Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Πόλις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Πόλις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

ΣούπερΤεξ - Leon de Winter

 

Κάπου τυχαία έπεσα πάνω στον Λέον ντε Βίντερ, κάποια αναφορά, δεν θυμάμαι πού, κακή συνήθεια να μην επισημαίνω με τρόπο ασφαλή απέναντι στη λήθη τα νήματα, δεν έχει και τόση σημασία ίσως, όχι πια τουλάχιστον, το αναγνωστικό μονοπάτι διαμορφώνεται εν πολλοίς από την τύχη και τη διαίσθηση, άλλωστε. Εν ολίγοις, γύρεψα και βρήκα το ΣούπερΤεξ, βιβλίο που εκδόθηκε το 1995 και μεταφράστηκε από την Ινώ Μπαλτά για τις εκδόσεις Πόλις το 1999, εδώ και καιρό εξαντλημένο. Να πώς προετοιμάστηκε αυτή η ανάγνωση, εκτός οποιουδήποτε προγραμματισμού.

«Το ιατρείο της Δρ. Γιάνσεν βρισκόταν στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας στη γωνιά της λεωφόρου Απόλλο με την πλατεία Ολύμπια. Η περιφραγμένη πλατεία είχε χωριστεί σε γήπεδα με χλοοτάπητα, κι αργότερα εκείνο το ίδιο Σάββατο τα ξεφωνητά των εξαντλημένων αθλητών θα ανέβαιναν ως τα μεγάλα παράθυρα του ιατρείου. Το δωμάτιο ήταν φωτεινό, ένα τριμμένο περσικό χαλί κάλυπτε μέρος του παρκέ, χρέη τραπεζιού έκανε ένα παλιό μεταλλικό γραφείο με επιφάνεια από μαύρο πλαστικό που φωτιζόταν από μια απλή λευκή λάμπα γραφείου από το Χέμα –σου θύμιζε γραφείο σε στρατώνα– και όταν μπήκα, είδα πίσω του μια απλή πολυθρόνα γραφείου γυρισμένη στο πλάι. Το ντιβάνι βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο».

Στο αρχικό απόσπασμα προσθέτω και το οπισθόφυλλο: Ο Μαξ Μπρεσλάουερ κληρονομεί από τον πατέρα του τη μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων ΣούπερΤεξ. Οδηγεί Πόρσε και διατηρεί ένα πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο του Άμστερνταμ. Είναι όμως υπέρβαρος και δυστυχισμένος. Καταφεύγει στην ψυχανάλυση και στη διάρκεια μιας συνεδρίας που κρατά μια ολόκληρη μέρα επανεξετάζει το παρελθόν του: τα παιδικά του χρόνια, τις σχέσεις με τον μικρότερο αδερφό του, τον Μπεν, αλλά και τον ρόλο της εβραϊκής θρησκείας στη ζωή του· κυρίως όμως τη σχέση με τον πατέρα του, ένα αγράμματο, αυτοδημιούργητο, πολυεκατομμυριούχο Εβραίο από την Κεντρική Ευρώπη, που επέζησε του ολοκαυτώματος.

Τα δύο αποσπάσματα δίνουν τις απαραίτητες πληροφορίες κυρίως επί της πλοκής και της ατμόσφαιρας, δευτερευόντως επί της μορφής και της γλώσσας, και είναι αρκετά ώστε κάποιος να απορρίψει ή να επιλέξει να διαβάσει το βιβλίο αυτό, ο ορίζοντας προσδοκιών είναι εν πολλοίς ακριβής. Συχνά πυκνά, επαναλαμβάνω την αναγνωστική ροπή για ιστορίες μεσήλικων αντρών που για τον έναν ή τον άλλο λόγο χάνουν τον όποιο έλεγχο και περνούν σε επικράτεια κρίσης. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω για την επιλογή μου να διαβάσω το βιβλίο του Λέον ντε Βίντερ, ούτε καν ως υποβοήθημα για την ασθενή μου μνήμη.

Μια τέτοια λογοτεχνία, κάποτε κραταιά, που έχει να κάνει με το αντρικό προνόμιο έστω και σε πλήρη κρίση, μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν, ίσως να γράφεται ακόμα, ίσως να εκδίδεται και να διαβάζεται, αλλά δεν είναι πια κραταιά, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης, παρότι το αντρικό, λευκό προνόμιο ως προνόμιο εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο εις βάρος της υπόλοιπης ανθρωπότητας, η τέχνη, ωστόσο, είναι ένα καταφύγιο για το διαφορετικό, ένα ρήγμα στα θεμέλια ενός μονοσήμαντου και παγιωμένου εδώ και αιώνες κόσμου. Υπάρχει ακόμα αρκετή τέτοια λογοτεχνία εκεί έξω, οι λάτρεις της δεν θα πεινάσουν.

Ο Μαξ αφηγείται το Σάββατο εκείνο που ένιωσε την επιθυμία να επιστρέψει στο ντιβάνι, το οποίο είχε εγκαταλείψει αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, να επιστρέψει και να προσφέρει μια αμοιβή τέτοια στην άλλοτε ψυχαναλύτρια του ώστε να ακυρώσει όλα τα υπόλοιπα ραντεβού της και να του διαθέσει ολόκληρη τη μέρα. Η αφήγηση, επομένως, αποτελείται από όσα ειπώθηκαν μεταξύ θεραπεύτριας και θεραπευόμενου και από όσα ο Μαξ σκέφτηκε τότε αλλά και μετέπειτα.

Η χρήση του προνομίου, το πόσα λεφτά θες για να αγοράσω τη μέρα σου, καμία εντύπωση δεν προκαλεί στον αναγνώστη, είναι κάτι που άμεσα περνά στο «έξυπνο εύρημα» ώστε ο αφηγηματικός χρόνος να συμπυκνωθεί σε μία μέρα. Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι το αίτημα για βοήθεια, βρισκόμαστε στη δεκαετία του ενενήντα, άντρες όπως ο Μαξ δεν συνηθίζουν να ζητούν βοήθεια, καταφύγιο στο αλκοόλ, στο σεξ και στα ναρκωτικά ναι, να αρθρώσουν όμως αίτημα για βοήθεια όχι. Είναι μια ρωγμή και αυτή στην αντρική πανοπλία, ρωγμή που σημαίνει μια πρώτη επικοινωνία του ισχυρού αρσενικού με το συναίσθημά του, μια αχίλλειος πτέρνα για κάποιους, μια προσαρμογή για κάποιους άλλους, αδιάφορο για τους λοιπούς κατά αντιστοιχία με το άσμα σύμφωνα με το οποίο «και οι άντρες κλαίνε».

Και εμείς οι λοιποί, βάζω και τον εαυτό μου μέσα σε μια απόπειρα να στερεώσω τη γαματοσύνη μου σε πόδια δυνατά, όσο και αν στεναχωριόμαστε για τα δεινά που ένας προνομιούχος αντιμετωπίζει, δίνοντάς του τον χώρο και τον χρόνο να τα αφηγηθεί, δεν νιώθουμε την ανάγκη ή και την υποχρέωση να τον πάρουμε μια παρηγορητική αγκαλιά, να του ψιθυρίσουμε στο αυτί πως όλα καλά θα πάνε, να του συμπαρασταθούμε, σκεφτόμαστε ακριβώς αυτό που επέλεξε και ο Μαξ να κάνει, διέθεσε μέρος του πλούτου σου και κατέφυγε σε έναν ειδικό. Κρίμα αλλά και τι να κάνεις, όταν ο κόσμος τριγύρω υποφέρει και αδυνατεί να  ανταποκριθεί στην ίδια την επιβίωση. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ξέρουμε αρκετούς σαν τον Μαξ, ίσως όχι τόσο πλούσιους, αλλά πιο πλούσιους και προνομιούχους από τον μέσο όρο, που μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους. Και το σκέφτομαι αυτό κάθε φορά που διαβάζω τις ιστορίες των χαρακτήρων του Ουελμπέκ, τον ορατό κόσμο μας εν πολλοίς κατοικούν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά δεν μπορούμε να νιώσουμε την απαραίτητη ενσυναίσθηση και δεν νιώθουμε ενοχή γι' αυτό. Και ένα βήμα παραπέρα, στέκει η ταύτιση, η μάχη με τον εαυτό μας πως δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου, δεν είμαστε οι αδύναμοι που έχουμε ανάγκη να μας συντρέξουν, πως είναι δικό μας το προνόμιο δική μας και η υποχρέωση αν θέλουμε να ζητήσουμε βοήθεια, είναι κάτι που μας τοποθετεί με τρόπο ίσως παράδοξο στην άκρη της σκηνής, μας μαθαίνει κάτι αν είμαστε διατεθειμένοι να το ακούσουμε.

Ίσως να είμαστε, να είμαι, πιο ευαίσθητοι να διακρίνουμε μια ειρωνεία πίσω από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τον συγγραφέα να πετάει τον χαρακτήρα στην αρένα, γυμνό και τρωτό, έρμαιο στις ορέξεις ομοίων και εχθρών, οι πρώτοι θα σκεφτούν τι φλώρος θεέ μου, οι δεύτεροι θα τον περιγελάσουν, ενώ εκείνος θα εκλιπαρεί για τον χρόνο της ψυχαναλύτριας, μέσα στο χοντρό και δυστυχισμένο σαρκίο του, εκείνος που συχνά ένιωσε βασιλιάς του κόσμου, δυνατός και άτρωτος, κυρίαρχος των πάντων, τώρα θέλει έναν ώμο να κλάψει, ένα αυτί να ακούσει όσα έχει να πει προς υπεράσπισή του. Και ίσως αυτό να είναι που με έλκει στις ιστορίες αυτές, γραμμένες από άντρες για άντρες, ρωγμές στο προνόμιο που όμως δεν είναι θανατηφόρες, ακόμα και μια αυτοκτονία, πάντοτε υπάρχει αυτό το διακύβευμα στη σκηνή, είναι μια επιλογή προνομίου, ακόμα μια επιβεβαίωση αυτού.

Η παρατεταμένη και ποικιλόμορφη έκθεση σε λογοτεχνία όπως αυτή του ΣούπερΤεξ μου επιτρέπει να νιώθω σίγουρος για το λογοτεχνικό μου βλέμμα και ένστικτο, πως μπορώ να διακρίνω την αξία, κάτι που στη λογοτεχνία του μη προνομίου ακόμα βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, αφού η φωνή «άσε και κανένα άλλο να μιλήσει επιτέλους» είναι έμπλεη ενοχής για τον χώρο που τους στερήθηκε, οι φωνές αυτές πρέπει πρώτα να ακουστούν και ύστερα να κριθούν με όρους υψηλής λογοτεχνίας, ίσως, επιτρέποντας στις φωνές αυτές να ακουστούν, η πρόσληψη του κόσμου και ακολούθως και της λογοτεχνίας να αλλάξει, να μεταβληθεί, να μετατοπιστεί, να ανοικοδομηθεί, κάτι νέο να ανατείλει, ίσως. Το ΣούπερΤεξ παρότι το διάβασα σε ένα πρωινό κατέλαβε ένα σημαντικό εμβαδό μέσα μου, μυθιστόρημα κατά τόπους καθηλωτικό, όταν η πρόζα του Λέον ντε Βίντερ συγχρονιζόταν με το συναίσθημα του Μαξ, με τα ίχνη του συναισθήματος για την ακρίβεια, όταν ένιωθε πως δεν ήταν αυτός που πίστευε, όταν ένιωθε αμφιβολία, έστω και σε ελάχιστο βαθμό για άντρες όπως αυτός είναι αρκετό και το ελάχιστο ρίχτερ ώστε η κατασκευή να ταρακουνηθεί σύγκορμα.

Με τον τρόπο τους, βιβλία όπως αυτό, υπονομεύουν τον ίδιο τους τον εαυτό, γι' αυτό ίσως ακόμα να μπορούν να σταθούν αναγνωστικά, παρότι σε μεγάλο βαθμό, προείπα, παρωχημένα, χτεσινά, ίσως γιατί το αντρικό προνόμιο έχει αντικατασταθεί από άλλα προνόμια, ανεξαρτήτως φύλου, θα μπορούσε να είναι η Μαξ που μας αφηγείται την ιστορία αυτή, θα μπορούσε να είναι ο Μαξ εκείνος ο αναγνώστης που θα έλεγε πως μια τέτοια ιστορία δεν με ενδιαφέρει, ας βρει τη λύση μόνη της, δεν μπορώ να ασχοληθώ μαζί της. 

υγ.Ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει είναι Ολλανδού συγγραφέα, οι Ιεροτελεστίες του Νόοτεμποομ, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Ινώ Μπαλτά
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

American darling - Russell Banks

(αύριο κυκλοφορεί Το μαγικό βασίλειο του σπουδαίου Ράσελ Μπανκς, πέρυσι το καλοκαίρι διάβασα το εξαντλημένο δυστυχώς American darling, να μια ευκαιρία να ανεβεί αυτό το κείμενο) 

Επιστροφή στο νησί, δύο χρόνια μετά, στο φιλόξενο σπίτι. Μια από τις τελετουργίες η επανεξέταση της βιβλιοθήκης, τι προστέθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, πώς αναδιαμορφώθηκε, τι θα δανειζόμουν, πόσο άλλαξα από την τελευταία φορά, οι βιβλιοθήκες είναι καθρέφτης. Τον Ράσελ Μπανκς τον γνώρισα αργά, ο Κ. είχε επιμείνει να διαβάσω Το γλυκό πεπρωμένο, τον ευγνωμονώ συχνά πυκνά (και) γι' αυτό. Το Oh, Canada ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι. Στη θέα του American darling δεν αντιστάθηκα, ήταν πρωί, το προηγούμενο βράδυ είχα τελειώσει τα υπέροχα Φωτεινά μονοπάτια της σπουδαίας Μάργκαρετ Ντραμπλ, γύρευα επόμενο βιβλίο, το είχα βρει, βγήκα στο μπαλκόνι.

Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση ποταμός, μια τεράστια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του παρελθόντος, χρωστούμενα που ζητάνε την ικανοποίησή τους, κομμάτια που σιγά σιγά ενώνονται για να δώσουν μια πλήρη εικόνα της ζωής της Χάνα Μάσγκρεϊβ, που πλέον διευθύνει μια μεγάλη φάρμα πίσω στην αμερικανική επαρχία μετά από χρόνια που έζησε στη Λιβερία, ένας απολογισμός ζωής.

Ένας τέτοιος απολογισμός ελάχιστη αιτιοκρατία μπορεί να προσφέρει, μια άναρχη διαδοχή γεγονότων και καταστάσεων, εκεί που στην ιστορία ενός μικρού αφρικανικού κράτους διακλαδώνεται η ατομική ιστορία μιας Αμερικάνας, που βρέθηκε στην Αφρική εγκαταλείποντας τη χώρα της στην οποία ήταν καταζητούμενη λόγω της πολιτικής της δράσης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας με πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια περίοδο που το καζάνι έβραζε, που ένα καλύτερο αύριο ήταν υπό διεκδίκηση, όταν ακόμα η παρτίδα ήταν ανοιχτή σε όλα τα αποτελέσματα, εκείνη άλλαξε όνομα, απέκτησε διαβατήριο, διέφυγε στην Αφρική, πέρασε τα σύνορα της Λιβερίας, γνώρισε, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια με έναν υπουργό του τότε αμερικανόφιλου δικτάτορα, είδε τα κόζια να αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ζωή της εκεί, για να επιστρέψει ξανά εκεί από όπου έφυγε, κάποιες στιγμές ο προσανατολισμός απολύεται. Και ανάμεσα σε όλα, σε περίοπτη θέση οι χιμπατζήδες, οι ονειρευτές όπως εκείνη τους αποκαλούσε.

Φιλόδοξο και χορταστικό, να μια συνοπτική αποτίμηση. Είναι το τρίτο βιβλίο του Μπανκς που διαβάζω, το πλέον φιλόδοξο όλων, το πλέον μαξιμαλιστικό, το πλέον σύνθετο στην κατασκευή, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Μια ιστορία μυθοπλασίας που αποτελείται από κομμάτια πραγματικότητας, το αληθοφανές ως προσδιορισμός δεν είναι αρκετός, εδώ έγκειται ο συγκλονισμός της πλοκής, όχι στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά στον τρόπο σύνθεσης διάφορων υποϊστοριών, πραγματικών συμβάντων, ώστε να παραχθεί μυθοπλασία, λογοτεχνία υψηλής στάθμης και όχι απλώς ένα άλμπουμ από διαφάνειες της αφρικανικής ιστορίας, της νέας μορφής της αποικιοκρατίας μετά τη φαινομενική λήξη της με την ανεξαρτητοποίηση χωρών όπως η Λιβερία.

Και για να λειτουργήσει όλος αυτός ο μηχανισμός σύνθεσης η Χάνα, ως κυρίως πρόσωπο της πλοκής, αλλά ταυτόχρονα και αφηγηματικό υποκείμενο, οφείλει να είναι πειστική, πειστικός και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα της μεταποιήθηκε κάτω από την πίεση της ιστορίας, των συμβάντων και των γεγονότων που ξεπερνούν το ανθρώπινο, η βαριά μπότα που αδιαφορεί για το πού πατάει, τα όρια που ξεπέρασε χωρίς να ξέρει πώς, είπαμε, εδώ η αιτιοκρατία αδυνατεί να ανταποκριθεί. Και ο Μπανκς, άψογα, κατασκευάζει τη Χάνα με κατάλληλες δόσεις ποικιλομορφίας, μια σύνθεση από ζεύγη αντιθέτων, μια αντίστιξη ανθρώπινη ακόμα και σε καταστάσεις μη ανθρώπινες, ένα πρόσωπο τσαλακωμένο αλλά ζωντανό που στο τέλος της διαδρομής αναθυμάται και ανασυνθέτει το μονοπάτι, απίστευτο πώς, έφτασε ως εδώ, χωρίς να χάνει το μέγεθος που αναλογεί στο ανθρώπινο, χωρίς να υπερβαίνει την ιστορία, χωρίς να την ελέγχει, χωρίς να την κατανοεί πλήρως, χωρίς να νιώθει ηρωικά, χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί ή να διδάξει, απλά να ανασυνθέσει, αυτή η ανάγκη της είναι που προσδίδει την πειστικότητα, παρέα με την άγνοια, την τυχαιότητα, τις τύψεις, την παραδοχή πως κυρίως ακολούθησε τη ροή των γεγονότων, την ανάγκη για ύπαρξη δρόμων μονής και υποχρεωτικής κατεύθυνσης, το μέγεθός της, το ελάχιστο αποτύπωμα στην ιστορία, ένας αδιάφορος παραπόταμος.

Παρότι το εγώ κυριαρχεί αφηγηματικά, παρότι η Χάνα είναι διαρκώς παρούσα στην αφήγηση, δεν υπερβαίνει την ιστορία, είναι ένα απλό πιόνι, ασχέτως αν διατηρήθηκε σε μεγάλο μέρος της παρτίδας στο ταμπλό, ασχέτως αν φαινομενικά κάποιες στιγμές οι κινήσεις της έμοιαζαν να είναι σημαντικές για την κατάληξη, δεν ήταν. Σκέφτομαι πως σε ένας αντίστοιχης θεματικής μυθιστόρημα, χαμηλής στάθμης, η Χάνα θα υπερέβαινε την ιστορία, είναι σαν να διαβάζω το οπισθόφυλλο: μια απλή γυναίκα που υπερέβη την ιστορία· έτσι θα έλεγε ο κειμενογράφος και έτσι θα ήταν, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια κακή λογοτεχνία, απόπειρα εντυπωσιασμού, ακόμα και αν επρόκειτο για αληθινή ιστορία, για πραγματικό πρόσωπο, ακόμα και έτσι θα ήταν κίβδηλο και διόλου πειστικό. Άλλωστε, αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει ειδολογικά το American darling, αναπόφευκτα θα το κατέτασσε στο ιστορικό μυθιστόρημα, λογοτεχνικό είδος που πάσχει από διάφορες παθογένειες εν γένει, υβρίδιο καθώς είναι, μια απόπειρα μίξης, διαδεδομένη δυσανάλογα με τη δυσκολία στην υλοποίηση.

Ταυτόχρονα, και ευφυώς, ωστόσο, ο Μπανκς αναμειγνύοντας το ατομικό στο συλλογικό, καταφέρνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα υπό το πρίσμα της ατομικής εμπλοκής, η Χάνα ως υποκείμενο και η Χάνα ως παρατηρήτρια, προσφέροντας έτσι μια προσομοίωση του μεγέθους, ασύλληπτου κατά τα άλλα, παρά μόνο με όχημα την ατομική ιστορία μέσα στο πυκνό κυκλοφορικό σύστημα. Θα ήταν αφελές και μειωτικό κάποιος αναγνώστης-κριτικός να ισχυριστεί πως ο Μπανκς καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την πρόσφατη ιστορία της Λιβερίας, κάτι τέτοιο θα ήταν ενάντιο στη συγγραφική πρόθεση, μια προσομοίωση μόνο θα μπορούσε να είναι και αυτό είναι, ένα εμβαδό στο οποίο μπόρεσε να στήσει μια σύνθετη, σε μέτρα ανθρώπινα ωστόσο, πλοκή, τη ζωή της Χάνα, μια σύνθεση που όσο σύνθετη και να μοιάζει, δεν είναι παρά μια απλοποιημένη υποεκδοχή της μεγάλης εικόνας, μια παράδοξη και ιδιότυπη δήλωση άγνοιας, μια παραδοχή του πεπερασμένου της ατομικής αντίληψης ακόμα και από ένα τέτοιο λογοτεχνικό μυαλό, όπως αυτό του Μπανκς.

Όπως, επίσης, μειωτικό θα ήταν να ισχυριστεί κάποιος πως το μυθιστόρημα είναι ένα κατηγορώ απέναντι στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, μειωτικό γιατί θα ήταν απλοϊκό και προφανές, ένα στρατευμένο μυθιστόρημα που θα αναδείκνυε τον βρώμικο ρόλο της υπερδύναμης, ο Μπανκς διαθέτει και πετυχαίνει μεγαλύτερη φιλοδοξία από το απλοϊκό και προφανές, εδώ, είπαμε, έχουμε να κάνουμε με λογοτεχνία από το ψηλό ράφι.

Χορταστικό και φιλόδοξο, κατά διαστήματα φρικώδες αλλά καθηλωτικό, το American darling δύσκολα μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, δυστυχώς εξαντλημένο, γαμώτο.

υγ. Προηγήθηκαν: Το γλυκό πεπρωμένο (εδώ) και το Oh, Canada (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Τάκης Κιρκής
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ - Mordecai Richler

Ένα μεγάλο χορταστικό μυθιστόρημα επιθυμούσα, θα χώριζε τη μέρα στα δύο, ένας κόσμος συμπλήρωμα στην τρέχουσα ρουτίνα, μια σταθερά. Με το υποδεκάμετρο στο βλέμμα περιέτρεξα τις διάφορες στοίβες με τα βιβλία σε αναμονή. Θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του προσωρινού (ουδέν μονιμότερου) πυργίσκου, έπιασα στα χέρια μου ένα απωθημένο ετών, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ. Να τι προηγήθηκε της ανάγνωσης αυτής· ένα χορταστικό μυθιστόρημα, ένα καταφύγιο, να τι περιελάμβανε ο ορίζοντας προσδοκιών.

Η οικογένεια Γκάρσκυ, που βρήκε καταφύγιο στον παγωμένο αμερικανικό βορρά, εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία, τα όρια και τα παραθυράκια του νόμου, σε μια ρευστή εποχή απαγορεύσεων και ανάπτυξης παράλληλων αγορών, ηγήθηκε εν τέλει μιας παντοκρατορίας παραγωγής και διάθεσης αλκοόλ, στο τώρα επιτυχημένοι επιχειρηματίες που τα ίχνη του λαθρεμπορίου ολοένα και χάνονται στο παρελθόν.

Ο διανοούμενος, μοναχικός και αλκοολικός, Μόζες Μπέργκερ, άλλοτε παιδί-θαύμα των γραμμάτων, που το μέλλον του έμοιαζε να είναι στρωμένο με ένα παχύ χαλί απορρόφησης αναταράξεων και κραδασμών προς τη δόξα και την καταξίωση, πάσχει από την εμμονή της βιογράφησης ενός εκ των παιδιών του γεννήτορα Γκάρσκυ, του Σόλομον. Η εμμονή, η κάθε εμμονή, γεννιέται ξαφνικά και από ελάχιστη πρώτη ύλη, έτσι και αυτή αναπτύχθηκε από την παρουσία με τον πατέρα του σε μια δεξίωση της οικογένειας για την οποία δούλευε, όταν ο Μόζες ήταν ακόμα νεαρός, συνομήλικος των παιδιών του Σόλομον, που από κάποια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε, χωρίς κανένας να είναι απόλυτα σίγουρος για την τύχη του, νεκρός ή φυγάς;

Το βιβλίο αποτελείται από μια σύνθετη και πυκνή διακλάδωση δύο κεντρικών αρτηριών, η μια, η έρευνα του Μόζες και η άλλη, η ζωή του, πρόκειται για μια μεταμοντέρνα κατασκευή που εσωκλείει τη διαδικασία και την απόπειρα συγγραφής της βιογραφίας του Σόλομον Γκάρσκυ, περιλαμβάνοντας και την αφήγηση της ζωής του ίδιου του ερευνητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, να σκιαγραφήσει δύο αιώνες ιστορίας ενός νεοσύστατου κράτους, τον τρόπο με τον οποίο οι συσχετισμοί διαμορφώθηκαν φτάνοντας στο σήμερα της αφήγησης, να πει εν τέλει μια χορταστική ιστορία με τρόπο ιδιοφυή.

Αρχικά, η παρουσία μιας ευδιάκριτης και τεράστιας συγγραφικής φιλοδοξίας, παράλληλα με τη σταδιακή ένταξη του αναγνώστη στο αφηγηματικό περιβάλλον, στο οποίο αρχικά νιώθει χαμένος, παρότι γοητευμένος, ακολουθεί την αφήγηση με τα χρονικά μπρος πίσω και τις διαρκείς εναλλαγές προσώπων, αργότερα, ο θαυμασμός, πανταχού παρών και συνοδοιπόρος μέχρι τις τελευταίες σελίδες, τελικώς, η χαλάρωση και το άφημα στα χέρια του αφηγητή, τριτοπρόσωπου και καλά καμουφλαρισμένου εντός του σώματος της αφήγησης, πότε ο αναγνώστης υποψιάζεται τον συγγραφέα του βιβλίου και πότε τον Μόζες, πότε ένας παντογνώστης αφηγητής και πότε ένας μελετηρός ερευνητής, που μέσα στα χρόνια παλεύουν με τα κομμάτια του παζλ που λείπουν, καταφεύγουν σε βιβλιοθήκες και παλαιοπωλεία, ώρες γραφής, στέκονται σε μια αποστροφή του λόγου ή στη συμπτωματική παρουσία ενός αντικειμένου, ενός πίνακα ζωγραφικής για παράδειγμα, και πια, από ποια στιγμή και ύστερα άραγε;, η ζωή τους έχει γίνει ένα με την έρευνα, όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τους ίδιους.

Η αληθοφάνεια προσώπων και καταστάσεων, παρότι διαρκώς υπό αίρεση, βρίσκεται εκεί, απαραίτητη συγκολλητική ουσία για το δέσιμο της περίπλοκης κατασκευής, μια ιστορία την οποία ο συνθέτης γνωρίζει εις βάθος, εκεί είναι και τα κομμάτια που λείπουν, όλα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα επεισόδια της ζωής των χαρακτήρων, πρώτων και δεύτερων ρόλων, και όλα αυτά χωνεμένα πλήρως στη μεγάλη εικόνα, στην ιστορία των δύο αυτών αιώνων, μια σειρά από ηθικά διλήμματα, από αποφάσεις πλεύσης, χωρίς καμία διδακτική ή κριτική διάσταση να τα σκιάζει, πρόσωπα αφημένα ελεύθερα στην αρένα. Το εμβαδό που καταλαμβάνει ο κόσμος του μυθιστορήματος εκτείνεται αρκετά έξω από τα όρια του βιβλίου, δεκάδες νήματα στέκουν παρατεταγμένα, δεκάδες σημεία ανάπαυσης και παρατήρησης προσφέρονται, δεκάδες όρμοι και κορυφές, ένας κόσμος ολόκληρος χώρεσε στις σελίδες αυτές, άλλος τόσος, τουλάχιστον, περίσσεψε.

Ο Ρίχλερ, γεννημένος το 1931στο Μόντρεαλ, τοποθετεί τον πήχη σε ιλιγγιώδες ύψος, καταφέρνει με σχετική άνεση να τον υπερκεράσει, να πείσει πως οι προθέσεις του υλοποιήθηκαν, αποτυπώθηκαν στο χαρτί, την ίδια στιγμή που κάθε καινούργια πρόταση δείχνει εύθραυστη, πως θα μπορούσε να είναι η τελευταία πριν ο συγγραφέας παρατήσει το φιλόδοξο σχέδιο, λυγίζοντας κάτω από το ίδιο το βάρους της υπό ανέγερση κατασκευής, πως αυτή η οριακή μόλις παρουσία του Σόλομον Γκάρσκυ, μια φευγαλέα ματιά και μετά απουσία, θα έπαυε να λειτουργεί, αυτή η χίμαιρα θα αναδεικνυόταν σε απόλυτο νικητή, όμως όχι, το απατηλό άντεξε, η εμμονή επικράτησε της ματαιότητας, γιατί κάποιος να θέλει να βιογραφήσει ένα φάντασμα; Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Η μεγάλη φόρμα, γνώμη μου είναι, όταν φτάνει σε αντίστοιχα ύψη με το Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, δικαιολογεί γιατί είναι η κορωνίδα του γραπτού λόγου, καλός ο μινιμαλισμός, η επιλογή της μιας έναντι της άλλη λέξης, αλλά εδώ το διακύβευμα είναι τερατώδες, υπεράνθρωπο, το δέος κατά την περιδιάβαση, αλλά και μετά, στο τέλος της ανάγνωσης όταν ο οδοιπόρος κοιτάζει πίσω του τη διανυθείσα διαδρομή, το δέος τότε έρχεται να βασιλεύσει επί κάθε άλλου συστατικού απόλαυσης, δέος και θαυμασμός από την πρώτη σπίθα που φώτισε στιγμιαία την επικράτεια που εν τέλει κατέλαβε το μυθιστόρημα, δέος και θαυμασμός μέχρι το τελευταίο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, πριν την τελευταία τελεία. 

Είναι απαιτητικό; Τόσο που η λέξη δεν το υποστηρίζει παρά εν μέρει. Αποζημιώνει; Τόσο που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτυπωθεί.

Αρκετές φορές αναλογίστηκα τις αντιστοιχίες με Τα βιβλία του Ιακώβ της Τοκάρτσουκ, οι αναλογίες πρόδηλες, κυρίως ωστόσο διαρκώς στεκόμουν σε μία από αυτές, εκείνη που ερχόταν αντιστικτικά να σταθεί απέναντι στο ερώτημα: γιατί συνεχίζω μαγεμένος την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, τόσο μεγάλου, του οποίου η πλοκή μου φαίνεται αδιάφορη, μακριά από τις επιθυμίες και τα γούστα μου, και πριν απαντήσω απλά γυρνούσα τη σελίδα, τόσο κρατούσε η αναρώτηση, και συνέχιζα μαγεμένος την αναγνωστική περιδιάβαση. Και αυτό το αίσθημα έμεινε να αιωρείται σε κάθε ελάχιστη σχισμή της ανάγνωσης, αυτό το άγνωστο γιατί συνεχίζω, ακόμα καλύτερα, αυτό το άγνωστο γιατί δεν μπορώ να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου;

Η ιστορία, παρά τις όποιες λεπτομέρειες και διαφοροποιήσεις, μοιάζει οικεία, το λαθρεμπόριο και η εμμονή, επίσης, το πώς έφτασαν κάποιοι στην επιτυχία και την επιχειρηματική καταξίωση, αυτό και αν είναι οικείο, το πώς ένα μυαλό κλείδωσε και εγκλωβίστηκε ιδία, ως ενός σημείου, βούληση σε έναν λαβύρινθο αδιεξόδων, και όμως, ο τρόπος του, όχι τόσο στην ίδια την αφήγηση αλλά στη σύνθεσή της, ο τρόπος με τον οποίο ο ερευνητής μελετάει τα αρχεία, ο τρόπος που το πάθος (ή εμμονή, αν σας κάθεται καλύτερα) κατακλύζει το μυαλό, την ύπαρξη εν γένει, το πάθος εκείνου που σχολαστικά επιμένει να γυρεύει την αλήθεια, το ντοκουμέντο, την ακριβή λεπτομέρεια, παρότι το πάθος αυτό είναι καμουφλαρισμένο πίσω από τη μη ηθική ακεραιότητα του υποκειμένου της αφήγησης, από τις ατέλειες του, είναι διάχυτο από άκρη σε άκρη, το πάθος εκείνου ήταν, θεωρώ, το πρώτο κύτταρο έμπνευσης πριν τη διαίρεση. Μια τόσο σύνθετη ιστορία, με πλήθος από λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, για να αποτυπωθεί η εμμονή του ερευνητή, αυτό το άγνωστο γιατί που συνοδεύει όλη τη σπουδαία λογοτεχνία, όλη τη συγγραφή, την ανάγκη μας να λέμε και να διαβάζουμε ιστορίες, κάποτε γύρω από τη φωτιά, κάποτε στο παιδικό δωμάτιο, σήμερα.

Και έτσι η μέρα χωρίστηκε στα δύο, όσα έπρεπε να γίνουν και όσα ήθελα να γίνουν, το αποκούμπι ήταν εκεί. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα ανθρώπινο επίτευγμα.

υγ. Για Τα βιβλία του Ιακώβ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Γεωργαλίδη, Στράτης Μπουρνάζος
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Πέρα από τη συναίνεση - Ευάρεστος Πιμπλής

Πρωτόλειο μυθιστόρημα από τον γεννημένο το 1999 Ευάρεστο Πιμπλή, που ζει και εργάζεται στο Παρίσι, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πέρα από τη συναίνεση, γραμμένο στα ελληνικά και τα γαλλικά, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο από τις εκδόσεις Πόλις και μας μεταφέρει σε ένα μέλλον κοντινό, στο 2032, δεκαπέντε χρόνια μετά το #MeToo, όταν η συναίνεση έχει πια καθιερωθεί και νομοθετηθεί, όταν το «ναι» σημαίνει ναι και το «όχι» σημαίνει όχι, ωστόσο το «ναι», αντίθετα με το σαφές «όχι», παραμένει κάπως ανεξερεύνητο ως έννοια.

Δύο κεντρικά πρόσωπα, ο Ενζό και ο Εμίλ, οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των οποίων αποτελούν το πρώτο και το τρίτο μέρος του μυθιστορήματος, ενώ το ενδιάμεσο αποτελεί μια σύνθεση από άρθρα γνώμης, δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και αναρτήσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο Ενζό, ένας αντρικός χαρακτήρας που ολοένα και απουσιάζει από τη σύγχρονη λογοτεχνία, αλλά ευδοκιμεί αφειδώς στον κοινωνικό ιστό, αφηγείται την ιστορία του, πώς έφτασε να βρίσκεται στο στόχαστρο των κοινωνικών δικτύων ως ένοχος τέλεσης αξιόποινων πράξεων, όπως η ομοφοβική επίθεση που καταγράφηκε από το κύκλωμα ενός καφέ. Μεγάλωσε και ενσάρκωσε το αρσενικό πρότυπο, γυμνασμένος, πετυχημένος επαγγελματικά, εμμονικός με το σεξ, ένας χαρακτήρας που θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από την προκλητική πένα του Ουελμπέκ, ένας διόλου αγαπητός τύπος, καθ' όλα προνομιούχος, που γυρεύει, με τον τρόπο του, την ενσυναίσθηση και την κατανόηση των άλλων.

Και ο Εμίλ, που παλεύει μέσα από τη σεξουαλικότητά του να κατανοήσει τα όρια του εαυτού του, να επισκεφτεί τις πλέον απομακρυσμένες επικράτειες της σκέψης και των συναισθημάτων του, γεννημένος σε μια μικρή επαρχία, δεχόμενος όλες τις κοινότοπες αλλά βαθιά τραυματικές επιθέσεις από τον κοινωνικό περίγυρο, θα βρει καταφύγιο στην ανωνυμία και την ανοιχτότητα του Παρισιού, μια πολλάκις ειπωμένη ιστορία queer ενηλικίωσης. Η συνάντηση των δυο τους, δύο πορείες παράλληλες και αντιθετικές που διασταυρώνονται, θα δημιουργήσει τους δύο πόλους, τη συντηρητική ανδροπρέπεια και τη διάπλαση μιας ρευστής ταυτότητας, τις υπό κατάρρευση βεβαιότητες και τις υπό ανοικοδόμηση αμφιβολίες, θα αποκαλύψει, ωστόσο, και ένα κοινό έδαφος, μια κοινή επιθυμία, εκείνη της βίας, που κατοικεί καταχωνιασμένη στη μυχιότητα, το σύνολο των εμπειριών, σκέψεων και συναισθημάτων, όπως ο συγγραφέας επέλεξε να αποδώσει στα ελληνικά το αγγλικό intimacy.

Το Πέρα από τη συναίνεση είναι ένα μυθιστόρημα δοκιμιακού χαρακτήρα, η πλοκή μοιάζει να είναι η αφορμή για τη διερεύνηση της ανθρώπινης μυχιότητας, εστιάζοντας στο άτομο και μέσω αυτού στο κοινωνικό σύνολο, επιτρέποντας στον σύνθετο καμβά των πολλαπλών εκδοχών τού ανθρώπινου να αποκαλυφθεί, κόντρα σε αυτό που για αιώνες αποτέλεσε ένα δυαδικό ζεύγος, άντρας-γυναίκα, ενώ ταυτόχρονα, με το ενδιάμεσο μέρος, δίνει τον απαραίτητο χώρο να αποτυπωθεί η κοινή γνώμη, μια αντανάκλαση των κοινωνικών ζυμώσεων. Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να περιοριστεί σε αυτό το Πέρα από τη συναίνεση.

Ο Πιμπλής έχει εκ των προτέρων διαρθρώσει τη δομή, τα πρόσωπα, τα συμβάντα, τη σύγκρουση, στον ενδιάμεσο χώρο επιτρέπει στον στοχασμό να ευδοκιμήσει, μια συνθήκη αλληλοτροφοδοτούμενη προκύπτει, έτσι, τα πρόσωπα που εκκινούν από στερεοτυπικά μοντέλα αποκτούν ατομικές ιδιαιτερότητες, μια δυναμική διεργασία αποκαλύπτεται, μια διαρκής αναρώτηση, η απόπειρα να συμπεριληφθούν όσο το δυνατόν περισσότερες γωνίες θέασης, μακριά από ετεροκεντρικές βεβαιότητες, υποστηρίζοντας πλήρως τον δυναμικό και απεριόριστο χαρακτήρα της διερεύνησης του ανθρώπινου. Και αυτό είναι κάτι που ανέκαθεν κάνει η μυθοπλασία, εκεί που το δοκίμιο –με την αυστηρότητα της φόρμας και του περιεχομένου– γυρεύει συμπεράσματα, η λογοτεχνία θέτει ερωτήματα, σπάνια δίνει οριστικές απαντήσεις, ανοίγει διάλογο, που τον αφήνει ανοιχτό, και έτσι μπορεί να συμπεριλάβει το εδώ και το τώρα, να αποτυπώσει τη σύνθετη και χαοτική συγχρονία.

Και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σε αυτό το μυθιστόρημα εκείνο που με ενθουσίασε ήταν, όχι το εύκολα εντοπίσιμο εύρος της θεωρητικής σκευής και σκέψης τού συγγραφέα ή οι πρόδηλες λογοτεχνικές του αρετές, αλλά η διάθεσή του να μην εγκλωβιστεί, να συνεχίσει, μέχρι τέλους να συνδιαλέγεται, να στοχάζεται, να αναρωτιέται και να το κάνει αυτό με όρους καλής λογοτεχνίας, κρύβοντας επιμελώς το συγγραφικό υποκείμενο, επιτρέποντας στη φρεσκάδα της παρατήρησης να παρασύρει συνολικά το μυθιστόρημα, χωρίς άγονο διδακτισμό και αδιάφορη πρόκληση, χωρίς να διαλαλεί πως κάνει κάτι σπουδαίο, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά, χωρίς να γυρεύει μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση για το βιβλίο του.

Ένα αξιοσημείωτο ντεμπούτο.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Πόλις

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Χωριστά δωμάτια - Pier Vittorio Tondelli

Η ιταλική λογοτεχνία, τα τελευταία λίγα χρόνια, έχει επανέλθει δυναμικά στο πρόγραμμα των εγχώριων εκδοτικών οίκων. Σύγχρονη, κάπως παλιότερη, αλλά και κλασική σοδειά, και αυτό είναι μια υπενθύμιση ή ανακούφιση πως, κάτω από φαινομενικά και εξ αποστάσεως στάσιμα ύδατα, στη γείτονα χώρα υπάρχουν μερικά σημαντικά, το καθένα από το μετερίζι του, βιβλία και ενδιαφέροντες συγγραφείς. Καθόλου αναπάντεχα η Ιταλία υπήρξε τιμώμενη χώρα στην πρόσφατη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Από τις εκδόσεις Πόλις, σε καλή μετάφραση της Δέσποινας Γιαννοπούλου, κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημα του Πιερ Βιτόριο Τοντέλι, Χωριστά δωμάτια, που πρωτοεκδόθηκε το 1989.

Είναι η ιστορία του Λέο και του Τόμας, που υπήρξαν ζευγάρι, με τα πάνω και τα κάτω τους, τις αγάπες και τους τσακωμούς τους, την απόσταση και τη διακεκομμένη παρουσία του ενός στη ζωή του άλλου, συνθήκη παράδοξα συγκολλητική, τα χωριστά δωμάτια. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση ξεκινάει όταν ο Τόμας είναι πια νεκρός, τότε ο Λέο, τριάντα δύο ετών, πετυχημένος συγγραφέας, χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Θυμάστε τα καρτούν, που όταν η γη υποχωρούσε, ο ήρωας έτρεχε για να μη μείνει και βυθιστεί στο κενό; Ο Λέο θα ξεκινήσει για ένα ταξίδι, καθόλου σχεδιασμένο, με μυαλό και καρδιά μουδιασμένα, η Ευρώπη που αλλάζει, το σπίτι που μεγάλωσε φαινομενικά αναλλοίωτο, οι απέραντες εκτάσεις της Βόρειας Αμερικής, εικόνες στο βάθος και μπροστά τους ο Λέο να κινείται παρότι παγωμένος, η βύθιση στο παρελθόν αναπόφευκτη, το πριν της σχέσης του με τον νεαρό υποσχόμενο πιανίστα, τα παιδικά του χρόνια, οι αναζητήσεις, οι απαντήσεις που γύρεψε στη θρησκεία και στις τελετές, τα πρώτα φλερτ, η ενηλικίωση, αλλά και το κοντινό παρόν, η σχέση με τον Τόμας, οι πρώτες ματιές, τα κλειστά δωμάτια, τα όμορφα πρωινά, τα ταραγμένα βράδια· ο χρόνος σταμάτησε στην είδηση του θανάτου του, ή ίσως, λίγο αργότερα, στην κηδεία.

Προκύπτει, ίσως εύλογα, το ερώτημα: και τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η ιστορία μιας αγάπης χαμένης πια, η λογοτεχνία είναι γεμάτη από δαύτες. Ναι, είναι, και θα συνεχίσει να είναι. Αυτό ας το θεωρήσουμε δεδομένο. Οδηγούμαστε, έτσι, αναπόφευκτα στον τρόπο που η ιστορία δοκιμάζει να γίνει λογοτεχνία, να μην καταλήξει ένα αχρείαστο εγχειρίδιο απώλειας. Η ανάγνωση του βιβλίου του Τοντέλι  απαντά με τρόπο ξεκάθαρο. Ξεκινώντας από το υποκείμενο αφήγησης και τη φωνή του, δεν καταφέρνει να σταθεί σε συναισθηματική απόσταση, παρά την όποια απόπειρα που η παντογνωσία και ο ρόλος του επιβάλλει, λυγίζει υπό το βάρος της απώλειας, εκείνου που μένει πίσω να θρηνήσει, να δοκιμάσει να ξεφύγει από τις δαγκάνες, να γυρέψει το αντίδοτο, τη γιατρειά στον χρόνο, που θα θέσει πάλι σε λειτουργία το χέρσο χωράφι του συναισθήματος, που θα ξυπνήσει το σώμα. Και ο Τοντέλι το κάνει αυτό χωρίς να βυθίζεται στα αβαθή νερά του μελοδράματος, χωρίς στιγμή απευθυνόμενος στον αναγνώστη να πει: κοίτα τον καημένο· δοκιμάζοντας να εκβιάσει.

Όπως και του μελοδράματος, έτσι και του υπέρμετρα λυρικού, ο συγγραφέας διαφεύγει τεχνηέντως, χωρίς ωστόσο να περνά στην επικράτεια του άψυχου εγκεφαλικού, οι δόσεις πρέπει να είναι, και είναι, ακριβείς. Η πρόζα τού Τοντέλι είναι ζηλευτή και η μετάφραση της Γιαννοπούλου την αναδεικνύει κατά τη μεταφορά. Σ' αυτή καταφέρνει να μπολιάσει και το πλαίσιο εντός του οποίου τριγυρνά ο Λέο στα χαμένα, να ανοίξει έτσι το κάδρο, να μην περιοριστεί σε ένα ασφυκτικά κοντινό μονοπλάνο του, ο κόσμος, όπως και αν εκείνος νιώθει, είναι γρανάζι που συνεχίζει με θόρυβο να γυρνά αδιαφορώντας για τις όποιες στάσιμες μονάδες του. Έτσι, το αβάσταχτα ατομικό δράμα παίρνει τις διαστάσεις που του αναλογούν στην τεράστια εικόνα, και αυτό, παράσημο στο συγγραφικό πέτο, δεν το συνθλίβει αλλά αντίθετα αναδεικνύει τη μοναχικότητά του. Το πένθος είναι μια διεργασία αμιγώς προσωπική.

Τα Χωριστά δωμάτια διαθέτουν μια ιδιότητα που η καλή λογοτεχνία συνηθίζει να φέρει, να είναι ανοιχτή σε αρκετές γωνίες ανάγνωσης. Κάθε αναγνώστης, της τότε ή της τωρινής εποχής, κάτι διαφορετικό θα εντοπίσει ως άξονα περιστροφής, με κοινό ωστόσο παρονομαστή την απόλαυση που ένα καλό βιβλίο απλόχερα προσφέρει. Το μυθιστόρημα του Τοντέλι μου έφερε στον νου Το δωμάτιο του Τζοβάνι του τεράστιου Τζέιμς Μπόλντουιν.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Πέρυσι, πάλι σε μετάφραση της Δέσποινας Γιαννοπούλου, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Napoli mon amour του Αλέσιο Φορτζόνε, που μάλλον δεν πήρε όσα άξιζε αναγνωστικά, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για Το δωμάτιο του Τζοβάνι, μέχρι να επανακυκλοφορήσει, μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δέσποινα Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πόλις

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ - Μιχάλης Μαλανδράκης

Τρία χρόνια πριν, είχε προηγηθεί η νουβέλα Patriot, το ντεμπούτο του Μιχάλη Μαλανδράκη. Η τότε σύνοψη της ανάγνωσης περιελάμβανε την παρουσία προσδοκιών για το μέλλον και ειδικότερα για το δεύτερο, πάντοτε κρίσιμο, βήμα του Χανιώτη συγγραφέα. Η στιγμή ετούτη έφτασε και το Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ είναι εδώ και λίγο καιρό στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Είναι η ιστορία του Χάρη Αλεξιάδη, που τον χειμώνα του 1972, παιδί ακόμα, υπήρξε μάρτυρας, μέσα από τις συζητήσεις των γονιών του, της σύλληψης ενός γείτονα δημοσιογράφου. Τότε μπήκε μέσα του ο σπόρος της δημοσιογραφίας, μ' ένα περίβλημα εξόχως ιδεολογικό. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, την εποχή που η ιδιωτική τηλεόραση δυνάμωνε και άνθιζε, δημιουργεί την ανάγκη για πολεμικούς ανταποκριτές στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Ο Χάρης θα επισκεφθεί ξανά και ξανά τα ματωμένα εκείνα χώματα.

Ο Μαλανδράκης, που εργάζεται στο τμήμα μυθοπλασίας της ΕΡΤ, λαμβάνει μια καθοριστική κατασκευαστική απόφαση ερχόμενος αντιμέτωπος με την πρόκληση της μεγάλης φόρμας, κάνοντας χρήση και των κινηματογραφικών του γνώσεων. Χωρίζει το μυθιστόρημα σε αρκετά ολιγοσέλιδα κεφάλαια, τα οποία τιτλοφορεί με τον τόπο και τη χρονολογία, και προβαίνει σε διαρκή χρονικά μπρος πίσω, πριν επιστρέψει στις τελευταίες σελίδες για να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε στο πρώτο κεφάλαιο. Πέρα από τη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία της κατασκευής, η απόφασή του αυτή αποδεικνύεται ιδανική για την πλήρη, πλην όμως αναπόφευκτα αποσπασματική, βιογράφηση του Χάρη. Αποσπασματική, όπως είναι η κάθε ζωή, ακόμα και εκείνου που ο παντογνώστης αφηγητής με φροντίδα και λεπτομέρεια δημιούργησε στη φαντασία του. Ένα ιδιότυπο μοντάζ με τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του, τις οποίες ένα αιτιοκρατικό αλλά και προϊόν τύχης νήμα συνδέει, ενώ το εξώφυλλο της έκδοσης, εκτός της εικαστικής του ομορφιάς, αποδεικνύεται άρρηκτα συνδεδεμένο με την πλοκή.

Η ιστορία του Χάρη, που εκτείνεται μέχρι τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, συνυφασμένη με την ιδιωτική τηλεόραση και τις παχιές αγελάδες της ανάπτυξης, επιτρέπει στον συγγραφέα να αφηγηθεί, παράλληλα με την ατομική ιστορία του Χάρη, έμμεσα και την ιστορία σχεδόν μισού αιώνα, την ιλιγγιώδη οικονομική άνοδο και την κατακρήμνισή της, τοποθετημένη ως χωροχρονικό πλαίσιο, όπως πρέπει, στην κυρίως πλοκή. Χωρίς να το φωνάζει και φροντίζοντας να σκύψει και να εξετάσει προσεκτικά τον Χάρη, ο Μαλανδράκης θα αναφερθεί στην έκπτωση των αξιών, στο θάμπωμα της δόξας και του χρήματος, στα πήλινα και τελικώς εύθραυστα πόδια μιας ψευδαίσθησης αέναης εκτόξευσης, στα πλήγματα που η πραγματική ζωή επιφέρει, στη φρικαλεότητα του κάθε πολέμου.

Ο Μαλανδράκης χειρίζεται άψογα το υλικό του και το εμπλουτίζει με πραγματολογικά στοιχεία έρευνας, καθιστώντας οικείο και γνώριμο το μυθοπλαστικό πρόσωπο του Χάρη, που σε όλους μας κάτι θα θυμίζει. Η αποσπασματικότητα στην αφήγηση, η οικονομία στα μέσα και ο σταθερός ρυθμός που τα χρονικά μπρος πίσω επιβάλλουν επιτρέπουν στο Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ να αποκτήσει μια ευδιάκριτη αφηγηματική ταυτότητα και στον συγγραφέα να πετύχει τους στόχους του. Ακόμα και οι ανατροπές, ή οι αλλαγές στην κατεύθυνση της ζωής του Χάρη, δεν βαραίνουν το μυθιστόρημα, δεν δημιουργούν νοηματικές ασυνέχειες που η αποσπασματική θεώρηση των πεπραγμένων θα μπορούσε να γεννήσει. Ο συγγραφέας δεν επιζητά τη συναισθηματική πρόσληψη του ήρωά του από τον αναγνώστη, δεν ζητάει την επιβράβευση ή την αποστροφή, παίρνει τις κατάλληλες αποστάσεις από εκείνον, όπως κάθε τριτοπρόσωπος αφηγητής οφείλει, έτσι ώστε απερίσπαστος να μπορέσει να αφηγηθεί την ιστορία του.

Τα καλά βιβλία συνηθίζουν να αφήνουν την αίσθηση του απλού και εύκολου στον αναγνώστη. Είναι το τίμημα που πληρώνουν όντας καλογραμμένα. Ωστόσο, ο Μαλανδράκης με το Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για χάρη της αναγνωστικής διευκόλυνσης, δεν εγκαταλείπει στιγμή το ξεκάθαρο στίγμα πλοήγησης μέσα στη βιογράφηση της ζωής του Χάρη. Είναι μια από τις ευτυχείς εκείνες περιπτώσεις που η τεχνική καθορίζει από κοινού με το ύφος την αφήγηση και εξυπηρετεί την τελική λειτουργία της κατασκευής.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για το Patriot περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ!  

Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2025

Η απόδειξη της αθωότητάς μου - Jonathan Coe

Ο Τζόναθαν Κόου, ένας από τους αγαπημένους τού ελληνικού κοινού, επέστρεψε με νέο βιβλίο, το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα μέρη μας, πάντα από τις εκδόσεις Πόλις και σε καλή μετάφραση της Άλκηστις Τριμπέρη. Οι κριτικές της αγγλικής έκδοσης πλημμύριζαν με προσδοκίες τους φανατικούς του αναγνώστες, κάνοντας λόγο για έναν Κόου από τα παλιά, σε μεγάλη και παιγνιώδη φόρμα, δυστυχώς εμπνευσμένο από τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη Μεγάλη Βρετανία. Συμβαίνει, ωστόσο, με τους συγγραφείς που αγαπάμε να είμαστε πιο αυστηροί και απαιτητικοί, να μην αποφεύγουμε τις ενδοεργογραφικές συγκρίσεις. Προσδοκίες και επιφυλάξεις πριν την ανάγνωση, λοιπόν.

Ο κοινωνικοπολιτικός άξονας, πότε λιγότερο και πότε περισσότερο, αποτελεί διαχρονικά βασικό δομικό παράγοντα στη μυθοπλασία τού γεννημένου το 1961 συγγραφέα. Σ' αυτόν οφείλεται η φήμη του, πέρα της λογοτεχνικής αξίας των έργων του, για την οξυδερκή και προοδευτική ματιά του στα χρόνια που ακολούθησαν την άνοδο της Θάτσερ στην εξουσία, άλλωστε τα βιβλία του, και κυρίως το Τι ωραίο πλιάτσικο, αποτελούν συχνή απάντηση αρκετών πολιτικών στην ερώτηση ποιο είναι το αγαπημένο τους βιβλίο.

Λίγα λόγια για την υπόθεση: Η Φιλ, μετά το τέλος των σπουδών της, επιστρέφει στο πατρικό της, στο παλιό της δωμάτιο, χωρίς ξεκάθαρο πλάνο πλοήγησης, πιάνει –μια προσωρινή μέχρι αποδείξεως του εναντίου– δουλειά σ' ένα ιαπωνικό εστιατόριο στο αεροδρόμιο του Χίθροου, αρκούντως χειρωνακτική και ρουτινιάρικη, ώστε να μην σκέφτεται πολύ, κοπιαστική επίσης, ώστε να μη δυσκολεύεται να κοιμηθεί τα βράδια. Η αντίδραση ενός άντρα ταξιδιώτη στο ασανσέρ θα τη θυμώσει· ένα απλό, ίσως μικρό, πλην όμως χαρακτηριστικό παράδειγμα mansplaining. Ως τότε ποτέ της δεν είχε σκεφτεί να γράψει, το περιστατικό αυτό της γεννά αυτή την επιθυμία. Πώς, όμως, ξεκινά κανείς να γράφει;

Η ανάγνωση του Η απόδειξη της αθωότητάς μου σύντομα δείχνει πως ο Κόου βρίσκεται σε δαιμονιώδη φόρμα, σε τρελά κέφια. Παρότι το έντονο κοινωνικοπολιτικό στοιχείο είναι ιδιαιτέρως παρόν· η διαδρομή μέσω της οποίας ένα περιθωριακό think tank βρήκε χώρο στα κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα και έφτασε μέχρι την πολιτική επικράτηση στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος για την έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση να το αποδεικνύουν χαρακτηριστικά· ο βρετανικός τραμπισμός στο πρόσωπο του Μπόρις Τζόνσον· το αποτύπωμα στο σήμερα με την άλωση κάθε κρατικής και δημόσιας δομής, με προεξέχουσα αυτή του Εθνικού Συστήματος Υγείας· η κατακρήμνιση του βιοτικού επιπέδου και το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των λίγων και των πάρα πολλών. Παρά τον γνώριμο κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, λοιπόν, ο Κόου διαφεύγει της δικής του πεπατημένης και δοκιμάζει κάτι πιο σύνθετο και συνάμα παιγνιώδες αφηγηματικά.

Αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει με αυστηρά ειδολογικά κριτήρια το Η απόδειξη της αθωότητάς μου, τότε θα τα βρει μάλλον σκούρα και αυτό γιατί το μυθιστόρημα αυτό εμπεριέχει στοιχεία αυτομυθοπλασίας, αστυνομικού μυθιστορήματος και campus novel, την ώρα που ένα υπό συγγραφή μυθιστόρημα είναι εγκιβωτισμένο εντός του μυθιστορήματος, ενώ και οι διακειμενικές αναφορές στο έργο ενός παραγνωρισμένου συγγραφέα της δεκαετίας του '80 κατέχουν εξέχουσα θέση στην κεντρική πλοκή. Ταυτόχρονα, με τρόπο που φανερώνει την αγάπη του και την πίστη του στη λογοτεχνία και στη λειτουργία της, τρόπο διόλου ελιτίστικο, αφοριστικό ή διδακτικό, ο Κόου δεν διστάζει να υπονομεύσει, ενίοτε και τον ίδιο του τον εαυτό.

Και αυτή η παιγνιώδης διάθεση του Κόου έρχεται να λειτουργήσει παρηγορητικά, ίσως και απολογητικά, σ' έναν σημερινό κόσμο βυθισμένο στον διάχυτο ζόφο, όπου η θατσερική απουσία εναλλακτικής μοιάζει να επιβεβαιώνεται εν τοις πράγμασι και όχι με την επιβολή της εξουσίας. Η γενιά του Κόου, που βρέθηκε στα πράγματα την αισιόδοξη δεκαετία του '80, όταν υπήρχε η πίστη για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο, όταν οι δρόμοι φιλοξενούσαν μάχες σώμα με σώμα, και σύντομα, από απογοήτευση ή (και από) κομφορμισμό υποτάχθηκαν αφήνοντας την επόμενη γενιά γυμνή από έναν ιδεολογικό μανδύα πίστης σ' ένα καλύτερο σήμερα, έρμαιο του ιδιωτεύειν.

Προσοχή ωστόσο, το μυθιστόρημα, η κοινωνικοπολιτική στάση του ίδιου του Κόου δηλαδή, ούτε αιθεροβατεί, δεν έχουμε μια λογοτεχνία αναχωρητική εδώ, ούτε καταβάλλεται από ηττοπάθεια. Πάντοτε η καθημερινή ζωή θα είναι μια πρόκληση, πάντοτε το σήμερα θα μοιάζει πιο δύσκολο και πιο αδιέξοδο από το οριοθετημένο και ήδη βιωμένο χτες, αυτό ωστόσο ούτε κέλευσμα για παραίτηση είναι, ούτε για εφησυχασμό.

Η απόδειξη της αθωότητάς μου είναι μια σημαντική κορυφή στην εργογραφία του Κόου, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς τη φρεσκάδα στη γραφή και τη σκέψη, τη μη παράδοση στη –συνήθη– συντήρηση μετά τα μισά του μονοπατιού, όταν το νεύρο της νεαρής ηλικίας παρακμάζει και χάνεται ηττημένο.

υγ. Τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία του Κόου τα διάβασα πριν αρχίσω να γράφω σε αυτή τη γωνιά. Για μερικά από τα βιβλία του, περισσότερα μπορείτε να βρείτε: Οι νάνοι του θανάτου (εδώ), Expo 58 (εδώ), Αριθμός 11 (εδώ), Μέση Αγγλία (εδώ).  

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

Άγνωστες λέξεις - Σοφία Αυγερινού

Στις αρχές της χρονιάς κυκλοφόρησε η νουβέλα της Σοφίας Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, από τις εκδόσεις Πόλις. Η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τη συγγραφική πλευρά της Αυγερινού παρά μόνο τη μεταφραστική· Μπροχ, Ντοστογιέφσκι και Μπέρνχαρντ, μεταξύ άλλων. Σκέφτομαι πως μετά το πέρας των Χριστουγέννων, της κορύφωσης μιας περιόδου έντονης κινητικότητας στον χώρο του βιβλίου, εκεί, κάπου τον Φλεβάρη, ίσως μια έκδοση να καταφέρει να τραβήξει το βλέμμα, να μην χαθεί στις ντάνες με τις νέες εκδόσεις, να διαβαστεί και να σχολιαστεί, και ίσως, αν το βιβλίο είναι καλό, σύντομα να ξεφύγει από το πρώτο δίχτυ υποδοχής και να ανοιχτεί σε πιο μεγάλες θάλασσες. Βέβαια, ταυτόχρονα, μετά από τόσα χρόνια πέριξ των εκδοτικών και αναγνωστικών πραγμάτων, δυσκολεύομαι να αποτινάξω ορθολογικά από πάνω μου τον μεταφυσικό νόμο στον οποίο η μοίρα κάθε βιβλίου μοιάζει να υπόκειται, καλά βιβλία που δεν γνωρίζουν τους αναγνώστες που τους αξίζουν, μέτρια βιβλία που θριαμβεύουν, κακά βιβλία με τα οποία αρκετοί ασχολούνται, έστω και για να πουν ακριβώς αυτό, πως πρόκειται για κακά βιβλία.

«Εκείνο τον καιρό άρχισε να κολλάει χαρτάκια στο ψυγείο, χαρτάκια μικρά, κίτρινα, με λέξεις λανθασμένες, όπως φώσπορος ή ανασκαλοπίζω. Έλεγε όμως διαρκώς, μου είπαν, καθώς έγραφε τα χαρτάκια του, ότι δεν ήταν αυτή η σωστή λέξη, ούτε η άλλη, δηλαδή υπονοούσε πως υπήρχε κάποια άλλη λέξη που έπρεπε να σημειώσει, αλλά κανείς δεν ήξερε γιατί δεν τη σημείωνε ή, τέλος πάντων, αν υποθέσουμε ότι θα την έβρισκε, τι σκόπευε να την κάνει. Γιατί, βέβαια, λέξεις κολλημένες στην πόρτα του ψυγείου, σ' ένα σπίτι όπου οι δύο υπόλοιποι ένοικοι είναι εκ γενετής τυφλοί, δεν έχουν καμία προφανή σκοπιμότητα. Εγώ τα είδα τα χαρτάκια μια Πέμπτη που πήγα να καθαρίσω, όπως κάθε βδομάδα —τις Πέμπτες είμαι πάντα απογευματινή. Είχα υποσχεθεί στον θείο και τη θεία ότι θα πήγαινα απαρέγκλιτα και όχι, ας πούμε, μια Πέμπτη και μια Τετάρτη ή Παρασκευή, ή και καθόλου, επειδή κάτι απρόοπτο έτυχε ή επειδή ήμουν πολύ κουρασμένη. Πολύ κουρασμένη ήμουν, δεν το συζητώ, αλλά πήγαινα όπως τους είχα πει, κάθε Πέμπτη χωρίς εξαίρεση».

Η Αυγερινού από τις πρώτες γραμμές της αφήγησης ανοίγει τα περισσότερα από τα χαρτιά της, δίνει μέσες άκρες μια ευσύνοπτη περίληψη της ιστορίας που αναθέτει στην πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια να καταθέσει. Ο ξάδερφός της, με τον οποίον πέρασαν αρκετά καλοκαίρια παίζοντας δίπλα στη θάλασσα, πριν τα πράγματα αλλάξουν και ο πατέρας της εγκαταλείψει τη λογιστική για να γίνει ποιητής, ζει με τους τυφλούς γονείς του. Μια μέρα αρχίζει να κολλάει, στην αρχή κίτρινα, μετά και άλλων χρωμάτων, χαρτάκια, πρώτα στο ψυγείο, ύστερα παντού, με λέξεις λανθασμένες, επαναλαμβάνοντας με εμμονή πως αυτή ή η άλλη δεν ήταν η σωστή λέξη, εκείνη που μετά μανίας έψαχνε, άγνωστο γιατί.

Εκτός από τη ραχοκοκκαλιά της υπόθεσης, εξ αρχής θέτεται και η ατμόσφαιρα, σκοτεινή και ασφυκτική, καφκική και υπερρεαλιστική, με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η αφηγήτρια που κάθε Πέμπτη, απαρέγκλιτα, επισκέπτεται, όπως είχε υποσχεθεί, το σπίτι των θείων της ώστε να καθαρίσει. Μια στενοχωρία προσμένει τον αναγνώστη, ένα πυκνό υφαντό που τον εγκλωβίζει άμεσα. Το αφηγηματικό ύφος, το νεύρο με το οποίο η αφηγήτρια εξιστορεί τα πράγματα, εκκινώντας από εκείνον τον καιρό που τα χαρτάκια άρχισαν να εμφανίζονται στην πόρτα του ψυγείου, εκεί που συνήθως βρίσκονται μαγνητάκια ενθύμια από ταξίδια, φωτογραφίες, προγράμματα δίαιτας, απλήρωτοι λογαριασμοί και σημειώσεις, στην περίπτωση αυτή χαρτάκια με λέξεις, απόπειρες για την εύρεση εκείνης της μίας, της σωστής.

Το παράλογο σχηματίζεται επί ενός ρεαλιστικού πατρόν, τα υφάδια τοποθετούνται εδώ και εκεί, συστηματικά και με τη μέγιστη συγγραφική προσοχή, αναδεικνύοντας σελίδα τη σελίδα νέες προοπτικές, όχι απαραίτητα στην κατεύθυνση της διαλεύκανσης του «μυστηρίου» με τα κίτρινα χαρτάκια, αυτό ποσώς μοιάζει να είναι εντός των συγγραφικών προθέσεων, όχι τουλάχιστον σ' ένα απλοϊκό και επιφανειακό επίπεδο του τι έγινε μετά, του γιατί και του πώς. Η Αυγερινού, μοιάζει να το κάνει συνειδητά και προγραμματισμένα, απλώνει δύο παράλληλες και διακριτές υποδόριες στρώσεις, εκείνη της γραφής, είτε ευθέως είτε μέσω της παραβολής, και εκείνη του παρελθόντος που βαραίνει και καθορίζει τα ερχόμενα. Και το κάνει αυτό όχι για να συσκοτίσει τα πράγματα αλλά, αντίθετα, για να διανοίξει τις αναγνωστικές διεξόδους, αρνούμενη να πει απλώς μια λοξή ιστορία, αρνούμενη να υποταχθεί πλήρως στο εύρημα με τα χαρτάκια, που λίγα μόνο βήματα, και αυτά άχαρα, θα της επέτρεπε να κάνει.

Όσο μικρότερη η φόρμα, τόσο σημαντικότερη καθίσταται η πύκνωση, κάθε μία λέξη να μετράει και τίποτα να μην περισσεύει, δεν υπάρχει εδώ χώρος για το περιττό, το όμορφο πλην όμως αχρείαστο. Και η Αυγερινού καταφέρνει την πύκνωση αυτή, παρότι επιτρέπει στην αφηγήτριά της να προβεί σε παρεκβάσεις στο παρελθόν, αλλά και να προσθέσει σκέψεις και συναισθήματα επί της εν εξελίξει ιστορίας, παρεκκλίσεις που ενισχύουν και δεν βαρυφορτώνουν την ιστορία, ακόμα και να χάσει κάποιες στιγμές τον έλεγχο και έτσι να αποκτήσει καίρια και καθοριστική συμμετοχή στα πεπραγμένα πέραν της απλής παρατήρησης, υλοποιώντας τις παραπάνω παρατηρήσεις περί διεύρυνσης ενός κατά φύση ερμητικού σκηνικού, διερευνώντας, μεταξύ άλλων, τα όρια της λογικής και της ψυχικής υγείας, θέτοντας εν αμφιβόλω την ίδια την αφηγηματική αξιοπιστία και αφήνοντας ανοιχτό σε υποκειμενική αναγνωστική ερμηνεία και εν πολλοίς αναπάντητο το ερώτημα για την κινητήριο δύναμη που, ας βάλω εισαγωγικά, την «αναγκάζει» ή την «ωθεί» εξ αρχής στην αφήγηση, απάντηση που θα μας επέτρεπε να διακρίνουμε καθαρά και με σαφήνεια τις αφηγηματικές και εν συνεχεία τις συγγραφικές προθέσεις, οδηγώντας σε μία αναπόφευκτη απομάγευση, εκεί όπου όλα είναι φανερά και εξηγήσιμα, διόλου λογοτεχνικά, δηλαδή.

Η Αυγερινού πετυχαίνει να χαρίσει στη νουβέλα της μια αυτονομία, χωρίς να της στερεί μέσω μιας βιασμένης συσκότισης την απόλαυση καθιστώντας την προβληματική. Συνδυάζει δύο αρετές, σχετικά σπάνιες στην εγχώρια λογοτεχνία: το πρωτότυπο θέμα, τουλάχιστον ως σημείο εκκίνησης, απομακρυσμένο από τις γνώριμες πηγές άντλησης, και τη χρήση της γλώσσας. Και αν η πρωτοτυπία του θέματος μπορεί να αναζητηθεί χωρίς ιδιαίτερες θυσίες και στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, η χρήση της γλώσσας καθιστά τις Άγνωστες λέξεις ένα σημαντικό ανάγνωσμα, ένα επίτευγμα για τους έχοντες μητρική γλώσσα την ελληνική.

Διέκρινα μια εκλεκτική συγγένεια με το Λίγα λόγια για μένα της Καλλιρρόης Παρούση, για το οποίο περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Επίσης, κοιτάζοντας τη μεταφραστική εργογραφία της Αυγερινού, είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποια είναι η λογοτεχνία που της αρέσει, ποιες είναι οι αναφορές και οι πηγές της ως συγγραφέα.

Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Z ή αναμνήσεις μιας ιστορικού - Claire Zalc

Μόλις είχα γυρίσει την τελευταία σελίδα τού —μάλλον αταξινόμητου— W ή Η παιδική ανάμνηση του Ζορζ Περέκ, όταν έπιασα στα χέρια μου το —επίσης αταξινόμητο τελικά— Z ή αναμνήσεις μιας ιστορικού τής Κλερ Ζαλκ. Ήμουν υπό την επήρεια ακόμα της περιδιάβασης στο περεκικό σύμπαν και ήταν η εκ του τίτλου εμφανής συγγένεια που έτεινε ένα νήμα ομοιοπάθειας, ανάμεσα στη Ζαλκ και σε μένα, μια ταυτόχρονη παρουσία στο βασίλειο της αναγνωστικής επιρροής αυτού του τόσο σπουδαίου, η επιθυμία να παρατείνω την εμπειρία, ελπίζοντας —δικαιολογημένα τελικώς— πως θα «συνομιλούσα» με κάποια που θα καταλάβαινε την κατάστασή μου, κι ίσως εγώ τη δική της, αντίστοιχα.

Είχα όμως και μια επιφύλαξη. Είχε να κάνει με τους δεδομένους περιορισμούς του αντίδωρου, της κατά Περέκ —στην προκειμένη περίπτωση—συγγραφής, της απόδοσης ενός φόρου τιμής. Τη Ζαλκ δεν τη γνώριζα, ούτε το ακαδημαϊκό της έργο είχα υπόψη μου. Το νήμα, ωστόσο, έστεκε εκεί, κι εγώ το ακολούθησα.

Όπως και το βιβλίο του Περέκ, έτσι κι εδώ έχουμε μια διπλή, εναλλασσόμενη αφήγηση, η Ζαλκ προβαίνει, από τη μια, στην παρουσίαση του επιστημονικού της έργου, και, από την άλλη, στην αφήγηση της προσωπικής της ιστορίας, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την ειδικότητά της ως ιστορικού.

Ο Περέκ αναφερόμενος στο βιβλίο του έγραψε: «Υπάρχουν δύο κείμενα σε αυτό το βιβλίο, που απλώς διαδέχονται το ένα το άλλο· θα νόμιζε κανείς ότι δεν έχουν τίποτα κοινό, ωστόσο είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, λες και κανένα από τα δύο δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, λες και μόνο από τη συνάντησή τους, από το φως που εκπέμπουν το ένα στο άλλο, μπορεί να φανερωθεί κάτι που ποτέ δεν λέγεται απόλυτα στο ένα, ποτέ δεν λέγεται απόλυτα στο άλλο, αλλά μονάχα στην εύθραυστη διασταύρωσή τους».

Η Ζαλκ, τοποθετώντας τα λόγια του ως μότο στο ανά χείρας βιβλίο, δηλώνει ταυτόχρονα την πρόθεσή της, το τι επιθυμεί να πετύχει, και την ελπίδα της, πώς εύχεται να λειτουργήσει αυτή η κατασκευή.

Δεν χρησιμοποιώ τυχαία τη λέξη κατασκευή εδώ, αλλά σαν συνέχεια των επιφυλάξεών μου σχετικά με τους περιορισμούς μιας τέτοιας απόπειρας. Η επιτυχής ή μη πραγμάτωση των συγγραφικών προθέσεων δεν έχει, για μένα, να κάνει με το πόσο πιστή ή εντός περεκικού κλίματος παρέμεινε η συγγραφέας στο Z, χωρίς βέβαια κάτι τέτοιο να είναι εν τέλει αδιάφορο, αλλά κυρίως έχει να κάνει με το πόσο αυτή η κατασκευή θα μπορούσε να λειτουργήσει πέρα της τεχνικής επικράτειας ή αν τελικά θα αποδεικνυόταν απλώς μια ευκολία γραφής ή ένα άψυχο κατασκεύασμα με κάποιες ομοιότητες με ένα σχεδιαστικό πρότυπο. Εκείνο που πιο γρήγορα διαφαίνεται στη διπλή αφήγηση είναι η επιρροή ή η μαγεία —ίσως καλύτερα— που το έργο του Περέκ —συνολικά ή ειδικά— της έχει ασκήσει. Αυτό αποτελεί το πρώτο, καθοριστικό, ρήγμα σε μια κατασκευή που μοιάζει εγκεφαλική. Εκείνο, ωστόσο, που τελικώς γεμίζει το καλούπι της κατασκευής και καθιστά σημαντικό το βιβλίο αυτό, προσδίδοντάς του μια ιδιότυπη λογοτεχνικότητα, είναι το πάθος της Ζαλκ για την επιστήμη και το επάγγελμά της.

Έχω επαναλάβει αρκετές φορές πως η αγάπη μου για την αφήγηση δεν περιορίζεται στη μυθοπλασία, αλλά εκτείνεται σε οτιδήποτε αφηγείται κανείς με πάθος και ευχέρεια λόγου. Και κάτι αντίστοιχο με το Z δεν είχα διαβάσει ως τώρα.

Το πάθος με το οποίο η Ζαλκ μιλάει για την έρευνά της, για την ιστορία εν γένει, για την ανάγκη και τις παγίδες της ποσοτικοποίησης, τη γειτνίαση της στατιστικής, για το θολό σύνορο ανάμεσα στις ανθρωπιστικές, κλασικές και κοινωνικές σπουδές, για τη σημασία, τέλος τέλος, όλων αυτών στην καταγραφή και απόπειρα κατανόησης του ανθρώπινου. Καταφέρνει, χωρίς να προδώσει το W να προχωρήσει παραπέρα, να ξεφύγει από την απλή αντιγραφή του αρχικού σκίτσου, να μην περιοριστεί σε αυτό, αλλά να το χρησιμοποιήσει ως μια βάση δημιουργίας για κάτι δικό της.

Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει την εμφάνισή του ένας πρωτοξάδερφος της αυτομυθοπλασίας, το αυτοδοκίμιο. Αν και μάλλον αταξινόμητο, το Z θα μπορούσε να ενταχθεί σ' αυτό. Το πάθος της Ζαλκ δεν θα αποτελούσε αρκετό καύσιμο για το βιβλίο αυτό, θα έδινε μια επιτάχυνση, κάποια πρώτα μέτρα πορείας, αλλά εν συνεχεία θα αδυνατούσε να το διατηρήσει σε κίνηση. Εδώ εντοπίζεται η κύρια αρετή της απόπειρας αυτής, που έχει να κάνει με την παρατήρηση του εαυτού ως βασικό συστατικό της συγγραφής αλλά και της άσκησης της επιστήμης της ιστορίας, μια καθοριστική ομοιότητα, ίσως μη εύκολα ανιχνεύσιμη, με τον Περέκ. Αντιλαμβάνομαι πως η αυτοπαρατήρηση ίσως εγείρει φοβία σολιψισμού και εγωπάθειας και εν συνέχεια ελαχιστοποίηση του αναγνωστικού ενδιαφέροντος.

Ο αναγνωστικός αυτός κίνδυνος υπάρχει, σίγουρα υπάρχει. Αλλά, αν είμαστε ειλικρινείς, ο κίνδυνος αυτός πάντοτε υπάρχει, ιδιαίτερα σε μια ιστορική περίοδο θριάμβου της ατομικότητας. Εδώ θα καταχωρήσω το χαρακτηριστικό της παντελούς έλλειψης διδακτισμού, αντιλαμβανόμενος πως κάτι τέτοιο ίσως να ακουστεί οξύμωρο δεδομένης της ακαδημαϊκής ιδιότητας της Ζαλκ. Και όμως, ισχύει. Το πάθος με το οποίο αναφέρεται στην επιστήμη της απαλύνει το κείμενο από τον όποιο διδακτισμό, αλλά και την όποια εγωπάθεια. Το πάθος ενός ερευνητή επιστήμονα, το πραγματικό πάθος τέλος πάντων, δεν μπορεί παρά να μην διακρίνεται για την ανάγκη συνομιλίας και συνεργασίας, για την επίγνωση της σημασίας της ανταλλαγής, της διαρκής εποπτείας της επιστήμης, αλλά και του συνόλου της ανθρώπινης εμπειρίας. Και η Ζαλκ από τέτοιο πάθος διακρίνεται, τουλάχιστον εντός του βιβλίου, καταφέρνοντας έτσι ένα πολύ ειδικού ενδιαφέροντος θέμα να ξεφύγει από τα στενά όρια του και να μπορέσει να απευθυνθεί σε ένα μεγαλύτερο κοινό που δεν ειδικεύεται στην επιστήμη της ιστορίας.

Δεν μπορώ να ξέρω ποια θα είναι η υποδοχή του βιβλίου αυτού από το ελληνικό κοινό, ίσως και να είναι ένα τεράστιο εκδοτικό ρίσκο. Δεν μπορώ όμως να μην αναγνωρίσω την ποικιλότροπη σημασία μιας τέτοιας έκδοσης, οριακής ως προς το πού ακριβώς ανήκει, σημαντικής τελικά ακριβώς γι' αυτό τον ανένταχτο χαρακτήρα της, εκεί είναι που συναντά την αχανή επικράτεια της λογοτεχνίας, αυτό το χωνευτήρι της ανθρώπινης εμπειρίας, τον ευαίσθητο μετρητή που προοικονομεί παραξενεύοντας αρχικά για την ταυτότητά του.

Και αν η αρχική προσδοκία ήταν η παραμονή σε μια συνθήκη υπό περεκικό καθεστώς, αυτό συνέβη και με το παραπάνω, αλλά η ανάγνωση συνολικά διόλου δεν αναλώθηκε αποκλειστικά σε αυτό. Με τον ιδιαίτερο τρόπο του, ένα σημαντικό βιβλίο.

υγ. Για το W ή Η παιδική ανάμνηση περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Ρίκα Μπενβενίστε
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Oh, Canada - Russell Banks

Την περίοδο πριν από τα Χριστούγεννα, οι εκδοτικοί οίκοι είθισται να βγάζουν στην αγορά τα δυνατά τους χαρτιά. Είναι η περίοδος, μαζί με εκείνη του καλοκαιριού, που οι αναγνώστες με ανυπομονησία περιμένουν κάποιες εκδόσεις. Ένα από τα βιβλία που λαχταρούσα ήταν το Oh, Canada του Ράσελ Μπανκς (μτφρ. Άννα Μαραγκάκη, εκδόσεις Πόλις). Η ανάγνωση έδειξε πως ορθώς είχα προσδοκίες.

Ο Λέοναρντ Φάιφ, διάσημος ντοκιμαντερίστας, που εγκατέλειψε την Αμερική για τον Καναδά, ενώ ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαινόταν και η επιστράτευση κρεμόταν ως δαμόκλειος σπάθη για χιλιάδες νεαρούς συμπατριώτες του, διάγει τις τελευταίες μέρες της ζωής του σε μια μάχη με τον καρκίνο κιόλας χαμένη. Ο άλλοτε μαθητής του, ο Μάλκολμ Μακλίοντ, μαζί με το συνεργείο του θα βρεθούν στο σπίτι του Φάιφ για να καταγράψουν υλικό για ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στη ζωή του δημιουργού. Έχουν ετοιμάσει τις ερωτήσεις εκείνες που θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά του ντοκιμαντέρ, που θα κατευθύνουν τον Φάιφ στα μέρη εκείνα του παρελθόντος που επιθυμούν. Ωστόσο τα πράγματα δεν θα λειτουργήσουν σύμφωνα με το σχέδιο και την επιθυμία του σκηνοθέτη.

Ο Φάιφ, που απαιτεί από τη σύζυγό του να είναι διαρκώς παρούσα, μόλις απομείνει μόνο το φως του προβολέα να τον φωτίζει, θα πιάσει το νήμα της ανάμνησης αποφεύγοντας την όποια κατευθυντήρια οδηγία, τονίζοντας ξανά και ξανά πως αυτή η κινηματογράφηση είναι η τελευταία του ευκαιρία να πει στην Έμμα, όσα ποτέ δεν της είπε, όσα κατά μόνας ένα ζευγάρι πάντοτε αποφεύγει να αποκαλύψει, ωθούμενο από ένα άθροισμα επιθυμιών, να μην πληγώσει, να μην απογοητεύσει ή να μην σκαλίσει πράγματα που συνέβησαν κάποτε και παρέμειναν ερμητικά κλειστά στο χρονοντούλαπο. Αλλά, η απόκρυψη, πρώτα και κύρια, γίνεται από τον ίδιο μας τον εαυτό, έχοντας με το πέρας του χρόνου προσαρμόσει τις αναμνήσεις και τα γεγονότα σχηματίζοντας ένα αναπαυτικό μαξιλάρι πάνω στο οποίο καθόμαστε, αρνούμενοι να ξεβολευτούμε, επιμένοντας πως κανένα νόημα κάτι τέτοιο δεν έχει.

Ο Μπανκς, στο προτελευταίο του βιβλίο, με μαεστρία υλοποιεί τη σχετικά πρωτότυπη ιδέα του, πρωτότυπη ως ιστορία που περνάει στο χαρτί και στα εδάφη της μυθοπλασίας, και όχι ως πρακτική, την (αυτο)βιογραφία, δηλαδή, με την υπογραφή ενός τρίτου. Εδώ, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας λέει την ιστορία του Φάιφ, μέσω ενός τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, κατέχει οργανική θέση, πάνω του είναι χτισμένο όλο το οικοδόμημα, τα περιεχόμενα της αφήγησης θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, ο μηχανισμός όχι. Το καταρρακωμένο σώμα, το ασταθές πνεύμα, τα παραμορφωτικά φάρμακα και η επίπλαστη μνήμη, αποτέλεσμα μάχης χρόνων με τη λήθη, κατευθύνουν αλλά και συσκοτίζουν την αφήγηση του Φάιφ. Ο προβολέας, η κάμερα και το μικρόφωνο του προσφέρουν έναν τελευταίο δεσμό με την ύπαρξη, μια ευκαιρία να κλείσει κάποιους από τους ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν.

Το εύρημα της αντιστροφής, ο άνθρωπος πίσω από την κάμερα που πριν το τέλος κάθεται μπροστά της, ο ντοκιμαντερίστας που πρόκειται να γίνει ο ίδιος ντοκιμαντέρ, προσφέρει αρκετές δυνατότητες που ο Μπανκς τις εκμεταλλεύεται. Μεταξύ αυτών και η γνώση του μέσου, οι δυνατότητες παρέμβασης και χειραγώγησης, οι τεχνικές να φέρει ο δημιουργός στα μέτρα και στις επιδιώξεις του ένα αρχικά και φαινομενικά απροσδόκητο πρωτογενές υλικό. Ξέρει τι παιχνίδι παίζει ο άλλοτε μαθητής του, έστω και υποσυνείδητα, έστω και κάτω από τα πέπλα της πνευματικής σύγχυσης.

Μια ρέουσα αφήγηση, παρά τον αποσπασματικό χαρακτήρα των επεισοδίων, που καθηλώνει τον αναγνώστη έτσι όπως πραγματεύεται την τελική ανασκόπηση μιας ζωής, ανάμεσα σε εκείνα που οι άλλοι προσμένουν και σε εκείνα που ο Φάιφ επιθυμεί να πει. Ο Μπανκς με οξυδέρκεια, χωρίς διάθεση για εντυπωσιασμό, διδακτισμό ή συναισθηματική καθοδήγηση, με την εμπειρία χρόνων και την ησυχία που εκείνη προσφέρει υπογράφει ένα περίφημο βιβλίο, βαθιά ανθρώπινο, που κινείται στο όριο της διάβασης της μοναδικής φιλοσοφικής βεβαιότητας, εκείνης του θανάτου, έχοντας επίγνωση πως η ζωή άλλο δεν είναι παρά ένα άθροισμα από τι θα συνέβαινε αν.

Στη φροντισμένη έκδοση πληροφορούμαστε πως επίκειται η έκδοση του στερνού μυθιστορήματος του σπουδαίου αυτού γραφιά, το The Magic Kingdom. Το Oh, Canada, που συνομιλεί με το κύκνειο άσμα του Πολ Όστερ, Μπαουμγκάρτνερ, είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για Το γλυκό πεπρωμένο, που αν ο Κ. δεν μου το έβαζε με το ζόρι και με βλέμμα αυστηρό στα χέρια δεν θα το είχα διαβάσει, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Άννα Μαραγκάκη
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2024

Εκείνοι που δεν έφυγαν - Αταλάντη Ευριπίδου

Την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του βιβλίου αυτού δέχτηκα μηνύματα παρότρυνσης ανάγνωσης από τρεις αναγνώστες που εκτιμώ. Δεν γνώριζα την Αταλάντη Ευριπίδου, ίσως γιατί δεν τριγυρνώ στις ψηφιακές γειτονιές της ευρύτερης επιστημονικής φαντασίας ή της λογοτεχνίας του τρόμου. Έλαβα ωστόσο σοβαρά τις υποδείξεις. Στις εκλεκτές γνωριμίες άλλωστε οφείλω μεγάλο μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης, η πλήρης εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής είναι μάλλον αδύνατη.

Μπορεί και να διάβαζα αυτή τη συλλογή διηγημάτων, μπορεί και όχι. Αν το έκανα θα ήταν ένας συνδυασμός συγκυρίας και επιθυμίας για (υποψήφια) καλή εγχώρια λογοτεχνία, αν όχι τότε αυτό μάλλον θα οφειλόταν στο γεγονός πως το folk horror δεν είναι ακριβώς του γούστου μου, παρότι έχω διαβάσει κάποια πολύ καλά βιβλία. Θέλω να πιστεύω πως με διακρίνει μια διάθεση για αναγνωστικές δοκιμές έξω από τη ζώνη ασφαλείας μου, μπορεί ίσως απλώς να επιθυμώ να το πιστεύω, αφού κάτι τέτοιο ντοπάρει την (αναγνωστική) γαματοσύνη μου.

Διαβάζοντας κανείς τη συλλογή αυτή μπορεί γρήγορα και με σχετική ασφάλεια να διακρίνει πως το νήμα συνοχής μεταξύ των διηγημάτων δεν εξαντλείται στην ειδολογική τους συγγένεια, αλλά διαθέτει ικανή ποσότητα προσωπικού ύφους, παρότι έχουμε να κάνουμε με μια πρωτόλεια λογοτεχνική απόπειρα. Το γεγονός πως διηγήματα της Ευριπίδου είχαν ήδη δημοσιευτεί αριστερά δεξιά επιτείνει τη δυσκολία για συνοχή και δικαιολόγηση της παρουσίας των συγκεκριμένων διηγημάτων στο πλαίσιο μιας συλλογής.

Στις σημειώσεις της συγγραφέως που συνοδεύουν την έκδοση επιβεβαιώθηκε η υποψία πως οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι ιστορίες δεν είναι αποτέλεσμα συγγραφικής έμπνευσης αλλά υλικό αντλημένο από προφορικές και λαογραφικές πηγές. Υπό διαφορετικές συνθήκες μεταφοράς τους στο χαρτί, αυτό θα ήταν κάτι το αρνητικό, ένας από τους λόγους που με κρατούν σε απόσταση από το συγκεκριμένο είδος. Εδώ, όμως, η Ευριπίδου πετυχαίνει να οικειοποιηθεί τις ιστορίες αυτές, όχι να τις κλέψει και να τις σφετεριστεί, αλλά να τις φέρει στα λογοτεχνικά της μέτρα, να τις μετατρέψει από προφορικό σε γραπτό λόγο, να τους προσθέσει τα στοιχεία εκείνα που θα τους επιτρέψει να σταθούν λογοτεχνικά.

Ακόμα ένας κίνδυνος καραδοκεί εδώ, η παραποίηση. Δεν αναφέρομαι σε πιθανή διαστρέβλωση της γραπτής έναντι της προφορικής εκδοχής των ιστοριών αυτών. Αυτό διόλου δεν απασχολεί. Εκείνο που έχω κατά νου ως ένα εμπόδιο που η συγγραφέας υπερπήδησε είναι το γλωσσικό και άρα και υφολογικό βαρυφόρτωμα. Θεωρώ πως η χρήση κάποιων παρωχημένων ή τραβηγμένων λέξεων ή φράσεων είναι σύμφυτη με το είδος του λαϊκού τρόμου, του μεταφυσικού χαρακτήρα, της παραβολικής ή συμβολικής διάστασης της κάθε ιστορίας, ωστόσο, όπως συμβαίνει, η χρήση και η κατάχρηση είναι μόλις τέσσερα γράμματα μακριά. Οι σειρήνες με το τραγούδι τους επιθυμούν να δελεάσουν και να εκτρέψουν τη συγγραφική ρότα. Η Ευριπίδου ωστόσο δεν υποκύπτει.

Η διαδοχή των διηγημάτων ακολουθεί μια χρονική σειρά, από την οθωμανική κατοχή μέχρι και σχετικά πρόσφατα. Για λόγους καθαρά προσωπικού γούστου, όσο οι ιστορίες πλησιάζουν στη συγχρονία, τόσο περισσότερο μου άρεσαν, τόσο περισσότερο ένιωθα να με αφορούν τα πρόσωπα και οι καταστάσεις, τόσο η συναισθηματική μου εμπλοκή μεγάλωνε και κατά συνέπεια και η απόλαυση που αντλούσα από την ανάγνωση. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν μου άφησε μια γεύση ανισότητας μεταξύ των διηγημάτων και αυτό σίγουρα οφείλεται στην αρτιότητα. Γιατί άλλο είναι το προσωπικό και υποκειμενικό μου αρέσει/δεν μου αρέσει και άλλο το είναι/δεν είναι καλή λογοτεχνία.

Παρά την υφολογική συνοχή, η Ευριπίδου δεν μοιάζει να γυρεύει ανάπαυση σε μια μανιέρα, αλλά δοκιμάζει κάποια φιλόδοξα αφηγηματικά ευρήματα, κάποια στο όριο του μεταμοντέρνου, μια, παρότι αντιστικτική, ενδιαφέρουσα επιλογή που προσδίδει περαιτέρω διαστάσεις στις ιστορίες αυτές, ένα αντίβαρο στη στερεοτυπία που ως επί το πλείστον διακρίνει τέτοιου είδους αφηγήσεις λαογραφικής κληρονομιάς, που συχνά, στα μάτια μου, τις κάνει να μοιάζουν κάπως παρωχημένες στην αφηγηματική συγχρονία και τις κορυφές που η γραφή δοκιμάζει να πατήσει. Αυτό δεν είναι κάτι απλό ή εύκολο να συμβεί, η Ευριπίδου δοκιμάζει αυτά τα βήματα με σύνεση και προσοχή υποψιασμένη για τον κίνδυνο που ελοχεύει στον πειραματισμό, την απώλεια, μεταξύ άλλων, του ελέγχου. 

Καθόλου πρωτότυπα θα πω πως περιμένω με ενδιαφέρον τα επόμενα βήματα της Ευριπίδου, τον δρόμο που θα διαλέξει, το όχημα μεταφοράς που θα επιλέξει, την ειδολογική επιμονή ή τη δοκιμή σε νέες εκτάσεις. Πιθανότατα δεν είμαι ο πλέον κατάλληλος για να προσδιορίσω την ειδολογική αξία του Εκείνοι που δεν έφυγαν, λόγω έλλειψης της σχετικής σκευής, όμως με βεβαιότητα μπορώ να πω: παρότι δεν είναι ιδιαίτερα του γούστου μου αυτή η λογοτεχνική πτυχή, απόλαυσα το βιβλίο αυτό.

υγ. Ο δαίμων του τυπογραφείου, αυτό το τέρας, που από την εποχή του Γουτεμβέργιου ξέρει να φυλάγεται καλά και γεννά εφιάλτες σε όσους εμπλέκονται στην έντυπη παραγωγή, κατάφερε να παρεισφρήσει, ίσως για να μας υπενθυμίσει πως ο τρόμος, παρά τον ορθολογισμό που πιστεύουμε πως με σύνεση και προσοχή έχουμε οικοδομήσει, μπορεί ανά πάσα στιγμή να δεχτεί ικανό πλήγμα, η δοξασία να μετατραπεί σε εφιάλτη.

Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Οι ανώνυμοι - Hugues Pagan

Στην αναγνωστική συνείδηση αρκετών, το καλοκαίρι είναι συνυφασμένο, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, με τη νουάρ λογοτεχνία. Παραβλέποντας εκείνους που το θεωρούν αυτό υποτιμώντας κατά κάποιο τρόπο το είδος, αφού η ευκολία στην ανάγνωση είναι το κριτήριο επιλογής τους, θα σημείωνα πως λέξεις κλειδιά μιας επιτυχημένης επιλογής νουάρ λογοτεχνίας είναι η Γαλλία και οι εκδόσεις Πόλις. Παρότι δεν είναι ακριβώς το είδος της λογοτεχνίας που με ενθουσιάζει –τι και αν μπορώ να ανακαλέσω πλείστα παραδείγματα που το διαψεύδουν αυτό, πρέπει να αποδεχτούμε πως είμαστε οι αντιφάσεις μας– Οι ανώνυμοι του Υγκ Παγκάν ήταν ένα από τα βιβλία που επέλεξα να διαβάσω κατά τη διάρκεια του –αστικά πια δυσβάσταχτου– θέρους.

Δεκαετία του '70, μια ανώνυμη πόλη της Γαλλίας. Ο αρχιεπιθεωρητής Σνεντέρ αδιαφορεί για την όποια πιθανότητα λαμπρής καριέρας θα τον περίμενε στο Παρίσι, επιλέγει μια θέση αναντίστοιχη των δεξιοτήτων και των περγαμηνών του, κουβαλώντας τα σκοτάδια από την παρουσία του στον Πόλεμο της Αλγερίας. Έχουμε, λοιπόν, το βασικότερο των συστατικών της καλής νουάρ λογοτεχνίας, την παρουσία ενός μεσήλικα άντρα γεμάτου από αντιφάσεις που παλεύει με τα φαντάσματά του. Ο Σνεντέρ είναι ένας γνώριμος χαρακτήρας, ένας μεσήλικας που παρά τα όσα δείχνει προς τα έξω, ή παρά τα όσα οι άλλοι διακρίνουν σε αυτόν, νιώθει έντονα τη ματαίωση και την αποτυχία να τον κατακλύζουν. Αυτά τα συστατικά είναι που τον κάνουν συμπαθή, που προσφέρουν ένα αξιόλογο έδαφος για μια ιδιότυπη ενσυναίσθηση. Η υπόθεση, καίτοι σημαντική, δεν είναι το παν εδώ, όχι για μένα τουλάχιστον που η επίλυση ενός εγκλήματος δεν με καθηλώνει, ίσως και το αντίθετο να συμβαίνει όταν αυτή η διαδικασία είναι γεμάτη από απίθανα ευρήματα και βαρετές ευκολίες.

Μια από τις πρώτες υποθέσεις που θα αναλάβει είναι η διαλεύκανση της δολοφονίας μιας έφηβης. Η έρευνα για τον δολοφόνο θα επιτρέψει στον Παγκάν να μας συστήσει τον Σνεντέρ αλλά και να μας δώσει το μικροκλίμα που επικρατεί εντός και γύρω από τους κόλπους της γαλλικής αστυνομίας σε μια ταραχώδη περίοδο, όταν η κόκκινη απειλή αποτελούσε το νούμερο ένα κίνδυνο γύρω από τον οποίο συσπειρώνονταν οι αρχές και το συντηρητικό μέρος του λαού στα απόνερα του Πολέμου της Αλγερίας, της τελευταίας αιματηρής πράξης μιας χρόνιας αποικιοκρατικής συνθήκης. Με τρόπο λειτουργικό, φυσικά ενταγμένο στην προώθηση της πλοκής, ο αναγνώστης εισάγεται στη γαλλική επαρχία εκείνων των χρόνων. Οι ανώνυμοι είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ατμοσφαιρικού μυθιστορήματος, χωρίς ωστόσο αυτή να του τσακίζει τον αυχένα ή να φαίνεται επιτηδευμένη και να μυρίζει ενοχλητική εξωτικότητα.

Για αναγνώστες που η αναγνωστική απόλαυση δεν εξαντλείται στην αστυνομική πλοκή, Οι ανώνυμοι είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που δεν ακολουθεί αποκλειστικά και μόνο τη μονοδιάστατη διαδρομή έγκλημα-επίλυση-κάθαρση και δεν εγκλωβίζεται στους δεδομένους ειδολογικούς περιορισμούς. Αυτή η συγγραφική στάση έχει ως αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να μην είναι βαρυφορτωμένο από μια διαρκή απόπειρα εντυπωσιασμού και παραπλάνησης, με μοναδικό στόχο την έξη του αναγνώστη και το γρήγορο γύρισμα των σελίδων καθοδηγημένη από την επιθυμία αποκάλυψης της ταυτότητας του δολοφόνου. Ο Παγκάν, μάλιστα, απλώνει την έκταση του μυθιστορήματος αρκετά πέρα από την ανακάλυψη και σύλληψη του δολοφόνου, φλερτάροντας επικίνδυνα είναι η αλήθεια με την αίσθηση των περιττών σελίδων, καταφέρνοντας ωστόσο να δώσει ένα αναλογικά με το είδος σφιχτοδεμένο αποτέλεσμα, που δικαιολογεί το άπλωμα αυτό.

Τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, ο ορισμός του μπούνκερ και της παράλληλης με την εκεί έξω πραγματικότητα, είναι ιδιαιτέρως του γούστου μου και αυτό είναι κάτι που το έχω επαναλάβει πλείστες φορές σε αυτή την ψηφιακή γωνιά. Μια από τις λειτουργίες των καλών πολυσέλιδων μυθιστορημάτων είναι η λειτουργία τους ως γέφυρα διάβασης μιας περιόδου, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, αναγνωστικού μπλοκαρίσματος, εντός των οποίων σου επιτρέπεται να κινηθείς με τους δικούς σου ρυθμούς, πότε φρενήρεις και πότε χελώνας, διατηρώντας σε ωστόσο σε αναγνωστικό περιβάλλον. Και Οι ανώνυμοι, από σύμπτωση, συνέπεσαν με μια τέτοια περίοδο, με ορατό τον κίνδυνο να ταυτιστούν εντός μου με μια άνυδρη συνθήκη, εκεί όπου συχνά το αίτιο αναζητείται εκτός και όχι εντός του αναγνωστικού υποκειμένου, στο ίδιο το βιβλίο και όχι στις δεδομένες συνθήκες. Αυτή η συγκυρία, το γεγονός πως οι αρετές του μυθιστορήματος, πάντοτε με γωνία θέασης τις αναπόφευκτες ειδολογικές ιδιαιτερότητες, ήταν ορατές και στέρεες, αποτελεί την καλύτερη και την πλέον ασφαλή βεβαιότητα για τη συνολική αξία του μυθιστορήματος παρά το πλήρως αισθητό ντεφορμάρισμα στο οποίο ένιωθα αφημένος.

Διάβαζα κάπου, σχετικά πρόσφατα ίσως πριν από τη θερινή διακοπή, μια ατελείωτη πολυλογία σχετικά με το προφανές της υποκειμενικής κριτικής ματιάς, και θυμωμένος επαναλάμβανα: δεν διαβάζουμε το κάθε βιβλίο, την κάθε στιγμή, υπό τις ίδιες συνθήκες, ανάγκες και προσλαμβάνουσες· η συγκυρία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, το αναγνωστικό μας κριτήριο σφυρηλατείται κυρίως εν αγνοία μας, υπάρχουν βιβλία που με τον τρόπο τους μας έσωσαν και ας μην μπουν ποτέ σε κανέναν κανόνα. Να ένα ακόμα παράδειγμα, Οι ανώνυμοι. Σίγουρα δεν είναι το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει, ούτε καν το καλύτερο νουάρ που έχω διαβάσει, είναι ωστόσο ένα καλό βιβλίο που η συγκυρία το έφερε στα χέρια μου μια δύσκολη βδομάδα και όμως δεν το παράτησα, ούτε το κατηγόρησα για όλα τα δεινά της ύπαρξής μου, και εκείνο με αντάμειψε, μου πρόσφερε το βάθος του ως χώρο ανάπαυσης, ως σταθμό μετεπιβίβασης για το επόμενο ταξίδι.

Στον συνδυασμό Γαλλία-εκδόσεις Πόλις για την επιλογή ενός καλού νουάρ, ας προσθέσουμε και το όνομα του Γιάννη Καυκιά στη μετάφραση.

υγ. Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα.

Μετάφραση Γιάννης Καυκιάς
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024

Δεν θ' αργήσω - Βασιλική Πέτσα

Το περίμενα το βιβλίο αυτό, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αντιλήφθηκα πως επρόκειτο για μυθιστόρημα, κυρίως γιατί Το δέντρο της υπακοής, το τελευταίο βιβλίο της Βασιλικής Πέτσα (Καρδίτσα, 1983), μου είχε αρέσει πάρα πολύ, γεμίζοντας το σακούλι με προσδοκίες και υποθέσεις για το επόμενο βήμα της. Δεν έχασα χρόνο, λοιπόν.

Παρότι το διεθνές πλαίσιο, εντός του οποίου διαδραματίζονται οι ιστορίες που αποτελούσαν εκείνο το σπονδυλωτό μυθιστόρημα, υπήρχε και δεν ήταν κάτι νέο, ομολογώ πως ένιωσα μια κάποια έκπληξη μόλις αντιλήφθηκα πως το Δεν θ' αργήσω είχε να κάνει με ένα θέμα κυρίως βρετανικό, που έμεινε στην ιστορία ως η τραγωδία του Χίλσμπορο, όταν ενενήντα επτά φίλαθλοι της Λίβερπουλ βρήκαν φρικτό θάνατο, στις δεκαπέντε Απριλίου 1989, εξαιτίας του συνωστισμού στις κερκίδες των ορθίων. Τραγωδία που σύντομα απέκτησε έντονη πολιτική διάσταση, με την τότε κυβέρνηση Θάτσερ να κατηγορεί τους νεκρούς ως μεθύστακες και βίαιους χούλιγκανς, παίρνοντας μέτρα απομονωτισμού του αγγλικού ποδοσφαίρου, και μόλις, σχετικά πρόσφατα, ο αγώνας συγγενών και φίλων δικαιώθηκε και οι ευθύνες αποδόθηκαν, έστω και καθυστερημένα, έτσι και αλλιώς αργά και χωρίς νόημα θα ήταν, οι άνθρωποι είχαν πεθάνει, μόνο η ηθική δικαίωση απέμενε να δίνει κίνητρο στον πολύχρονο δικαστικό αγώνα. Δεν ήταν μια έκπληξη στερεοτυπική με βάση το φύλο, μια γυναίκα να ασχολείται με μια αντρική κυρίως υπόθεση, όπως είναι το ποδόσφαιρο, αλλά είχε να κάνει με την επιλογή ενός θέματος μακριά από την ελληνική πραγματικότητα.

Δεν είναι σπάνιο, αντίθετα συμβαίνει ολοένα και πιο συχνά, ένα ελληνικό βιβλίο να έχει πρόσωπα και καταστάσεις μη ελληνικές. Η παγκοσμιοποίηση, σκέφτομαι, η οικειότητα, ακόμα και εκ του σύνεγγυς, η ανάγκη για μια λογοτεχνία όχι αποκλεισμένη από τη διεθνή σκηνή, το περιβόητο άλλοθι, μαζί με την ολιγομιλούμενη ελληνική γλώσσα, για τη μη εξαγωγή της εγχώριας λογοτεχνίας στο εξωτερικό, ίσως να είναι μια απάντηση σ' αυτό το γιατί της επιλογής ενός μη τοπικού σκηνικού. Δεν με ξενίζει αυτό, η χώρα της λογοτεχνίας είναι μία (ωραίο κλισέ, όχι;), αλλά διακρίνω την παγίδα, που έχει να κάνει με μια εκ του μακρόθεν εξωτική ιδέα για το εξωτερικό, ένα Παρίσι, για παράδειγμα, στο οποίο ο συγγραφέας δεν έχει ποτέ βρεθεί και αυτό αναπόφευκτα φαίνεται στην απόπειρα η δράση να διαδραματιστεί εκεί. Η Πέτσα δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία, όχι τουλάχιστον με βάση την προηγούμενη απόπειρά της.

Λίβερπουλ, 2009. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, παντρεμένος με τη Λιζ και πατέρας δύο παιδιών, διατηρεί ένα φωτογραφείο που στην ψηφιακή εποχή πνέει τα λοίσθια, ήταν παρών εκείνη την αποφράδα μέρα, έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με εκείνο το παρελθόν, το οποίο ποτέ δεν ξέχασε εντελώς, από το οποίο ποτέ δεν γιατρεύτηκε πλήρως, τίποτα δεν ήταν το ίδιο μετά, ωστόσο η ζωή προχωράει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τις προκλήσεις της, τα καλά και τα κακά της. Ένας φίλος, σταθερό μέλος της τότε παρέας, δεν άντεξε άλλο και έφυγε μετανάστης στην Αυστραλία, του τηλεφωνεί για να του ανακοινώσει πως σκοπεύει να επιστρέψει ως επισκέπτης στην Αγγλία, με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από την τραγωδία. Η προοπτική αυτή τριγκάρει τον αφηγητή, μάταια παλεύει να ξεχαστεί με τις προκλήσεις της καθημερινότητας, τις απλές, όπως το πλύσιμο του αυτοκινήτου, ή τις σύνθετες, όπως το αν πρέπει να πάρει απόφαση και να κλείσει το κατάστημα πριν τα χρέη τον πνίξουν, το παρελθόν επανέρχεται διαρκώς, διακόπτει και παρεμβάλει τη σκέψη του, καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο.

Παρότι το κεντρικό γεγονός είναι σαφέστατα υπαρκτό, τα πρόσωπα και οι μικροϊστορίες τους είναι σε μεγάλο βαθμό επινοημένα, έτσι έχουμε να κάνουμε μ' ένα καθαρά μυθοπλαστικό έργο, για το οποίο, ωστόσο, η Πέτσα έπρεπε, και το έκανε, να διαβάσει αρκετά, ώστε να μπει στο κλίμα, να εντοπίσει τους σπόρους της έμπνευσης, το λογοτεχνικό κίνητρο για να πει μια ιστορία με αυτό το γεγονός στον πυρήνα της, και ακολούθως να γράψει την ιστορία εκείνης της παρέας που μετά τη τραγωδία αυτή δεν ήταν ποτέ η ίδια, και να τη ντύσει με αληθοφάνεια, απόλυτα απαραίτητο χαρακτηριστικό ώστε το μυθιστόρημα να λειτουργήσει.

Η συγγραφέας ταυτίζεται με τον αφηγητή στο γεγονός πως παρότι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε εκείνο το απόγευμα η ζωή προχωράει. Θέλω να πω πως μολονότι η τραγωδία του Χίλσμπορο είναι τόσο ισχυρή, το μυθιστόρημα αυτό δεν περιορίζεται, όπως και η ζωή των προσώπων άλλωστε, σε εκείνη τη μέρα. Μίλησα και παραπάνω για την έντονη πολιτική διάσταση του γεγονότος εκείνου. Η Πέτσα δεν αναλώνεται στα όσα συνέβησαν μετά σε επίπεδο κεντρικών αποφάσεων, αυτά λίγο πολύ είναι γνωστά, αλλά εμμένει στην ιστορία των προσώπων της, εκείνων που επέζησαν και έμειναν να φέρουν εκείνο το τραύμα, στη σημερινή Αγγλία, την τόσο διαφορετική. Η συγγραφέας δεν παρασύρεται από την επιθυμία να στρατευτεί πολιτικά, με τρόπο θεωρητικό και κυρίως αποστειρωμένο, εδώ έχουμε να κάνουμε με απλές ζωές, που σίγουρα επηρεάζονται από την κοινωνική και οικονομική πολιτική του δεν υπάρχει εναλλακτική, φράση που συμπυκνώνει εν πολλοίς την πολιτική που ακολουθήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο άπαξ και ειπώθηκε.

Το Δεν θ' αργήσω θυμίζει στον αναγνώστη τον παλιό καλό Τζόναθαν Κόου, τον τρόπο του να ανατέμνει τη βρετανική κοινωνία, να εντάσσει το πολιτικό και οικονομικό στοιχείο, να παρατηρεί τις επιπτώσεις στις απλές, ανώνυμες ζωές. Ο ρεαλισμός, σύγχρονος και προσαρμοσμένος στην εποχή μας, τον οποίο μετέρχεται η Πέτσα αποδεικνύεται το κατάλληλο όχημα για να περιηγηθεί στο, αποβιομηχανοποιημένο και κοινωνικοοικονομικά ασταθές, σημερινό Λίβερπουλ, χωρίς να αποπροσανατολιστεί από την ιστορία που θέλησε εξ αρχής να αφηγηθεί και που έχει να κάνει με το ερώτημα: τι σημαίνει να είσαι επιζών;

Στέρεο αφηγηματικά και με καλή επιμέλεια, το Δεν θ' αργήσω, αποδεικνύει εκ νέου την ικανότητα της Πέτσα στη μεγάλη φόρμα, παρότι το βιβλίο δεν ξεπερνά τις εκατό τριάντα σελίδες, κυρίως για τον τρόπο με το οποίο αναμιγνύει το τότε με το τώρα, το πώς αποδίδει αυτό το διαρκές πετάρισμα της σκέψης και της μνήμης του αφηγητή στο παρελθόν. Δεν μου φαίνεται καθόλου απλό αυτό που δοκίμασε η συγγραφέας εδώ, παρότι το βιβλίο είναι προσιτό στην αναγνωστική πρόσληψη, καθώς το θεματικό επίκεντρο είναι διαρκώς έτοιμο να την καταπιεί, να την οδηγήσει σε μια συναισθηματική έκρηξη όχι φυσική, αφού εκείνη μόνο έχει διαβάσει σχετικά και δεν είναι δικό της βίωμα, παραμερίζοντας έτσι τον ίδιο τον αφηγητή και αφαιρώντας τη φυσικότητα, τον ρεαλισμό, αφήνοντας τελικά μονάχα αιωρούμενη και αναπάντητη την κεντρική ερώτηση περιστροφής.

Ούτε πέφτει στην παγίδα να δώσει απαντήσεις, να τις επινοήσει καλύτερα, λύσεις και διεξόδους, επίσης, να επέμβει ως εξωτερική παρατηρήτρια και να στρογγυλέψει ή να ακονίσει τις γωνίες της εμπειρίας των προσώπων, παίρνοντας την ιστορία από τα χέρια των προσώπων και κάνοντάς τη δική της, να μιλήσει εκείνη στη θέση της, να αφήσει άψυχες καρικατούρες τα πρόσωπα περνώντας από πάνω τους, ποδοπατώντας τα, κάνοντας εκείνη με τη σειρά της όσα η κυβέρνηση και η αστυνομία έκαναν σε όσους έμειναν πίσω να θρηνούν τους νεκρούς εκείνους.

Το Δεν θ' αργήσω είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, παρότι διαπραγματεύεται ένα δύσκολο στη συναισθηματική του διαχείριση θέμα. Άλλωστε, μία από τις εκφάνσεις της καλής λογοτεχνίας είναι αυτή η αντίθεση, η αντίστιξη αν προτιμάτε.

υγ. Για Το δέντρο της υπακοής περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Το θέατρο του Σάμπαθ - Philip Roth

Ένας λογαριασμός που παρέμενε ανοιχτός τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της επιμονής αναγνωστών που ιδιαιτέρως εκτιμώ στο πρόσωπο του Φίλιπ Ροθ, για τον οποίο είχα καταλήξει πως, παρότι αναγνώριζα την ικανότητά του, αναγνωστικά δεν ταιριάζαμε. Και ήταν κάτι μάλλον απρόσμενο αυτό, για μια σειρά από λόγους. Όπως για παράδειγμα οι κεντρικοί χαρακτήρες του, άντρες μεσήλικες και άνω, αποτυχημένοι με κάποιο τρόπο, που, θεωρητικά τουλάχιστον, παρότι με ενοχλούν, αναγνωστικά θέλγομαι.

Αρκετές φορές είχα αναρωτηθεί πώς γινόταν να μου αρέσουν πολύ συγγραφείς όπως ο Μπέλοου ή ο Όστερ, για παράδειγμα, και όχι ο Ροθ. Συχνά σκεφτόμουν πως ίσως δεν είχα διαβάσει ακόμα το κατάλληλο βιβλίο του, Το θέατρο του Σάμπαθ σύμφωνα με την πλειοψηφία· το προγραμμάτιζα για να το αναβάλλω λίγο αργότερα υπό το βάρος εκείνων των βιβλίων που λαχταρούσα να πάρω στα χέρια μου. Το έβλεπα λίγο σαν υποχρέωση και αυτό δεν είναι συνήθως βοηθητική αναγνωστική συνθήκη και προσδοκία.

Το γεγονός πως η Λ. με έντονη προθυμία και επιμονή μου δάνεισε Το θέατρο του Σάμπαθ ήταν το ένα σκέλος που επίσπευσε την ανάγνωση αυτή. Το υπόλοιπο κομμάτι συμπλήρωσε ο ενθουσιασμός της για το μυθιστόρημα αυτό, που, σύμφωνα με όσα ξέρω για εκείνη ως αναγνώστρια, θα ανέμενα να αποτελεί ένα ακόμα δείγμα της λογοτεχνικής επιβολής της αντρικής και λευκής κυριαρχίας, που τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζεται, τουλάχιστον, με σκεπτικισμό. Να το διαβάσεις, μου είπε.

Είχαν προηγηθεί: πριν δεκατρία χρόνια, στην πρώτη περίοδο αυτού του ιστολογίου, Το ζώο που ξεψυχά, απογοητεύτηκα, ίσως και λόγω των προσδοκιών που είχα, θεώρησα δύσκολο να δώσω άλλη ευκαιρία σε αυτή τη σχέση. Ωστόσο, εξαιτίας του ονόματος του μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη, διάβασα το Καθένας και ενθουσιάστηκα, αν και μπορούσα να αντιληφθώ πως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ήταν το πλέον χαρακτηριστικό δείγμα της εργογραφίας του Ροθ. Το βυζί, παρά την κάπως ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα, που συνοψίζει, όπως εικάζω, μέρος των εμμονών τού συγγραφέα, με έκανε να νιώσω μια αμήχανη αδιαφορία, και από αυτό το συναίσθημα χειρότερο δεν έχω.

Ας διευκρινίσω πως η παραπάνω αποστροφή του λόγου μου, «θεώρησα δύσκολο να δώσω άλλη ευκαιρία σε αυτή τη σχέση», είναι καθ' υπερβολή. Προφανώς και δεν σημαίνει κάτι το αξιολογικό αν θα επιλέξω ή όχι να διαβάσω κάποιο ακόμα βιβλίο του πολυγραφότατου Ροθ, ενός συγγραφέα με σειρά από επαίνους και αναγνώστες. Άλλωστε ένας συγγραφέας μπορεί να ταυτόχρονα να είναι εξαιρετικός και να μην μας ταιριάζει, όχι;

Τούτων λεχθέντων, ας περάσω στο δια ταύτα της ανάγνωσης αυτής. Ο Μίκι Σάμπαθ, πρώην μαριονετίστας που τα τελευταία χρόνια ζει σχεδόν σε απομόνωση και παρά τη συμβίωση σε συναισθηματική απόσταση από τη δεύτερη γυναίκα του, στα εξήντα τέσσερα έτη του θα έρθει αντιμέτωπος με τον ξαφνικό θάνατο της από χρόνια ερωμένης του. Αυτό είναι το γεγονός που θα πυροδοτήσει το ταξίδι του στο παρελθόν.

Η ανάγνωση κυλούσε αναμενόμενα ως τη σελίδα τριακόσια δεκατέσσερα, κάπου στα μισά του βιβλίου δηλαδή. Καλή πρόζα, πλήρης έλεγχος του υλικού, αποτυχημένος ύστερος μεσήλικας ο κεντρικός χαρακτήρας. Περνούσα καλά παρά την πολυλογία, ίσως και να την είχα ανάγκη, δεν σκεφτόμουν να το παρατήσω, δεν ανυπομονούσα όμως και να επιστρέψω σε αυτό, βρισκόμουν στο γνώριμο αυτό μεταίχμιο, που περίμενα και φοβόμουν. Μέχρι που ο διακόπτης γύρισε όταν διάβασα το παρακάτω απόσπασμα:

Μην είσαι υπερβολικά αυστηρός με τον Σάμπαθ, αναγνώστη. Ούτε η αχαλίνωτη μαραθώνια εσωτερική φλυαρία, ούτε η υπερβολική αυτοϋπονόμευση, ούτε χρόνια ολόκληρα αναγνώσεων σχετικών με τον θάνατο, ούτε η πικρή εμπειρία της συμφοράς, της απώλειας, της ταλαιπωρίας και του πένθους διευκολύνουν έναν άντρα του τύπου του (ίσως οποιονδήποτε άντρα οποιουδήποτε τύπου) να χρησιμοποιήσει σωστά το μυαλό του όταν βρίσκεται μπροστά σε μια τέτοια προσφορά και μάλιστα όταν αυτή η επαναλαμβανόμενη προσφορά προέρχεται από κορίτσι που έχει το ένα τρίτο της ηλικίας του και την οδοντοστοιχία της Τζιν Τίρνεϊ στη «Laura».

Δεν ήμουν ιδιαίτερα αυστηρός με τον Σάμπαθ, κάθε άλλο, με έκανε να νιώθω αυτό το γνώριμο συναίσθημα απώθησης-έλξης ενός αποτυχημένου όψιμου μεσήλικα. Και όμως αυτή η ευθεία απεύθυνση του αφηγητή στον αναγνώστη στάθηκε ικανή να μετατοπίσει το κανάλι υποδοχής της ιστορίας του Σάμπαθ. Ίσως γιατί διέκρινα έναν συναισθηματικό, έστω και όχι πολύ γερό, δεσμό μεταξύ συγγραφέα και ήρωα, μια υποψία απόπειρας κατανόησης, ίσως γιατί με λεκτικό και άμεσο τρόπο ο αφηγητής πήρε αποστάσεις από αυτόν, χωρίς διάθεση να δικαιολογήσει ή να κρίνει, απλώς δοκιμάζοντας την ειλικρίνειά μας: ποιος άντρας, και δη στην ηλικία του, θα αντιστεκόταν; Ας μην είμαστε πουριτανοί υποκριτές, έμοιαζε να λέει, αυτός είναι ο κόσμος γύρω μας, από κοινό υλικό είμαστε φτιαγμένοι. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, δημιουργήθηκε ένα νήμα που ένωνε τον Ροθ με τον Ουελμπέκ, ένα ακόμα πώς γίνεται να μου αρέσει ο Γάλλος και όχι ο Αμερικανός ομότεχνός του, αφού η συγγένεια, ίσως και η επιρροή, είναι τόσο έντονη;

Ο ρεαλισμός και η επιμονή του αφηγητή στο σκύψιμο πάνω από τον Σάμπαθ, η άρνηση για απανθρωποίηση και τοποθέτησή του σε ένα ασφαλές για εμάς τους υπόλοιπους περιθώριο, η μη αντιμετώπισή του ως μια εξαίρεση του κανόνα. Ο Σάμπαθ μου ήταν εξ αρχής λογοτεχνικά γνώριμος, έτσι πίστευα, δεν μπορούσε να με σοκάρει ή να με ιντριγκάρει, ένιωθα ασφαλής στη μεταξύ μας απόσταση, όμως δεν ήμουν. Το ανθρώπινο υλικό, οι περιβαλλοντολογικές συνθήκες, η κατασκευή του δυτικού πολιτισμού και η ψευδοηθική ήταν εκεί και ήταν κοινό και οικείο έδαφος και ο αφηγητής άλλο δεν έκανε παρά να μου δείχνει το βρώμικο από το υπομονετικό και αργό σκάψιμο νύχι του. Ήταν η άμυνα που με κρατούσε μακριά από τον προβοκατόρικο χαρακτήρα της αφήγησης αυτής, δεν ήταν κάποιος αποτροπιασμός αλλά η άρνηση ή η αδυναμία να διακρίνω πόσο κοντά στον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης κινείτο η αφήγηση αυτό που ύψωνε τείχη αμηχανίας από πλευράς μου.

Η μετατόπιση αυτή άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τον αναγνωστικό ρου έτσι όπως ο αμυντικός μηχανισμός υποχώρησε, τα κρακ από το εσωτερικό του κρανίου ακούγονταν ευκρινώς και διαρκώς. Η θέα προς τις λογοτεχνικές αρετές έμεινε επιτέλους ανεμπόδιστη και άκρως λειτουργική. Και τότε, ναι, λαχταρούσα να επιστρέψω σε μια ανάγνωση αχόρταγη, χωρίς να έχει και τόση σημασία το πώς στεκόμουν απέναντι στον Σάμπαθ και την αφήγηση της ζωής του, το λογοτεχνικό και αναγνωστικό ζητούμενο άλλωστε αρκετά –θα έπρεπε να– απέχει. Και μόνο για τη μετατόπιση αυτή, την εμπειρία μιας ξαφνικής αποκάλυψης, την πτώση ενός ακόμα πέπλου, η ανάγνωση της λογοτεχνίας ενέχει τόσο σημαντική θέση στην καθημερινότητά μου· ο αφηρημένος τρόπος, το εύπλαστο μεσοδιάστημα, η ανικανότητα αντικειμενικής και ρητής εξήγησης· κατά ένα μεγάλο μέρος η ενασχόληση με την ανάγνωση, μέσα από αυτά, αλλά και άλλα μονοπάτια, μας συστήνει τον ίδιο μας τον εαυτό.

υγ. Για όσα προηγήθηκαν: Το ζώο που ξεψυχά (εδώ), Καθένας (εδώ) και Το βυζί (εδώ).

υγ.2 Εντωμεταξύ διάβασα το μυθιστόρημα Οι Νετανιάχου, στο επίμετρο, ο συγγραφέας Τζόσουα Κοέν, λέει πως ο Χάρολντ Μπλουμ, μεταξύ άλλων ιστοριών που μοιράστηκε μαζί του, του είπε πως ο ίδιος ο Φίλιπ Ροθ του είπε πως δημιούργησε τον πρωταγωνιστή στο Θεάτρο του Σάμπαθ κάνοντας την εξής υπόθεση: «τι θα γινόταν αν ο Χάρολντ, αντί να πάει στα κορυφαία πανεπιστήμια και να κάνει τους γονείς του περήφανους, είχε καταλήξει στο κακόφημο Βίλατζ τη δεκαετία του '50;».

Μετάφραση Ανδρέας Βαχλιώτης
Εκδόσεις Πόλις