαιτησίας του Ν. 1876/90 καθόλη την 20ετή λειτουργία του (με στοιχεία και του ίδιου του ΟΜΕΔ), λειτούργησε κατά κανόνα ως εξισορροπητικός παράγοντας για την προστασία των πλέον «αδύναμων» εργαζομένων σε επιμέρους κλάδους του ιδιωτικού τομέα και στις μικρές επιχειρήσεις χωρίς δυνατότητα συγκρότησης συνδικαλιστικής οργάνωσης και έκφρασης μέσα στους χώρους εργασίας
δ) η δυνατότητα του συνδικαλιστικού κινήματος να διαθέτει τους ελάχιστους απαραίτητους οικονομικούς πόρους μέσω της εισφοράς της Εργατικής Εστίας και έτσι να υφίσταται οργανωτικά, ώστε να επιτελεί βασικές λειτουργίες και δράσεις.
Με την κατάργηση όλων των παραπάνω «εργαλείων» είναι σήμερα ορατός ο κίνδυνος κατάρρευσης κυριολεκτικά των συνδικαλιστικών οργανώσεων και ιδίως των κλαδικών συνδικάτων λόγω απουσίας ρόλου, αντικειμένου, αλλά και οικονομικής αδυναμίας για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.
Η παρατήρηση αυτή αφορά και τη ΓΣΕΕ, όπου με την κατάργηση της ΕΓΣΣΕ αφαιρείται η κορυφαία λειτουργία της στη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας καθώς και ο πολιτικοκοινωνικός της ρόλος.
Η τυχόν «αποστέωση» όμως του συνδικαλιστικού κινήματος από το θεσμικό του ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, θέτει και μεγάλα ερωτηματικά και ως προς την επιτέλεση βασικών λειτουργιών, ακόμα και αυτού του αστικού δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως ιστορικά διαμορφώθηκε μέσα και από τους εργατικούς κοινωνικούς αγώνες.

Οι χρόνιες παθογένειες του συνδικαλιστικού κινήματος
Σε σχέση με τις παραπάνω εξελίξεις, έρχονται πλέον στο προσκήνιο ταυτόχρονα και με δραματικό τρόπο, όλες οι χρόνιες οργανωτικές και άλλες παθογένειες του συνδικαλιστικού κινήματος, με αποτέλεσμα και σε συνδυασμό με τις σημερινές συνθήκες του Μνημονίου, της βαθιάς ύφεσης, τα δραματικά ποσοστά ανεργίας (εφεδρικός στρατός), την κατάργηση των ΣΣΕ και την οικονομική κατάσταση των συνδικάτων που περιγράφηκε πιο πάνω, να διαμορφώνουν ένα ζοφερό σκηνικό για το παρόν και το μέλλον των συνδικάτων.

Οι παθογένειες αυτές, τις οποίες επί χρόνια αναδεικνύουμε, είναι συνοπτικά:
α) ο οργανωτικός κατακερματισμός σε πολυάριθμα μικροσκοπικά πρωτοβάθμια σωματεία, εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες, ως αποτέλεσμα της οργανωτικής δομής που επέβαλε Ν. 1264/82
β) η έντονη παραταξιοποίηση – κομματικοποίηση των συνδικάτων σε όλα τα επίπεδα, με αποτέλεσμα αυτά να χάνουν τον πρωταρχικό τους προσανατολισμό, την αυθεντική δηλαδή υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων σε ταξική και αλληλέγγυα βάση και με κριτήριο την ενότητα των συμφερόντων της εργατικής τάξης και όχι με κριτήριο τις κομματικές στοχεύσεις
γ) ο έντονα συντεχνιακός ή / και πελατειακός τους χαρακτήρας, ο οποίος πολλές φορές αποτυπώνεται και στις διεκδικήσεις τους. Στην κατεύθυνση αυτή λειτουργεί ενισχυτικά η οργανωτική κυριάρχηση των ΔΕΚΟ εντός της ΓΣΕΕ, η οργάνωση με βάση το επάγγελμα σε πολλές κατηγορίες μισθωτών, η οποία κατά κανόνα παρέχει αυξημένες δυνατότητες διεκδίκησης στενών επαγγελματικών συμφερόντων καθώς και η προϊούσα αδυναμία του σ.κ. να οργανώσει και να εκπροσωπήσει τους πλέον αδύναμους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα με αποτέλεσμα το ποσοστό συνδικαλισμού να είναι από χαμηλότατο έως ανύπαρκτο
δ) η μετάλλαξή τους σε γραφειοκρατικά μορφώματα και όχι σε ζωντανά κύτταρα, όπου η πραγματική συμμετοχή και η δημοκρατική λειτουργία να αποτελούν κίνητρο για την οργάνωση και τη συμμετοχή των εργαζομένων
ε) η ενσωμάτωση του σ.κ. στο σύστημα και ο ισχυρός εναγκαλισμός του με την εξουσία (κυβερνητική, κομματική, εργοδοτική), μέσω της απόλυτης σχεδόν υιοθέτησης του «κοινωνικού εταιρισμού» αλλά και της «συνδιαχείρισης» θεσμών και οργανισμών κοινωνικής πολιτικής, γεγονός που αποτελεί το υπόβαθρο πελατειακών εξυπηρετήσεων ακόμα όμως και για την ύπαρξη φαινομένων διαφοράς και προσωπικών απολαβών.
στ) η χρόνια οικονομική τους εξάρτηση από το κράτος αλλά όχι μόνο από αυτό, καθώς τα τελευταία χρόνια τα συνδικάτα «μπήκαν χοντρά στο παιγνίδι» των κοινοτικών προγραμμάτων και «απορρόφησης» κονδυλίων στο πλαίσιο των «κοινωνικών εταίρων» (ιδίως σε επίπεδο ΓΣΕΕ), χωρίς καν στρατηγική στόχευση, στοιχειώδη σχεδιασμό και απτά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους.

Τα συνδικάτα σε κρίση

Όλες οι παραπάνω χρόνιες παθογένειες έχουν πια οδηγήσει το συνδικαλιστικό κίνημα σε μια κατάσταση μεγάλης απαξίωσης και απονομιμοποίησης στη συνείδηση των εργαζομένων και της πλειοψηφία των πολιτών.
Είναι παθογένειες, οι οποίες μέσα στις σημερινές μνημονιακές συνθήκες, όχι μόνο μπορούν να «κρυφτούν κάτω από το χαλί», αλλά αναδεικνύονται έντονα και τις καθιστούν ακόμα πιο δύσκολα ιάσιμες.

Με άλλα λόγια τα συνδικάτα σήμερα βιώνουν μια άνευ προηγουμένου κρίση σε πολλαπλά επίπεδα, που:
α) Είναι κρίση ιδεολογίας, αρχών και αξιών που υπηρετούν, αφού έχουν απομακρυνθεί από τις διαχρονικές ισχυρές συλλογικές αξίες και τα ιδανικά του εργατικού κινήματος, που δεν είναι άλλα από τον αυθεντικό (και όχι κομματικά οριζόμενο) ταξικό προσανατολισμό, την ενότητα δράσης στη βάση των κοινών συμφερόντων, την αλληλεγγύη και την ισότητα
β) Είναι κρίση μαζικοποίησης: ραγδαία μείωση μελών, αδυναμία προσέλκυσης νέων μελών, απώλεια οργανωτικής ικανότητας αλλά και ικανότητας κινητοποίησης
γ) Είναι κρίση κοινωνική, ηθική καθώς και κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης: αρνητική εικόνα των συνδικάτων και των συνδικαλιστών στην κοινωνία και τους εργαζόμενους
δ) Είναι κρίση κύρους και αξιοπιστίας απέναντι στον κόσμο της μισθωτής εργασίας
ε) Είναι κρίση αντιπροσώπευσης: επίπλαστοι συσχετισμοί, οργανώσεις σφραγίδες, «κλειστά» συνδικάτα, αποκλεισμός των επισφαλών εργαζομένων από τα «επίσημα» συνδικάτα
στ) Είναι κρίση εσωτερικής δημοκρατικής λειτουργίας: κομματικοί ανταγωνισμοί χωρίς αρχές, γραφειοκρατία, απουσία συνεννόησης για ελάχιστη κοινή ενωτική δράση.

Το δύσκολο αύριο των συνδικάτων.

Μέσα σε αυτό το σχεδόν ζοφερό σκηνικό, που εντείνεται και αναπαράγεται από τις επιπτώσεις του μνημονίου στις εργασιακές σχέσεις, στο αμέσως επόμενο διάστημα κρίνεται η ίδια η επιβίωση των συνδικάτων.
Κατά συνέπεια η προσπάθεια ανασυγκρότησης του σ.κ. αποτελεί κρίσιμης σημασία ζήτημα, στο οποίο πρέπει να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις.
Στην κατεύθυνση αυτή είναι καιρός πια να επεξεργαστούμε με σοβαρή διάθεση και με ευθύνη, ρεαλιστικές προτάσεις και να επιδιώξουμε άμεσα και χωρίς καθυστερήσεις οργανωτικές δράσεις και μέτρα, ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα:
α) ουσιαστική συζήτηση στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλες τις βαθμίδες του, αλλά και μέσα στη ΓΣΕΕ,
β) επίπονη προσπάθεια προσέγγισης και οργάνωσης των εργαζομένων στα συνδικάτα εν μέσω Μνημονίου
Οι κίνδυνοι από τις επιπτώσεις του Μνημονίου στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι ήδη ορατοί και κινούνται στις εξής κατευθύνσεις:
α) έχει αρχίσει το «μαράζωμα» των κλαδικών σωματείων και ομοσπονδιών, εξαιτίας της αφαίρεσης του ρόλου τους στο πεδίο των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ταυτόχρονα αναφύονται μεγάλα ερωτηματικά και ως προς τη συνολική πορεία της λειτουργία και προοπτικής του σ.κ., στο πλέον κορυφαίο επίπεδο, αυτό της ΓΣΕΕ
β) παρατηρείται ισχυροποίηση της διαμόρφωσης των μισθών και των όρων εργασίας στο επίπεδο της επιχείρησης ή/και σε ατομικό επίπεδο και με το δεδομένο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων απασχολείται σε επιχειρήσεις κάτω των 20 ατόμων
γ) υπάρχει σημαντική αύξηση των επιχειρησιακών σωματείων σε επιχειρήσεις άνω των 20 ατόμων καθώς και πολλαπλασιασμός των «ενώσεων προσώπων» με εργοδοτική πρωτοβουλία και όχι εργατική πρωτοβουλία.
γ) είναι ήδη σε εξέλιξη οι μεγάλες αλλαγές που θα συντελεστούν στις ΔΕΚΟ μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και οι οποίες θα συντείνουν στη συνολική αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και θα έχουν ευρύτερες επιπτώσεις και στην οργανωτική δομή του σ.κ. και στη βαρύτητα του ρόλου τους στο εσωτερικό του.
δ) η οικονομική ασφυξία, η οποία θα οδηγήσει είτε σε κλείσιμο οργανώσεων, είτε στη συγχώνευση σωματείων – ομοσπονδιών, με όρους ανάγκης και όχι ως αποτέλεσμα ενός οργανωτικού σχεδιασμού.

Σκέψεις για την αναγκαία ανασυγκρότηση των συνδικάτων

Αν όλα τα παραπάνω ισχύουν, είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα και χωρίς καθυστερήσεις μια ανοιχτή, ειλικρινής και σοβαρή συζήτηση στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος με όλες τις δυνάμεις που το συγκροτούν.
Αυτή τη συζήτηση: και πρέπει να την επιδιώξουμε, και πρέπει να την επιβάλλουμε και πρέπει να την οριοθετήσουμε ως προς τις βασικές της αρχές, χωρίς όμως φοβικά σύνδρομα, αποκλεισμούς. Με ιδεολογικές αρχές αλλά χωρίς ιδεοληπτικές εμμονές.
Οι αρχές της ενότητας, της αλληλεγγύης, της μαζικής συμμετοχής, της αυτονομίας, της οικονομικής αυτοδυναμίας, της αυθεντικής εκπροσώπησης και της εσωτερικής δημοκρατίας πρέπει επιτέλους να σαρώσουν τις κομματικές, συντεχνιακές, πελατειακές και σεχταριστικές λογικές, η επικράτηση των οποίων είναι ο ασφαλής δρόμος για την οριστική χρεοκοπία του σ.κ.
Πολύ επιγραμματικά απαιτείται: α) πραγματική επιστροφή στη βάση, στους εργασιακούς χώρους και στα πρωτοβάθμια σωματεία β) επίμονος αγώνας για ουσιαστική επαφή-ενημέρωση και οργάνωση των εργαζομένων, γ) ενίσχυση των επιχειρησιακών σωματείων με ταξικό πρόσημο και ίδρυση νέων αλλά και ταυτόχρονη ενδυνάμωση και μαζικοποίηση των κλαδικών σωματείων που θα συνδέονται με τους χώρους εργασίας, ε) αγώνας για την κατάργηση των ενώσεων προσώπων και την καθιέρωση - νομική αναγνώριση σωματειακών επιτροπών των κλαδικών σωματείων σε όλες τις επιχειρήσεις κάτω των 20 ατόμων και στις επιχειρήσεις όπου δεν υπάρχει επιχειρησιακό σωματείο.
Από αυτή τη συζήτηση δεν μπορεί να λείψει ούτε ο κόσμος των ανέργων, για τον οποίον θα πρέπει ως συνδικάτα να βρούμε επιτέλους πρακτικούς τρόπους επαφής, δικτύωσης, στήριξης και ένταξης του μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Τέλος, είναι καιρός πια να γίνει μια σοβαρή κουβέντα για τη συγχώνευση των συνδικαλιστικών οργανώσεων (ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων), με κορυφαία κίνηση την αναγκαία πλέον ενοποίηση των ΓΣΕΕ –ΑΔΕΔΥ, ιδίως σήμερα που οι μισθοί και συνθήκες εργασίας μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα συγκλίνουν ως αποτέλεσμα του Μνημονίου.
Αν όντως θέλουμε τα συνδικάτα να επιβιώσουν, θα πρέπει να τα αλλάξουμε και μάλιστα με εξαιρετικά τολμηρές οργανωτικές παρεμβάσεις και δράσεις.

Ο Παναγιώτης Κυριακούλιας είναι Οργανωτικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος και Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Αυτόνομης Παρέμβασης

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Με νέα λαθροχειρία Κουτρουμάνη - εργοδοτών ολοκληρώθηκε το έκτρωμα...

του Παναγιώτη Κυριακούλια
Οργανωτικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΙΥΕ) και μέλος της συντονιστικής επιτροπής της Αυτόνομης Παρέμβασης
 
Οκτώ μόλις ημέρες μετά τη λαϊκή ετυμηγορία που με τον πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο έστειλε το μνημονιακό τερατούργημα του Ν. 4046/12 στο καλάθι των αχρήστων, ήρθε η ώρα της υλοποίησης της διαβόητης Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ Νο 6), σύμφωνα με την οποία τερματίζεται βίαια και η τρίμηνη περίοδος της επέκτασης της εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (14.5.2013).

Ωστόσο έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη η απίστευτη λαθροχειρία της Ερμηνευτικής Εγκύκλιου που εξέδωσε στις 12.3.2012 ο υπουργός Εργασίας, η οποία -προφανώς με εργοδοτική υπόδειξη- προσπάθησε να υπερβεί ακόμα και την ίδια τη μνημονιακή αντεργατική διάταξη της ΠΥΣ Νο 6. Σύμφωνα με την τελευταία, όλες οι ΣΣΕ που είναι σε ισχύ 24 μήνες ή και περισσότερο στις 14.2.2012 λήγουν αναγκαστικά στις 14/2/2013 και όχι νωρίτερα.

Πρόκειται πρακτικά για την μεγάλη πλειοψηφία των ΣΣΕ, που είχαν υπογραφεί κατά το 2010, είχαν διάρκεια μεγαλύτερη του ενός (1) έτους και είχαν μετατραπεί σε αορίστου χρόνου (άσχετα από τον εάν ανέγραφαν ημερομηνία λήξεως ή όχι), αφού σαφώς ορίζεται στο άρθρο 9 του Ν. 1876/90 ότι «Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια».

Η Ερμηνευτική Εγκύκλιος, εντελώς αυθαίρετα, αναφέρει ότι όσες ΣΣΕ αναγράφουν ημερομηνία λήξεως παύουν δήθεν να ισχύουν στις 14.2.2012 και με το τρίμηνο της παράτασης στις 14.5.2012.

Αυτό άνοιξε τα πανιά στους εργοδότες ώστε από σήμερα να αρχίζουν παράνομα να εφαρμόζουν μονομερώς την «περιορισμένη μετενέργεια» του βασικού μισθού και των 4 επιδομάτων, εφόσον αυτά προβλέπονται από την οικεία ΣΣΕ.

Με τον τρόπο αυτό γίνεται προσπάθεια να καταργηθούν πάνω από 130 καταγεγραμμένες κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, που εξακολουθούν και ισχύουν, βάσει της Μνημονιακής ΠΥΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι χθες το πανικόβλητο μετεκλογικά υπουργείο Εργασίας αναθεώρησε εν μέρει την προγενέστερη εγκύκλιό του.

Βέβαια, οι πιο «ενημερωμένοι» εργοδοτικοί φορείς (π.χ. ξενοδόχοι, ασφαλιστικές εταιρείες, ΣΕΛΠΕ) φρόντισαν να καταγγείλουν τις ΣΣΕ ζητώντας μειώσεις έως και 35% (μέχρι σήμερα έχουν καταγγελθεί βάσει στοιχείων του ΟΜΕΔ μόλις 25 από τις 130 ΣΣΕ), ώστε να ροκανίσουν το τρίμηνο της επέκτασης και να περάσουν σύντομα και «νομότυπα» στο καθεστώς της περιορισμένης μετενέργειας και αμέσως μετά στις εκβιαστικές ατομικές συμβάσεις των 586 ευρώ.

Πέραν όμως από τη νομική πλευρά του ζητήματος για το ποιες ΣΣΕ ισχύουν και πότε αρχίζει η μετενέργεια, το ουσιώδες είναι ότι με τα δύο αντεργατικά Μνημόνια ξηλώθηκε το σύνολο του δικαίου των συλλογικών συμβάσεων στη χώρα μας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά τη διάρκεια του Πρώτου Μνημονίου θεσμοθετήθηκαν: α) η υπερίσχυση των «επιχειρησιακών» Συλλογικών Συμβάσεων έναντι των κλαδικών, ακόμα και στις μικροσκοπικές επιχειρήσεις μέσω της απόδοσης ικανότητας για τη σύναψή τους από το έκτρωμα της «Ένωσης Προσώπων», β) η κατάργηση της κήρυξης των ΣΣΕ ως υποχρεωτικών για το σύνολο των εργοδοτών ενός κλάδου και γ) η διάλυση του ΟΜΕΔ με τελευταίο χτύπημα την κατάργηση του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία.
Σε όλα αυτά βέβαια προστέθηκε και η κατάργηση της ΕΓΣΣΕ με τη νομοθετική μείωση των κατώτατων μισθών κατά 22% και 32% για τους νέους.

Μόνο ένα τέλος μπορεί να μπει σε αυτό, το πλέον αντεργατικό κατασκεύασμα που γνώρισε ποτέ μια δημοκρατική χώρα. Και αυτό δεν είναι άλλο από το να γίνει άμεσα σεβαστή η πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία, να καταργηθεί η ΠΥΣ και να αποκατασταθούν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας με πλήρη επαναφορά του Ν. 1876/90. Η συνέχιση και η ένταση των εργατικών αγώνων για την υπεράσπιση των συλλογικών συμβάσεων είναι και ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στην παραπάνω κατεύθυνση.


Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Να σταθούμε εμπόδιο ανατροπής στην ολική καταστροφή της κοινωνίας και των εργαζομένων

Του Θάνου Βασιλόπουλου*

Η συντονισμένη επίθεση της κυβέρνησης Παπαδήμου, της Τρόικας και του ΣΕΒ ενάντια και στο τελευταίο οχυρό της συλλογικής προστασίας των εργαζομένων, αυτό της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης και των στοιχείων που την απαρτίζουν, συνιστά την πλέον πρόσφατη επικίνδυνη αλλά και αντιδημοκρατική εξέλιξη, που ξεπερνά κάθε όριο και φαντασία.

Εντάσσεται και αυτή στο συνολικό μνημονιακό νεοφιλελεύθερο σχέδιο της βίαιης εσωτερικής υποτίμησης των μισθών και των όρων εργασίας, που θα διαμορφωθούν στα επίπεδα μιας τριτοκοσμικής χώρας, αποσυνδέοντας τον μισθό ακόμα και από τον βιοποριστικό του ρόλο.
Μια εσωτερική υποτίμηση, που όχι μόνο παρουσιάζεται ως το δήθεν αναγκαίο φάρμακο για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιείται με τον γνωστό και αισχρά εκβιαστικό τρόπο, ως το προαπαιτούμενο για την αποφυγή της «άτακτης χρεωκοπίας».

Κι όμως είναι το ίδιο το Μνημόνιο στο σύνολό του, μαζί με τους εκφραστές του, που έχουν οδηγήσει τη χώρα στα πρόθυρα της καταστροφής, την οικονομία στο χείλος του γκρεμού και τους εργαζόμενους στην απόγνωση, στην ανεργία, στη φτώχεια και στην καθημερινή εξαθλίωση.

Απολύσεις χωρίς αποζημιώσεις, συστηματική μη καταβολή δεδουλευμένων, εκτεταμένη χρήση της εκ περιτροπής εργασίας, ατομικές και «επιχειρησιακές» συμβάσεις που κουρεύουν ανεξέλεγκτα μισθούς και δικαιώματα: αυτή είναι η καθημερινή εφιαλτική πραγματικότητα.

Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, η αντιπαράθεση των συνδικάτων με κυβέρνηση και εργοδότες δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε επιμέρους ζητήματα, χωρίς όμως να τα εγκαταλείπει, αντίθετα θα πρέπει να διευρυνθεί και να κλιμακωθεί με πολιτικούς και κοινωνικούς όρους, στο σύνολο των μνημονιακών πολιτικών.

Οι απεργοί στη Χαλυβουργία, στο Alter, στην 3Ε, οι απλήρωτοι εργαζόμενοι στην “Ελευθεροτυπία”, στο “Γερολυμάτος”, στο “Ερρίκος Ντυνάν”, στα τουριστικά γραφεία ταξιδίων, οι 2.000 επιχειρήσεις που δεν κατέβαλαν ούτε το δώρο Χριστουγέννων, οι χιλιάδες εργαζόμενοι που παραμένουν απλήρωτοι εδώ και 3 μήνες σε εκατοντάδες επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι που είναι στη διαδικασία επίσχεσης εργασίας, διαμορφώνουν μια εκρηκτική κατάσταση με επείγοντα χαρακτηριστικά. Τα συνδικάτα τώρα οφείλουν να βρεθούν στη μεγαλύτερη κινητικότητα.

Η παναττική απεργία των Εργατικών Κέντρων στις 17 Ιανουαρίου και η μαζική συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτή, μπορεί και πρέπει να σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση και κλιμάκωση των αγώνων στην παραπάνω κατεύθυνση.


* Ο Θάνος Βασιλόπουλος είναι γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων και μέλος Διοίκησης της ΓΣΕΕ

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Το τέλος των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων

Αρχή για αγωνιστική συνδικαλιστική δράση και παρέμβαση στους χώρους εργασίας
του Παναγιώτη Κυριακούλια* 
 
Αν κανείς περιηγηθεί στην ιστοσελίδα του υπουργείου Εργασίας, αμέσως θα διαπιστώσει ότι μέσα στον Δεκέμβριο άρχισαν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια οι «επιχειρησιακές» συλλογικές συμβάσεις με τις «ενώσεις προσώπων», οι οποίες προβλέπονται από το περιβόητο άρθρο 37 του Ν. 4024/11.

Η τελευταία αυτή παρέμβαση στο δίκαιο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας μαζί με την ταυτόχρονη απαγόρευση της επέκτασης των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων (δηλαδή της μη κήρυξής τους ως υποχρεωτικών για το σύνολο των επιχειρήσεων ενός κλάδου) αποτελούν την ταφόπλακα στην ελάχιστη συλλογική μισθολογική και εργασιακή προστασία, όπως την γνωρίσαμε μέσα από την 20ετή λειτουργία του Ν. 1876/90 για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Οι αυταρχικές αυτές παρεμβάσεις δεν οδηγούν μόνο σε μια βάρβαρη και δραματική μείωση των μισθών και των ημερομισθίων των εργαζομένων και εν τέλει σε μια προϊούσα εξαθλίωση της μισθωτής εργασίας στη χώρα μας.
Ούτε είναι μόνο καταστροφικές για την ανάπτυξη και την απασχόληση, τα φορολογικά έσοδα, τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων και τις συντάξεις, όπως προκλητικά επαναλαμβάνουν, λες και είναι ουδέτεροι «παρατηρητές» τα κυβερνητικά στελέχη που τις θεσμοθέτησαν.

Ούτε φυσικά πρόκειται να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα, μέσω της βίαιης μείωσης του εργασιακού κόστους. Αν ήταν έτσι, το Μπαγκλαντές θα ήταν στην κορυφή της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας.

Πέραν των παραπάνω, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τις συνέπειες που έχει η αποδόμηση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων για την ίδια την ύπαρξη και προοπτική των συνδικάτων.

Το σύνολο των νομοθετικών παρεμβάσεων στο δίκαιο των συλλογικών συμβάσεων μεταθέτουν το κέντρο βάρους του προσδιορισμού των μισθών και των όρων εργασίας από τον κλάδο στο επίπεδο της επιχείρησης και κατ'επέκταση στο ατομικό επίπεδο.

Για τα συνδικάτα όμως, η δομή και η λειτουργία του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτελεί ζωτικής και υπαρξιακής σημασίας ζήτημα.

Ιστορικά, η οργανωτική δομή των συνδικάτων (δηλαδή η μορφή, το επίπεδο και ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας τους) συνεπάγεται πάρα πολλά ως προς την εδραίωση, την ανάπτυξη και κυρίως ως προς την ικανότητα /αποτελεσματικότητα προάσπισης των συλλογικών συμφερόντων της μισθωτής εργασίας, με κύρια όπλο τον προσδιορισμό των μισθών και των όρων εργασίας μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις. Γι' αυτό και η οργανωτική δομή των συνδικάτων και η θεσμοθέτηση των διαφόρων συστημάτων συλλογικής διαπραγμάτευσης αναπτύχθηκαν παράλληλα καθ'όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, αλληλοπροσδιορίστηκαν και αλληλοτροφοδοτήθηκαν.

Στις περισσότερες χώρες του ανερχόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού του 19ου αιώνα, η ζωτική ανάγκη των συνδικάτων για αύξηση της αριθμητικής τους δύναμης ως θεμελιώδες στοιχείο της αποτελεσματικότητάς τους αλλά και για κοινωνική νομιμοποίηση (τόσο εντός της εργατικής τάξης, όσο και ευρύτερα σε επίπεδο κοινωνίας) γρήγορα τα έκανε να εγκαταλείψουν τον ομοιοεπαγγελματικό (συντεχνιακό) τύπο οργάνωσης και να στραφούν στον κλαδικό τύπο οργάνωσης, ο οποίος εμπεριέχει έντονο το στοιχείο της αλληλεγγύης και της δυνατότητας μαζικής και αποτελεσματικής διεκδικητικής δράσης.

Η αλλαγή αυτή στην οργανωτική δομή των συνδικάτων, σε συνδυασμό με άλλους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες (σοσιαλδημοκρατία, μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη, εθνικός ανταγωνισμός επιχειρήσεων) κατέληξε στη διαμόρφωση εθνικών συστημάτων συλλογικής διαπραγμάτευσης, με κύριο χαρακτηριστικό την υπερίσχυση της κλαδικής συλλογικής σύμβασης, που θέτει ένα ελάχιστο όριο συλλογικής προστασίας των μισθωτών ανεξαρτήτως επαγγέλματος / ειδικότητας αλλά και σχετικά ίσες συνθήκες ανταγωνισμού ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Σήμερα, σε συνθήκες υφεσιακής κρίσης και ξέφρενου παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επιχειρεί ακριβώς την αντιστροφή αυτής της πορείας και την επιτυγχάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Έτσι, γινόμαστε μάρτυρες (και με τον πιο βίαιο τρόπο στην Ελλάδα) της συρρίκνωσης- κατάργησης της κλαδικής σύμβασης και της αντικατάστασής της από την επιχειρησιακή / ατομική σύμβαση, με ταυτόχρονη απορρύθμιση των ατομικών εργασιακών σχέσεων στην κατεύθυνση της πλήρους εργοδοτικής ευελιξίας.

Στη χώρα μας, ο κίνδυνος κατάρρευσης των μεγάλων κλαδικών συνδικάτων και ομοσπονδιών και η αντικατάστασή τους, από ασύνδετα μεταξύ τους εργοδοτικά επιχειρησιακά σωματεία ή/ και «υβρίδια» τύπου «ενώσεων προσώπων», ακριβώς λόγω αυτής της μετατόπισης του κέντρου βά-ρους των συμβάσεων, είναι και υπαρκτός και ορατός.

Για να μην επισυμβεί αυτό, οφείλουμε να κάνουμε πολλά ως «οργανωμένο» εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.
Το κυριότερο και το πρώτο από όλα είναι (ειδικά στον ιδιωτικό τομέα) να μπούμε στους χώρους εργασίας, να πιάσουμε επαφή με τους εργαζόμενους, να τους ακούσουμε και να μας ακούσουν και από κοινού να βρούμε τρόπους και μορφές οργάνωσης, αντίστασης αλλά και διαπραγμάτευσης, απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία και τρομοκρατία.

Ο επιχειρησιακός συνδικαλισμός δεν είναι κακός από μόνος του επειδή είναι πιο ευάλωτος στη χειραγώγηση και τους εκβιασμούς από τους εργοδότες, ιδίως στις σημερινές συνθήκες ύφεσης και κρίσης. Μπορεί υπό προϋποθέσεις να οδηγηθεί σε αυθεντικές εκπροσωπήσεις των εργαζομένων και να αποκτήσει αγωνιστικά, ταξικά και αλληλέγγυα χαρακτηριστικά. Δίπλα του όμως χρειάζονται και τα κλαδικά πρωτοβάθμια σωματεία και οι ομοσπονδίες, που τώρα περισσότερο από ποτέ δεν πρέπει να μαραζώσουν αλλά αντίθετα να μαζικοποιηθούν.

Με λίγα λόγια, και πρέπει και μπορούμε να παρέμβουμε στον -εν τη γενέσει του- «νέο» επιχειρησιακό συνδικαλισμό και να τον συνδέσουμε με τις αρχές, τις αξίες και τις αγωνιστικές παραδόσεις των συνδικάτων.

Όμως, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει επιτέλους, τόσο κεντρικά όσο και σε επίπεδο ομοσπονδιών, και να αναστοχαστεί και να συζητήσει σοβαρά την οργανωτική του αναδιάρθρωση.

* Ο Παναγιώτης Κυριακούλιας είναι Οργανωτικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων και μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Αυτόνομης Παρέμβασης
 


Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Ο ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2012 ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΜΕ ΤΑ ΟΜΟΛΟΓΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ


                                                                                 του   Γιώργου Κουτσούκου* 

Όταν οι μάσκες πέφτουν, τότε ακόμα και τα πιο στοιχειώδη προσχήματα προβάλλουν ως αχρείαστα, στα πλαίσια της μνημονιακής - οικονομικής και κοινωνικής - εξόντωσης της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.
Δείγμα του απροκάλυπτου κυνισμού των κυβερνώντων και ταυτόχρονα τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό σκάνδαλο αποτελεί το θέμα του «κουρέματος» κατά 50% των κρατικών ομολόγων, τα οποία κατέχουν τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία της χώρας. Τα Ταμεία έχουν στην κατοχή τους αυτή τη στιγμή περίπου 26 δις κρατικά ομόλογα, τα οποία εκτός από σημαντικά περιουσιακά στοιχεία αποτελούν και «πηγή» (μέσω των εισπραττόμενων τόκων, που ξεπερνούν το 1 δις ευρώ σε ετήσια βάση) για την πληρωμή μέρους των υποχρεώσεων των Ταμείων.
Ο προϋπολογισμός του 2012 προϋποθέτει και στηρίζεται στην υλοποίηση της συμφωνίας της 26ης-27ης Οκτωβρίου, δηλαδή στο «κούρεμα» των ελληνικών κρατικών ομολόγων που έχουν στα χέρια τους οι ιδιώτες-επενδυτές κατά 50% ή αλλιώς στο PSI+ (το οποίο βέβαια, για λόγους που δεν θα αναλύσουμε εδώ, βρίσκεται τελείως «στον αέρα»).  Στα πλαίσια λοιπόν του PSI+ «κουρεύονται» και τα ομόλογα των ασφαλιστικών ταμείων κατά 50% - με αποτέλεσμα να καταγράφονται ζημιές ύψους 13 δις ευρώ- χωρίς ταυτόχρονα να μειώνεται το χρέος της γενικής κυβέρνησης ούτε κατά 1 ευρώ!!! Κι αυτό συμβαίνει επειδή τα ομόλογα που κατέχουν τα ασφαλιστικά ταμεία αποτελούν ενδοκυβερνητικό χρέος, του οποίου η οποιαδήποτε μείωση δεν επηρεάζει καθόλου το δημόσιο χρέος. Και για το πούμε πιο αναλυτικά, το χρέος της γενικής κυβέρνησης – βάσει του οποίου κρινόμαστε - είναι το άθροισμα των επιμέρους χρεών προς τρίτους της κεντρικής κυβέρνησης, των ασφαλιστικών ταμείων, των ΝΠΔΔ, των ΔΕΚΟ κτλ. Οπότε, στη συγκεκριμένη περίπτωση η κεντρική κυβέρνηση χρωστά στα ασφαλιστικά ταμεία 26 δις ευρώ, μέσω των ομολόγων. Αν αυτό το χρέος μειωθεί κατά 50% ή ακόμα και κατά 100% τότε το χρέος της γενικής κυβέρνησης δεν θα μειωθεί ούτε κατά ένα σεντς, αφού δεν αποτελεί χρέος προς τρίτους! Είναι σαν να χρωστά ένα μέλος μιας οικογένειας σ’ ένα άλλο μέλος 100 ευρώ και ταυτόχρονα να χρωστά η οικογένεια σε ένα τοκογλύφο 500 ευρώ. Αν το χρέος των 100 ευρώ μειωθεί ή ακόμα και διαγραφεί τελείως, αυτό δεν θα επηρεάσει ούτε κατ’ ελάχιστο το ύψος του χρέους προς τον τοκογλύφο.
Επιπλέον, στο «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων υποτίθεται ότι συμμετέχουν μόνο οι ιδιώτες-επενδυτές (εξαιρούνται τα ομόλογα που κατέχουν οι ΕΚΤ και τα κράτη-μέλη της ΕΕ). Όμως τελείως αυθαίρετα η κυβέρνηση εντάσσει τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία στους ιδιώτες. Δηλαδή και το χρέος της γενικής κυβέρνησης δεν μειώνεται καθόλου και τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία «μεταμορφώνονται» σε ιδιώτες-επενδυτές. Αλλά δεν σταματάει εδώ το σκάνδαλο. Από το παράνομο «κούρεμα» τα ασφαλιστικά ταμεία θα χάσουν όχι μόνο περιουσιακά στοιχεία 13 περίπου δις αλλά και τους ετήσιους τόκους, οι οποίοι μόνο το 2012 ανέρχονται στο ποσό των 554 εκατομμυρίων ευρώ! Το ποσό αυτό όχι μόνο δεν αναπληρώνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά έχουμε και κατακόρυφη μείωση της κρατικής ενίσχυσης στο ασφαλιστικό σύστημα, μείωση που στην περίπτωση του ΙΚΑ για παράδειγμα ξεπερνά το 40%! Σε αντίθεση βέβαια με τις τράπεζες, οι οποίες ενισχύονται με πακτωλό δις.
Είναι μάλιστα τέτοιο το θράσος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, που παραδέχεται στον προϋπολογισμό ότι το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2012 θα ήταν υψηλότερο χωρίς την εφαρμογή της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου (+1,6%) απ’ ότι θα είναι με την εφαρμογή της συμφωνίας (+1,1%). Η διαφορά αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στις απώλειες που θα υποστούν τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως τις αναλύσαμε πιο πάνω. Δηλαδή παραδέχεται το οικονομικό επιτελείο ότι μόνο ζημιά θα προκαλέσει το «κούρεμα» των ομολόγων των ασφαλιστικών ταμείων, αφού ακόμα και το πρωτογενές πλεόνασμα του 2012 μειώνεται από το «κούρεμα» αυτό.
Γιατί όμως προχωρά η κυβέρνηση σε αυτό τη σκανδαλώδη και παράνομη ενέργεια; Ο λόγος είναι ξεκάθαρος και εξόχως κυνικός: στόχος κυβέρνησης και τρόϊκας είναι η κατάρρευση των δημόσιων ασφαλιστικών ταμείων, ώστε να ισοπεδωθούν πλήρως οι παροχές τους. Στόχος των μνημονίων είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ύφεση, η καταστροφή των υποδομών της χώρας και η μετατροπή της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού σε μια άμορφη, εξαθλιωμένη μάζα, έτοιμη να δουλέψει με «κινέζικα» μεροκάματα προς όφελος της υπερκερδοφορίας μιας χούφτας πολυεθνικών και των ντόπιων ολιγαρχών, που ήδη αναδύονται από τα συντρίμμια της χώρας. Και όποιος πιστεύει ότι αυτά αποτελούν κινδυνολογία ας κοιτάξει τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν τη διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων: χωρίς αιδώ, χωρίς προσχήματα, βέβαιοι ότι θα την βγάλουν «καθαρή» ακόμα και με αυτό το απίστευτο σκάνδαλο.
Και σας το λέω: θα την βγάλουν «καθαρή» εκτός κι αν βρουν απέναντί τους την Αριστερά ενωμένη. Θα τη βρουν όμως;
                                                                   * Ο Γιώργος Κουτσούκος είναι οικονομολόγος

Μετρητής