Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Οι θεωρητικές ρίζες της Γαλλικής Επανάστασης (1789 - 1794)


Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου




Τις αντιφεουδαρχικές επαναστάσεις πρώτη τις γνώρισε η Δυτική Ευρώπη. Κατά τον Φ. Ενγκελς «ο αγώνας της ευρωπαϊκής τάξης εναντίον του φεουδαρχισμού έφτασε ως την ανώτερη ένταση σε τρεις μεγάλες αποφασιστικές επαναστάσεις» που είναι: Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία το 1525, η αγγλική επανάσταση του 1642 - '49 και η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789 - '94, η οποία κατέχει την κορυφαία θέση και συγκλόνισε όλο τον κόσμο.



Η Γαλλική Επανάσταση, με βίαια μέσα, ανέτρεψε την εξουσία της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, κατήργησε τη μοναρχία και τα προνόμια των ευγενών, εγκαθίδρυσε την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, καθιέρωσε αστικούς θεσμούς στη γαλλική κοινωνία, δημιούργησε εθνικό στρατό, διαχώρισε την εκκλησία από το κράτος, συνέβαλε στην ενίσχυση και στην κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που έχουν ως κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Με τη Γαλλική Επανάσταση, για πρώτη φορά στην ιστορία, ο λαός αναλαμβάνει το ρόλο του πρωταγωνιστή στην εξέλιξη των ιστορικών πραγμάτων, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να επιβάλει τελικώς τα δικά του συμφέροντα.

Αποτέλεσμα μακράς κοινωνικής διεργασίας

Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν τυχαίο φαινόμενο, μια παρέκκλιση από το «φυσιολογικό» δρόμο ανάπτυξης της κοινωνίας, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι αστοί ιστορικοί - ιδεολόγοι. Τα αίτιά της βρίσκονται στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στη Γαλλία εκείνη την εποχή και συνδέονται με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της βιομηχανίας, του προλεταριάτου, του εμπορίου, την εξασθένιση του φεουδαρχικού συστήματος, τον εμπλουτισμό της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία είχε στα χέρια της την οικονομική δύναμη, όμως επιθυμούσε φορολογικές μεταρρυθμίσεις και ιδιαιτέρως την άνοδό της στην πολιτική εξουσία. Η επανάσταση ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς κοινωνικής διεργασίας, προϊόν ιστορικών αναγκών, το αποκορύφωμα της βαθιάς ταξικής πάλης.


Ο εορτασμός της ενότητας των επαναστατών στις 10 Αυγούστου 1793 στην πλατεία της Επανάστασης. Ο λαός καταστρέφει τα εμβλήματα της μοναρχίας




Η επανάσταση προετοιμάστηκε θεωρητικά -ιδεολογικά από τις νέες φιλοσοφικές, κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις που εμφανίστηκαν στην προεπαναστατική περίοδο. Αυτές οι αντιλήψεις αποτελούν τις θεωρητικές πηγές της επανάστασης. Τον 18ο αιώνα, ιδιαιτέρως στη Γαλλία, αναπτύσσονται: Η κριτική σκέψη, η επιστημονική έρευνα που κατευθύνεται σε μεθόδους βασισμένες στην παρατήρηση, στο πείραμα, στη λογική. Είναι ο αιώνας του πειραματισμού, του διαφωτισμού, του ορθολογισμού, του φιλελευθερισμού, και γι' αυτό ονομάστηκε «αιώνας, κατ' εξοχήν, γαλλικός». Διατυπώθηκαν αντιλήψεις που ήταν αντίθετες με την κυρίαρχη φεουδαρχική θρησκευτική κοσμοθεωρία, υποστηρίχτηκε η ιδέα ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους είναι ίσοι και καλοί (η θεωρία του «φυσικού δικαίου»), εδραιώνεται η πίστη στην ανάγκη της κοινωνικής προόδου, των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών, προβάλλεται το καθήκον της λύτρωσης της ανθρώπινης συνείδησης από τα δεσμά του μυστικισμού, της θεολογίας, του σχολαστικισμού, από την κατάργηση της πνευματικής κυριαρχίας της καθολικής εκκλησίας, η οποία για να διαφυλάξει την κυριαρχία της κατέφευγε σε σκληρούς διωγμούς των αντιπάλων της. Ολα αυτά εκφράζονται από το κοινωνικό στρώμα των προοδευτικών ανθρώπων, που στην ουσία προετοίμασαν ιδεολογικά - πολιτικά την αστική τάξη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.




Εορτασμός για την ελευθερία γύρω από το άγαλμα που κρατάει τη γαλλική σημαία

Οι φιλοσοφικές απόψεις εκφράστηκαν απ' όλους τους υλιστές του 18ου αιώνα, και ιδιαιτέρως από τους Ντ. Ντιντερό (1713 - 1784), Ελβέτιο (1715 - 1771), Χολμπάχ (1723 - 1789) κ.ά. Οι φιλοσοφικές τους αντιλήψεις αποτελούν την ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξης της φιλοσοφικής σκέψης της εποχής, σταθμό στην ιστορία της φιλοσοφίας, της πάλης ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό, όπλο της αστικής τάξης κατά της απόλυτης μοναρχίας, του φεουδαρχισμού, της θεολογίας. Ο υλισμός τους ήταν μια μαχητική κοσμοθεωρία, τάχτηκε αποφασιστικά ενάντια στη θρησκευτική ιδεολογία, στις βάσεις του φεουδαρχικού καθεστώτος. Η κριτική τους όμως στη θρησκεία δεν ήταν αρκετά συνεπής, ούτε βαθιά, δεν έφτανε στην ουσία της θρησκείας ως κοινωνικού και ιστορικο-ταξικού φαινομένου, δεν έφτανε στο μαχόμενο αθεϊσμό, στην ανεπιφύλακτη απόλυτη άρνηση της θρησκείας, ούτε στην επαναστατική ανατροπή των θρησκευτικών δογμάτων της κοινωνίας. Ο υλισμός τους εντάσσεται στην κατηγορία του μηχανιστικού -μεταφυσικού υλισμού, την ανώτερη μορφή του προμαρξιστικού υλισμού.


Ο Ντιντερό

Κορυφαίος φιλόσοφος της εποχής ήταν ο διευθυντής της περίφημης «Εγκυκλοπαίδειας» ο Ντ. Ντιντερό. Θεωρούσε τον ιδεαλισμό αλλόκοτο σύστημα, το οποίο δεν μπορούσε να δημιουργηθεί παρά από κάποιον τυφλό, ήταν ανεπιφύλακτα υπέρ του υλιστικού αθεϊσμού. Κατά την άποψή του η ύλη είναι το θεμελιακό στοιχείο όλων των πραγμάτων, είναι ποιοτικά πολύμορφη, βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, έχει την ιδιότητα της εξέλιξης και της ανάπτυξης. Πίστευε πως η συνείδηση είναι η ανώτερη ιδιότητά της, πως η ψυχή δεν μπορεί να χωριστεί από το σώμα. Ο Ντιντερό προσπαθεί να συνδέσει οργανικά τη φιλοσοφία με την επιστήμη, να θεμελιώσει επιστημονικά τις θέσεις και τα συμπεράσματά του. Στη σκέψη του συναντάμε και αρκετά στοιχεία διαλεκτικής, δεν έφτασε όμως στην ιδέα της ανάπτυξης από το ανώτερο στο κατώτερο, από το απλό στο σύνθετο, ως αποτέλεσμα της πάλης των αντιθέτων.

Σημαντικές είναι οι πολιτικές του αντιλήψεις. Είναι κατά της απόλυτης μοναρχίας και του φεουδαρχικού συστήματος, το οποίο, κατά την άποψή του, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ανθρώπινης νόησης και του φυσικού δικαίου και δε δικαιώνει την ύπαρξή του. Ο Ντιντερό ζητά την εγκαθίδρυση ενός ορθολογικού κοινωνικού συστήματος. Η κριτική του φεουδαρχισμού είναι κριτική από την ηθική σκοπιά. Το ανήθικο φεουδαρχικό καθεστώς μπορεί να παραμεριστεί και να εξαλειφθεί με την εκπαίδευση, τη γνώση, την ανεύρεση της αλήθειας από τον άνθρωπο. Μάχεται για τη μόρφωση του λαού, καταδικάζει το σκοταδισμό, τη θρησκεία, την εκκλησία που στηρίζει τη φεουδαρχική μοναρχία, αρνείται την ύπαρξη του θεού, θεωρώντας παραμύθι τη δημιουργία του κόσμου από μια υπερφυσική δύναμη.

Στην ουσία, όμως, η κοινωνική του αντίληψη είναι ιδεαλιστική, μιλάει για τον άνθρωπο γενικά και αφηρημένα ως φυσικό ον, ως μέρος της φύσης και όχι ως κοινωνικό ον, δε βλέπει τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, τις κοινωνικές τάξεις και την ταξική πάλη, δεν αντιλαμβανόταν τα κοινωνικά φαινόμενα που διέπονται από αντικειμενικούς νόμους αντικειμενικά και επιπλέον δεν κατανόησε τις κοινωνικές ρίζες που γέννησαν και διατηρούν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. «Πάρε - έλεγε - από έναν χριστιανό το φόβο της κόλασης και θα του πάρεις την πίστη». Ο φόβος της κόλασης είναι δηλαδή κύρια αιτία της πίστης. Κατανόησε όμως τη στενή σχέση ανάμεσα στο θρόνο και τον άμβωνα, γι' αυτό η πολιτική σημασία των θρησκευτικών του αντιλήψεων συνίσταται στο ότι αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την άρνηση της θεϊκής καταγωγής της βασιλικής εξουσίας, της κοινωνικής ανισότητας και της υποταγής της επιστήμης στη θρησκεία.

Οι θεωρητικοί «προάγγελοι»

Στη θεωρητικο-ιδεολογική προετοιμασία της Γαλλικής Επανάστασης σημαντικό ρόλο είχαν οι κοινωνικο-πολιτικές αντιλήψεις του Μοντεσκιέ (1689 - 1755), του Βολταίρου (1694 - 1778) και ιδιαιτέρως του Ζ.Ζ. Ρουσώ (1712 - 1778). Αυτοί έβαλαν γερές ιδεολογικές βάσεις με τα έργα και την κοινωνική τους δράση, στις οποίες στηρίχτηκαν οι πρωτεργάτες της επανάστασης.

Ο Μοντεσκιέ δανείζεται ιδέες από τον Τζ. Λοκ που έκανε διακρίσεις ανάμεσα στα δικαιώματα του προσώπου (του ατόμου) και του πολίτη και θεωρούσε πως το κράτος δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα προσωπικά δικαιώματα. Ο Μοντεσκιέ υπογραμμίζει πως τα δικαιώματα, που ο πολίτης θα παραχωρεί στο κράτος (στην πολιτεία), πρέπει να τα διαφυλάξει. Στο έργο του «Το πνεύμα των νόμων» (1748), ο Μοντεσκιέ εξετάζει τη φύση και τις μορφές των πολιτευμάτων και διακρίνει τρεις μορφές τους: Δημοκρατία, Αριστοκρατία, Μοναρχία. Δε βλέπει τη Δημοκρατία ως το ανώτερο και δικαιότερο πολίτευμα. Καταδικάζει τον δεσποτισμό, επιθυμεί τον περιορισμό των αυθαιρεσιών του απόλυτου μονάρχη, δε ζητά όμως την κατάργηση της μοναρχίας. Σημαντικό στοιχείο στον Μοντεσκιέ είναι ο διαχωρισμός των εξουσιών: Νομοθετική, Εκτελεστική, Δικαστική - θεωρώντας πως αυτές πρέπει να είναι απολύτως ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Κατά την άποψή του η Νομοθετική εξουσία πρέπει να εκφράζεται από ένα κοινοβούλιο, η Εκτελεστική από την κυβέρνηση και η Δικαστική από τη Δικαιοσύνη. Είναι στην ουσία βασικές θέσεις της αστικής δημοκρατίας.

Ο Βολταίρος υποστήριζε πως την εξουσία του μονάρχη τη θεμελιώνει όχι το θεϊκό δίκαιο, αλλά η λογική. Μόνο με αφετηρία τη λογική ο μονάρχης μπορεί να εξασφαλίσει ορθή διακυβέρνηση. Ο Βολταίρος ήθελε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις όχι όμως ριζικές επαναστατικές αλλαγές - αυτές τις θεωρούσε ουτοπικές. Μέχρι το 1770 ήταν υπέρ της «πεφωτισμένης δεσποτείας», μετά έκανε λόγο για μορφές λαϊκής διακυβέρνησης. Πίστευε στην ελευθερία των πολιτών, στην κοινωνική πρόοδο. Δεν είδε το ρόλο των μαζών, του λαού. Οι απόψεις του είναι καθαρά αστικές και πολλές φορές αντιφατικές.

Ο Ρουσώ

Ο κατ' εξοχήν ιδεολόγος της Επανάστασης, ο εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγάς της, ο εκφραστής των πόθων της και της φιλοδοξίας των λαϊκών στρωμάτων και πρωτίστως της μικροαστικής τάξης ήταν ο Ρουσώ. Είναι οπαδός της θεωρίας του «κοινωνικού συμβολαίου» και του «φυσικού δικαίου», θεωρεί πως η κοινωνία είναι αποτέλεσμα μιας ελεύθερης ένωσης, ενσωμάτωσης ατόμων, που από τη φύση τους είναι ίσοι και πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα, αλλά παραχωρούν ορισμένα από αυτά στην πολιτική εξουσία. Στην κοινωνία, λόγω της ατομικής ιδιοκτησίας, εμφανίζεται η ανισότητα. Δεν αρνείται την ανάγκη της ύπαρξης της ατομικής ιδιοκτησίας παρά τηνανισότητα της περιουσίας. Η μικρή ατομική ιδιοκτησία, βασισμένη στην εργασία, μπορεί να εξασφαλίσει μια σωστή κοινωνική τάξη όπου «όλοι θα έχουν κάτι και κανένας δε θα έχει κάτι περιττό (παραπανίσιο)».

Κατά τον Ρουσώ κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να ασκεί φυσική εξουσία πάνω σε συνανθρώπους του, καμία εξουσία δεν είναι νόμιμη εάν δεν ασκείται με τη συγκατάθεση εκείνων που είναι εθελοντικά υποταγμένοι σε αυτήν. Κατά συνέπεια, κάθε κυβέρνηση πρέπει να είναι μια εξουσία υποταγμένη στη βούληση του λαού και οι νόμοι της να εκφράζουν ακριβώς τη βούλησή του. Οι αλλαγές, οι μεταρρυθμίσεις στην κοινωνία, πρέπει να γίνονται προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης των φυσικών δικαιωμάτων των πολιτών, προς την ισότητα, ελευθερία, δικαιοσύνη, αδελφότητα. Κατακρίνει τη θρησκεία και ό,τι συνεπάγεται μ' αυτήν, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη μιας «ανώτερης νόησης» του Θεού.

Παραμονές της Επανάστασης είχαν πλατιά διάδοση και απόψεις όπως η ανάγκη μόρφωσης και διαπαιδαγώγησης του λαού, κατάργησης των βασανιστηρίων, της θανατικής ποινής, η αναγκαιότητα της ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας των πολιτών, της ανάπτυξης της βιομηχανικής παραγωγής, του εμπορίου κ.τ.λ.

Ολες οι παραπάνω πολιτικές, οικονομικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις εκφράστηκαν στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του πολίτη» του 1789, αλλά και στο Σύνταγμα του 1791 που καθόριζε αντιπροσωπευτικές μορφές διακυβέρνησης της χώρας. Μ' αυτά η αστική τάξη έδωσε νομική μορφή στα ταξικά της συμφέροντα. Το Σύνταγμα των Ιακωβίνων του 1793 έκανε ένα βήμα μπροστά προς τις αστικοδημοκρατικές αλλαγές, διακηρύσσοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ομως αυτό το Σύνταγμα δεν εφαρμόστηκε λόγω του εμφυλίου πολέμου όπου η επανάσταση, κατά τη γνωστή ρήση, «έφαγε τα παιδιά της».

Η τύχη της επανάστασης είναι γνωστή. Τα διδάγματά της είναι πολλά, σημαντικά, αποτελούν πολύτιμη εμπειρία για την ιστορική εξέλιξη, αφού άνοιξε το δρόμο για το πέρασμα από μια κατώτερη κοινωνία (φεουδαρχία) σε μια ανώτερη (καπιταλισμός). Ιδιαιτέρως δε για μας τους κομμουνιστές που σήμερα, στην εποχή του ιμπεριαλισμού που είναι τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, εποχή δηλαδή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, αγωνιζόμαστε στην πρώτη γραμμή για την ανατροπή της ιστορικά ξεπερασμένης σημερινής κοινωνίας και το πέρασμα στην ανώτερή της τη σοσιαλιστική με προοπτική τον κομμουνισμό, για την κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Κώστας ΚΑΤΣΙΑΜΑΝΗΣ
Συνεργάτης του ΚΜΕ

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Γιώργης Ερυθριάδης (1910- 21/1/1963)


Δεσμώτης - μάρτυρας του Ιτζεδίν


Το παράδειγμά του εμπνέει και καθοδηγεί πάντα


Τη μνήμη του αξέχαστου κομμουνιστή ηγέτη Γιώργη Ερυθριάδη, που εξοντώθηκε το Γενάρη του 1963, στο Ιτζεδίν Κρήτης (επί κυβέρνησης Καραμανλή), τιμάμε φέτος με δύο κείμενα από βιβλία συγκρατουμένων του.

Το πρώτο είναι από τις "Μνήμες και Εικόνες" του Γιάννη Μποτού (πάνε χρόνια που πέθανε κι αυτός) και αναφέρεται στο παρακάτω χρονικό, με πρωταγωνιστή τον Ερυθριάδη:

"Στο Καλάμι της Κρήτης, το λεγόμενο και Ιτζεδίν, απ' τ' όνομα κάποιου πασά, φαίνεται, που 'φκιασε το φρούριο, πάνω απ' τον κόλπο της Σούδας, είχαμε και το Γιώργη Ερυθριάδη. Ο μπάρμπα Γιώργης, έτσι τον φωνάζαμε, ήταν ανώτατο στέλεχος του Κόμματος, μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Πολύ ζωντανός άνθρωπος και με πολύ κοφτερό μυαλό, με θέληση και αποφασιστικότητα και αδιάλλαχτος μέχρις υπερβολής στην υπεράσπιση της πολιτικής του Κόμματος. Πέθανε, όπως είναι γνωστό, στη φυλακή του Καλαμιού από συμφόρηση. Τον άφησαν χωρίς γιατρό κι όταν στα στερνά τον μετέφεραν καθυστερημένα στα Χανιά, τον μετέφεραν με φορτηγό... Και κει πέθανε.

Κάποτε βρεθήκαμε σαν ομάδα πολιτικών κρατουμένων σε πολύ δύσκολη θέση απέναντι στον αντίπαλο. Συγκεκριμένα, επειδή στο Καλάμι η ομάδα παλιότερα είχε διασπαστεί, χρειάστηκε επέμβαση του Κόμματος για να ξεπεραστεί η διάσπαση. Και τώρα είχε γίνει σε συνέλευση της ομάδας μια εισήγηση - ανάλυση απ' το γραμματέα της απόφασης του Πολιτικού Γραφείου, σχετικά με την κατάσταση στη φυλακή. Το χαρτί, λοιπόν, με το κείμενο της εισήγησης αυτής, μαζί και με γράμμα, μου φαίνεται, προς το Πολιτικό Γραφείο, το 'πιάσαν στον Α θάλαμο σε μια έρευνα. Το είχε ο Παντελής Κιουρτσής και μόλις είπαν "έρευνα", το 'χωσε στο κρεβάτι του Στέλιου Μαυρομάτη. Ομως απ' έξω απ' το παράθυρο αντελήφθηκαν την κίνηση δυο φύλακες, ο Ρήγας κι ο Καφατάκης, και μόλις μπήκαν μέσα πήγαν κατ' ευθείαν στο Στέλιο, τον στρίμωξαν, πήραν το χαρτί και το πήγαν στον αρχιφύλακα το Μαθιουδάκη, τον λεγόμενο "Χάρτιγκ", στο χωλ ανάμεσα στον Α και Β θάλαμο. Αν σωστά έμαθα τώρα τελευταία, υπήρχε κάποιος χαφιές στον Α θάλαμο που είχε προδώσει το μυστικό. Εγραφε γράμματα στη μάνα του και κει μέσα έγραφε και σημείωμα με πληροφορίες προς τη διεύθυνση της φυλακής. Ξεσκεπάστηκε αργότερα και διώχτηκε απ' την ομάδα. Τότε λοιπόν, σε κείνη τη δύσκολη στιγμή, διαπίστωσα για τον Ερυθριάδη, κι όλοι μας βέβαια, ότι επρόκειτο για άνθρωπο με πολλές ικανότητες και μεγάλη αποφασιστικότητα.

Με εντολή του, ενεργήσαμε τόσο γρήγορα και αποφασιστικά, που μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας είχαμε στραπατσάρει τον αντίπαλο κι είχαμε βγει απ' την πολύ δύσκολη θέση μας. Συγκεκριμένα εκεί στο χωλ, ανάμεσα στους Α και Β θαλάμους, απομονώσαμε τον αρχιφύλακα απ' τους φύλακες που βρίσκονταν στον Α και Β θάλαμο κι έκαναν την έρευνα, του κάναμε και μεις έρευνα και του πήραμε απ' την τσέπη το χαρτί και το κάψαμε. Απ' τη βία τους μάλιστα τα παιδιά που του 'καμαν την έρευνα, του πήραν και την ταυτότητα, που φυσικά την επιστρέψαμε αμέσως. Λύσσαξαν οι φύλακες κι απ' κακό τους και την προσβολή, που θεωρούσαν ότι έπαθαν, ήταν βλέπεις και Κρητικοί και το πήραν και εγωιστικά, προσωπικά το πράμα, φώναζαν στους φρουρούς και τους ζητούσαν να μας ρίξουν στο ψαχνό. "Στους θαλάμους μας, παιδιά", φωνάζει ο μπάρμπα Γιώργης και σε λίγο είμασταν μέσα όλοι. Αυτό ήταν. Σιγά - σιγά τους πέρασε και μέρεψαν...".

Το δεύτερο είναι από την προσωπική κατάθεση του Γιώργη Τρικαλινού με τίτλο "Πιστοί στις Ιδέες του Επιστημονικού Σοσιαλισμού" (Τόμ. Β) και πρόκειται για αδημοσίευτο γράμμα του προς τον αθηναϊκό Τύπο από την Απομόνωση του Ιτζεδίν, για το πώς εξοντώθηκε ο Ερυθριάδης, που έρχεται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας:

"Τους τάφους των νεκρών κανείς δεν τους αρνείται. Στις 22.1.63, η κυβερνητική εφημερίδα "Καθημερινή" έγραφε:

"Απέθανε το απόγευμα ο Γεώργιος Ερυθριάδης, στέλεχος του ΚΚΕ... από 17μήνου εκρατείτο εν απομονώσει".

Και το υπουργείο Δικαιοσύνης με τη σιωπή του εβεβαίου του λόγου το ασφαλές.

Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι που αρνούνται τους τάφους των ζωντανών. Και δεν είναι άλλοι από εκείνους που τους άνοιξαν.

Αυτό συμβαίνει με μας.

Μας άρπαξαν, πριν δυο χρόνια, απ' τις φυλακές Αλικαρνασσού - Ηρακλείου, γιατί με τους 225 συγκρατουμένους μας καταγγείλαμε στο λαό, το διευθυντή κ. Μ. Κουνενάκη, τα εξοντωτικά μέτρα που εφάρμοζε εναντίον μας και για την παράνομη κατακράτηση μέρους του συσσιτίου μας. Διαπίστωσαν και απεφάνθηκαν πως είχαμε δίκιο (Α. Χριστοδούλου - Επιθεωρητής του υπουργείου). Αλλά παρ' όλα αυτά, μας μεταφέρανε αλυσοδεμένους στο κάτεργο του Ιντζεδίν. Μας κλείσανε σε ένα στενό διαμέρισμα, στη λεγόμενη Ακτίνα Β, σε αυστηρή απομόνωση από τους άλλους 70 πολιτικούς κρατούμενους. Μας επέβαλαν ένα ειδικό εξοντωτικό καθεστώς. Βλέπουν τα λαμπρά αποτελέσματα του έργου τους. Από τους 22 απομείναμε 10. Εστειλαν τέσσερις βαριά άρρωστους στην Αθήνα, στο νοσοκομείο "Αγιος Παύλος". Εναν στο ψυχιατρείο της Καλλιθέας. Εναν στον τάφο.

Γνωρίζουν τα μαρτύρια που τραβάμε εδώ μέσα και τους κινδύνους που διατρέχει η ζωή μας. Μας εξοντώνουν εν ψυχρώ...

Κι έρχονται ύστερα και αρνούνται τα πάντα.

Στις 12.4.1963 η εφημερίδα "ΒΗΜΑ" έγραψε:

"Εις απάντησιν σχετικού δημοσιεύματος, το υπουργείον Δικαιοσύνης τονίζει ότι ουδείς κατάδικος ευρίσκεται εν απομονώσει εις τα φυλακάς Καλαμίου". Ωραία!

Ας επιτρέψει, λοιπόν, το υπουργείο να επισκεφτεί τη φυλακή μας μια αντιπροσωπεία βουλευτών, νομικών και δημοσιογράφων.

ΙΔΟΥ ΤΟ ΙΤΖΕΔΙΝ!

ΤΟΛΜΗΣΑΤΕ ΚΥΡΙΟΙ

17.4.63

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΙΤΖΕΔΙΝ ΚΡΗΤΗΣ

Υ. Γ. Το γράμμα αυτό γράφτηκε από τον Γιώργη Μωραϊτη, που κείνο τον καιρό ήταν κι αυτός κρατούμενος στις φυλακές - εξοντωτήρια του Ιτζεδίν, και επρόκειτο να σταλεί σε ορισμένες αθηναϊκές εφημερίδες. Δεν έγινε γνωστό πώς και γιατί δε στάλθηκε. Πολλά τα εμπόδια στη φυλακή του Ιτζεδίν. Ετσι έμεινε αδημοσίευτο. Βρέθηκε εκ των υστέρων στα χαρτιά του σ. Γ. Μωραϊτη και το φέρνουμε στη δημοσιότητα".
(ΡΙΖΟΣΠΆΣΤΗΣ)


(από το αρχείο του ΚΚΕ)
Ο Γ. Ερυθριάδης, γεννήθηκε το 1910. Από παιδί ακόμη, έζησε και ανδρώθηκε στους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες στη Νάουσα, όπου ανέπτυξε πλούσια συνδικαλιστική και κομματική δράση μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ.
Στη δικτατορία Μεταξά, ο Ερυθριάδης δούλεψε παράνομα, χρησιμοποιώντας το όνομα Πέτρος. Από τότε αυτό το όνομα, Πετρής, έγινε σχεδόν συστατικό του ονόματός του και μ’ αυτό τον συναντάμε σε πολλά έγγραφα της ιστορίας του ΚΚΕ. Υπήρξε μέλος και Γραμματέας του Μακεδονικού Γραφείου της Κομματικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της Κατοχής έως την Απελευθέρωση.
Πολέμαρχος του ΔΣΕ, συμμετείχε ως μέλος του Πολεμικού Συμβουλίου στο ένδοξο αυτό έπος, ανέλαβε διοικητής της 20ης Ταξιαρχίας και αργότερα διοικητής της 6ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, που δρούσε στην Κεντρική Μακεδονία. Μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ, ο Ερυθριάδης πέρασε στην πολιτική προσφυγιά.
Ξαναβρέθηκε στην Ελλάδα παράνομα, ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, με αποστολή την καθοδήγηση των παράνομων Κομματικών Οργανώσεων. Συνελήφθη το 1960 και την ίδια χρονιά αρχίζει στο Διαρκές Στρατοδικείο της Αθήνας η δίκη 12 στελεχών του ΚΚΕ με την κατηγορία της «κατασκοπείας».
Στο τυποποιημένο κατηγορητήριο αναφέρονταν πως οι κατηγορούμενοι «εισήλθον εις την Ελλάδα εκ χωρών του παραπετάσματος με σκοπόν τη διενέργειαν κατασκοπείας διά λογαριασμόν ξένης δυνάμεως». Οι Ρούλα Κουκούλου, Αύρα Παρτσαλίδου, Κώστας Φιλίνης, Γιώργης Ερυθριάδης, Έλλη Ερυθριάδου και Κώστας Τριανταφύλλου καταδικάζονται σε ισόβια μια βδομάδα αργότερα.
Ο Ερυθριάδης μεταφέρθηκε στις φυλακές Ιτζεδίν, όπου, αν και βαρειά άρρωστος, τον έκλεισαν επί 17 μήνες στην απομόνωση αυτού του κάτεργου όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 21 Γενάρη 1963.
Από τα 35 χρόνια της ζωής του στο Κόμμα και τη Νεολαία του, ο Ερυθριάδης πέρασε 15 χρόνια στις φυλακές και στις εξορίες, 6 στα βουνά, 4 στην παρανομία, 5 στην πολιτική προσφυγιά και τα άλλα 5 μεταξύ νόμιμης και μισοπαράνομης δράσης. Έτσι κύλησε όλη η αγωνιστική του πορεία που ξεκίνησε από τα εφηβικά του χρόνια και διάρκεσε ως τα 53 του.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Νίκος Καζαντζάκης: Η ορμητική άνοδος του πολιτισμού στην ΕΣΣΔ



Το παρακάτω κείμενο αποτελεί πρόλογο του Νίκου Καζαντζάκη στο βιβλίο του Σ.Γκόπνερ “Η ορμητική άνοδος του πολιτισμού στην ΕΣΣΔ”, εκδ. Παπαζήση, 1945. Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) καταγράφει ενδιαφέρουσες πτυχές της άνθησης του πνευματικού και μορφωτικού επιπέδου του ανθρώπου κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Σοβιετική Ένωση, ερμηνεύοντας τες μέσα από το δικό του, ιδιαίτερο, ιδεαλιστικό πρίσμα.

1. Ο κόσμος τούτος, ο μεταπολεμικός, όπου ζούμε, είναι τόσο σάπιος, ανήθικος κι ανάξιος κ’ ενός μέτριου ακόμα ανθρώπου, που κάθε προσπάθεια να γκρεμιστή φαίνεται κ’ είναι ιερή.

Γι’ αυτό σήμερα όλοι οι τίμιοι άνθρωποι, όσοι έθεσαν σκοπό της κοινωνικής ζωής τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και το φως, τούτο, το γκρέμισμα του σάπιου, ατιμασμένου, κρονόληρου κόσμου, θεωρούν ως πρώτο τους χρέος.

(Ατέχνως)

2. Το δεύτερο χρέος, το θετικό, κάθε τίμιου σήμερα ανθρώπου είναι: η προσπάθεια να δημιουργηθή ένας κόσμος καλύτερος, όπου να κυριαρχή αυτό που λέμε φως ή Θεός ή ανήφορος.

Την προσπάθεια τούτη, την ηρωϊκή, τη μαρτυρική, ανέλαβε και πραγματοποιεί – αυτή είναι η φοβερή ιστορική της αποστολή – η Σοβιετική Ρουσία. Αυτή είναι σήμερα ο δημιουργικός στρόβιλος, το περιδινούμενο πυραχτωμένο νεφέλωμα, που διαμορφώνεται και συμπυκνώνεται ολοένα, και δημιουργεί – αυτή είναι πια η μόνη ελπίδα των ανθρώπων – τον νέο καλύτερο κόσμο.

Κι όλοι περιδινούμαστε πυραχτωμένοι μαζί της.

3. Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος, που πλανάται στη σημερινή δυσωδία που αναδίνει η αποσύνθεση του αστικού κόσμου, θεωρεί την ψυχή του και τη σωτηρία του αλληλένδετη με τη Σοβιετική Ρουσία.

Γι’ αυτό ό,τι δήποτε μάθουμε πως γίνεται εκεί πέρα, κάθε ρούσικη προκοπή, μια της επιστημονική εφεύρεση, μια καλή της εσοδεία, μια νίκη στρατιωτική, μας ενδιαφέρουν βαθύτατα και χαιρόμαστε, γιατί, συνειδητά ή ασυνείδητα, το ξέρουμε καλά, πως έτσι η οικοδομή του μελλούμενου κόσμου προχωράει κ’ η παγκόσμια ελπίδα ανεβαίνει.

4. Πολλοί ξαφνιάζονται κι ακούν με δυσπιστία την αλματική πορεία της Ρουσίας. Πώς γίνουνται τα θάματα αυτά; Ποιό είναι το μυστικό της Ρουσίας; ρωτούν. Ρωτούν γιατί είναι άπιστοι, γιατί δεν την έζησαν ποτέ τους και δεν ξέρουν τί θαυματουργική γιγάντια δύναμη είναι η πίστη.

Οταν η πίστη κυριεύει έναν άνθρωπο ή ένα λαό, η ζωή, που είχε αρχίσει να νυστάζει και να πέφτει, τινάζεται, νοιώθει ξανά την παντοδυναμία της κι από τη στιγμή τούτη το θάμα είναι πια η καθημερινή υποταγή της Ανάγκης στη σφοδρή ανυπόμονη επιθυμία της ψυχής.

Ο άπιστος πεινάει όταν δεν έχει καλοφάει, ο άπιστος κρυώνει όταν δε φοράει χοντρά μάλλινα ρούχα το χειμώνα, ο άπιστος φεύγει έντρομος όταν ξαφνικά αντικρύσει παραταγμένο μπροστά του ισχυρότερον οχτρό, ο πιστός δεν πεινάει, δεν κρυώνει, δε φοβάται, είναι σίγουρος.

Κάποιος μέσα του, πέστε τον όπως θέτε, νικάει τις μικρές λογικές βεβαιότητες και φτάνει στην κορυφή της χτεσινής χίμαιρας που λεγεται τώρα πια σημερινή πραγματικότητα.

Αυτό είναι το μυστικό της Σοβιετικής Ρουσίας.

5. Ορμητικός, ακάθεκτος, θαυματουργός είναι ο ρυθμός της Ρουσίας. Ο Σταχάνωφ δεν είναι παρά η προσωποποίηση, σ’ ένα μονάχα τομέα, της ανυπομονησίας που κυρίεψε το πνέμα ν’ ανοικοδομήση. Νοιώθει το Πνέμα τούτο – ας το πούμε ιστορική Ανάγκη – πως ο σημερινός κόσμος γκρεμίζεται κι ο άνθρωπος δεν πρέπει, δεν μπορεί ν’ απομείνη άστεγος. Μια πλατύτερη ηθική, μια δικαιότερη κατανομή των υλικών και πνεματικών αγαθών, μια ανώτερη Ελπίδα, είναι ανάγκη κατεπείγουσα να δημιουργηθούν, που να μπορούν να χωρέσουν την ψυχή του ανθρώπου που μεγάλωσε.

Γι αυτό με τόση βιάση και τόση ένταση όλοι οι υπεύθυνοι οδηγοί της Ρουσίας μάχουνται να φωτίσουν τις μάζες. Γιατί ξέρουν πως μονάχα από το φωτισμό του λαού εξαρτάται η σωτηρία. Σε κάθε εργοστάσιο, στρατώνα, νοσοκομείο, φυλακή, καράβι, σκολειό, χωριό, υπάρχει, ιερός άσβεστος πυρήνας, μια λέσχη, μια μορφωτική ίσμπα, μια Κόκκινη Γωνιά – με βιβλιοθήκη, εφημερίδες περιοδικά, συχνά με κινηματογράφο, ορχήστρα, πρόχειρη θεατρική σκηνή.

Εκεί μαζώνουνται, τις ώρες της ανάπαψης, οι σύντροφοι, διαβάζουν, ή ένας διαβάζει και εξηγεί ή κάνουν ομιλίες, συναυλίες, παίζουν θεατρικά έργα, που συχνά τα έχουν γράψει οι ίδιοι οι εργάτες κι’ οι χωριάτες. ‘Η μαθαίνουν τους αναλφάβητους γράμματα.

Πολιτικά, κοινωνικά, πνεματικά φροντιστήρια, όπου κάθε πολίτης άντρας ή γυναίκα, μορφώνεται και μαθαίνει ποιά είναι τα δικαιώματά του και τα χρέη.

Το φως, κ’ οι τυφλοί ακόμα το νοιώθουν, είναι ακατανίκητη εκρηχτική δύναμη. Κι όταν εκραγή στο σπίτι φωτίζει, είτε το θέλεις είτε μη, και το σπίτι του γειτόνου.

Γι’ αυτό αν με ρωτήσουν ποιό πράγμα στη Σοβιετική Ρουσία μου έκανε τη βαθύτερη εντύπωση και μου έδωκε τις μεγαλύτερες ελπίδες, αδίσταχτα θ’ απαντήσω: η ιερή μανία των αρχηγών να φωτίσουν τη μάζα. Το φως! Το φως! Να ποιό είναι το μεγαλύτερο όπλο της Σοβιετικής Ρουσίας.

Είχε δίκιο ο πάστορας Καρλ Φογκλ που όταν γύρισε από το σοβιετικό του ταξίδι, συνώψισε με τα απλά τούτα συγκινημένα λόγια τα συμπεράσματά του: Ο,τι είδα κ’ έζησα στη Σοβιετική Ρουσία μ’ έκανε να ξαναβρώ πάλι την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους, που την είχα χαμένη.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Όταν ο Αινστάιν τα είπε στον Βενιζέλο

Στις 23 Μαρτίου 1929 δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» τηλεγράφημα του Αλμπερτ Αϊνστάιν προς την κυβέρνηση Βενιζέλου.

Ο μεγάλος επιστήμονας, που ήταν και μέλος της Επιτροπής Αμύνης των Θυμάτων της Λευκής (αστικής) Τρομοκρατίας στα Βαλκάνια, διαμαρτυρόταν για την αποβολή φοιτητών από το Πανεπιστήμιο για πολιτικούς λόγους, απαιτώντας την ελευθερία της σκέψης των φοιτητών.

Για τον ρόλο της Εκκλησίας -Σαν σήμερα ο αφορισμός της επανάστασης του '21


Όσο βαθαίνει η κρίση του συστήματος στην Ελλάδα και αλλού, μιλάμε για την οικονομία(δηλαδή αυτό που ονομάζουμε βάση), τόσο γίνεται φανερό ότι ζούμε σε εποχή οπισθοδρόμησης σε όλα τα επίπεδα και επομένως και σε όλο το φάσμα αυτού που ονομάζουμε εποικοδομημα.

Ο θεσμός της θρησκείας που σε διάφορες εποχές στο παρελθόν έχει αμφισβητηθεί πολύ σκληρά, τώρα επανέρχεται με ολοφάνερες επιθετικές διαθέσεις, απαιτώντας πλέον -και όχι απλά διεκδικώντας- το δικαίωμα της αποφασιστικής συμμετοχής της σε κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν όλους τους τομεις, από την Παιδεία   μέχρι και την εξωτερική πολιτική. 

Καλό είναι όμως να μην ξεχνάμε τον ρόλο που έχει παίξει ο θεσμός και η κορυφή της εκκλησίας, σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. 

Είναι ιστορικό δεδομένο βέβαια ότι η εκκλησία ξέκοψε εδώ και περισσότερο από 17 αιώνες από το λαό, από τη στιγμή που έγινε επίσημη θρησκεία της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας και έχασε το κοινωνικό  περιεχόμενο που είχε ως ιδεολογία των καταπιεσμένων μαζών που αντιστεκόντουσαν στο δουλοκτητικό Ρωμαικό κράτος.


Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τον Ριζοσπάστη και τη στήλη  "Σαν σήμερα":

Το Πατριαρχείο, επιφορτισμένο από το οθωμανικό καθεστώς με το καθήκον του τοποτηρητή της ευταξίας στους υπ’ ευθύνη της πληθυσμούς και εχθρικό προς τα φιλελεύθερα - αστικά ιδεώδη που έφερε η Επανάσταση του 1821, επιστρατεύει το όπλο του αφορισμού (όπως είχε πράξει και στο παρελθόν στα Ορλωφικά, στις εξεγέρσεις του 1807, του 1808, κλπ.).

Στον αφορισμό του ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄χαρακτήριζε την Επανάσταση ως «αχαριστία […] συνοδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας», που«εμφαίνει και τρόπον αντίθεον»! Τους δε «ασεβείς πρωταίτιους», Μ. Σούτσο και Α. Υψηλάντη, τους καταδίκαζε ως «συμπράκτορες φιλελεύθερους», οι οποίοι, «επιχείρησαν έργον μιαρόν, θεοστεγές και ασύνετον» και καλούσε τους πιστούς «να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε».

Το κείμενο διαβάστηκε από άμβωνος σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς, κάνοντας μεγάλη ζημιά στην υπόθεση του Αγώνα (ιδιαίτερα μεταξύ των αγροτικών πληθυσμών). Την ίδια στιγμή προκάλεσε την κατακραυγή σημαντικού μέρους των καταπιεζόμενων λαών, που μέσα τους έκαιγε η φλόγα της Επανάστασης.



Η στάση αυτή του Πατριαρχείου μόνο έκπληξη δεν αποτελεί, αφού και ως επίσημη θρησκεία του Βυζαντίου πάντα στεκόταν στο πλευρό της εξουσίας απέναντι σε οποιαδήποτε εξέγερση απειλούσε το Βυζαντινό κράτος (π.χ. η εξέγερση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη το 1342-1349 και η σφαγή που ακολούθησε).
Την ίδια στάση κράτησε και στη συνέχεια στη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, παίζοντας   ρόλο   τοποτηρητή. 

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Δικες της Μόσχας -Και ο πρέσβης των ΗΠΑ Γιόσεφ Α. Ντέιβις για τις δίκες

"Η κατάσταση πραγμάτων που απέρρεε από αυτές τις δίκες, αποκάλυπτε γεγονότα για ραδιουργίες της Πέμπτης Φάλαγγας στη Ρωσία και υποχθόνια εργασία, εκεί, που ήταν αληθινά εκπληκτικά..."

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ






Οι «δίκες» ήταν το «πάτημα» των αστών ιστοριογράφων «μυθολόγων» για να εξαπολύσουν την αντικομμουνιστική-αντισοβιετική τους επίθεση. Ομως, υπάρχουν αυθεντικοί αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες, που δημοσίευσαν τις εντυπώσεις τους για τις δίκες της Μόσχας, όπως ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Μόσχα, Γιόσεφ Α. Ντέιβις. Αυτός, βεβαίως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν φιλοσοβιετικός ή οπαδός του κομμουνισμού και προσωπικά του Στάλιν. Και όμως, η μαρτυρία του για τις «δίκες» της Μόσχας είναι εντελώς αντίθετη απ' αυτή της κυρίαρχης αστικής προπαγάνδας.



Ο Ντέιβις δημοσίευσε το 1943 στη Ζυρίχη βιβλίο με τον τίτλο: «Σαν πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα». Αυθεντικές και εμπιστευτικές εκθέσεις για τη Σοβιετική Ενωση έως τον Οκτώβρη του 1941.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης παρακολούθησε - όπως και όλοι οι ξένοι διπλωμάτες που το επιθυμούσαν - τις δίκες της Μόσχας. Μάλιστα, ο ίδιος και από προσωπικό ενδιαφέρον ως διπλωματούχος νομικός.


Ας δούμε τι γράφει για τη δίκη του Ν. Μπουχάριν και άλλων, το 1938, σε τηλεγράφημά του, που απέστειλε στις 17 του Μάρτη 1938 στο υπουργείο Εξωτερικών στην Ουάσιγκτον, όπου αναφέρει (αυτολεξεί απόσπασμα από το βιβλίο του, σελ. 209): «Παρά την προκατάληψη... μετά την καθημερινή παρακολούθηση των μαρτύρων και του τρόπου που κάνουν τις καταθέσεις, με βάση την αθέλητη επιβεβαίωση που προέκυψε, κατέληξα στην αντίληψη, όσον αφορά τους πολιτικούς κατηγορούμενους, ότι ένας αρκετός αριθμός από τα απαριθμούμενα στο κατηγορητήριο αδικήματα κατά των σοβιετικών νόμων αποδείχτηκε και για λογική σκέψη τέθηκαν εκτός αμφισβήτησης, ώστε να δικαιολογήσουν την κήρυξη της ενοχής για εσχάτη προδοσία και των προβλεπόμενων από το σοβιετικό ποινικό νόμο ποινών. Η γνώμη εκείνων των διπλωματών που παραβρέθηκαν τακτικότατα στην ακροαματική διαδικασία ήταν γενικά ότι η δίκη αποκάλυψε το γεγονός μιας σφοδρής πολιτικής αντιπολίτευσης και μιας σοβαρότατης συνωμοσίας, που εξήγησε στους διπλωμάτες πολλά έως τώρα ακατανόητα συμβάντα των περασμένων έξι μηνών στη Σοβιετική Ενωση» (σελ. 209).











Για τη δίκη ενάντια στον Καρλ Ράντεκ και στους συγκατηγορουμένους του το 1937, ο Ντέιβις, που υπήρξε επίσης αυτόπτης μάρτυρας (σελ. 33 του βιβλίου του), αναφέρει την έκθεση που έστειλε στο υπουργείο Εξωτερικών στην Ουάσιγκτον στις 17 του Φλεβάρη 1937. Στην έκθεση γράφει: «Αντικειμενική θεώρηση με άφησε με εναντίωση να συμπεράνω ότι το κράτος πραγματικά απέδειξε την κατηγορία (τουλάχιστον κατά τούτο, ότι η ύπαρξη μιας εκτεταμένης συνωμοσίας και μυστικών μηχανορραφιών κατά της σοβιετικής κυβέρνησης από τους πολιτικούς αρχηγούς τέθηκαν εκτός αμφισβήτησης και σύμφωνα με τους υπάρχοντες νόμους τα ισχυριζόμενα στο κατηγορητήριο εγκλήματα διαπράχθηκαν και είναι τιμωρητέα). Μίλησα με πολλούς, και μάλιστα με όλα σχεδόν τα μέλη του εδώ Διπλωματικού Σώματος, και με ίσως μια μοναδική εξαίρεση όλοι ήταν της γνώμης ότι η ακροαματική διαδικασία απέδειξε καθαρά την ύπαρξη ενός μυστικού πολιτικού σχεδίου και μιας συνωμοσίας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης».



Ο Ντέιβις μιλάει (σελ. 86) για το ημερολόγιό του, όπου στις 11 του Μάρτη 1937 έχει σημειώσει το ακόλουθο χαρακτηριστικό επεισόδιο: «Ενας άλλος διπλωμάτης μού έκανε χτες μια πολύ διαφωτιστική παρατήρηση. Μιλούσαμε για τη δίκη και εκείνος εκφράστηκε ότι οι κατηγορούμενοι είναι αναμφίβολα ένοχοι. Ολοι εμείς που παρευρεθήκαμε στην ακροαματική διαδικασία είμαστε σύμφωνοι γι' αυτό, Αντίθετα, είπε, ο έξω κόσμος φαίνεται, σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις για τη δίκη, να σκέφτεται ότι η δίκη είναι καθαρό εξωτερικό στόλισμα (την είπε πρόσοψη). Ναι μεν γνωρίζει, όπως είπε, ότι αυτό δεν αληθεύει, αλλά πιθανώς είναι εξίσου καλό, αν ο έξω κόσμος το θεωρεί έτσι».


Τα κρατικά σύνορα της ΕΣΣΔ αποκαταστάθηκαν. Ο δρόμος για το Βερολίνο άνοιξε...


Ο πρέσβης των ΗΠΑ σε γράμμα του στην κόρη του Εμλεν, στις 8 του Μάρτη 1938, αναφέρει: «Την προηγούμενη βδομάδα παρακολουθούσα καθημερινά τις συνεδριάσεις της δίκης Μπουχάριν. Ασφαλώς την έχεις παρακολουθήσει στον Τύπο. Είναι κάτι το τρομερό. Βρήκα ένα πνευματικό ενδιαφέρον σε αυτήν, γιατί αφύπνισε πάλι μέσα μου τις παλιές κριτικές ικανότητες, που τις χρειάζεται κανείς για να εκτιμήσει σωστά την αξιοπιστία των μαρτύρων και να χωρίσει την ήρα από το σιτάρι - με άλλα λόγια, να διακρίνει το αληθινό από το ψεύτικο - πράγμα που εγώ το άσκησα επί πολλά χρόνια στη διεξαγωγή δικών... Αποκαλύπτεται η σιλουέτα μιας συνωμοσίας, που, με στόχο να πραγματοποιήσει την ανατροπή της τωρινής κυβέρνησης, παρ' ολίγο να είχε επιτυχία».



Ο ίδιος μετά από μια συνομιλία που είχε με τον ίδιο τον Στάλιν γράφει στην κόρη του στις 9 του Ιούνη 1938. «Αν μπορείς να φανταστείς μια προσωπικότητα που σε όλα τα σημεία είναι το εντελώς αντίθετο από αυτό που θα μπορούσε να επινοήσει και ο μανιωδέστερος αντίπαλος του Στάλιν, τότε έχεις την εικόνα αυτού του ανδρός. Οι συνθήκες που γνωρίζω ότι κυριαρχούν εδώ και αυτή η προσωπικότητα απέχουν τόσο πολύ μεταξύ τους όπως δύο πόλοι. Η εξήγηση γι' αυτό βρίσκεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι για τη θρησκεία τους ή για ένα "ζήτημα" είναι πρόθυμοι να κάνουν κάτι που χωρίς αυτό ουδέποτε θα το έπρατταν» (σελ. βιβλίου 276).

Την πεποίθησή του για τη σκοπιμότητα των δικών της Μόσχας, ο Ντέιβις τη διατυπώνει το 1941, μετά την εισβολή των χιτλεροφασιστών στην ΕΣΣΔ. Στο βιβλίο του (σελ. 209) γράφει ότι οι δίκες αυτές για εσχάτη προδοσία «εξόντωσαν την Πέμπτη Φάλαγγα του Χίτλερ στη Ρωσία». Ας το δούμε πιο αναλυτικά:

Η Πέμπτη Φάλαγγα στη Ρωσία: Μια μελέτη του 1941 με βλέμμα προς τα πίσω


«Προκαταρκτική παρατήρηση: Παρότι όσα ακολουθούν γράφτηκαν μόλις το 1941, μετά τη γερμανική εισβολή στη Ρωσία, λογικά βρίσκουν εδώ τη θέση τους, γιατί απεικονίζουν το πώς οι δίκες εσχάτης προδοσίας εξόντωσαν την Πέμπτη Φάλαγγα του Χίτλερ στη Ρωσία.



Οταν, μετά τη συμμετοχή μου στις γιορτές του Ιούνη για την απονομή του βαθμού του ακαδημαϊκού στο παλιό μου πανεπιστήμιο, ταξίδευα για το σπίτι μου και έφτασα στο Σικάγο, ρωτήθηκα αν ήμουν πρόθυμος να μιλήσω στην πανεπιστημιακή λέσχη, σε συνδυασμό με εταιρίες του Βισκόσιν. Ηταν ακριβώς τρεις μέρες μετά την εισβολή του Χίτλερ στη Ρωσία. Κάποιος από τους ακροατές ρώτησε: "Τι γίνεται με την Πέμπτη Φάλαγγα στη Ρωσία;". Χωρίς δισταγμό απάντησα: "Δεν υπάρχει. Ολοι τους ντουφεκίστηκαν".

Σήμερα, μέσα στο τρένο ξανάπιασα αυτή τη σκέψη. Αν έκανε κανείς τον κόπο να σκεφτεί, θα έπρεπε να του φανεί αρκετά περίεργο ότι με την εισβολή αυτή του ναζισμού, δεν είχε ακουστεί ούτε μια λέξη για "εργασία στο εσωτερικό" πίσω από τις ρωσικές γραμμές. Δεν υπήρχε καμιά λεγόμενη εσωτερική επίθεση στη Ρωσία σε επαφή με την ανώτατη γερμανική διοίκηση.

Η εισβολή στην Πράγα το 1939 συντελέστηκε με τη δραστήρια στρατιωτική υποστήριξη της οργάνωσης του Χενλάιν στην Τσεχοσλοβακία. Το ίδιο έγινε με την εισβολή στη Νορβηγία. Από τη σημερινή εικόνα της Σοβιετικής Ενωσης λείπουν οι Σουδήτες του Χενλάιν, οι Σλοβάκοι Τίζος, οι Βέλγοι Ντεγκρέλ και οι Νορβηγοί Κουίσλινγκ.

Καθώς συλλογιζόμουν έτσι γι' αυτά τα πράγματα, μου ήρθε ξαφνικά η ιδέα ότι τα όσα συνέβησαν στη Ρωσία, στη διάρκεια της εκεί παραμονής μου, μπορούσαν ίσως να έχουν μια σημασία που έως τώρα δεν είχε υπολογιστεί.

Με την άφιξή μου στην Ουάσιγκτον έσπευσα να ξαναδιαβάσω τις παλιές καθημερινές μου σημειώσεις και με την άδεια του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να ξαναδώ μερικές από τις επίσημες εκθέσεις μου.


Κανείς από εμάς στη Ρωσία τότε, το 1937 και 1938, δε σκεφτόταν κάτι τέτοιο, όπως η "Πέμπτη Φάλαγγα". Η φράση αυτή δεν ήταν ακόμα σε χρήση. Μόλις πριν από λίγο καιρό υπάρχουν στη γλώσσα μας εκφράσεις όπως η "Πέμπτη Φάλαγγα" και "εσωτερική επίθεση" για να χαρακτηρίσουν την εθνικοσοσιαλιστική τακτική.



Για να μιλήσουμε γενικά, οι καλά πληροφορημένοι σκέφτονταν ότι ο Χίτλερ μπορεί να χρησιμοποιεί τέτοιες μεθόδους. Αλλά αυτό ήταν από τα πράγματα, για τα οποία πολλοί νόμιζαν ότι απλούστατα δεν μπορούν να συμβούν. Μόλις μέσα στα δύο τελευταία χρόνια αποκαλύφθηκαν, χάρη στη δραστηριότητα των επιτροπών Dies και του FBI, οι ραδιουργίες των γερμανικών οργανώσεων στη χώρα μας και στη Νότια Αμερική και μόλις από τότε γνωρίσαμε την πρόσφατη αποτελεσματικότητα των Γερμανών πρακτόρων και τη συνεργασία τους με τους προδότες στη Νορβηγία, στην Τσεχοσλοβακία και στην Αυστρία, που πρόδωσαν τη χώρα τους από τα μέσα, βοηθώντας στην προετοιμασία της επίθεσης του Χίτλερ.

Τέτοια κίνηση και τέτοιες μέθοδες υπήρχαν ήδη φανερά το 1935 στη Ρωσία, σαν ένα κομμάτι της απόπειρας κατά των Σοβιέτ.

Η σοβιετική κυβέρνηση, όπως αποδείχτηκε τώρα, πρόσεχε ήδη τότε έντονα τα σχέδια των ανώτατων γερμανικών στρατιωτικών και πολιτικών διοικήσεων και την "εσωτερική εργασία" στη Ρωσία, που χρησίμευε στην προετοιμασία της γερμανικής επίθεσης ενάντια στη χώρα.

Ενώ βασάνιζα το μυαλό μου γι' αυτό το συγχρονισμό των γεγονότων, είδα ξαφνικά μπροστά μου την εικόνα που θα έπρεπε να την είχα δει τότε. Η ιστορία είχε ξετυλιχτεί στις λεγόμενες δίκες εσχάτης προδοσίας ή δίκες εκκαθάρισης του 1937 και 1938 και αυτές τις είχα παρακολουθήσει ως αυτήκοος μάρτυρας.


Οταν λοιπόν τώρα με αυτή τη νέα οπτική γωνία ξαναδιάβασα τις εκθέσεις για την ακροαματική διαδικασία και τις δικές μου παρατηρήσεις εκείνης της εποχής, βρήκα ότι με τις ομολογίες και τις μαρτυρικές καταθέσεις εκείνων των δικών ενάντια στους "ομολογούντες" Κουίσλινγκ της Ρωσίας αποκαλύφθηκαν και ξεγυμνώθηκαν σχεδόν όλα τα τεχνάσματα και όλες οι ραδιουργίες της γερμανικής Πέμπτης Φάλαγγας, όπως τις έχουμε από τότε γνωρίσει.



Ξεκαθάρισα στο μυαλό μου ότι η σοβιετική κυβέρνηση ήταν πεπεισμένη για την ύπαρξη αυτών των ραδιουργιών, ότι αισθανόταν στον υψηλότερο βαθμό ανήσυχη και προχώρησε δραστήρια να τις καταστείλει. Εως το 1941, δηλαδή έως την εισβολή των Γερμανών, είχαν σβήσει κάθε ίχνος της προηγούμενα οργανωμένης Πέμπτης Φάλαγγας. Ενα άλλο περιστατικό, που εκείνο τον καιρό ήταν δύσκολο να κατανοηθεί, αλλά που τώρα, φωτισμένο με την έκτοτε εξέλιξη παίρνει μια καινούρια σημασία, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η σοβιετική κυβέρνηση το 1937 και 1938 ενάντια στις γερμανικές και ιταλικές προξενικές αντιπροσωπείες. Αυτό έγινε με αδίστακτο τρόπο - και με μια αναίσθητη και ωμή περιφρόνηση των αισθημάτων που θα έπρεπε να προκαλέσει στις θιγόμενες χώρες.

Ο λόγος που επικαλέστηκε η σοβιετική κυβέρνηση γι' αυτό ήταν ότι αυτά τα προξενεία είχαν αναμειχθεί σε εσωτερικές, πολιτικές και υποχθόνιες μηχανορραφίες και γι' αυτό έπρεπε να κλείσουν...

Κάθε βράδυ στη διάρκεια της δίκης οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι, μετά το τέλος της διαδικασίας, που τραβούσε έως βαθιά τη νύχτα, συνήθιζαν να έρχονται στην πρεσβεία για ένα μεζέ και μπίρα και εκεί "μαδούσαμε" μεταξύ μας τα συμβάντα της μέρας. Ανάμεσα στους δημοσιογράφους ήταν οι Walter Dyranty και Harold Denny των "Τάιμς της Νέας Υόρκης", Joe Barnes και Joe Phillips της "Χέραλντ Τρίμπιουν της Νέας Υόρκης", Charlie Nutter ή Dick Henry Shapiro του United Press, Jim Brown των "Ιντερνάσιοναλ Τάιμς", και ο Spencer Williams ως αντιπρόσωπος της "Μάντσεστερ Γκάρντιαν"...


Ολοι, λοιπόν, εμείς στη Μόσχα, τότε, δίναμε σε εκείνη την πλευρά των δικών λίγη μόνο σημασία. Αναμφίβολα μερικοί από εμάς είχαμε χάσει τη σωστή "επαφή". Εγώ σε κάθε περίπτωση! Συγκεντρώναμε το ενδιαφέρον μας στο δραματικό αγώνα εξουσίας ανάμεσα στους προσανατολισμένους στο "εσωτερικό" και εκείνους στο "εξωτερικό" - ανάμεσα στον Στάλιν και στον Τρότσκι και στη σύγκρουση προσωπικοτήτων και των βασικών πολιτικών αντιλήψεων στους κόλπους της σοβιετικής κυβέρνησης, χωρίς να δίνουμε πολλή προσοχή στη δυνατότητα ραδιουργιών της Πέμπτης Φάλαγγας, στην οποία όλοι εμείς τότε αποδίδαμε μόνο λίγη πίστη.



Οσον αφορά εμένα τον ίδιο, όφειλα αυτό να το ξέρω καλύτερα, γιατί μου ήταν δύο γεγονότα γνωστά, που έπρεπε να με είχαν κάνει να σκεφτώ, ενώ οι άλλοι δεν τα γνώριζαν. Το ένα ήταν ένα περιστατικό που συνέβη στη διάρκεια μιας συνομιλίας που είχα με υπάλληλο του σοβιετικού υπουργείου Εξωτερικών, λίγο μετά την άφιξή μου στη Μόσχα. Το άλλο ήταν στη διάρκεια παραμονής μου στο Βερολίνο σε συνομιλία μου με Γερμανό υφυπουργό.

Η κατάσταση πραγμάτων που απέρρεε από αυτές τις δίκες, αποκάλυπτε γεγονότα για ραδιουργίες της Πέμπτης Φάλαγγας στη Ρωσία και υποχθόνια εργασία, εκεί, που ήταν αληθινά εκπληκτικά...».

Μετά απ' όλ' αυτά γίνεται φανερό πως η εξαπόλυση της ανηλεούς επίθεσης στον Στάλιν γίνεται ακριβώς γιατί στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο εξέφραζε τις δυνάμεις υπεράσπισης του σοσιαλισμού, διεξάγοντας ο ίδιος και καθοδηγώντας την ΚΕ του Κόμματος στην ίδια κατεύθυνση, δηλαδή στην αδιάλλακτη πάλη κατά του ιμπεριαλισμού και των επιδιώξεών του να ανατρέψει την ΕΣΣΔ.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Αντώνης Μπαλασόπουλος: Οι δύο όψεις του κυνισμού, ή 'η Όπερα της Πεντάρας' ως οδηγός για δύσκολους καιρούς








Γερμανοί και Αυστριακοί ανάπηροι του Πρώτου Παγκοσμίου κατά την επιστροφή στις πατρίδες τους (απ' το οπτικό υλικό που συνόδευσε την ομιλία)

Η ιστορία λέει πως Η όπερα της πεντάρας, στα γερμανικά Η Όπερα των τριών γροσιών, πήρε το όνομά της από τον φίλο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, τον γερμανο-εβραίο συγγραφέα Λέον Φόιχτβανγκερ, καθώς ολοκληρώνονταν οι πρόβες. Ο τίτλος, που άρεσε αμέσως στον Μπρεχτ και τους άλλους συντελεστές της παράστασης, είναι βέβαια σαρκαστικός. Στο βαθμό που αυτοπαρουσιαζόταν ως “όπερα”, το έργο παρέπεμπε ειρωνικά σ’ ένα εμβληματικά αστικό είδος τέχνης, στολισμένο με πολυμελείς ορχήστρες, αστέρες των λυρικών σκηνών, λαμπρές σάλες και μεγαλοαστικά και αριστοκρατικά ακροατήρια· στην πράξη, παρουσίαζε ένα μείγμα οπερέτας, τζαζ και μουσικής καμπαρέ για να αφηγηθεί μια ιστορία από τη ζωή του λεγόμενου “λούμπεν” προλεταριάτου, και ειδικότερα του υπόκοσμου δύο φιλόδοξων μεγαλοεγκληματιών, των διεφθαρμένων συνεργατών τους στον κρατικό μηχανισμό, και των ζητιάνων, μικροκακοποιών και εκδιδόμενων γυναικών που αποτελούν τους “υπαλλήλους” τους. Φέρνοντας μαζί την “όπερα” και το φάσμα της εξαθλίωσης του λεγόμενου “περιθωρίου” λοιπόν, ο τίτλος που πρότεινε ο Φόιχτβανγκερ αντανακλούσε την επιδεικτική, κυριολεκτική και μεταφορική, “φτήνεια” ενός έργου που προβάλλει, χωρίς καμία ηθικοπλαστική διάθεση, τη σεξουαλική ωμότητα, τα εξαχρειωμένα ήθη, το έγκλημα, το ψέμα, την απάτη, την προδοσία και τη γενική κατάπτωση αξιών. Η “Όπερα” είναι ένα έργο “τόσο φτηνό που και ζητιάνου βαλάντιο το σηκώνει”, όπως μας λέει ο αφηγητής στον Πρόλογο, και συνάμα ένα έργο ενσυνείδητα απογυμνωμένο από υψηλά συναισθήματα, από τραγικό μεγαλείο, από ηρωϊσμό ή έρωτα —εν ολίγοις, από οτιδήποτε υποτίθεται πως συνιστά την υπερβατική σφαίρα στην οποία κινείται η υψηλή τέχνη.

Γερμανοί ανάπηροι του Πρώτου Παγκοσμίου σε πορεία στο Βερολίνο, 1918




Η αλήθεια είναι βέβαια ότι οι σαρκαστικές και κυνικές διαθέσεις που προδίδει το έργο ήδη από τον τίτλο του δεν είναι πρωτότυπες. Πρόκειται, ουσιαστικά, για διασκευή ενός θεατρικού έργου που στα 1928, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά η Όπερα, έκλεινε 200 ακριβώς χρόνια ζωής: Την Όπερα του ζητιάνουτου άγγλου δραματουργού και συγγραφέα Τζον Γκέι. Το έργο του Μπρεχτ

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Το επίπεδο της συνείδησης και του πολιτισμού- ...«ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά»


(ημερίδα ΚΜΕ-Οκτώβρης 2000 με θέμα¨: Ανατολή-Δύση)


Το ελληνικό έθνος μεγάλωσε «ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά». Η ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις οποίες αναλυτικά αναφέρθηκα, υπήρξε ο πρώτος όρος της συγκρότησής του. Ομως, το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, αρχίζει και η συνειδητή διαφοροποίηση των ελληνικών πληθυσμών από τις διοικήσεις στις οποίες υπάγονται. Βασικό στοιχείο της διαφοροποίησης αυτής είναι η θρησκεία ή το δόγμα: στον οθωμανοκρατούμενο χώρο, οι ορθόδοξοι υπάγονται στην εξουσία του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, κάτι που ταυτόχρονα τους ενιαιοποιεί αλλά και τους ξεχωρίζει από το μουσουλμανικό περίγυρο. Στις βενετοκρατούμενες χώρες, το βασικό διαφοροποιητικό στοιχείο είναι και πάλι το ορθόδοξο δόγμα, σε σχέση με το καθολικό της διοίκησης και των αρχόντων. Μόνο που εδώ, η μάλλον ήπια πολιτική της Βενετίας σε θρησκευτικά ζητήματα οδήγησε και σε απροσδόκητα αποτελέσματα: πολλές ευγενείς βενετικές οικογένειες προσχωρούν στην Ορθοδοξία. Αρκεί να αναφέρουμε ανάμεσά τους τους Σολωμούς και τους Καποδίστριες.

Η γλώσσα είναι άλλο ένα, πολύ ισχυρό, ενοποιητικό στοιχείο των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου. Παρά τις ισχυρές επιβιώσεις άλλων γλωσσών (όπως, για παράδειγμα, τα αρβανίτικα, πολύ ζωντανά και στον αιώνα μας, τα βλάχικα, ή οι σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας), η παλαιότητα και το ειδικό πολιτισμικό βάρος της ελληνικής γλώσσας την κατέστησαν «Linguafranca» της περιοχής. Ιδιάζουσα σημασία έχει το γεγονός ότι η λαϊκή ελληνική γλώσσα αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε πλουσιότερα και φυσιολογικότερα στις βενετοκρατούμενες χώρες: Οχι γιατί - όπως κακώς συνηθίζουμε να λέμε - υπήρχε πλουσιότερη παιδεία (κάτι τέτοιο δεν πιστοποιείται από καμία πηγή) αλλά γιατί γλώσσα της διοίκησης ήταν τα ιταλικά και εμποδίστηκε, με αυτό τον τρόπο, η διγλωσσία που ταλάνισε τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, με την προσκόλληση των εκκλησιαστικών κυρίως κύκλων σε παλιότερες γλωσσικές μορφές.

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αφαιρέσει, από το βενετοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, το γεγονός ότι, ιδιαίτερα (ίσως και μόνο) η Κρήτη από το σύνολο των εδαφών που συναπετέλεσαν αργότερα το ελληνικό κράτος γνώρισε Αναγέννηση. Αυτή η Αναγέννηση δεν αποτελούσε μόνο αντανάκλαση των αντίστοιχων διαδικασιών της Δυτικής Ευρώπης: Κατά τη γνώμη μας, υπήρξε κυρίως απότοκη των ίδιων των ιδιότυπων δομών της κρητικής κοινωνίας, μέχρι το 1669, μιας κοινωνίας που αποτύπωσε μοναδικά την ώσμωση των πολιτισμικών στοιχείων της «ανατολής» και της «δύσης». Η γλώσσα της κρητικής ποίησης και του κρητικού θεάτρου, γλώσσα λαϊκή, ελληνική, με ορισμένους (όχι πολλούς, αλλά χαρακτηριστικούς) ιταλισμούς (βενετισμούς, θα έλεγα καλύτερα), τα θέματα, τα μοτίβα και τα πρότυπα, όλα αυτά αποτυπώνουν έναν κόσμο που βρίσκεται στο μεταίχμιο των κόσμων, των χώρων και των κοινωνικών συστημάτων. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Ερωτόκριτος: Ενα, κατά βάση, ιπποτικό μυθιστόρημα, που όμως διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα, μεταφέροντας εκεί συμπεριφορές και συνήθειες του Μεσαίωνα. Σε αυτό το, κατ' επιφάνεια, αντιφατικό σχήμα, ενσωματώνονται πολιτικές επιθυμίες των Βενετοκρητικών του 17ου αιώνα: Ο Κρητικός Χαρίδημος στο κονταροχτύπημα κατατροπώνει τον «Καραμανίτη» Ασιάτη Σπιθόλιοντα, την ίδια εποχή κατά την οποία, στην πραγματική ζωή, Βενετοί και Τούρκοι αλληλοσκοτώνονταν κάτω από τα τείχη του Χάνδακα. Στο ίδιο σχήμα ενσωματώνονται και ευρύτερα κοινωνικά και ηθικά αιτήματα της Αναγέννησης: Η ταύτιση έρωτα και γάμου, που διεκδικεί το ζευγάρι Αρετούσας και Ερωτόκριτου, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τις αντίστοιχες μεσαιωνικές πρακτικές.

Πριν κλείσω αυτό το κεφάλαιο, θα ήθελα να επισημάνω τούτο το, καθόλου ασήμαντο κατά τη γνώμη μου, γεγονός: Ο ελλαδικός χώρος δεν ήταν γυμνός από μνήμες και παρελθόν. Στη διαδικασία της διαμόρφωσης ενιαίας συνείδησης των πληθυσμών του, αυτοί μπολιάστηκαν τόσο με τα πολλαπλά στοιχεία που έφεραν μαζί τους τα φύλα που εγκαταστάθηκαν, σε αυτόν, όσο και οι φορείς των κατά καιρούς διοικήσεών του. Ομως, δεδομένης αυτής ακριβώς της ισχυρής πολιτιστικής κληρονομιάς, τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν οργανικά σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νεοελληνικός πολιτισμός» και που αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της συνείδησης του ελληνικού έθνους. Ηχοι (γλωσσικοί και μουσικοί), χρώματα, λέξεις, συμπεριφορές συγχωνεύτηκαν σε μια οργανική σύνθεση και αποτέλεσαν μια, εν πολλοίς, ενιαία αλλά πολύχρωμη κουλτούρα που κινείται ανάμεσα στο «Δυτικό» Ερωτόκριτο με το λαγούτο του (αλλά και τον επίσης «Δυτικό» Σολωμό, που αποτελεί μετεξέλιξή του) και στους ήχους της βυζαντινής μουσικής (και τις δικές της μετεξελίξεις που φτάνουν μέχρι τον αιώνα μας). Αυτή η πολυπλοκότητα του πολιτισμού μας αντανακλά και συνδέει οργανικά την «ανατολή» με τη «δύση» χλευάζοντας τη μονομέρεια όσων αναγνωρίζουν στο συλλογικό μας υποσυνείδητο μόνο τη μια πλευρά του τραγουδιού μας, τη μια πλευρά της συμπεριφοράς μας, τη μια πλευρά της καρδιάς μας.





Η Επανάσταση του '21 και το ελληνικό κράτος


Το ελληνικό κράτος, που προέκυψε από τη μεγάλη Επανάσταση των Ελλήνων του 1821 ήταν ένα κράτος αστικό, όσον αφορά τους στόχους του και τις προϋποθέσεις συγκρότησής του (χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω την ύπαρξη επιβιώσεων και από το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα). Ηταν επίσης ένα κράτος με «δυτικό» προσανατολισμό: τόσο με την έννοια της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, όσο και σε επίπεδο συνταγμάτων και διακηρύξεων της Επανάστασης, κειμένων σαφώς επηρεασμένων από τα αντίστοιχα κείμενα της Γαλλικής Επανάστασης. Ηταν δυτικό και ως προς ένα άλλο, ιδιαίτερης σημασίας κατά τη γνώμη μου, σημείο: ως προς την πολύ στενή οικονομική σχέση της αστικής του τάξης με την ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη της εποχής, τη Μεγάλη Βρετανία. Επρόκειτο για μια σχέση ετεροβαρή, δεδομένης της διαφοράς στην οικονομική δυναμικότητα των δύο αστικών τάξεων, της οποίας εξ άλλου ο ετεροβαρής χαρακτήρας επιτάθηκε λόγω της σύναψης δανείων από τη Μεγάλη Βρετανία, στην οποία προέβησαν οι επαναστατικές κυβερνήσεις. Δανείων που, με τη σειρά τους βοήθησαν τη διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίων από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης. Η θέση λοιπόν του ελληνικού κράτους (μικρού εδαφικά, με μικρή εσωτερική αγορά και σε στρατηγική γεωπολιτική θέση) στο καπιταλιστικό σύστημα και στη νέα εποχή είναι εξ αρχής δυσχερής και εξαρτημένη. Η θέση αυτή καθιστά την Ελλάδα πολύ ευάλωτη στις πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων που γίνονται φανερές ήδη από τη διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού κράτους, με την επιβολή ενός ιδιότυπου καθεστώτος τριεθνούς «προστασίας» από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η προϊστορία αυτή αντανακλάται και στις κατά καιρούς επιλογές διακρατικών συμμαχιών από την άρχουσα τάξη της Ελλάδας και τα κόμματα που την εκπροσωπούσαν, ενώ ερμηνεύει και την ένταξη της χώρας μας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα σε μια θέση εξαρτημένη, υποδεέστερη και ενδιάμεση.

Μέχρι τώρα, έχω χρησιμοποιήσει τους όρους «Ανατολή» και «Δύση» στη γεωγραφική τους διάσταση, αλλά και με την «ιστορική», σύμφωνα με την οποία σε αδρές γραμμές, η γεωγραφική διάκριση ανταποκρίνεται και σε ένα συγκεκριμένο τύπο μετάβασης από τον ένα οικονομικό - κοινωνικό σχηματισμό στον επόμενο. Εδώ κυρίως εντοπίζω και τα «ανατολικά» ή «δυτικά» στοιχεία που οδήγησαν στη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους. Εάν είπα προηγουμένως ότι η Ελλάδα μεγάλωσε «ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά» το έκανα για να το τονίσω ακριβώς αυτό το στοιχείο. Δεν πιστεύω όμως - τονίζω για μια ακόμη φορά - ότι οι δύο διοικήσεις επέβαλαν από τα πάνω οποιοδήποτε σύστημα στον ελλαδικό χώρο. Απλώς λειτούργησαν ως καταλύτες, άλλοτε προωθώντας και άλλοτε επιβραδύνοντας τις φυσικές διαδικασίες εξέλιξης του χώρου. Πάντως, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο κατακτημένος ελλαδικός χώρος αποτελούσε οργανικό τμήμα της και δε νομίζω ότι μπορούμε να διαφοροποιήσουμε τις εξελίξεις στα πλαίσια του ελληνικού κόσμου από τις συνολικότερες της αυτοκρατορίας. Αντίθετα, στην περίπτωση των Βενετών, νομίζω ότι λειτουργεί περισσότερο το σχήμα «μητρόπολη - αποικία», για τούτο και αναφέρθηκα συχνά στην αντανάκλαση στην Κρήτη ή στα Ιόνια νησιά των εξελίξεων στη Μητρόπολη.

Θα ήθελα να κλείσω με ένα συμπέρασμα που σχετίζεται με την προηγούμενη ανάπτυξή μου, αλλά και αυτονομείται από αυτήν, μια και αναφέρεται στο σήμερα. Δεν παραγνωρίζω το στοιχείο του πολιτισμού. Στον πολιτισμό στηρίζονται και πολλές θεωρίες για το αν «είμαστε Ανατολή» ή «Δύση», θεωρίες οι οποίες κάποτε συνεπάγονται και συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις ή προτάσεις. Νομίζω ότι επιχείρησα μια απάντηση στην περί πολιτισμού παρέκβασή μου, λίγο πιο πάνω. Ομως, ξεφεύγοντας λίγο από τη λογική του αν εμείς, ως Ελληνες είμαστε «Ανατολή» ή «Δύση», θα πρόσθετα το εξής: δεν είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία του εποικοδομήματος - μ' όλη τη σημασία που έχουν για την ψυχοσύνθεση ενός λαού - εκείνα που θα πρέπει να καθορίσουν τους στόχους ή τις συμμαχίες του στο σύγχρονο κόσμο, αλλά τα πραγματικά συμφέροντα των καταπιεζόμενων σήμερα τάξεων. Αυτές οι τάξεις, που ανήκουν σε διαφορετικά έθνη - κράτη, με διαφορετικές ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές, κουβαλάνε μαζί τους την πολύχρωμη κουλτούρα και ιδιαίτερη φυσιογνωμία του χώρου τους. Ολες αυτές οι κουλτούρες - «ανατολικές» ή «δυτικές», «βόρειες» ή «νότιες», στο βαθμό που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη λαϊκότητα, πλουτίζουν την πολυμορφία του σύγχρονου κόσμου και είναι όχι μόνο αποδεκτές, αλλά χρήσιμες και αναγκαίες σε μια διαδικασία επικοινωνίας των λαών και συντονισμού της δράσης και του αγώνα τους.

Το εθνολογικό υπόβαθρο και το επίπεδο της συνείδησης ανάμεσα στις αλώσεις



Οι δύο αλλεπάλληλες κατακτήσεις της Κωνσταντινούπολης και του ελλαδικού χώρου βρίσκουν την αυτοκρατορία σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία, από τη μία πλευρά, ολοκληρώνεται η διαδικασία περάσματος στο φεουδαρχικό σύστημα και, από την άλλη, υπάρχουν κάποια πρώιμα στοιχεία αστικής ανάπτυξης. Σε επίπεδο εποικοδομήματος, στον ελλαδικό χώρο παρέμεναν ζωντανές (και μάλιστα υπάρχει μια τάση επανενεργοποίησής τους) οι μνήμες του αρχαιοελληνικού παρελθόντος, κυρίως σε επίπεδο γλώσσας (λαμβάνοντας βέβαια υπ' όψιν τη φυσιολογική εξέλιξή της) αλλά και σε επίπεδο ηθών, εθίμων και συλλογικής μνήμης. Ενα στοιχείο που ενιαιοποιεί τους πληθυσμούς που τον κατοικούν είναι η θρησκεία: στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκουν στο ορθόδοξο ανατολικό δόγμα. Αυτή η ενότητα μάλιστα τονώνεται όλο και περισσότερο λόγω της αυξανόμενης αντιπαλότητας ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, αλλά, όπως είναι φυσικό - και λόγω της φραγκικής - λατινικής κατάκτησης.

Οι πληθυσμοί αυτοί δεν είναι εθνολογικά ενιαίοι. Ηδη, για παράδειγμα, από τον 7ο αιώνα μ.Χ. δημιουργούνται οι σλαβικές νησίδες στη Νότια κυρίως Ελλάδα, που είναι γνωστές σαν «σκλαβηνίες». Η εξέγερση των Σλάβων της Γιάννιτσας, στο τέλος του 13ου αιώνα, που απείλησε μάλιστα σοβαρά το φραγκικό κάστρο της Καλαμάτας (και που ανέπλασε μυθιστορηματικά ο Αγγελος Τερζάκης στην «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ») φανερώνει ότι υπάρχει ακόμα ένα είδος συνείδησης φυλετικής ιδιαιτερότητας σε αυτούς τους πληθυσμούς. Το 14ο και 15ο αιώνα συντελούνται οι λεγόμενοι «αλβανικοί εποικισμοί» που καταλαμβάνουν μάλιστα σημαντική έκταση στον ελλαδικό χώρο. Υπάρχουν και άλλοι λαοί και εθνότητες που θα συναπαρτίσουν, σε μια πορεία ιστορικής εξέλιξης, το νέο ελληνισμό. Εμείς αναφέρουμε εδώ δύο, κατά το μάλλον ή ήττον, χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Ηδη όμως, ανάμεσα στις δύο αλώσεις, τα κυρίαρχα πολιτισμικά στοιχεία του χώρου είναι η ελληνική γλώσσα στην πορεία διαμόρφωσης της νεότερης μορφής της, αλλά και το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Σε επίπεδο ιδεολογίας, υποχωρεί η εμμονή στην ιδιότητα του «ρωμαίου», οι μνήμες και η διεκδίκηση της κληρονομιάς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους λογίων επιχειρείται μία συνειδητή προσπάθεια επανασύνδεσης των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου με το αρχαιοελληνικό του παρελθόν - ένα παρελθόν κατά το μάλλον ή ήττον απαξιωμένο από το χριστιανισμό και το Βυζάντιο. Δεν ξέρω αν θα ήταν τολμηρή μία προσπάθεια αναγωγής αυτής της τάσης για μεταβολή ιδεολογίας σε ορισμένα φανερώματα αστικής ανάπτυξης ορατά στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας - κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Ομως, όπως είπαμε και παραπάνω, αυτή η ανέλιξη ανακόπτεται προσωρινά με την οθωμανική κατάκτηση του 1453.

ριζοσπάστης 26-10-2000
(ημερίδα που διοργάνωσε το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών με θέμα: «ΑΝΑΤΟΛΗ - ΔΥΣΗ: Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ενός διλήμματος»)

Τουρκοκρατούμενος και βενετοκρατούμενος ελλαδικός χώρος




Το επίπεδο της οικονομίας και της κοινωνίας


Ηδη, περιγράψαμε το γεωγραφικό σχήμα της κατάκτησης, έτσι όπως εμφανίζεται το 16ο αιώνα, όταν οι δύο κυριαρχίες συνυπάρχουν στον ελλαδικό χώρο σε μια ασταθή ισορροπία που διαταράσσεται από τους διαρκείς τουρκοβενετικούς πολέμους. Ο 16ος αιώνας σηματοδοτεί όμως και την αρχή της οριστικής αναδίπλωσης της Βενετίας από τον ανατολικό μεσογειακό χώρο. Πρόκειται για μια διαδικασία που ξεκινά τη δεκαετία του 1530, όταν τα νησιά του Αιγαίου περνούν, το ένα μετά το άλλο, στην κυριαρχία της Πύλης και ολοκληρώνεται το 1669 με την κατάληψη του Χάνδακα από τους Τούρκους. Με βάση αυτές τις χρονολογίες, νομίζω ότι δεν είναι αβάσιμη μια άτυπη περιοδολόγηση της εποχής, από την άλωση του 1453, μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Η περιοδολόγηση αυτή δε στηρίζεται μόνο σε πολιτικά γεγονότα, αλλά εμπεριέχει και το στοιχείο της μεταβολής στην ίδια την οικονομία των δύο «υποπεριοχών» του ελλαδικού χώρου. Πρόκειται για μια μεταβολή, η οποία σχετίζεται και με εσωτερικές οικονομικές διαδικασίες των κυρίαρχων δυνάμεων, κυρίως της Βενετίας. Ως όριο λοιπόν θέτω το 1669, χρονιά που σηματοδοτεί την οριστική αποχώρηση της Βενετίας από το Αιγαίο (πλην Τήνου).

Η πρώτη περίοδος

Ας αρχίσουμε εξετάζοντας την πρώτη περίοδο. Οι Οθωμανοί Τούρκοι, πριν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της μετάβασης από την κοινωνία των γενών στο φεουδαρχικό σύστημα. Η ώσμωση της διαδικασίας αυτής με τις προϋπάρχουσες δομές του κατακτημένου βυζαντινού χώρου οδήγησε στη διαμόρφωση μιας πρώιμης οθωμανικής φεουδαρχίας, με κυρίαρχο στοιχείο το ότι ο Σουλτάνος (όχι ως πρόσωπο, αλλά ως εκπρόσωπος του κράτους) έχει την ψιλή κυριότητα της γης, την οποία εκχωρεί στους αξιωματούχους του. Τηρουμένων των αναλογιών, το γαιοκτητικό σύστημα των Οθωμανών θυμίζει πολύ περισσότερο το αντίστοιχο των χρόνων της βυζαντινής ακμής και λιγότερο εκείνο της όψιμης φάσης της αυτοκρατορίας, την πιο ολοκληρωμένη δηλαδή μορφή του φεουδαρχικού συστήματος στον ανατολικό χώρο. Ο περιορισμός της ισχύος και των εξουσιών των μεγάλων γαιοκτημόνων (πολύ ισχυρών κατά την όψιμη βυζαντινή περίοδο), εξ αιτίας της αφαίρεσης της πραγματικής κυριότητας της γης, δημιούργησε ικανοποίηση στους χωρικούς και βελτίωσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των καλλιεργειών και της γεωργίας. Οι περισσότεροι περιηγητές της εποχής συμφωνούν στο ότι η οθωμανική ύπαιθρος εμφανίζει πολύ καλύτερη εικόνα από την αντίστοιχη της Δυτικής Ευρώπης, όπου η φεουδαρχία πνέει τα λοίσθια, παρά μάλιστα τις ερημώσεις και λεηλασίες που υπήρξαν τα αποτελέσματα των οθωμανικών κατακτήσεων και των βενετοτουρκικών πολέμων. Η τόνωση της γεωργίας βοηθά και την αντίστοιχη τόνωση των αστικών κέντρων και των αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Επίσης, η οθωμανική διοίκηση μεριμνά, ώστε να κατασκευαστούν δρόμοι, πράγμα που διευκολύνει τη μεταφορά των αγροτικών και των βιοτεχνικών προϊόντων, ενώ ακολουθεί και μια πολιτική εποικισμών και αναγκαστικών μετεγκαταστάσεων που συντελούν ριζικά στο να ξανακατοικηθεί η ερημωμένη ύπαιθρος αλλά και οι πόλεις. Εδώ σημειώνουμε το γεγονός ότι παρατηρείται και ένα είδος αναδίπλωσης του πληθυσμού της ελληνικής χερσονήσου (από τα παράλια και τις πεδιάδες μετακινείται προς τα βουνά και τα νησιά), κάτι που όμως δεν αλλάζει επί της ουσίας τους όρους για την άσκηση των οικονομικών του δραστηριοτήτων.

Αυτό το στοιχείο - ιδιαίτερα όσον αφορά την πληθυσμιακή αναδίπλωση προς τα νησιά - φαίνεται καλύτερα εάν κοιτάξουμε την πορεία της ελληνικής ναυτιλίας, η οποία ήδη από το τέλος του 15ου αιώνα, δείχνει την τάση που αργότερα την κατέστησε ουσιαστικό αιμοδότη της οικονομίας της αυτοκρατορίας. Στο μέσο και όψιμο Βυζάντιο η ναυτιλία του ανατολικού χώρου δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, καθώς δεν μπορούσε να συναγωνιστεί την αντίστοιχη βενετική. Οι αλλεπάλληλοι όμως τουρκοβενετικοί πόλεμοι εξασθένισαν, (μεταξύ άλλων παραγόντων) το βενετικό ναυτιλιακό εμπόριο, που δεν μπορούσε πια να μονοπωλήσει τους δρόμους της Αδριατικής. Μπορούμε, λοιπόν, να παρατηρήσουμε ότι ήδη, σε μια αρκετά πρώιμη περίοδο, τίθενται οι βάσεις για την ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων που θα μετεξελιχθούν στην ελληνική αστική τάξη: την τάξη που θα γίνει φορέας και κήρυκας της ελληνικής εθνικής ιδέας και της συγκρότησης ελληνικού κράτους.

Αν αυτή είναι, με λίγα λόγια, η εικόνα του οθωμανοκρατούμενου ελλαδικού χώρου, στην αντίστοιχη του βενετοκρατούμενου αντανακλώνται ισχυρά οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις της επικυρίαρχης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου. Η Βενετία είναι η πόλη που γέννησε τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η Βενετία όμως είναι και μία πόλη - κράτος της οποίας οι διοικητικές και πολιτικές δομές αποτελούν ένα μεσαιωνικό απολίθωμα, βρίσκονται σε αναντιστοιχία με τις εξελίξεις της βάσης και, τελικά, μαζί με άλλους παράγοντες, εμποδίζουν την παραπέρα ανάπτυξή τους. Η έλλειψη επαρκούς ενιαίας εσωτερικής αγοράς στην Ιταλική Χερσόνησο, το άνοιγμα των νέων εμπορικών δρόμων στον Ατλαντικό, όπου η Βενετία δεν είχε πρόσβαση, οι διαρκείς συγκρούσεις με την άλλη μεγάλη ιταλική ναυτική δημοκρατία, τη Γένοβα, αλλά και με την Οθωμαντική αυτοκρατορία, η προϊούσα αναδίπλωση από το Αιγαίο και η απώλεια των προϊόντων της Ανατολής, όλα αυτά είναι στοιχεία που οδήγησαν στο να αναδιπλωθεί η διαδικασία γέννησης του καπιταλισμού στη Βενετία. Σε μια αντίστροφη ιστορική πορεία, σχετικά πρώιμα, οι ευγενείς της Βενετίας (πόλη στην οποία η ευγένεια δε συναρτιόταν με την κατοχή της γης, αλλά με την ενασχόληση με το εμπόριο) επενδύουν στη γη και γίνονται φεουδάρχες.

Η Κρήτη και κατά δεύτερο λόγο η Κέρκυρα μάς δίνουν, την εποχή για την οποία μιλάμε, την καλύτερη εικόνα του βενετοκρατούμενου ελλαδικού χώρου. Η πρώτη τελεί υπό βενετική κυριαρχία από το 1212 και η δεύτερη από το 1387. Η έκταση και το ενιαίο της διοίκησης της Κρήτης δίνουν στο νησί την εικόνα ενός σχετικά αυτόνομου κόσμου, με τις δικές του παραγωγικές δυνάμεις, τη διοίκησή του, τις λειτουργίες του οικονομικού και κοινωνικού του συστήματος. Η ύπαιθρος είναι διαρθρωμένη κατά τον παραδοσιακό φεουδαρχικό τρόπο: υπάρχουν οι άρχοντες - φεουδάρχες ιταλικής ή ελληνικής καταγωγής, («αρχοντορωμαίοι», ή «ρωμιόπουλοι»). Υπάρχει η ευρεία τάξη των άμεσων παραγωγών, που είναι δουλοπάροικοι, παρ' όλο που ο όρος συνήθως αποφεύγεται και χρησιμοποιείται γι' αυτούς ο όρος «πάροικος».

Κατά το 16ο και το 17ο αιώνα, η Κρήτη παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της φθίνουσας φεουδαρχίας. Τα μεγάλα κτήματα τεμαχίζονται και μεταβιβάζονται, ενώ πολλοί από τους Βενετούς φεουδάρχες χρεώνονται σε Εβραίους δανειστές, με αποτέλεσμα να χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της γαιοκτησίας τους, κάποτε ακόμα και να βυθίζονται στη φτώχεια. Η ίδια διαδικασία παρακμής αφορά και τους αρχοντορωμαίους που είναι πια απλώς ελεύθεροι γεωργοί απαλλαγμένοι από τις αγγαρείες και την υπηρεσία στις γαλέρες.

Η κατάσταση των άμεσων παραγωγών είναι άθλια: ο προβλεπτής Μοτσενίγο, το 1589, πρότεινε μια σοβαρή αγροτική μεταρρύθμιση που καταγράφει την τάση αποσύνθεσης του συστήματος. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη μόνιμη και κληρονομική παραχώρηση γαιών στους καλλιεργητές έναντι μισθώματος. Η μεταρρύθμιση όμως δεν έγινε δεκτή και η δουλοπαροικία εξακολούθησε να ισχύει στην Κρήτη μέχρι την κατάληψή της από τους Οθωμανούς.

Οι πόλεις παρουσιάζουν, αντίθετα, συμπτώματα ακμής: αναπτυγμένη βιοτεχνία, ακόμα πιο αναπτυγμένο εμπόριο (παρά την αυστηρή μερκαντιλλιστική πολιτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου) αλλά και μια σπουδαία πολιτιστική ανάπτυξη, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

Στην Κέρκυρα πάλι, η Βενετία παρά το γεγονός ότι η ίδια αναπτύσσει καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, διατηρεί και εδραιώνει (σε καμία περίπτωση δεν «εμφυτεύει») ένα προϋπάρχουν σύστημα γαιοκτησίας και κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο κληρονόμησε από τους Βυζαντινούς και το οποίο προσομοιάζει στην «κλασική» φεουδαρχία, αλλά και διαφοροποιείται σε ορισμένα βασικά σημεία από αυτήν. Η δομή και η εξέλιξη αυτού του συστήματος θα μας απασχολήσει παρακάτω.

Αυτό είναι το σχήμα της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του ελλαδικού χώρου μέχρι το 1669 και την ανατροπή των ισχυουσών ισορροπιών, ανάμεσα στην «Ανατολή» και στη «Δύση», εάν δεχτούμε ότι η μία εκπροσωπείται από τους οθωμανούς και η δεύτερη από τη Βενετία. Η «ανατολή» επανεδραιώνει συντηρητικότερες οικονομικές δομές, οι οποίες όμως, σε εκείνη τουλάχιστον την ιστορική στιγμή, διαμορφώνουν όχι μόνο πολύ καλύτερους όρους διαβίωσης για τους ντόπιους πληθυσμούς, αλλά και γεννούν τα σπέρματα της οριστικής αποσύνθεσης τόσο του συστήματος όσο και της ίδιας της αυτοκρατορίας με τη δημιουργία των βαλκανικών εθνών και των κινημάτων τους. Στη δεύτερη περίπτωση της «Δύσης» αποτυπώνονται κυρίως οι παλινδρομήσεις της βάσης στη μητρόπολη. Ωστόσο, τα στοιχεία του πρώιμου αστισμού δεν είναι λίγα ούτε ασήμαντα με αποτέλεσμα να έχει σαφή ιστορική βάση αυτό που συχνά λέγεται, ότι δηλαδή η Κρήτη είναι η μόνη περιοχή της Ελλάδας που γνώρισε πραγματική Αναγέννηση.

Η δεύτερη περίοδος

Μετά το 1669, οι ισορροπίες ανατρέπονται. Κατ' αρχήν, ολόκληρος σχεδόν ο ελλαδικός χώρος - με το τριαντάχρονο διάλειμμα της Πελοποννήσου, από το 1685 μέχρι το 1718 - περνά στην οθωμανική κυριαρχία. Μόνο τα Ιόνια νησιά τελούν πια υπό τον έλεγχο της Βενετίας. Στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συντελούνται βασικές αλλαγές με κυριότερη την εδραίωση του συστήματος των τσιφλικιών, που αποτελεί στην πραγματικότητα την εδραίωση και ολοκλήρωση του φεουδαρχικού συστήματος. Ομως, αυτή η αυτοκρατορία υπάρχει μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο το οποίο βαδίζει με ταχύτητα προς τον καπιταλισμό. η αναγκαιότητα να συναλλάσσεται με εχρηματισμένες οικονομίες έχει δύο ειδών επιπτώσεις: από τη μία δομεί ένα φορολογικό σύστημα στηριγμένο όχι στους έγγειους αλλά στους χρηματικούς φόρους, κάτι που, σε μια κοινωνία κατ' εξοχήν αγροτική, γίνεται δυσβάσταχτο γι' αυτούς που πρέπει να τους πληρώσουν. Από την άλλη όμως, η Οθωμανική αυτοκρατορία έχει όλο και περισσότερη ανάγκη από τις βιοτεχνικές, εμπορικές και, κυρίως, ναυτιλιακές δραστηριότητες των Ελλήνων αστών. Για τούτο και απονέμει προνόμια στα νησιά, για τούτο και ευνοεί τη βιοτεχνική παραγωγή των συντεχνιών. Το οθωμανικό κράτος συντελεί στην ανάπτυξη ελληνικής αστικής τάξης και την ίδια στιγμή την παρεμποδίζει. Την ευνοεί γιατί τη χρειάζεται, γιατί οι ελληνικοί πληθυσμοί είναι εκείνοι που κατ' εξοχήν ασκούν τις δραστηριότητες αυτές. Την παρεμποδίζει όμως γιατί οι βασικές οικονομικές δομές της αυτοκρατορίας και το βασικό θεσμικό πλαίσιο που τις αντανακλά παραμένει φεουδαρχικό, άρα εξ ορισμού εχθρικό στην αστική ανάπτυξη.

Η άλλη επικυρίαρχη δύναμη του ελλαδικού χώρου ζει την παρακμή της και, με έναν τρόπο, τη μεταφέρει στα Ιόνια νησιά. Εδώ υφίσταται μια μορφή φεουδαρχίας θεσμοθετημένη πάνω σε ένα προηγούμενο βυζαντινό υπόβαθρο. Τα χαρακτηριστικά της είναι, σε πολύ αδρές γραμμές, τα ακόλουθα:

Υπάρχουν οι μεγάλες γαιοκτησίες, τα φέουδα, ή «βαρονίες». Οι γαιοκτήμονες, που φέρουν τον τίτλο του βαρόνου, μπορεί να μην έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους στα νησιά, υπάρχουν ανάμεσά τους και πολλοί «Ελληνες το γένος». Οι κοινωνικές τάξεις είναι θεσμοθετημένες και παγιωμένες σε κάστες κατά τα δυτικά πρότυπα. Πέρα από τους γαιοκτήμονες, υπάρχουν οι καλλιεργητές της γης, χωρικοί οι οποίοι, όπως και στην περίπτωση της Κρήτης, είναι κατ' αρχήν, προσδεμένοι στη γη και βαρύνονται με αγγαρείες. Ομως, η δουλοπαροικία καταργείται στα Ιόνια νησιά μετά το 15ο αιώνα. Οι καλλιεργητές έχουν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν τους κλήρους τους και ο αριθμός όσων εμφανίζονται ως δουλοπάροικοι φθίνει διαρκώς. Οι άμεσοι παραγωγοί παραμένουν ωστόσο ως καλλιεργητές στις φεουδαρχικές ιδιοκτησίες, αλλά η σχέση τους με το χωροδεσπότη καθορίζεται από αγροληπτικές συμβάσεις οι οποίες ρυθμίζουν και το είδος των αποδόσεων προς αυτόν. Πάντως, η γαιοπρόσοδος αποδίδεται σε προϊόντα με ικανοποιητική κανονικότητα τουλάχιστον μέχρι το τέλος της βενετοκρατίας, ενώ επίσης ισχυρή αντοχή δείχνει και η δεκάτη.

Οι κάτοικοι των πόλεων, στο βαθμό που δεν ασκούν χειρωνακτική εργασία, μπορούν να φέρουν τον τίτλο του ευγενούς και να συμμετέχουν στα Μεγάλα Συμβούλια των νησιών, όπου υπάρχουν (πρόκειται για αντανάκλαση της βενετικής ευγένειας, που δε συναρτάται, όπως είδαμε και προηγουμένως, με την κατοχή γης). Οι έμποροι και οι τεχνίτες αποτελούν ένα είδος δεύτερης, ενδιάμεσης τάξης, η οποία πολλές φορές διεκδικεί σθεναρά το διαχωρισμό της από το «πόπολο», αν και σαν σύνολο ανήκει σε όσους φέρουν αυτή την υποτιμητική προσφώνηση. Χαρακτηριστική, από αυτή την πλευρά, είναι η εξέγερση των Ζακυνθινών αστών, στις αρχές του 17ου αιώνα, που είναι γνωστή ως «ρεμπελιό των ποπολάρων».

Το εμπόριο διεξάγεται στα Ιόνια νησιά υπό το άγρυπνο μάτι της βενετικής διοίκησης. Τα νησιά είναι σχεδόν μονοκαλλιεργητικά (ελιές στην Κέρκυρα, σταφίδα στην Κεφαλονιά και στη Ζάκυνθο) και τα προϊόντα τους διοχετεύονται στις αγορές αφού αναγκαστικά περάσουν από τη Βενετία, που ασκεί αυστηρή μερκαντιλλιστική πολιτική. Κατά τη γνώμη της ομιλούσας, το 18ο αιώνα, το - ατελώς πάντως ανεπτυγμένο - φεουδαρχικό σύστημα παρουσιάζει ακόμα πιο σαφή δείγματα αποσύνθεσης που εντείνονται, μεταξύ άλλων και από την παρέμβαση των αστών στην ύπαιθρο, με την άσκηση τοκογλυφικών δραστηριοτήτων.

Πάντως, εάν συγκρίνει κανείς την εικόνα που παρουσιάζει η πόλη της Κέρκυρας (τελευταίο πια κάπως σημαντικό αστικό κέντρο του βενετοκρατούμενου ελλαδικού χώρου) με την εικόνα ορισμένων τουλάχιστον αστικών οθωμανικών κέντρων (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Γιάννενα του Αλή Πασά) κατά το 18ο αιώνα, μάλλον θα διαψευστεί η τρέχουσα θεωρία περί «ήπιας» βενετικής κυριαρχίας, σε σχέση με τη «βάρβαρη τουρκική».

Φτάνοντας μέχρι εδώ την ιστορική μας αναδρομή και προσπαθώντας να ιχνηλατήσουμε την πορεία μέχρι τη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους, ας δούμε τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε, όσον αφορά 2 από τις 4 προϋποθέσεις συγκρότησής του: ο ενιαίος γεωγραφικά χώρος υπάρχει εξ αντικειμένου (μόλη τη φυσική του πολυδιάσπαση που, όμως, λόγω της θάλασσας, είναι τέτοιος που να ευνοεί την ανάπτυξη συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων). Ωστόσο, είναι διαιρεμένος σε δύο διοικήσεις που εκπορεύονται από εξωελλαδικά κέντρα. Οσον αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες, υπάρχει μια σαφής τάση ανάπτυξης αστικής τάξης, κυρίως στον οθωμανοκρατούμενο χώρο (δηλαδή στην «Ανατολή»!) που ασχολείται κυρίως με το εμπόριο και τη ναυτιλία, αλλά και με τη βιοτεχνία (η οποία μάλιστα ξεφεύγει από το παραδοσιακό στάδιο της οικοτεχνίας και οργανώνεται κατά συντεχνίες, όχι στα μεσαιωνικά πρότυπα, αλλά πολύ κοντά στα πρώιμα συνεταιριστικά - καπιταλιστικά). Η ίδια διαδικασία συντελείται με πιο αργούς ρυθμούς στο βενετοκρατούμενο χώρο, όπου όμως αποσυντίθεται ταχύτερα το φεουδαρχικό σύστημα την ίδια εποχή που τα τσιφλίκια στην Ανατολή εδραιώνονται και κυριαρχούν.

Ο ελλαδικός χώρος στο κέντρο της διαίρεσης του ρωμαϊκού κράτους



Δώρα Μόσχου

Το θέμα της παρούσας εισήγησης είναι οπωσδήποτε τεράστιο και πολύπλοκο και μακριά από μας η σκέψη ότι θα μπορούσαμε να το αναπτύξουμε σε όλες τις διαστάσεις του. Θα ήθελα από την αρχή να ξεκαθαρίσω ορισμένα ζητήματα της ορολογίας που χρησιμοποιώ, και που κατά τη γνώμη μου διευκρινίζουν αρκετά από τα ζητήματα της μεθοδολογίας μου και των παραμέτρων που παίρνω υπ' όψη μου, όσον αφορά το σχηματισμό του ελληνικού έθνους.



Οταν αναφέρομαι στην έννοια έθνος δεν εννοώ την εθνότητα, αλλά τη σύγχρονη έννοια, σύμφωνα με την οποία το έθνος καθορίζεται από τη συμβίωση σε ενιαίο γεωγραφικό χώρο, την κοινή οικονομική δραστηριότητα, την κοινή γλώσσα και την κοινή παράδοση και συνείδηση. Οι διαδικασίες αυτές, όσον αφορά το ελληνικό έθνος και το σχηματισμό του, συντελούνται μέσα σε ιδιότυπες συνθήκες και αυτές θα προσπαθήσουμε να ιχνηλατήσουμε, κάτω όμως από το πρίσμα των «ανατολικών» και «δυτικών» στοιχείων που αποτυπώθηκαν στη φυσιογνωμία του. Επίσης, πρέπει να διευκρινίσω ότι παρακάτω, όπου χρησιμοποιώ τον όρο «Ελληνας» ή «ελληνικός», όταν αναφέρομαι στις περιόδους πριν από το 18ο αιώνα, εννοώ το μη μουσουλμάνο κάτοικο του ελλαδικού χώρου, κατά τεκμήριο ορθόδοξο και, σε πολύ μεγάλο βαθμό ελληνόφωνο, που βρίσκεται σε διαδικασία διαμόρφωσης ενιαίας συνείδησης.



Η διαμόρφωση του ελληνικού έθνους συντελείται μέσα στις ιδιάζουσες συνθήκες της κυριαρχίας του ελλαδικού χώρου από ξενικές δυνάμεις. Μία σχετικά εύκολη, αλλά σχηματική ανάγνωση της διαδικασίας αυτής, θα μπορούσε να την εντάξει σε ένα σχήμα που εμπεριέχει, με τη σειρά του, σπέρματα αλήθειας αλλά και τον κίνδυνο της μηχανιστικής απλοποίησης. Τι θέλουμε να πούμε με τούτο: το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται ανάμεσα σε ανατολή και δύση όπου οι όροι δεν έχουν μόνο τη γεωγραφική αλλά κυρίως την κοινωνική - οικονομική τους διάσταση. Σε μια τέτοια ανάγνωση της ιστορίας, η ανατολή κατά το πέρασμα από τους μέσους στους νεότερους, αλλά και κατά τους νέους χρόνους, χαρακτηρίζεται από μια σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και από μία ανάλογη καθυστέρηση (ενίοτε και από έντονες παλινδρομήσεις) στη διαδικασία της μετάβασης από τον ένα κοινωνικο - οικονομικό σχηματισμό στον επόμενο, στην περίπτωσή μας από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Η εμπλοκή του ελλαδικού χώρου και των πληθυσμών του σε αυτό το σχήμα οριοθετείται από δύο παραμέτρους που, κατά τη γνώμη μας, έχουν άνισο ειδικό βάρος σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους: η μία σχετίζεται με το ότι οι κυριαρχίες στον ελλαδικό χώρο έχουν αντιδιαμετρική γεωγραφική προέλευση και φέρνουν μαζί τους ορισμένα από τα στοιχεία που καθορίζουν το κοινωνικό σύστημα του κυρίαρχου, (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σύστημα «εμφυτεύεται» από πάνω στον κατακτημένο χώρο) αλλά και τα αντίστοιχα πολιτισμικά στοιχεία. Η δεύτερη παράμετρος - πολύ πιο ισχυρή κατά τον 18ο αιώνα - σχετίζεται με τη διαμόρφωση εθνικής ιδεολογίας και εθνικών αιτημάτων, καθώς και με τους συνολικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς των κοινωνικών φορέων που απαιτούν τη δημιουργία έθνους - κράτους στον ελλαδικό χώρο.



Ο ελλαδικός χώρος βρέθηκε στο κέντρο της διαίρεσης του ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό. Η τελική πολιτική του ένταξη στη Βυζαντινή αυτοκρατορία τον ενσωμάτωσε στους δικούς της ρυθμούς μετάβασης από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο. Υπαινίσσομαι εδώ την πιο μακροχρόνια, σε σχέση με τη Δύση, διαδικασία περάσματος από το δουλοκτητικό στο φεουδαρχικό σύστημα. Οι ρήξεις ανάμεσα στο βυζαντινό και στο φραγκικό - λατινικό κόσμο που κορυφώνονται με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 βρίσκουν το μεν Βυζάντιο σε μια διαδικασία ολοκλήρωσης του φεουδαρχικού συστήματος, τη δε Δύση σε μια διαδικασία γένεσης πρώιμων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, στις ιταλικές πόλεις του Βορρά. Ωστόσο, η κατοχή μεγάλων τμημάτων του ελλαδικού χώρου από τους Δυτικούς δε συνοδεύεται και από τη μεταφύτευση των νέων αυτών σχέσεων παραγωγής. Βεβαίως, πρέπει να σημειώσουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του κατακτημένου χώρου αποδίδεται στους Φράγκους ηγεμόνες, των οποίων τα κρατίδια βιώνουν ακόμα σε καθεστώς αμιγούς φεουδαρχίας. Ομως, τα κομβικά, από οικονομικής πλευράς, σημεία του (λιμάνια, νησιά, σημεία ελέγχου των εμπορικών δρόμων) περνούν στον έλεγχο των πραγματικών κατακτητών της Κωνσταντινούπολης, των Βενετών. Συνολικά, η φραγκική κατάκτηση λειτουργεί σε μια κατεύθυνση παραπέρα εδραίωσης του φεουδαρχικού συστήματος, με την εφαρμογή των «Ασσιζών της Ρωμανίας» (του δυτικού δηλαδή φεουδαρχικού κώδικα, προσαρμοσμένου στο βυζαντινό χώρο), πράγμα το οποίο έχει δύο επιπτώσεις: μία στη βάση (όπου ανακόπτεται η όποια πορεία ανάπτυξης στοιχείων πρώιμου αστισμού) και μία στο εποικοδόμημα: ο ήδη διάχυτος αντιλατινισμός και αντιδυτικισμός του λαϊκού στοιχείου τονώνεται όλο και περισσότερο, ενδεδυμένος κυρίως το ένδυμα του αντικαθολικισμού.

Η διαδικασία κατάκτησης του βυζαντινού χώρου ολοκληρώνεται το 1453. Αυτή τη φορά, ο κατακτητής έρχεται από την Ανατολή. Εάν δούμε το γεωγραφικό σχήμα της κατάκτησης κατά το 16ο αιώνα, οπότε εμφανίζεται και πιο ολοκληρωμένο, μπορούμε να το περιγράψουμε ως εξής: ο κορμός της Ελλάδας ανήκει εξ ολοκλήρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκτός από ορισμένες παράλιες πόλεις που παίζουν αρκετά σημαντικό ρόλο στο εμπόριο (π.χ. Μεθώνη και Κορώνη στην Πελοπόννησο). Ο νησιωτικός κόσμος της Ελλάδας όμως είναι λατινικός: οι Κυκλάδες ανήκουν σε Βενετούς άρχοντες, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου στους Γενουάτες, η Κέρκυρα στη Βενετία από το 1387, τα υπόλοιπα Ιόνια νησιά στους Τόκκους και στους Ανδεγαυούς, μέχρι την οριστική κατάληψή τους από τους Βενετούς. Την εποχή για την οποία μιλάμε, η Κρήτη είναι εδώ και τρεις αιώνες (και θα παραμείνει για έναν ακόμη) βενετική.

ριζοσπάστης

Ο Διαφωτισμός και η γέννηση του ελληνικού έθνους-κράτους








Συνεχίζω την ιστορική μου αναδρομή, αναφερόμενη στο 18ο αιώνα. Ο αιώνας αυτός είναι καθοριστικός από πολλές απόψεις: Στον οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο (κάποτε και έξω από αυτόν αλλά σε συνάρτηση με αυτόν) συντελείται η διαμόρφωση της αστικής τάξης των Ελλήνων, κυρίως μέσα από την ένταση και την επέκταση των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, αλλά και την ανάπτυξη της βιοτεχνίας σε ορισμένα αστικά κέντρα (Γιάννενα, Αμπελάκια). Οι Ελληνες έμποροι ελέγχουν τόσο τους χερσαίους όσο και τους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους και, στην πραγματικότητα, διεξάγουν το εμπόριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Κεντρική και με τη Δυτική Ευρώπη. Το εξαγωγικό εμπόριο είναι κυρίως εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Τα κύρια βιοτεχνικά προϊόντα που εξάγονται είναι τα βαμβακερά νήματα, που προορίζονται κυρίως για τις γερμανικές αγορές, τα οποία όμως αποτελούν πολύ μικρό ποσοστό των εξαγωγών. Αυτό το γεγονός όμως δε σημαίνει και ελλειμματική ανάπτυξη της οικοτεχνίας ή της βιοτεχνίας: Φαίνεται ότι άλλοι παράγοντες, κυρίως η χαμηλή τιμή, καθιστούν περισσότερο ελκυστικά στις ευρωπαϊκές αγορές τα αντίστοιχα προϊόντα της Αιγύπτου ή της Αμερικής. Αντίθετα, το εισαγωγικό εμπόριο αφορά κυρίως βιομηχανικά προϊόντα, από τη Γαλλία, την Αγγλία, τις ιταλικές πόλεις, τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Πολωνία. Ενα μέρος από τα προϊόντα αυτά προορίζεται για την εσωτερική κατανάλωση, ενώ ένα άλλο επανεξάγεται προς τη Δυτική Ευρώπη. Επίσης, ένα τμήμα των εισαγωγών αποτελείται από χρηματαποστολές, με τις οποίες ικανοποιούνται εν μέρει οι ανάγκες της αυτοκρατορίας σε ρευστό χρήμα.



Πάντως, το πρώτο ελληνικό κεφάλαιο που αποκτά βαρύνουσα οικονομική σημασία είναι οπωσδήποτε το ναυτιλιακό, για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως. Παραθέτω ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία: Το 1764, ο εμπορικός στόλος της πόλης του Μεσολογγίου αριθμούσε 75 πλοία, από τα οποία τα 57 είχαν μάλιστα ναυπηγηθεί σε ελληνικούς ταρσανάδες. Σύμφωνα με τον Pouqueville, στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 19ου αιώνα, τα πλοία «ελληνικών» συμφερόντων ανέρχονταν σε 615, συνολικής χωρητικότητας 153.590 τόνων, ενώ τα πληρώματα αποτελούνταν από 37.526 άτομα. Η ναυτιλία, λοιπόν, κλάδος κατ' εξοχήν βιομηχανικός (και που, εξάλλου, προϋποθέτει και την ανάπτυξη άλλων, βιομηχανικού χαρακτήρα κλάδων, όπως της ναυπηγικής), η οποία ευνοήθηκε από ένα πλέγμα διεθνών και εσωτερικών οικονομικών και πολιτικών συγκυριών, αποτέλεσε το βασικό κύτταρο των ελληνικών αστικών δραστηριοτήτων.

Αυτή η δραστήρια αστική τάξη ασφυκτιά στο οθωμανικό οικονομικό - κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο, διεκδικεί τη δημιουργία ενιαίας αγοράς και διατυπώνει την εθνική ιδέα και τα αιτήματα που απορρέουν από αυτήν. Σε αυτή της την προσπάθεια έχει φυσικό σύμμαχο τη μικρή και μεσαία αγροτιά, που πλήττεται βαρύτατα από την άγρια φορολογία των Οθωμανών. Ιδεολογικά, η αστική τάξη του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα αναζητά μια ιστορική συνέχεια που θα αποτελέσει τη βάση για τα εθνικά της αιτήματα. Αυτή τη βάση τη βρίσκει στην αρχαιότητα, εγκαταλείποντας την ιδέα της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που, ωστόσο, παραμένει ζωντανή στη συνείδηση του κλήρου. Μια ενδιαφέρουσα μάλιστα πλευρά αυτού του ζητήματος είναι το ότι μερίδα του ανώτατου κλήρου έβλεπε πιθανή μια μετεξέλιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ελληνική, χωρίς επανάσταση, αλλά με τη διάβρωσή της από το ελληνικό στοιχείο, που είχε ισχυρά ερείσματα στην οικονομία και τη διοίκηση.

Η κύρια όμως τάση ανάμεσα στους αστούς είναι η στροφή προς τη «δύση». Σε παλαιότερες εποχές, κατά την περίοδο της ακμής της Βενετίας, μια αντίστοιχη στροφή προς τη Δύση σήμαινε την ελπίδα ότι η Βενετία θα μπορούσε να αποτελέσει το «αντίπαλο δέος» για τους Οθωμανούς. Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικά λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, στη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων, οι ελληνικοί πληθυσμοί στάθηκαν στο πλευρό των Βενετών εναντίον των Τούρκων.

Αργότερα, η ελπίδα για την απελευθέρωση του «Γένους» ανατέθηκε σε μια «ανατολική» δύναμη, με ειδική σχέση με το βυζαντινό κόσμο, του οποίου εξάλλου παρουσιάζεται και ως διάδοχος: τη Ρωσία. Γι' αυτή τη χώρα, θα πρέπει να παραθέσουμε μερικά συμπληρωματικά στοιχεία: η Ρωσία είναι η χώρα η οποία αξιοποιεί, σε πολιτικό επίπεδο, την «κληρονομιά» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και είναι η μόνη αξιόλογη δύναμη η οποία δε συναινεί στο δόγμα της διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάνουμε εδώ ακόμη μία παρέκβαση: η παροχή εμπορικών προνομίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία προς τις καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες της Δύσης - ιδιαίτερα τη Γαλλία - οι γνωστές «διομολογήσεις - είναι βασικός παράγων ανάμεσα σε εκείνους που θα καθορίσουν τη στάση των ίδιων αυτών δυνάμεων απέναντί της, όταν ξεκινά η διαδικασία δημιουργίας εθνών-κρατών στα εδάφη της. Εν πολλοίς, οι δυνάμεις που είχαν τέτοιου είδους συμφέροντα στην αυτοκρατορία, δεν επιδίωκαν τη διάλυσή της. Ανάμεσα όμως σε αυτές δε συγκαταλέγεται η Ρωσία. Η στάση της, λοιπόν, έχει, μεταξύ άλλων, αποτέλεσμα και τη σύναψη δύο συμφωνιών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία: τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, και τη Συνθήκη του Αϊναλί Καβάκ το 1779. Με αυτές τις δύο συνθήκες, η Ρωσία αναλαμβάνει επισήμως την «προστασία» των μη μουσουλμανικών εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ιδιαιτέρως η πρώτη από αυτές αποτελεί έναν από τους παράγοντες εκείνους που οδήγησαν στη ραγδαία ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας κατά το τέλος του 18ου αιώνα, αφού επέτρεπε στα ελληνικά πλοία να μεταφέρουν ρωσικό σιτάρι με ρωσική σημαία.

Το 18ο αιώνα, πάντως, η ώριμη πια αστική τάξη ζητά, κατά βάση, την απελευθέρωση του έθνους με τις δικές του δυνάμεις. Αν στρέφεται για βοήθεια σε μια εξωτερική δύναμη, αυτή δεν είναι άλλη από τη Γαλλία του τέλους του αιώνα, μια Γαλλία που είναι εκείνη την εποχή, στα μάτια των λαών, η «μάνα της επανάστασης». Εξάλλου, σε μια κοσμοθεωρία που αναπτύχθηκε κυρίως στη Γαλλία εδράζεται και το ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνικής επανάστασης: στο γαλλικό διαφωτισμό, ο οποίος ενσωματώνει στα κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα αιτήματα της ανερχόμενης αστικής τάξης το στοιχείο της συγκρότησης κράτους για εκείνους τους λαούς που τελούν υπό ξενική κυριαρχία και ολοκληρώνουν την εθνική τους διαμόρφωση.

Ο ελληνικός διαφωτισμός, από την άποψη αυτή, είναι ένα «δυτικό» ρεύμα. Ωστόσο, όπως ανέφερα και προηγουμένως, τίποτε δεν εμφυτεύεται σε ένα χώρο από τα πάνω. Στην ελληνική περίπτωση, ο διαφωτισμός βρίσκει την πιο ολοκληρωμένη του ίσως έκφραση στο κήρυγμα του Ρήγα, ο οποίος τον αναπτύσσει, εισάγοντας ένα επιπλέον στοιχείο, χαρακτηριστικό για το βασικό χώρο δράσης της ελληνικής αστικής τάξης: πρόκειται για το στοιχείο της παμβαλκανικής εξέγερσης και της συγκρότησης μιας παμβαλκανικής ομοσπονδίας, στην οποία ωστόσο κυρίαρχη θέση θα είχε το ελληνικό έθνος. Αν και ασύνειδα, ο Ρήγας διατύπωσε τη μεγάλη αλήθεια του καιρού του: οι Ελληνες αστοί, καθώς αποτελούσαν ένα είδος «διαβαλκανικής αστικής τάξης», σύμφωνα με τη διατύπωση του καθηγητή Σβορώνου, ήταν και ο λαός εκείνος της χερσονήσου που θα μπορούσε να καθοδηγήσει μια τελεσφόρα εξέγερση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χωρίς να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι και άλλα βαλκανικά έθνη βρίσκονται σε διαδικασία διαμόρφωσης συνείδησης, όπως για παράδειγμα το σερβικό.

Αν το εθνικό στοιχείο ήταν το προφανές χαρακτηριστικό της συνείδησης της αστικής τάξης του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, στο βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η εθνική διαφοροποίηση δεν υφίσταται, ως έντονη τουλάχιστον αίσθηση ούτε μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα και την αποχώρηση της Βενετίας από το Ιόνιο. Εκείνο όμως που υφίσταται πολύ πιο έντονα είναι το - συνηθέστατα ακατέργαστο - μίσος του «πόπολου» για τους «αρχόντους». Το μίσος αυτό εκφράζεται πολύ πιο συνειδητά από την πλευρά των αστών (και όχι των χωρικών που ζουν, ως επί το πλείστον, σε άθλια κατάσταση και η πρόσβασή τους στην παιδεία είναι ανύπαρκτη). Οι αστοί, αντίθετα, έχουν το εμπόριο στα χέρια τους και αρκετές δυνατότητες να μορφωθούν και να έρθουν σε επαφή με τα λεγόμενα «γαλλικά γράμματα». Πριν από την άφιξη των δημοκρατικών Γάλλων στα Ιόνια και τη θριαμβική τους υποδοχή από τους κατοίκους τους, υπάρχουν αρχειακά κείμενα που πιστοποιούν την ύπαρξη μιας ορισμένης συνωμοτικής δραστηριότητας των αστών, ιδιαίτερα στη Ζάκυνθο, που είχε αρκετά ανησυχήσει τις βενετικές αρχές, καθώς τη συνεδύασαν με την άφιξη στα νησιά του νέου προξένου της - επαναστατικής - Γαλλίας Σαν Σοβέρ. Ούτως ή άλλως, πάντως, τα Ιόνια Νησιά ακολούθησαν διαφορετικές ιστορικές περιπέτειες μέχρι την οριστική τους ένταξη στο ελληνικό κράτος, το 1864 και οι αλλεπάλληλες κατοχές τους από «δυτικές» κυρίως δυνάμεις (πέρα από το σύντομο διάλειμμα της Ιονίου Πολιτείας του 1801, που τελούσε υπό ρωσική και οθωμανική «προστασία») αποτύπωσαν στην πολιτισμική φυσιογνωμία του χώρου (μαζί με τη μακραίωνη βενετική κυριαρχία) πολλές συμπεριφορές γραφικές και ακατανόητες για τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο (αλλά αναμφισβήτητα χαριτωμένες).

ριζοσπάστης

Η Ορθοδοξία, το Βυζάντιο και η Δύση


ο Τηλέμαχος Λουγγής, πρόεδρος του ΚΜΕ, βυζαντινολόγος και διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών





Θα ήταν, πιστεύω, χρήσιμο για το αντικείμενο που μας απασχολεί να αρχίσω από μια θεμελιακή διευκρίνιση: Δεν πρόκειται εδώ για το θέμα της θρησκείας, δηλαδή της πίστης, αλλά με την υπόσταση και την ιστορική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η πίστη, όπως λέει ο απόστολος Παύλος1, είναι πεποίθηση γι' αυτά που ελπίζουμε ότι θα συμβούν και ταυτόχρονα, βεβαίωση γι' αυτά που δεν μπορούμε να δούμε. Αντίθετα, ο κλήρος γενικά και, στην περίπτωσή μας, ο ορθόδοξος κλήρος, ιδιαίτερα ο επισκοπικός, αποτελεί τμήμα της άρχουσας τάξης, ενώ ο αρχικός σχηματισμός του συνδέεται με τον καταμερισμό της εργασίας ανάμεσα στους ανθρώπους στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες2 . Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατάγεται από μια προκαπιταλιστική κοινωνία, το Βυζάντιο, ανδρώθηκε στο Βυζάντιο και στο Βυζάντιο επίσης επιτέλεσε μια συγκεκριμένη εποχή, το 13ο /14οαιώνα, τον όποιο προοδευτικό της ρόλο3 . Είναι χαρακτηριστικό το ότι, στα μέρη όπου κυριάρχησε η Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλαδή. στην Ανατολική Ευρώπη, εκεί η αστική τάξη αναπτύχθηκε καθυστερημένα, ανάμεσα σε τεράστιες αντινομίες και εκεί ακριβώς όπου κυριαρχούσε η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έγινε ποτέ μεγάλη αστική επανάσταση κατά το υπόδειγμα της Δύσης, το 17ο, το 18ο και το 19ο αιώνα.


Επισκοπικός και ενοριακός κλήρος


Από την εποχή του Ε. Renan4 είναι γνωστό το ότι το ρωμαϊκό κράτος και η χριστιανική Εκκλησία συμφιλιώθηκαν επί Κωνσταντίνου Α΄ (306-337) διά μέσου των επισκόπων, που ήδη ήταν πανίσχυροι μέσα στην Εκκλησία5 . Αυτή η απόλυτη εξουσία των επισκόπων ανάμεσα στους χριστιανούς (σύμφωνα με την έκφραση του Jones) συμβαδίζει με την αλματώδη αύξηση της περιουσίας της Εκκλησίας.Σε κάθε πόλη, σε κάθε επαρχία της αυτοκρατορίας, οι επίσκοποι έχουν μιαν αληθινά δεσπόζουσα παρουσία6αλλά και περιουσία και στη Νεαρά αρ. 7, που δημοσίευσε ο Ιουστινιανός το 535, διαβάζουμε ότι η Εκκλησία έχει στην κατοχή της πάμπολλα ακίνητα, αγρούς, γεωργούς και ανδράποδα αγροικικά (δούλους)7, δηλαδή οι δούλοι όχι μόνο δεν καταργήθηκαν με την επικράτηση του χριστιανισμού, αλλά πέρασαν σχεδόν αμέσως και στην ιδιοκτησία της Εκκλησίας, όπου επιτελούν υπηρετικές εργασίες.

Την εποχή του Ιουστινιανού, που είναι εποχή παρακμής και πτώσης της αρχαίας παραγωγής που στηριζόταν στην εργασία των δούλων, τα εργαστήρια βιοτεχνίας όπου τώρα εργάζονται ελεύθεροι περνούν επίσης όλο και περισσότερο στην ιδιοκτησία της Εκκλησίας8 . Η περιουσία της Εκκλησίας έχει ήδη κηρυχτεί αναπαλλοτρίωτη από ένα νόμο του αυτοκράτορα Λέοντα Α΄ (457-474) το 4709 και θωρακίζεται ακόμα περισσότερο από τον Ιουστινιανό με ένα νόμο του 530, όπου διαβάζουμε: Μηδεμίαν του λοιπού γίνεσθαι εκκλησιαστικών πραγμάτων έκδοσιν10 . Αντίθετα από τον επισκοπικό, ο απλός ενοριακός κλήρος αποτελούσε πάντα, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ενγκελς, το πληβειακό τμήμα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και, κατά κανόνα, δε συμμετείχε στα πλούτη της11 . Γι' αυτό και ο ενοριακός κλήρος παντού και πάντα βρισκόταν πολύ πιο κοντά στο λαό από ό,τι ο επισκοπικός κλήρος, που ανήκε πάντα στην άρχουσα τάξη.

Η ηγεσία της Εκκλησίας στην ανώτατη κοινωνική βαθμίδα

Ηδη, λοιπόν, από την πρώιμη βυζαντινή εποχή, ξεκαθαρίζεται απόλυτα η ταξική διάρθρωση και διαίρεση της κοινωνίας ως προς τον ηγετικό ρόλο της Εκκλησίας: Στην ύπαιθρο και στις πόλεις δεσπόζει ο θεοφιλέστατος επίσκοπος και, μετά από αυτόν, οι εν τη χώρα πρωτεύοντες12 ή κατά τη διατύπωση ενός άλλου νόμου, ακόμα σαφέστερη, οι εν τοις κτήτορσι πρωτεύοντες13 , δηλαδή οι πρώτοι ανάμεσα στους μεγαλογαιοκτήμονες. Επιπλέον, στο θεοφιλέστατο επίσκοπο κάθε περιοχής πρέπει να απευθύνονται όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη που ανήκουν (εν οιαδήποτε τάξει του βίου) λέει, με τη γνωστή του νομική τυπικότητα ο Ιουστινιάνειος Κώδικας14 , και έτσι έχουμε μια πανηγυρική αναγνώριση της ταξικής δομής της κοινωνίας από τις πηγές, κάτι που οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι και ιστορικοί αρνούνταν κατηγορηματικά να παραδεχτούν μέχρι πριν από σχετικά λίγα χρόνια.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την αρχαία κοινωνία, όπου κυρίαρχη παραγωγική δύναμη είναι οι δούλοι και κυρίαρχη ταξική αντίθεση είναι εκείνη ανάμεσα στους δούλους και τους ελεύθερους πολίτες, η μεσαιωνική κοινωνία, όπου η δουλοκτησία παύει να είναι κυρίαρχη παραγωγική δύναμη χωρίς και να καταργείται εντελώς, διακρίνει διαφορετικές κοινωνικές τάξεις ανάμεσα στους ελεύθερους ανθρώπους (μόνο τυπικά ελεύθεροι οι περισσότεροι) και τοποθετεί την ηγεσία της Εκκλησίας στην ανώτατη κοινωνική βαθμίδα, όπου είναι υποχρεωμένοι να ανατρέχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν. Δεν είναι καθόλου περίεργο, μετά από αυτά, το ότι οι κλασικοί του μαρξισμού θεωρούσαν ότι η εκκλησιαστική ιδιοκτησία αποτελούσε το προπύργιο των παραδοσιακών, δηλαδή μεσαιωνικών, σχέσεων γαιοκτησίας και ότι η πτώση της περιουσίας της Εκκλησίας σημαίνει και πτώση των μεσαιωνικών σχέσεων γαιοκτησίας15. Συμπερασματικά, αποκαλούσαν τον κλήρο φορέα μεσαιωνικής ιδεολογίας16 .

Περιουσία τεραστίων διαστάσεων

Από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα, η εκκλησιαστική περιουσία παίρνει τεράστιες διαστάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή17 . Σύμφωνα με τον ειδωλολάτρη ιστορικό Ζώσιμο, οι μοναχοί από πολύ νωρίς το πολύ μέρος της γης ωκειώσαντο προφάσει του μεταδιδόναι πάντα πτωχοίς, πάντας, ως ειπείν, πτωχούς καταστήσαντες18 . Ιδιαίτερα η μοναστηριακή περιουσία περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό κολόνων καθώς και αρκετούς δούλους19 . Αυτή είναι η κατάσταση, όταν τον 7ο αιώνα, ωριμάζει η κρίση της πρωτοβυζαντινής κοινωνίας σε συνδυασμό με τους τεράστιους εξωτερικούς κινδύνους. Το κράτος βρίσκεται σχεδόν συνεχώς μπροστά σε χρεοκοπία και αναγκάζεται να ζητήσει απεγνωσμένα την οικονομική βοήθεια της Εκκλησίας.

Το 612, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος θα κατάσχει χρήματα και θα επιτάξει πολύτιμα (χρυσά και ασημένια) σκεύη της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης για να μπορέσει να κόψει νόμισμα. Για το περιστατικό αυτό οι πηγές λένε ότι ο Ηράκλειος πήρε χρήματα εν δανείω20 , αλλά, καθώς οι εχθροί επιτίθενται από παντού, το δάνειο δε θα αποπληρωθεί και η Εκκλησία θα γίνει πιο προσεκτική στο μέλλον. Οταν, δυο χρόνια αργότερα, οι Πέρσες θα φτάσουν μπροστά στην Αλεξάνδρεια, ο διοικητής Αιγύπτου πατρίκιος και αυγουστάλιος Νικήτας απευθύνεται για χρήματα στον πατριάρχη Ιωάννη επειδή το κράτος βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση, αλλά ο πάμπλουτος πατριάρχης, γνωστός και ως Ιωάννης ο Ελεήμων (613-619), αρνείται να δώσει στον επίγειο καίσαρα αυτά που, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, ανήκουν στο θεό!21 Ετσι, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος θα παραδώσει στους Αραβες τα Ιεροσόλυμα το 638, έτσι ο πατριάρχης Κύρος θα παραδώσει την Αλεξάνδρεια στους Αραβες το 642.

Οταν ο ισχυρός κοσμικός προστάτης της Εκκλησίας εξασθενεί, όπως συμβαίνει με το βυζαντινό κράτος τον 7ο αιώνα, τότε η Εκκλησία δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να τον αλλάξει με έναν άλλο ισχυρό προστάτη και είναι πασίγνωστα τα σημαντικά προνόμια που απένειμαν οι Αραβες στις εκκλησίες των νεοκατακτημένων περιοχών.