Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά και πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά και πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΙ ΑΓΩΝΑΣ. ΠΩΣ ΟΜΩΣ;


Αριστερά και πολιτική





Το κάλεσμα του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στο λαό, στις 29/8/2012, «να χαράξει τη δική του προοπτική, να στηριχθεί στη δύναμη του δίκιου και της οργάνωσης, στη συσπείρωση και συμμαχία εργατών, αγροτών, ΕΒΕ, μαζί με τη νεολαία και τις γυναίκες της λαϊκής οικογένειας, για να επιστρέψει η αισιοδοξία και η δύναμη για μια νικηφόρα πορεία ρήξης και ανατροπής της εξουσίας των μονοπωλίων, των καπιταλιστικών ομίλων, απαλλαγής από τα δεσμά της ΕΕ, με την κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας» αντανακλά την αναγκαιότητα του σήμερα και τη μόνη πραγματική διέξοδο από την κρίση.


Δεν χρειάζεται να κάνουμε θεωρίες περί της αναγκαιότητα αυτής. Είναι αυτονόητη. Ούτε πρέπει να αρνηθούμε την πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το λαϊκό κίνημα και γιατί η αναδιοργάνωσή του είναι ο μόνος δρόμος για να τη ξεπεράσει. Το αναφέρει άλλωστε το ίδιο το κάλεσμα μιλώντας για αρνητικό συσχετισμό ιδίως ύστερα και από τη λαϊκή ψήφο στις εκλογές του Ιούνη.

Η κατάσταση όμως είναι τέτοια που ανεξάρτητα από την επιλογή του καθενός στις εκλογές, εκείνο που και πάλι προβάλει ως κύριο είναι «η οργάνωση κοινής πάλης ενάντια στα αντιλαϊκά μέτρα.»

Το θέμα που προβάλει εδώ είναι πάντα το πώς αυτά θα γίνουν πράξη, πρακτική δράση, πρακτική οργάνωση, μέτωπο του λαού. Η ανακοίνωση ότι το ΚΚΕ θα πάρει πρωτοβουλίες, σε πανελλαδικό, κλαδικό και τοπικό επίπεδο, ώστε να δυναμώσει η ταξική μαζική πάλη, η κοινωνική συμμαχία, η λαϊκή πρωτοβουλία και αλληλεγγύη με συμμετοχή όλων στον διάλογο, αποτελεί ένα καλό άνοιγμα. Το προσκλητήριο πρέπει φυσικά να περιλαμβάνει τους πάντες που μπορούν να ενταχθούν σε ένα μέτωπο κατά των μονοπωλίων, της ΕΕ, του ιμπεριαλισμού.




Αρκεί όμως το γενικό προσκλητήριο; Αυτοί που μέσα τους λένε «κάτι πρέπει να γίνει» και αναζητούν τρόπο «να κάνουν κάτι», θέλουν να δουν και τον πρακτικό δρόμο. Θέλουν προσκλητήριο χωρίς διαδικασίες που αποτρέπουν. Θέλουν να δουν τον αγωνιστή, τον πρωτοπόρο, τον κομμουνιστή της γειτονιάς να του ανοίγει το «σπίτι» του, να τον βρίσκει και να βρίσκονται… θέλει να λέει την άποψή του όχι μόνο σε τυπικά οργανωμένες συγκεντρώσεις αλλά στη καθημερινή του επαφή και κυρίως στη καθημερινή δράση. Θέλει να δει τον κομμουνιστή και τον κάθε αγωνιστή στην επιχείρηση και στο χώρο δουλειάς να του απλώνει το χέρι όχι τυπικά αλλά ουσιαστικά με πολιτικό νόημα και ανθρώπινο συναίσθημα.

Ο λαός θέλει να δει τις Λαϊκές Επιτροπές και τις Εργατικές Επιτροπές πλατιές, ανοικτές, σε πραγματικό χρόνο, σε ζώσα κατάσταση και σε πραγματική διαδικασία όπως την καταλαβαίνει αυτός, στη γλώσσα του, στο πρόβλημά του. Θέλει να νοιώσει ότι μπορεί να πάρει την «εξουσία» στα χέρια του στη γειτονιά του, στο σωματείο, στην πόλη του. Θέλει να είναι το κέντρο των εξελίξεων. Θέλει το κίνητρό του που δεν είναι άλλο από την δική του απελευθέρωση από την εξουσία των μονοπωλίων και ο σχεδιασμός της ζωής του και του μέλλοντος της χώρας από αυτόν.

Αυτή η μείξη των κομμουνιστών, των αριστερών ριζοσπαστών και όλων όσων παλεύουν για την ανατροπή των μονοπωλίων σε ένα μεγάλο λαϊκό ποτάμι είναι η μόνη λύση για να αποκτήσουμε αισιοδοξία, όραμα, δύναμη και οργάνωση. Τότε όλα θα είναι ευκολότερα.

Οι μήνες που έρχονται θα είναι αποφασιστικοί στη μεγάλη σύγκρουση των μονοπωλίων με τον λαό. Εκεί θα φανεί κατά πόσο μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων. Άρα ο διάλογος και η πρακτική δράση πάνε μαζί από τώρα. Σε αυτή τη διαδικασία κανένας δεν περισσεύει. Και να μη ξεχνάμε. Στην πολιτική δεν υπάρχει κενό. Το φασιστικό τέρας περιμένει να αφήσουμε κενό για να αναλάβει δράση. Θα το αφήσουμε;

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Φασισμός, μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη(4o τελευταίο μέρος))


 
της Ελένης Αστερίου

Ναζιστική εξουσία: δικτατορία του μεγάλου κεφαλαίου
Η κατάλυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η καταστροφή των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, η τρομοκρατία της ναζιστικής εξουσίας εξασφάλισαν μια «ειρήνευση» των μαζών που δεν υπήρχε στη Γερμανία από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης τον δέκατο ένατο αιώνα. Ήταν το ιδανικό περιβάλλον για την άνθηση των Γερμανών καπιταλιστών.
Ο Χίτλερ, που τον ανέβασαν στην εξουσία οι μεγιστάνες της βιομηχανίας και οι τραπεζίτες, ήταν ξεκάθαρος στην ομιλία του στο Ράιχσταγκ τον Μάρτιο του 1933 επιβάλλοντας τη ναζιστική δικτατορία: «Είναι αρχή της κυβέρνησης όσον αφορά τη διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων
του γερμανικού λαού: δεν θα ασκήσουμε κρατικοποιημένη και γραφειοκρατική οικονομία, θα ενθαρρύνουμε στο μέγιστο την ιδιωτική πρωτοβουλία και αναγνωρίζουμε τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας.»
Καθησυχάζοντας τους βιομηχάνους, oι οποίοι παραπονιούνται για τη στάση εκείνων των στοιχείων των ναζιστικών οργανώσεων που είχαν πάρει στα σοβαρά την «αντιπλουτοκρατική» δημαγωγία του ναζισμού, ο Χίτλερ διευκρινίζει στις 6 Ιουλίου 1933 σε συγκέντρωση Reichsstatthalter (επιτρόπων του Ράιχ) και ηγετών των SA: «Είμαι αντίθετος στο να αντικαταστήσουμε καλούς ηγέτες της οικονομίας με εθνικοσοσιαλιστές που δεν καταλαβαίνουν τίποτα από οικονομικά προβλήματα.»44 Διάταγμα του υπουργού Εσωτερικών Φρικ στις 11 Ιουλίου 1933 υπογράμμιζε την αναγκαιότητα σεβασμού της κρατικής εξουσίας και προειδοποιούσε εναντίον της παρέμβασης ανεύθυνων στοιχείων στην οικονομία.
Από το 1933 και μετά τα κέρδη των βιομηχάνων αυξάνονται ταχέως.
Το παρακάτω διάγραμμα της εξέλιξης της απόδοσης του κεφαλαίου (της σχέσης μεταξύ των κερδών και του κεφαλαίου) στη γερμανική βιομηχανία την περίοδο 1925-1941 δείχνει πόσο ευνόησε το ναζιστικό καθεστώς το κεφάλαιο.


ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ TOOZE, ΣΕΛ. 109
Πηγή: Adam Τooze, The Wages of Destruction, σ. 109.

Αυτή η άνοδος των κερδών βοήθησε αρχικά τους βιομηχάνους να ξεπεράσουν τις ζημιές τις οποίες είχαν υποστεί λόγω της κρίσης και στη συνέχεια χρηματοδότησε μια «εξαιρετική άνθηση των επενδύσεων, τέτοια που δεν είχε γνωρίσει ποτέ στην ιστορία της η γερμανική βιομηχανία. (…) η γερμανική βιομηχανία συνέχισε να ασκεί εξουσία στο Τρίτο Ράιχ.»45
Η τάξη των καπιταλιστών διατηρεί την αυτονομία της υπό το ναζιστικό καθεστώς. Σύμφωνα με νόμο της 27ης Νοεμβρίου 1934 όλες οι επιχειρήσεις συγκεντρώνονται σε έξι εθνικές ομάδες (Reichsgruppen): βιομηχανία, βιοτεχνία, εμπόριο, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ενέργεια. Επικεφαλής των έξι ομάδων είναι πάντα ένας μεγάλος εργοδότης. Η διεύθυνση της Reichsgruppe Industrie ανατίθεται στον Κρουπ, κατόπιν στον Τένγκελμαν του κοντσέρν Flick, στη συνέχεια στον βιομήχανο Βίλχελμ Ζάνγκεν. Αναλαμβάνοντας αυτή τη θέση το 1938 ο Ζάνγκεν δηλώνει ενώπιον του υπουργού Φουνκ ότι «η αρχή της αυτονομίας της οικονομίας διατηρείται… γεγονός που διαφοροποιεί μια ιδιωτική οικονομία καθοδηγούμενη από το κράτος από μια κρατική οικονομία. Η οικονομία θα αναπτύξει ελεύθερα τη μεγαλύτερη πρωτοβουλία στο πλαίσιο των καθηκόντων που ορίζει το κράτος και όλο το έθνος θα έχει το μεγαλύτερο κέρδος.»46 Βέβαια όπου οικονομία και έθνος διάβαζε τάξη των καπιταλιστών.
Το 1932 το κράτος

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Φασισμός, μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη (3o μέρος)


 της Ελένης Αστερίου

Ποιοι ανέβασαν τον Χίτλερ στην εξουσία
 
Το σημαντικότερο στοιχείο των αποτελεσμάτων των νέων εκλογών στις 6 Νοεμβρίου 1932 είναι η υποχώρηση των ναζιστών, οι οποίοι μέσα σε τρεις μήνες χάνουν πάνω από δύο εκατομμύρια ψήφους και 34 βουλευτικές έδρες. Το KPD καταγράφει νέα άνοδο κερδίζοντας σχεδόν 6.000.000 ψήφους (16,9%), το SPD με 7.251.000 ψήφους χάνει 700.000 ψήφους, οι οποίες όμως αντισταθμίζονται από τα κέρδη των κομμουνιστών. Τα δύο εργατικά κόμματα μαζί κερδίζουν το 37,3% και 221 έδρες έναντι 33,1% και 196 εδρών για το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, το οποίο καταγράφει τα χαμηλότερα ποσοστά του στις μεγάλες πόλεις και τα υψηλότερα στις αγροτικές περιοχές.
Την 1η Δεκεμβρίου 1932 ο Χίντενμπουργκ αναθέτει στον Σλάιχερ τον σχηματισμό κυβέρνησης. Στις 6 Δεκεμβρίου το Ράιχσταγκ αναστέλλει εκ νέου τις εργασίες του αναθέτοντας στο γραφείο του την εκ νέου σύγκλησή του. Στις 6 Δεκεμβρίου η παραίτηση του Γκρέγκορ Στράσερ, οργανωτικού υπεύθυνου του NSDAP, προκαλεί αναταραχή στους κόλπους των ναζιστών.
Στις 8 Δεκεμβρίου η Deutsche Allgemeine Zeitung, που εκφράζει τα περιβάλλοντα της βιομηχανίας, γράφει ότι υπάρχει κίνδυνος «το ισχυρότερο κόμμα της δεξιάς να απεξαρθρωθεί πριν να εκπληρώσει το ιστορικό καθήκον του, που είναι να πραγματοποιήσει, μαζί με άλλες δυνάμεις του μετώπου της δεξιάς, την εξυγίανση του εθνικού κράτους.»24
Οι Γερμανοί μεγιστάνες της βιομηχανίας και των τραπεζών αποφασίζουν να ρίξουν όλο το βάρος τους για την άνοδο του Χίτλερ και των ναζιστών στην εξουσία. Θεωρούν ότι μόνο η δύναμη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος εγγυάται μια σταθερή κυβέρνηση, ικανή να εξασφαλίσει την «κοινωνική ειρήνη» συντρίβοντας το εργατικό κίνημα. Επιπλέον το πρόγραμμα των ναζιστών για αναθεώρηση των συνόρων και για «ζωτικό χώρο» μπορούσε να τους εξασφαλίσει νέες αγορές. Σε διεθνές επίπεδο η φάση του ειρηνικού ανταγωνισμού λήγει ανοίγοντας τον δρόμο της προετοιμασίας για ένα νέο μοίρασμα του κόσμου με τη δύναμη των όπλων. Η πολιτική επανεξοπλισμού της Γερμανίας την οποία υποστηρίζει ο Χίτλερ είναι προς άμεσο όφελος των Γερμανών βιομηχάνων.
Τον Νοέμβριο του 1932 με πρωτοβουλία του τραπεζίτη Σαχτ απευθύνεται στον πρόεδρο Χίντενμπουργκ μια έκκληση με τις υπογραφές των Γερμανών μεγιστάνων: Κρουπ, Κούνο, Ρόυς, Xάνιελ, Σίλβερμπεργκ, Ζήμενς, Τύσεν, Μπος, κλπ. Η έκκληση ζητά «να ανατεθεί η ευθύνη της εξουσίας στον αρχηγό του σημαντικότερου εθνικού κόμματος.»
Στις 4 Ιανουαρίου 1933 στην έπαυλη του τραπεζίτη Σραίντερ στην Κολωνία και με δική του πρωτοβουλία συναντιούνται ο φον Πάπεν με τον Χίτλερ, οι οποίοι καταλήγουν στη συμφωνία η οποία θα εφαρμοστεί στις 30 Ιανουαρίου: ο Χίτλερ καγκελάριος, ο φον Πάπεν αντικαγκελάριος, το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα θα μοιραζόταν την εξουσία με το παραδοσιακό εθνικιστικό κόμμα DNVP.
Oι ναζιστές κάνουν επίδειξη δύναμης στο Βερολίνο με συγκεντρώσεις στο Sportpalast και με διαδήλωση των SA, υπό την προστασία της αστυνομίας, μπροστά στα κεντρικά γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος στις 22 Ιανουαρίου. Την ίδια μέρα γίνεται νέα συνάντηση φον Πάπεν και Χίτλερ, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του Όσκαρ φον Χίντενμπουργκ, γιου του προέδρου. Το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου ο φον Πάπεν υποβάλλει στον πρόεδρο τον κατάλογο της νέας κυβέρνησης: ο Χίτλερ καγκελάριος, ο Φρικ υπουργός Εσωτερικών, ο Γκέρινγκ υπουργός Αεροπορίας και υπουργός Εσωτερικών της Πρωσίας. Ο φον Πάπεν παίρνει τη θέση του αντικαγκελάριου. Τα υπόλοιπα υπουργεία μοιράζονται στην παραδοσιακή εθνικιστική δεξιά. Το υπουργείο της Reichswehr ανατίθεται στον στρατηγό φον Μπλόμπεργκ, που διάκειται ευνοϊκά προς τους ναζιστές. Στις 30 Ιανουαρίου ο Χίτλερ είναι καγκελάριος της Γερμανίας. Την 1η Φεβρουαρίου 1933 ο Χίντενμπουργκ διαλύει το Ράιχσταγκ, στο οποίο η νέα κυβέρνηση δεν είχε την πλειοψηφία, και ορίζει εκλογές για τις 5 Μαρτίου.
Η Reichsverband der deutschen Industrie υποσχόταν στην κυβέρνηση την πλήρη υποστήριξη των εργοδοτών διαβεβαιώνοντάς την ότι «θα έκανε τα πάντα για να τη βοηθήσει στο δύσκολο έργο της». Τα συγχαρητήρια του Κρουπ, προέδρου της εργοδοτικής ένωσης, προς τον Χίτλερ είναι χαρακτηριστικά: «Η εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης ανταποκρίνεται στις ευχές τις οποίες είχαμε εκφράσει εδώ και καιρό εγώ ο ίδιος και η διοικούσα επιτροπή.»25
Στις 20 Φεβρουαρίου 1933 στη βίλα του Γκέρινγκ ο Χίτλερ συναντιόταν με ομάδα εικοσιπέντε ηγετών της γερμανικής βιομηχανίας, στους οποίους περιλαμβάνονταν ο Γκέοργκ φον Σνίτσλερ, της χημικής βιομηχανίας IG Farben, ο Κρουπ φον Μπόλεν, της αυτοκρατορίας Κρουπ και πρόεδρος της Ένωσης των Γερμανών βιομηχάνων, ο Άλμπερτ Βέγκλερ, της Vereinigte Stahlwerke, της δεύτερης μεγαλύτερης εταιρείας χάλυβα στον κόσμο. Ο Χίτλερ δήλωνε ξεκάθαρα τους στόχους του. Σχεδίαζε να βάλει τέλος στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στόχευε να συντρίψει την αριστερά και για αυτόν τον στόχο ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει φυσική βία. Είχε έρθει η ώρα «να συντριβεί πλήρως η άλλη πλευρά». Και ο Γκέρινγκ αποκάλυπτε τον άμεσο στόχο της συνάντησης. Εφόσον τα συμφέροντα των γερμανικών επιχειρήσεων συνδέονταν άμεσα με την πάλη κατά της αριστεράς, θα έπρεπε να συμβάλουν οικονομικά: «Οι θυσίες», επισήμαινε ο Γκέρινγκ, «θα είναι πολύ ευκολότερες… αν η [βιομηχανία] αντιλαμβανόταν ότι οι εκλογές της 5ης Μαρτίου

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Φασισμός, μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη(2ο μερος)

 της Ελένης Αστερίου

Εκκαθάριση των πληβείων φασιστών – φασιστικοποίηση του κράτους
Στην πρώτη κυβέρνηση του Μουσολίνι πάνω από τους μισούς υπουργούς ανήκουν στο παλιό πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης. Όμως αρχίζει ήδη η φασιστικοποίηση του κράτους. Τον Ιανουάριο του 1923 ο Μουσολίνι δημιουργεί πλάι στο υπουργικό συμβούλιο το φασιστικό «Μεγάλο Συμβούλιο». Την περίοδο 1925 έως 1926 απομακρύνεται από τη σκηνή το παλιό αστικό πολιτικό προσωπικό. Άλλοι προσχωρούν στον φασισμό, άλλοι αποσύρονται από την πολιτική ζωή, κάποιοι παίρνουν ή εξαναγκάζονται να πάρουν τον δρόμο της εξορίας. Από το 1925 η κυβέρνηση αποτελείται αποκλειστικά από φασίστες.
Νόμος του Δεκεμβρίου του 1925 δίνει στον αρχηγό της κυβέρνησης τη δυνατότητα να απομακρύνει από τη θέση τους δημοσίους υπαλλήλους και στρατιωτικούς που οι ενέργειές τους είναι «ασυμβίβαστες με τις πολιτικές αρχές της κυβέρνησης». Με τον νόμο της 9ης Δεκεμβρίου 1928 ολοκληρώνεται η οικοδόμηση του ολοκληρωτικού κράτους. Το «Μεγάλο Συμβούλιο» γίνεται το «ανώτατο όργανο επιφορτισμένο να συντονίζει όλες τις δραστηριότητες του καθεστώτος». Το φασιστικό κόμμα συγχωνεύεται με το κράτος. Στο εξής ο γραμματέας του κόμματος ορίζεται με κυβερνητικό διάταγμα και κατέχει λειτουργία υπουργού.
Όμως αυτή η διαδικασία απορρόφησης του κράτους από το φασιστικό κόμμα συνοδεύτηκε παράλληλα ήδη από το 1923 από τη διαδικασία καθυπόταξης του κόμματος στο φασιστικό κράτος. «Χρειάστηκε τον πρώτο χρόνο να απαλλαγώ από 150.000 φασίστες για να δώσω μεγαλύτερη ένταση στο κόμμα», έλεγε ο Μουσολίνι στον Έμιλ Λούντβιχ. «Μόνο αργότερα μπόρεσα να αρχίσω να προσελκύω μια ελίτ, για να μετασχηματίσω όλο και περισσότερο τη βία σε τάξη.»8
Το φασιστικό κόμμα εκκαθαρίζεται από εκείνα τα πληβειακά στοιχεία, χρήσιμα για να μετατρέψουν το φασιστικό κίνημα σε υπολογίσιμη δύναμη, που είχαν πάρει στα σοβαρά τη φασιστική αντιπλουτοκρατική δημαγωγία και διαμαρτύρονταν για το imborghesimento (αστικοποίηση) του φασιστικού κόμματος. Ένα δεύτερο κύμα εκκαθαρίσεων του φασιστικού κόμματος πραγματοποιείται το 1925-26. Μια ακόμη φουρνιά παλιών φασιστών πετιέται έξω από το κόμμα, ενώ στη συνέχεια ο Φαρινάτσι απομακρύνεται από τη θέση του γραμματέα του κόμματος. Το 1928 είναι η σειρά του Ροσόνι, γενικού γραμματέα της φασιστικής συνομοσπονδίας, και των πληβείων «συνδικαλιστών» τους οποίους είχε τοποθετήσει σε διάφορα πόστα της οργάνωσης. Στην πραγματικότητα ο Μουσολίνι αποφασίζει τη συγχώνευση του φασιστικού κόμματος και του κράτους μόνο όταν το κόμμα έχει μετατραπεί σε διοικητική μηχανή πιστή στις διαταγές του. Με βάση τον ίδιο τον νόμο του 1928 το φασιστικό κόμμα είναι «πολιτοφυλακή στην υπηρεσία του κράτους».
Όσο για τις ένοπλες φασιστικές ομάδες, ήδη από το 1924 ο Μουσολίνι θέτει επικεφαλής τους αξιωματικούς του στρατού. Μέρος τους μετατρέπεται σε «εφεδρικές δυνάμεις». Οι μονάδες της φασιστικής πολιτοφυλακής που συμμετέχουν ως τέτοιες σε πολεμικές επιχειρήσεις εντάσσονται σε σώματα στρατού και είναι υπό τις διαταγές των αξιωματικών τους. Αυτό ισχύει για τους μελανοχίτωνες που συμμετέχουν στον πόλεμο της Αβησυνίας.
Ενώ το πρώτο διάστημα οι φασιστικές πολιτοφυλακές είναι επιφορτισμένες με την εσωτερική τάξη και την υπεράσπιση του φασιστικού καθεστώτος, αυτό το καθήκον περνά όλο και περισσότερο στους καραμπινιέρους, οι οποίοι υπάγονται στον στρατό και διοικούνται από στρατηγό του στρατού.
Παράλληλα με αυτή την εξέλιξη ο στρατός αποκτά όλο και πιο κυρίαρχη θέση στο καθεστώς, ιδίως μετά τη νίκη στην Αιθιοπία του στρατηγού Μπαντόλιο, ο οποίος προάγεται σε στρατάρχη. «Ο στρατός», έγραφε η εφημερίδα Giornale d’ Italia, «γίνεται, με τη θέληση του φασισμού, η νέα αριστοκρατία του έθνους.»9 Βέβαια ο ίδιος ο στρατός υφίσταται διαδικασία φασιστικοποίησης. Από το 1934 σε όλες τις σχολές αξιωματικών και υπαξιωματικών γίνονται μαθήματα «φασιστικής παιδείας», ενώ διάφορα μέτρα διευκολύνουν την είσοδο των αξιωματικών στο φασιστικό κόμμα.
Οι μελανοχίτωνες πληβείοι υπήρξαν οι αντεπαναστατικές συμμορίες που με τη βία τους αποδυνάμωσαν το εργατικό κίνημα και αποτέλεσαν τη δύναμη κρούσης που συνέβαλε στην άνοδο του φασισμού στην εξουσία. Όμως η φασιστική «επανάσταση» δεν έφερε στην πολιτική εξουσία τα πληβειακά στοιχεία.
Παρουσιάζοντας κάπως μονομερώς αυτή τη διαδικασία, ο Στάνλεϊ Πέιν γράφει ότι με εξαίρεση τα ανώτερα κλιμάκια του κράτους που επανδρώθηκαν από ηγετικά στελέχη του φασιστικού κόμματος, «ο δικαστικός και διοικητικός μηχανισμός της ιταλικής κυβέρνησης παρέμεινε άθικτος. (…) Η επίσημη θέση του καθεστώτος του Μουσολίνι ήταν ότι μέλη του φασιστικού κόμματος δεν ήταν ανάγκη να κατέχουν τις κυβερνητικές και γραφειοκρατικές θέσεις, αλλά ότι το πνεύμα και η πολιτική της κυβέρνησης, καθώς και φυσικά οι υπάρχοντες γραφειοκράτες της, απλά θα φασιστικοποιούνταν (fascistizzato) και θα ακολουθούσαν τα δόγματα του κόμματος.»10
Εδώ ας κάνουμε μια μικρή αναφορά στην ταξική σύνθεση του ιταλικού φασιστικού κόμματος, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, γιατί έχει προβληθεί ακόμη και η άποψη ότι τα φασιστικά κινήματα πάτησαν στην εργατική τάξη και στους προερχόμενους από αυτή ανέργους. Το 1927 το 75% των μελών του ιταλικού φασιστικού κόμματος προέρχονταν από τη μικροαστική και τη μεσοαστική τάξη, το 15% από την εργατική τάξη (ενώ το ποσοστό της εργατικής τάξης στον πληθυσμό ανερχόταν σε 41,5%) και το 10% από την ελίτ. Όσον αφορά την ηγεσία του, το 80% των μελών της προερχόταν από τα μεσαία στρώματα.

Καταστολή και υπερεκμετάλλευση της εργατικής τάξης

Υπό το φασιστικό καθεστώς η τάξη των καπιταλιστών διατήρησε την αυτονομία της. Τώρα χάρη στην καταστολή, στην αστυνόμευση της δημόσιας ζωής, στη διάλυση όλων των εργατικών οργανώσεων, στην απαγόρευση των απεργιών, οι καπιταλιστές εξασφάλιζαν όρους πειθάρχησης και υπερεκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Επιπλέον, η ιμπεριαλιστική πολιτική και οι κατακτητικοί πόλεμοι του μουσολινικού καθεστώτος ικανοποιούσαν τις επιδιώξεις της ιταλικής αστικής τάξης για αποικιακές κατακτήσεις.
Τον Αύγουστο του 1923 το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο καλεί την Confindustria, τη συνομοσπονδία των βιομηχάνων, να έρθει σε μόνιμη σχέση με τα φασιστικά συνδικάτα. Τον Δεκέμβριο του 1923 συνάπτεται η λεγόμενη συμφωνία του Ανακτόρου Σίγκι, με την οποία η Confindustria αναγνωρίζει επισήμως τα φασιστικά συνδικάτα, με τα οποία συγκροτεί μόνιμη κοινή επιτροπή με στόχο την «εναρμόνιση» της πολιτικής τους. Όμως παρά την πίεση και τη φασιστική τρομοκρατία οι εργάτες αντιστέκονται και η πρόοδος των φασιστικών συνδικάτων είναι μικρή. Θα χρειαστεί η επιβολή της ολοκληρωτικής δικτατορίας του φασισμού το 1925 για να επιτευχθεί η πλήρης διάλυση των εργατικών συνδικάτων. Στις 2 Οκτωβρίου 1925 με τη λεγόμενη συμφωνία του Ανακτόρου Βιντόνι η Confindustria αναγνωρίζει στα φασιστικά συνδικάτα το αποκλειστικό μονοπώλιο. Στο εξής η εργοδοσία παρακρατεί από τους μισθούς των εργαζομένων τις «συνδικαλιστικές εισφορές» για τα φασιστικά συνδικάτα, ενώ η περιουσία των εργατικών συνδικάτων κατάσχεται και μεταβιβάζεται στα φασιστικά συνδικάτα.
Στην πραγματικότητα τα φασιστικά συνδικάτα δεν είναι παρά όργανα διοίκησης του κράτους. Σε ομιλία του στις 11 Μαρτίου 1926 ο Μουσολίνι δηλώνει: «Ο φασιστικός συνδικαλισμός είναι ένα ισχυρό μαζικό κίνημα, πλήρως ελεγχόμενο από τον φασισμό και την κυβέρνηση, ένα μαζικό κίνημα που υπακούει.»11 Τα φασιστικά συνδικάτα είναι όργανα πολιτικής πειθαρχίας για την επιβολή στους εργαζομένους των συνθηκών εργασίας και των μισθών που ορίζει η εργοδοσία.
Οι κορπορατίστικοι θεσμοί τους οποίους επιβάλλει το φασιστικό κράτος στο όνομα της «ενότητας του έθνους» δεν είναι παρά μέσα μετατροπής της θέλησης της εργοδοσίας σε αποφάσεις της «διαιτησίας» του φασιστικού κράτους. Ο Μουσολίνι δηλώνει στον πρόεδρο της Confindustria: «Διαβεβαιώνω τον κ. Μπένι ότι όσο είμαι στην εξουσία, οι εργοδότες δεν έχουν να φοβούνται τίποτα από το δικαστήριο εργατικής διαιτησίας.»12 Το δικαστήριο εργατικής διαιτησίας καθιερώθηκε το 1926.
Οι καπιταλιστές διαθέτουν πλέον ένα ισχυρό κράτος, που με μια σειρά οικονομικά και κοινωνικά μέτρα θα εξασφαλίσει τα κέρδη τους και τη διεύρυνσή τους. Χάρη στις συνθήκες τις οποίες επιβάλλει το φασιστικό κράτος, με τη διάλυση και τις διώξεις εις βάρος των εργατικών οργανώσεων,  την απαγόρευση των απεργιών, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, την αποκατάσταση του εργοδοτικού απολυταρχισμού στο εσωτερικό της επιχείρησης, είναι δυνατή η σφαγή των μισθών. Το φασιστικό κράτος χρησιμοποιεί τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να εμποδίζει οποιαδήποτε ανεξάρτητη οργάνωση στο εσωτερικό των εργατικών μαζών. Τα φασιστικά συνδικάτα δεν είναι παρά οργανώσεις αστυνομικής επιτήρησης των εργατών. Στο εξής η πάλη εναντίον της εργοδοσίας θεωρείται πάλη εναντίον του κράτους, η θέληση των εργοδοτών μετατρέπεται σε αποφάσεις της φασιστικής εξουσίας οι οποίες επιβάλλονται στους εργάτες με τα μέσα της αστυνομικής δικτατορίας.
Οι εργάτες που αρνούνται να εφαρμόσουν τις αποφάσεις της «διαιτησίας» τιμωρούνται με φυλάκιση ενός μηνός έως ενός έτους και με πρόστιμο 100 έως 10.000 λιρέτες. Η απεργία θεωρείται έγκλημα «εναντίον της κοινωνικής συλλογικότητας» και τιμωρείται με φυλάκιση έως τριών ετών, ενώ οι υποκινητές υπόκεινται σε ποινές φυλάκισης μέχρι επτά ετών.
Το κράτος επικυρώνει τους μισθούς που πληρώνουν οι εργοδότες στους μισθωτούς τους. Το υπουργείο των Συντεχνιών στη Ρώμη συντάσσει με βάση τις οδηγίες της εργοδοσίας «συμβάσεις», τις οποίες στη συνέχεια υπογράφουν οι διορισμένοι ηγέτες των φασιστικών συνδικάτων. Εδώ ας σημειώσουμε ότι διάταγμα της 22ης Νοεμβρίου 1928 διαλύει τη φασιστική συνομοσπονδία και καθιερώνει 13 ομοσπονδίες βιομηχανικών κλάδων.
Διάταγμα της 30ης Ιουνίου 1934 επαναφέρει το βιβλιάριο εργασίας, στο οποίο οι αρχές σημειώνουν αν η συμπεριφορά του κατόχου του είναι «ικανοποιητική από εθνική άποψη» και ο εργοδότης υποδεικνύει σε περίπτωση απόλυσης αν ο εργαζόμενος είναι «άξιος εμπιστοσύνης» ή όχι. Από τον Ιανουάριο του 1936 το βιβλιάριο περιλαμβάνει όλες τις μορφές δραστηριότητας του πολίτη από την ηλικία των 11 έως 32 ετών και αποτελεί απαραίτητο έγγραφο για να μπορεί κάποιος να βρει δουλειά.
Νόμος της 16ης Αυγούστου 1935 υποτάσσει το προσωπικό των εργοστασίων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την πολεμική βιομηχανία σε στρατιωτική πειθαρχία. Όποιος δεν πηγαίνει στη δουλειά για πάνω από πέντε ημέρες θεωρείται λιποτάκτης και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης δύο έως εννιά ετών. Κάθε παραβίαση της πειθαρχίας εντός του εργοστασίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι μήνες έως εννιά χρόνια. Το 1938 580.000 μισθωτοί που δουλεύουν σε επιχειρήσεις οι οποίες «εργάζονται για την εθνική άμυνα» υπόκεινται σε αυτόν τον νόμο.
Σύμφωνα με στοιχεία του ίδιου του ιταλικού τύπου της εποχής, οι ονομαστικοί μισθοί μειώθηκαν κατά το ήμισυ την περίοδο 1927-1932.13 Το 1935 οι μισθοί σπάνια φθάνουν τους μισθούς πριν από το 1914. Ακόμη και σε αυτούς τους ισχνούς μισθούς επιβάλλονται ποικίλες κρατήσεις εκτός από τους φόρους: υποχρεωτική εισφορά για τα φασιστικά συνδικάτα, κρατήσεις για τη βοήθεια στους ανέργους, εισφορά για το φασιστικό κόμμα, για το Dopolavoro (Μετά την Εργασία, δηλαδή για την αναψυχή των εργατών).
Τον Νοέμβριο του 1934 υπογράφεται συμφωνία ανάμεσα στην Confindustria και τα φασιστικά συνδικάτα βάσει της οποίας οι εργοδότες μπορούν να απολύουν νέους και γυναίκες και στη θέση τους να προσλαμβάνουν ενηλίκους άρρενες πληρώνοντάς τους τους μισθούς πείνας τους οποίους έδιναν προηγουμένως στους νέους και στις γυναίκες. Σε ορισμένες βιομηχανίες καθιερώνεται η εκ περιτροπής εργασία με αντίστοιχη μείωση των αμοιβών. Επιπλέον οι άνεργοι που απασχολούνται σε δημόσια έργα πληρώνονται μισθούς πείνας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συμβάλλουν στην μείωση του κόστους του εργατικού δυναμικού για το κεφάλαιο. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε την αύξηση του ρυθμού εργασίας και των ωρών εργασίας, κυρίως στην πολεμική βιομηχανία, χωρίς αντίστοιχη αύξηση μισθών.

Οι καπιταλιστές διατηρούν την αυτονομία τους υπό το φασιστικό καθεστώς
Το όνειρο των πληβείων φασιστών συνδικαλιστών υπό την ηγεσία του Ροσόνι (οι οποίοι θα εκκαθαριστούν από το φασιστικό καθεστώς με το διάταγμα του 1928 που διαλύει τη φασιστική συνδικαλιστική συνομοσπονδία) για την κορπορατίστικη οργάνωση της ιταλικής κοινωνίας με μικτές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Η τάξη των καπιταλιστών θέλει να χρησιμοποιήσει το φασιστικό κίνημα για τα συμφέροντά της, αλλά με κανέναν τρόπο δεν είναι διατεθειμένη να χάσει την αυτονομία της. Μπροστά στην άρνηση των βιομηχάνων και των μεγάλων γαιοκτημόνων ο Μουσολίνι περνά από το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο απόφαση που καταδικάζει τα μικτά συνδικάτα. Ο Αλφρέντο Ρόκο, υπουργός Δικαιοσύνης του φασιστικού καθεστώτος από το 1925 έως το 1932 γράφει: «Κατανοούμε ότι η ιδέα μιας ενιαίας οργάνωσης, μιας ενιαίας πειθαρχίας της εργασίας και της παραγωγής θα τρόμαζε τους εργοδότες, αν η κορπορατίστικη οργάνωση συγκροτούνταν έξω από το κράτος, σε καθεστώς ελευθερίας γεμάτο κινδύνους.»14 Με άλλα λόγια, το φασιστικό καθεστώς είναι εδώ για να προστατεύει τους εργοδότες από τους «κινδύνους» της ελευθερίας.
Ο νόμος της 3ης Απριλίου 1926 (ο οποίος συμπληρώνεται με τον κανονισμό της 1ης Ιουλίου 1926) για τη συντεχνιακή οργάνωση (κορπορατισμός) ορίζει: «Οι ενώσεις των εργοδοτών και οι ενώσεις των εργατών μπορούν να συνενωθούν μέσω κεντρικών οργάνων σύνδεσης σε μια κοινή ανώτερη ιεραρχία. (…) Οι οργανώσεις οι οποίες συνδέονται με αυτόν τον τρόπο αποτελούν μια συντεχνία.» (άρθρο 3). Όμως αυτές οι συντεχνίες υπάρχουν μόνο στην κορυφή, σε εθνικό επίπεδο. Ο ίδιος νόμος διαφυλάσσει προσεκτικά την αυτονομία των εργοδοτικών οργανώσεων, αφού το άρθρο 3 ορίζει ότι μένει «άθικτη η διακριτή εκπροσώπηση των εργοδοτών και των εργατών». Επιπλέον όχι μόνο οι συντεχνίες δεν απορροφούν το κράτος, όπως ονειρεύονταν οι πληβείοι φασίστες, αλλά αντίθετα με βάση τον νόμο: «Η συντεχνία δεν έχει νομική προσωπικότητα, αλλά αποτελεί διοικητικό όργανο του κράτους.»
Η Χάρτα Εργασίας του επόμενου έτους δείχνει ξεκάθαρα το πραγματικό περιεχόμενο της «συντεχνιακής» οργάνωσης: «Ο εργαζόμενος είναι δραστήριος συνεργάτης της οικονομικής επιχείρησης», της οποίας όμως «η διεύθυνση, καθώς και η ευθύνη ανήκουν στον εργοδότη». Οι καπιταλιστές, αφού χάρη στη φασιστική εξουσία απαλλάχθηκαν από τις ελευθερίες του κοινοβουλευτικού καθεστώτος θυσιάζοντας το παλιό πολιτικό προσωπικό τους, από τα εργατικά κόμματα και τα συνδικάτα, τις εργοστασιακές επιτροπές και τις απεργίες, μπορούν χάρη στην ολοκληρωτική αστυνομική δικτατορία να είναι απόλυτοι αφέντες στην επιχείρησή τους.
Η ίδια λογική διέπει τους θεσμούς οργάνωσης του «συντεχνιακού κράτους». Τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου των Συντεχνιών ορίζονται από τον δικτάτορα. Παρόμοια όσον αφορά τη Βουλή των Συντεχνιών: τα μέλη της επιλέγονται από το φασιστικό καθεστώς στη βάση ενός καταλόγου που παρουσιάζουν τα φασιστικά συνδικάτα. Στο επίπεδο των 22 συντεχνιών που συγκροτούνται πειθήνιοι υπάλληλοι της φασιστικής δικτατορίας, μετά την εκκαθάριση των πληβείων φασιστών, υποτίθεται ότι εκπροσωπούν τους εργαζομένους πλάι στους εκπροσώπους της εργοδοσίας. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση συμμετέχουν και τρεις επίσημοι εκπρόσωποι του φασιστικού κράτους για την απίθανη περίπτωση δημαγωγικής στάσης των «εκπροσώπων» των εργαζομένων.

Ναζισμός και μεγάλο κεφάλαιο
Και στην περίπτωση της Γερμανίας το αστικό πολιτικό κατεστημένο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και το μεγάλο κεφάλαιο είναι συνένοχοι για την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία.
Η ανάπτυξη του ναζιστικού κινήματος δέχεται αποφασιστική ώθηση στο έδαφος της βαθιάς κρίσης της γερμανικής οικονομίας, η οποία είχε αρχίσει να εκδηλώνεται και πριν από το κραχ της Γουόλ Στριτ τον Οκτώβριο του 1929.
Το σχέδιο Γιανγκ (από το όνομα του Αμερικανού τραπεζίτη ο οποίος προεδρεύει της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων) για τις πολεμικές αποζημιώσεις της Γερμανίας, που εγκρίνεται τον Ιούνιο του 1929, προσφέρει μια ευκαιρία για την προπαγάνδα των ναζιστών, αλλά και για να συνάψουν δεσμούς με τομείς του μεγάλου κεφαλαίου. Ο Άλφρεντ Χούγκενμπεργκ, ηγέτης του DNVP (Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα), του κύριου εθνικιστικού κόμματος στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, και βαρόνος καπιταλιστής στον χώρο του τύπου, οργανώνει την «Επιτροπή για το αίτημα του γερμανικού λαού» με στόχο την απόρριψη του σχεδίου Γιανγκ. Ο Χίτλερ θα συμμετάσχει σε αυτή την επιτροπή συντροφιά με μεγιστάνες της βιομηχανίας, όπως ο Φριτς Τύσεν. Επωφελείται από τη δωρεάν δημοσιότητα την οποία του προσφέρουν τα έντυπα του Χούγκενμπεργκ και αποκτά επαφές με πηγές χρηματοδότησης. Αυτό θα αντανακλαστεί στο συλλαλητήριο του ναζιστικού κόμματος τον Αύγουστο του 1929 στη Νυρεμβέργη. Τριάντα πέντε ειδικά τρένα μεταφέρουν 25.000 άνδρες των SA και των SS στη Νυρεμβέργη, ενώ στη συγκέντρωση συμμετέχουν μεταξύ άλλων ο Τέοντορ Ντουέστερμπεργκ, αναπληρωτής ηγέτης των Χαλυβδόκρανων, και ο μεγαλοβιομήχανος του Ρουρ Έμιλ Κίρντοφ, αφεντικό του ισχυρού κονσόρτσιουμ της μεταλλουργίας Gelsenkirchen.
Την περίοδο 1924-1929 η γερμανική βιομηχανία αναδιοργανώνεται με τη βοήθεια αμερικανικών δανείων και ξένων επενδύσεων. Χάρη στα αμερικανικά δάνεια, η γερμανική βιομηχανία αυξάνει κατά ένα τρίτο την παραγωγική ικανότητά της. Ήδη ο εκσυγχρονισμός της βιομηχανίας οδηγεί στην αύξηση της τεχνικής ανεργίας. Η εντεινόμενη καρτελοποίηση επιτρέπει στα μονοπώλια να αυξάνουν αυθαίρετα τις τιμές πώλησης υπονομεύοντας την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Οι μεγιστάνες της βιομηχανίας στοχεύουν κυρίως στη διεθνή αγορά.
Όμως ενώ ετοιμάζονται για την κατάκτηση των διεθνών αγορών, ξεσπά η παγκόσμια οικονομική κρίση. Ο δείκτης παραγωγής από 101,4 το 1929 (με δείκτη 100 το 1928) πέφτει στο 60 στα τέλη του 1931. Τον Φεβρουάριο του 1931 ο αριθμός των ανέργων ξεπερνά τα 4 εκατομμύρια.15 Η βιομηχανική κρίση συνοδεύεται από ανάλογη κρίση του τραπεζικού συστήματος και την απαρχή χρεωκοπιών τραπεζών. Η άνοδος των προεξοφλητικών επιτοκίων παραλύει τη γερμανική οικονομία.
Οι μεγιστάνες του κεφαλαίου θίγονται ιδιαιτέρως από αυτή την καταστροφή. Μόνο η βοήθεια του ισχυρού κράτους μπορεί να ξαναβάλει μπροστά τον μηχανισμό αναπαραγωγής του κεφαλαίου και αναγέννησης των κερδών τους. Για να το πετύχουν θα πρέπει να συντριβούν οι μισθοί και οι εργατικές κατακτήσεις, να διαλυθούν οι πολιτικές και συνδικαλιστικές εργατικές οργανώσεις. Θα πρέπει να καταργηθούν οι «κοινωνικές δαπάνες». Το κράτος θα πρέπει να στηρίξει οικονομικά τις επιχειρήσεις, να ξαναβάλει μπροστά την παραγωγή τους μέσω κρατικών παραγγελιών. Η κρίση θίγει και τη γεωργία και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες απαιτούν και αυτοί τη συνδρομή του κράτους για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Aυτό είναι το υπόβαθρο της απόφασης των μεγιστάνων της βιομηχανίας και των τραπεζών να στηρίξουν το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ και τελικά να το ωθήσουν στην εξουσία.

Ενίσχυση των τάσεων για ισχυρό κράτος και προεδρική δημοκρατία στη Γερμανία
Η κρίση προκαλεί τη ριζοσπαστικοποίηση του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά και προς τα αριστερά. Ήδη στις εκλογές του 1928 είχε καταγραφεί αύξηση των ψήφων για τη σοσιαλδημοκρατία και το Κομμουνιστικό Κόμμα, με αντίστοιχη αποδυνάμωση των δεξιών και κεντρώων κομμάτων.
Από το 1930 το αστικό πολιτικό κατεστημένο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ανοίγει τον δρόμο για την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού και την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Στις 27 Μαρτίου 1930 πέφτει ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Μύλερ. Το επίμαχο ζήτημα που οδηγεί στην πτώση του είναι το ζήτημα της αύξησης των εισφορών των εργαζομένων για την ασφάλιση κατά της ανεργίας. O κυβερνητικός εταίρος του SPD, το DVP (Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα), με στενούς δεσμούς με τις μεγάλες επιχειρήσεις, ανήσυχο από την εργατική αναταραχή στις συνθήκες της αυξανόμενης ανεργίας, εξαπολύει γενική επίθεση ενάντια στο «κράτος πρόνοιας» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Η τάση προς το «ισχυρό κράτος» είχε μπει ήδη σε κίνηση. Στις 30 Μαρτίου 1930 ο στρατάρχης φον Χίντενμπουργκ, πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1925, διορίζει καγκελάριο τον Μπρύνινγκ, κοινοβουλευτικό ηγέτη του καθολικού κόμματος Zentrum (Κέντρο). Εγκαινιάζεται η άσκηση της εξουσίας μέσω προεδρικών διαταγμάτων. Όταν ένα τέτοιο διάταγμα για την περικοπή των δημόσιων δαπανών απορρίπτεται από το Ράιχσταγκ, ο Μπρύνινγκ πετυχαίνει μέσω του προέδρου τη διάλυση του Ράιχσταγκ και την προκήρυξη εκλογών στις 14 Σεπτεμβρίου 1930.
Η κατάσταση είναι ευνοϊκή για το ναζιστικό κόμμα. Στο έδαφος του βαθέματος της κρίσης κατεστραμμένα μικροαστικά στρώματα, αγρότες, ντεκλασέ στοιχεία θεωρούν ότι η δημοκρατία τους πρόδωσε και το σύστημα πρέπει να καταργηθεί και επανδρώνουν τις οργανώσεις του ναζιστικού κόμματος. Στην προεκλογική εκστρατεία του Χίτλερ κυριαρχούν το θέμα της ανάγκης «ζωτικού χώρου» για τη Γερμανία έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού στην αγορά και η επίθεση ενάντια στην κοινοβουλευτική και κομματική δημοκρατία που διαιρεί τον λαό, κατάσταση την οποία μόνο το ναζιστικό κόμμα μπορεί να υπερβεί δημιουργώντας μια καινούργια ενότητα του Volk (λαού). H προεκλογική καμπάνια του ναζιστικού κόμματος, χάρη και στα τεράστια υλικά μέσα που του παρέχουν οι καπιταλιστές, στέφεται με την εκλογή 107 ναζιστών βουλευτών στο Ράιχσταγκ (18,25% των ψήφων έναντι 2,6% στις εκλογές του 1928). Μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου αυξάνονται τα μέλη του ναζιστικού κόμματος. «Η προτεσταντική μεσαία τάξη ήταν, όπως και ανάμεσα στους ψηφοφόρους, αυτή που υπερτερούσε αριθμητικά.»16
Oι μεγάλοι χαμένοι των εκλογών είναι τα αστικά κόμματα της δεξιάς και του κέντρου. Το DNVP έπεσε στο 7% σε φθίνουσα πορεία από το 20,4% των ψήφων το 1924, το DVP έπεσε στο 4,7% από 10,1%. Ένας στους τρεις ψηφοφόρους του DNVP και ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους των φιλελεύθερων κομμάτων έχουν ψηφίσει τους ναζιστές.17 Η εκλογική βάση των εργατικών κομμάτων, του SPD και του KPD (που γνωρίζει άνοδο στο 13,1% των ψήφων), είναι η μόνη που αντιστέκεται στην πίεση των ναζιστών, και σε μικρότερο βαθμό εκείνη του καθολικού κόμματος του Κέντρου, που γνωρίζει μικρές απώλειες.
H εκλογική επιτυχία των ναζιστών διευρύνει το ενδιαφέρον της επιχειρηματικής κοινότητας. Από τα τέλη του 1930 οι συναντήσεις του Χίτλερ με μεγάλους επιχειρηματίες πολλαπλασιάζονται. Μέσω του Κίρντοφ συναντιέται με βιομηχάνους του Ρουρ, ενώ ο Βάλτερ Φουνκ, εκδότης της οικονομικής εφημερίδας Berliner Börsen-Zeitung, κανονίζει συναντήσεις με ηγέτες του χώρου των επιχειρήσεων, «στις οποίες συγκεντρώθηκαν αρκετά χρήματα για την αντιμετώπιση ενός υποτιθέμενου πραξικοπήματος της Αριστεράς.»18
Στο Ράιχσταγκ που προκύπτει από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1930 το SPD παραμένει το ισχυρότερο κόμμα. Όμως η σοσιαλδημοκρατία στο όνομα του «μικρότερου κακού» επιλέγει να στηρίξει τη συνέχιση της διακυβέρνησης Μπρύνινγκ. Η Τolerierungspolitik (πολιτική της ανοχής) επικυρώνεται από το συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στη Λειψία (31 Μαΐου-5 Ιουνίου 1931), το οποίο τάσσεται υπέρ της υποστήριξης του Μπρύνινγκ «για όσο καιρό είναι αποφασισμένος να απωθεί τις φασιστικές βλέψεις και είναι σε θέση να το κάνει».
Αρχίζει  η περίοδος της αποκαλούμενης προεδρικής δημοκρατίας, μιας και η εξουσία ασκείται στη βάση προεδρικών διαταγμάτων χωρίς την έγκριση της βουλής σύμφωνα με το άρθρο 48 του συντάγματος της Βαϊμάρης. Οι εργασίες της βουλής αναστέλλονται για ένα εξάμηνο, καταργώντας ακόμη και τα υπολείμματα του κοινοβουλευτικού ελέγχου που διατηρούνταν.
Ενώ η ανεργία αυξάνεται, διάταγμα του Δεκεμβρίου 1930 και ο προϋπολογισμός του 1931 επιβάλλουν δραστικές περικοπές στη βοήθεια προς τους ανέργους. Ταυτοχρόνως η κυβέρνηση παραχωρεί φοροαπαλλαγές στη βιομηχανία και επιδοτεί επιχειρήσεις. Οι καπιταλιστές αξιοποιώντας τις στρατιές των ανέργων επιβάλλουν μειώσεις μισθών. Οι εργατικές κινητοποιήσεις αντιμετωπίζουν τη βία της αστυνομίας και των SA (Oμάδες Εφόδου) των ναζιστών.
Η χρεωκοπία της Danatbank, μιας από τις τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της Γερμανίας, και της Dresner Bank σηματοδοτούν μια νέα φάση της κρίσης. Το κράτος στηρίζει με μισό δισεκατομμύριο Reichmark το τραπεζικό σύστημα. Μέσω της στήριξης των τραπεζών το κράτος στηρίζει τη μεγάλη βιομηχανία, που έχει πιεστική ανάγκη από πιστώσεις. Το 1932 οι τράπεζες κατέχουν τα δύο τρίτα του μετοχικού κεφαλαίου των βιομηχανικών επιχειρήσεων έναντι του 50% το 1913.
Η Deutsche Eisen- und Stahlindustrie, επιθεώρηση των βιομηχάνων της σιδηροβιομηχανίας, που αντιμετωπίζουν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, γράφει: «Η κατάσταση συνεπάγεται για το κράτος την ηθική υποχρέωση να παρέμβει και να δεσμεύσει δημόσια κονδύλια.»19 Η κυβέρνηση Μπρύνινγκ με δημόσια κονδύλια επιδοτεί σιδηροβιομηχανίες «κοινωνικοποιώντας» με αυτόν τον τρόπο τις ζημιές τους. Το ίδιο διάστημα μέρος αυτών των βιομηχάνων χρηματοδοτούν το ναζιστικό κόμμα.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1931 η Reichsverband der deutschen Industrie, η ένωση των Γερμανών βιομηχάνων, απευθύνει τελεσίγραφο στον Μπρύνινγκ με το οποίο απαιτεί νέα μείωση των μισθών, μείωση των κοινωνικών δαπανών, νέες φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο. Στις 9 Οκτωβρίου ο Μπρύνινγκ προχωρά σε κυβερνητικό ανασχηματισμό αναθέτοντας το υπουργείο Οικονομικών στον Βάρμπολντ, αφεντικό της IG Farben, και το υπουργείο Εσωτερικών στον στρατηγό Γκρένερ, ήδη υπουργό της Reichswehr.
Το DNVP και οι Χαλυβδόκρανοι ανανεώνουν τη συμμαχία τους με τον Χίτλερ συγκροτώντας την Εθνική Αντιπολίτευση. Στη συγκέντρωση της Εθνικής Αντιπολίτευσης στο Bad Harzburg τον Οκτώβριο του 1931 κάνει αίσθηση η παρουσία του Σαχτ, ο οποίος τον Μάρτιο του 1930 είχε παραιτηθεί από τη θέση του προέδρου της Reichsbank διαμαρτυρόμενος για την εφαρμογή του Σχεδίου Γιανγκ. Ο Σαχτ ήταν ιδρυτικό στέλεχος του φιλελεύθερου DDP (Γερμανικό Δημοκρατικό Κόμμα), αλλά από τον Δεκέμβριο του 1930 έχει εκφράσει δημοσίως τον θαυμασμό του για το NSDAP. Στη συγκέντρωση συμμετέχουν επίσης η Διοικούσα Επιτροπή της Reichslandbund, της σημαντικότερης ένωσης των μεγάλων γαιοκτημόνων, μεγιστάνες της βιομηχανίας όπως ο Φριτς Τύσεν, ο Πένσγκεν της Vereinigte Stahlwerke, ο Μπλομ των ναυπηγείων Blohm & Voss του Αμβούργου.
Οι σχέσεις του Χίτλερ με τα επιχειρηματικά περιβάλλοντα εντείνονται. Στις 27 Ιανουαρίου 1932 στη Λέσχη της Βιομηχανίας του Ντύσελντορφ σε ακροατήριο 300 επιχειρηματιών ο Χίτλερ πρότεινε στους συνομιλητές του μια απολυταρχική κυβέρνηση που θα συνέτριβε τους κομμουνιστές και θα απαιτούσε «ένα μεγάλο ζωτικό χώρο με μεγάλη εσωτερική αγορά και την προστασία της οικονομίας στο εξωτερικό χάρη στη συγκεντροποίηση της γερμανικής δύναμης».20 Στις 30 Οκτωβρίου 1931 στο Bond-Club της Νέας Υόρκης ο Ζήμενς, το αφεντικό της κραταιάς μέχρι σήμερα Siemens, υπογράμμιζε μπροστά στους Αμερικανούς βιομηχάνους και τραπεζίτες τη σημασία του ναζιστικού κόμματος «του οποίου ο κύριος στόχος ήταν ο αγώνας εναντίον του σοσιαλισμού και της λογικής κατάληξής του, του κομμουνισμού» και αντιπαρέθετε την πολιτική σεβασμού της νομιμότητας από τη μεριά του Χίτλερ στην απειλή κομμουνιστικής επανάστασης.21
Η θητεία του προέδρου Χίντενμπουργκ έληγε στις αρχές του 1932. Στις προεδρικές εκλογές τον Μάρτιο του 1932 η σοσιαλδημοκρατία, πάντα στο όνομα του μικρότερου κακού, στηρίζει τον Χίντενμπουργκ. Στον πρώτο γύρο των εκλογών ο Χίντενμπουργκ θα κερδίσει το 49,6% των ψήφων, ο Χίτλερ το 30,1%, ο Ταίλμαν, ο υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος το 13,2%. Στον δεύτερο γύρο ο Χίντεμπουργκ επανεκλέγεται με το 53% των ψήφων, αλλά ο Χίτλερ κερδίζει άλλα δύο εκατομμύρια ψήφους (36,8%).
Στα παρασκήνια προετοιμάζεται η απομάκρυνση της κυβέρνησης Μπρύνινγκ. Στις 6 Μαΐου 1932 ο Βάρμπολντ, εκπρόσωπος της μεγάλης βιομηχανίας στην κυβέρνηση, παραιτείται, ενέργεια που δείχνει ότι η κυβέρνηση Μπρύνινγκ έχει χάσει μέρος της υποστήριξης του επιχειρηματικού κόσμου. Σε μερικές εβδομάδες ο Βάρμπολντ θα επανέλθει στη νέα κυβέρνηση φον Πάπεν. Γεγονός αποκαλυπτικό της συμμετοχής των βιομηχάνων στις πολιτικές αλλαγές την άνοιξη του 1932. O Σλάιχερ είναι ήδη σε επαφή με τον Χίτλερ. Στις 8 Μαΐου ο Γκαίμπελς σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Ο Μπρύνινγκ θα πέσει σε μερικές ημέρες». Στις 24 Μαΐου σημειώνει στο ημερολόγιό του το όνομα του νέου καγκελάριου: φον Πάπεν.22 Αυτές οι επαφές δείχνουν ότι οι πολιτικοί σχηματισμοί και οι άνδρες στην εξουσία αντιμετωπίζουν το ναζιστικό κόμμα σαν ένα κόμμα όπως όλα τα άλλα. Και όμως το 1932 είναι χρονιά έξαρσης της βίας των SA και των SS.
Στις 29 Μαΐου ο Χίντενμπουργκ θέτει τους όρους του στον Μπρύνινγκ: διάλυση του Ράιχσταγκ, άρση της απαγόρευσης των SA, εγκατάλειψη των σχεδίων του Μπρύνινγκ για εποικισμό με αγρότες μεγάλων υποθηκευμένων αγροκτημάτων. Έχοντας απωλέσει την εμπιστοσύνη του προέδρου, ο Μπρύνινγκ, που η κυβέρνησή του στηριζόταν στις προεδρικές εξουσίες, δεν έχει άλλη δυνατότητα παρά να υποβάλει την παραίτησή του στις 30 Μαΐου.
Νέος καγκελάριος ορίζεται ο φον Πάπεν, αξιωματικός και βουλευτής από παλιά του καθολικού κόμματος του Κέντρου, ανήκοντας στη δεξιά πτέρυγά του. Στη νέα κυβέρνηση ο Βάρμπολντ κατέχει όχι μόνο το υπουργείο Οικονομίας αλλά και το υπουργείο Εργασίας, ενώ ο στρατηγός Σλάιχερ κατέχει το υπουργείο της Reichswehr. Στις 17 Ιουνίου αίρεται η απαγόρευση των SA. Ήδη στις 30 Μαΐου στη συνάντησή του με τον Χίντενμπουργκ ο Χίτλερ είχε θέσει δύο όρους για να αποδεχθεί τη νέα κυβέρνηση: άρση της απαγόρευσης των SA και διάλυση του Ράιχσταγκ. Ο φον Πάπεν, προετοιμάζοντας νέα μέτρα κατά των κοινωνικών επιδομάτων σε μια χώρα που αριθμεί έξι εκατομμύρια ανέργους, κατηγορεί τις προηγούμενες κυβερνήσεις ότι «μετέτρεψαν το κράτος σε φιλανθρωπικό ίδρυμα και έτσι αποδυνάμωσαν τις ηθικές δυνάμεις του έθνους».23 Την επαύριον της συγκρότησής της η νέα κυβέρνηση φον Πάπεν ανακοινώνει στις 4 Ιουνίου τη διάλυση του Ράιχσταγκ και εκλογές στις 31 Ιουλίου.
Στις 20 Ιουλίου 1932 καθαιρείται πραξικοπηματικά η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας και ο φον Πάπεν ορίζεται Επίτροπος του Ράιχ για την Πρωσία.
Στις εκλογές της 31ης Ιουλίου 1932 οι εθνικοσοσιαλιστές αναδεικνύονται στο πρώτο κόμμα στο Ράιχσταγκ, με δεύτερο κόμμα το SPD. Τα κέρδη των ναζιστών πραγματοποιούνται εις βάρος των παραδοσιακών κομμάτων της δεξιάς και των διαφόρων σχηματισμών του κέντρου, οι οποίοι ουσιαστικά εξαφανίζονται από τον πολιτικό χάρτη. Το μόνο αστικό κόμμα που διατηρεί την εκλογική δύναμή του είναι το κόμμα του Κέντρου. Οι ψήφοι της αριστεράς διατηρούνται σταθεροί και συνεχίζεται η μετατόπιση από τη σοσιαλδημοκρατία στο Κομμουνιστικό Κόμμα (5.370.000 ψήφοι για το KPD και 7.960.000 για το SPD). Υπάρχει μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στο 37,7% για τους εθνικοσοσιαλιστές και στο 35,9% για το KPD και το SPD μαζί.
Οι εκλογικές επιτυχίες των ναζιστών συνοδεύονται από την ενίσχυση της ναζιστικής τρομοκρατίας, κυρίως μετά την άρση της απαγόρευσης των SA από τον φον Πάπεν. Οι επιδρομές των SA στις κόκκινες γειτονιές αφήνουν πάντα πίσω τους νεκρούς και τραυματίες. Τώρα οι ναζιστές απαιτούν την καγκελαρία.
Το Ράιχσταγκ που συγκαλείται στις 12 Σεπτεμβρίου καταψηφίζει την κυβέρνηση φον Πάπεν με 512 ψήφους έναντι 42 υπέρ και 5 αποχών.
(συνεχίζεται)

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Φασισμός, μεγάλο κεφάλαιο και εργατική τάξη (1ο μερος)

 (Ενα πολύ καλό αφιέρωμα στο φασισμό που αξίζει να διαβαστεί Λόγω του μεγέθους του θα το δημοσιεύσουμε σε συνεχειες)


Δημοσιεύτκε στο περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, τ. 5, Απρίλιος – Μάιος 2012


της Ελένης Αστερίου

Ήδη τη δεκαετία του 1980 η ιστοριογραφική σκηνή για το θέμα του φασισμού είχε αρχίσει να αλλάζει ριζικά και ο φασισμός άρχισε να εξαφανίζεται από τον λόγο των ακαδημαϊκών ιστορικών. Οι ανατροπές στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη μετά το 1989 επέτειναν αυτή την αλλαγή. Οικείες έννοιες και ζητήματα κυριολεκτικά εκτοπίστηκαν, η ταξική θεωρία υποχώρησε, ο μεταμοντερνισμός έφθασε στο απόγειό του στον ακαδημαϊκό λόγο.
Στη δεκαετία του 1980 ο συντηρητικός Γερμανός ιστορικός Ερνστ Νόλτε προκάλεσε τη λεγόμενη διαμάχη των ιστορικών με τις θέσεις του για τον ναζισμό και την Τελική Λύση. Ο Νόλτε είναι διαβόητος για τη θέση του ότι η εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση ήταν αμυντική ενέργεια εναντίον της απειλής του κομμουνισμού και των εβραίων και ότι το Ολοκαύτωμα ή, όπως το θέτει ο ίδιος, «η λεγόμενη εξόντωση των εβραίων» ήταν αντίδραση ή ακόμη και μίμηση των υπερβολών της σοβιετικής ταξικής πάλης. Ο Νόλτε κατηγορήθηκε τότε ότι σχετικοποιούσε και ακόμη εξανθρώπιζε τον ναζισμό και τα εγκλήματά του μέσα από αυτή τη σύγκριση. Σε αυτό ο Νόλτε απαντούσε ότι μέσα από τη σύγκριση με παρόμοια μαζικά εγκλήματα του αιώνα θέλει να σταματήσει «τη δαιμονοποίηση του Τρίτου Ράιχ» και να απελευθερώσει τους Γερμανούς από την «παθολογική κατάστασή» τους να ζουν ακόμη στη σκιά του εθνικοσοσιαλισμού και έτσι να βοηθήσει τη Γερμανία, με καθαρή συνείδηση, «να ξαναγίνει πνευματικό ζωτικό έθνος».1
Έκτοτε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Η σχετικοποίηση του ναζισμού και του φασισμού δεν σοκάρει πια, αλλά αντίθετα έγινε δημόσιο δόγμα της «Ευρώπης» μέσα από την ταύτιση και την από κοινού καταδίκη του κομμουνισμού και του φασισμού. Ο «αναθεωρητισμός» στην ιστοριογραφία του φασισμού και του ναζισμού κυριαρχεί. Η περίπτωση του Ντέιβιντ Ίρβινγκ, αρνητή του Ολοκαυτώματος, είναι ακραία αλλά ταυτοχρόνως και βολική στην ομόφωνη καταδίκη της. Όμως πλάι της ανθεί μια ολόκληρη ιστοριογραφία που εντάσσει το Ολοκαύτωμα στο γενικό πλαίσιο των γενοκτονιών του αιώνα μας, στην πραγματικότητα μορφή σχετικοποίησης τόσο της συστηματικής εξόντωσης των έξι εκατομμυρίων εβραίων της Ευρώπης όσο και του ίδιου του ναζιστικού εγκλήματος.
Η σύγχρονη ιστοριογραφία για το θέμα έχει ένα κοινό: τη συστηματική προσπάθεια να αποταξικοποιηθεί το ζήτημα του φασισμού και του ναζισμού, να αποδεσμευτεί από το κοινωνικό σύστημα που τον γέννησε, να παραμεριστεί το καίριο ζήτημα του ποια κοινωνική τάξη υπηρέτησε και εναντίον ποιας κοινωνικής τάξης στρεφόταν, η οποία υπήρξε και το κύριο θύμα της βίας και της κτηνωδίας του.

Το υπόβαθρο εμφάνισης του φασισμού
Η ίδια η κρίση του καπιταλισμού στην ιμπεριαλιστική φάση του και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων είχαν οδηγήσει ήδη στο σφαγείο του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Η Οκτωβριανή επανάσταση είχε θέσει στην ημερήσια διάταξη την προλεταριακή επανάσταση σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Η σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήταν μερική και ασταθής προμηνύοντας ακόμη βαθύτερη κρίση, η οποία δεν άργησε να εκδηλωθεί με το κραχ του 1929 και τη διεθνή οικονομική κρίση που ακολούθησε· ακόμη μεγαλύτερη ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, η οποία θα οδηγούσε τελικά στην πρωτοφανή βαρβαρότητα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.
Σ’ αυτό το υπόβαθρο της γενικευμένης κρίσης του καπιταλισμού και της σύγκρουσης ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση σε ευρωπαϊκή κλίμακα κατά τον μεσοπόλεμο αναπτύχθηκε ο φασισμός ως ευρωπαϊκό φαινόμενο. Η ιστορική ήττα της εργατικής τάξης από τον φασισμό σε μια σειρά χώρες άνοιξε τον δρόμο για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τις φρικαλεότητές του.
Το κεφάλαιο προσέφυγε στη λύση του φασισμού ως αποφασιστικού όπλου εναντίον της απειλής την οποία αντιπροσώπευε το εργατικό κίνημα αλλά και ως λύση στα προβλήματα του ίδιου του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, ως προσπάθεια να ξεπεράσει τον σιδερένιο κλοιό των ίδιων του των αντιφάσεων.

Στην Ευρώπη η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν η συνηθέστερη μορφή πολιτικού καθεστώτος της αστικής τάξης. Είναι αλήθεια ότι σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με κοινοβουλευτικό καθεστώς ενισχύονταν οι τάσεις προς το «ισχυρό κράτος» τόσο για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της χρόνιας κρίσης που αντιμετώπιζε το κεφάλαιο μέσα από τη στήριξη του κράτους όσο και για να κτυπηθούν οι εργατικοί αγώνες. Σε ορισμένες χώρες, όπως στην Ιταλία και στη Γερμανία, οι οποίες ανήλθαν καθυστερημένα στη σκηνή του ιμπεριαλισμού και αντιμετώπιζαν μια κατάσταση στην οποία οι καλύτερες θέσεις ήταν κατειλημμένες από άλλους ιμπεριαλισμούς, η ανάγκη ισχυρού κράτους με τη μορφή του φασισμού τέθηκε επιτακτικά. Για να ξαναμπεί σε κίνηση ο μηχανισμός του καπιταλιστικού κέρδους, η εργατική τάξη και οι οργανώσεις της έπρεπε να συντριβούν και να δεθούν χειροπόδαρα, να καταλυθούν ο κοινοβουλευτισμός και κάθε δημοκρατική ελευθερία που τον συνοδεύει.

Η μικροαστική αντεπανάσταση
Όπως γράφει ο Τρότσκι στο Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία (26 Σεπτεμβρίου 1930): «Για να μπορέσει η κοινωνική κρίση να καταλήξει στην προλεταριακή αντεπανάσταση είναι απαραίτητο, εκτός από τις άλλες συνθήκες, οι μικροαστικές τάξεις να κλίνουν αποφασιστικά στην πλευρά του προλεταριάτου. Αυτό επιτρέπει στο προλεταριάτο να μπει επικεφαλής του έθνους και να το διευθύνει.»2
Η μικροαστική τάξη, που η ανάπτυξη του καπιταλισμού και των μονοπωλίων υπονόμευε τις συνθήκες της ύπαρξής της, πτωχευμένη από την κρίση και σε απόγνωση, αποτέλεσε την πρώτη ύλη των φασιστικών κινημάτων. Η πολιτική τέχνη του φασισμού έγκειται στο ότι κατάφερε να συνενώσει τα ετερόκλιτα στοιχεία των ενδιάμεσων στρωμάτων σε μια κοινή εχθρότητα ενάντια στην εργατική τάξη. «Ανίσχυρη μπροστά στο κεφάλαιο, η μικρομπουρζουαζία ελπίζει με την καταστροφή των εργατών να ξανακερδίσει πάλι μια κοινωνική αξιοπρέπεια.»3
Η εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα έχουν κοινά αλλά όχι ταυτόσημα συμφέροντα απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο. Σε περιόδους βαθιάς κρίσης όλου του κοινωνικού συστήματος το προλεταριάτο μπορεί να κερδίσει τα μεσαία στρώματα όχι απαρνούμενο το σοσιαλιστικό πρόγραμμά του, αλλά πείθοντάς τα για την ικανότητά του να οδηγήσει την κοινωνία σε έναν νέο δρόμο.
Αυτός ο συνδυασμός της βαθιάς κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος και της αδυναμίας των εργατικών οργανώσεων αποτέλεσε το έδαφος στο οποίο ενδιάμεσα στρώματα, βαθιά δυσαρεστημένα από την υλική και ηθική κατάστασή τους και προσβλέποντας σε ριζική αλλαγή, στράφηκαν στον φασισμό, ως έκφραση της αντεπαναστατικής απελπισίας τους.
«Στο παρελθόν έχουμε παρατηρήσει (Ιταλία, Γερμανία) μιαν απότομη ενίσχυση του φασισμού, νικηφόρου ή τουλάχιστον απειλητικού, ύστερ’ από μιαν εξαντλημένη ή αποτυχημένη επαναστατική κατάσταση, στο τέλος μιας επαναστατικής κρίσης στη διάρκεια της οποίας η προλεταριακή πρωτοπορία φανέρωσε την ανικανότητά της να μπει επικεφαλής του έθνους για να αλλάξει την τύχη όλων των τάξεων, μαζί και της μικρομπουρζουαζίας. Ακριβώς αυτό επέτρεψε στο φασισμό στην Ιταλία να αποκτήσει τεράστια δύναμη. Μα σήμερα στη Γερμανία δεν έχουμε το τέλος μιας επαναστατικής κατάστασης, αλλά τον ερχομό της. (…) Το γεγονός ότι [ο φασισμός] είχε τη δυνατότητα να καταλάβει μια τόσο ισχυρή βάση αφετηρίας στις παραμονές μιας επαναστατικής περιόδου και όχι στο τέρμα της – αυτό αποτελεί όχι το ασθενικό σημείο του φασισμού, αλλά το ασθενικό σημείο του κομμουνισμού.»4
Οι εξελίξεις στην Ευρώπη του μεσοπολέμου επιβεβαίωσαν με τραγικό τρόπο την κρίση της Κλάρας Τσέτκιν το 1923: «Ο φασισμός είναι η τιμωρία που κτυπά το προλεταριάτο, επειδή δεν συνέχισε την επανάσταση που άρχισε στη Ρωσία.»

Ποιοι στήριξαν τον Μουσολίνι
Αρχικά το κεφάλαιο χρησιμοποίησε τις φασιστικές συμμορίες ως ένοπλες ομάδες ενάντια στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία η βία των φασιστικών συμμοριών ασκούνταν με την ανοχή, την κάλυψη και τη στήριξη της αστυνομίας και του στρατού.
Ακόμη και πριν από την άνοδο των φασιστών στην εξουσία η ανάπτυξη του φασιστικού κόμματος του Μουσολίνι και του ναζιστικού κόμματος του Χίτλερ θα ήταν αδύνατες χωρίς την οικονομική στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου.
Ας πάρουμε το παράδειγμα των Ιταλών φασιστών.
Η έκθεση του γενικού επιθεωρητή της αστυνομίας προς το υπουργείο Εσωτερικών στις 4 Ιουνίου 1919 για τα Fasci di combattimento του Μουσολίνι ανέφερε μεταξύ των πηγών χρηματοδότησής τους την εταιρεία Pirelli και την Ansaldo, εταιρεία πυρομαχικών.
Μεταξύ των σημαντικών χρηματοδοτών του Μουσολίνι περιλαμβάνονταν ο Τζιοβάνι Ανιέλι της Fiat, ο οποίος έγινε γερουσιαστής λίγο μετά την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία και του οποίου τη συμβολή στην άνοδο του φασισμού αναγνώρισε δημοσίως ο Ντούτσε.
Η διαδικασία με την οποία η στήριξη της αστικής τάξης και του αστικού πολιτικού κατεστημένου στις φασιστικές ομάδες του Μουσολίνι ως συμμορίες εναντίον του εργατικού κινήματος μετατράπηκε σε ανάθεση της πολιτικής εξουσίας στον φασισμό υπήρξε πολύ πιο σύντομη από την αντίστοιχη στη Γερμανία. Aς υπενθυμίσουμε ότι η διαδικασία ανόδου του φασισμού στην εξουσία συντελείται στο έδαφος της ατελέσφορης επαναστατικής κινητοποίησης του ιταλικού προλεταριάτου το 1920.
Τον Μάιο του 1921 ο πρωθυπουργός Τζολίτι διέλυσε τη βουλή και προκήρυξε εκλογές. Περιέλαβε τους φασίστες στα ψηφοδέλτια του κυβερνητικού εκλογικού συνασπισμού («Εθνικό Μπλοκ»). Έτσι οι φασίστες εκπροσωπούνταν πλέον στη βουλή με 38 βουλευτές, στους οποίους περιλαμβανόταν ο Μουσολίνι. Η προεκλογική εκστρατεία του Μουσολίνι, που συνοδευόταν από όργιο βίας και δολοφονιών, είχε την οικονομική στήριξη της Confindustria, της ένωσης των βιομηχάνων, η οποία είχε ιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο. Από την πλευρά της η Ένωση Τραπεζών ενίσχυσε το φασιστικό κίνημα του Μουσολίνι με 20 εκατομμύρια λιρέτες.
Το ειδύλλιο ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους φασίστες του Μουσολίνι ήταν αμοιβαίο. Στις 14 Ιανουαρίου 1921 η εφημερίδα του Μουσολίνι Popolo d’Italia διακήρυσσε ότι ο καπιταλισμός βρισκόταν μόλις στην αρχή της ιστορίας του.
Τον Νοέμβριο του 1921 στη Ρώμη το φασιστικό κίνημα γινόταν κόμμα στο ιδρυτικό συνέδριο του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος. Το συνέδριο καλούσε για ένα ισχυρό ιταλικό κράτος και υιοθετούσε τον ιταλικό ιμπεριαλισμό. «Το οικονομικό πρόγραμμα του κόμματος ήταν υπέρ της παραγωγικότητας και του “οικονομικού φιλελευθερισμού”, σε αντίθεση με την ταξικότητα και τον κολεκτιβισμό.»5
Τα ερείσματα των φασιστών μέσα στον στρατό ενισχύονταν συνεχώς. «Στις 7 Οκτωβρίου [1922] δύο ανώτατοι στρατηγοί ενημέρωσαν τον Βίκτωρα Εμμανουήλ τον ΙΙΙ ότι ο στρατός διέκειτο μάλλον φιλικά προς το φασισμό. (…) Ο νέος Πάπας, ο Πίος ΧΙ, που εκλέχθηκε τον Φεβρουάριο του 1922, υιοθέτησε μια παρόμοια ευνοϊκή στάση, ενώ ο αρχιεπίσκοπος του Μιλάνου αναρτούσε φασιστικές σημαίες στον καθεδρικό ναό.» Ο ιός του φασισμού εξαπλωνόταν και στα αστικά κόμματα. Ο ηγέτης του Φιλελεύθερου Κόμματος, Αντόνιο Σαλάντρα, «δήλωνε πολύ ευτυχής να αποκαλείται “Επίτιμος φασίστας”».6
Ήδη από το 1922 ο Μουσολίνι είχε αρχίσει τις επαφές με το Βατικανό, που αργότερα θα κατέληγαν στο κονκορδάτο του φασιστικού καθεστώτος με την Καθολική Εκκλησία. Τον Σεπτέμβριο του 1922 σε ομιλία του στο Ούντινε, εγκαταλείποντας την προγενέστερη ρητορική του υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, ο Μουσολίνι δήλωνε τη συμπάθειά του για τη μοναρχία.7
Με τη στήριξη των βιομηχάνων και των τραπεζιτών, του στρατού και της αστυνομίας, της μοναρχίας και του Βατικανού ο δρόμος για την άνοδο των φασιστών στην εξουσία ήταν ανοιχτός. Μετά από πρόσκληση του βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ τη νύχτα της 29ης Οκτωβρίου 1922 ο Μουσολίνι έφθανε με τρένο στη Ρώμη το πρωί της 30ης Οκτωβρίου και οριζόταν πρωθυπουργός. Η διαβόητη πορεία στη Ρώμη των μελανοχιτώνων του θα έφθανε μετά το γεγονός και θα παρήλαυνε για τη νίκη του φασισμού την επόμενη ημέρα, μια νίκη αδύνατη χωρίς τη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου και του αστικού πολιτικού κατεστημένου. Σχηματίζοντας την κυβέρνησή του ο Μουσολίνι θα έδινε το υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου στον πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία Τεόφιλο Ρόσι. Σύντομα θα ακολουθούσαν η διάλυση του κοινοβουλίου στις 3 Ιανουαρίου του 1925, η απαγόρευση όλων των κομμάτων, η κατάργηση όλων των ελευθεριών και η επιβολή της ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας.