Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Ν. Μπογιόπουλος-"Για ένα άλλο ύφος"*






"Δεν ξέρω πόσο μακριά θα πάει αυτή η αγωνία. Πόσο θα κοστίσουν όλες αυτές οι τελευταίες πληγές, για να κλειστούν και να μην αιμορροούν πια! Να στεγνώσουν οι ιδρωμένες παλάμες που παραμένουν αμήχανες πίσω από μισόκλειστες πόρτες, από τότε που κάναμε την τελευταία χειραψία και πήρε ο καθένας το δικό του δρόμο! Ειλικρινά, σύντροφοι, δεν ξέρω πότε θα ξανακοιταχτούμε στα μάτια, χωρίς ενοχές ή ανώριμες και ξεπερασμένες υπεροψίες. Εκείνο όμως που ξέρω πολύ καλά είναι πως δεν μπορούμε να παριστάνουμε τους ικανοποιημένους ή τους σχεδόν ευτυχείς. Δεν μπορούμε να διαβάζουμε με τον ίδιο τόνο τις συγκυρίες αδιαφορώντας για τα λάθη του τονισμού μας. Τώρα μάλιστα, που τα πλαστικά οράματα της «ενωμένης» Ευρώπης υπονομεύονται από τους ίδιους τους κατασκευαστές τους και όλες εκείνες οι πομπώδεις περιγραφές του λαμπρού ευρωπαϊκού μέλλοντος αναλύονται σε τριμμένες λέξεις και φτηνές βωμολοχίες.



Τώρα που κάθε μέρα αποκαλύπτεται όλο και πιο καθαρά πως στα μυστικά υπόγεια του ευρωπαϊκού σπιτιού οι φεουδάρχες ενός νέου μεσαίωνα κατασκευάζουν τα καλούπια όπου θα χυθούν οι νέες ευρωπαϊκές κοινωνίες, κοινωνίες πλαδαρές, χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ιεραρχημένες με βάση το εθνικό τους κομπόδεμα, τυλιγμένες σε συμβατικές σημαίες με απροσδιόριστα χρώματα παγιδευμένες μέσα σε καμένα ή κομμένα δάση, παραπαίουσες ανάμεσα σε πλαστικοποιημένα άνθη νεκρών παραδόσεων.


Κοινωνίες, χωρίς συλλογικές ανησυχίες, χωρίς συνείδηση, όπου μπορεί να αντανακλάται η νέα δυστυχία του εργαζόμενου, καθηλωμένου σε δουλείες νέων μορφών εξασθενημένου από την πείνα του καιρού μας, που δεν μπορεί να την γιατρέψει το ψωμί, αλλά μόνο οι πρωτεΐνες ενός άλλου πολιτισμού, που δεν μπορέσαμε ακόμα να διαβάσουμε καθαρά το όνομά του.


Τώρα ακριβώς πρέπει να αλλάξουμε ύφος. Πάνω σ’ αυτή την επικίνδυνη στροφή. Προσοχή, δε λέω ν’ αλλάξουμε άποψη, λέω, κι αυτό μόνο εννοώ: ν’ αλλάξουμε ύφος. Είμαστε οι μόνοι πια που μπορούμε να επιμείνουμε στους αυταπόδεικτους νόμους της Ιστορίας. Οι μόνοι που εξακολουθούμε να ψελλίζουμε ονόματα και θεωρίες παλιές μα ισχύουσες, που οι άλλοι τις αποσιωπούν γιατί είναι της μόδας μια τέτοια αποσιώπηση. Θυμούμαι δα διαπρύσιους (φλογερούς και οξείς) ρήτορες που δεν είχαν άλλο τι να πουν παρά μονάχα ό,τι είχαν γράψει ο Μαρξ ή ο Λένιν και που τώρα, αυτοί οι ίδιοι ρήτορες φορώντας την ξεβαμμένη τους τήβεννο ψάχνουν τις καινούργιες λέξεις, για να πουν, τι άλλο, αυτά που είχαν γράψει ο Μαρξ ή ο Λένιν. Εμείς επιμένουμε όμως. Και αυτή ακριβώς η επιμονή είναι που μας χρεώνει με αντιφάσεις και με άλλες περίεργες αγκυλώσεις, το πραγματικό, δηλαδή το ιστορικό νόημα των οποίων δεν προσπαθήσαμε να το αποκαλύψουμε και να το περιγράψουμε με απλό και πειστικό τρόπο. Δεν προσπαθήσαμε ούτε τώρα στα χρόνια της βαθιάς κρίσης να περιγράψουμε με απλό και πειστικό τρόπο την ουτοπία των λαϊκών οραμάτων απέναντι στην οργανωμένη αντίθεση οποιασδήποτε εξουσίας. Και δεν μιλώ βέβαια για την «ουτοπία» που σημαίνει το «μη πραγματοποιήσιμο». Μιλώ για την «ουτοπία» που προκύπτει από την άρνηση των εχθρών κάθε ανατροπής αλλά και κάθε απλής αλλαγής.


Ακόμα, δεν προσπαθήσαμε να αποδείξουμε με πειραματικό – αδιαμφισβήτητο τρόπο την κενότητα του αντίπαλου λόγου. Δεχτήκαμε να χρεωθούμε μόνοι εμείς την κατάχρηση των συνθημάτων, την ανεδαφικότητα της ξύλινης γλώσσας, την επιμονή σε παλιά σχήματα λόγου. Κι όμως περνούμε μια εποχή που ο αγοραίος καπιταλισμός αριστεύει στην παραγωγή των κατασκευασμένων λεκτικών σχημάτων, με την βοήθεια των οποίων προσπαθεί να υπερβεί την αναξιοπιστία των πράξεων του νεοφιλελευθερισμού και της ελεύθερης αγοράς. Δεν είναι υπερβολή να πω πως τον τελευταίο καιρό οι καταχθόνιες συμπεριφορές της Δύσης, αλλά και των… νεοδυτικών υποτακτικών τους, των ξιπασμένων νεοκαπιταλιστών, νεοορθόδοξων και νεοχούλιγκαν ενώ παραμένουν εφιαλτικά ίδιες, ανακοινώνονται και επισημοποιούνται με ονόματα και επιθετικούς προσδιορισμούς καινοφανείς μόνο για λίγο καιρό, γιατί πολύ γρήγορα, σχεδόν πριν προλάβουν να καταχωρηθούν στις νέες εγκυκλοπαίδειες, χάνουν τα ψευδώνυμα περιεχόμενα τους και αποκαλύπτονται με το πραγματικό τους νόημα.


Και τότε είναι που φαίνεται καθαρά πως αυτοί που στέκονται απέναντι από μας και μας κοιτούν μοχθηροί και περιπαίχτες ποτέ δεν εννοούν αυτό που λένε. Νέες συμφωνίες που κρύβουν παλιές σκοπιμότητες «πακέτα» με νέο λαμπρό περιτύλιγμα για να κρυφτεί η ημερομηνία λήξης του περιεχομένου, συμφωνίες μισοσκεπασμένες κάτω από τα αραχνοΰφαντα ονόματα δυτικοευρωπαϊκών κωμοπόλεων όπως Μάαστριχτ, π.χ. ίσως Γουαδελούπη αργότερα, ή Αμπρακατάμπρα, να σκεπάζεται καλά η αλήθεια, να φαίνεται όμως και λίγο από την προκλητική σάρκα της δυτικοευρωπαϊκής πορνικής ευημερίας!


Και πάνω σ’ αυτό ακριβώς το πεδίο ο καπιταλισμός κέρδισε. Κέρδισε τη μάχη των λέξεων και των εικόνων. Αρνήθηκε και πολέμησε σκληρά την ειλικρίνεια του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» ασκώντας την ίδια στιγμή με θρησκευτική πειθαρχία τα τεχνάσματα του «καπιταλιστικού υπερπραγματισμού». Και κατάφερε μέσα από τις δικές του τεχνοτροπίες να περιγράψει με δικό του τρόπο τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Κατάφερε να χρεώσει με διεστραμμένη λογιστική λογική τους θανάτους των πεινασμένων παιδιών, κατάφερε να αποσιωπήσει τους αριθμούς των ανέργων, να συκοφαντήσει τους αγώνες των αδικημένων, να αποκρύψει τον ανερχόμενο νεοναζισμό. Κατάφερε ακόμα στις μέρες των μεγάλων πτήσεων να ερμηνεύσει τα αίτια με μια δική του πολιτική «αισθητική», που ούτε απαντούσε ούτε υπαινισσόταν κάποια απάντηση. Απλώς περιέπαιζε! Κατάφερε σε τελευταία ανάλυση, μόνος πια, διαιτητής και παρατηρητής, ο καπιταλισμός με το φτιασιδωμένο πρόσωπο του προστάτη, να σφυρίξει τα «φάουλ» του παιχνιδιού, ανάλογα με το ύψος της… εκάστοτε δωροδοκίας.


Γι’ αυτό είπα και πιο πάνω: είναι καιρός να αλλάξουμε ύφος και με τρόπο πειστικό και προπαντός απλό, να περιγράψουμε και να αποκαλύψουμε την κενότητα του αντίπαλου λόγου. Να καταλάβει πια ο ταλαιπωρημένος μικρός πως όλες αυτές οι καινούργιες λέξεις που σέρνονται στους δρόμους της φτωχής μας πατρίδας είναι παγίδες. Είναι όλες ένα μεγάλο ψέμα (…)"



(*) Το κείμενο αυτό, υπό τον τίτλο «Για ένα άλλο ύφος», γράφτηκε πριν από είκοσι ένα χρόνια. Δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 4 Οκτώβρη 1992. Συντάκτης του ήταν ο κομμουνιστής, ο δάσκαλος, ο Γιώργος Χουρμουζιάδης. Ότι σε πολλά σημεία του αυτό το κείμενο μοιάζει σαν να γράφτηκε σήμερα δεν οφείλεται στο ότι ο Γιώργος Χουρμουζιάδης ήταν «προφήτης». Οφείλεται στο ότι ήταν Κομμουνιστής. Δηλαδή αξιώθηκε να κατέχει τα εργαλεία για να αναλύει το τώρα και να «βλέπει» το αύριο με τη βοήθεια της Επιστήμης και της Λογικής. Σε σημεία αυτού του κειμένου εμείς οι «μαθητές» του Χουρμουζιάδη μπορεί να διαφωνούσαμε και να διαφωνούμε μαζί του. Το ότι ο ίδιος δεν «απαγόρευσε» ποτέ τη διαφωνία μας ρίχνοντας – και έτσι – λίπασμα στη σκέψη μας και ότι δεν μας στέρησε ποτέ την τιμή να θεωρούμαστε «μαθητές» του, οφείλεται στο ότι ο Χουρμουζιάδης ήταν Δάσκαλος.

πηγή: enikos

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Lenin 1905 - Του Γιώργου ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ

Ενα σπουδαίο άρθρο του Γιώργου Χουρμουζιάδη από το Ριζοσπάστη της Κυριακής 30 Γενάρη 2005

"Θα ήτανε λάθος, αν περιγράφαμε το Σοσιαλισμό με τις λέξεις των εγγράφων και όχι του νου και της κομμουνιστικής μας καρδιάς."

«Υπάρχουν Ανθρωποι», έγραφε ο Lenin το 1905, πριν από 100 χρόνια, δηλαδή, στο άρθρο του «Νέα καθήκοντα και νέες δυνάμεις» «Υπάρχει πληθώρα ανθρώπων, μόνο που πρέπει να αφήσουμε το πεδίο ελεύθερο στην αυτενέργεια και την πρωτοβουλία και τότε θα φανούμε αντάξιοι της μεγάλης επαναστατικής τάξης». Και, φυσικά, ο Lenin δεν εννοούσε ο καθένας να δρα, όπως του έρχεται βολικά. Με βάση τις δικές του εκτιμήσεις και τις δικές του προσωπικές επιλογές, πιστεύοντας πως αυτές είναι οι πιο σωστές και πως αυτές θεμελιώνονται στην ορθή λογική, και γι' αυτό είναι οι μόνες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη Νίκη. Το ερώτημα, λοιπόν, που μπαίνει στην κομματική μας ζωή είναι τι ακριβώς εννοούσε ο Lenin, μιλώντας για την «αυτενέργεια» και την «πρωτοβουλία». Ποιο περιεχόμενο έδινε στις λέξεις αυτές και πώς τις αντιλαμβανόταν ως βασικούς τακτικούς βηματισμούς που θα οδηγούσαν στην Επανάσταση; Γιατί, δε φτάνει μόνο να καταφεύγουμε στη θεωρία μας και στα λόγια των μεγάλων θεωρητικών μας. Δε φτάνει μόνο να παραπέμπουμε σε συνθήματα και να χειροκροτούμε, όταν δε χρειάζεται. Πρέπει να την καταλαβαίνουμε κιόλας τη θεωρία μας, ως οδηγό της ζωής μας. Ως καθημερινή πράξη του Αγώνα. Να βρίσκουμε τον τρόπο που θα οργανώνει τη σκέψη μας, θα ενισχύει άρτια την κομματική μας συνείδηση. Θα μεταλλάσσει τον επαναστατικό συναισθηματισμό μας σε ενσυνείδητη αγωνιστικότητα, ώστε οι τακτικοί μας βηματισμοί να μας οδηγούν, έτσι κι αλλιώς, στην επίτευξη του στρατηγικού μας στόχου.

«Υπάρχει πληθώρα ανθρώπων», έγραψε ο Λένιν, πριν από 100 χρόνια. Μα και σήμερα υπάρχουν, το ίδιο βασανισμένοι, όπως και τότε, καταπιεσμένοι από άλλες, ωστόσο το ίδιο σκληρές, δυνάμεις. Αγρότες στους δρόμους, νέοι άνεργοι, συνταξιούχοι απελπισμένοι, διανοούμενοι παγιδευμένοι στη μοναξιά των επιστημονικών τους γραφείων, εργάτες χαμένοι στην πρόχειρη λογική τους, γυναίκες εγκλωβισμένες στις κουζίνες τους, όπως και τότε, δάσκαλοι που αποπροσανατολίζονται μέσα στις σελίδες ακατάλληλων βιβλίων, γιατροί επίορκοι, δικαστές που χρηματίζονται, αστυνομικοί που παρανομούν. Κι εμείς; Στοιχεία της ίδιας «πληθώρας». Θύματα της ίδιας περιπέτειας. Μέλη, ωστόσο, του κόμματος που κληρονόμησε τους λόγους του μεγάλου Λένιν. Τους μετατρέπουμε όμως σε πράξη; Αντιλαμβανόμαστε σωστά την «αυτενέργεια» και την «πρωτοβουλία», όπως τις εννοούσε εκείνος, ως προϋπόθεση της Επανάστασης; Δουλεύουμε με προσοχή τον προσωπικό μας λόγο; Χειριζόμαστε σωστά την επιχειρηματολογία μας; Αποκαλύπτουμε, με πειστικότητα την κοινωνική σημασία των θέσεών μας και το πολιτικό τους νόημα; Μετατρέπουμε τη συνθηματολογική, κομματική μας γλώσσα σε λόγο ζωντανό της αγοράς και της εκκλησίας, του γηπέδου και του σχολείου; Χωνόμαστε παντού για να μιλήσουμε, να αποδείξουμε, να πείσουμε, να κυριαρχήσουμε;
Εμείς, στοιχεία της ίδιας «πληθώρας», θύματα της ίδιας περιπέτειας, μέλη, ωστόσο, ενός κόμματος που οραματίζεται την ανατροπή ως υπέρτατη ευδαιμονία και αγωνίζεται να την πραγματώσει μέσα στην πραγματικότητα του Σοσιαλισμού. Γι' αυτό και θα ήτανε μεγάλο λάθος αν βιώναμε την τακτική προς το μεγάλο στρατηγικό μας στόχο ως απλό καθοδηγητικό έγγραφο και όχι ως καθημερινή ζωντανή πράξη. Θα ήτανε μεγάλο και ασύγγνωστο λάθος, αν ρυθμίζαμε τα πολιτικά μας βήματα μακριά από τη σοφία των λέξεων της λενινιστικής θεωρίας, εγκλωβισμένοι μέσα σε ενθουσιασμούς εφήμερους, πρόχειρους και συγκυριακούς. Θα ήτανε λάθος, αν περιορίζαμε την οικοδόμηση της μεγάλης Αμφισβήτησης στη μηχανική αποστήθιση συνθημάτων και έτοιμων περιγραφών. Θα ήτανε λάθος, αν περιγράφαμε το Σοσιαλισμό με τις λέξεις των εγγράφων και όχι του νου και της κομμουνιστικής μας καρδιάς.

Του
Γιώργου ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Πέθανε ο Γ. Χουρμουζιάδης - Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ για το θάνατό του




Το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση για το θάνατο του σ. Γιώργου Χουρμουζιάδη:

«Το ΚΚΕ με θλίψη ανακοινώνει τον θάνατο του συντρόφου Γιώργου Χουρμουζιάδη.

Ο σ. Γ. Χουρμουζιάδης, ομότιμος καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1932, όπου και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1981 έγινε μέλος του ΚΚΕ και στο 13ο Συνέδριο του Κόμματος, το 1991, εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής του Επιτροπής. Υπηρέτησε το Κόμμα και το λαό της Θεσσαλονίκης από διάφορες θέσεις και ως βουλευτής της Α’ Θεσσαλονίκης, όπου εκλέχθηκε στις εκλογές του 2000 και του 2004. Παρέμεινε μέλος του Κόμματος ως το τέλος της ζωής του.

Ο σ. Γ. Χουρμουζιάδης διακρίθηκε για το πλούσιο επαγγελματικό, ακαδημαϊκό και επιστημονικό του έργο, ιδιαίτερα στους κλάδους της ιστορίας, της αρχαιολογίας και της μουσειολογίας. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση τα χρόνια 1961 – 1964 και το 1965 ορίστηκε Έφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας. Το 1973 έγινε Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, ενώ την περίοδο 1976 – 1978, ως υπότροφος της Alexander v. Humbolt στη Χαϊδελβέργη, μετεκπαιδεύτηκε στην Ευρωπαϊκή Ιστορία.

Το 1981 εκλέχθηκε καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κοσμήτορας το 1983. Το 1985 έγινε αντιπρύτανης στο ΑΠΘ. Ασχολήθηκε με την έρευνα της Νεολιθικής Περιόδου κάνοντας ανασκαφές σε προϊστορικούς οικισμούς της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, επίσης ασχολήθηκε συστηματικά με τη Μουσειολογία και οργάνωσε ειδικά φροντιστήρια στο ΑΠΘ.

Υπήρξε πρωτοπόρος στη διάδοση και στην Ελλάδα των θεωρητικών «κινημάτων» της Αρχαιολογίας, που αναπτύχθηκαν στην Αμερική και την Ευρώπη και εξέδωσε και διηύθυνε γι’ αυτό τον σκοπό τα περιοδικά «Ανθρωπολογικά» (1978 - 1982), «Γόρδων» (1991 - 1995) και «Ανάσκαμμα» (2008-2013). Συνέγραψε 5 βιβλία και ανέπτυξε πλούσια αρθρογραφία, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε μέλος πολλών Ευρωπαϊκών Αρχαιολογικών Ινστιτούτων.

Από το 1992 ο σ. Γ. Χουρμουζιάδης διηύθυνε τις ανασκαφές στον προϊστορικό λιμναίο οικισμό του Δισπηλιού Καστοριάς και υπήρξε, επίσης, επιστημονικός υπεύθυνος για το πρόγραμμα LIFE, για την οργάνωση στην περιοχή της λίμνης Καστοριάς του πρώτου Οικομουσείου, με βάση τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο Δισπηλιό.

Το ΚΚΕ εκφράζει τα θερμά του συλλυπητήρια στη σύζυγο και την οικογένειά του.

Η κηδεία του σ. Γ. Χουρμουζιάδη θα γίνει από τα Κοιμητήρια Αναστάσεως του Κυρίου, στη Θεσσαλονίκη την Πέμπτη 17 Οκτώβρη στις 4 μ.μ. και θα είναι πολιτική».

Ανακοίνωση για το θάνατο του σ. Γιώργου Χουρμουζιάδη εξέδωσε και το Γραφείο Τύπου τηςΚομματικής Οργάνωσης Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ.

Ψήφισμα με το οποίο εκφράζουν «την οδύνη τους για το θάνατο του εκλεκτού και διακεκριμένου συναδέλφου», εξέδωσαν οι Πρυτανικές Αρχές του ΑΠΘ. Τα συλλυπητήριά τους εξέφρασαν επίσης ο Ευ. Βενιζέλος, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, Π. Αβραμόπουλος και η Οργάνωση Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ.