Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Οι θεωρητικές ρίζες της Γαλλικής Επανάστασης (1789 - 1794)


Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου




Τις αντιφεουδαρχικές επαναστάσεις πρώτη τις γνώρισε η Δυτική Ευρώπη. Κατά τον Φ. Ενγκελς «ο αγώνας της ευρωπαϊκής τάξης εναντίον του φεουδαρχισμού έφτασε ως την ανώτερη ένταση σε τρεις μεγάλες αποφασιστικές επαναστάσεις» που είναι: Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία το 1525, η αγγλική επανάσταση του 1642 - '49 και η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789 - '94, η οποία κατέχει την κορυφαία θέση και συγκλόνισε όλο τον κόσμο.



Η Γαλλική Επανάσταση, με βίαια μέσα, ανέτρεψε την εξουσία της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, κατήργησε τη μοναρχία και τα προνόμια των ευγενών, εγκαθίδρυσε την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, καθιέρωσε αστικούς θεσμούς στη γαλλική κοινωνία, δημιούργησε εθνικό στρατό, διαχώρισε την εκκλησία από το κράτος, συνέβαλε στην ενίσχυση και στην κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που έχουν ως κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Με τη Γαλλική Επανάσταση, για πρώτη φορά στην ιστορία, ο λαός αναλαμβάνει το ρόλο του πρωταγωνιστή στην εξέλιξη των ιστορικών πραγμάτων, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να επιβάλει τελικώς τα δικά του συμφέροντα.

Αποτέλεσμα μακράς κοινωνικής διεργασίας

Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν τυχαίο φαινόμενο, μια παρέκκλιση από το «φυσιολογικό» δρόμο ανάπτυξης της κοινωνίας, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι αστοί ιστορικοί - ιδεολόγοι. Τα αίτιά της βρίσκονται στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στη Γαλλία εκείνη την εποχή και συνδέονται με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της βιομηχανίας, του προλεταριάτου, του εμπορίου, την εξασθένιση του φεουδαρχικού συστήματος, τον εμπλουτισμό της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία είχε στα χέρια της την οικονομική δύναμη, όμως επιθυμούσε φορολογικές μεταρρυθμίσεις και ιδιαιτέρως την άνοδό της στην πολιτική εξουσία. Η επανάσταση ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς κοινωνικής διεργασίας, προϊόν ιστορικών αναγκών, το αποκορύφωμα της βαθιάς ταξικής πάλης.


Ο εορτασμός της ενότητας των επαναστατών στις 10 Αυγούστου 1793 στην πλατεία της Επανάστασης. Ο λαός καταστρέφει τα εμβλήματα της μοναρχίας




Η επανάσταση προετοιμάστηκε θεωρητικά -ιδεολογικά από τις νέες φιλοσοφικές, κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις που εμφανίστηκαν στην προεπαναστατική περίοδο. Αυτές οι αντιλήψεις αποτελούν τις θεωρητικές πηγές της επανάστασης. Τον 18ο αιώνα, ιδιαιτέρως στη Γαλλία, αναπτύσσονται: Η κριτική σκέψη, η επιστημονική έρευνα που κατευθύνεται σε μεθόδους βασισμένες στην παρατήρηση, στο πείραμα, στη λογική. Είναι ο αιώνας του πειραματισμού, του διαφωτισμού, του ορθολογισμού, του φιλελευθερισμού, και γι' αυτό ονομάστηκε «αιώνας, κατ' εξοχήν, γαλλικός». Διατυπώθηκαν αντιλήψεις που ήταν αντίθετες με την κυρίαρχη φεουδαρχική θρησκευτική κοσμοθεωρία, υποστηρίχτηκε η ιδέα ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους είναι ίσοι και καλοί (η θεωρία του «φυσικού δικαίου»), εδραιώνεται η πίστη στην ανάγκη της κοινωνικής προόδου, των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών, προβάλλεται το καθήκον της λύτρωσης της ανθρώπινης συνείδησης από τα δεσμά του μυστικισμού, της θεολογίας, του σχολαστικισμού, από την κατάργηση της πνευματικής κυριαρχίας της καθολικής εκκλησίας, η οποία για να διαφυλάξει την κυριαρχία της κατέφευγε σε σκληρούς διωγμούς των αντιπάλων της. Ολα αυτά εκφράζονται από το κοινωνικό στρώμα των προοδευτικών ανθρώπων, που στην ουσία προετοίμασαν ιδεολογικά - πολιτικά την αστική τάξη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.




Εορτασμός για την ελευθερία γύρω από το άγαλμα που κρατάει τη γαλλική σημαία

Οι φιλοσοφικές απόψεις εκφράστηκαν απ' όλους τους υλιστές του 18ου αιώνα, και ιδιαιτέρως από τους Ντ. Ντιντερό (1713 - 1784), Ελβέτιο (1715 - 1771), Χολμπάχ (1723 - 1789) κ.ά. Οι φιλοσοφικές τους αντιλήψεις αποτελούν την ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξης της φιλοσοφικής σκέψης της εποχής, σταθμό στην ιστορία της φιλοσοφίας, της πάλης ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό, όπλο της αστικής τάξης κατά της απόλυτης μοναρχίας, του φεουδαρχισμού, της θεολογίας. Ο υλισμός τους ήταν μια μαχητική κοσμοθεωρία, τάχτηκε αποφασιστικά ενάντια στη θρησκευτική ιδεολογία, στις βάσεις του φεουδαρχικού καθεστώτος. Η κριτική τους όμως στη θρησκεία δεν ήταν αρκετά συνεπής, ούτε βαθιά, δεν έφτανε στην ουσία της θρησκείας ως κοινωνικού και ιστορικο-ταξικού φαινομένου, δεν έφτανε στο μαχόμενο αθεϊσμό, στην ανεπιφύλακτη απόλυτη άρνηση της θρησκείας, ούτε στην επαναστατική ανατροπή των θρησκευτικών δογμάτων της κοινωνίας. Ο υλισμός τους εντάσσεται στην κατηγορία του μηχανιστικού -μεταφυσικού υλισμού, την ανώτερη μορφή του προμαρξιστικού υλισμού.


Ο Ντιντερό

Κορυφαίος φιλόσοφος της εποχής ήταν ο διευθυντής της περίφημης «Εγκυκλοπαίδειας» ο Ντ. Ντιντερό. Θεωρούσε τον ιδεαλισμό αλλόκοτο σύστημα, το οποίο δεν μπορούσε να δημιουργηθεί παρά από κάποιον τυφλό, ήταν ανεπιφύλακτα υπέρ του υλιστικού αθεϊσμού. Κατά την άποψή του η ύλη είναι το θεμελιακό στοιχείο όλων των πραγμάτων, είναι ποιοτικά πολύμορφη, βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, έχει την ιδιότητα της εξέλιξης και της ανάπτυξης. Πίστευε πως η συνείδηση είναι η ανώτερη ιδιότητά της, πως η ψυχή δεν μπορεί να χωριστεί από το σώμα. Ο Ντιντερό προσπαθεί να συνδέσει οργανικά τη φιλοσοφία με την επιστήμη, να θεμελιώσει επιστημονικά τις θέσεις και τα συμπεράσματά του. Στη σκέψη του συναντάμε και αρκετά στοιχεία διαλεκτικής, δεν έφτασε όμως στην ιδέα της ανάπτυξης από το ανώτερο στο κατώτερο, από το απλό στο σύνθετο, ως αποτέλεσμα της πάλης των αντιθέτων.

Σημαντικές είναι οι πολιτικές του αντιλήψεις. Είναι κατά της απόλυτης μοναρχίας και του φεουδαρχικού συστήματος, το οποίο, κατά την άποψή του, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ανθρώπινης νόησης και του φυσικού δικαίου και δε δικαιώνει την ύπαρξή του. Ο Ντιντερό ζητά την εγκαθίδρυση ενός ορθολογικού κοινωνικού συστήματος. Η κριτική του φεουδαρχισμού είναι κριτική από την ηθική σκοπιά. Το ανήθικο φεουδαρχικό καθεστώς μπορεί να παραμεριστεί και να εξαλειφθεί με την εκπαίδευση, τη γνώση, την ανεύρεση της αλήθειας από τον άνθρωπο. Μάχεται για τη μόρφωση του λαού, καταδικάζει το σκοταδισμό, τη θρησκεία, την εκκλησία που στηρίζει τη φεουδαρχική μοναρχία, αρνείται την ύπαρξη του θεού, θεωρώντας παραμύθι τη δημιουργία του κόσμου από μια υπερφυσική δύναμη.

Στην ουσία, όμως, η κοινωνική του αντίληψη είναι ιδεαλιστική, μιλάει για τον άνθρωπο γενικά και αφηρημένα ως φυσικό ον, ως μέρος της φύσης και όχι ως κοινωνικό ον, δε βλέπει τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, τις κοινωνικές τάξεις και την ταξική πάλη, δεν αντιλαμβανόταν τα κοινωνικά φαινόμενα που διέπονται από αντικειμενικούς νόμους αντικειμενικά και επιπλέον δεν κατανόησε τις κοινωνικές ρίζες που γέννησαν και διατηρούν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. «Πάρε - έλεγε - από έναν χριστιανό το φόβο της κόλασης και θα του πάρεις την πίστη». Ο φόβος της κόλασης είναι δηλαδή κύρια αιτία της πίστης. Κατανόησε όμως τη στενή σχέση ανάμεσα στο θρόνο και τον άμβωνα, γι' αυτό η πολιτική σημασία των θρησκευτικών του αντιλήψεων συνίσταται στο ότι αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την άρνηση της θεϊκής καταγωγής της βασιλικής εξουσίας, της κοινωνικής ανισότητας και της υποταγής της επιστήμης στη θρησκεία.

Οι θεωρητικοί «προάγγελοι»

Στη θεωρητικο-ιδεολογική προετοιμασία της Γαλλικής Επανάστασης σημαντικό ρόλο είχαν οι κοινωνικο-πολιτικές αντιλήψεις του Μοντεσκιέ (1689 - 1755), του Βολταίρου (1694 - 1778) και ιδιαιτέρως του Ζ.Ζ. Ρουσώ (1712 - 1778). Αυτοί έβαλαν γερές ιδεολογικές βάσεις με τα έργα και την κοινωνική τους δράση, στις οποίες στηρίχτηκαν οι πρωτεργάτες της επανάστασης.

Ο Μοντεσκιέ δανείζεται ιδέες από τον Τζ. Λοκ που έκανε διακρίσεις ανάμεσα στα δικαιώματα του προσώπου (του ατόμου) και του πολίτη και θεωρούσε πως το κράτος δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα προσωπικά δικαιώματα. Ο Μοντεσκιέ υπογραμμίζει πως τα δικαιώματα, που ο πολίτης θα παραχωρεί στο κράτος (στην πολιτεία), πρέπει να τα διαφυλάξει. Στο έργο του «Το πνεύμα των νόμων» (1748), ο Μοντεσκιέ εξετάζει τη φύση και τις μορφές των πολιτευμάτων και διακρίνει τρεις μορφές τους: Δημοκρατία, Αριστοκρατία, Μοναρχία. Δε βλέπει τη Δημοκρατία ως το ανώτερο και δικαιότερο πολίτευμα. Καταδικάζει τον δεσποτισμό, επιθυμεί τον περιορισμό των αυθαιρεσιών του απόλυτου μονάρχη, δε ζητά όμως την κατάργηση της μοναρχίας. Σημαντικό στοιχείο στον Μοντεσκιέ είναι ο διαχωρισμός των εξουσιών: Νομοθετική, Εκτελεστική, Δικαστική - θεωρώντας πως αυτές πρέπει να είναι απολύτως ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Κατά την άποψή του η Νομοθετική εξουσία πρέπει να εκφράζεται από ένα κοινοβούλιο, η Εκτελεστική από την κυβέρνηση και η Δικαστική από τη Δικαιοσύνη. Είναι στην ουσία βασικές θέσεις της αστικής δημοκρατίας.

Ο Βολταίρος υποστήριζε πως την εξουσία του μονάρχη τη θεμελιώνει όχι το θεϊκό δίκαιο, αλλά η λογική. Μόνο με αφετηρία τη λογική ο μονάρχης μπορεί να εξασφαλίσει ορθή διακυβέρνηση. Ο Βολταίρος ήθελε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις όχι όμως ριζικές επαναστατικές αλλαγές - αυτές τις θεωρούσε ουτοπικές. Μέχρι το 1770 ήταν υπέρ της «πεφωτισμένης δεσποτείας», μετά έκανε λόγο για μορφές λαϊκής διακυβέρνησης. Πίστευε στην ελευθερία των πολιτών, στην κοινωνική πρόοδο. Δεν είδε το ρόλο των μαζών, του λαού. Οι απόψεις του είναι καθαρά αστικές και πολλές φορές αντιφατικές.

Ο Ρουσώ

Ο κατ' εξοχήν ιδεολόγος της Επανάστασης, ο εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγάς της, ο εκφραστής των πόθων της και της φιλοδοξίας των λαϊκών στρωμάτων και πρωτίστως της μικροαστικής τάξης ήταν ο Ρουσώ. Είναι οπαδός της θεωρίας του «κοινωνικού συμβολαίου» και του «φυσικού δικαίου», θεωρεί πως η κοινωνία είναι αποτέλεσμα μιας ελεύθερης ένωσης, ενσωμάτωσης ατόμων, που από τη φύση τους είναι ίσοι και πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα, αλλά παραχωρούν ορισμένα από αυτά στην πολιτική εξουσία. Στην κοινωνία, λόγω της ατομικής ιδιοκτησίας, εμφανίζεται η ανισότητα. Δεν αρνείται την ανάγκη της ύπαρξης της ατομικής ιδιοκτησίας παρά τηνανισότητα της περιουσίας. Η μικρή ατομική ιδιοκτησία, βασισμένη στην εργασία, μπορεί να εξασφαλίσει μια σωστή κοινωνική τάξη όπου «όλοι θα έχουν κάτι και κανένας δε θα έχει κάτι περιττό (παραπανίσιο)».

Κατά τον Ρουσώ κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να ασκεί φυσική εξουσία πάνω σε συνανθρώπους του, καμία εξουσία δεν είναι νόμιμη εάν δεν ασκείται με τη συγκατάθεση εκείνων που είναι εθελοντικά υποταγμένοι σε αυτήν. Κατά συνέπεια, κάθε κυβέρνηση πρέπει να είναι μια εξουσία υποταγμένη στη βούληση του λαού και οι νόμοι της να εκφράζουν ακριβώς τη βούλησή του. Οι αλλαγές, οι μεταρρυθμίσεις στην κοινωνία, πρέπει να γίνονται προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης των φυσικών δικαιωμάτων των πολιτών, προς την ισότητα, ελευθερία, δικαιοσύνη, αδελφότητα. Κατακρίνει τη θρησκεία και ό,τι συνεπάγεται μ' αυτήν, χωρίς να αρνείται την ύπαρξη μιας «ανώτερης νόησης» του Θεού.

Παραμονές της Επανάστασης είχαν πλατιά διάδοση και απόψεις όπως η ανάγκη μόρφωσης και διαπαιδαγώγησης του λαού, κατάργησης των βασανιστηρίων, της θανατικής ποινής, η αναγκαιότητα της ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας των πολιτών, της ανάπτυξης της βιομηχανικής παραγωγής, του εμπορίου κ.τ.λ.

Ολες οι παραπάνω πολιτικές, οικονομικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις εκφράστηκαν στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του πολίτη» του 1789, αλλά και στο Σύνταγμα του 1791 που καθόριζε αντιπροσωπευτικές μορφές διακυβέρνησης της χώρας. Μ' αυτά η αστική τάξη έδωσε νομική μορφή στα ταξικά της συμφέροντα. Το Σύνταγμα των Ιακωβίνων του 1793 έκανε ένα βήμα μπροστά προς τις αστικοδημοκρατικές αλλαγές, διακηρύσσοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ομως αυτό το Σύνταγμα δεν εφαρμόστηκε λόγω του εμφυλίου πολέμου όπου η επανάσταση, κατά τη γνωστή ρήση, «έφαγε τα παιδιά της».

Η τύχη της επανάστασης είναι γνωστή. Τα διδάγματά της είναι πολλά, σημαντικά, αποτελούν πολύτιμη εμπειρία για την ιστορική εξέλιξη, αφού άνοιξε το δρόμο για το πέρασμα από μια κατώτερη κοινωνία (φεουδαρχία) σε μια ανώτερη (καπιταλισμός). Ιδιαιτέρως δε για μας τους κομμουνιστές που σήμερα, στην εποχή του ιμπεριαλισμού που είναι τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, εποχή δηλαδή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, αγωνιζόμαστε στην πρώτη γραμμή για την ανατροπή της ιστορικά ξεπερασμένης σημερινής κοινωνίας και το πέρασμα στην ανώτερή της τη σοσιαλιστική με προοπτική τον κομμουνισμό, για την κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Κώστας ΚΑΤΣΙΑΜΑΝΗΣ
Συνεργάτης του ΚΜΕ

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Η μαρξιστική επανάσταση στη φιλοσοφία




Η εμφάνιση του μαρξισμού ήταν ιστορική αναγκαιότητα, ιστορικά ώριμο καθήκον της εποχής. Δεν εμφανίστηκε από το τίποτα, στο κενό, ούτε και ήταν προϊόν της δημιουργικής φαντασίας του Μαρξ. "Ολη η μεγαλοφυϊα του Μαρξ - έλεγε ο Λένιν - βρίσκεται στο ότι έδωσε απαντήσεις στα ερωτήματα που είχε ήδη θέσει η πρωτοπόρα σκέψη της ανθρωπότητας. Η διδασκαλία του γεννήθηκε σαν κατευθείαν κι άμεση συνέχιση της διδασκαλίας των πιο μεγάλων εκπροσώπων της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του σοσιαλισμού". Ο μαρξισμός αποτελείται από την ενιαία αδιάρρηκτη ενότητα τριών συστατικών μερών: του Διαλεχτικού και Ιστορικού Υλισμού, της Πολιτικής Οικονομίας και του Επιστημονικού Σοσιαλισμού. Η εμφάνισή του αποτέλεσε ριζική στροφή, ανατροπή, επανάσταση, στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας.

Η ένωση του υλισμού με τη διαλεχτική

Στην ιστορική της πορεία η φιλοσοφία γνώρισε δυο βασικές κατευθύνσεις ανάπτυξης - τον υλισμό και τον ιδεαλισμό - και δυο τρόπους ερμηνείας και κατανόησης του κόσμου - τη μεταφυσική και τη διαλεκτική. Η ιστορία της φιλοσοφίας,

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Το επίπεδο της συνείδησης και του πολιτισμού- ...«ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά»


(ημερίδα ΚΜΕ-Οκτώβρης 2000 με θέμα¨: Ανατολή-Δύση)


Το ελληνικό έθνος μεγάλωσε «ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά». Η ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις οποίες αναλυτικά αναφέρθηκα, υπήρξε ο πρώτος όρος της συγκρότησής του. Ομως, το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, αρχίζει και η συνειδητή διαφοροποίηση των ελληνικών πληθυσμών από τις διοικήσεις στις οποίες υπάγονται. Βασικό στοιχείο της διαφοροποίησης αυτής είναι η θρησκεία ή το δόγμα: στον οθωμανοκρατούμενο χώρο, οι ορθόδοξοι υπάγονται στην εξουσία του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, κάτι που ταυτόχρονα τους ενιαιοποιεί αλλά και τους ξεχωρίζει από το μουσουλμανικό περίγυρο. Στις βενετοκρατούμενες χώρες, το βασικό διαφοροποιητικό στοιχείο είναι και πάλι το ορθόδοξο δόγμα, σε σχέση με το καθολικό της διοίκησης και των αρχόντων. Μόνο που εδώ, η μάλλον ήπια πολιτική της Βενετίας σε θρησκευτικά ζητήματα οδήγησε και σε απροσδόκητα αποτελέσματα: πολλές ευγενείς βενετικές οικογένειες προσχωρούν στην Ορθοδοξία. Αρκεί να αναφέρουμε ανάμεσά τους τους Σολωμούς και τους Καποδίστριες.

Η γλώσσα είναι άλλο ένα, πολύ ισχυρό, ενοποιητικό στοιχείο των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου. Παρά τις ισχυρές επιβιώσεις άλλων γλωσσών (όπως, για παράδειγμα, τα αρβανίτικα, πολύ ζωντανά και στον αιώνα μας, τα βλάχικα, ή οι σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας), η παλαιότητα και το ειδικό πολιτισμικό βάρος της ελληνικής γλώσσας την κατέστησαν «Linguafranca» της περιοχής. Ιδιάζουσα σημασία έχει το γεγονός ότι η λαϊκή ελληνική γλώσσα αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε πλουσιότερα και φυσιολογικότερα στις βενετοκρατούμενες χώρες: Οχι γιατί - όπως κακώς συνηθίζουμε να λέμε - υπήρχε πλουσιότερη παιδεία (κάτι τέτοιο δεν πιστοποιείται από καμία πηγή) αλλά γιατί γλώσσα της διοίκησης ήταν τα ιταλικά και εμποδίστηκε, με αυτό τον τρόπο, η διγλωσσία που ταλάνισε τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, με την προσκόλληση των εκκλησιαστικών κυρίως κύκλων σε παλιότερες γλωσσικές μορφές.

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να αφαιρέσει, από το βενετοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, το γεγονός ότι, ιδιαίτερα (ίσως και μόνο) η Κρήτη από το σύνολο των εδαφών που συναπετέλεσαν αργότερα το ελληνικό κράτος γνώρισε Αναγέννηση. Αυτή η Αναγέννηση δεν αποτελούσε μόνο αντανάκλαση των αντίστοιχων διαδικασιών της Δυτικής Ευρώπης: Κατά τη γνώμη μας, υπήρξε κυρίως απότοκη των ίδιων των ιδιότυπων δομών της κρητικής κοινωνίας, μέχρι το 1669, μιας κοινωνίας που αποτύπωσε μοναδικά την ώσμωση των πολιτισμικών στοιχείων της «ανατολής» και της «δύσης». Η γλώσσα της κρητικής ποίησης και του κρητικού θεάτρου, γλώσσα λαϊκή, ελληνική, με ορισμένους (όχι πολλούς, αλλά χαρακτηριστικούς) ιταλισμούς (βενετισμούς, θα έλεγα καλύτερα), τα θέματα, τα μοτίβα και τα πρότυπα, όλα αυτά αποτυπώνουν έναν κόσμο που βρίσκεται στο μεταίχμιο των κόσμων, των χώρων και των κοινωνικών συστημάτων. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Ερωτόκριτος: Ενα, κατά βάση, ιπποτικό μυθιστόρημα, που όμως διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα, μεταφέροντας εκεί συμπεριφορές και συνήθειες του Μεσαίωνα. Σε αυτό το, κατ' επιφάνεια, αντιφατικό σχήμα, ενσωματώνονται πολιτικές επιθυμίες των Βενετοκρητικών του 17ου αιώνα: Ο Κρητικός Χαρίδημος στο κονταροχτύπημα κατατροπώνει τον «Καραμανίτη» Ασιάτη Σπιθόλιοντα, την ίδια εποχή κατά την οποία, στην πραγματική ζωή, Βενετοί και Τούρκοι αλληλοσκοτώνονταν κάτω από τα τείχη του Χάνδακα. Στο ίδιο σχήμα ενσωματώνονται και ευρύτερα κοινωνικά και ηθικά αιτήματα της Αναγέννησης: Η ταύτιση έρωτα και γάμου, που διεκδικεί το ζευγάρι Αρετούσας και Ερωτόκριτου, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με τις αντίστοιχες μεσαιωνικές πρακτικές.

Πριν κλείσω αυτό το κεφάλαιο, θα ήθελα να επισημάνω τούτο το, καθόλου ασήμαντο κατά τη γνώμη μου, γεγονός: Ο ελλαδικός χώρος δεν ήταν γυμνός από μνήμες και παρελθόν. Στη διαδικασία της διαμόρφωσης ενιαίας συνείδησης των πληθυσμών του, αυτοί μπολιάστηκαν τόσο με τα πολλαπλά στοιχεία που έφεραν μαζί τους τα φύλα που εγκαταστάθηκαν, σε αυτόν, όσο και οι φορείς των κατά καιρούς διοικήσεών του. Ομως, δεδομένης αυτής ακριβώς της ισχυρής πολιτιστικής κληρονομιάς, τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν οργανικά σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «νεοελληνικός πολιτισμός» και που αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της συνείδησης του ελληνικού έθνους. Ηχοι (γλωσσικοί και μουσικοί), χρώματα, λέξεις, συμπεριφορές συγχωνεύτηκαν σε μια οργανική σύνθεση και αποτέλεσαν μια, εν πολλοίς, ενιαία αλλά πολύχρωμη κουλτούρα που κινείται ανάμεσα στο «Δυτικό» Ερωτόκριτο με το λαγούτο του (αλλά και τον επίσης «Δυτικό» Σολωμό, που αποτελεί μετεξέλιξή του) και στους ήχους της βυζαντινής μουσικής (και τις δικές της μετεξελίξεις που φτάνουν μέχρι τον αιώνα μας). Αυτή η πολυπλοκότητα του πολιτισμού μας αντανακλά και συνδέει οργανικά την «ανατολή» με τη «δύση» χλευάζοντας τη μονομέρεια όσων αναγνωρίζουν στο συλλογικό μας υποσυνείδητο μόνο τη μια πλευρά του τραγουδιού μας, τη μια πλευρά της συμπεριφοράς μας, τη μια πλευρά της καρδιάς μας.





Η Επανάσταση του '21 και το ελληνικό κράτος


Το ελληνικό κράτος, που προέκυψε από τη μεγάλη Επανάσταση των Ελλήνων του 1821 ήταν ένα κράτος αστικό, όσον αφορά τους στόχους του και τις προϋποθέσεις συγκρότησής του (χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω την ύπαρξη επιβιώσεων και από το προηγούμενο κοινωνικό σύστημα). Ηταν επίσης ένα κράτος με «δυτικό» προσανατολισμό: τόσο με την έννοια της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, όσο και σε επίπεδο συνταγμάτων και διακηρύξεων της Επανάστασης, κειμένων σαφώς επηρεασμένων από τα αντίστοιχα κείμενα της Γαλλικής Επανάστασης. Ηταν δυτικό και ως προς ένα άλλο, ιδιαίτερης σημασίας κατά τη γνώμη μου, σημείο: ως προς την πολύ στενή οικονομική σχέση της αστικής του τάξης με την ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη της εποχής, τη Μεγάλη Βρετανία. Επρόκειτο για μια σχέση ετεροβαρή, δεδομένης της διαφοράς στην οικονομική δυναμικότητα των δύο αστικών τάξεων, της οποίας εξ άλλου ο ετεροβαρής χαρακτήρας επιτάθηκε λόγω της σύναψης δανείων από τη Μεγάλη Βρετανία, στην οποία προέβησαν οι επαναστατικές κυβερνήσεις. Δανείων που, με τη σειρά τους βοήθησαν τη διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίων από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης. Η θέση λοιπόν του ελληνικού κράτους (μικρού εδαφικά, με μικρή εσωτερική αγορά και σε στρατηγική γεωπολιτική θέση) στο καπιταλιστικό σύστημα και στη νέα εποχή είναι εξ αρχής δυσχερής και εξαρτημένη. Η θέση αυτή καθιστά την Ελλάδα πολύ ευάλωτη στις πολιτικές και στρατιωτικές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων που γίνονται φανερές ήδη από τη διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού κράτους, με την επιβολή ενός ιδιότυπου καθεστώτος τριεθνούς «προστασίας» από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η προϊστορία αυτή αντανακλάται και στις κατά καιρούς επιλογές διακρατικών συμμαχιών από την άρχουσα τάξη της Ελλάδας και τα κόμματα που την εκπροσωπούσαν, ενώ ερμηνεύει και την ένταξη της χώρας μας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα σε μια θέση εξαρτημένη, υποδεέστερη και ενδιάμεση.

Μέχρι τώρα, έχω χρησιμοποιήσει τους όρους «Ανατολή» και «Δύση» στη γεωγραφική τους διάσταση, αλλά και με την «ιστορική», σύμφωνα με την οποία σε αδρές γραμμές, η γεωγραφική διάκριση ανταποκρίνεται και σε ένα συγκεκριμένο τύπο μετάβασης από τον ένα οικονομικό - κοινωνικό σχηματισμό στον επόμενο. Εδώ κυρίως εντοπίζω και τα «ανατολικά» ή «δυτικά» στοιχεία που οδήγησαν στη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους. Εάν είπα προηγουμένως ότι η Ελλάδα μεγάλωσε «ανάμεσα στην Πόλη και τη Βενετιά» το έκανα για να το τονίσω ακριβώς αυτό το στοιχείο. Δεν πιστεύω όμως - τονίζω για μια ακόμη φορά - ότι οι δύο διοικήσεις επέβαλαν από τα πάνω οποιοδήποτε σύστημα στον ελλαδικό χώρο. Απλώς λειτούργησαν ως καταλύτες, άλλοτε προωθώντας και άλλοτε επιβραδύνοντας τις φυσικές διαδικασίες εξέλιξης του χώρου. Πάντως, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο κατακτημένος ελλαδικός χώρος αποτελούσε οργανικό τμήμα της και δε νομίζω ότι μπορούμε να διαφοροποιήσουμε τις εξελίξεις στα πλαίσια του ελληνικού κόσμου από τις συνολικότερες της αυτοκρατορίας. Αντίθετα, στην περίπτωση των Βενετών, νομίζω ότι λειτουργεί περισσότερο το σχήμα «μητρόπολη - αποικία», για τούτο και αναφέρθηκα συχνά στην αντανάκλαση στην Κρήτη ή στα Ιόνια νησιά των εξελίξεων στη Μητρόπολη.

Θα ήθελα να κλείσω με ένα συμπέρασμα που σχετίζεται με την προηγούμενη ανάπτυξή μου, αλλά και αυτονομείται από αυτήν, μια και αναφέρεται στο σήμερα. Δεν παραγνωρίζω το στοιχείο του πολιτισμού. Στον πολιτισμό στηρίζονται και πολλές θεωρίες για το αν «είμαστε Ανατολή» ή «Δύση», θεωρίες οι οποίες κάποτε συνεπάγονται και συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις ή προτάσεις. Νομίζω ότι επιχείρησα μια απάντηση στην περί πολιτισμού παρέκβασή μου, λίγο πιο πάνω. Ομως, ξεφεύγοντας λίγο από τη λογική του αν εμείς, ως Ελληνες είμαστε «Ανατολή» ή «Δύση», θα πρόσθετα το εξής: δεν είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία του εποικοδομήματος - μ' όλη τη σημασία που έχουν για την ψυχοσύνθεση ενός λαού - εκείνα που θα πρέπει να καθορίσουν τους στόχους ή τις συμμαχίες του στο σύγχρονο κόσμο, αλλά τα πραγματικά συμφέροντα των καταπιεζόμενων σήμερα τάξεων. Αυτές οι τάξεις, που ανήκουν σε διαφορετικά έθνη - κράτη, με διαφορετικές ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές, κουβαλάνε μαζί τους την πολύχρωμη κουλτούρα και ιδιαίτερη φυσιογνωμία του χώρου τους. Ολες αυτές οι κουλτούρες - «ανατολικές» ή «δυτικές», «βόρειες» ή «νότιες», στο βαθμό που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη λαϊκότητα, πλουτίζουν την πολυμορφία του σύγχρονου κόσμου και είναι όχι μόνο αποδεκτές, αλλά χρήσιμες και αναγκαίες σε μια διαδικασία επικοινωνίας των λαών και συντονισμού της δράσης και του αγώνα τους.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Λαός, έθνος, κράτος: 13 παρατηρήσεις


lenin reloaded



1. Είναι προφανές ότι "λαοί" υπήρχαν πριν τα σύγχρονα έθνη, ότι το όνομα λαός και τα παράγωγά του (λαϊκός, κλπ) προηγούνται ιστορικά του ονόματος έθνος με την σύγχρονή του έννοια, αυτή που απέκτησε μετά, κυρίως, τον 18ο αιώνα.

2. Είναι επίσης προφανές ότι, άμα τη εμφανίσει του, το σύγχρονο έθνος προσπάθησε να προσαρτήσει την έννοια του λαού, περιορίζοντάς τη στα πλαίσιά του: ο "λαός" έγινε κάτι που δεν ήταν παλιότερα, δηλαδή ένα υποτίθεται εθνοτικά, γλωσσικά, και θρησκευτικά ομοιογενές μόρφωμα.

3. Το κριτήριο συγκρότησης του λαού ως λαού όμως δεν ήταν η διαφορά του από άλλους λαούς. Ήταν η διαφορά του από την πιο ολιγάριθμη τάξη των ευγενών, των κληρικών, των τοπικών ή κεντρικών αρχόντων. Η λαϊκή κουλτούρα ήταν η ημι-αυτόνομη κουλτούρα ενός χώρου που βρισκόταν σε αντίστιξη με την υψηλή κουλτούρα των μη λαϊκών στρωμάτων. Μέχρι

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Οι Marx, Engels, και Lenin για την ατομική τρομοκρατία

Lenin reloaded


Σχετικά με τη «Μυστική Συμμαχία»

Οι Μαρξ-Ενγκελς, έχουν δώσει πλήθος στοιχείων ως προς τη δράση των Μπακούνιν και Νετσάγιεφ και την πρακτόρικη-προβοκατόρικη ταχτική τους. Πρόσφατα, δημοσιογράφος απογευματινής εφημερίδας παρουσίασε το Νετσάγιεφ ως μαρξιστή, τον οποίο μάλιστα είχαν ως πρότυπό τους οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» στην Ιταλία αποδίδοντας έτσι στο μαρξισμό την «ιδεολογία της τρομοκρατίας». Ο Νετσάγιεφ βεβαίως ήταν πράκτορας της «Οχράνας» του Τσάρου της Ρωσίας και μαζί με τον Μπακούνιν είχαν ιδρύσει τη «Μυστική Συμμαχία», η οποία σκοπό της έχει την είσοδο μελών της στη «Διεθνή Ενωση Εργατών», με σκοπό την υπονόμευση και διάλυσή της. Ενώ ταυτόχρονα δρούσαν αυτοτελώς με μορφές πάλης την ατομική τρομοκρατία, τις δολοφονίες πολιτικών, τη διάπραξη άλλων εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου.


Τα κείμενα που τους αποκαλύπτουν γράφτηκαν από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς με τη συνεργασία του Π. Λαφάργκ. Ολη η εργασία τους τυπώθηκε σε φυλλάδιο στο Λονδίνο και το Αμβούργο τον Αύγουστο του 1873.



Να λοιπόν τι γράφουν σχετικά μ' αυτή την υπόθεση:

«Αυτή η ένωση εκπορεύεται απ' την πεποίθηση ότι ποτέ οι επαναστάσεις δεν πραγματοποιούνται ούτε από προσωπικότητες, ούτε από μυστικούς Συνδέσμους. Πραγματοποιούνται σαν από μόνες τους, προκαλούμενες από τη δύναμη των πραγμάτων, από την πορεία των γεγονότων και των περιστάσεων. Προετοιμάζονται μακροχρόνια βαθιά μέσα στην ενστικτώδη συνείδηση των λαϊκών μαζών και κατόπιν ξεσπούν... Ο,τι μπορεί να κάνει ένας μυστικός Σύνδεσμος καλά οργανωμένος, είναι, πρώτα απ' όλα, να υποβοηθήσει τη γέννηση της επανάστασης, διαδίδοντας στις μάζες τις ιδέες, που να ανταποκρίνονται στα ένστικτα των μαζών και να οργανώσει όχι το στρατό της επανάστασης - στρατός πρέπει να είναι πάντα ο λαός (κρέας για τα κανόνια), - αλλά το επαναστατικό επιτελείο, που θα αποτελούν άνθρωποι αφοσιωμένοι, δραστήριοι, έξυπνοι και, το κυριότερο, ειλικρινείς,- και όχι ιδιοτελείς και ματαιόδοξοι,- φίλοι του λαού, ικανοί να γίνουν οι μεσάζοντες μεταξύ της επαναστατικής ιδέας» (και μονοπωλητές της) «και των λαϊκών ενστίκτων». Από κείμενα της «Μυστικής Συμμαχίας»


Η πραγματική επαναστατική πραχτική


Απέναντι σ' αυτή τη λογική οι Μαρξ-Ενγκελς απαντούν:


«Για να διασφαλιστεί η επιτυχία της επανάστασης, χρειάζεται να υπάρχει ενότητα σκέψης και δράσης. Τα μέλη της Διεθνούς πασχίζουν να δημιουργήσουν αυτή την ενότητα με την προπαγάνδα, τη συζήτηση και την ανοιχτή οργάνωση του προλεταριάτου, ενώ ο Μπακούνιν χρειάζεται μόνο μια μυστική οργάνωση εκατό ανθρώπων, προνομιούχων εκπροσώπων της επαναστατικής ιδέας, ένα αυτοδιορισμένο γενικό επιτελείο που βρίσκεται στην εφεδρεία και υπό τις διαταγές του μόνιμου "πολίτη Μπ" (σ.σ. Μπακούνιν).Ενότητα σκέψης και δράσης δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά δογματισμό και τυφλή υποταγή. Perinde ac cadaver. (Σαν ένα πτώμα). Εχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικό Τάγμα ιησουιτών.


Το να λέει κανείς ότι οι εκατό διεθνείς αδελφοί πρέπει "να γίνουν μεσάζοντες μεταξύ της επαναστατικής ιδέας και των λαϊκών ενστίκτων", είναι σα ν' ανοίγει μιαν άβυσσο ανάμεσα στην επαναστατική ιδέα της Συμμαχίας και στις μάζες των προλετάριων, είναι σαν να ομολογεί την αδυναμία του να στρατολογήσει αυτούς τους εκατό φρουρούς κάπου αλλού, εκτός από τις προνομιούχες τάξεις».


Γι' αυτό και καταλήγουν ως εξής:



«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εταιρία, που, κάτω απ' τη μάσκα του πιο ακραίου αναρχισμού, δε στρέφει τα χτυπήματά της ενάντια στις υπάρχουσες κυβερνήσεις... Για να επιτύχει τους σκοπούς της, η εταιρία αυτή δε διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο και κάθε δολιότητα. Το ψέμα, η συκοφαντία, οι εκφοβισμοί, οι τραμπουκισμοί, είναι χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Τέλος, στη Ρωσία η εταιρία αυτή αντιποιείται κατάφωρα τον τίτλο της Διεθνούς και, καλυπτόμενη πίσω από την επωνυμία της Διεθνούς, διαπράττει ποινικά αδικήματα, απάτες, μια δολοφονία, ενώ για όλα αυτά ο κυβερνητικός και ο αστικός Τύπος επιρρίπτει την ευθύνη στην Ενωσή μας (...)Ας φωνασκούν οι ηγέτες της Συμμαχίας περί προδοσίας. Εμείς τους παραδίδουμε στην περιφρόνηση των εργατών και στην εύνοια των κυβερνήσεων, στις οποίες πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες, αποδιοργανώνοντας το εργατικό κίνημα. Η εφημερίδα της Ζυρίχης "Tagwacht" είχε απόλυτο δίκιο όταν, απαντώντας στον Μπακούνιν, έλεγε:


"Αν δεν είσθε πληρωμένος πράκτορας, τότε, όπως και νά 'χει, ένα είναι φανερό: κανένας πληρωμένος πράκτορας δε θα μπορούσε να προξενήσει μεγαλύτερη ζημιά απ' ό,τι προξενήσατε εσείς"».
Ριζοσπάστης

Δράση που βολεύει το σύστημα


Οι Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν, αντιμετώπισαν ως έναν από τους βασικούς εχθρούς του εργατικού κινήματος, ομάδες και πρόσωπα, που είχαν αιχμή της δράσης τους την ατομική τρομοκρατία, στο κίνημα των αναρχικών, αλλά και των ναρόντνικων, (αγροτικό δημοκρατικό κίνημα στα μέσα του 19ου αιώνα στη Ρωσία). Αλλά και στη συνέχεια, αρχές του 20ού αιώνα, ο Λένιν το αντιμετώπισε στη δράση των εσέρων (σοσιαλιστές - επαναστάτες).


Σχετικά με τη δράση τέτοιων ομάδων και προσώπων γράφει ο Ενγκελς σε επιστολή του προς τον Πάμπλο Ιγκλέσιας στη Μαδρίτη:


«(...) Οσο για τους αναρχικούς, αυτοί φαίνεται δεν απέχουν πολύ απ' την αυτοκτονία. Τούτη η παθιασμένη πυρετώδης φούρια, τούτο το πυροτέχνημα των δολοφονιών, που δεν έχουν κανένα νόημα, και, αν το καλοκοιτάξεις, είναι πληρωμένες και μονταρισμένες απ' την αστυνομία, δεν μπορεί να μην ανοίξει τα μάτια ακόμα και του αστισμού για τον αληθινό χαρακτήρα αυτής της προπαγάνδας των φρενοβλαβών και βαλτών πρακτόρων(...).


Κι αν τώρα διακινδυνεύουμε κι εμείς να δεινοπαθήσουμε απ' την αστική αντίδραση, τελικά θα βγούμε κερδισμένοι, διότι αυτή τη φορά θα μπορέσουμε ν' αποδείξουμε σε όλους ότι εμάς και τους αναρχικούς μας χωρίζει άβυσσος».(Κ. ΜΑΡΞ - Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, Απαντα, τόμ. 39, σελ. 223).


Μετά το ματοβαμμένο τσάκισμα της «Κομμούνας του Παρισιού», οι αναρχικοί επιτέθηκαν στη «Διεθνή Ενωση Εργατών», επίθεση συνδυασμένη με την επίθεση των αστικών κυβερνήσεων.


Ο Ενγκελς, σε επιστολή του από το Λονδίνο, στις 24 Γενάρη του 1872, ένα χρόνο μετά την Κομμούνα, προς τον Τέοντορ Κούνο στο Μιλάνο αναφέρεται σ' αυτό ως εξής:


«(...)Αν αναλογιστεί κανείς σε ποια στιγμή -τώρα ακριβώς που όλα τα σκυλιά έχουν ξαμοληθεί καταπάνω στη Διεθνή- οι άνθρωποι αυτοί οργανώνουν τη συνωμοσία τους, τότε δεν μπορεί να μην περάσει απ' το μυαλό του πως οι κύριοι της διεθνούς αστυνομίας έχουν βάλει το χέρι τους στην υπόθεση. Κι αυτό πράγματι συμβαίνει. Στο Μπεζιέ, οι μπακουνικοί της Γενεύης έχουν σαν εκπρόσωπό τους τον διευθυντή της αστυνομίας! (...) Ως ποιο βαθμό είναι ανακατεμένη στην υπόθεση η ρωσική αστυνομία είναι κάτι που το αφήνω ανοιχτό για την ώρα, αλλά ο Μπακούνιν ήταν χωμένος ως τα μπούνια στην υπόθεση "Νετσάγιεφ"(βέβαια, το διαψεύδει, αλλά εμείς εδώ έχουμε τα πρωτότυπα των ρωσικών κειμένων κι επειδή και ο Μαρξ και εγώ καταλαβαίνουμε τα ρωσικά, δεν μπορεί να μας ρίξει στάχτη στα μάτια). Κι ο Νετσάγιεφ, είτε είναι agent provocateur (πράκτορας) των Ρώσων, είτε οπωσδήποτε έδρασε ως τέτοιος. Πέρα απ' αυτό, ανάμεσα στους Ρώσους φίλους του Μπακούνιν υπάρχουν κάθε λογής ύποπτα άτομα (...). (Κ. ΜΑΡΞ - Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, Απαντα, τόμ. 33, σελ. 388 - 392).
Ριζοσπάστης


ΜΑΡΞ - ΕΝΓΚΕΛΣ - ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η υπόθεση Νετσάγιεφ
Η εξέγερση των «Δεκεμβριστών» στις 14 του Δεκέμβρη 1825 στη Ρωσία

Η υπόθεση Νετσάγιεφ, με αφορμή μια δίκη που έγινε στη Ρωσία το 1871, αποκάλυψε το ρόλο του ως πράκτορα, με διάφορα περιστατικά ανθρώπων, οι οποίοι έχοντας σχέση μαζί του συνελήφθησαν από το τσαρικό καθεστώς, με επαναστατικό υλικό στην κατοχή τους. Τα κείμενα των Μαρξ - Ενγκελς γι' αυτή την υπόθεση, αποκαλύπτουν τον προβοκατόρικο ρόλο αυτού, που ως επαναστατική μορφή πάλης είχε την ατομική τρομοκρατία. Ας αφήσουμε τα κείμενα των κλασικών του μαρξισμού να μιλήσουν γι' αυτόν.


Η δίκη Νετσάγιεφ
«Πληροφορηθήκαμε, γράφουν οι Μαρξ - Ενγκελς, για τη δράση της Συμμαχίας στη Ρωσία από την πολιτική δίκη, γνωστή ως υπόθεση Νετσάγιεφ, που έγινε τον Ιούλιο του 1871 στο δικαστήριο της Πετρούπολης. Για πρώτη φορά στη Ρωσία μια πολιτική δίκη έγινε μπροστά σε ορκωτό δικαστήριο και δημόσια. Ολοι οι δικαζόμενοι, πάνω από ογδόντα άτομα, άνδρες και γυναίκες, ανήκαν, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στη σπουδάζουσα νεολαία. Είχαν μείνει προφυλακισμένοι από το Νοέμβριο του 1869 ως τον Ιούλιο του 1871 στα μπουντρούμια του φρουρίου του Πετροπαβλίφσκ, με αποτέλεσμα δυο απ' αυτούς να πεθάνουν και μερικοί άλλοι να παραφρονήσουν. Βγήκαν από τα μπουντρούμια απλώς για να ακούσουν την απόφαση, που τους καταδίκαζε σε καταναγκαστικά έργα στα ορυχεία της Σιβηρίας, σε ειρκτή και σε φυλάκιση δεκαπέντε, δώδεκα, δέκα, εφτά και δύο χρόνων(...) Το έγκλημά τους ήταν πως ανήκαν σε μια μυστική εταιρία, η οποία είχε σφετερισθεί το όνομα της Διεθνούς Ενωσης Εργατών και στην οποία στρατολογήθηκαν από απεσταλμένο της διεθνούς επαναστατικής επιτροπής, που διέθετε πληρεξούσια δήθεν με τη σφραγίδα της Διεθνούς. Αυτός ο απεσταλμένος τους έβαλε να διαπράξουν μια σειρά απάτες και ανάγκασε μερικούς απ' αυτούς να γίνουν συνεργοί του στη διάπραξη μιας δολοφονίας. Αυτή η δολοφονία ήταν που οδήγησε την αστυνομία στα ίχνη της μυστικής εταιρίας, αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο ίδιος ο απεσταλμένος είχε ήδη εξαφανιστεί. Σ' όλη αυτή την υπόθεση ο ρόλος του απεσταλμένου ήταν πολύ ύποπτος. Ο απεσταλμένος αυτός ήταν ο Νετσάγιεφ (...)


Το 1861, απαντώντας στα φορολογικά μέτρα, που αποσκοπούσαν στο να μην μπορούν οι άποροι νέοι να πλησιάσουν στην ανώτερη εκπαίδευση, και στα δικαστικά μέτρα, που απέβλεπαν στο να τους υποτάξουν στην αστυνομική αυθαιρεσία, οι φοιτητές εξέφρασαν έντονη και ομόφωνη διαμαρτυρία, που από τις συνελεύσεις την κατέβασαν στους δρόμους και τη μετέτρεψαν σε εντυπωσιακές διαδηλώσεις (...) Οι συνελεύσεις (...) έδιναν ταυτόχρονα τη δυνατότητα να συζητούνται πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η ρωσική σπουδάζουσα νεολαία, που στο μεγαλύτερο μέρος της την αποτελούσαν παιδιά αγροτών και άλλων φτωχών ανθρώπων, είχε διαποτιστεί σε τέτοιο βαθμό απ' τις σοσιαλιστικές ιδέες, ώστε ονειρευόταν κιόλας την άμεση υλοποίησή τους (...) Μέσα σ' αυτή την κατάσταση έκανε την εμφάνισή του ό Νετσάγιεφ, που, εκμεταλλευόμενος το κύρος της Διεθνούς και τον ενθουσιασμό αυτής της νεολαίας, επιχείρησε να πείσει τους φοιτητές ότι δεν είναι καιρός να ασχολούνται με τέτοια μικροπράγματα, τη στιγμή που υπάρχει μέσα στη Διεθνή μια τεράστια μυστική εταιρία, που ανάβει τη φωτιά της παγκόσμιας επανάστασης και είναι έτοιμη για άμεσες ενέργειες στη Ρωσία. Ο Νετσάγιεφ κατάφερε να εξαπατήσει μερικούς νέους ανθρώπους και να τους παρασύρει σε εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, που έδωσαν την ευκαιρία στην αστυνομία να τσακίσει αυτό το κίνημα των σπουδαστών, τόσο επικίνδυνο για την επίσημη Ρωσία.



Η ύποπτη φυγή στη Γενεύη
Το Μάρτιο του 1869 έφτασε στη Γενεύη ένας νεαρός Ρώσος, που προσπάθησε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη όλων των Ρώσων εμιγκρέδων, παριστάνοντας τον αντιπρόσωπο των φοιτητών της Πετρούπολης. Εμφανιζόταν με διάφορα ονόματα. Μερικοί εμιγκρέδες γνώριζαν από αξιόπιστες πηγές πως από την Πετρούπολη δεν είχε σταλεί κανένας αντιπρόσωπος. Αλλοι, ύστερα από συζήτηση με τον δήθεν αντιπρόσωπο, τον πέρασαν για χαφιέ. Στο τέλος, είπε το πραγματικό του όνομα: Νετσάγιεφ. Ελεγε ότι είχε αποδράσει απ' το φρούριο της Πετρούπολης, όπου ήταν έγκλειστος σαν πρωτεργάτης των ταραχών που ξέσπασαν τον Ιανουάριο του 1869 στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πρωτεύουσας. Μερικοί εμιγκρέδες, που είχαν μείνει για καιρό έγκλειστοι σ' αυτό το φρούριο, γνώριζαν από προσωπική εμπειρία ότι από κει είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς. Γι' αυτό κατάλαβαν ότι εδώ ο Νετσάγιεφ λέει ψέματα. Εξάλλου, επειδή στις εφημερίδες και τα γράμματα που έπαιρναν μνημονεύονταν τα ονόματα των διωκόμενων φοιτητών και πουθενά δε γινόταν λόγος περί Νετσάγιεφ, θεώρησαν ότι τα όσα αραδιάζει για τη δήθεν επαναστατική δράση του είναι παραμύθια. Ο Μπακούνιν, όμως, έπαιρνε φανερά το μέρος του Νετσάγιεφ. Διαλαλούσε παντού πως ο Νετσάγιεφ είναι "έκτακτος απεσταλμένος της μεγάλης μυστικής οργάνωσης που υπάρχει και δρα στη Ρωσία"(...) Σε μια συζήτηση που είχε ο Νετσάγιεφ με έναν εμιγκρέ, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι δεν τον έστειλε αντιπρόσωπο καμία μυστική οργάνωση (...)



Και όμως έπεφταν στα χέρια του Τσάρου
Από τον Απρίλιο του 1869 οι Μπακούνιν και Νετσάγιεφ άρχισαν να προετοιμάζουν το έδαφος για επανάσταση στη Ρωσία. Από τη Γενεύη έστελναν επιστολές, εκκλήσεις και τηλεγραφήματα στην Πετρούπολη, στο Κίεβο και σε άλλες πόλεις. Ωστόσο, γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να φτάσουν στη Ρωσία επιστολές, εκκλήσεις και ιδίως τηλεγραφήματα, δίχως να το μάθει το "III Γραφείο", (σ.σ.το 3ο Γραφείο της καγκελαρίας του Τσάρου, που ήταν η διεύθυνση της μυστικής αστυνομίας στη Ρωσία), (η μυστική αστυνομία). Ολα αυτά μπορούσαν να έχουν ένα και μόνο σκοπό: να εκθέσουν ανθρώπους. Αυτές οι ανέντιμες μέθοδοι, ανθρώπων που δε ριψοκινδύνευαν τίποτα στην καλοστεκούμενη Γενεύη, οδήγησαν σε πολυάριθμες συλλήψεις στη Ρωσία. Τους είχαν, μάλιστα, προειδοποιήσει ότι δημιουργούν κινδύνους. Εχουμε αποδείξεις πως γνωστοποίησαν στον Μπακούνιν την ακόλουθη περικοπή μιας επιστολής απ' τη Ρωσία.


"Για όνομα του Θεού, πέστε στον Μπακούνιν να πάψει, αν έχει έστω και κάτι ιερό μέσα του για την επανάσταση, να στέλνει τις εξωφρενικές προκηρύξεις του, που οδηγούν σε έρευνες σε πολλές πόλεις, σε συλλήψεις και παραλύουν κάθε σοβαρή δουλιά"(...)


Στις 7 Απριλίου 1869, ο Νετσάγιεφ γράφει στην Κα Τομίλοβα, σύζυγο συνταγματάρχη, ο όποιος αργότερα πέθανε απ' τον καημό για τη σύλληψη της γυναίκας του, ότι "στη Γενεύη πνίγονται στις δουλιές" και την προτρέπει να στείλει εκεί έναν σίγουρο άνθρωπο για να μιλήσει μαζί του. "Η υπόθεση, για την οποία πρέπει να κουβεντιάσουμε, δεν άφορα μόνο το δικό μας εμπόριο, αλλά και το πανευρωπαϊκό. Εδώ το πράγμα βράζει. Μαγειρεύεται μια τέτοια σούπα, που δε θα μπορέσει ούτε όλη η Ευρώπη να την αποτελειώσει. Βιαστείτε, λοιπόν". Ακολουθεί σύσταση της Γενεύης. Αυτή η επιστολή δεν έφτασε στον παραλήπτη. Την έπιασε στο ταχυδρομείο η μυστική αστυνομία, με επακόλουθο τη σύλληψη της Κας Τομίλοβα, που πρωτοείδε την επιστολή μόνο κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων("Εφημερίδα της Πετρούπολης", αρ. φύλ. 187, 1871)(...)



Και η περίπτωση της Αλεξαντρόφσκαγια
Η Κα Αλεξανδρόφσκαγια ήταν πολύ εκτεθειμένη στην περίοδο των ταραχών του 1861-1862. Κάθισε μάλιστα και στη φυλακή, όπου η στάση της δεν ήταν και τόσο σωστή. Σε μια κρίση ειλικρίνειας έγραψε μια εξομολόγηση προς τους δικαστές της και η εξομολόγηση αυτή ενοχοποίησε πολλούς ανθρώπους(...) Είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο ο Νετσάγιεφ χρειάστηκε έναν συνεπιβάτη,(σ.σ. για ταξίδι από τη Ρωσία στη Γενεύη), του οποίου και μόνο η παρουσία θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει τη σύλληψή του στα σύνορα: Μολαταύτα, ο Νετσάγιεφ, συνοδευόμενος από την Κα Αλεξανδρόφσκαγια, έφθασε αισίως στη Γενεύη και, ενώ τους άμοιρους ανθρώπους που εξαπάτησε τους έριχναν στη φυλακή, αυτός μαζί με τον Μπακούνιν καταπιάστηκε με τη σύνταξη του δεύτερου τεύχους της "Λαϊκής Τιμωρίας". Ο Μπακούνιν, απέραντα υπερήφανος διότι η "Journal de Geneve" γράφει για τη συνωμοσία Νετσάγιεφ και του αποδίδει (του Μπακούνιν) καθοδηγητικό ρόλο σ' αυτήν, ξέχασε πως η "Λαϊκή Τιμωρία" του τυπώνεται δήθεν στη Μόσχα και αναδημοσίευσε σ' αυτήν μια ολόκληρη σελίδα απ' το άρθρο της "Journal de Geneve", γραμμένο στα γαλλικά. Μόλις ετοιμάστηκε το περιοδικό, ανέθεσαν στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια να το μεταφέρει μαζί με άλλες προκηρύξεις στη Ρωσία. Στα σύνορα, ένας πράκτορας του ΙΙΙ Γραφείου, που είχε στήσει καρτέρι στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια, της πήρε το πακέτο. Μετά τη σύλληψή της, παρέδωσε στον πράκτορα έναν κατάλογο ονομάτων, που μόνο ο Μπακούνιν μπορούσε να τα γνωρίζει. Ενας από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση Νετσάγιεφ, αλλά και από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, παραδέχτηκε στο δικαστήριο ότι "θεωρούσε προηγούμενα τον Μπακούνιν έντιμο άνθρωπο και δεν καταλαβαίνει πως αυτός, μαζί με τους άλλους, μπόρεσε τόσο ύπουλα να εκθέσει αυτή τη γυναίκα στον κίνδυνο της σύλληψης"».


Αυτός λοιπόν ήταν ο Νετσάγιεφ, ένας κοινός προβοκάτορας, που είχε σχέση ή χρησιμοποιήθηκε από τις τσαρικές αρχές ενάντια στους επαναστάτες.


Τα κείμενα των Μαρξ - Ενγκελς είναι από το βιβλίο «Κ.Μαρξ - Φ.Ενγκελς, για τον αναρχισμό, εκδόσεις «Καζάντζα».
Ριζοσπάστης

Και ο Λένιν

Ο Λένιν ήταν επίσης φανατικός πολέμιος της ατομικής τρομοκρατίας ως μορφής πάλης. Είναι χαρακτηριστική αυτή η πολεμική του στους σοσιαλιστές επαναστάτες, που δρούσαν με τις μορφές των πολιτικών δολοφονιών. Στο έργο του «Επαναστατικός τυχοδιωκτισμός», αποσπάσματα του οποίου παρουσιάζουμε, αναφέρει:


«Ας περάσουμε στο δεύτερο σημείο, στο ζήτημα της τρομοκρατίας.


Υπερασπίζοντας την τρομοκρατία, που η ακαταλληλότητά της έχει αποδειχθεί τόσο καθαρά από την πείρα του ρωσικού επαναστατικού κινήματος, οι σοσιαλιστές - επαναστάτες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και δηλώνουν πως αναγνωρίζουν μόνον την τρομοκρατία που συνδυάζεται με τη δουλειά στις μάζες και γι' αυτόν το λόγο δεν τους αφορούν τα επιχειρήματα, με τα οποία οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες αναιρούσαν (και αναίρεσαν για πολύ καιρό) τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας μεθόδου πάλης.(...)


Εμείς δεν επαναλαμβάνουμε τα λάθη των τρομοκρατών, δεν αποσπούμε κανέναν από τη δουλειά στις μάζες, βεβαιώνουν οι σοσιαλιστές - επαναστάτες, και ταυτόχρονα συνιστούν θερμά στο κόμμα πράξεις σαν τη δολοφονία του Σιπιάγκιν από τον Μπαλμασόφ, αν και ο καθένας ξέρει θαυμάσια και βλέπει πως η πράξη αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τις μάζες, ούτε και μπορούσε να έχει...


"Ποιον να χτυπάμε;" - ρωτάει το κόμμα των σοσιαλιστών - επαναστατών και απαντά: Τους υπουργούς και όχι τον τσάρο, γιατί "ο τσάρος δε θα εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα" (!! από πού το έμαθαν;;), κι έπειτα "αυτό είναι και πιο εύκολο" (έτσι επί λέξει!): "Κανένας υπουργός δεν μπορεί να κλειστεί στο παλάτι, σαν σε φρούριο". Και η επιχειρηματολογία αυτή τελειώνει με τον ακόλουθο συλλογισμό, που αξίζει ν' απαθανατιστεί, σαν πρότυπο "θεωρίας" των σοσιαλιστών - επαναστατών. "Ενάντια στον όχλο, ο απολυταρχισμός έχει τους φαντάρους, ενάντια στις επαναστατικές οργανώσεις τη μυστική και φανερή αστυνομία, τι θα τον σώσει, όμως..." (ποιον, την απολυταρχία; Ο συντάχτης, χωρίς να το καταλάβει, συνταύτισε πια την απολυταρχία με τον υπουργό, που είναι ευκολότερο να χτυπηθεί!) "... από τα μεμονωμένα άτομα ή τους μικρούς ομίλους που ασταμάτητα και εν αγνοία μάλιστα του ενός από τον άλλο (!!) ετοιμάζονται για επίθεση και επιτίθενται; Καμιά δύναμη δε θα βοηθήσει απέναντι στο ασύλληπτο. Συνεπώς, το καθήκον μας είναι καθαρό: Να βγάζουμε από τη μέση κάθε αυταρχικό σατράπη της απολυταρχίας με το μοναδικό μέσο που μας άφησε (!) η απολυταρχία - το θάνατο".


Να καλείς σε μια τέτοια τρομοκρατία, όπως είναι η διοργάνωση αποπειρών δολοφονίας ενάντια σε υπουργούς από μεμονωμένα άτομα και από άγνωστους μεταξύ τους ομίλους, τη στιγμή που οι επαναστάτες δεν έχουν αρκετές δυνάμεις και μέσα για την καθοδήγηση της μάζας, που ήδη ξεσηκώνεται, - σημαίνει ότι όχι μόνο διακόπτεις μ' αυτόν τον τρόπο τη δουλειά μέσα στις μάζες, αλλά και προκαλείς άμεσα την αποδιοργάνωση της δουλειάς.


Εμείς, οι επαναστάτες (...) Πρέπει να δρούμε όλοι μαζί πιο ενεργητικά, πιο θαρραλέα και πιο οργανωμένα. Ενώ οι σοσιαλιστές - επαναστάτες συμπεραίνουν: "Πυροβόλα, ασύλληπτο άτομο, γιατί, αλίμονο, η μάζα θα αργήσει ακόμα, και γιατί ενάντια στη μάζα υπάρχουν φαντάροι". Αυτό πια είναι τελείως ανόητο, κύριοι!» (Β. Ι. ΛΕΝΙΝ: «Απαντα», τ. 6, σελ. 381 - 385, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Ριζοσπάστης

Οι επαναστάτες για τους "επαναστάτες"
«Το συνέδριο αποκρούει κατηγορηματικά την τρομοκρατία, δηλαδή το σύστημα των πολιτικών εκτελέσεων μεμονωμένων προσώπων σαν μέθοδο πολιτικής πάλης τελείως ακατάλληλη... (γιατί) καλλιεργεί και στους ίδιους τους επαναστάτες και στον πληθυσμό γενικά τις πιο στραβές αντιλήψεις για τα καθήκοντα και τις μεθόδους πάλης ενάντια στην απολυταρχία».
(ΛΕΝΙΝ, Απαντα τ. 7, σελ. 249).


«(...) Οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (...)».
(ΛΕΝΙΝ, Απαντα, τ. 40, σελ. 312).
*
«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα».
(Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», σελ. 127, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982).


«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης».
(Τσε Γκεβάρα, στο ίδιο, σελ. 118-119).

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Η ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ -Κ.Μαρξ



Ακόμα κι εδώ, όπως πάντοτε, ο Sancho είναι άτυχος στα πρακτικά του παραδείγματα. Σκέφτεται ότι κανένας δε θα μπορούσε «να κάνει στη θέση σου τις μουσικές σου συνθέσεις, να φτιάξει τους πίνακες που σχεδίασες. Κανείς δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει τα έργα του Ραφαήλ». Αλλά ο Sancho θα ’πρεπε να ξέρει ότι κάποιος άλλος, κι όχι ο Μότσαρτ, έγραψε και σύνθεσε το μεγαλύτερο μέρος του Requiem του Μότσαρτ, ότι ο Ραφαήλ «εκτέλεσε» προσω­πικά το μικρότερο μέρος των τοιχογραφιών του.

Αυτός φαντάζεται ότι οι αποκαλούμενοι οργανωτές της εργασίας θέλουν να οργανώσουν την ολική δραστηριότητα του κάθε ατόμου, ενώ ακριβώς αντίθετα αυτοί κάνουν διά­κριση μεταξύ της άμεσα παραγωγικής εργασίας, που οργα­νώνεται, και της μη άμεσα παραγωγικής εργασίας. Αλλά σε τούτα τα έργα αυτοί δε σκέφτονται, όπως φαντάζεται ο Sancho, ότι ο οποιοσδήποτε θα ’πρεπε να εργάζεται στη θέση του Ραφαήλ, αλλά ότι οποιοσδήποτε έχει τα προσόντα του Ραφαήλ πρέπει να μπορέσει ν’ αναπτυχθεί ανεμπόδιστα.

Ο Sancho φαντάζεται ότι ο Ραφαήλ ζωγράφισε τους πίνακές του ανεξάρτητα από τον καταμερισμό της εργασίας που υπήρχε στη Ρώμη στον καιρό του. Αν συγκρίνει τον Ραφαήλ με τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι και τον Τιτσιάνο θα δει ότι τα έργα του πρώτου επηρεάστηκαν από την άν­θιση της Ρώμης εκείνης της εποχής, που γνώρισε μια πλήρη ανάπτυξη χάρη στη φλωρεντινή επιδράση, ότι τα έργα του Λεονάρντο επηρεάστηκαν από την κατάσταση στη Φλωρεν­τία κι εκείνα του Τιτσιάνο, αργότερα, από την καθόλου διαφορετική ανάπτυξη της Βενετίας. Ο Ραφαήλ, όπως κάθε άλλος καλλιτέχνης, επηρεαζόταν από τις τεχνικές προόδους της τέχνης, που επιτεύχθηκαν πριν απ’ αυτόν, από την οργάνωση της κοινωνίας και τον καταμερισμό της εργασίας στην πόλη του και τέλος από τον καταμερισμό της εργασίας σ’ όλες τις χώρες με τις οποίες σχετίζονταν η πόλη του. Τα αν ένα άτομο όπως ο Ραφαήλ μπορεί ν’ αναπτύξει το ταλέντο του εξαρτάται από τον καταμερισμό της εργασίας κι από τις πολιτιστικές συνθήκες των ανθρώπων που προκύπτουν από αυτόν (τον καταμερισμό).

Διακηρύσσοντας τη μοναδικότητα της επιστημονικής και καλλιτεχνικής εργασίας ο Stirner τοποθετείται εδώ σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο από την αστική τάξη. Έχει θεωρηθεί ήδη αναγκαίο να οργανωθεί αυτή η «μοναδική» δραστηριότητα. Ο Horace Vernet δε θα είχε τον καιρό να ζωγραφίσει ούτε το δέκατο μέρος των κάδρων του αν τα είχε θεωρήσει εργασίες «που μόνο αυτός ο μοναδικός μπορεί να εκπληρώσει». Στο Παρίσι η μεγάλη ζήτηση vaudevilles και μυθιστορημάτων δημιούργησε μια οργάνωση για την παραγωγή αυτών των ειδών που δίνει πάντα καλύτερα αποτελέσματα από τους «μοναδικούς» ανταγωνιστές της στη Γερμανία. Στο χώρο της αστρονομίας άνθρωποι σαν τον Arago, τον Herschel, τον Encke και τον Bessel θεώρησαν αναγκαίο να οργανωθούν για από κοινού παρατηρήσεις, και μοναχά αφού το έκαναν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν ένα κάποιο ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Στην ιστοριογραφία είναι εντελώς αδύνατο να κάνει κανείς κάτι για το «μοναδικό» κι εδώ επίσης οι γάλλοι, χάρη στην οργάνωση της εργασίας, έχουν ξεπεράσει εδώ και πολύ καιρό τα άλλα έθνη. Από την άλλη πλευρά, εννοείται ότι όλες αυτές οι οργανώσεις που είναι θεμελιωμένες στο σύγχρονο καταμερισμό της εργασίας δεν οδηγούν ακόμα παρά σε εξαιρετικά περιορισμένα αποτελέσματα κι αντιπροσωπεύουν μια πρόοδο μονάχα σε σχέση με τη στενόχωρη απομόνωση του παρελθόντος.

Πρέπει ακόμα να υπογραμμιστεί ειδικότερα ότι ο Sancho συγχέει την οργάνωση της εργασίας με τον κομμουνισμό κι έτσι φτάνει να εκπλήσσεται επειδή «ο κομμουνισμός» δεν ανταποκρίνεται στις αμφιβολίες του σχετικά μ’ αυτή την οργάνωση. Με τον ίδιο τρόπο ένα χωρικός από τη Γασκώνη εκπλήσσεται επειδή ο Arago δεν ξέρει να του πει πάνω σε πιο αστέρι έχει στήσει την αυλή του ο καλός Θεός.

Η αποκλειστική συγκέντρωση του καλλιτεχνικού ταλέντου σε μερικά άτομα κι η κατάπνιξή του στη μεγάλη μάζα, με την οποία είναι συνυφασμένο, είναι συνέπεια του καταμερισμού της εργασίας. Ακόμη κι αν σε ορισμένες κοινωνικές συνθήκες ο καθένας μπορούσε να είναι εξαιρετι­κός ζωγράφος, αυτό δε θά απέκλειε το να είναι ο καθένας ένας πρωτότυπος ζωγράφος, έτσι που ακόμα κι εδώ η διά­κριση μεταξύ «ανθρώπινης» εργασίας και «μοναδικής» εργασίας καταλήγει σε καθαρό παραλογισμό. Σε μια κομ­μουνιστική οργάνωση της κοινωνίας παύει σε κάθε περί­πτωση η ταξινόμηση του καλλιτέχνη σε στενά τοπικά κι εθνικά όρια, που απορρέει αποκλειστικά από τον καταμε­ρισμό της εργασίας, και η ταξινόμηση του ατόμου μέσα σε μιά καθορισμένη τέχνη, εξ αιτίας της οποίας αυτός είναι αποκλειστικά ένας ζωγράφος, ένας γλύπτης, κ.λπ.: ονό­ματα που εκφράζουν βέβαια επαρκώς την περιοριστικότητα της επαγγελματικής του ανάπτυξης και την εξάρτησή του από τον καταμερισμό της εργασίας. Σε μια κομμουνιστική κοινωνία δεν υπάρχουν ζωγράφοι, αλλά το πολύ πολύ άν­θρωποι που, κοντά στ’ άλλα, ζωγραφίζουν.

πηγή: Κείμενα για τη λογοτεχνία και την τέχνη, Μαρξ-΄Ενγκελς, παρ. C. Salinary, εκδ. Εξάντας

via redflyplanet

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ-Τι σημαίνει εξασφάλιση της πλειοψηφίας;


πηγή:Lenin Reloaded


Τι σημαίνει εξασφάλιση της πλειοψηφίας;

Από το Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, Σύγχρονη Εποχή, 2013, σελ. 97-101.
Σήμανση με έντονα στοιχεία: Lenin Reloaded



Η εξασφάλιση της υποστήριξης της πλειοψηφίας του εργαζόμενου πληθυσμού είναι βασικός όρος για τη νίκη της επανάστασης. Πώς όμως θα πρέπει να κατανοείται αυτό το καθήκον; Μιλώντας για την ανάγκη να κερδηθούν οι μάζες με την επαναστατική πολιτική, να τραβηχτούν με τη γραμμή του ΚΚ, δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως σημείωνε ο Λένιν, ότι η έννοια "μάζες" αποκτά και διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με τις συνθήκες της πάλης:
Στη διάρκεια των επαναστάσεών μας, υπήρχαν περιπτώσεις που μερικές χιλιάδες εργάτες αντιπροσώπευαν τη μάζα. [...] Όταν η επανάσταση είναι πια αρκετά προετοιμασμένη, τότε η έννοια της "μάζας" γίνεται διαφορετική: μερικές χιλιάδες εργάτες δεν αποτελούν πια μάζα [...] με τη λέξη αυτή εννοούν την πλειοψηφία και μάλιστα όχι την απλή πλειοψηφία των εργατών, αλλά την πλειοψηφία όλων των εκματελλευομένων. [1]
Η συγκέντρωση αποφασιστικών δυνάμεων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της κοινωνικών δυνάμεων με το μέρος της επανάστασης, κάτω από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, ως όρος για τη νίκη της επανάστασης, δεν εκδηλώνεται με το 50%+1 των ψήφων στις εκλογές για το αστικό κοινοβούλιο.


Η επανάσταση και η πολιτική δεν είναι απλή αριθμητική αλλά άλγεβρα έλεγε ο Λένιν. Η Οκτωβριανή επανάσταση έδειξε πως η κατάκτηση της πλειοψηφίας πραγματοποιήθηκε μέσα στη δυναμική της επανάστασης με την εκδήλωσή της και τις πρώτες πράξεις της νέας εξουσίας που σταθεροποίησαν την επιρροή του (μειοψηφικού τότε) προλεταριάτου πάνω στην εργαζόμενη φτωχολογιά (κυρίως αγροτιά στη Ρωσία του 1917).


Η λενινιστική θεωρία για την επανάσταση απορρίπτει κάθε είδους σχολαστικισμό που εγκλωβίζεται σε τυπικά σχήματα "μειοψηφίας" και "πλειοψηφίας" έξω από τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων, ο οποίος δεν εκδηλώνεται σε μια ψηφοφορία. Είναι ζήτημα της ικανότητας του Κόμματος στις κρίσιμες στροφές της ταξικής πάλης, όταν η συνείδηση των μαζών αλλάζει απότομα και με ραγδαίους ρυθμούς, να εκτιμά αντικειμενικά αυτό το συσχετισμό σε συνδυασμό με την πολιτική κατεύθυνση της πάλης:
Το προλεταριάτο διεξάγει την ταξική του πάλη ανατρέποντας την αστική τάξη, χωρίς να περιμένει να διενεργηθεί γι' αυτό καμία προκαταρκτική ψηφοφορία (από την αστική τάξη, κάτω από το ζυγό της)· συνάμα το προλεταριάτο ξέρει πολύ καλά πως για την επιτυχία της επανάστασής του, για την επιτυχή ανατροπή της αστικής τάξης πρέπει να έχει οπωσδήποτε τη συμπάθεια της πλειοψηφίας των εργαζομένων (και συνεπώς και της πλειοψηφίας του πληθυσμού). [2]
Απαντώντας στις κατηγορίες των οπορτουνιστών της Β' Διεθνούς, ότι οι μπολσεβίκοι παραβίασαν τους νόμους της επανάσασης, ότι πραγματοποίησαν "εξέγερση μιας μειοψηφίας", ο Λένιν υποστήριζε:
Αυτή ακριβώς τη διαλεκτική ποτέ δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν οι προδότες, οι χοντροκέφαλοι και σχολαστικοί της ΙΙ Διεθνούς: το προλεταριάτο δεν μπορεί να νικήσει αν δεν κετακτήσει με το μέρος του την πλειοψηφία του πληθυσμού. Αλλά να περιορίζεις ή να εξαρτάς την κατάκτηση αυτή από την απόκτηση τηε πλειοψηφίας των ψήφων στις εκλογές μέσα σε συνθήκες κυριαρχίας της αστικής τάξης σημαίνει αθεράπευτη βλακεία ή καθαρή εξαπάτηση των εργατών. Το προλεταριάτο, για να να κατακτήσει την πλειοψηφία του πληθυσμού με το μέρος του πρέπει, πρώτο, να ανατρέψει την αστική τάξη και να πάρει την κρατική εξουσία στα χέρια του· πρέπει, δεύτερο, να εγκαθιδρύσει τη Σοβιετική εξουσία, κάνοντας θρύψαλα τον παλιό κρατικό μηχανισμό, υποσκάπτοντας έτσι με μιάς την κυριαρχία, το κύρος, την επιρροή της αστικής τάξης και των μικροαστών συμφιλιωτιστών μέσα στις μη προλεταριακές εργαζόμενες μάζες. Πρέπει, τρίτο, να εξαλείψει την επιρροή της αστικής τάξης και των μικροαστών συμφιλιωτιστών στην πλειοψηφία των μη προλεταριακών εργαζόμενων μαζών, ικανοποιώντας επαναστατικά τις οικονομικές τους ανάγκες σε βάρος των εκμεταλλευτών.[3]
Το προλεταριάτο μόνο όταν κατακτά την πολιτική εξουσία για να θεμελιώσει το σοσιαλισμό, αποκτά τις πολιτικές και στην πορεία και τις οικονομικές προϋποθέσεις για να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού.


Είναι, λοιπόν, μεγάλη αυταπάτη ότι το ΚΚ μπορεί να κερδίσει σταθερά και αταλάντευτα την πλειοψηφία των εργαζομένων, εκφρασμένη κοινοβουλευτικά σε συνθήκες κυριαρχίας της αστικής τάξης.


Ο Λένιν σημείωνε ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το πού έχεις τη συντριπτική υπεροχή στην πορεία εξέλιξης της ταξικής πάλης:
Οι μπολσεβίκοι είχαν με το μέρος τους όχι μόνο την πλειοψηφία του προλεταριάτου, όχι μόνο την ατσαλωμένη μέσα στη μακρόχρονη και πεισματική πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου. Είχαν, αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε τη στρατιωτική ορολογία, μια ισχυρή "δύναμη κρούσης" στις πρωτεύουσες.
Να έχεις στην αποφασιστική στιγμή, στο αποφασιστικό σημείο συντριπτική υπεροχή δυνάμεων - αυτός είναι ο "νόμος" των πολεμικών επιτυχιών. Είναι επίσης νόμος και της πολιτικής επιτυχίας, ιδίως σε έναν τέτοιο σκληρό, έντονο πόλεμο των τάξεων, που λέγεται επανάσταση. [4]
Σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης αποφασιστικός είναι ο ρόλος εκείνων των τμημάτων της εργατικής τάξης που κινητοποιούνται, που παίρνουν μέρος στις απεργίες, στην ένοπλη πάλη. Το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει πρώτ' απ' όλα να εξασφαλίσει την πλειοψηφία σ' αυτά τα τμήματα της εργατικής τάξης, στους εκπροσώπους της στα μαχητικά όργανα των εργαζομένων.


Πρέπει να έχει την πλειοψηφία της εργατικής στους κρίσιμους και στρατηγικής σημασίας χώρους από τους οποίους θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό η ικανότητα του Κόμματος να τραβήξει πλατιές εργατικές λαϊκές μάζες.


Το ζήτημα αυτό πρέπει να το παίρνει πολύ σοβαρά το ΚΚ στα καθήκοντα που βάζει στην Κομματική Οικοδόμηση μέσα στην εργατική τάξη, σε ποιους δηλαδή χώρους θα πρέπει να ιεραρχήσει την Κομματική Οικοδόμηση, ποιες προτεραιότητες πρέπει να βάλει, που θα πρέπει να ρίξει βάρος έτσι ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει τις απαραίτητες οργανωτικές προϋποθέσεις ώστε να αποκτήσει την υπεροχή στα κρίσιμα σημεία.

Σημειώσεις
[1] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 44, σελ. 31-32, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
[2] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 39, σελ. 219, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
[3] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 40, σελ. 14, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
[4] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 40, σελ. 6, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Δύο κείμενα του Καρλ Μάρξ

 Φασίστες, κάτω τα βρωμόχερα απ' το κόκκινο λάβαρο! - 
Karl Marx, "Aναγκαστική μετανάστευση", 1853



Karl Marx
Αναγκαστική Μετανάστευση

New York Tribune, 1853

Πηγή και Μτφρ.: Lenin Reloaded
[...]
Ξεκινήστε εξαθλιώνοντας τους κατοίκους μιας χώρας, και όταν δεν μπορείτε να τους στίψετε άλλο για κέρδος, όταν γίνουν βάρος στο εισόδημα, διώξτε τους και κάντε τους λογαριασμούς για το καθαρό εθνικό προϊόν!
Αυτό είναι το δόγμα του Ρικάρντο στο πολύκροτο έργο του "Οι Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας". Αφού τα ετήσια κέρδη ενός καπιταλιστή φτάνουν τις 2000 στερλίνες, τι τον νοιάζει αν εργοδοτεί 100 ή 1000;"Δεν είναι", λέει ο Ρικάρντο, "το εισόδημα ενός έθνους παρόμοιο πράγμα;"
Εφόσον το καθαρό εθνικό εισόδημα, οι γαιοπρόσοδοι και τα κέρδη, παραμένει το ίδιο, δεν έχει σημασία αν βγαίνει από 10 εκατομμύρια λαού ή από δώδεκα.
Ο Σισμόντι στο "Νέες αρχές της πολιτικής οικονομίας", απαντά πως, κατά τη δική του άποψη, το αγγλικό έθνος δεν θα ενδιαφερόταν καθόλου αν εξαφανιζόταν όλος του ο πληθυσμός και έμενε ο βασιλιάς (τότε είχαν βασιλιά και όχι βασίλισσα) μόνος του στο νησί,υποστηρίζοντας απλώς τον αυτόματο εκείνο μηχανισμό που θα του επέτρεπε να αντλεί το ποσό εισοδήματος που τώρα παράγει ένας πληθυσμός 20 εκατομμυρίων. Πράγματι, η γραμματολογική εκείνη οντότητα που ονομάζεται "εθνικός πλούτος" δεν θα μειωνόταν.
[...]
Δεν έχω ούτε τις απόψεις του Ρικάρντο, που βλέπει το "καθαρό εθνικό προϊόν" ως Μολλώχ στον οποίο πρέπει να θυσιαστούν ολόκληροι πληθυσμοί χωρίς να ψελλιστεί κιχ, ούτε τις απόψεις του Σισμόντι, που με την υποκριτική του φιλανθρωπία θα προτιμούσε να διατηρήσει τις ξεπερασμένες μεθόδους της γεωργίας και να απαγορεύσει την επιστήμη από το να εισέλθει στη βιομηχανία όπως εξορίζει τους ποιητές ο Πλάτωνας από την Πολιτεία του.
Η κοινωνία περνά από μια σιωπηλή επανάσταση, την οποία πρέπει να αποδεχτούμε, και η οποία δεν νοιάζεται περισσότερο για τις ανθρώπινες υπάρξεις από ό,τι ο σεισμός νοιάζεται για τα σπίτια που καταστρέφει.
Οι τάξεις και οι φυλές, όσο είναι πολύ αδύναμες για να ελέγξουν τις νέες συνθήκες ζωής, πρέπει να υποχωρούν [μπροστά τους]. Αλλά μπορεί να υπάρξει κάτι πιο αξιοθρήνητο, πιο μυωπικό από τις απόψεις εκείνων των οικονομολόγων που θεωρούν με κάθε σοβαρότητα ότι αυτή η φρικτή μεταβατική κατάσταση δεν σημαίνει τίποτε παρά την προσαρμογή της κοινωνίας στις ιδιοκτησιακές ορέξεις των καπιταλιστών, γαιοκτημόνων και αφεντών του χρήματος;
[...]
Οι σύγχρονες αλλαγές στην τεχνική της παραγωγής κατέστρεψαν,σύμφωνα με τους ίδιους τους αστούς οικονομολόγους, το απαρχαιωμένο κοινωνικό σύστημα και τους τρόπους ιδιοποίησής του. Απαλλοτρίωσαν τον Σκωτσέζο χωρικό, τον Ιρλανδό ενοικιαστή γης, το άγγλο γεωργό, τον υφαντουργό, αναρίθμητους τεχνίτες, ολόκληρες γενιές παιδιών και γυναικών των εργοστασίων. Θα έρθει καιρός που θα απαλλοτριώσει τον γαιοκτήμονα και τον αφέντη του βαμβακιού.


_________________
R. Landor-Συνέντευξη με τον Καρλ Μαρξ, 1871

Για τη «Διεθνή», τη χειραφέτηση του Κινήματος και τις απεργίες

R. Landor- Συνέντευξη με τον Καρλ Μαρξ,εφημερίδα New York World, 18 Ιουλίου 1871

Πηγή και Μτφρ.: Lenin Reloaded


[...]
ΜΑΡΞ: [...] Η Διεθνής δεν είναι κυβέρνηση της εργατικής τάξης. Είναι ένας κρίκος ένωσης και όχι μια δύναμη ελέγχου.
ΛΑΝΤΟΡ: Ένωσης για ποιο σκοπό;
ΜΑΡΞ: Για την οικονομική χειραφέτηση της εργατικής τάξης με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Για τη χρήση αυτής της πολιτικής εξουσίας για την επίτευξη κοινωνικών στόχων. [...] Η Διεθνής δεν προσποιείται πως υπαγορεύει για τα ζητήματα αυτά, ούτε καν σχεδόν πως έχει ρόλο συμβούλου. Αλλά σε κάθε κίνημα δείχνει τη συμπάθειά της και την βοήθειά της μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους δικούς της νόμους.
ΛΑΝΤΟΡ: Και τι είδους βοήθεια είναι αυτή;
ΜΑΡΞ: Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, μια απ' τις συχνότερες μορφές του κινήματος για τη χειραφέτηση είναι οι απεργίες.Παλιότερα, όταν γινόταν απεργία σε μια χώρα, την έκαμπταν εισαγάγοντας εργάτες από μια άλλη.
Η Διεθνής έχει σχεδόν βάλει τέλος σ' αυτή την τακτική. Παίρνουμε πληροφορίες σχετικά με την επικείμενη απεργία, δίνουμε αυτές τις πληροφορίες στα μέλη μας, και αυτά βεβαιώνονται άμεσα ότι η έδρα της πάλης θα είναι απαγορευμένη ζώνη. Έτσι τα αφεντικά πρέπει να τα βγάλουν πέρα με τους δικούς τους άντρες.[...]
Ας συνοψίσω μονολεκτικά. Η εργατική τάξη παραμένει φτωχή μέσα στην αύξηση του πλούτου, εξαθλιωμένη μέσα στην αύξηση της πολυτέλειας. Η υλική της στέρηση της στερεί ηθικό και σωματικό ύψος.Δεν μπορεί να βασιστεί σε άλλους για τη λύση.
Για αυτήν, έχει γίνει επιτακτική αναγκαιότητα να αναλάβει την υπόθεσή της στα χέρια της. Πρέπει να αλλάξει τις σχέσεις της με τους καπιταλιστές και τους γαιοκτήμονες, και αυτό σημαίνει πως πρέπει να μετασχηματίσει την κοινωνία.
Αυτός είναι ο γενικός στόχος κάθε εργατικής οργάνωσης. Οι ενώσεις αγροτών και εργατών, οι φιλικές εταιρείες, ο συνεργατισμός, είναι απλώς μέσα για τον στόχο αυτό.
Η θεμελίωση μιας απόλυτης αλληλεγγύης ανάμεσα σ' αυτές τις οργανώσεις είναι η δουλειά της Διεθνούς. Η επίδρασή της αρχίζει να γίνεται αισθητή παντού. Δυο εφημερίδες διαχέουν τις απόψεις μας στην Ισπανία, τρεις στη Γερμανία, άλλες τόσες στην Αυστρία και την Ολλανδία, έξι στο Βέλγιο, έξι στην Ελβετία. Και τώρα πού σας είπα τι είναι η Διεθνής, μπορείτε ίσως να σχηματίσετε τη δική σας άποψη σε ό,τι αφορά τις υποτιθέμενες συνομωσίες της.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Οταν ακούς μεγάλα λόγια για «δημοκρατία» και «διαφάνεια» να κουμπώνεσαι


ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

του Κ.Γρηγοριάδη
Του Κύριλλου Παπασταύρου*.

Tα γεγονότα της ΕΡΤ, η δράση της Χρυσής Αυγής, η ένταση της καταστολής και του αυταρχισμού σε χώρους δουλειάς, η κυβερνητική αποφασιστικότητα ενάντια σε λαϊκές κινητοποιήσεις και απεργίες αξιοποιούνται για να δυναμώνει ο προβληματισμός «μήπως απειλείται η δημοκρατία;».

Από μια σειρά κόμματα αλλά και αστικούς παράγοντες έχει ανοίξει συζήτηση σχετικά με θεσμικές αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο αστικό κράτος.

Την ίδια στιγμή διαδηλώσεις στην Τουρκία, τη Βραζιλία, την Αίγυπτο οργανώνονται κάτω από τα συνθήματα της «δημοκρατίας», «διαφάνειας», «πάταξης της διαφθοράς»...


Ιστορική πείρα στην Ελλάδα...
Το σύνθημα της «δημοκρατίας» και της υπεράσπισής της έχει σηκωθεί πολλές φορές στο παρελθόν από τμήμα της αστικής τάξης σε συνθήκες όξυνσης της αντιπαράθεσης με άλλο τμήμα. Θυμίζουμε: αντιπαράθεση βενιζελικών - βασιλικών τις δεκαετίες 1910-1930, αντιπαράθεση Ενωσης Κέντρου - ΕΡΕ τη δεκαετία του 1960, αντιπαράθεση ΠΑΣΟΚ - ΝΔ τη δεκαετία 1970 - 1980.

Πόσο άραγε πιο δημοκράτης ήταν ο εμπνευστής του «ιδιώνυμου» Βενιζέλος, και θαυμαστής του Μουσολίνι απ' ό,τι ο Γούναρης και ο Τσαλδάρης;

Πόσο άραγε πιο δημοκράτης ήταν ο αντικομμουνιστής Γεώργιος Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός που ματοκύλισε την Αθήνα το Δεκέμβρη του 1944, αυτός που εξέδιδε οδηγίες για τη διάλυση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη στα σχολεία και όλες οι δυνάμεις του λεγόμενου «κέντρου» που πρωταγωνίστησαν στις κυβερνήσεις που καθοδήγησαν τη στρατιωτική δράση ενάντια στο ΔΣΕ;

Πόσο άραγε πιο δημοκρατικό ήταν το ΠΑΣΟΚ από τη ΝΔ με τις διάφορες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τα πραξικοπήματα στο συνδικαλιστικό κίνημα κλπ;

Το σύνθημα της δημοκρατίας αξιοποιήθηκε με σκοπό να εγκλωβιστούν εργατικά λαϊκά στρώματα σε ένα ψεύτικο δίπολο ανάμεσα σε αστικές πολιτικές δυνάμεις.

Σε τέτοιες συγχύσεις συνέβαλε βεβαίως και η λανθασμένη στρατηγική που επικρατούσε στο Κομμουνιστικό Κίνημα, η ανάδειξη του στόχου εκδημοκρατισμού του αστικού κράτους μέσα από διάφορες πατριωτικές, αντιμονοπωλιακές αστικές κυβερνήσεις, ως ένα στάδιο πριν το σοσιαλισμό. Είναι χαρακτηριστική η στάση της ΕΔΑ τη δεκαετία του 1960 που έβαλε ανοιχτά πλάτη στην ενίσχυση της Ενωσης Κέντρου, την καθιέρωσή της ως η «δημοκρατική παράταξη», όρος που σήμερα χρησιμοποιείται τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από το ΣΥΡΙΖΑ.


Διεθνής πείρα...


Το σύνθημα της «δημοκρατίας» αξιοποιήθηκε

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Η 17η Ιούνη 1953 στη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία


Η ΓΛΔ ήταν από την ίδρυσή της ιδιαίτερα εκτεθειμένη στον ψυχρό πόλεμο του ιμπεριαλισμού. Με τη διάλυση τής ΓΛΔ ήταν σχεδιασμένο να αρχίσει η απώθηση του σοσιαλισμού στην Ευρώπη. Η ενωμένη δύναμη της Δύσης, έτσι δηλώνονταν επανειλημμένα, θα εξανάγκαζε τη Σοβιετική Ενωση να εγκαταλείψει τη ΓΛΔ και θα έκανε δυνατή την ανασύσταση ενός γερμανικού αστικού κράτους κατά το πρότυπο της ΟΔΓ στα προπολεμικά σύνορα. Το Δυτικό Βερολίνο εξελίχθηκε σ' ένα είδος «προγεφυρώματος» του ΝΑΤΟ. Από εδώ ξεκινούσαν πολλές εχθρικές δραστηριότητες κατά των σοσιαλιστικών κρατών. Οι αντιδραστικοί πολιτικοί εκμεταλλεύονταν τα ανοιχτά σύνορα της ΓΛΔ με το Δυτικό Βερολίνο για τους σκοπούς τους, το ίδιο όπως και τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ ΟΔΓ και ΓΛΔ στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Ο ψυχρός πόλεμος κατά της ΓΛΔ διεξαγόταν με μέτρα οικονομικού αποκλεισμού, με νομισματικά τεχνάσματα, με το δελεασμό ειδικών και με τη διοχέτευση κατασκόπων και πρακτόρων που εκτελούσαν πολυάριθμες πράξεις δολιοφθοράς και τρομοκρατίας.

Στις αρχές του 1953 ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντ. Αϊζενχάουερ

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

V.I. Lenin-Για τον σοσιαλσωβινισμό και τον οπορτουνισμό

Lenin Reloaded


[...] Ποιες είναι οι συνεπαγωγές της "υπεράσπισης της πατρογονικής γης" στον πόλεμο του 1914-1915; Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση δίνεται από το Μανιφέστο της Βασιλείας. Ο πόλεμος διεξάγεται από όλες τις μεγάλες δυνάμεις με στόχο τη λαφυραγώγηση, το μοίρασμα του κόσμου, την απόκτηση αγορών, και την υποδούλωση εθνών. Στην αστική τάξη, ο πόλεμος φέρνει μεγαλύτερα κέρδη. Για ένα λεπτό στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας και της αριστοκρατίας, καθώς επίσης και για τους μικροαστούς (τη διανόηση, κλπ), που "πορεύονται" με το εργατικό κίνημα, ο πόλεμος υπόσχεται ψίχουλα απ' αυτά τα κέρδη. Η οικονομική βάση του "σοσιαλσωβινισμού" (ο όρος είναι ακριβέστερος από αυτόν του σοσιαλπατριωτισμού, καθώς ο δεύτερος ωραιοποιεί το κακό) και του οπορτουνισμού είναι η ίδια. Είναι δηλαδή η συμμαχία ανάμεσα σε ένα ασήμαντο τμήμα στην "κορυφή" του εργατικού κινήματος και την "δική του" εθνική αστική τάξη ενάντια στις προλεταριακές μάζες. Είναι μια συμμαχία ανάμεσα στους υπηρέτες της αστικής τάξης και την αστική τάξη ενάντια στην τάξη που είναι θύμα της εκμετάλλευσης των αστών. Ο σοσιαλσωβινισμός είναι η πεμπτουσία του οπορτουνισμού.



Ο σοσιαλσωβινισμός και ο οπορτουνισμός είναι το ίδιο πράγμα σε ό,τι αφορά την πολιτική τους ουσίας. Ταξική συνεργασία, αποκήρυξη της επαναστατικής δράσης, υπακοή στην αστική νομιμότητα, έλλειψη εμπιστοσύνης στο προλεταριάτο, εμπιστοσύνη στους αστούς. Οι πολιτικές ιδέες είναι ταυτόσημες, και το ίδιο ισχύει για το πολιτικό περιεχόμενο των τακτικών τους. Ο σοσιαλσωβινισμός είναι η άμεση συνέχιση και ολοκλήρωση του Μιλλεραντισμού, του Μπερνσταϊνισμού και των βρετανικών πολιτικών των φιλελεύθερων εργατικών. Είναι το σύνολό τους, το όλον τους, το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους.


Σ' όλη την περίοδο απ' το 1889 ως το 1914, μπορούμε να δούμε δυο γραμμές στον σοσιαλισμό: οπορτουνιστική και επαναστατική. Σήμερα υπάρχουν επίσης δύο γραμμές στον σοσιαλισμό. Ας αποφύγουμε τη μέθοδο αναφοράς σε πρόσωπα, την οποία ακολουθούν οι αστοί και οπορτουνιστές ψεύτες, και ας πάρουμε τις τάσεις που βρίσκουμε σε μια σειρά από χώρες: τη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Ρωσία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, τη Βουλγαρία, την Ελβετία, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Στις πρώτες οχτώ χώρες, η διαίρεση ανάμεσα σε οπορτουνιστικές και επαναστατικές τάσεις συμπίπτει με την διαίρεση ανάμεσα στον σοσιαλσωβινισμό και τον επαναστατικό διεθνισμό. Οι βασικοί πυρήνες του σοσιαλσωβινισμού με την πολιτική και κοινωνική έννοια είναι; το Sozialistische Monatshefte και σία στην Γερμανία· οι Φαμπιανοί και το Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία (το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα μπήκε σε συμμαχία και με τους δύο, εφόσον η επιρροή του σοσιαλσωβινισμού στο δεύτερο είναι αρκετά μεγαλύτερη από ό,τι στο Βρετανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, στο οποίο περίπου τα τρία έβδομα είναι διεθνιστές)· το Nasha Zarya και η Οργανωτική Επιτροπή (καθώς και το Nashe Dyelo) στη Ρωσία· το κόμμα του Μπισολάτι στην Ιταλία· το κόμμα του Troelstra στην Ολλανδία· οι Branting και σία στη Σουηδία· οι "Shiroki" στη Βουλγαρία· ο Greulich και οι "δικοί του" στην Ελβετία. Σ' όλες αυτές τις χώρες, η λίγο-πολύ οξεία αντίδραση στον σοσιαλσωβινισμό προέρχεται από τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες. Δύο από τις δέκα χώρες είναι εξαίρεση, αλλά ακόμα κι εκεί οι διεθνιστές είναι αδύναμοι αλλά όχι απόντες. Τα γεγονότα είναι μάλλον άγνωστα (ο Vaillant παραδέχτηκε πως έλαβε επιστολές από διεθνιστές που δεν δημοσίευσε) παρά ανύπαρκτα.


Ο σοσιαλσωβινισμός είναι το απαύγασμα του οπορτουνισμού. Αυτό είναι αναμφίβολο. Η συμμαχία με την αστική τάξη ήταν κάποτε μυστική και ιδεολογική. Τώρα έγινε δημόσια και αποκρουστική. Ο σοσιαλσωβινισμός αντλεί τη δύναμή του από την συμμαχία με την αστική τάξη και με τα γενικά επιτελεία. Είναι ψέμμα όταν οποιοσδήποτε (περιλαμβανομένου του Κάουτσκι) λέει πως οι "μάζες" του προλεταριάτου στράφηκαν προς τον σωβινισμό. Πουθενά δεν ερωτήθηκαν οι μάζες (με την εξαίρεση ίσως της Ιταλίας όπου διενεργήθηκε συζήτηση για εννιά μήνες πριν την κήρυξη πολέμου, και όπου οι μάζες ήταν ενάντιες με το κόμμα Μπισολάτι). Οι μάζες ήταν αποσβολωμένες, πανικόβλητες, διαιρεμένες και συντετριμμένες από το κράτος στρατιωτικού νόμου. Η ελεύθερη ψήφος ήταν προνόμιο μοναχά των ηγετών--κι αυτοί ψήφισαν υπέρ της αστικής τάξης και ενάντια στο προλεταριάτο! Είναι γελοίο, είναι τερατώδες να θεωρείται ο οπορτουνισμός εσωκομματικό φαινόμενο! Όλοι οι μαρξιστές στη Γερμανία, τη Γαλλία και σε άλλες χώρες δήλωναν πάντα και επέμεναν πάντα πως ο οπορτουνισμός είναι η εκδήλωση της αστικής επίδρασης πάνω στο προλεταριάτο. Ότι είναι αστική εργατική πολιτική, συμμαχία ανάμεσα σε ένα ασήμαντο τμήμα μισοπρολεταριακών στοιχείων και την αστική τάξη. Έχοντας δεκαετίες στη διάθεσή του για να ωριμάσει σε συνθήκες "ειρηνικού" καπιταλισμού, ο οπορτουνισμός έφτασε τέτοια ωριμότητα ως το 1914-1915 ώστε να αποδειχθεί ανοιχτός σύμμαχος της αστικής τάξης. Η ενότητα με τον οπορτουνισμό σημαίνει ενότητα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την εθνική του αστική τάξη, δηλαδή υποταγή στη δεύτερη, διαίρεση στην διεθνή επαναστατική εργατική τάξη. Δε λέμε πως είναι επιθυμητή σε όλες της χώρες η άμεση ρήξη με τους οπορτουνιστές, ούτε ότι είναι καν εφικτή αυτή τη στιγμή. Λέμε πως αυτή η ρήξη έχει κορυφωθεί, ότι έχει γίνει αναπόδραστη, ότι είναι προοδευτικής φύσης, και ότι είναι απαραίτητη για την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου. Και ότι η ιστορία, αφού γύρισε την πλάτη στον "ειρηνικό" καπιταλισμό και προς τον ιμπεριαλισμό, έχει με τον τρόπο αυτό στραφεί προς αυτή τη ρήξη. Volentem ducunt fata, nolentem trahunt [Η μοίρα οδηγεί τους τολμηρούς αλλά σέρνει ξωπίσω της τους άτολμους].


Απ' την αρχή του πολέμου, η αστική τάξη όλων των χωρών, οι κατ' αρχήν εμπόλεμοι, έχουν ενωθεί στο εγκώμιο των σοσιαλιστών εκείνων που αναγνωρίζουν "την υπεράσπιση της πατρογονικής γης", δηλαδή, την υπεράσπιση των αρπαχτικών συμφερόντων της αστικής τάξης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ενάντια στο προλεταριάτο. Δείτε πώς αυτό το βασικό συμφέρον της διεθνούς μπουρζουαζίας διεισδύει στα σοσιαλιστικά κόμματα, στο εργατικό κίνημα, πώς βρίσκει έκφραση εκεί! Το παράδειγμα της Γερμανίας είναι ιδιαίτερα διδακτικό απ' αυτή την άποψη, εφόσον η εποχή της Δεύτερης Διεθνούς ήταν η εποχή της ανάπτυξης του μεγαλύτερου κόμματος αυτής της χώρας, αλλά το ίδιο μπορούμε να δούμε και σ' άλλες χώρες, με μικρές παραλλαγές μορφής, όψης, και εξωτερικής εμφάνισης.


[...] Κόμματα όπως ήταν τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Β' Διεθνούς είναι χρήσιμα και απαραίτητα στους οπορτουνιστές διότι δημιούργησαν την σοσιαλιστική υπεράσπιση της αστικής τάξης κατά την κρίση του 1914-1915. Το ίδιο ακριβώς είδος πολιτικής [...] ακολουθείται από τους Φαμπιανούς και τους ηγέτες των φιλελεύθερων συνδικάτων στη Βρετανία, και τους οπορτουνιστές και ακόλουθους του Ζωρές στη Γαλλία. Ο [γερμανός] Monitor [ψευδώνυμο στελέχους του SPD] είναι ένας ρητός και κυνικός οπορτουνιστής. Υπάρχει κι άλλη απόχρωση, αυτή του κεκαλυμμένου και "έντιμου" οπορτουνιστή (ο Ένγκελς είχε δίκαιο όταν είπε κάποτε ότι οι "έντιμοι" οπορτουνιστές είναι και οι πιο επικίνδυνοι για το εργατικό κίνημα). Ο Κάουτσκι είναι παράδειγμα τέτοιου είδους οπορτουνιστή.


[...]


Τα πιο κάτω παραδείγματα αποκαλύπτου τις σοφιστείες που χρησιμοποιούν οι Καουτσκικοί από την έναρξη του πολέμου για να αποκηρύξουν την τακτική της επαναστατικής προλεταριακής δράσης, όπως την υιοθέτησαν ομόφωνα οι σοσιαλιστές στη Βασιλεία. Ο Κάουτσκι παρουσίασε την θεωρία του για τον "υπερ-ιμπεριαλισμό." Μ' αυτή τη λέξη εννοεί την αντικατάσταση της "πάλης του κεφαλαίου κάποιων κρατών εναντίον του κεφαλαίου άλλων από την από κοινού εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο" (Die Neue Zeit No. 5, 30 Απρ. 1915, σ. 144). Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο Κάουτσκι πρόσθετε: "Μπορεί να επιτευχθεί μια τέτοια νέα φάση του καπιταλισμού; Δεν έχουμε ακόμα επαρκή στοιχεία για να μπορέσουμε να απαντήσουμε σ' αυτή την ερώτηση"! Δηλαδή, ο Κάουτσκι απορρίπτει τα επαναστατικά καθήκοντα του προλεταριάτου στη βάση ότι μπορεί κανείς να "φανταστεί" μια νέα φάση, αν και ο ίδιος δεν έχει καν του κουράγιο να την παρουσιάσει ως "εφικτή". Κι αυτό όταν η φάση της κρίσης και του πολέμου είναι προφανές πως έχει έρθει! Απορρίπτεται η επαναστατική δράση από τον ίδιο ηγέτη της Β΄Διεθνούς ο οποίος το 1909 έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Der Weg zur Macht [Ο δρόμος προς την εξουσία]. Μεταφρασμένο σε όλες τις βασικές ευρωπαϊκές γλώσσες, το βιβλίο αποκάλυπτε την σύνδεση ανάμεσα στον επερχόμενο πόλεμο και την επανάσταση και απεδείκνυε πως "η επανάσταση δεν μπορεί να είναι πρόωρη!"


Το 1909, ο Κάουτσκι απεδείκνυε πως η εποχή του "ειρηνικού" καπιταλισμού είχε περάσει, και πως η εποχή των πολέμων και των επαναστάσεων πλησίαζε. Το 1912, το Μανιφέστο της Βασιλείας έκανε αυτή την άποψη βάση της συνολικής τακτικής των σοσιαλιστικών κομμάτων όλου του κόσμου. Ήρθε ο πόλεμος του 1914, και μαζί και η "οικονομική και πολιτική κρίση" που προβλέφθηκε στη Στουτγκάρδη και τη Βασιλεία. Και σ' αυτή τη συγκυρία ο Κάουτσκι επινόησε θεωρητικά τεχνάσματα για να τα στρέψει ενάντια στην επαναστατική τακτική!
Από το "Ο οπορτουνισμός και η κατάρρευση της Β' Διεθνούς", 1915, μτφρ. Lenin Reloaded

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Για το εργατικό κίνημα, την ταξική πάλη και ταξική συνείδηση

erodotos



Το εργατικό κίνημα θα μπορούσε να οριστεί συνοπτικά ως η πράξη συνένωσης και συλλογικής δράσης των εργαζομένων, για επαγγελματικούς ή πολιτικούς σκοπούς , μέσα από αντίστοιχες οργανώσεις, στη βάση της τάξης όπου ανήκουν. Πώς όμως προκύπτει η ανάγκη για συλλογική οργάνωση και δράση; Πώς ο εργάτης αποκτά συνείδηση της τάξης του; Πώς η εργατική τάξη μετατρέπεται από ” τάξη καθεαυτή” σε ” τάξη για τον εαυτό της”; Γιατί ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης προχωρούν στην οργάνωση των οικονομικών και πολιτικών τους συμφερόντων σε σωματεία και πολιτικά κόμματα, ενώ άλλα όχι;

Τα ερεθίσματα που οδηγούν τους ανθρώπους γενικά σε αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων στα προβλήματά τους πηγάζουν μέσα από τις αντιθέσεις που κυριαρχούν στο πλαίσιο του κοινωνικού τους είναι. Οι αντιθέσεις στην υλική βάση της κοινωνίας , οι οποίες εκδηλώνονται με ιδιαίτερη οξύτητα στις σχέσεις παραγωγής (σχέση εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου) επιδρούν στην κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων θέτοντάς τους τα διλήμματα, προβληματισμούς, υποδεικνύοντας πιθανές διεξόδους και ενδεχόμενες λύσεις. [...]

Ο Β. Ι. Λένιν έγραψε σχετικά με τη διαδικασία ταξικής συνειδητοποίησης και οργάνωσης των εργατών: ” Ο κάθε εργάτης χωριστά είναι ανίσχυρος και ανυπεράσπιστος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη. Ο εργάτης αναγκάζεται με κάθε θυσία ν’ αναζητήσει και να βρει μέσα για ν’ αποκρούσει τον κεφαλαιοκράτη, για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Και το μέσο αυτό το βρίσκουν οι εργάτες στην ένωση. Ο εργάτης, ανίσχυρος όταν είναι μόνος, γίνεται δύναμη όταν ενώνεται με τους συντρόφους του, αποχτά τη δυνατότητα να παλέψει ενάντια στον κεφαλαιοκράτη και να τον αποκρούσει.”

Προοδευτικά και καθώς ” η ένωση των εργατών ενός μόνου εργοστασίου, ακόμα και ενός μόνου κλάδου βιομηχανίας αποδείχνεται ανεπαρκής για την απόκρουση όλης της τάξης των κεφαλαιοκρατών, γίνεται απόλυτα αναγκαία η κοινή δράση όλης της τάξης των εργατών. Έτσι, από τις μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών ξεπηδάει η πάλη όλης της εργατικής τάξης. Η πάλη των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες μετατρέπεται σε ταξική πάλη. Όλους τους εργοστασιάρχες τους ενώνει ένα συμφέρον: Να κρατούν τους εργάτες σε υποταγή και να τους πληρώνουν όσο το δυνατό μικρότερο μεροκάματο. Και οι εργοστασιάρχες βλέπουν ότι δεν μπορούν να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους κατ’ άλλον τρόπο παρά μόνο με την κοινή δράση όλης της τάξης των εργοστασιαρχών, παρά μόνο αποχτώντας επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και τους εργάτες τους συνδέει ένα κοινό συμφέρον: Να μην επιτρέψουν στο κεφάλαιο να τους πνίξει, να υπερασπίσουν το δικαίωμά τους να ζήσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και οι εργάτες έτσι ακριβώς πείθονται ότι τους είναι απαραίτητη η ένωση, η κοινή δράση όλης της τάξης – της εργατικής τάξης – και ότι για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να αποχτήσουν επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία” Εξού και η ανάγκη για πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης.

Πώς όμως οι εργάτες ” φτάνουν στην κατανόηση όλων αυτών των πραγμάτων”, πώς αποκτούν ” ταξική αυτοσυνείδηση”; ” Οι εργάτες φτάνουν στην κατανόηση αυτή αντλώντας την συνεχώς από την ίδια την πάλη.” Αρχικά, ” η έχθρα των εργατών ενάντια στο κεφάλαιο εκδηλωνόταν μόνο με ένα αόριστο αίσθημα μίσους ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, με μια αόριστη συναίσθηση της καταπίεσης και της σκλαβιάς τους και με την επιθυμία ναεκδικηθούν τους κεφαλαιοκράτες. Η πάλη εκδηλωνόταν τότε με μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών, που κατέστρεφαν τα κτήρια, έσπαζαν τις μηχανές, έδερναν τους διευθυντές του εργοστασίου κ.τ.λ. Αυτή ήταν η πρώτη , η αρχική μορφή του εργατικού κινήματος, και ήταν απαραίτητη γιατί το μίσος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη στάθηκε παντού και πάντοτε το πρώτο κίνητρο για να ξυπνήσει μέσα στους εργάτες ο πόθος να υπερασπίσουν τον εαυτό τους”

Εκείνη η αυθόρμητη, ¨ενστικτώδης” πρώτη αντίδραση των εργατών στην καπιταλιστική εκμετάλλευση λειτούργησε ως προθάλαμος για τη συνειδητή δράση:” Το “αυθόρμητο στοιχείο” δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: Οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχιζαν…, δε θα έλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους. Ωστόσο όλα αυτά ήταν πολύ περισσότερο ξεσπάσματα απόγνωσης κι εκδίκησης παρά αγώνας”

Έτσι στη συνέχεια, ” οι εργάτες , εκεί που μισούσαν αόριστα τον κεφαλαιοκράτη, άρχισαν να καταλαβαίνουν πια ότι τα συμφέροντα της τάξης των εργατών είναι εχθρικά προς τα συμφέροντα της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Εκεί που ένιωθαν θολά ότι καταπιέζονται, άρχισαν πια να καταλαβαίνουν με ποια ακριβώς μέσα και με ποιον τρόπο συγκεκριμένα τους πνίγει το κεφάλαιο και να ξεσηκώνονται ενάντια στη μια ή στην άλλη μορφή καταπίεσης, βάζοντας όρια στην καταπίεση από μέρους του κεφαλαίου, υπερασπίζοντας τον εαυτό τους από την απληστία του κεφαλαιοκράτη. Αντί να εκδικούνται τους κεφαλαιοκράτες , περνούν τώρα στην πάλη για παραχωρήσεις, αρχίζουν να προβάλουν στην τάξη των κεφαλαιοκρατών τη μια διεκδίκηση ύστερα από την άλλη και απαιτούν βελτίωση των όρων της δουλειάς τους, αύξηση του μεροκάματου, μείωση της εργάσιμης μέρας.”

Οι κοινωνικοί αγώνες λειτουργούν ως σχολείο για την εργατική τάξη. Οι εργάτες ” μαθαίνουν να καταλαβαίνουν την ουσία της εκμετάλλευσης στο σύνολό της, μαθαίνουν να καταλαβαίνουν το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο”. Στην πάλη αυτή , ” οι εργάτες δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, μαθαίνουν να ενώνονται, μαθαίνουν και καταλαβαίνουν την ανάγκη και τη σημασία της ένωσης. Η διεύρυνση της πάλης αυτής και οι όλο συχνότερες συγκρούσεις οδηγούν αναπόφευκτα στη διερεύνηση της πάλης, στην ανάπτυξη του αισθήματος ενότητας, του αισθήματος της αλληλεγγύης τους ανάμεσα στους εργάτες όλης της χώρας, ανάμεσα σε όλη την εργατική τάξη.”

Σε τελευταία ανάλυση , ” η πάλη αυτή αναπτύσσει την πολιτική συνείδηση των εργατών. Η μάζα της εργατιάς, εξ αιτίας των συνθηκών της ίδιας της ζωής της, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορεί, δεν έχει ούτε τον καιρό, ούτε τη δυνατότητα να σκέφτεται για οποιαδήποτε κρατικά ζητήματα. Η πάλη , όμως , των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες για τις καθημερινές τους ανάγκες μόνη της και αναπόφευκτα σπρώχνει τους εργάτες στα κρατικά, τα πολιτικά ζητήματα…, πώς εκδίδονται οι νόμοι και οι κανονισμοί και τίνος συμφέροντα εξυπηρετούν. Κάθε σύγκρουση στο εργοστάσιο κατ’ ανάγκη φέρνει τους εργάτες σε σύγκρουση με τους νόμους και τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας…Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην τάξη των κεφαλαιοκρατών κατ’ ανάγκη πρέπει να είναι πολιτική πάλη.”

” Τελικός σκοπός” του ” πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης” δεν είναι βέβαια άλλος, όπως τόνισε ο ίδιος ο Κ. Μαρξ, από ” την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για λογαριασμό της και γι’ αυτό, φυσικά, είναι αναγκαία μια οργάνωση της εργατικής τάξης…” Πολιτικό υποκείμενο του εργατικού κινήματος αποτελεί το κόμμα της εργατικής τάξης, το Κομμουνιστικό Κόμμα.[...]

Για να συγκροτηθεί σε ” τάξη για τον εαυτό της” , η εργατική τάξη πρέπει να κατακτήσει, λοιπόν, την ταξική της αυτοτέλεια. Να πετύχει με άλλα λόγια, την πλήρη ανεξαρτητοποίησή της από κάθε αστική επιρροή(οργανωτική, πολιτική, ιδεολογική), είτε αυτό αφορά τις συνδικαλιστικές είτε τις πολιτικές της ενώσεις (σωματεία, κόμματα κ.α).

Μέσα από την ίδια την ταξική πάλη , η εργατική τάξη συσπειρώνεται, οργανώνεται και διαπαιδαγωγείται. Αποκτά συνείδηση και γνώση του κοινωνικοοικονομικού συστήματος που την καταδυναστεύει. Αυτοσυνειδητοποιείται και συγκροτείται ως ” τάξη για τον εαυτό της” . Αναπτύσσει διάφορες μορφές αγώνα, διαμορφώνει πρόγραμμα δράσης, περνά από την άμυνα στην επίθεση προβάλλοντας μερικά – βραχυπρόθεσμα αλλά και γενικότερα – μακροπρόθεσμα αιτήματα οικονομικής ή πολιτικής φύσεως. Διεκδικεί έκφραση, συμμετοχή και παρέμβαση στους θεσμούς, από μερίδιο εξουσίας(= προοδευτικά και μέσα από την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ιστορία αναδείχθηκε πως αντικειμενικά, η εργατική τάξη θα διεκδικούσε και θα έπαιρνε όλη την εξουσία στα χέρια της ή τίποτε) ως και τη συνολικότερη ανατροπή της.

Βεβαίως, η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε ευθύγραμμη, ούτε δεδομένη. Δεν πραγματοποιείται αυτόματα. Δεν είναι καθολική ή ομοιόμορφη. Δεν επηρεάζει, δηλαδή , εξίσου και συγχρονισμένα όλα τα μέρη ή τα μέρη της εργατικής τάξης. Τουναντίον, η ταξική πάλη εμπεριέχει την ίδια στιγμή και το στοιχείο του συμβιβασμού, της ενσωμάτωσης, της υποχώρησης, της ιδεολογικής, πολιτικής και οικονομικής επίθεσης της ” άλλης πλευράς”( της αστικής) με πληθώρα μέσων. Οι παράγοντες χειραφέτησης και ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης συνυπάρχουν ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοαναιρούνται. Πρέπει επομένως να εξετάζονται παράλληλα σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους[...]

Αποσπάσμα από το κεφάλαιο 1 του Βιβλίου: “Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου, 1918-1936″
του Αν.Ι.Γκίκα