Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΣούπερΤεξ - Leon de Winter

 

Κάπου τυχαία έπεσα πάνω στον Λέον ντε Βίντερ, κάποια αναφορά, δεν θυμάμαι πού, κακή συνήθεια να μην επισημαίνω με τρόπο ασφαλή απέναντι στη λήθη τα νήματα, δεν έχει και τόση σημασία ίσως, όχι πια τουλάχιστον, το αναγνωστικό μονοπάτι διαμορφώνεται εν πολλοίς από την τύχη και τη διαίσθηση, άλλωστε. Εν ολίγοις, γύρεψα και βρήκα το ΣούπερΤεξ, βιβλίο που εκδόθηκε το 1995 και μεταφράστηκε από την Ινώ Μπαλτά για τις εκδόσεις Πόλις το 1999, εδώ και καιρό εξαντλημένο. Να πώς προετοιμάστηκε αυτή η ανάγνωση, εκτός οποιουδήποτε προγραμματισμού.

«Το ιατρείο της Δρ. Γιάνσεν βρισκόταν στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας στη γωνιά της λεωφόρου Απόλλο με την πλατεία Ολύμπια. Η περιφραγμένη πλατεία είχε χωριστεί σε γήπεδα με χλοοτάπητα, κι αργότερα εκείνο το ίδιο Σάββατο τα ξεφωνητά των εξαντλημένων αθλητών θα ανέβαιναν ως τα μεγάλα παράθυρα του ιατρείου. Το δωμάτιο ήταν φωτεινό, ένα τριμμένο περσικό χαλί κάλυπτε μέρος του παρκέ, χρέη τραπεζιού έκανε ένα παλιό μεταλλικό γραφείο με επιφάνεια από μαύρο πλαστικό που φωτιζόταν από μια απλή λευκή λάμπα γραφείου από το Χέμα –σου θύμιζε γραφείο σε στρατώνα– και όταν μπήκα, είδα πίσω του μια απλή πολυθρόνα γραφείου γυρισμένη στο πλάι. Το ντιβάνι βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο».

Στο αρχικό απόσπασμα προσθέτω και το οπισθόφυλλο: Ο Μαξ Μπρεσλάουερ κληρονομεί από τον πατέρα του τη μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων ΣούπερΤεξ. Οδηγεί Πόρσε και διατηρεί ένα πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο του Άμστερνταμ. Είναι όμως υπέρβαρος και δυστυχισμένος. Καταφεύγει στην ψυχανάλυση και στη διάρκεια μιας συνεδρίας που κρατά μια ολόκληρη μέρα επανεξετάζει το παρελθόν του: τα παιδικά του χρόνια, τις σχέσεις με τον μικρότερο αδερφό του, τον Μπεν, αλλά και τον ρόλο της εβραϊκής θρησκείας στη ζωή του· κυρίως όμως τη σχέση με τον πατέρα του, ένα αγράμματο, αυτοδημιούργητο, πολυεκατομμυριούχο Εβραίο από την Κεντρική Ευρώπη, που επέζησε του ολοκαυτώματος.

Τα δύο αποσπάσματα δίνουν τις απαραίτητες πληροφορίες κυρίως επί της πλοκής και της ατμόσφαιρας, δευτερευόντως επί της μορφής και της γλώσσας, και είναι αρκετά ώστε κάποιος να απορρίψει ή να επιλέξει να διαβάσει το βιβλίο αυτό, ο ορίζοντας προσδοκιών είναι εν πολλοίς ακριβής. Συχνά πυκνά, επαναλαμβάνω την αναγνωστική ροπή για ιστορίες μεσήλικων αντρών που για τον έναν ή τον άλλο λόγο χάνουν τον όποιο έλεγχο και περνούν σε επικράτεια κρίσης. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω για την επιλογή μου να διαβάσω το βιβλίο του Λέον ντε Βίντερ, ούτε καν ως υποβοήθημα για την ασθενή μου μνήμη.

Μια τέτοια λογοτεχνία, κάποτε κραταιά, που έχει να κάνει με το αντρικό προνόμιο έστω και σε πλήρη κρίση, μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν, ίσως να γράφεται ακόμα, ίσως να εκδίδεται και να διαβάζεται, αλλά δεν είναι πια κραταιά, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης, παρότι το αντρικό, λευκό προνόμιο ως προνόμιο εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο εις βάρος της υπόλοιπης ανθρωπότητας, η τέχνη, ωστόσο, είναι ένα καταφύγιο για το διαφορετικό, ένα ρήγμα στα θεμέλια ενός μονοσήμαντου και παγιωμένου εδώ και αιώνες κόσμου. Υπάρχει ακόμα αρκετή τέτοια λογοτεχνία εκεί έξω, οι λάτρεις της δεν θα πεινάσουν.

Ο Μαξ αφηγείται το Σάββατο εκείνο που ένιωσε την επιθυμία να επιστρέψει στο ντιβάνι, το οποίο είχε εγκαταλείψει αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, να επιστρέψει και να προσφέρει μια αμοιβή τέτοια στην άλλοτε ψυχαναλύτρια του ώστε να ακυρώσει όλα τα υπόλοιπα ραντεβού της και να του διαθέσει ολόκληρη τη μέρα. Η αφήγηση, επομένως, αποτελείται από όσα ειπώθηκαν μεταξύ θεραπεύτριας και θεραπευόμενου και από όσα ο Μαξ σκέφτηκε τότε αλλά και μετέπειτα.

Η χρήση του προνομίου, το πόσα λεφτά θες για να αγοράσω τη μέρα σου, καμία εντύπωση δεν προκαλεί στον αναγνώστη, είναι κάτι που άμεσα περνά στο «έξυπνο εύρημα» ώστε ο αφηγηματικός χρόνος να συμπυκνωθεί σε μία μέρα. Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι το αίτημα για βοήθεια, βρισκόμαστε στη δεκαετία του ενενήντα, άντρες όπως ο Μαξ δεν συνηθίζουν να ζητούν βοήθεια, καταφύγιο στο αλκοόλ, στο σεξ και στα ναρκωτικά ναι, να αρθρώσουν όμως αίτημα για βοήθεια όχι. Είναι μια ρωγμή και αυτή στην αντρική πανοπλία, ρωγμή που σημαίνει μια πρώτη επικοινωνία του ισχυρού αρσενικού με το συναίσθημά του, μια αχίλλειος πτέρνα για κάποιους, μια προσαρμογή για κάποιους άλλους, αδιάφορο για τους λοιπούς κατά αντιστοιχία με το άσμα σύμφωνα με το οποίο «και οι άντρες κλαίνε».

Και εμείς οι λοιποί, βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε μια απόπειρα να στερεώσω τη γαματοσύνη μου σε πόδια δυνατά, όσο και αν στεναχωριόμαστε για τα δεινά που ένας προνομιούχος αντιμετωπίζει, δίνοντάς του τον χώρο και τον χρόνο να τα αφηγηθεί, δεν νιώθουμε την ανάγκη ή και την υποχρέωση να τον πάρουμε μια παρηγορητική αγκαλιά, να του ψιθυρίσουμε στο αυτί πως όλα καλά θα πάνε, να του συμπαρασταθούμε, σκεφτόμαστε ακριβώς αυτό που επέλεξε και ο Μαξ να κάνει, διέθεσε μέρος του πλούτου σου και κατέφυγε σε έναν ειδικό. Κρίμα αλλά και τι να κάνεις, όταν ο κόσμος τριγύρω υποφέρει και αδυνατεί να  ανταποκριθεί στην ίδια την επιβίωση. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ξέρουμε αρκετούς σαν τον Μαξ, ίσως όχι τόσο πλούσιους, αλλά πιο πλούσιους και προνομιούχους από τον μέσο όρο, που μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους. Και το σκέφτομαι αυτό κάθε φορά που διαβάζω τις ιστορίες των χαρακτήρων του Ουελμπέκ, τον ορατό κόσμο μας εν πολλοίς κατοικούν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά δεν μπορούμε να νιώσουμε την απαραίτητη ενσυναίσθηση και δεν νιώθουμε ενοχή γι' αυτό. Και ένα βήμα παραπέρα, στέκει η ταύτιση, η μάχη με τον εαυτό μας πως δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου, δεν είμαστε οι αδύναμοι που έχουμε ανάγκη να μας συντρέξουν, πως είναι δικό μας το προνόμιο δική μας και η υποχρέωση αν θέλουμε να ζητήσουμε βοήθεια, είναι κάτι που μας τοποθετεί με τρόπο ίσως παράδοξο στην άκρη της σκηνής, μας μαθαίνει κάτι αν είμαστε διατεθειμένοι να το ακούσουμε.

Ίσως να είμαστε, να είμαι, πιο ευαίσθητοι να διακρίνουμε μια ειρωνεία πίσω από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τον συγγραφέα να πετάει τον χαρακτήρα στην αρένα, γυμνό και τρωτό, έρμαιο στις ορέξεις ομοίων και εχθρών, οι πρώτοι θα σκεφτούν τι φλώρος θεέ μου, οι δεύτεροι θα τον περιγελάσουν, ενώ εκείνος θα εκλιπαρεί για τον χρόνο της ψυχαναλύτριας, μέσα στο χοντρό και δυστυχισμένο σαρκίο του, εκείνος που συχνά ένιωσε βασιλιάς του κόσμου, δυνατός και άτρωτος, κυρίαρχος των πάντων, τώρα θέλει έναν ώμο να κλάψει, ένα αυτί να ακούσει όσα έχει να πει προς υπεράσπισή του. Και ίσως αυτό να είναι που με έλκει στις ιστορίες αυτές, γραμμένες από άντρες για άντρες, ρωγμές στο προνόμιο που όμως δεν είναι θανατηφόρες, ακόμα και μια αυτοκτονία, πάντοτε υπάρχει αυτό το διακύβευμα στη σκηνή, είναι μια επιλογή προνομίου, ακόμα μια επιβεβαίωση αυτού.

Η παρατεταμένη και ποικιλόμορφη έκθεση σε λογοτεχνία όπως αυτή του ΣούπερΤεξ μου επιτρέπει να νιώθω σίγουρος για το λογοτεχνικό μου βλέμμα και ένστικτο, πως μπορώ να διακρίνω την αξία, κάτι που στη λογοτεχνία του μη προνομίου ακόμα βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, αφού η φωνή «άσε και κανένα άλλο να μιλήσει επιτέλους» είναι έμπλεη ενοχής για τον χώρο που τους στερήθηκε, οι φωνές αυτές πρέπει πρώτα να ακουστούν και ύστερα να κριθούν με όρους υψηλής λογοτεχνίας, ίσως, επιτρέποντας στις φωνές αυτές να ακουστούν, η πρόσληψη του κόσμου και ακολούθως και της λογοτεχνίας να αλλάξει, να μεταβληθεί, να μετατοπιστεί, να ανοικοδομηθεί, κάτι νέο να ανατείλει, ίσως. Το ΣούπερΤεξ παρότι το διάβασα σε ένα πρωινό κατέλαβε ένα σημαντικό εμβαδό μέσα μου, μυθιστόρημα κατά τόπους καθηλωτικό, όταν η πρόζα του Λέον ντε Βίντερ συγχρονιζόταν με το συναίσθημα του Μαξ, με τα ίχνη του συναισθήματος για την ακρίβεια, όταν ένιωθε πως δεν ήταν αυτός που πίστευε, όταν ένιωθε αμφιβολία, έστω και σε ελάχιστο βαθμό για άντρες όπως αυτός είναι αρκετό και το ελάχιστο ρίχτερ ώστε η κατασκευή να ταρακουνηθεί σύγκορμα.

Με τον τρόπο τους, βιβλία όπως αυτό, υπονομεύουν τον ίδιο τους τον εαυτό, γι' αυτό ίσως ακόμα να μπορούν να σταθούν αναγνωστικά, παρότι σε μεγάλο βαθμό, προείπα, παρωχημένα, χτεσινά, ίσως γιατί το αντρικό προνόμιο έχει αντικατασταθεί από άλλα προνόμια, ανεξαρτήτως φύλου, θα μπορούσε να είναι η Μαξ που μας αφηγείται την ιστορία αυτή, θα μπορούσε να είναι ο Μαξ εκείνος ο αναγνώστης που θα έλεγε πως μια τέτοια ιστορία δεν με ενδιαφέρει, ας βρει τη λύση μόνη της, δεν μπορώ να ασχοληθώ μαζί της. 

υγ.Ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει είναι Ολλανδού συγγραφέα, οι Ιεροτελεστίες του Νόοτεμποομ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Ινώ Μπαλτά
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου - Tobi Lakmaker

Ένα από τα βιβλία, που διάβασα σχετικά πρόσφατα και εκτίμησα πολύ, ήταν το Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί (κυρίως αυτό αλλά και το Wonderfuck επίσης) της Καταρίνα Φόλκμερ. Εκτίμησα και απόλαυσα ιδιαιτέρως την πρόζα, την ικανότητα να διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την αφηγηματικότητα, ένας μονόλογος με απεύθυνση στον σιωπηλό γιατρό κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης, μια καλοκουρδισμένη αν και προκατασκευασμένη ροή συνείδησης, γάργαρη, αιχμηρή, παιγνιώδης, ιερόσυλη και σημερινή, μεταξύ άλλων. Διαβάζοντας το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου του Τόμπι Λακμάκερ, σε μετάφραση από τα ολλανδικά της Μαργαρίτας Μπονάτσου, το συναίσθημα που άφηνε πίσω της η πρωτοπρόσωπη αυτή αφήγηση διέθετε εμφανείς αντιστοιχίες.

Ο τίτλος παραπέμπει ευθέως στην Ιστορία της σεξουαλικότητας του Φουκό, έργο διάσημο και προπομπός αναφοράς, αυτό το μου ιδιωτικοποιεί κάτι το συλλογικό, διευκρινίζει εξ αρχής πως το εγώ θα είναι στο επίκεντρο της αφήγησης, το εγώ και ο,τι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με το υποκείμενο. Μια ιστορία ενηλικίωσης, ένα μονοπάτι αυτογνωσίας και αυτοπροσδιορισμού, μια μάχη σκληρή με τα στερεότυπα, τον οικογενειακό και ευρύτερα κοινωνικό ιστό, ένα διαρκές σπάσιμο έτοιμων καλουπιών, στα οποία κάτι περίσσευε και δεν χωρούσε ακριβώς, τα μέτρα δεν ήταν τα σωστά, το ρούχο δεν ήταν στο κατάλληλο μέγεθος, για να μην αναφερθούμε στην ποιότητα του υφάσματος, στο χρώμα ή στην υφή.

«Από τα δεκαοχτώ έως τα είκοσι δύο προσπάθησα να αφομοιώσω όλα τα είδη των Σίγκμουντ Φρόιντ, και στην πραγματικότητα, είχα μόνο μια διακριτή αίσθηση: ότι εγώ δεν ήμουν ο Σίγκμουντ Φρόιντ. Για να το διατυπώσω πιο συγκεκριμένα: Εγώ δεν ήμουν άντρας, αλλά γυναίκα. Δυσκολεύτηκα πολύ να είμαι γυναίκα. Ήθελαν να μακρύνω τα μαλλιά μου. Φυσικά, κανείς δεν το είπε ποτέ δυνατά, αλλά όταν οι άλλοι θέλουν να σε στουμπώσουν με κάτι, αποφεύγουν να το πουν. Το αφήνουν να εννοηθεί. Τώρα πια έχω πολύ κοντά μαλλιά και είμαι σε μια ομάδα υποστήριξης για τρανς άτομα. Θα ήθελες να μάθεις περισσότερα; Τηλεφώνησέ μου. Εγω δεν είμαι καθόλου τρανς, είμαι απλώς κάποια που της αρέσει πολύ να διεισδύει στις γυναίκες και εξαιτίας αυτού του γεγονότος έχει βαρεθεί να αγοράζει βοηθήματα όλη την ώρα».

Νιώθω πως όλο και περισσότερο παραπλανητικά ερωτήματα τίθενται γύρω από τη σύγχρονη λογοτεχνία, ερωτήματα διάφορα που καταλήγουν όλα στον ίδιο ταμιευτήρα του Και τι με νοιάζει εμένα. Είναι ενδιαφέρον πως η κύρια απάντηση στην κατηγορία για ιδιωτικοποίηση της λογοτεχνίας είναι η ιδιωτικοποίηση της ανάγνωσης, η μάστιγα της μονοσημίας, της μιας και μόνης αφηγηματικής διαδρομής, του μηδέν ένα, του μου αρέσει δεν μου αρέσει που μετατρέπεται σε είναι ή δεν είναι λογοτεχνία. Άσπρο και μαύρο. Και όπως κάθε θεωρία συνωμοσίας που σέβεται τον εαυτό της καταγγέλλει την ύπαρξη ενός οργανωμένου σχεδίου επιβολής. Ναι, σιγά. Είναι σαν το κοντό μαλλί που ενοχλεί γιατί δεν είναι γυναικείο, η προσωπική άποψη για το μήκος του μαλλιού φτιασιδωμένη με ένα δήθεν ενδιαφέρον για το άτομο μια στρώση μακιγιάζ που σκεπάζει το αυτό δεν είναι γυναικείο μαλλί, που αφήνει να εννοηθεί ένα: μας θέλουν όλα κοντοκουρεμένα.

Ο Λακμάκερ αφηγείται την ιστορία της σεξουαλικότητάς του, το πώς πλοηγήθηκε συχνά στο σκοτάδι με μόνο αστρολάβο το ένστικτο και το συναίσθημα, τον εσωτερικό δίαυλο επικοινωνίας, τη δυσανεξία στα διάφορα κοστούμια του βεστιαρίου, και έχει ενδιαφέρον, αν και μάλλον δεν προκαλεί εντύπωση, πως πρώτος ένοχος στη λίστα είναι ο ίδιος, εκείνος ήταν που προσπάθησε να υποτάξει, να ξεγελάσει, να παρακάμψει τα σημάδια και τις επιθυμίες, εκείνος ήταν που παρερμήνευσε, που επέμεινε στο κανονικό, στο αποδεκτό, που δικαιολόγησε ακόμα ακόμα τους άλλους όταν τον κοίταξαν με μισό μάτι, και αυτό το ένοχο εγώ δείχνει την ασφυξία του κανονικού που μας περιβάλλει, τη μονοσημία, αγόρι κορίτσι, για παράδειγμα, ή, και πιο προοδευτικά ακόμα, τρανς αγόρι ή τρανς κορίτσι, ο ετεροπροσδιορισμός, ο θυμός του εγώ αυτά δεν τα καταλαβαίνω.

Προφανώς και το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και η αφήγηση του ταξιδιού αυτού δεν καθιστά το παράγωγο λογοτεχνία. Προφανώς, αλλά το λέω γιατί ακόμα πρέπει να συμφωνούμε στα βασικά. Όπως προφανώς και το παράγωγο δεν έχει ως σκοπό ή στόχο να πείσει ή να εξηγήσει ή να διδάξει. Δεν είναι μια απολογία, αν και αρκετοί ως τέτοια θα το αντιμετωπίσουν. Ακόμα χειρότερα, κάποιοι θα πουν πως πουλάει τον εαυτό του από ματαιοδοξία, πως αυτοεργαλειοποιείται, γέμισε ο κόσμος από μέντορες και σωτήρες, που ξέρουν τα πάντα, ακόμα και αυτά που οι άλλοι αναζητούν.

Η πρόζα του Λακμάκερ είναι υψηλού επιπέδου, οξυδερκής, ανησυχαστική, βιτριολική, έξυπνη, φρέσκια, σύγχρονη, σατιρική και αυτοϋπονομευτική, μεταξύ άλλων. Φαινομενικά έμπλεη ενός τεράστιου εγώ, ενός εγώ, ωστόσο, που κινείται εντός του κοινού κόσμου που μας περιβάλλει, η ανθρώπινη εμπειρία, αυτό είναι που διαλύει τα στενά, μάλλον ασφυκτικά, όρια του ατομικού, αρκεί, είπαμε, να μην έχεις ασπαστεί τη μονοσημία και φορέσει τη μπέρτα του ξέρω εγώ. Πιο ατομική είναι η μονοσήμαντη αποτύπωση ενός κόσμου με στερεότυπα έπιπλα, στερεότυπα άτομα, στερεότυπες συμπεριφορές και ερμηνείες, ένας κόσμος σε συντήρηση, σταθερός και αναλλοίωτος. Οι βεβαιότητες και οι σταθερές ανήκουν ή αναζητούνται στις θετικές επιστήμες, ακόμα και εκεί, ωστόσο, έχουν όρια, με τα οποία η ανθρώπινη σκέψη παλεύει.

Επιστρέφοντας στα παραπλανητικά ερωτήματα γύρω από τη σύγχρονη λογοτεχνία, περίοπτη θέση διατηρεί το Θα θυμάται κανείς αυτό το βιβλίο σε χ χρόνια; Σοφιστεία, ερώτημα που μόνο υποθετικά μπορεί να απαντηθεί, προλαβαίνει ωστόσο να αποτελέσει εργαλείο αξιολόγησης, ερώτημα το οποίο επίσης προϋποθέτει έναν κόσμο σταθερό και αναλλοίωτο στον οποίο η λογοτεχνία λειτουργεί με τρόπο επίσης σταθερό και αναλλοίωτο, και όχι ένα δυναμικό περιβάλλον συνεχώς μεταβαλλόμενο, μάλλον χαωτικά. Η συγχρονία εντέχνως απαξιώνεται, ίσως γιατί γεμίζει με εκνευρισμό και ανησυχία τον άνθρωπο, γιατί μοιάζει να του τραβάει διαρκώς το χαλί κάτω από τα πόδια. Η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, το κάνει αυτό, οι συγγραφείς νιώθουν αυτές τις μικροδονήσεις, ευαίσθητοι σεισμογράφοι, πριν το δείγμα περάσει στην επικράτεια των ιστορικών και των λοιπών κοινωνικών επιστημών.

Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου είναι ένα προκλητικό βιβλίο, η πρόζα του Λακμάκερ σε συνδυασμό με την υπεραιχμή της συγχρονίας το καθιστούν αγρίμι ατίθασο, το γεγονός πως δεν αφήνει τον εαυτό του έξω από τον κατάλογο των ενόχων του επιτρέπει να αναπνεύσει μακριά από ένα γλυκανάλατο δράμα, ο αφηγητής δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο θύμα της εποχής, της κοινωνίας, του κόσμου, του καπιταλισμού, της συντήρησης, της φαλλοκρατίας, από ο,τι όλοι μας, και ίσως αυτό καθιστά τη λογοτεχνία αυτή προκλητική, το γεγονός πως έμμεσα μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το δικό μας μονοπάτι, για τα καλούπια στα οποία ολοένα και (λέμε πως) βολευόμαστε.

υγ. Για το Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το Wonderfuck εδώ. Κάποιες επιλογές από ολλανδική λογοτεχνία θα βρείτε εδώ.

υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις Νήσος

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Στο σπίτι της - Yael van der Wouden

Είχα ένα θετικό προαίσθημα για το βιβλίο αυτό και περίμενα την κυκλοφορία του. Ίσως γιατί γνώριζα πως η απόφαση για την αγορά των δικαιωμάτων του έγινε πολύ πριν το βιβλίο αυτό εκδοθεί, όταν ακόμα ήταν ένα κείμενο word· η θερμή υποδοχή, οι πωλήσεις, η ένταξη στη βραχεία λίστα του βραβείου Booker 2024, ακολούθησαν. Στο Μεταίχμιο, θεωρώ από πρόταση της Μαρίας Ξυλούρη, πίστεψαν στο πρωτόλειο βιβλίο της Γιάελ φαν ντερ Βάντεν, πριν πασπαλιστεί με τη χρυσόσκονη των κριτικών και των βραβείων. Και κάτι τέτοια ντεσού πρέπει να αναδύονται και να εκτιμώνται· στους αναγνώστες των εκδοτικών οίκων χρωστάμε πολλά ωραία βιβλία.

Ολλανδική ύπαιθρος, 1961. Η Ίζαμπελ μένει μόνη στο τεράστιο σπίτι στο οποίο μετακόμισαν με τη μητέρα και τα δύο αδέρφια της όταν εκείνη ήταν μικρή, όταν ο ζόφος του πολέμου έμοιαζε να ανήκει πια αμετάκλητα στο παρελθόν, όταν ένα μέλλον υποσχόμενο απλωνόταν μπροστά τους. Εκτός από μια κοπέλα που έρχεται και κάνει τις δουλειές του σπιτιού, η Ίζαμπελ μένει μόνη της, παρέα με τις αναμνήσεις της μητέρας της, παρέα με όλα εκείνα τα ενθύμια, οικιακά σκεύη και λοιπά διακοσμητικά ως επί το πλείστον, τα οποία και προσπαθεί με μανία να προστατέψει από τη φθορά του χρόνου και την ανθρώπινη απερισκεψία και ατσουμπαλιά, αλλά και τον δόλο της υφαρπαγής, της κλοπής.

Όταν θα γνωρίσει την Εύα, θα σκεφτεί πως είναι ακόμα μια ερωμένη του Λούις, του μεγάλου αδερφού της, ακόμα μια επιπόλαια δήλωση με μεγαλόστομες φράσεις όπως ο έρωτας της ζωής μου και η γυναίκα που θα παντρευτώ και αυτή είναι η μία και μόνη, η μοναδική, μεταξύ άλλων. Λίγο καιρό αργότερα, εκείνος θα αναγκαστεί να λείψει για επαγγελματικούς λόγους, επιβάλλοντας με τον τρόπο του τη συγκατοίκηση των δύο γυναικών κάτω από την ίδια σκέπη, κατά το διάστημα της απουσίας του. Εκεί, σ' αυτό το χρονικό σημείο, εκκινά η κεντρική πλοκή της ιστορίας αυτής, τίποτα όμως δεν γεννιέται ξαφνικά, χωρίς ρίζες στο παρελθόν.

Περισσότερα για την πλοκή δεν θα πω γιατί θεωρώ πως θα λειτουργήσουν εις βάρος της αναγνωστικής απόλαυσης. Η Ολλανδή-Ισραηλινή συγγραφέας επενδύει πολλά στο χτίσιμο της ιστορίας και την εξέλιξη της πλοκής· με αυτό το αργό και σταδιακό αφηγηματικό βάδισμα ελπίζει να βυθίσει τον αναγνώστη στην ιστορία, προβαίνοντας σε απαραίτητες αναλήψεις από το παρελθόν, προωθώντας, επίσης, παράλληλες μικροϊστορίες ενισχυτικές και διαφωτιστικές επί της κεντρικής και κύριας, ώστε όταν αρχίσουν να εμφανίζονται οι ανατροπές, ο αναγνώστης να είναι «εγκλωβισμένος» για τα καλά στον ιστό, ο φωτισμός να έχει εγκατασταθεί και ελεγχθεί.

Οι ανατροπές λειτουργούν ως τέτοιες και για την Ίζαμπελ, όχι μόνο για τον αναγνώστη, και εδώ έγκειται η λειτουργικότητά τους εντός της εξέλιξης της ιστορίας. Δεν έχουν στόχο να εντυπωσιάσουν ή να πιάσουν κορόιδο τον αναγνώστη, αλλά αποτελούν οργανικά συστατικά της μυθοπλασίας, που, ταυτόχρονα, με τον τρόπο τους επιτείνουν τον ρεαλιστικό χαρακτήρα της, φέρνοντας στην επιφάνεια θέματα για τα οποία δεν γίνεται συχνά λόγος, αλλά αφήνονται στο παρελθόν, ό,τι έγινε έγινε και τώρα δεν έχει νόημα να κοιτάμε στο παρελθόν, πώς έγινε ό,τι έγινε, η ανθρώπινη ιστορία, ιδιαίτερα μετά από ζοφερά ιστορικά συμβάντα, αναζητά καταφύγιο στη λήθη, ό,τι έγινε έγινε, εμείς δεν ξέραμε, εμείς δεν φταίμε, μην τα σκαλίζεις αυτά, πάνε τώρα, πέρασαν, σαν μια ανείπωτη συμφωνία τοποθέτησης ενός ορόσημου, ενός συμφώνου κοινωνικής ειρήνης, μιας ημερομηνίας που ως επέτειος εορτάζεται σημαίνοντας το τέλος του κακού, όμως το παρελθόν, αχ το παρελθόν, ακολουθεί κατά πόδας το παρόν, δεν το αφήνει αμόλυντο, λίγο αν σκάψει κανείς θα βρει ρίζες του κακού ανέγγιχτες, σκεπασμένες πρόχειρα με χώμα. Και για το τέλος το κλισέ: όποιος δεν μαθαίνει από το παρελθόν, σύντομα θα το δει να επιστρέφει, μια διόλου ευχάριστη φάρσα.

Σκεφτόμουνα πρόσφατα πως, σε μια εποχή ακραίας διάσπασης της προσοχής, θα είχε κάποιο νόημα να σημειώνεται με κάποιο τρόπο η κάθε μία εγκατάλειψη της ανάγνωσης, ακόμα και η πιο σύντομη για το τσεκάρισμα του κινητού τηλεφώνου, μιας ειδοποίησης από κάποιο κοινωνικό δίκτυο, και στο τέλος, αφού η ανάγνωση ολοκληρωθεί να ελέγχονται αυτές οι παύσεις και όσο πιο αραιές είναι τόσο μεγαλύτερη να είναι η αναγνωστική εμπλοκή, και αυτό, αναπόφευκτα, κάτι θα σημαίνει και για το ίδιο το βιβλίο, αλλά και για τον ίδιο τον αναγνώστη. Το λέω αυτό ως προέκταση της άμυνας που πάντα υψώνω ως τείχος απέναντι στην παρεξήγηση εκείνη που σημειώνει ως αρνητικό στοιχείο ενός βιβλίου το γρήγορο γύρισμα των σελίδων, λες και είναι εύκολο, ειδικά σήμερα, να βυθιστεί κάποιος σε μια ανάγνωση απερίσπαστος και διαρκώς παρών. Το Στο σπίτι της το διάβασα σε φρενήρη ρυθμό.

Η Γιάελ φαν ντερ Βάντεν κατέχει τη λογοτεχνική θεωρεία, φαίνεται πως είναι μια καλή αναγνώστρια, έχει στη σκευή της αρκετά μαθήματα δημιουργικής γραφής, ως μαθήτρια και ως διδάσκουσα. Στο πρωτόλειο βιβλίο της έχει μια δυνατή ιστορία να πει, δεν παίρνει ιδιαίτερα ρίσκα γραφής, συντεταγμένα προωθεί την πλοκή, οικοδομεί ικανοποιητικά τους χαρακτήρες της, εκχερσώνει και προετοιμάζει το έδαφος, κάνει ορθή χρήση των ανατροπών και των ευρημάτων, παραδίδει ένα βιβλίο το οποίο θα μπορούσε να έχει γραφτεί παλιότερα και από έναν πιο πεπειραμένο συγγραφέα, μια λογοτεχνία χορταστική για τους αναγνώστες που γυρεύουν καλές ιστορίες ωραία ειπωμένες, ίσως βαρετό και ως ένα βαθμό ανούσιο για εκείνους που επιθυμούν να εντυπωσιαστούν από κάτι πιο παράτολμο. Είναι σημείο των ύστερων χρόνων, αυτή η διττή φύση των βιβλίων που προκύπτουν μέσα από σεμινάρια δημιουργικής γραφής, στρογγυλεμένα καθώς είναι, χωρίς ακίδες.

Οφείλει, ωστόσο, να αναγνωρίσει κανείς πως η συγγραφέας εδώ, τονίζω πως πρόκειται για το πρωτόλειο έργο της, διακρίνεται για την ωριμότητά της, δεν καιροσκοπεί στην διαλογή των συστατικών μερών, ως μια σύγχρονη συνταγή επιτυχίας, σκέφτεται και ασχολείται πρώτιστα με το πώς θα γράψει το βιβλίο που θέλει, ένα καλό βιβλίο με μια δυνατή ιστορία, που το καθιστά οικουμενικό και επίκαιρο, και ακολούθως με την εμπορική προοπτική του. Άλλωστε, θα ήταν υποκριτικό και ύπουλο κάποιος να ψέξει τη συγγραφέα για τη φιλοδοξία της να εκδοθεί και εν συνεχεία να διαβαστεί το βιβλίο που γράφει.

Το Στο σπίτι της είναι ένα βιβλίο τίμιο. Είναι ένα επίθετο που χρησιμοποιώ συχνά, και ας μοιάζει αμφίσημο στη χρήση του, εγώ επιμένω να το θεωρώ κομπλιμέντο, αφού προκύπτει από την –σίγουρα υποκειμενική– διάκριση της συγγραφικής φιλοδοξίας. Η Γιάελ φαν ντερ Βάντεν δεν στοχεύει στην εκτροπή του ρου της λογοτεχνικής ιστορίας, αυτό δεν σημαίνει πως κάνει εκπτώσεις στη γραφή, το αντίθετο, παραδίδει ένα καλογραμμένο και απολαυστικό βιβλίο, που ανταμείβει τον αναγνώστη για τον χρόνο του.

Κλείνοντας θέλω κάτι ακόμα να πω: Το μυστικό ή η ανατροπή αν προτιμάτε, δεν είναι κάτι πρωτότυπο που κάποιος ως τώρα δεν το έχει σκεφτεί ή ίσως συναντήσει και αλλού, σε κάποιο βιβλίο ή σε κάποιο οικογενειακό τραπέζι. Προγραμματικά άλλωστε η συγγραφέας δεν επιθυμεί μια τέτοιου είδους ανατροπή. Ο αγώνας για τη μη λήθη, από το μετερίζι και με τον τρόπο τού καθενός, στο οπλοστάσιο του διαθέτει προφανή και ήδη γνωστά πυρομαχικά, θυμίζει κάτι που έγινε, δεν κάνει κάποιου είδους τρανταχτές αποκαλύψεις, απλώς υπενθυμίζει πώς έγιναν τα πράγματα. Και όμως, η απόπειρα για λήθη, για το κόψιμο και ράψιμο της ιστορίας στα μέτρα μας, μαίνεται με τέτοια ένταση που ακόμα και το πλέον προφανές βελάκι είναι χρήσιμο και απαραίτητο να εκτοξευθεί ως μια επιθετική άμυνα, την ώρα που το κακό επιστρέφει όλο και πιο δυνατό, με ολοένα και πιο ευδιάκριτο ποδοβολητό κατά πάνω μας. Είμαστε σε αρκετά δεινή θέση για να υποτιμούμε το προφανές, πόσο μάλλον το κοίταγμα στον καθρέφτη.

Το Στο σπίτι της μου έφερε στον νου τη γραφή της Σάρα Ουότερς. Προσδοκίες, με τον τρόπο της Γιάελ φαν ντερ Βάντεν, εκπληρωμένες.

υγ. Το σπίτι, ως κυρίαρχο συστατικό στην ιστορία, μου έφερε στο μυαλό ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, αυτό. Για τους Ενοικιαστές της Σάρα Ουότερς περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024

Grand Hotel Europa - Ilja Leonard Pfeijffer

Μετά πολλών επαίνων κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, το πρώτο έργο του Ολλανδού Ίλια Λέοναρντ Πφέιφερ που μεταφράζεται στα ελληνικά, δια χειρός Μαργαρίτας Μπονάτσου και σε φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος. Στο οπισθόφυλλο ο αναγνώστης διαβάζει και διαμορφώνει προσδοκίες και επιφυλάξεις: «Ένα χειμαρρώδες, ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα για τις πολλαπλές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ταυτότητας, με επίκεντρο ένα παλιό ξενοδοχείο που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σήμερα και το χθες». Εγώ ήθελα ένα πολυσέλιδο, σύγχρονο μυθιστόρημα, μια παράλληλη πραγματικότητα, στην οποία να επιστρέφω κατά βούληση.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Έφτασε στο πάλαι ποτέ περιζήτητο και γεμάτο λάμψη ξενοδοχείο Grand Hotel Europa, πλέον σε παρακμή και σε μετάβαση καθώς ένας βαθύπλουτος Κινέζος το αγόρασε μόλις πρόσφατα, γυρεύοντας καταφύγιο μετά το άδοξο και θλιμμένο τέλος μιας ερωτικής σχέσης, με σκοπό να αναστοχαστεί και να αναζητήσει θαλπωρή στη γραφή, σε έναν μη τόπο όπως είναι ένα ξενοδοχείο και δη σε μετάβαση. Η ακριβής τοποθεσία του ξενοδοχείου δεν κατονομάζεται, παρά μόνο η αίσθηση πως βρίσκεται κάπου στην καρδιά της Ευρώπης. Η αρχή έθρεψε περαιτέρω τις αναγνωστικές προσδοκίες μου, καθώς τα βιβλία με ήρωα-αφηγητή τον ίδιο τον συγγραφέα και τη διαδικασία της συγγραφής στο επίκεντρο είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου, η αναγνωστική ζώνη άνεσης που συχνά έχω ανάγκη.

Η συναισθηματική ένταση της αφήγησης προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο για την εκκίνηση. Με διαρκείς χρονικές εναλλαγές, τα όσα προηγήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν και εκείνα που διαδραματίζονται στην καθημερινότητα του συγγραφέα στο ξενοδοχείο, ο Πφέιφερ δημιουργεί ένα ιδανικό περιβάλλον επώασης και ανάπτυξης της ιστορίας, η οποία θα καταλήξει, στο ένα της σκέλος, στο τέλος της σχέσης τού συγγραφέα με την ειδικό στην ιστορία της τέχνης Κλιό, που πίστευε πως είναι ο έρωτας της ζωής του. Είναι στην ουσία ένα ημερολόγιο γραφής, το ξεδίπλωμα ενός πλάνου που καλείται να ικανοποιήσει δύο στοχεύσεις, την επανεξέταση, και ει δυνατόν την επούλωση, της ερωτικής ιστορίας, αλλά και τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος σχετικά με τη ζωή ενός εκπατρισμένου Ολλανδού που τα τελευταία χρόνια ζει στην Ιταλία, πρώτα στη Γένοβα και ύστερα στη Μέκκα του τουρισμού Βενετία, με θέμα την ακραία τουριστικοποίηση των τελευταίων χρόνων, ένα μυθιστόρημα ικανό επιπλέον να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του εκδοτικού οίκου αλλά και του αναγνωστικού κοινού.

Το Grand Hotel Europa δεν είναι ένα μυθιστόρημα, αλλά το προσχέδιο συγγραφής ενός μυθιστορήματος, σελίδες ημερολογίου, σκέψεων και σημειώσεων σχετικά με την επικείμενη συγγραφή. Αυτό είναι το σημείο κλειδί στο βιβλίο, το προτέρημα και το μειονέκτημα, ανάλογα την οπτική γωνία που ο αναγνώστης θα επιλέξει. Δυο ή τρεις φορές, σκέφτηκα να το εγκαταλείψω και μόνο η λοξή σκέψη πως ο συγγραφέας υπονομεύει το ίδιο του το βιβλίο με κράτησε στην ανάγνωση ως το τέλος. Αντιλαμβάνομαι πλήρως πως η σκέψη αυτή δεν μπορεί να καταστήσει ευπώλητο ένα βιβλίο μέσα από μια ευρεία αναγνωστική υποδοχή και αυτό καθιστά ακόμα πιο έντονο του στοιχείο της συνειδητής υπονόμευσης από πλευράς συγγραφέα. Η αναμειγμένη γλώσσα, κομμάτια που δεν θα περιλαμβάνονταν στην τελική εκδοχή, αλλά και άλλα που διακρίνονται για τις λογοτεχνικές τους αρετές, ξενίζει και πετάει διαρκώς έξω τον πιθανά απογοητευμένο αναγνώστη, που στο οπισθόφυλλο αντίκρισε υποσχέσεις για αναλογίες με υψηλές λογοτεχνικές κορυφές.

Το προσχέδιο της μυθιστορηματικής κατασκευής υπερισχύει του όποιου αυτοβιογραφικού ενδιαφέροντος σε μια εποχή που η αυτομυθοπλασία κυριαρχεί, αντίθετα, αποδεικνύεται ιδανικό για να συμπεριλάβει τις σκέψεις του συγγραφέα για διάφορα ζητήματα όπως η μυθοπλαστική διαδικασία, το καταφύγιο με προσδοκία ίασης στη γραφή, την υπερτουριστικοποίηση της σύγχρονης εποχής και το προσφυγικό, στοιχεία που υπό άλλες συνθήκες δύσκολα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν χωρίς να βαραίνουν το τελικό αποτέλεσμα. Και είναι αυτή η λοξή, και κάπως παράδοξη, αναγνωστική ματιά που επιτρέπει στις αρετές του Grand Hotel Europa να διαφανούν και έτσι να σιγήσουν οι όποιες σκέψεις μιας γεμάτης απογοήτευση εγκατάλειψης. Ο υπονομευτικός χαρακτήρας του βιβλίου αυτού εκβάλλει κυρίως από την τοποθέτηση του ίδιου του συγγραφέα ανάμεσα στα πρόσωπα της πλοκής, μια πρόθεση αυτοσαρκασμού αναβλύζει, καθώς, πώς αλλιώς, ο ίδιος είναι αναπόσπαστο μέρος πολλών αντιφάσεων, στο όριο του κωμικού, που κυριαρχούν στις μέρες μας. Τα κωμικά μέρη του βιβλίου, και είναι αρκετά αυτά, μετεωρίζονται στο χείλος της τραγικής πραγματικότητας, αστείες αλλά ταυτόχρονα θλιβερές όψεις της ευρωπαϊκής, και όχι μόνο, σύγχρονης συνθήκης.

Η ανεμπόδιστη θέα στην, έστω και κατασκευασμένη, διαδικασία συγγραφής, οι συγγραφικές προθέσεις που δεν χαρακτηρίζονται από μια, προφανώς επίσης κατασκευασμένη, αγνή ανάγκη, αλλά απαρτίζονται από φιλοδοξίες και την κυρίαρχη επιθυμία για δόξα και χρήμα, η απεγνωσμένη προσπάθεια του συγγραφέα να επιβιβαστεί στο άρμα της συγχρονίας, αλλά και η βαθιά ανάγκη για τη διατήρηση και φροντίδα της αυτοεικόνας του, όχι μόνο στον εξωτερικό παρατηρητή αλλά και στα μάτια του ίδιου του αφηγηματικού υποκειμένου, τα παρελκόμενα της συγγραφής λογοτεχνίας, όπως τα επί πληρωμή άρθρα στον τύπο και το κυνήγι επιχορηγήσεων και υποτροφιών, η ματαιοδοξία, η ταυτόχρονη συνύπαρξη του παρελθόντος και του παρόντος ως πρώτες ύλες ενός υπό κατασκευή μυθιστορήματος, όλα αυτά συστατικά ενός πολυσέλιδου βιβλίου, που δεν δοκιμάζει στιγμή να καμουφλάρει τον βερμπαλισμό και τον ανοικονόμητο χαρακτήρα του.

Μια μεταμοντέρνα συνθήκη, έντονα επίπλαστη, είναι το βιβλίο αυτό, ένας σαρκασμός επί του περιβάλλοντος κόσμου, μέρος του οποίου αναπόφευκτα είναι και η λογοτεχνία. Ο Πφέιφερ –κρίνοντας εντελώς υποκειμενικά και πιθανώς λανθασμένα– πετυχαίνει μια παράδοξη σύνθεση, όχι λογοτεχνική με μια αυστηρή θεωρητική ομαδοποίηση, παραδίδει ένα υβριδικό λογοτέχνημα που πιθανώς να ενοχλήσει και να απογοητεύσει, εκτός και αν, όπως προείπα, ιδωθεί από μια διαφορετική γωνία θέασης, άλλωστε, τις σελίδες μοιάζει να τις διαπνέει το ερώτημα: πώς αναμένει κανείς να γραφτεί λογοτεχνία αξιώσεων στη σημερινή εποχή και με τις υπάρχουσες συνθήκες, πώς αναμένει κανείς να διαβάσει ένα Μαγικό βουνό, την εμφανέστερη ίσως διακειμενικότητα του βιβλίου, σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου το οικείο και η απομάγευση διατηρούν σφιχτά τα σκήπτρα, ή, για να μείνουμε στον Τόμας Μαν, πώς να γραφτεί ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται στη σημερινή Βενετία; Και ίσως, ιδωμένο υπό αυτό το πρίσμα, το βιβλίο αυτό όντως φέρει με ιδιαίτερη οξυδέρκεια μια ματιά στη συγχρονία, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει με λογοτεχνική επίφαση τον κόσμο γύρω μας. Και ίσως τότε, το απογοητευτικό δεν είναι το ίδιο το βιβλίο αλλά η ρεαλιστική αποτύπωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Καιρό είχα να διαβάσω ένα βιβλίο που να μου προκαλεί ταυτόχρονα τόσο αντιφατικά συναισθήματα, που ενώ σκέφτομαι να το εγκαταλείψω να συνεχίζω με βουλιμία την ανάγνωση, και σήμερα, μέρες μετά το πέρας της ανάγνωσης, ακόμα να μην μπορώ με βεβαιότητα να αποφανθώ, ενώ η σκέψη μου επιστρέφει διαρκώς στις σελίδες του. Και αυτό λίγο δεν το λες.

Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις Ίκαρος 

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

Υπέροχη αγαπημένη μου - Marieke Lucas Rijneveld

Συνέβη ως εξής: θα έλειπα από το σπίτι για τρεις μέρες. Πήρα μαζί μου δύο βιβλία από τη στοίβα με τα προσεχώς. Πίστευα πως είμαι καλυμμένος για όλα τα ενδεχόμενα. Το πρώτο, το εγκατέλειψα κάπου στη σελίδα εκατό, δεν τραβούσε με τίποτα. Το Υπέροχη αγαπημένη μου αυτόματα απέκτησε επιπλέον βάρος προσδοκιών, εκεί, δίπλα στη θάλασσα, είχα απαιτήσεις από αυτό. Πριν από δύο χρόνια είχε προηγηθεί το Δυσφορεί η νύχτα, ένα βιβλίο με έντονο το εξωλογοτεχνικό σούσουρο που ωστόσο, παρότι συναισθηματικά με στρίμωξε, μου άρεσε αρκετά. Ήθελα να διαβάσω το επόμενο βιβλίο του Ρίνεβελντ, παρότι η σύγκριση με τη Λολίτα του Ναμπόκοφ συντηρούσε κάποιες επιφυλάξεις μέσα μου.

Η ενόχληση εμφανίστηκε ήδη από τις πρώτες σελίδες. Ο καθόλου αξιόπιστος και συμπαθής πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένας κτηνίατρος στην ολλανδική επαρχία, αφηγείται, κάπου ανάμεσα στο ημερολόγιο και την απολογία, την ιστορία της σχέσης του με ένα μικρό κορίτσι, την κόρη ενός κτηνοτρόφου στο κτήμα του οποίου βρισκόταν συχνά, αφού ακόμα η πανδημία των τρελών αγελάδων ήταν πρόσφατη και ο φόβος επανεμφάνισής της ορατός. Θεωρώ, ή μάλλον θεωρούσα, πως δύσκολα θα με ξένιζε το θέμα κάποιου βιβλίου, πως η διάκριση ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα θα ήταν αρκετή, πως η λογοτεχνική αξία θα ήταν το ζητούμενο. Όμως εδώ ζορίστηκα. Άσχημα συναισθήματα με κυρίευαν σελίδα τη σελίδα. Συνέχιζα ωστόσο την ανάγνωση ελλείψει εναλλακτικής, τόσο πολύ δεν μου άρεσε το βιβλίο που λίγες ώρες πριν είχα εγκαταλείψει. Θεωρούσα δεδομένο πως με την επιστροφή μου στο σπίτι θα το παρατούσα για να βρω καταφύγιο σε κάποιο επόμενο βιβλίο. Κάπως έτσι συνέχισα να το διαβάζω.

Και όμως, ενάντια σε όλες τις προσωπικές προβλέψεις, με ενεργό ακόμα το σχέδιο εγκατάλειψης, συνέχισα μέχρι το τέλος, παρά την ολοένα και αυξανόμενη δυσφορία που ένιωθα. Η απώθηση συνοδευόταν από μια ταυτόχρονη έλξη, ένας συναισθηματικός συνδυασμός αρκετά αντιφατικός και οξύμωρος. Η ανακούφιση, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα, ήταν τεράστια, ένιωθα να έχω απαλλαγεί από ένα βάρος. Το ίδιο απόγευμα συνέχισα άμεσα με το επόμενο βιβλίο, ένιωθα βρώμικος, μια διαφορετική ιστορία είχα ανάγκη. Πέρασαν κάποιες μέρες και ακόμα δεν ήμουν σίγουρος αν θα διέθετα περαιτέρω χρόνο γράφοντας κάποιο κείμενο σχετικά με αυτό, το κουβαλούσα ακόμα μέσα μου, η πνιγηρή και άρρωστη ατμόσφαιρά του ήταν ακόμα παρούσα, δεν ήξερα αν θα άντεχα να επανέλθω σε αυτό. Άλλαξα πολλές φορές γνώμη. Και να που τώρα γράφω ένα κείμενο για αυτό.

Η πρώτη εξήγηση για την ολοκλήρωση της ανάγνωσης αυτής ήταν, αναπόφευκτα, τεχνικής μορφής. Το ύφος, η γλώσσα, η ατμόσφαιρα, η αφήγηση. Ωστόσο, το Υπέροχη αγαπημένη μου δεν είναι κάποιο αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας και παρά την τεχνική του αρτιότητα δεν θα μπορούσε μόνο αυτή να με κρατήσει στην ανάγνωση, κάποια συναισθηματική έδρα έπρεπε να αναζητήσω. Εκεί, πίστευα, βρισκόταν το κλειδί της εξήγησης. Ήδη από το προηγούμενο βιβλίο, το συναίσθημα της δυσφορίας, παρότι διαφορετικής μορφής, ήταν κάτι γνώριμο, ένα περιβάλλον πνιγηρό και άρρωστο, ένα αίσθημα εγκλωβισμού και ζόφου, που, παρά την όποια μυθοπλαστική απόσταση, διέθετε μια αλήθεια για τον κόσμο γύρω μας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ρίνεβελντ συνθέτει και προωθεί την πλοκή είναι αρκετά οριακός, δοκιμάζει τις αντοχές του αναγνώστη, αδιαφορεί για εκείνον, έχει μια ιστορία να πει και τη λέει. Διαβάζοντας το πρώτο του βιβλίο είχα διακρίνει ένα αναγνωστικό συναίσθημα παρόμοιο με εκείνο του φοβερού Γαλατά της Άννα Μπερνς, εδώ, περισσότερο ένιωθα την ανάσα ενός ουελμπεκικού αφηγητή.

Η εκ των υστέρων εξιστόρηση των γεγονότων δημιουργεί την επιθυμία να δεις τι θα συμβεί παρακάτω, όσο και αν φοβάσαι πως δεν θα το αντέξεις, πως θα αηδιάσεις και θα τρελαθείς από τον τρόπο με τον οποίο ο παιδεραστής αφηγητής περιγράφει τη σχέση του με το μικρό κορίτσι. Ίσως, η επιθυμία αυτή να τρέφεται από την αναμονή της τιμωρίας. Ίσως η ελπίδα πως η μισανθρωπία που σε κατακλύζει τελικώς θα ανατραπεί Μπορεί. Ωστόσο, μετά από αρκετή σκέψη, κατέληξα πως η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, έχοντας έναν χαρακτήρα τεχνικό, που έχει να κάνει με τον τρόπο που το μικρό κορίτσι, χωρίς να παίρνει σε καμία φάση τα ηνία της αφήγησης, ώστε να πει τη δική του εκδοχή των πραγμάτων, υπάρχει μέσα στην αφήγηση αυτή. Ο πλάγιος τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται και ζωντανεύει εκείνη ως χαρακτήρας αλλά και το περιβάλλον εντός του οποίου ζει. Και σε αυτό το κομμάτι υπάρχει η άμεση συσχέτιση με το προηγούμενο βιβλίο. Το περιβάλλον είναι παρόμοιο, η απόσταση από τον έξω κόσμο και η δύσκολη καθημερινότητα. Ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο δίνεται η παιδικότητα, η επιτυχία σε μια πίστα δύσκολη. Εκεί, θεωρώ τελικά, πως βρίσκεται ο πυρήνας και αυτής της ιστορίας. Ο Ρένεβελντ πετυχαίνει να δώσει αυτή τη λοξή ματιά στη γεμάτη ερωτήματα και πανικό προεφηβική ηλικία, αποφεύγοντας εντελώς να μετατρέψει το νεαρό κορίτσι σε μια Λολίτα ή σε μια προυστική Αλμπερτίν. Διατηρεί για εκείνη μια αθωότητα, ενώ το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού είναι διαρκώς παρόν.

Στρέφοντας όλους τους προβολείς στον ενήλικα αφηγητή, ο Ρένεβελντ δημιουργεί την απαραίτητη σκιά στην οποία το μικρό κορίτσι κινείται και αυτό είναι τελικά το στοιχείο εκείνο που επιτρέπει στο μυθιστόρημα να αναπνεύσει. Δεν μπορώ να πω πως το μυθιστόρημα αυτό μου άρεσε, δεν είχε τίποτα να μου αρέσει, και όμως όχι μόνο το τελείωσα, αλλά παρέμεινε μέσα μου για αρκετές μέρες, όταν πια το στοιχείο της πρόκλησης είχε υποχωρήσει πια από το ίδιο του το βάρος. Και αυτό το θεωρώ σημαντικό. Η πρόκληση για την πρόκληση, άλλωστε, είναι καταδικασμένη να μην αντέξει, αργά ή γρήγορα θα εκπέσει. Η οριακή συνθήκη στην οποία με ενέπλεξε, αυτό το ταυτόχρονο συναίσθημα έλξης και απώθησης λειτούργησε περίφημα, δεν μου χάρισε τίποτα, δεν με διευκόλυνε σε κανένα σημείο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια ανάγνωση που άφησε έντονο το στίγμα της, πέρα από την τεχνική αρτιότητα που το μυθιστόρημα διαθέτει. Το Υπέροχη αγαπημένη μου δεν είναι ένα παράγωγο αποκλειστικά μυθοπλαστικής φύσης, το γέννημα ενός άρρωστου μυαλού, είναι μια όψη του κόσμου μας, μας αρέσει δεν μας αρέσει, και αυτό το κάνει τόσο αβάσταχτο. Ενάντια σε κάθε πιθανότητα, το Υπέροχη αγαπημένη μου αποδείχτηκε μια ανάγνωση καθοριστική και η ιστορία της το επιβεβαιώνει.

υγ. Για το Δυσφορεί η νύχτα περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για τον Γαλατά της Μπερνς εδώ. Για το τελευταίο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

Δυσφορεί η νύχτα - Marieke Lucas Rijneveld

Συχνά, ο ντόρος γύρω από ένα βιβλίο μοιάζει, και συχνά είναι, εξωλογοτεχνικός. Όμως, ο ντόρος, κάθε ντόρος, όση ένταση και αν έχει, κάποια στιγμή κατακάθεται και τότε το βιβλίο, το κάθε βιβλίο, απομένει μονάχο του στην αναμέτρηση με την ανάγνωση και τον χρόνο. Και αν οι πωλήσεις μπορούν να αυξηθούν βραχυπρόθεσμα, η εξαγωγή των δικαιωμάτων και οι μεταφράσεις σε νέες αγορές επίσης, ακόμα ακόμα και η ένταξη σε κάποια μακρύτερη ή κοντύτερη λίστα προς βράβευση ίσως να ευνοηθεί, όλα αυτά, αργά ή γρήγορα και υπό το βάρος τους το ίδιο θα καταρρεύσουν, τίποτα δεν θα μείνει να θυμίζει το βιβλίο αυτό, ίσως μόνο κάτι αμυδρό και ύστερα από επίμονη αναζήτηση στα βάθη της μνήμης, άσχετο μάλλον από εκείνο, αν το βιβλίο δεν διαθέτει αυτόφωτη αξία.

Όταν το Δυσφορεί η νύχτα κέρδισε το διεθνές Booker, πουθενά, ή σχεδόν πουθενά, δεν γινόταν αναφορά στο βιβλίο αυτό καθεαυτό. Παντού διάβαζες για τον τρόπο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζεται το άτομο που το έγραψε, που στα δεκαεννέα του πρόσθεσε το Λούκας δίπλα στο Μαριέκε, γιατί κάποιες φορές νιώθει περισσότερο αγόρι παρά κορίτσι, κάποιες άλλες κάτι ενδιάμεσο, και αν κάποτε δήλωσε πως προσδιορίζεται ως μη δυαδικό άτομο, πλέον δυσφορεί με τις ταμπέλες εν γένει. Του ζητήματος του αυτοπροσδιορισμού ως προς το φύλο, ζήτημα ιδιαιτέρως προκλητικό και γαργαλιστικό για ένα μέρος του τύπου και του κοινού, προέκυψε το πώς της προσφώνησης. Πώς προσφωνεί κανείς ένα άτομο που νιώθει κάποιες φορές αγόρι και κάποιες άλλες κορίτσι, ενίοτε δε κάτι ενδιάμεσο, χωρίς το ίδιο να έχει εκφραστεί σχετικά; Κατά περίπτωση, και ανάλογα με τα εκφραστικά περιθώρια της κάθε γλώσσας, επιλέγεται πότε το ουδέτερο γένος, πότε το θηλυκό, πότε το τρίτο πληθυντικό και πότε το διπλό ο/η για να προσφωνηθεί το άτομο που έγραψε το μυθιστόρημα Δυσφορεί η νύχτα και ακούει στο όνομα Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ.

Σ' ένα περιβάλλον αποπνιχτικά συντηρητικό, απόρροια κυρίως της διάχυτης θρησκοληψίας, μια οικογένεια κτηνοτρόφων ζει απομονωμένη κάπου στην ολλανδική επαρχία. Ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στα όρια της φάρμας, έξω από εκεί μόνο το κακό υπάρχει, οι επισκέψεις στο χωριό εξαντλούνται στην αναγκαιότητα, ενώ το πέρασμα στην άλλη πλευρά είναι απαγορευμένο ακόμα και ως πρόθεση. Πλησιάζουν Χριστούγεννα, το σπίτι στολίζεται αναλόγως, το εορταστικό μενού, παρά τις απεγνωσμένες απόπειρες της Τζάκετ, θα περιλαμβάνει το κουνέλι, που με τόση αγάπη και φροντίδα εκείνη μεγάλωσε. Ένα απόγευμα, ο Μάτις, το μεγαλύτερο από τα τέσσερα αδέρφια, φοράει τα πέδιλά του και ετοιμάζεται για τον Παγοδρομικό Γύρο στη Μεγάλη Λίμνη. Η Τζάκετ θέλει να πάει μαζί του. Όχι, μόνο όταν μεγαλώσεις αρκετά, της λέει. Και δεν φτάνει αυτό, μια αγελάδα έχει ευκοίλια, γεγονός απρόοπτο, της τελευταίας στιγμής, που αναβάλλει τα σχέδια να πάνε οικογενειακώς να παρακολουθήσουν τον Μάτις στον αγώνα. Πάντα κάτι απρόοπτο συμβαίνει, για το οποίο τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Ο φθόνος για την καλοτυχία του Μάτις σε συνδυασμό με την ψυχολογική πίεση της θυσίας του κουνελιού για χάρη της εορταστικής βρώσης γεννούν την παράκληση της Τζάκετ προς τον Θεό, να μην πάρει το κουνέλι μου, να πάρει αν μπορούσε τον αδερφό μου τον Μάτις.

Η είδηση για τον θάνατο του Μάτις δεν αργεί να φτάσει ως την απομακρυσμένη φάρμα. Αυτή τη φορά τα νέα δεν αφορούν κάποια αγελάδα. Πάντοτε όποιος έφτανε μέχρι εκεί, κάτι είχε να πει για τις αγελάδες. Αυτή τη φορά όχι. Ο κτηνίατρος φέρνει το κακό μαντάτο. Οι γονείς αρνούνται να πιστέψουν αυτό που μόλις έχουν ακούσει, τα παιδιά δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν τα λόγια του κτηνίατρου. Ο πάγος υποχώρησε, ο Μάτις βρέθηκε στο νερό, το νεκρό σώμα ανασύρθηκε με δυσκολία. Μια γειτόνισσα αναλαμβάνει να ξεστολίσει το σπίτι. Η γιορτή αναβάλλεται. Κάτι απρόοπτο συνέβη. Το πένθος καλύπτει από άκρη σε άκρη τη φάρμα, οι γονείς αδυνατούν να αντέξουν το βάρος του χαμού, γονατίζουν. Η Τζάκετ απεγνωσμένα ζητάει την αναίρεση της προσευχής της, είναι πια αργά. Το αίσθημα της ενοχής· αν δεν το είχα ευχηθεί, ο Μάτις θα ζούσε, οι γονείς μου θα αγγίζονταν, η ζωή ‒έστω και αυτή η ζωή‒ θα προχωρούσε.

Μια ιστορία γεμάτη από πένθος, βία και τραχύτητα, ιδωμένη μέσα από τα μάτια ενός δεκάχρονου κοριτσιού. Εκείνο που κυρίως χαρακτηρίζει το Δυσφορεί η νύχτα είναι η αντίστιξη ανάμεσα στην παιδική ματιά και την ιστορία, στον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο η Τζάκετ προσλαμβάνει την πραγματικότητα και στη γλώσσα με την οποία αφηγείται την ιστορία της. Αρχικά, οφείλει κανείς να εξετάσει την επιτυχία του αφηγηματικού αυτού ευρήματος σε τεχνικό επίπεδο. Η επιλογή ενός παιδιού ως κεντρικού και πρωτοπρόσωπου αφηγητή, παρότι ιδιαιτέρως γοητευτική, κρύβει αρκετές δυσκολίες, κυρίως σε γλωσσικό επίπεδο, που κρίνουν την αφηγηματική αληθοφάνεια. Εδώ, το άτομο που έγραψε το βιβλίο, όχι μόνο τα καταφέρνει περίφημα, αλλά, και χωρίς να αρκείται στη γλωσσική επάρκεια της ηλικίας, πετυχαίνει να αποδώσει άκρως ικανοποιητικά και την αντίστοιχη της ηλικίας πρόσληψη και απόδοση της γύρω πραγματικότητας, υποστηρίζοντας πλήρως το κεντρικό αφηγηματικό εύρημα σε επίπεδο τεχνικής. Η επιτυχής αυτή ηλικιακή απόδοση ενισχύει την αντίστιξη μέσω της οποίας προωθείται η πλοκή και οδηγείται στο ψυχρό τέλος.

Στόχος του μυθιστορήματος μοιάζει να είναι η αποτύπωση, μέσω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, της αλλοίωσης της παιδικότητας της Τζάκετ, αλλά κατά προέκταση και των αδελφών της. Η αφήγηση διαθέτει οργανική θέση στην πλοκή· κάθε λέξη που η Τζάκετ χρησιμοποιεί, κάθε φοβία που εκφράζει, κάθε κρυψώνα από το πραγματικό που ανακαλύπτει, κάθε μύχια σκέψη που αναδύεται, κάθε παιχνίδι που επινοεί, κάθε ενδυματολογική επιλογή, κάθε συναίσθημα απέναντι στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, άλλο δεν αποτυπώνει παρά τη σταδιακή αλλοίωση της παιδικότητας, τη διαδρομή προς μια πρώιμη ενήλικη πραγματικότητα. Το πρώτο πρόσωπο εδώ είναι βιωματικό και όχι ένας δούρειος ίππος μιας εξωτερικής παρατήρησης. 

Η αλήθεια και η ένταση της αφήγησης καθιστούν το Δυσφορεί η νύχτα ένα μυθιστόρημα σκληρό και συναισθηματικά δυσβάσταχτο. Αυτό όμως δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο του ατόμου που έγραψε το βιβλίο. Η Τζάκετ δεν αποζητά την κατανόηση ή την παρηγοριά, δεν απευθύνεται σ' άλλον πέρα από τον ίδιο της τον εαυτό, ούτε καν στους γονείς ή τα αδέλφια της, δεν σκέφτεται με όρους θύματος, δεν παρατηρεί απέξω τον εαυτό της, αφηγείται απλώς την καθημερινότητά της και εμείς τοποθετούμαστε στο κέντρο ελέγχου των νευρικών απολήξεων του νεαρού κοριτσιού, για την ακρίβεια εγκλωβιζόμαστε σ' αυτό και από εκεί βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε, μυρίζουμε, γευόμαστε και αισθανόμαστε τα όσα συμβαίνουν. Οι σκέψεις και οι φόβοι της Τζάκετ μας κυκλώνουν. Το πένθος, η βία και η εν γένει τραχύτητα προσλαμβάνονται, κατανοούνται και αντιμετωπίζονται μέσω της δεκάχρονης Τζάκετ, λαμβάνοντας τις ανάλογες διαστάσεις. 

Το άτομο που έγραψε το βιβλίο, αφού πρώτα μας εγκλωβίσει, πετυχαίνει να μας πλήξει συναισθηματικά σε επίπεδο προσωπικό, σχηματοποιώντας τις καταστάσεις από τις οποίες διέρχεται η Τζάκετ, ανασύροντας από τα βάθη της μνήμης μας την ‒εν πολλοίς τρομακτική‒ εμπειρία της παιδικής ηλικίας, εκεί όπου χαράσσονται τα σημάδια και γεννιούνται τα τραύματα, τις συμπληγάδες πέτρες μέσα από τις οποίες επέρχεται η ενηλικίωση. Αυτό είναι που επιτείνει την αλήθεια της αφήγησης, που την απαλλάσσει από την υπερβολή και την επιτήδευση, που προκαλεί μια έντονη δυσφορία κατά την ανάγνωση, την ταυτόχρονη έλξη και απώθηση, τον τρόμο· το αίσθημα του πάγου στην κλειστή παλάμη. Το δεν θέλω να ξέρω μετατρέπεται σε δεν θέλω να θυμάμαι.

Απαλλαγμένο από εξωλογοτεχνικά παραφερνάλια, το Δυσφορεί η νύχτα είναι ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα, ετοιμοπόλεμο για την αναμέτρηση με την ανάγνωση και τον χρόνο.

υγ. Αν ο τρόπος με τον οποίο ο Εντουάρ Λουί ανασκοπεί την παιδική του ηλικία σας είναι, όπως σε μένα, ελκτικός ή αν Ο γαλατάς της Άννα Μπερνς σας καθήλωσε αφηγηματικά, τότε θα πρότεινα να εντάξετε το Δυσφορεί η νύχτα στον αναγνωστικό σας προγραμματισμό.

υγ2. Τη μετάφραση υπογράφουν ο Άγγελος Αγγελίδης και η Μαρία Αγγελίδου. Η διπλή μεταφραστική ανάθεση, που έτσι και αλλιώς δεν είναι κάτι που συνηθίζεται, δεν θεωρώ πως έγινε τυχαία και μου φάνηκε ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και ενδολογοτεχνική. Με αφορμή αυτό θυμήθηκα την πρόσφατη άρνηση της ποιήτριας Αμάντα Γκόρμαν να μεταφραστεί δια χειρός Ρένεβελντ στα ολλανδικά το ποίημά της, Ο λόφος που σκαρφαλώνουμε, που εκφώνησε κατά την ορκωμοσία του Μπάιντεν, επικαλούμενη τη μη κοινή φυλετική καταγωγή (περισσότερα στο άρθρο του BBC εδώ) που άνοιξε ‒μία ακόμα‒ συζήτηση για τα όρια της πολιτικής ορθότητας.     

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Η διαδικασία - Harry Mulisch




Η διαδικασία δεν ήταν το βιβλίο που ήθελα να διαβάσω εκείνη την ημέρα. Το βιβλίο που ήθελα να διαβάσω ήταν το Ταίναρον της Λέενα Κρουν. Ήμουν σίγουρος πως θα το βρω. Πήγα σε δύο μικρά βιβλιοπωλεία. Δεν το είχαν. Την επόμενη μέρα θα έφευγα, οπότε η προοπτική της παραγγελίας δεν ήταν εφικτή. Σε μεγάλο βιβλιοπωλείο δεν ήθελα να πάω. Κολλήματα. Απογοητευμένος βγήκα στον δρόμο. Έκανε κρύο κι εγώ είχα λίγο ακόμα χρόνο μέχρι να τους συναντήσω για να πάμε σε μια συναυλία. Βρήκα καταφύγιο σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, από το οποίο ψώνιζα συχνά γύρω στο 2005. Εκεί βρήκα τη Διαδικασία. Την επόμενη μέρα στο τρένο ξεκίνησα να διαβάζω ακόμα ένα βιβλίο του Ολλανδού Χάρι Μούλις.
Ναι, φυσικά μπορώ να μπω κατευθείαν στο θέμα και ν' αρχίσω με μια πρόταση όπως: Χτύπησε το τηλέφωνο. Ποιος παίρνει ποιον; Γιατί; Πρέπει να είναι κάτι σημαντικό, αλλιώς δεν θ' άνοιγε μ' αυτό ο φάκελος. Αγωνία! Δράση! Αλλά αυτή τη φορά δεν μπορεί να γίνει έτσι. Απεναντίας. Πριν μπορέσει να ζωντανέψει κάτι εδώ, επιβάλλεται εμείς οι δύο να προετοιμαστούμε με περισυλλογή και προσευχή. Όποιος επιθυμεί να παρασυρθεί αμέσως, για να σκοτώσει τον καιρό του, καλύτερα να κλείσει αμέσως τούτο το βιβλίο, ν' ανοίξει την τηλεόραση και ν' αράξει στον καναπέ όπως σε μια μπανιέρα με ζεστό αφρόλουτρο. Προτού συνεχίσουμε λοιπόν τη γραφή και την ανάγνωση, θα νηστέψουμε πρώτα μια μέρα, στη συνέχεια θα πλυθούμε με δροσερό, καθαρό νερό κι έπειτα θα φορέσουμε ένα μανδύα από το πιο φίνο λευκό λινό.
Εξοικειωμένος με το στυλ του Μούλις, μεταμοντέρνο με αγάπη για την κεντικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, με τον αναγνώστη συνεχώς παρόντα, δεν μου έκανε εντύπωση η απόπειρα αποθάρρυνσης μιας μερίδας αναγνωστών, ενέργεια που δεν έχει κάτι το ελιτίστικο, αλλά θέτει εξ αρχής τους κανόνες του γράφοντος, έτσι ώστε να απολαύσει ο ίδιος τη διαδικασία. Και όντως το πρώτο μέρος του βιβλίου, μέχρι δηλαδή να φτάσουμε στην κεντρική ιστορία με πρωταγωνιστή τον Βίκτορ Βέρκερ, την ιστορία ενός επιτυχημένου βιολόγου που κατόρθωσε να δημιουργήσει στο εργαστήριο έναν ζώντα οργανισμό από ανόργανη ύλη, που όμως δεν τα καταφέρνει στην καθημερινότητά του. Ακόμα ένας αποτυχημένος μεσήλικας ήρωας από εκείνους που τόσο αγαπώ στη λογοτεχνία. Στο πρώτο μέρος, λοιπόν, ο Μούλις πιάνει το νήμα από πιο πίσω, όταν ένας Εβραίος Ραβίνος θα αποπειραθεί να δώσει ζωή σε ένα Γκόλεμ. Και επιτυγχάνει αυτό που εξ αρχής δήλωσε, ένα κλίμα νηστείας και κάθαρσης για τον υπομονετικό αναγνώστη.

Αυτή η διάθεση του Μούλις για παιχνίδι -όπως το ορίζουν τα παιδιά, κάτι σοβαρό και σπουδαίο δηλαδή-, η διάθεσή του να αποπειράται διάφορα με αφορμή την κεντρική ιστορία, πότε να επιμένει στην αφήγησή της και πότε η ιστορία να μοιάζει απλώς η αιτία για να πει κάτι άλλο, κάτι που τον απασχολεί την εκάστοτε δεδομένη στιγμή, αδιαφορώντας για την πρόσκαιρη αίσθηση χάους, μια ικανότητα που παραπέμπει σε μουσικό σύνολο που ξαφνικά βρίσκεται να αυτοσχεδιάζει, μέχρι να επανέλθει, αργά και σταθερά, στην παρτιτούρα που έχει μπροστά του. Εγκεφαλικό και ιδιαίτερο. Μέσα από το μυθιστόρημά του ο Μούλις καταφέρνει να αποδώσει την κοινωνική αγκύλωση της εποχής μας, να θέσει σε παράλληλο προβληματισμό τα επιτεύγματα και τις επιδιώξεις της επιστήμης, τα ζητήματα ηθικής και θεολογίας που εκείνα γεννούν, με τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων που μοιάζει να συρρικνώνεται σε αντίθεση με τις ανάγκες που γιγαντώνει το αίσθημα της μοναξιάς και της ματαιότητας.

Τη μεθεπόμενη μέρα του ταξιδιού, ενώ η ανάγνωση της Διαδικασίας πλησίαζε στο τέλος της, βρήκα το μυθιστόρημα της Κρουν. Αυτό θα είναι το επόμενο βιβλίο. Όμως, έστω και από σπόντα, να που βρήκα ακόμα ένα βιβλίο του αγαπημένου μου, μαζί με τον Νόοτεμποομ, Ολλανδού συγγραφέα. Κάθε εμπόδιο για καλό, και άλλα τέτοια κλισέ.

Πριν από τρία χρόνια, με αφορμή Τα στοιχεία έγραφα τα εξής: Τα στοιχεία - Harry Mulisch

υγ. τελικά για το υπέροχο βιβλίο της Κρουν έγραψα νωρίτερα, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο αυτό εδώ.


Μετάφραση Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά
Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Το Σάββατο των ψυχών - Cees Nooteboom




Μόνο λίγα δευτερόλεπτα αφού προσπέρασε το βιβλιοπωλείο, ο Άρτουρ Ντάνε αντιλήφθηκε ότι μια λέξη είχε σκαλώσει στο μυαλό του και ότι στο μεταξύ είχε κιόλας μεταφράσει αυτή τη λέξη στη δική του γλώσσα, με αποτέλεσμα μεμιάς να ακούγεται πιο ακίνδυνη απ' ό,τι στα γερμανικά.
Ο Άρτουρ Ντάνε, μετά τον θάνατο της γυναίκας του και του γιου του σε ένα αεροπορικό δυστύχημα, έχει αποφασίσει να δουλεύει μόνο όσο είναι απαραίτητο, και τριγυρίζει διαρκώς από μέρος σε μέρος, με μια κάμερα ανά χείρας, τραβώντας πλάνα για ένα βίντεο που ετοιμάζει, πλάνα κάπως παράξενα, για να εξηγήσει τα κριτήρια επιλογής ή το σκεπτικό του τελικού του σχεδίου, ένας flaneur χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.

Το μυθιστόρημα του σπουδαίου Ολλανδού Νόοτεμποομ, ακολουθώντας τον Άρτουρ, εκτυλίσσεται ανάμεσα στο Βερολίνο, στο Άμστερνταμ και στη Μαδρίτη, αλλά κυρίως στο μυαλό του ήρωα, με τη διαμεσολάβηση ενός ιδιότυπου παντογνώστη αφηγητή, που δεν διστάζει να πάρει τον λόγο και να απευθυνθεί στον αναγνώστη. Ο αφηγηματικός χρόνος, φαινομενικά γραμμικός, κατακερματίζεται διαρκώς λόγω των αναμνήσεων του Άρτουρ από πρόσωπα και καταστάσεις.

Η εμφάνιση μιας νεαρής κοπέλας, η γέννηση, μετά από καιρό, ενός νέου συναισθήματος, θα δώσει μια νέα κατεύθυνση στην περιπλάνηση του Άρτουρ.

Είναι προκλητικά ενδιαφέρον πώς ο Νόοτεμποομ καταφέρνει να παράγει τόσο συναίσθημα παρότι το γράψιμό του είναι τόσο κυρίαρχα εγκεφαλικό, εμπειρία αντίστοιχη με την ανάγνωση του Μαξ Φρις.  Ο Νόοτεμποομ εξουσιάζει τον χρόνο, τον επιβραδύνει κατά το δοκούν, μια στιγμή μπορεί να κρατήσει όσο εκείνος κρίνει απαραίτητο, εμπειρία αντίστοιχη με εκείνη στα τελευταία έργα του ΝτεΛίλο. Καταλαβαίνω ότι θα έπρεπε να προσθέσει κανείς πολλή "σάλτσα" στην υπόθεση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος ώστε να έχει πιθανότητες να μη φανεί βαρετή, ίσως η υπόσχεση μιας ερωτικής ιστορίας να πετύχαινε κάτι τέτοιο. Η αίσθηση είναι εκείνη ενός αργού κινηματογραφικού τράβελινγκ, μία αφήγηση χωρίς φαινομενικό ενδιαφέρον από την οποία όμως δεν μπορείς να ξεφύγεις, και κάπου εκεί, στην αφήγηση της περιπλάνησης του Άρτουρ, ο μάστορας τοποθετεί το πλαίσιο, τις φωτογραφίες του Βερολίνου πριν και μετά την πτώση του Τείχους, την ολλανδική πραγματικότητα, τον απαραίτητο στοχασμό, τους δευτερεύοντες χαρακτήρες και φυσικά τον παιχνιδιάρη αφηγητή.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το όνομα του Νόοτεμποομ εμφανίζεται κάθε χρόνο ανάμεσα στα φαβορί για το βραβείο Νόμπελ, και μάλλον, διαβάζοντας Το Σάββατο των ψυχών, την εβδομάδα πριν την ανακοίνωση του βραβείου, πόνταρα στο δικό του όνομα, συμμετέχοντας με τη σειρά μου στο δημοφιλές στοιχηματικό παιχνίδι των αναγνωστών, με την ελπίδα να δούμε και άλλα βιβλία του σπουδαίου αυτού πικρού ποιητή της παρακμής στα ελληνικά.

υγ. Λίγα λόγια για τα άλλα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά ( Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες) θα βρείτε πατώντας στους αντίστοιχους συνδέσμους.
 
Μετάφραση Ινώ Βαν Ντάικ Μπαλτά
Εκδόσεις Καστανιώτη

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Πόνος φάντασμα - Arnon Grunberg





Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που υπάρχει ολλανδική λογοτεχνική σχολή, κάτι που πριν λίγα χρόνια προφανώς αγνοούσα· όλα ξεκίνησαν από τον σπουδαίο -όπως αποδείχτηκε- Κέες Νόοτεμποομ (Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες), συνέχισαν με τον Χάρι Μούλις (Τα στοιχεία) και η σκυτάλη πέρασε στη νέα γενιά με τον ιδιοφυή Ντε Βρις (Ο καθηγητής είναι νεκρός), ενώ είχε μεσολαβήσει το αδιάφορο -προς κακό- μυθιστόρημα του Κοχ (Το δείπνο). Κάθε κανόνας που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει μια τρανταχτή εξαίρεση. Μια αντίληψη, για την ύπαρξη σχολής, που χτίστηκε αργά και σταθερά, ακολουθώντας το νήμα και την τύχη, όπως συμβαίνει συνήθως δηλαδή. Για το βιβλίο του Γκρούνμπεργκ μου είχε επιστήσει την προσοχή ένας φίλος, ιδιαίτερα δυνατός αναγνώστης. Με το βιβλίο φλέρταρα επανειλημμένως στα βιβλιοπωλεία αλλά ποτέ δεν έκανα το βήμα, ώσπου έπεσα πάνω του στο παζάρι της πλατείας Κοντζιά, το βιβλίο που ήθελα σε τιμή εξαιρετική, το αγόρασα.
Όταν είσαι νέος, η χρεοκοπία έχει ακόμα έναν αέρα ρομαντισμού. Όσο κι αν είναι ενοχλητική, διατηρεί ακόμα τη γοητεία της, και στο πίσω μέρος του μυαλού σου υπάρχει πάντα η προοπτική της ανάκαμψης. Αλλά στην ηλικία μου, η χρεοκοπία μόνο ντροπή προκαλεί. Ένα αίσθημα ντροπής και αποτυχίας που δεν σβήνει ούτε με το ποτό ούτε με αντικαταθλιπτικά. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, δεν λέει να φύγει. Όλη η ζωή σου μοιάζει να αρχίζει και να τελειώνει στη χρεοκοπία, σ' εκείνη τη μέρα που σου κατάσχουν την περιουσία, μια περιουσία που θα βγάλουν στο σφυρί για το ένα πέμπτο της αξίας της.
Ο πατέρας του αφηγητή δεν αποτελούσε ακριβώς το ιδανικό πρότυπο πατέρα· χρωστούσε στις τράπεζες, απατούσε τη γυναίκα του, νόμιζε ότι του άξιζε μια ακριβή ζωή, δεν καταδεχόταν να τρώει σπιτικό φαγητό, πίστευε πως ο κόσμος του χρωστούσε, έπινε, ενίοτε έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, έκανε γιο για να μην τον πρήζει η γυναίκα του. Τελικά δικαιώθηκε, ο κόσμος μπορεί να ξέχασε τα λογοτεχνικά του βιβλία, όμως του χάρισε πλούτη και δόξα για ένα βιβλίο μαγειρικής που έγραψε με τίτλο: Η πολωνοεβραϊκή κουζίνα σε 69 συνταγές.

Καρικατούρα διανοούμενου δοσμένη με αφηγηματική άνεση, χιούμορ σε αποχρώσεις του μαύρου κυρίως, οξύτητα στην παρατήρηση του γύρω κόσμου, εμμονή με τα στερεότυπα και φλερτ με το κλισέ, συναισθηματικά εγκεφαλικό. Κάπως έτσι θα μπορούσα να περιγράψω αυτό το ιδιαίτερο μυθιστόρημα, το οποίο πολύ απόλαυσα, με το οποίο πολύ γέλασα, αλλά είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία δεν τολμώ να προτείνω, παρά μόνο σε ανθρώπους που νιώθω να γνωρίζω καλά, όχι μόνο για τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, αλλά -κυρίως- για την αίσθηση χιούμορ που διαθέτουν. Αστείος ή εξυπνάκιας; εγώ θα έλεγα αστείος και ευφυής, αλλά δεν θα έπεφτα από τα σύννεφα αν κάποιος δεν τον θεωρούσε αστείο τον Γκρούνμπεργκ.

Και μπορεί να καταφεύγει στην υπερβολή της καρικατούρας, αλλά δύσκολα μπορεί κάποιος να μη διακρίνει σημάδια του πατέρα του αφηγητή στην καθημερινότητα που μας περιβάλλει τα τελευταία -τουλάχιστον- χρόνια, στην ένδεια του πνευματικού κόσμου, στην αντίληψη και στην επίδειξη, στην παρακμή εν τέλει. Γιατί ο Γκρούνμπεργκ, παρά τη δεδομένη αχαλίνωτη φαντασία του, άλλο δεν κάνει από το να τονίζει δεδομένα και υπαρκτά πρότυπα ανθρώπων από τα οποία βρίθει ο κόσμος μας. Και εκεί έγκειται μια θλίψη, μια γλυκόπικρη γεύση της ιστορίας· γελάς και ύστερα συννεφιάζεις, γελάς γιατί δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, η σύγχυση και τα νεύρα δεν θα οδηγήσουν πουθενά, σκέφτεσαι και γελάς.

Απολαυστικό και ιδιαίτερο, στη λίστα με τα προσεχώς και το άλλο μυθιστόρημα του Γκρούνμπεργκ που κυκλοφορεί -και μάλιστα σε προσφορά- στα ελληνικά με τίτλο Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου (εκδόσεις Καστανιώτη).

Μετάφραση Γιάννης Ιωαννίδης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο καθηγητής είναι νεκρός - Joost de Vries






Αναγνωστική έκπληξη απ' το πουθενά, θαρρείς, βασισμένη -για ακόμα μια φορά- σ' ένα ένστικτο στη θέα του βιβλίου στην προθήκη του βιβλιοπωλείου, η επιλογή το πρώτο βήμα και η μετέπειτα ανάγνωση χωρίς προσδοκίες, ο επιθυμητός τρόπος γνωριμίας με ένα έργο δηλαδή. Το μυθιστόρημα του Ολλανδού Joost de Vries, γεννημένου το 1983, Ο καθηγητής είναι νεκρός, με το ιδιότυπο εξώφυλλο, το οποίο, ακόμα και τώρα, τόσες μέρες μετά, δεν έχω αποφασίσει αν μου αρέσει ή όχι, σίγουρα όμως δεν περνάει απαρατήρητο.

Υπάρχει μια κατηγορία δημιουργών -συγγραφέων στην προκειμένη- για τους οποίους, ερχόμενος κανείς σε επαφή με το έργο τους, νιώθει ένα αίσθημα ζήλιας καθώς διαθέτουν τρεις ιδιότητες, που κάθε μία θα αρκούσε από μόνη της· α) οργιώδη φαντασία, β) αφηγηματική άνεση και γ) όχι μόνο γνώση αλλά και ικανότητα ένταξης στο έργο τους πολλών θεμάτων. Ο Joost de Vries διαθέτει και τις τρεις αυτές ιδιότητες σε υψηλότατο βαθμό. Ζήλια αρχικά, που σταδιακά, καθώς οι σελίδες περνούν, δίνει τη θέση της στο αίσθημα της ακραίας απόλαυσης και μετατρέπεται σε θαυμασμό και ευγνωμοσύνη.
Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα που μπορεί να προσάψει κανείς σ' έναν άντρα σαν τον Γιοσίπ Μπρικ. Αραιά και πού εγκατέλειπε την καλυβούλα του στου διαόλου τη μάνα για να επισκεφτεί τα Γόμορα, όπως αποκαλούσε το μικρό μας πανεπιστήμιο. Επισκεπτόταν μερικούς συναδέλφους, πήγαινε να κουρευτεί, έτρωγε ένα σάντουιτς στο μπιστρό της πανεπιστημιούπολης, για να κάνει την παρουσία του αισθητή σε όλους, και στο τέλος της ημέρας έμπαινε πάντα στο γραφείο τού Υπνοβάτη, περιοδικού για θέματα γύρω από τον Χίτλερ, από το 1991, που ιδρύθηκε, μεταξύ άλλων, από τον Γιοσίπ Μπρικ.
"Για πες μου ειλικρινά, Φριζό, είσαι ο δελφίνος μου ή ο Ροβεσπιέρος μου;"
Ο Φριζό, ήρωας και αφηγητής της ιστορίας, συνεργάτης, τον οποίο ξεχώρισε και επέλεξε ο πλέον διάσημος καθηγητής χιτλερικών σπουδών Γιοσίπ Μπρικ, και του πρότεινε, και εκείνος δέχτηκε, να μετακομίσει από την Ολλανδία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας ικανότατος επιμελητής, ο κατάλληλος δηλαδή άνθρωπος για να οργανώνει το χάος της σκέψης και του έργου τού Μπρικ, είναι ο ήρωας της έκδοσης του περιοδικού Υπνοβάτης πίσω από τα φώτα, ο εκλεκτός και φυσικός διάδοχος του καθηγητή. Ο θάνατος του καθηγητή -πτώση από το παράθυρο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ- την ώρα που ο Φριζό ανάρρωνε από ένα ατύχημα -μια χαζή πτώση από τη σκάλα του αεροπλάνου μετά την προσγείωση στη Χιλή, όπου είχε βρεθεί για να συναντήσει κάποιον με το επίθετο Χίτλερ, ακόμα έναν, ατύχημα, το οποίο αποδείχτηκε σοβαρότερο τελικά, παρά την επιπόλαιη αρχική αντιμετώπισή του- και ως εκ τούτου δεν του επέτρεψε να παραυρεθεί στη νεκρώσιμη ακολουθία, η οποία έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη, εκεί που, από το πουθενά, εμφανίστηκε ο Φίλιπ ντε Βρις -η συνωνυμία με τον συγγραφέα διόλου τυχαία δεν μπορεί να είναι- για να κλέψει τα φώτα της δημοσιότητας και να διεκδικήσει -να απαιτήσει καλύτερα- την κληρονομιά του Μπρικ. Ο Φριζό θα γίνει έξαλλος, όπως μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί. 

Ο de Vries συνδυάζοντας τις προαναφερθείσες αρετές και πασπαλίζοντάς τες με χιούμορ, ένα χιούμορ καυστικό και ανελέητο, υπογράφει ένα υπέροχο μυθιστόρημα, πολλών στρωμάτων και περισσότερων αναγνώσεων, φαινομενικά μόνο ελαφρύ και επιφανειακό, επιτυγχάνοντας να αναμετρηθεί με ένα θέμα, όπως ο Χίτλερ, έντονης πολεμικής και καθόλου πρωτότυπο, και να εντυπωσιάσει, να είναι εύστοχος και να κινηθεί στο όριο του χλευασμού και της σοβαρότητας, προκαλώντας ένα αβίαστο γέλιο στον αναγνώστη, μην ξεχνώντας όμως πως έχει μια παράλληλη και κύρια ιστορία να αφηγηθεί, επιτρέποντας στον εαυτό του κάποιες παρεκβάσεις και παρεκτροπές από το κυρίως σώμα της αφήγησης, ελεγχόμενες μα χωρίς να χάνουν τον χαοτικό τους χαρακτήρα, εντάσσοντας πλήθος αναφορών επί του θέματος.

Ο καθηγητής Χιτλερικών σπουδών και η παρωδία της πανεπιστημιακής κοινότητας φέρνει στον νου του αναγνώστη το βιβλίο του Ντε Λίλο Λευκός θόρυβος, ο de Vries δεν το κρύβει, το αντίθετο μάλιστα, αφού παραθέτει ένα απόσπασμα του βιβλίου στην αρχή του δικού του μυθιστορήματος, επιδεικνύοντας εκτός από αλτρουισμό και μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Επίσης, κάπου κρυμμένο, κυρίως σε μια σκηνή αναβίωσης, μέσω ενός παιχνιδιού στρατηγικής, μιας μάχης, βρίσκεται το Τρίτο Ράιχ του μεγάλου Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Αναρωτιέμαι πόσες σελίδες θα μπορούσε να είναι το αρχικό σχεδίασμα του μυθιστορήματος, εξαιτίας της άνεσης του συγγραφέα στην αφήγηση και των εγκεφαλικών στροφών της φαντασίας του, και είναι θαυμαστό το τελικό αποτέλεσμα επίσης γι' αυτόν τον λόγο, για την ικανότητά του να παραδώσει τελικώς ένα σφιχτοδεμένο χορταστικά χαοτικό μυθιστόρημα, γενναιόδωρο αλλά όχι υπερβολικό, ευφυές χωρίς να αφήνει την αίσθηση επίδειξης εκ μέρους του.

Πνευματικό παιδί ενός σημαντικού Ολλανδού συγγραφέα, του Cees Nooteboom, που φέρνει κάτι το φρέσκο και παιχνιδιάρικο στη λογοτεχνία, ο de Vries αποτελεί μια περίπτωση συγγραφέα που πιθανότατα θα μας απασχολήσει ξανά στο μέλλον.  

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ινώ βαν Ντάικ-Μπαλτά
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Τόμας Μαν: Οι τρεις κρίσιμες μέρες - Britta Böhler





Επιτέλους! Μετά από τρία χρόνια δισταγμών έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Κρεμάει το μπαστούνι στο χέρι και κατεβαίνει σιγά σιγά την πλατιά σκάλα. Τη Δευτέρα η επιστολή θα έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα. Μια ανοιχτή καταγγελία κατά του καθεστώτος, και της Γερμανίας. Η Έρικα θα είναι υπερήφανη γι' αυτόν, υπερήφανη που ο μάγος έκανε το καθήκον του. Άφησε τη συνείδηση και την πεποίθησή του να μιλήσουν, τη βαθιά πεποίθηση -όπως αναφέρεται στην επιστολή- ότι από το σημερινό γερμανικό καθεστώς τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει, ούτε για την Γερμανία αλλά ούτε και για τον κόσμο.

Βγαίνει από το κτίριο της εφημερίδας, η αμφιβολία έχει κιόλας τρυπώσει στο μυαλό του. Κάνω καλά;, θα αναρωτηθεί. Σκέφτεται τις συνέπειες: τα βιβλία του θα ριχτούν στην πυρά, δεν θα έχει πια αναγνώστες στη χώρα του, θα του αφαιρεθεί το διαβατήριο. Φτάνει στο σπίτι, βαρύς και χωρίς διάθεση. Είναι Παρασκευή, έχει τρεις μέρες για να ανακαλέσει την επιστολή, αν όχι, τότε τη Δευτέρα θα είναι πια αργά, καθώς θα βρίσκεται στην πρωινή έκδοση της εφημερίδας. Εδώ και τρία χρόνια έχει αυτοεξοριστεί στην Ελβετία μαζί με την Εβραία σύζυγό του. Του λείπει το Μόναχο είναι η αλήθεια, το Μόναχο πριν από την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, το σπίτι του, τα πράγματά του, κυρίως τα ημερολόγιά του που δεν πρόλαβε να καταστρέψει -πόση αγωνία μέχρι να φτάσουν στα χέρια του. Προσπαθεί να συνεχίσει να εργάζεται με σύστημα, όπως ξέρει να κάνει, καθημερινά και με πρόγραμμα. Η βράβευσή του με το Νόμπελ, λίγα χρόνια νωρίτερα, τον έχει γεμίσει με υποχρεώσεις, ομιλίες, ταξίδια, συνεντεύξεις και φωτογραφίσεις. Το έργο του μεταφράζεται πια στις περισσότερες γλώσσες, όμως, με το μυαλό θολωμένο υπό το βάρος της απόφασης σχετικά με την επιστολή, το γεγονός αυτό του μοιάζει ασήμαντο, εκείνος, σκέφτεται, θέλει να γράφει για τους Γερμανούς αναγνώστες του, το έργο του είναι πρώτα και κύρια γερμανικό. Μένει ξάγρυπνος μέχρι αργά τη νύχτα, παρά το κρύο, στέκει και κοιτάζει τα αστέρια, νιώθει ασήμαντος σε σχέση με το άπειρο σύμπαν, κοιμάται άσχημα, αναζητά καταφύγιο γι' άλλη μια φορά στη μουσική του Βάγκνερ, αναζητά την αναβίωση της εμπειρίας εκείνης της πρώτης επαφής με το έργο του, στα δεκαοχτώ του χρόνια, τότε που ένιωθε να μην ξέρει πού βαδίζει, ένας κακός μαθητής και ένας μάλλον μέτριος, για τα δικά του δεδομένα, ποιητής. Η μουσική του Βάγκνερ και η φιλοσοφία του Νίτσε, ο γάμος με την Κάτια και η λογοτεχνία. Και τώρα πρέπει να πάρει θέση για όσα συμβαίνουν στη χώρα του. Η οικογένειά του τον πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση, ο μάγος πρέπει να πάρει θέση γι' αυτή την κτηνωδία, λένε, εκείνος όμως αμφιταλαντεύεται.

Η Ολλανδή Μπρίτα Μπέλερ αναπαριστά λογοτεχνικά τις τρεις αυτές κρίσιμες μέρες, στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, απόρροια της μελέτης των ημερολογίων του Μαν, και γεμίζει τα κενά με στοιχεία μυθοπλασίας, εμπλουτίζει το αφηγηματικό παρόν με παρελθοντικές παρεκβάσεις, επιτυγχάνοντας να δώσει μια ακόμα πληρέστερη εικόνα του μεγάλου αυτού δημιουργού και να δικαιολογήσει την αναποφασιστηκότητά του. Παρουσιάζει έναν Μαν ανθρώπινο, γήινο, εκτεθειμένο στη ματαιοδοξία και τον φόβο, που προσπαθεί να υποτάξει το θυμικό στη λογική, να κατευνάσει τις φοβίες του μπροστά στη ζοφερή πραγματικότητα. Η αφηγηματική φωνή της Μπέλερ παραμένει πιστή στο ύφος του Μαν, και όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά καταφέρνει να γοητεύσει τον αναγνώστη ως διάμεσος των σκέψεων και των σημειώσεων του συγγραφέα. Παρά την έκταση της βιβλιογραφίας σχετικά με την επιστολή-καταπέλτη του Μαν κατά του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, η Μπέλερ καταφέρνει να τιθασεύσει το υλικό της και να παραδώσει ένα σφιχτοδεμένο και πλήρες αποτέλεσμα, που κινείται ανάμεσα στο μυθιστόρημα και τη βιογραφία. Βιβλίο που στέκει ανεξάρτητο και αποτελεί μια καλή αφορμή για τον αναγνώστη να αναζητήσει περαιτέρω πληροφορίες, ενώ είναι ικανό να οδηγήσει νέους αναγνώστες στη γνωριμία με το έργο του Μαν. Ένα βιβλίο έκπληξη, για το οποίο παρά το θετικό προαίσθημα είχα χαμηλές προσδοκίες, όμως τελικά το απόλαυσα.

υ.γ Μια παρατήρηση ως προς την, κατά τα άλλα καλή, έκδοση: θεωρώ μειονέκτημα το γεγονός πως λείπει η παράθεση της επιστολής στα ελληνικά.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις ΚΑΠΟΝ


Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Ιεροτελεστίες - Cees Nooteboom



Τη μέρα που ο Ίννι Βίντροπ αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, οι μετοχές της Φίλιπς έφτασαν στις 149.60 μονάδες. Η τράπεζα του Άμστερνταμ έκλεισε στις 375 και η Ένωση Εφοπλιστών έπεσε στις 141.50. Η μνήμη είναι σαν σκύλα, ξαπλώνει όπου της αρέσει. Και έτσι αυτό θυμόταν, αν θυμόταν οτιδήποτε: το δελτίο τιμών του Χρηματιστηρίου, πως το φεγγάρι καθρεφτιζόταν στο κανάλι κι ότι κρεμάστηκε στο λουτρό γιατί είχε προβλέψει στο ωροσκόπιο που συνέτασσε για την Het Parool πως η γυναίκα του θα έφευγε με άλλον και ότι ο ίδιος -Λέων- θα αυτοκτονούσε. Η πρόβλεψη ήταν τέλεια. Η Ζίτα έφυγε μ' έναν Ιταλό και ο Ίννι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Είχε διαβάσει κι ένα ποίημα του Μπλουμ, αλλά δεν θυμόταν ποιο ακριβώς. Η σκύλα, το πεισματάρικο κτήνος, σ' αυτό το σημείο τον εγκατέλειψε.

Ο Ίννι Βίντροπ, ήρωας του μυθιστορήματος, βιοπορίζεται παίζοντας στο χρηματιστήριο, σπρώχνοντας έργα τέχνης και γράφοντας τα ζώδια σε διάφορα περιοδικά. Οι φίλοι του του καταλογίζουν αυτήν την ετερόκλητη πολυπραγμοσύνη του, και πώς όχι; Εκείνος δεν δείχνει να ενοχλείται από τις μομφές αυτές. Μοιάζει, όμως, να είναι ο κατάλληλος ήρωας για το μυθιστόρημα του Ολλανδού συγγραφέα, ενός ακόμα υπέροχου μυθιστορήματος, ενός συγγραφέα που δεν έχει γνωρίσει την αντάξια για το έργο του υποδοχή στη χώρα μας.

Είναι αυτό το ευμετάβλητο και ακατονόητο του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα, που εμπνέει τον Νόοτεμποομ, χρονικό διάστημα που χαρακτηρίζεται από την (φαινομενική) οικονομική ανάπτυξη, τον υπαρξισμό, το εύκολο σεξ, την απώλεια του θρησκευτικού αισθήματος και την εφόρμηση της ανατολίτικης κοσμοθεωρίας στη δύση.

Χωρισμένες σε τρία κεφάλαια, που αναφέρονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής του Ίννι, με απόσταση δεκαετίας μεταξύ τους, οι Ιεροτελεστίες είναι ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς, παρά το γεγονός πως η ανάγνωσή τους ρέει αβίαστη και κατανοητή, καθώς βρίσκονται σε εκείνη τη λεπτή γραμμή που υπερβαίνει ελάχιστα την πραγματικότητα, όπως τη βιώνει ένας άνθρωπος, δίχως ευαίσθητες κεραίες, αδυνατώντας να την προσλάβει και να την αποτυπώσει, και γι' αυτό απομένει να στέκει έκθαμβος μπροστά σε έργα όπως αυτό.  

Κάθε περίοδος της ζωής του Ίννι χαρακτηρίζεται και από την παρουσία ενός προσώπου κλειδιού, ενός -προσωρινού- σημείου αναφοράς στην ετερόκλητη ζωή του Ίννι, και μέσα από την επίδραση αυτών των προσώπων, ο Νόοτεμποομ βρίσκει την ευκαιρία να προσθέσει ιδέες και σκέψεις στα κενά της αφήγησης. Και αν στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο διαδραματίζεται το 1963, η παρουσία της Ζίτα, ή μάλλον η απουσία της, αποτελεί μια αναμενόμενη -όσο αναμενόμενο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάτι στο έργο του Νόοτεμποομ- αναφορά στην απώλεια, τη μοναξιά, την κατάρρευση του ορίζοντα προσδοκιών για μια ζωή συντροφική, τα επόμενα κεφάλαια, τόσο το προγενέστερο, πίσω στο 1953, όσο και το μεταγενέστερο, στο 1973, διαθέτουν δύο χαρακτήρες, πατέρα και γιο, συγγενείς εξ αγχιστείας του Ίννι, που φέρνουν μια περισσότερο φιλοσοφική διάσταση στο έργο, εντάσσοντας σε αυτό ζητήματα πίστης, τέχνης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, σε μια συνεχή συνδιαλλαγή με τον ακατανόητο χαρακτήρα της ύπαρξης.     

Υπήρχαν μέρες, σκεφτόταν ο Ίννι Βίντροπ, που έμοιαζε ότι κάποιο επαναλαμβανόμενο, γελοίο φαινόμενο προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο κόσμος είναι παράλογος και πως ο καλύτερος τρόπος να τον αντιμετωπίσεις είναι η αδιαφορία, γιατί αλλιώς η ζωή θα γινόταν αφόρητη.
Είναι αυτός ο εγκεφαλικός τρόπος γραφής, που καταφέρνει όμως να αγγίξει τον αναγνώστη στο συναίσθημα, ένα -ίσως το σημαντικότερο κατ' εμέ- χαρακτηριστικό της γραφής του Νόοτεμποομ, η ικανότητά του να παρατηρεί και να καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής και σκέψης, μια εκλεκτική συγγένεια με τον πλέον αγαπημένο μου όλων, ακριβώς γι' αυτό το γνώρισμα, Χαβιέρ Μαρίας.

Είχε προηγηθεί η γνωριμία μαζί του μέσα από την Ακόλουθη ιστορία.


Μετάφραση (από τα αγγλικά) Κώστας Κουντούρης
Εκδόσεις Μέδουσα

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Τα στοιχεία - Harry Mulisch




Μία στο τόσο επισκέπτομαι κάποιο βιβλιοπωλείο δίχως συγκεκριμένο στόχο, έτσι, για τη βόλτα. Τότε, και καθώς χαζεύω ανάμεσα στα ράφια, επανέρχονται αναγνωστικές επιθυμίες του παρελθόντος, που ονόματα συγγραφέων και τίτλοι βιβλίων τις ενεργοποιούν. Έτσι συνέβη και εκείνη τη μέρα, λίγο πριν σε συναντήσω για δεύτερη φορά, χάζευα ήδη από ώρα, όταν έπεσα πάνω στον Μούλις· δεν έχω διαβάσει κάτι δικό του, σκέφτηκα, και άρχισα να κατεβάζω από το ράφι ένα ένα τα βιβλία, πρώτα τα πολυπαινεμένα του, ακολούθως όλα -πώς αλλιώς-, διάβαζα την πρώτη πρόταση -και όχι το οπισθόφυλλο-, έκλεινα το βιβλίο και άνοιγα το επόμενο, ώσπου διάβασα το ακόλουθο:  
Ας φανταστούμε όσα θα ακολουθήσουν.

Λοιπόν: δούλεψες σκληρά όλο το χρόνο, και τώρα είσαι διακοπές στην Κρήτη. Οι πιθανότητες να βρίσκεσαι πράγματι εκεί, είναι ελάχιστες· όπως, άλλωστε, και οι πιθανότητες να είσαι από την Κρήτη. Το πιο πιθανό είναι να κάθεσαι τώρα στο σπιτάκι σου, κάπου στον Βορρά, και να διαβάζεις κάτω απ' το φως της λάμπας. Ας φανταστούμε, όμως, πως περνάς τις καλοκαιρινές σου διακοπές στην Κρήτη και πως είσαι άντρας· όχι γυναίκα - εντάξει. Θα μπορούσαμε, βέβαια, (τίποτα δεν μας εμποδίζει), να το συμφωνήσουμε πως είσαι γυναίκα -είτε είσαι στ' αλήθεια είτε όχι· μια γυναίκα, ας πούμε, που περνάει τις διακοπές της στη Λέσβο. Όμως, όχι· δεν είναι αυτή η επιλογή μας. Το γεγονός ότι εγώ προσωπικά δεν είμαι γυναίκα, μπορεί και να παίζει κάποιο ρόλο. Ο κόσμος, πάντως, είναι χωρισμένος στα δύο -αυτή είναι η αλήθεια· αυτή, εξ άλλου, είναι και η γοητεία του. Είσαι, λοιπόν, άντρας: ένας Ολλανδός, που περνάει τις καλοκαιρινές του διακοπές στην Κρήτη, κι αυτό το καλοκαίρι είναι ένα από τα τελευταία του εικοστού αιώνα. Τελεία και παύλα.
Ας φανταστούμε όσα θα ακολουθήσουν, λοιπόν, έτσι και αλλιώς μάλλον θα είναι καλύτερα απ' όσα τελικά η ζωή θα φέρει, οπότε τι έχουμε να χάσουμε, εκτός από τις προσδοκίες βέβαια, με τις οποίες, όπως συμφωνήσαμε, άλλωστε, έχουμε μάθει πια να ζούμε, να τις θεωρούμε μέρος της εμπειρίας αυτής· ας κάτσουμε, λοιπόν, για λίγο και ας φανταστούμε, έτσι, με κλειστά τα μάτια και ανοιχτοί σε υποθέσεις· ας συμφωνήσουμε πως είμαι άντρας, που είμαι, και ότι είμαι Ολλανδός, που δεν είμαι, ας υποθέσουμε πως είμαι διακοπές στην Κρήτη, που θα ήθελα να είμαι, και πως είναι ένα από τα τελευταία καλοκαίρια του εικοστού αιώνα. Έστω. Αυτό το κάτι σαν μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται σε έναν μη τόπο, τον εγκέφαλο του συγγραφέα, και ας ονομάζεται η Κρήτη, και ας περιγράφονται οι παραλίες και τα χωριά της, οι διαδρομές με το αυτοκίνητο πραγματοποιούνται ανάμεσα σε νευρώνες, ένα κατασκεύασμα τεχνικό, τόσο αεροστεγές και τέλειο, στο οποίο η ελάχιστη ψυχή, που του εμφυσά ο Μούλις, διατηρείται αναλλοίωτη. Η πρόσκληση στο εργαστήρι του συγγραφέα, παρουσία εκείνου, με τον αναγνώστη να λαμβάνει μέρος στη δημιουργική διαδικασία, και ας είναι μόνο ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να έχει λόγο στην τελική απόφαση. Μια εμπειρία αναγνωστικής πρόκλησης, λόγω της αυστηρής τεχνικής και της ελάχιστης ψυχής, ένα σχέδιο με δεκάδες σημάδια από γομολάστιχα και γραμμές περασμένες δεύτερη και τρίτη φορά, και, βεβαίως, γεμάτο από εγκαταλελειμμένες ιδέες, όπως κάθε μεγαλόπνοο σχέδιο. Αναγνωστική πρόκληση όχι εξαιτίας κάποιας δυσκολίας ή απαίτησης, αλλά εξαιτίας της εμπλοκής του αναγνώστη που επιτυγχάνει να επιφέρει ο συγγραφέας, και όχι εξαιτίας του γεγονότος της εμπλοκής, αλλά, ναι αυτό είναι, του τρόπου με τον οποίο τα καταφέρνει, να σε εμπλέξει συναισθηματικά, ενώ σου απευθύνεται τόσο ψυχρά, τόσο εγκεφαλικά, τόσο μηχανικά, μοιάζοντας ναι, περισσότερο με ηλεκτρονικό υπολογιστή παρά με ανθρώπινο -ατελές- ον. 

Και το ερώτημα είναι: αντέχεις να είσαι ο πρωταγωνιστής μιας ιστορίας φανταστικής;


Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Το Δείπνο - Herman Koch




"Θα βγαίναμε έξω για φαγητό. Δεν θα πω σε ποιο εστιατόριο, γιατί τότε την επόμενη φορά θα 'ναι μάλλον φίσκα στον κόσμο που θα 'χει έρθει για να δει μήπως είμαστε κι εμείς εκεί. Τραπέζι είχε κλείσει ο Σερζ. Αυτός το κανονίζει πάντα, αυτός κλείνει τραπέζι. Το εστιατόριο είναι απ' αυτά που πρέπει να τηλεφωνήσεις τρεις μήνες νωρίτερα - ή έξι, ή οχτώ, έχω χάσει τον λογαριασμό πια."


Αποφεύγω επίμονα να γράφω για βιβλία που μου φάνηκαν μέτρια, αρνούμαι να ξοδέψω περαιτέρω χρόνο από εκείνον της ανάγνωσης. Δε μετανιώνω όμως ποτέ και παρατάω εξαιρετικά σπάνια γιατί πιστεύω βαθιά πως για την ανάπτυξη και θωράκιση του αισθητικού κριτηρίου απαιτείται η μέγιστη δυνατή ποικιλία ερεθισμάτων. Το Δείπνο, του Ολλανδού Χέρμαν Κοζ, αποτελεί όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάρρευσης του ορίζοντα προσδοκιών που ως αναγνώστης είχα δημιουργήσει, κρατώντας στα χέρια μου το βιβλίο και διαβάζοντας την οπισθόφυλλη περίληψη.

Κάποτε, διατηρούσα μια εβδομαδιαία στήλη σε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό, είχε τον τίτλο: Ανάγνωση σε δύο χρόνους. Η ιδέα ήταν η εξής: χώριζα την ανάγνωση στα δύο, στο πριν και το μετά. Την πρώτη εβδομάδα το Πριν: σκέψεις, συναισθήματα, οι λόγοι που με οδήγησαν στο επόμενο βιβλίο· ανάμεσα σε όλα τ' άλλα, όχι πάντα φανερά, τρύπωναν στα κείμενα εκείνα και οι αναγνωστικές προσδοκίες, αναπόφευκτα. Έμοιαζε - ίσως και να ήταν κιόλας - με ένα παιχνίδι προβλέψεων, μία επιβράδυνση του χρόνου πριν από το γύρισμα της πρώτης σελίδας. Μια βδομάδα ύστερα ακολουθούσε το Μετά.

Το περιοδικό ανέστειλε μέχρι νεωτέρας τη λειτουργία του, η στήλη μπήκε σε προσωρινή(;) αργία, όμως από εκείνη τη σύντομη εμπειρία κάτι απέμεινε· το Πριν, έστω και σε μορφή προφορική, κατέχει θέση ξέχωρη πια στην αναγνωστική διαδικασία, επεκτεινόμενο αρκετά πέρα από την απλή πίστη σχετικά με την προσδοκόμενη απόλαυση.

Πριν διαβάσω το Δείπνο λοιπόν, σκεφτόμουν/φαντασιωνόμουν τα εξής: Ένα οικογενειακό δράμα βορειοευρωπαϊκού στυλ, στα πρότυπα των σκανδιναβικών, με την αρχική ευγένεια και εσωστρέφεια να υποχωρούν σταδιακά και να προετοιμάζουν το έδαφος για την εκτόνωση, την κορύφωση του δράματος, την αποδόμηση των συμβάσεων της οικογενειακής/κοινωνικής συνοχής και ισορροπίας, την απελευθέρωση συναισθημάτων αληθινών, την ανάδυση των μυστικών στην επιφάνεια και, τελικώς, την κάθαρση. Συνοδευτικά: την ψυχρότητα στο βλέμμα, την αυτοκυριαρχία, το ελεγχόμενο - μέχρι την έκρηξη - πάθος. Μια Οικογενειακή Γιορτή δηλαδή, στον αντίποδα του νότιου ταπεραμέντου που μας περικλείει.

Ελάχιστα από τα παραπάνω βρήκα.

Και τώρα το μετά: Βρήκα το κείμενο αρκετά άνευρο, δίχως ουσιαστική κορύφωση, παρά μόνο μια τεχνητή, αποσχισθείσα θαρρείς από κάποιο εγχειρίδιο δημιουργικής γραφής. Ασφαλή flashback, δίχως αφηγηματικό ρίσκο, στερεοτυπικά εν πολλοίς και φλύαρα στην πορεία του βιβλίου, με ελάχιστη προσφορά στην τελική έκβαση παρά την απόπειρα για ένα τέλος ανοιχτό σε εξηγήσεις και ερμηνείες, μια επιδίωξη αποτυχημένη. Τα κοινωνικά θέματα θίγονται με έναν τρόπο αρκετά απλοϊκό και επιφανειακό, συμπληρωματικό ή μάλλον διακοσμητικό στο κυρίως μενού. Ένας κεντρικός αφηγητής που επιμένει να μην αποκαλύπτει λεπτομέρειες σχετικά με ονόματα και τοποθεσίες, δίχως προφανή αιτία από τη στιγμή που η ταυτότητα του αδερφού του - υποψήφιου πρωθυπουργού - είναι γνωστή από την πρώτη στιγμή. Οι σελίδες πάντως γυρίζουν εύκολα.

Θυμήθηκα μια άλλη ταινία όμως, όχι σκανδιναβική, αλλά προερχόμενη από τη Ρουμανία -απ' όπου έρχονται καλές ταινίες αρκετά συχνά. Πρωτότυπος τίτλος: Pozitia Copilului (Εδώ το τρέιλερ.), ενώ στη χώρα μας βγήκε στις αίθουσες ως Οικογενειακή Υπόθεση. Ένα οικογενειακό δράμα, συγγενούς θεματικής με το Δείπνο, με ένα σενάριο σφιχτοδεμένο και τη Luminita Gheorghiu σε μια συγκλονιστική ερμηνεία. Βραβευμένη με Χρυσή Άρκτο. Δύο εκτελέσεις μιας αντίστοιχης ιδέας, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, απόδειξη πως μια ιδέα δεν είναι ποτέ αρκετή από μόνη της.

Οι προσδοκίες είναι συχνά υπερβολικές και ανεδαφικές, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση δε νομίζω πως ισχύει κάτι τέτοιο, το οπισθόφυλλο και οι πρώτες γραμμές σκιαγραφούσαν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο που διαμόρφωσε εν πολλοίς τον προσωπικό ορίζοντα προσδοκιών. Ύστερα αυτός κατέρρευσε.
 

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.
Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Η ακόλουθη ιστορία - Cees Nooteboom







"Δεν ένιωσα ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άτομό μου. Αυτό όμως δε θέλει να πει ότι θα μπορούσα κατά βούληση να σταματήσω να σκέφτομαι για μένα και τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι κρίμα, αλλά δυστυχώς έτσι είναι. Και το πρωί εκείνο είχα στ' αλήθεια κάτι να σκεφτώ, αυτό είναι σίγουρο. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου θα μιλούσε ίσως για ζήτημα ζωής ή θανάτου, αλλά εγώ δεν ξεστομίζω εύκολα τέτοια μεγάλα λόγια· ούτε καν όταν είμαι μόνος μου, όπως τότε."


Η Λισαβόνα, λιμάνι των μεγάλων θαλασσοπόρων, σχέδια μεγαλεπήβολα χαράχτηκαν στις ανεμοδαρμένες ακτές της, που για χρόνια αποτελούσαν τα όρια του γνωστού κόσμου. Ο ωκεανός να απλώνεται αχανής, σκοτεινός, σκεπασμένος από την αιώνια ομίχλη, να φοβίζει αλλά ταυτόχρονα να ξεσηκώνει τη φαντασία των ταξιδευτών. Στα καπηλειά, υπό τους ήχους του Φάντο - της πιο θλιμμένης ίσως μουσικής -, οι ναυτικοί διηγούνται ιστορίες λιγότερο φανταχτερές, μα σκληρές, το ψάρεμα του βακαλάου απαιτεί μέρες παραμονής στα ανοιχτά δίχως εγγυημένο αποτέλεσμα. Πιο δίπλα ο Φερνάντο Πεσσόα πίνει σκεφτικός τη μπύρα του, διαφωνώντας με κάποιον ετερώνυμό του. Οι αποικίες χάνονται η μία μετά την άλλη, μεγαλεία που περάσαν ανεπιστρεπτί. Τα στενά δρομάκια, γραφικά αλλά για πνευμόνια απαιτητικά, τα τραμ να θυμίζουν περισσότερο τελεφερίκ. Την αγάπησα μάλλον εξαιτίας του Ταμπούκι, η λατρεία του υπήρξε μεταδοτική, μέσα από τα δικά του μάτια διέκρινα το υπέροχο φως που λούζει τους λίθινους δρόμους, την πανταχού παρούσα μορφή του Πεσσόα.

" Κάποιος που αρχίζει να διηγείται μια ιστορία δίχως να ξέρει το τέλος της είναι κακός αφηγητής," αναφέρει κάπου ο συγγραφέας, ενδόμυχη σκέψη του αφηγητή, πιθανή δικαιολογία για όσα πρόκειται να εξιστορήσει. Συνήθως, απευθυνόμαστε μόνο σε ένα πρόσωπο όταν γράφουμε, έναν αναγνώστη συγκεκριμένο, πηγή της έμπνευσης και αντικείμενο του πόθου της γραφής, η ελπίδα, πως ανάμεσα σε όσους σκύψουν με αγάπη πάνω από τις σελίδες μας θα είναι και εκείνος, μας παρακινεί να συνεχίσουμε, όσο και αν κοστίζει η εκροή. Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, το Εσύ διαρκώς παρόν, σα σκιά, σε κάνει να νιώθεις πως παρεμβάλλεσαι στην εκμυστήρευση. Μια ανάγνωση διακριτική, απαιτεί απόλυτη ησυχία, οποιοσδήποτε θόρυβος μπορεί να διακόψει την αφήγηση από στιγμή σε στιγμή.

Ο αφηγητής, καθηγητής κλασικής φιλολογίας, έμαθε από μικρός να εκτιμά την ακρίβεια και την απλότητα των λατινικών, να νιώθει ασφάλεια στον κόσμο των ιδεών. Ο μύθος, μιλώντας κατευθείαν στην ψυχή, εξηγεί την πραγματικότητα καλύτερα από την επιστήμη, στα κείμενα της αρχαίας γραμματείας υπάρχουν οι απαντήσεις, αρκεί να κοιτάξεις με προσοχή και θα διακρίνεις την επανάλψη της Ιστορίας, όλες οι επιμέρους ιστορίες έχουν ειπωθεί. Μόνο ο έρωτας μπορεί να ξεσηκώσει, να δημιουργήσει την ανάγκη για μια καινούρια αφήγηση, να προσθέσει κάτι ακόμα στην ματαιότητα της ύπαρξης, όσο κλισέ και αν ακούγεται κάτι τέτοιο.

Η Ακόλουθη ιστορία βρίσκεται στον αντίποδα του μυθιστορήματος του Μερσιέ, Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα. Παρά τις ομοιότητες στην ιστορία, ο τρόπος προσέγγισης διαφέρει, ο Νόοτεμποομ, πιο αφαιρετικός, επιλέγει τον ψίθυρο, επιμένει στην εγκεφαλική προσέγγιση του έρωτα και της ζωής, συμπυκνώνει σε λίγες σελίδες όσα θα ήταν αρκετά για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, διατηρεί έναν χαρακτήρα εμφανώς κεντροευρωπαϊκό τον οποίο ο Ελβετός Μερσιέ απαρνείται κλείνοντας το μάτι στη γαλλική λογοτεχνία. Παρά τις συγγένειες, τα δύο βιβλία τελικώς αποδεικνύονται εντελώς διαφορετικά, χαρίζοντας, το καθένα, μια ιδιαίτερη αναγνωστική απόλαυση. (Να μην παρεξηγηθώ, το μυθιστόρημα του Μερσιέ - που πρόσφατα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο- είναι πραγματικά υπέροχο.)

Αναγνωστικό απωθημένο χρόνων η γνωριμία με κάποιον Ολλανδό συγγραφέα, απωθημένο που συχνά συζητούσαμε με τον Β. ο οποίος, ζώντας κάποια χρόνια εκεί, είχε την ίδια απορία με μένα, υπάρχουν άραγε καλοί Ολλανδοί συγγραφείς; Ο Νόοτεμποομ στάθηκε μια ελπιδοφόρα απάντηση!





Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη