Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις νήσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις νήσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου - Tobi Lakmaker

Ένα από τα βιβλία, που διάβασα σχετικά πρόσφατα και εκτίμησα πολύ, ήταν το Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί (κυρίως αυτό αλλά και το Wonderfuck επίσης) της Καταρίνα Φόλκμερ. Εκτίμησα και απόλαυσα ιδιαιτέρως την πρόζα, την ικανότητα να διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την αφηγηματικότητα, ένας μονόλογος με απεύθυνση στον σιωπηλό γιατρό κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης, μια καλοκουρδισμένη αν και προκατασκευασμένη ροή συνείδησης, γάργαρη, αιχμηρή, παιγνιώδης, ιερόσυλη και σημερινή, μεταξύ άλλων. Διαβάζοντας το Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου του Τόμπι Λακμάκερ, σε μετάφραση από τα ολλανδικά της Μαργαρίτας Μπονάτσου, το συναίσθημα που άφηνε πίσω της η πρωτοπρόσωπη αυτή αφήγηση διέθετε εμφανείς αντιστοιχίες.

Ο τίτλος παραπέμπει ευθέως στην Ιστορία της σεξουαλικότητας του Φουκό, έργο διάσημο και προπομπός αναφοράς, αυτό το μου ιδιωτικοποιεί κάτι το συλλογικό, διευκρινίζει εξ αρχής πως το εγώ θα είναι στο επίκεντρο της αφήγησης, το εγώ και ο,τι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με το υποκείμενο. Μια ιστορία ενηλικίωσης, ένα μονοπάτι αυτογνωσίας και αυτοπροσδιορισμού, μια μάχη σκληρή με τα στερεότυπα, τον οικογενειακό και ευρύτερα κοινωνικό ιστό, ένα διαρκές σπάσιμο έτοιμων καλουπιών, στα οποία κάτι περίσσευε και δεν χωρούσε ακριβώς, τα μέτρα δεν ήταν τα σωστά, το ρούχο δεν ήταν στο κατάλληλο μέγεθος, για να μην αναφερθούμε στην ποιότητα του υφάσματος, στο χρώμα ή στην υφή.

«Από τα δεκαοχτώ έως τα είκοσι δύο προσπάθησα να αφομοιώσω όλα τα είδη των Σίγκμουντ Φρόιντ, και στην πραγματικότητα, είχα μόνο μια διακριτή αίσθηση: ότι εγώ δεν ήμουν ο Σίγκμουντ Φρόιντ. Για να το διατυπώσω πιο συγκεκριμένα: Εγώ δεν ήμουν άντρας, αλλά γυναίκα. Δυσκολεύτηκα πολύ να είμαι γυναίκα. Ήθελαν να μακρύνω τα μαλλιά μου. Φυσικά, κανείς δεν το είπε ποτέ δυνατά, αλλά όταν οι άλλοι θέλουν να σε στουμπώσουν με κάτι, αποφεύγουν να το πουν. Το αφήνουν να εννοηθεί. Τώρα πια έχω πολύ κοντά μαλλιά και είμαι σε μια ομάδα υποστήριξης για τρανς άτομα. Θα ήθελες να μάθεις περισσότερα; Τηλεφώνησέ μου. Εγω δεν είμαι καθόλου τρανς, είμαι απλώς κάποια που της αρέσει πολύ να διεισδύει στις γυναίκες και εξαιτίας αυτού του γεγονότος έχει βαρεθεί να αγοράζει βοηθήματα όλη την ώρα».

Νιώθω πως όλο και περισσότερο παραπλανητικά ερωτήματα τίθενται γύρω από τη σύγχρονη λογοτεχνία, ερωτήματα διάφορα που καταλήγουν όλα στον ίδιο ταμιευτήρα του Και τι με νοιάζει εμένα. Είναι ενδιαφέρον πως η κύρια απάντηση στην κατηγορία για ιδιωτικοποίηση της λογοτεχνίας είναι η ιδιωτικοποίηση της ανάγνωσης, η μάστιγα της μονοσημίας, της μιας και μόνης αφηγηματικής διαδρομής, του μηδέν ένα, του μου αρέσει δεν μου αρέσει που μετατρέπεται σε είναι ή δεν είναι λογοτεχνία. Άσπρο και μαύρο. Και όπως κάθε θεωρία συνωμοσίας που σέβεται τον εαυτό της καταγγέλλει την ύπαρξη ενός οργανωμένου σχεδίου επιβολής. Ναι, σιγά. Είναι σαν το κοντό μαλλί που ενοχλεί γιατί δεν είναι γυναικείο, η προσωπική άποψη για το μήκος του μαλλιού φτιασιδωμένη με ένα δήθεν ενδιαφέρον για το άτομο μια στρώση μακιγιάζ που σκεπάζει το αυτό δεν είναι γυναικείο μαλλί, που αφήνει να εννοηθεί ένα: μας θέλουν όλα κοντοκουρεμένα.

Ο Λακμάκερ αφηγείται την ιστορία της σεξουαλικότητάς του, το πώς πλοηγήθηκε συχνά στο σκοτάδι με μόνο αστρολάβο το ένστικτο και το συναίσθημα, τον εσωτερικό δίαυλο επικοινωνίας, τη δυσανεξία στα διάφορα κοστούμια του βεστιαρίου, και έχει ενδιαφέρον, αν και μάλλον δεν προκαλεί εντύπωση, πως πρώτος ένοχος στη λίστα είναι ο ίδιος, εκείνος ήταν που προσπάθησε να υποτάξει, να ξεγελάσει, να παρακάμψει τα σημάδια και τις επιθυμίες, εκείνος ήταν που παρερμήνευσε, που επέμεινε στο κανονικό, στο αποδεκτό, που δικαιολόγησε ακόμα ακόμα τους άλλους όταν τον κοίταξαν με μισό μάτι, και αυτό το ένοχο εγώ δείχνει την ασφυξία του κανονικού που μας περιβάλλει, τη μονοσημία, αγόρι κορίτσι, για παράδειγμα, ή, και πιο προοδευτικά ακόμα, τρανς αγόρι ή τρανς κορίτσι, ο ετεροπροσδιορισμός, ο θυμός του εγώ αυτά δεν τα καταλαβαίνω.

Προφανώς και το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και η αφήγηση του ταξιδιού αυτού δεν καθιστά το παράγωγο λογοτεχνία. Προφανώς, αλλά το λέω γιατί ακόμα πρέπει να συμφωνούμε στα βασικά. Όπως προφανώς και το παράγωγο δεν έχει ως σκοπό ή στόχο να πείσει ή να εξηγήσει ή να διδάξει. Δεν είναι μια απολογία, αν και αρκετοί ως τέτοια θα το αντιμετωπίσουν. Ακόμα χειρότερα, κάποιοι θα πουν πως πουλάει τον εαυτό του από ματαιοδοξία, πως αυτοεργαλειοποιείται, γέμισε ο κόσμος από μέντορες και σωτήρες, που ξέρουν τα πάντα, ακόμα και αυτά που οι άλλοι αναζητούν.

Η πρόζα του Λακμάκερ είναι υψηλού επιπέδου, οξυδερκής, ανησυχαστική, βιτριολική, έξυπνη, φρέσκια, σύγχρονη, σατιρική και αυτοϋπονομευτική, μεταξύ άλλων. Φαινομενικά έμπλεη ενός τεράστιου εγώ, ενός εγώ, ωστόσο, που κινείται εντός του κοινού κόσμου που μας περιβάλλει, η ανθρώπινη εμπειρία, αυτό είναι που διαλύει τα στενά, μάλλον ασφυκτικά, όρια του ατομικού, αρκεί, είπαμε, να μην έχεις ασπαστεί τη μονοσημία και φορέσει τη μπέρτα του ξέρω εγώ. Πιο ατομική είναι η μονοσήμαντη αποτύπωση ενός κόσμου με στερεότυπα έπιπλα, στερεότυπα άτομα, στερεότυπες συμπεριφορές και ερμηνείες, ένας κόσμος σε συντήρηση, σταθερός και αναλλοίωτος. Οι βεβαιότητες και οι σταθερές ανήκουν ή αναζητούνται στις θετικές επιστήμες, ακόμα και εκεί, ωστόσο, έχουν όρια, με τα οποία η ανθρώπινη σκέψη παλεύει.

Επιστρέφοντας στα παραπλανητικά ερωτήματα γύρω από τη σύγχρονη λογοτεχνία, περίοπτη θέση διατηρεί το Θα θυμάται κανείς αυτό το βιβλίο σε χ χρόνια; Σοφιστεία, ερώτημα που μόνο υποθετικά μπορεί να απαντηθεί, προλαβαίνει ωστόσο να αποτελέσει εργαλείο αξιολόγησης, ερώτημα το οποίο επίσης προϋποθέτει έναν κόσμο σταθερό και αναλλοίωτο στον οποίο η λογοτεχνία λειτουργεί με τρόπο επίσης σταθερό και αναλλοίωτο, και όχι ένα δυναμικό περιβάλλον συνεχώς μεταβαλλόμενο, μάλλον χαωτικά. Η συγχρονία εντέχνως απαξιώνεται, ίσως γιατί γεμίζει με εκνευρισμό και ανησυχία τον άνθρωπο, γιατί μοιάζει να του τραβάει διαρκώς το χαλί κάτω από τα πόδια. Η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, το κάνει αυτό, οι συγγραφείς νιώθουν αυτές τις μικροδονήσεις, ευαίσθητοι σεισμογράφοι, πριν το δείγμα περάσει στην επικράτεια των ιστορικών και των λοιπών κοινωνικών επιστημών.

Η ιστορία της σεξουαλικότητάς μου είναι ένα προκλητικό βιβλίο, η πρόζα του Λακμάκερ σε συνδυασμό με την υπεραιχμή της συγχρονίας το καθιστούν αγρίμι ατίθασο, το γεγονός πως δεν αφήνει τον εαυτό του έξω από τον κατάλογο των ενόχων του επιτρέπει να αναπνεύσει μακριά από ένα γλυκανάλατο δράμα, ο αφηγητής δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο θύμα της εποχής, της κοινωνίας, του κόσμου, του καπιταλισμού, της συντήρησης, της φαλλοκρατίας, από ο,τι όλοι μας, και ίσως αυτό καθιστά τη λογοτεχνία αυτή προκλητική, το γεγονός πως έμμεσα μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το δικό μας μονοπάτι, για τα καλούπια στα οποία ολοένα και (λέμε πως) βολευόμαστε.

υγ. Για το Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το Wonderfuck εδώ. Κάποιες επιλογές από ολλανδική λογοτεχνία θα βρείτε εδώ.

υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις Νήσος

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η ευτυχισμένη κοιλάδα - Annemarie Schwarzenbach

Συνέβαινε και θα συμβαίνει, δημιουργοί που στον καιρό τους πέρασαν κάτω από τα ραντάρ, ο,τι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε κιόλας, λέγανε και συνεχίζουν να λένε κάποιοι, δημιουργοί που για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν εκτιμήθηκε το έργο τους, ίσως μπροστά από την εποχή τους, ίσως απόρροια συγκυριών, τόσα έργα κυκλοφορούν συνεχώς, όπως και να έχει, κάποιοι από αυτούς, μετά θάνατον, μετά την παρέλευση ενός σημαντικού χρονικού διαστήματος τέλος πάντων, αναδύονται ξανά στην επιφάνεια, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, πώς γίνεται, αναρωτιόμαστε τώρα, ένα τέτοιο βιβλίο, Η ευτυχισμένη κοιλάδα στην προκειμένη περίπτωση, να μην αποθεώθηκε στην εποχή του, μια ειδική κατηγορία δημιουργήθηκε για να ενταχθεί ο παραμελημένος δημιουργός, που δημιούργησε τότε και αναδύθηκε τώρα, σύγχρονος κλασικός, έτσι αποκαλείται σε μια διττή απόπειρα, από τη μια να διορθωθεί η παράβλεψη, από την άλλη να ονομαστεί ο μεταχρονολογημένος χαρακτήρας μιας νέας και συνάμα παλιάς έκδοσης.

Στην περίπτωση της Σβάρτσενμπαχ, πέρα των λοιπών συγκυριών και αιτίων,  ο «εχθρός» υπήρξε εσωτερικός, η μητέρα της, που τόσο τη λάτρευε μικρή, έβλεπε σε εκείνη κάτι δικό της, κάτι προς οικειοποίηση, δεν αποδέχθηκε ποτέ την ιδεολογική διαφορά, το ελευθεριακό πνεύμα της κόρης της, που μικρή την έντυνε με αντρικά ρούχα και την περιέφερε σε ποικίλες εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, μια οικογένεια πλούσια, ισχυρή, ταγμένη στο πλευρό των ναζί, με τον θάνατό της, φρόντισε να καταστρέψει ο,τι η πρόωρα θανούσα σε ατύχημα με το ποδήλατό κόρη της άφησε πίσω, κυρίως τα ημερολόγια της, μερίμνησε ώστε η κηλίδα στην οικογενειακή μερίδα να σβηστεί, να απομακρυνθεί, να ξεχαστεί, να αποποιηθεί οποιαδήποτε συνάφεια.

Σε μια περίπλοκη συνθήκη, όπως η μεγάλη ιστορία, δεν είναι απλό να μετέρχεται κανείς βεβαιότητες, στην περίπτωση της Σβάρτσενμπαχ ωστόσο, το μαύρο, πηχτό μελάνι με το οποίο καλυπτόταν τότε ένα μέρος της Ευρώπης, αλλά και του κόσμου, είναι κάτι το οποίο εν μέρει κάλυψε και το έργο της, δεν είναι εύκολο κανείς να αποσυνδέσει εντελώς την εποχή από το έργο, η εποχή που γεννά το έργο, η εποχή που το βυθίζει.

Ο πρωτοπρόσωπος άρρεν αφηγητής περιτριγυρίζει την Ασία, μια επικράτεια που εκκινά από τη χώρα μας και φτάνει μέχρι το Ιράν, τόποι κάποτε γεννήτριες και κοιτίδες, τώρα αραιά κατοικημένοι, στο περιθώριο του ενδιαφέροντος, επισκέπτεται ως επαγγελματίας χώρους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ίπταται και φωτογραφίζει, επιχειρεί να ανασύρει από το παρελθόν ψηφίδες, να ενώσει τα κομμάτια, να προσθέσει στην ανθρώπινη γνώση, να εκτείνει γέφυρες ανάμεσα στο μακρινό χτες και στο σήμερα, το ασφυκτικό στην Ευρώπη ειδικά σήμερα, εκεί που ο αέρας ολοένα και αραιώνει, κάνοντας την αναπνοή δύσκολη, αν όχι αδύνατη, και να που χιλιόμετρα μακριά η ανάσα χορταίνει, το μάτι χορταίνει, η αγωνία καθησυχάζεται.

Η γλώσσα που μετέρχεται η Σβάρτσενμπαχ είναι λυρική, στο όριο του λιγώματος, όριο στο οποίο ακροβατεί επικίνδυνα, λέξη τη λέξη αποφεύγει την κατακρήμνιση στην άβυσσο του λιγώματος, της ποιητικούρας, της καρικατούρας, ο Κοιλής στη μετάφραση, πέρα των υπόλοιπων δυσκολιών, όπως τα πραγματολογικά στοιχεία για παράδειγμα, δίνει τη μάχη της γλωσσικής μετάβασης κυρίως στην αρένα της λυρικότητας αυτής και φαίνεται να βγαίνει θριαμβευτής, κατάκοπος αλλά νικητής στα σημεία. Ο τόπος και η γλώσσα είναι οι δύο αντιστικτικές μεταβλητές, αναχωρητικές θα μπορούσε κάποιος κακοπροαίρετα και βιαστικά να τις αποκαλέσει, που η συγγραφέας μετέρχεται για να μπορέσει να αναπνεύσει, αυτή η αγωνία διατρέχει το κείμενο από άκρη σε άκρη, αυτός είναι ο άξονας περιστροφής, ίσως εδώ να κρύβεται μια ακόμα υπόθεση εργασίας στο γιατί το έργο της δεν αναγνωρίστηκε παρά δεκαετίες αργότερα, σκέφτομαι, ο ζόφος είχε κάθε λόγο να το περιφρονήσει, και να το φοβηθεί θα πρόσθετα έστω και διαισθητικά, αλλά και οι προοδευτικές δυνάμεις, όσες ακόμα υπήρχαν και δεν σώπαιναν κάτω από τη μπότα του ολοκληρωτισμού, ίσως να μην αναγνώρισαν στο έργο αυτό μια συμμαχική φωνή, τον ακραιφνή ρεαλισμό και το εδώ και το τώρα να μπορούσαν μόνο να δεχτούν, και στο Η ευτυχισμένη κοιλάδα δεν τον διέκριναν έγκαιρα.

Ίσως να μην υπάρχει, για κάποιους που στη λογοτεχνία αναζητούν και το πολιτικό στίγμα, χειρότερη κατηγορία από εκείνη του αναχωρητισμού, και Η ευτυχισμένη κοιλάδα βιαστικά και σε στενό πλαίσιο μελέτης μάλλον εκεί θα έπαιρνε θέση. Όμως, η αγωνία που διατρέχει το κείμενο, η αγωνία εκείνου που του κόβεται η ανάσα, που το οξυγόνο δεν είναι αρκετό, που μανιασμένα αναζητά κάτι για να κρατηθεί στη ζωή, να μην λιποταχτήσει από το φόβο και την ασχήμια, που οι λέξεις του ρεαλισμού μοιάζουν κούφιες, που αυτό που συμβαίνει είναι προφανές κακό, δεν χρειάζονται επιπλέον λέξεις για να το καταγγείλουν, ή μπορεί και να χρειάζονται αλλά όχι για την Σβάρτσενμπαχ, που τριγυρίζοντας σε μέρη μακρινά αντίκρισε την ομορφιά, και η αντίθεση αυτή δημιούργησε ένα δίπολο, άσπρο μαύρο, διέκρινε κάτι το γόνιμο σε μέρη μακρινά, ακόμα αμόλυντα, καλυμμένα από χλόη και σκόνη, προσμένοντας κάποιο χέρι να τα φέρει στην επιφάνεια ξανά.

Έργα, όπως αυτό, ανήκουν σε μια ολιγομελή κατηγορία ενός ιδιαίτερου αποικιακού προσανατολισμού, που, αντίθετα με την ισχυρή και φωνακλάδικη πλειοψηφία, μακριά από τη δύση αναζητούν ένα καταφύγιο και όχι μια επικράτεια περαιτέρω επιβολής της κυριαρχίας, που δεν φέρουν φακούς μέσω των οποίων ο κόσμος ομογενοποιείται αλλά γυρεύουν μια ματιά καθαρή, επιμένουν να κατανοήσουν και όχι να φέρουν στα μέτρα τους, να μεταμορφωθούν και όχι να επιβάλλουν μια βίαιη μορφοποίηση. Ο αφηγητής, που η επιλογή του φύλου του συσκοτίζει τον έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, τριγυρνά σε μια επικράτεια μαγική έχοντας αφήσει πίσω του ένα απομαγευμένο ζόφο. Η αγωνία που διαπνέει την αφήγηση, μια αγωνία που διακρίνεται για την περιπέτειά της, που δεν αναλώνεται σε έναν φόβο θανάτου αλλά σε μια πιθανότητα να μην χωρέσει η ομορφιά στο βλέμμα, μια αγωνία πρωτόγνωρη για κάποια που έρχεται από την απανθρωποίηση, χρώματα στον αντίποδα του σκούρου γκρίζου, καθαρότητα στον αντίποδα μιας ματιάς μίσους και φόβου, οι πολυσημία και οι ανοιχτοί δρόμοι στον αντίποδα του μονότονου βαδίσματος υπό τους ήχους εμβατηρίων.

Η ευτυχισμένη κοιλάδα, ιδωμένη στο σήμερα, παρά την αναγνωστική απόλαυση που αφειδώς προσφέρει, επιβεβαιώνει δυστυχώς την ήττα, μάταια ο αναγνώστης δοκιμάζει να (επι)σκεφτεί μέρη μάγευσης, παραμελημένα από τον ιό, να φύγεις για πού, να πιαστείς από πού, να πιστέψεις σε κάτι άλλο πού;

υγ. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είχα κατά νου μια πιθανή επιρροή της συγγραφέως στη Μπάχμαν και πιο συγκεκριμένα στο ανολοκλήρωτο αριστούργημά της το Η περίπτωση Φράντσα, για το οποίο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιάννης Κοιλής
Εκδόσεις Νήσος   

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2023

Αόριστος - Ελευθερία Παπουτσάκη

Η ψυχοθεραπεία, με τις διάφορες εκφάνσεις της, αποτελεί ένα συχνό εύρημα στην τέχνη, από τις ταινίες του Γούντυ Άλεν μέχρι τα υβριδικής μυθοπλασίας βιβλία του Γιάλομ και του Μπουκάι, αλλά και του Σακς, παρότι τα βιβλία του ανήκουν περισσότερο στα εδάφη της νευρολογίας, άλλωστε για πολλά χρόνια οι δύο αυτές επιστήμες βάδιζαν χέρι-χέρι και μόνο σχετικά πρόσφατα διαχωρίστηκαν ευκρινώς. Πριν από περίπου δέκα χρόνια, όταν είχα διαβάσει το Ένας ανθρωπολόγος στον Άρη, προσπάθησα να διακρίνω τι ήταν εκείνο που έλκυε έναν λάτρη της μυθοπλασίας σε κείμενα όπως αυτά του Σακς. Κατέληξα τότε στο συμπέρασμα πως ήταν η ατομικότητα της θεραπείας εκείνο που με συγκινούσε βαθιά, Η θεραπεία του ενός όπως ονόμασα το κείμενο εκείνο. Η δυνατότητα ενός απλού ασθενή, πάντοτε με την οικονομική άνεση για μια θεραπεία με έντονα τα στοιχεία του ταξικού διαχωρισμού, να γίνεται το απόλυτο ενδιαφέρον ενός σπουδαίου μυαλού, που στρέφει πάνω του όλη του την προσοχή και την επιστημονική σκευή, σε μια απόπειρα κατανόησης και επίλυσης του θέματος που ταλανίζει τον ασθενή, μακριά από τη γενικευμένη, βάσει βιβλιογραφίας και οικονομίας χρόνου, αντιμετώπιση που συνήθως λαμβάνει χώρα. Βέβαια, στο συμπέρασμα αυτό δεν άργησαν να φυτρώσουν αγριόχορτα με αγκάθια με τη μορφή της ένστασης που η γειτνίαση με τη λογοτεχνία έσπειρε, πως δηλαδή οι ιστορίες αυτές ήρθαν στα μέτρα των συγγραφέων ώστε να αποτελέσουν το υλικό ενός βιβλίου στο μεταίχμιο επιστήμης και λογοτεχνίας, πως δεν ήταν δηλαδή κάποιο ιδεαλιστικό γνώρισμα των θεραπόντων, αλλά μια κατασκευή, πέρα από την υποχρέωση για τη διασφάλιση του απορρήτου.

Ο Αόριστος είναι το πρώτο λογοτεχνικό βήμα της Ελευθερίας Παπουτσάκη (Αθήνα, 1977), που νωρίτερα είχε προλογίσει και επιμεληθεί την ποιητική συλλογή κάποιων μαθητών της στο Τα χαϊκού της Γκράβας (εκδόσεις Book Lab, 2022). Η περιγραφή στο οπισθόφυλλο ήταν εκείνη που μου τράβηξε το ενδιαφέρον, καθώς περιέγραφε μια αντιστροφή των ρόλων στο σχήμα που αναφέρθηκα παραπάνω. Στις δώδεκα μικρές ιστορίες της συλλογής δίνεται ο λόγος στους θεραπευόμενους ώστε να αφηγηθούν την εμπειρία τους από την ψυχοθεραπεία, οι ειδικοί περνούν σε δεύτερο πλάνο. Η συγγραφέας «συμμετέχει» με τρεις ιστορίες, ενώ για τις άλλες εννέα προχώρησε σε συνεντεύξεις με φίλους και γνωστούς της, από τις οποίες και προέκυψε το υλικό για το βιβλίο αυτό. Η γνωριμία της συγγραφέως με τα υποκείμενα των ιστοριών ήταν απαραίτητη για εκείνη ώστε να μπορέσει να μπει στα παπούτσια τους, να χρησιμοποιήσει το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση και να επιχειρήσει να μετατρέψει σε λογοτεχνία την περιγραφείσα εμπειρία, φροντίζοντας να διασφαλίσει την ανωνυμία τους, αλλάζοντας διάφορα πραγματολογικά στοιχεία τα οποία δεν θα επηρέαζαν ωστόσο την κεντρική πλοκή της κάθε εκμυστήρευσης.

Η συνοχή της συλλογής διασφαλίζεται τόσο από τον κοινό θεματικό άξονα όσο και από την αφηγηματική φωνή. Και η συνοχή, για μένα, είναι ένα από τα προαπαιτούμενα μιας συλλογής διηγημάτων, που την καθιστά συλλογή και όχι συγκέντρωση σκόρπιων ανά τον χρόνο κειμένων με σκοπό τη δυνατότητα έκδοσης. Ο υβριδικός χαρακτήρας των ιστοριών, αφού αυτές πατάνε με το ένα πόδι στη μυθοπλασία και με το άλλο στην πραγματικότητα, τραβάει την αναγνωστική ματιά περισσότερο στην εμπειρία παρά στις λογοτεχνικές αρετές. Δεν λέω πως τα διηγήματα στερούνται λογοτεχνικότητας, απλώς λέω πως εδώ είναι μια από τις εξαιρέσεις του κανόνα πως σημασία έχει το πώς θα αφηγηθεί κανείς μια ιστορία παρά η ίδια η ιστορία καθαυτή. Άλλωστε, αυτό είναι κάτι που περιλαμβάνεται στις συγγραφικές επιδιώξεις της Παπουτσάκη.

Δεν θεωρώ πως έχει νόημα η περίληψη των ιστοριών σε ένα κείμενο παρουσίασης όπως αυτό. Όπως επίσης δεν έχει νόημα η απόπειρα διάκρισης ανάμεσα στο μυθοπλαστικό πέπλο και την αλήθεια. Θεωρώ ωστόσο ενδιαφέρουσα τη σκέψη γύρω από την «ειλικρίνεια» των υποκειμένων κατά τη διάρκεια της «συνέντευξης». Αναρωτιέμαι γενικότερα σχετικά με τον τρόπο που κάποιος επιλέγει να αφηγηθεί τα του εαυτού του, τη μάσκα που φοράει συχνά εν αγνοία του ίδιου του του εαυτού, μάσκα η οποία στη διάρκεια της ψυχοθεραπείας αναμένεται να πέσει ώστε ο θεραπευόμενος να αντικρίσει τον εαυτό του με τη μέγιστη δυνατή ειλικρίνεια αλλά και καθαρότητα. Με βάση αυτό σκέφτομαι πώς θα ήταν μια απομαγνητοφώνηση των «συνεντεύξεων» αυτών. Για να επιστρέψω όμως στο βιβλίο, η Παπουτσάκη ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις επιδιώξεις που ο αναγνώστης υποθέτει πως είχε κατά τη σύλληψη και την εκτέλεση αυτής της πρωτότυπης ιδέας. Οι ιστορίες είναι αυτές που είναι, είναι το τίμημα της αλήθειας, το πλεονέκτημα της μυθοπλασίας χάνεται σε μεγάλο βαθμό, ενώ ούτε το ευτυχές τέλος διασφαλίζεται, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην πραγματική ζωή.

Η αντιστροφή των ρόλων επιτρέπει να έρθει στην επιφάνεια ο τρόπος με τον οποίο οι θεραπευόμενοι στέκονται απέναντι στον θεράποντα, τα συναισθήματα που αυτός τους προκαλεί, αλλά και η διαδικασία καθαυτή, πώς εκείνοι στέκονται και προσέρχονται, ποιο είναι το πλαίσιο της παράλληλης, εκτός γραφείου, ζωής τους, παρότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχουμε ξεκάθαρη εικόνα για τα αιτήματά τους κατά την είσοδο στο γραφείο στο πρώτο ραντεβού. Σε αυτό σημαντικό ρόλο αναπόφευκτα παίζει και η σχολή την οποία ο εκάστοτε θεράποντας ακολουθεί, όχι όμως μεγαλύτερο, τουλάχιστον σε αυτή τη μέθοδο που η Παπουτσάκη επιλέγει να στηρίξει τον Αόριστο, από τους ίδιους τους αιτούντες θεραπεία.

Συνοψίζοντας θα έλεγα πως το παρόν βιβλίο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας της πρωτότυπης και μάλλον λοξής ματιάς του απέναντι στη ψυχοθεραπεία, ο τρόπος που τα μη ειδικευμένα άτομα προσλαμβάνουν τη διαδικασία, αλλά και η διαμεσολάβηση ενός τρίτου, της συγγραφέως δηλαδή, στην εξόρυξη της εμπειρίας.

υγ. Για τη Θεραπεία του ενός περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Εκδόσεις Νήσος

Πέμπτη 4 Μαΐου 2023

Ελληνική επαρχία

Η ελληνική επαρχία αποτελεί το σκηνικό σε δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Κώστας Μπαρμπάτσης, γεννημένος στο Αγρίνιο, με τη συλλογή διηγημάτων Λυκοχαβιά (εκδόσεις Κέδρος) και ο Κρητικός Μιχάλης Αλμπάτης με το μυθιστόρημα Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (εκδόσεις Νήσος) αντλούν τις ιστορίες τους από το παρελθόν ενός τόπου, τα μυστικά του οποίου δείχνουν να γνωρίζουν καλά, μετερχόμενοι χρηστικά το σύνολο των συστατικών του, κυρίως τη γλώσσα και τους ανθρώπους που τον κατοικούν.

Τα έξι διηγήματα της Λυκοχαβιάς διαδραματίζονται στη Δυτική Ελλάδα, στην Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, εκεί που κάποτε υπήρχε το ομώνυμο ιαματικό δρώμενο κατά το οποίο περνούσαν τα άρρωστα παιδιά από το στόμα του λυκοτόμαρου ώστε να μεταδοθεί σ' αυτά η δύναμη του ζώου. Ο τίτλος που επιλέγει ο Μπαρμπάτσης λειτουργεί προγραμματικά σε διάφορα επίπεδα, γεγονός το οποίο τον απαλλάσσει από τον στείρο και κενό εντυπωσιασμό που εγείρει αναπόφευκτα η χρήση μιας λέξης παροπλισμένης. Δεν είναι μόνο το γλωσσικό στίγμα που δίνεται μ' αυτό, αλλά και η αποτύπωση ενός κόσμου άγριου, ανορθολογικού και συχνά ασφυκτικού, όπως η ελληνική επαρχία. Και αυτή η αντίστιξη ανάμεσα στην ομορφιά και την αγριότητα που η ίδια η λέξη ταυτόχρονα περιέχει συνοψίζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο ο Μπαρμπάτσης προσέρχεται για να αφηγηθεί τις ιστορίες αυτές.

Η ντοπιολαλιά που χρησιμοποιούν τα πρόσωπα των ιστοριών διαθέτει την απαραίτητη προφορικότητα, προϊόν συγγραφικού βιώματος και κοπιώδους εργασίας, που την καθιστούν κατανοητή και απαραίτητη. Η πραγματική δυσκολία για τον Μπαρμπάτση δεν βρίσκεται ωστόσο εδώ, αλλά στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο παντογνώστης αφηγητής, όπου αυτός εμφανίζεται. Εκεί είναι που το εξεζητημένο και το ανακόλουθο παραμονεύουν. Ο συγγραφέας πετυχαίνει την απαραίτητη γλωσσική ισορροπία που λειτουργεί ως γέφυρα τόσο με το σήμερα όσο και με τον αναγνώστη, αποτυπώνοντας γλωσσικά την απαραίτητη χρονική συνέχεια. Ο κόσμος που περιγράφεται δεν είναι και τόσο ανοίκειος τελικά. Ο Μπαρμπάτσης δεν πάσχει από νοσταλγία, δεν επιθυμεί να «πουλήσει» φολκλόρ και παράδοση, δεν έχει προθέσεις ωραιοποίησης του παρελθόντος αλλά ούτε και του παρόντος. Η συγγραφική μέριμνα δεν αρκείται ωστόσο στη γλώσσα, αλλά εστιάζει και στην ιστορία. Παρότι τα μοτίβα είναι γνώριμα, ο συγγραφέας πετυχαίνει τόσο την αβίαστη γέννηση συναισθήματος όσο και τη διατήρηση του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, χωρίς να καταφεύγει στην υπερβολή και την επιτήδευση. Ο ανθρώπινος χαρακτήρας των ιστοριών αυτών τούς επιτρέπει να δραπετεύσουν από το στενό χωροχρονικό καλούπι εντός του οποίου αρχικά χύθηκαν.

Ο Μιχάλης Αλμπάτης τοποθετεί το μυθιστόρημά του στην κρητική επαρχία στις αρχές της δεκαετίας του '50. Το Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους περιστρέφεται γύρω από ένα κεντρικό εύρημα, μια ιδέα αρκετά πρωτότυπη. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας αυτής, στα δεκαπέντε του, θα παραστεί για πρώτη φορά σε κηδεία. Εκεί, τρομοκρατημένος και έκπληκτος, θα διαπιστώσει πως μπορεί να ακούσει τον νεκρό και να συνομιλήσει μαζί του. Παρότι η μικρή κοινωνία είναι έτοιμη να του φορέσει την ταμπέλα του λωλού, ο θείος του θα διακρίνει σ' αυτό το παράδοξο ταλέντο μια πιθανή πηγή πλουτισμού. Έτσι, φεύγουν από το μικρό χωριό προς αναζήτηση πελατών σε πολιτείες μεγαλύτερες. 

Μια ιδέα από μόνη της, όσο πρωτότυπη ή καλή και αν είναι, δεν αρκεί και αυτό είναι κάτι που αποδεικνύεται συνεχώς σε απόπειρες καλών προθέσεων μα ανεπιτυχούς υλοποίησης. Ο Αλμπάτης τα καταφέρνει θαυμάσια,  ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το εύρημά του είναι υποδειγματικός, ενώ η οξυδέρκεια και η φαντασία του είναι εμφανείς. Έχοντας ως άτυπο πλοηγό τον Δον Κιχώτη, ένα αρχετυπικό μυθιστόρημα, ο συγγραφέας ακολουθεί τον ανιψιό και τον θείο στις περιπέτειές τους. Ο συγγραφέας χωρίζει λειτουργικά το πολυσέλιδο μυθιστόρημα σε μικρά, σχεδόν αυτοτελή, κεφάλαια, ενώ παράλληλα συνεχίζει το κεντρικό νήμα αφήγησης, μέσα από το οποίο αναπηδά ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Με τον τρόπο αυτόν διατηρεί τον έλεγχο και αποφεύγει την αφηγηματική αποδυνάμωση, ενώ βρίσκει τον απαραίτητο χώρο ώστε να προσθέσει πλείστα ιστορικά στοιχεία, να αναδείξει διαχρονικές ιδιοπάθειες και να απλώσει τα απαραίτητα νήματα σύνδεσης με το σήμερα. Ο Αλμπάτης δεν αρκείται σε μια σειρά από κωμικοτραγικά συμβάντα, αλλά στοχεύει και πετυχαίνει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, που αποτίνει μεν φόρο τιμής και αγάπης στη λαϊκή γραμματεία, αλλά συγχρόνως φέρει κάτι φρέσκο και παιγνιώδες, με μια διάχυτη διάθεση αυτοϋπονόμευσης και παντελή έλλειψη σοβαροφάνειας.

Σε μια μακρά περίοδο καταφυγής στο βουκολικό παρελθόν, που ως αποτέλεσμα έχει την καρικατούρα και μια ελάχιστα καλυμμένη συντήρηση, ο Μπαρμπάτσης και ο Αλμπάτης δείχνουν έναν τρόπο γόνιμης συνομιλίας με το χτες μέσω της λογοτεχνικής οδού, χωρίς να εγκλωβίζονται και να ασφυκτιούν εντός του, χωρίς να μοιάζουν εγκεφαλικές και άψυχες κατασκευές. Η Λυκοχαβιά και το Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους αποτελούν ένα αξιοπρόσεχτο δείγμα της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 8 Οκτωβρίου. Το σύνδεσμο τον βρίσκετε εδώ.

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2022

Όλα χαμένα - Κώστας Μιχόπουλος

Τέλος μιας ανάγνωσης και αναζήτηση της επόμενης. Ανάμεσα σ' άλλα βιβλία, έπιασα στα χέρια μου και το Όλα χαμένα. Ξεκίνησα για να του ρίξω μια ματιά, κατέληξα να το διαβάσω σε λίγες ώρες. Είναι κάτι που δεν συμβαίνει συχνά, δυστυχώς. Δεν υπάρχουν πάντοτε προσδοκίες πίσω από κάθε ανάγνωση, ενίοτε υπάρχει καχυποψία, πότε-πότε απλή περιέργεια για ένα βιαστικό ξεφύλλισμα, μια ψευδαίσθηση εποπτείας της εκδοτικής παραγωγής, μια διασφάλιση της λειτουργίας του αισθητικού κριτηρίου. Ωστόσο, δεν είναι πάντοτε κακό να μην υπάρχει προσχηματισμένος ορίζοντας, ίσα-ίσα, θα έλεγα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα πρωτόλειο έργο, όπως αυτό.

Ένα ζευγάρι, η Μαρία και ο Άρης, αποφασίζουν να πάνε διακοπές Σεπτέμβρη μήπως και αποφύγουν τον συνωστισμό και απολαύσουν το κόπασμα των μελτεμιών και τη χαλαρότητα των ντόπιων στη λήξη της σεζόν, παρατείνοντας μ' αυτό τον τρόπο το τέλος του καλοκαιριού. Ο Άρης βουτάει για ψαροντούφεκο, εκείνη διαμαρτύρεται, της λέει πως σήμερα είναι η τελευταία μέρα που μπορεί να πέσει, ο άνεμος από αύριο θα είναι απαγορευτικός και εκείνοι θα 'χουν όλο τον χρόνο δικό τους, η Μαρία μένει στην παραλία. Η ώρα περνά, ο ήλιος αρχίζει κιόλας να χαμηλώνει στον ορίζοντα, Σεπτέμβρης γαρ. Η Μαρία αρχίζει να ανησυχεί, ο θυμός της υποχωρεί, γύρνα και δεν θα πω κουβέντα, σκέφτεται, μόνο γύρνα.

Αφήνει τα πράγματα του Άρη στην παραλία, να τα βρει βγαίνοντας. Ανεβαίνει την απότομη πλαγιά, οδηγεί μέχρι τη χώρα, φτάνει στο λιμεναρχείο, ακούει τον λιμενικό, που από μέσα του καταριέται την τύχη του, να της εξηγεί τη διαδικασία, ελικόπτερο δεν προβλέπεται, το σκάφος είναι χαλασμένο, θα στείλει σήμα να στείλουν κάποιο άλλο, όλα αυτά το πρωί ωστόσο, εκείνη ως τότε να παραμείνει ήρεμη, να ξεκουραστεί, να φάει κάτι, να μην αγχώνεται, όλα καλά θα πάνε. Αγοράζει καπνό και δύο μπύρες. Ένας νεαρός θα ενδιαφερθεί να μάθει τι συνέβη, θα του πει. Δεν μοιάζει αισιόδοξος για τον κρατικό μηχανισμό, άκουσε ωστόσο πως ο καπετάν Λευτέρης θα πάει για ψάρεμα σε εκείνα νερά, είναι έμπειρος, της δείχνει που δένει. Η Μαρία στρώνει τον υπνόσακό της μπροστά από τη βάρκα, δεν καταφέρνει να κοιμηθεί.

Πρώτος φτάνει ο Νίκος, μπατζανάκης του καπετάνιου, δεν είχε ύπνο. Πάνε χρόνια που δεν ψαρεύουν πια παρέα, αν ήταν στο χέρι του δεν θα ψάρευαν ποτέ ξανά μαζί, ούτε κουβέντα δεν θα αντάλλαζαν δηλαδή, αλλά ας όψεται η γυναίκα του που όλο με το καλό τον παίρνει και του λέει πως ο άντρας της δίδυμης αδερφής της δεν είναι κακός άνθρωπος, μαλάκωσε με τα χρόνια, έπαιξε τον ρόλο του και το έμφραγμα. Η Μαρία του εξηγεί, εκείνος κατανοεί αλλά τις αποφάσεις τις παίρνει ο καπετάνιος, ο Λευτέρης φτάνει, δυσανασχετεί αλλά δέχεται να έρθει μαζί τους, ωστόσο το ψάρεμα θα γίνει, αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο.

Ένας παντογνώστης αφηγητής παίρνει τα γκέμια της ιστορίας αυτής που περιστρέφεται γύρω από την αναζήτηση του Άρη. Η κεντρική ιδέα από μόνη της διόλου πρωτότυπη δεν είναι, το αντίθετο. Η εξαφάνιση ενός ψαρά είναι μια είδηση δυστυχώς γνώριμη, που επιγραμματικά δίνεται και σύντομα ξεχνιέται. Ο συγγραφέας διατηρεί την ένταση σε υψηλά επίπεδα, χωρίς ωστόσο να δελεάζεται από μια καταιγιστική δράση, επιτρέποντας στον χρόνο να κυλήσει βασανιστικά αργά, όπως κυλάει ο χρόνος σε τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή. Ο Μιχόπουλος καθιστά λογοτεχνική μια ιδέα μάλλον κινηματογραφική και, με πλήθος ευρημάτων, δίνει επαρκείς διαστάσεις στον χρόνο της αναζήτησης, προσδίδοντας στην ιστορία το ικανό εμβαδόν επί του οποίου θα οικοδομηθεί η αναγνωστική αγωνία και η ανάδειξη των προσώπων της πλοκής, η απαραίτητη λογοτεχνική συνθήκη. Άλλωστε, ο αναγνώστης λογοτεχνίας δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι έγινε όσο για το πώς έγινε.

Η παρουσία του Νίκου και του Λευτέρη, εκτός από λειτουργική ως προς την εξέλιξη της κεντρικής πλοκής, προσφέρει και μια παράλληλη ιστορία, που στέκει αυτόνομη, χωρίς να αποτελεί ένα απλό παραγέμισμα σελίδων. Ο Μιχόπουλος τα καταφέρνει ικανοποιητικά στην κατασκευή των χαρακτήρων, που, με την υποβοήθηση των καλογραμμένων διαλογικών μερών, δείχνουν πειστικοί και αληθινοί, παρά την αναπόφευκτη μάλλον στερεοτυπία. Για να υποστηρίξει την κεντρική ιδέα, ο συγγραφέας παρατάσσει τις εμφανείς γνώσεις του γύρω από την καθημερινότητα της θάλασσας. Αποφεύγει τον σκόπελο της γλωσσικής υπερβολής, της χρήσης όρων και λέξεων προς εντυπωσιασμό. Διατηρεί την αμεσότητα και την απλότητα μιας γλώσσας καθημερινής χρήσης, μιας γλώσσας που ο Μιχόπουλος γνωρίζει και δεν φαντάζεται.

Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αναρωτιόμουν πώς θα επέλεγε ο συγγραφέας να εξέλθει από την ιστορία του, καθώς πίστευα πως η απόφαση αυτή θα ήταν η πλέον καθοριστική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής. Αποδείχτηκε πως ο Μιχόπουλος γνώριζε εξ αρχής το τέλος, όλα τα κομμάτια μπήκαν αβίαστα στη θέση τους και καμία συγγραφική απόφαση δεν απέμεινε έρμαιο του τυχαίου και της ευκολίας.

Το Όλα χαμένα υπήρξε μια αναγνωστική έκπληξη, ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα με ισχυρές δόσεις αγωνίας, που διαπραγματεύεται με λογοτεχνικό τρόπο ένα δύσκολο θέμα.

Εκδόσεις Νήσος

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Επιστροφή στη Ρενς - Didier Eribon

Το βιβλίο του Ντιντιέ Εριμπόν το είχα στα υπόψη, αλλά, ας μη γελιόμαστε η εκδοτική πλημμυρίδα θα το παρέσερνε εν τέλει μακριά. Η Μ. μου μίλησε γι' αυτό με ενθουσιασμό. Θα αρκούσε άραγε αυτό; Ίσως ναι, ίσως όχι. Δεν το ρίσκαρε στιγμή· μου το δάνεισε.

Για χρόνια ήταν για μένα μόνο ένα όνομα· τίποτα παραπάνω. Οι γονείς μου μετακόμισαν σ' εκείνο το χωριό την εποχή που δεν πήγαινα πλέον να τους δω. Πού και πού, όταν βρισκόμουν στο εξωτερικό, τους έστελνα μια καρτ ποστάλ ‒ ύστατη προσπάθεια να συντηρήσω μια επαφή που ήθελα να είναι όσο πιο χαλαρή γίνεται. Γράφοντας τη διεύθυνση, αναρωτιόμουν πώς να είναι το μέρος που μένουν. Η περιέργειά μου δεν πήγαινε παραπέρα. Η μητέρα μου, όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο, μια-δυο φορές κάθε τρεις μήνες, συχνά και λιγότερο, με ρωτούσε: «Πότε θα έρθεις να μας δεις;». Ξεγλιστρούσα με το πρόσχημα πως είμαι πολύ απασχολημένος και της υποσχόμουν ότι θα πάω σύντομα· δεν είχα όμως την παραμικρή πρόθεση. Είχα αφήσει τους δικούς μου πίσω μου και δεν είχα καμιά διάθεση να τους ξαναδώ.

Ο θάνατος του πατέρα του αίρει εν μέρει την απροθυμία του. Επισκέπτεται εκείνο το προάστιο της Ρενς στο οποίο είχαν μετακομίσει τα τελευταία χρόνια οι γονείς του. Το κάνει ωστόσο μόνο για τη μητέρα του, με τα αδέρφια του όχι, εξακολουθεί να τα αποφεύγει, στην κηδεία δεν πήγε. Ίσως στον επόμενο θάνατο, σκέφτομαι. Η επιστροφή είναι ταξίδι σύνθετο, οι ρωγμές στην περιχαράκωση του εαυτού αγνώστου βάθους και κινδύνου για παρεπόμενη κατάρρευση του οικοδομήματος. Ο Ντιντιέ Εριμπόν υπήρξε ένας από τους λίγους που διέφυγε της προκαθορισμένης πορείας, που συνέχισε το σχολείο, που πέρασε στο πανεπιστήμιο, που έφυγε από τη Ρενς για το Παρίσι και τον κόσμο, που δεν έγινε εργάτης, που δεν παντρεύτηκε λίγο μετά τα είκοσι και τα λοιπά και τα λοιπά καθ' όλα ρεαλιστικά κλισέ. Όταν έφυγε, η ομοφυλοφιλία του έμοιαζε να είναι το κυρίως πιάτο στο οικογενειακό τραπέζι, η διάχυτη ομοφοβία εντός και εκτός οικίας, έφευγε για να βρει τον εαυτό του, για να μπορεί να είναι ο εαυτός του. Φτάνοντας στο Παρίσι τον περίμενε μια άλλη ντουλάπα, εξίσου ασφυκτική και σκοτεινή στο εσωτερικό της, η καταγωγή, ο κόσμος από τον οποίο προερχόταν έπρεπε να μείνει κρυφός. Γκέι μπορούσε να είναι, παιδί λαϊκής οικογένειας όχι.

Δεν ήταν ωστόσο κάτι που βρέθηκε εξ αρχής στο συνειδητό φάσμα, παρότι ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία, ήταν μπροστά του και δεν το έβλεπε, κρυβόταν, θαρρείς, πίσω από τη σεξουαλικότητα του, εκείνη θεωρούσε πως βάραινε στα στοιχεία ταυτότητας. Είναι μια ιδιαίτερη αποκάλυψη η αδυναμία μας να είμαστε πλήρως αποδεκτοί σε κάποιο δωμάτιο. Πάντα θα πρέπει να φροντίζουμε για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ερμάριο, όσο ευάερο και ευήλιο μοιάζει το κάθε επόμενο δωμάτιο, όσο καθησυχαστικός και αν είναι ο θόρυβος μιας πόρτας που κλείνει πίσω μας. Ο Εριμπόν ήρθε κάποια στιγμή αντιμέτωπος και με τη γαματοσύνη του, μελέτησε και κατανόησε διάφορα σχετικά με τον άνθρωπο, έγινε κάποιος σημαντικός σε κάποιους κύκλους, ένιωθε αυτοπεποίθηση. Τότε, κοιτάζοντας, πάντοτε από μακριά, προς τη μεριά της Ρενς, οι κατηγορίες απέναντι σε όλους και όλα, άλλοτε στιβαρές και αμετακίνητες, έχασκαν πια λειψές. Το μίσος ξέβαφε. Λέει κάπου πως αν πάψεις να μισείς κάποιον είναι ο εαυτός σου με τον οποίο οφείλεις να αναμετρηθείς, αυτό είναι που κάνει περίπλοκη την παύση του μίσους ακόμα και όταν όσα συνέθεταν το μίσος πια δεν υπάρχουν. Και πια ο Εριμπόν δεν μπορούσε απλώς να αρκείται ως κατήγορος στη στροφή του άλλοτε ψηφοφόρου του κομμουνιστικού κόμματος στην ακροδεξιά, όπως συνέβη σε πολλούς, ανάμεσά τους και στον πατέρα του, αλλά έπρεπε πια να δοκιμάσει να απαντήσει στο γιατί συνέβη αυτό. Και όταν τεθεί το πρώτο γιατί, το χαλί αρχίζει να ξηλώνεται, από τον θρόνο σου οφείλεις να παραδεχτείς πως δεν είχαν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες ευκαιρίες να γίνουν εξίσου υπέροχοι και αρεστοί στα γούστα σου. Και εσύ το μόνο που έκανες ήταν να τρέξεις μακριά τους και να μιλάς εξ ονόματός τους, χωρίς να τους ξέρεις, χωρίς να σε ενδιαφέρει να τους γνωρίσεις.

Και πια η καρέκλα στέκει άδεια. Ο πατέρας δεν κάθεται εκεί. Οι φωτογραφίες του στο σαλόνι αποτυπώνουν ένα πρόσωπο οικείο αλλά άγνωστο. Η Επιστροφή στη Ρενς είναι ένα αυτοδοκίμιο, ένας συνδυασμός αυτοβιογραφίας και θεωρίας. Ο δρόμος της επιστροφής είναι έντονα περιστοιχισμένος από τη θεωρία, το πρίσμα μέσα από το οποίο παρατηρεί τα πράγματα επίσης. Είναι ο τρόπος του συγγραφέα να αντιμετωπίζει τον κόσμο, την καθημερινότητα και δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά με το παρελθόν. Το συναίσθημα παραμονεύει ωστόσο, πώς αλλιώς. Το ζήτημα που αποτελεί τον πυρήνα της αφήγησης, η σχέση πατέρα γιου δηλαδή, δεν συνοδεύεται από πρωτοτυπία, αυτό είναι σίγουρο. Αν προσθέσουμε και τα έργα στα οποία η σχέση αυτή κρύβεται πίσω από ένα μυθοπλαστικό παραβάν τότε ίσως και να μιλάμε για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης γραμματείας. Η Επιστροφή στη Ρενς διαφέρει. Ο Εριμπόν πετυχαίνει κάτι σπουδαίο. Να γράψει κάτι απόλυτα προσωπικό με τρόπο που να απευθύνεται στο συλλογικό, χωρίς διάθεση για διδαχή και νουθεσία. Και καταφέρνει κάτι ακόμα: να απλώσει μέσω της θεωρίας το κοινό συναισθηματικό εμβαδόν με τον αναγνώστη. Και αυτό γίνεται γιατί το κατηγορώ γίνεται διερευνώ, επιχειρώ να εξηγήσω, να κατανοήσω, δίνω μια ευκαιρία να συγχωρήσω, να αποτινάξω ένα βάρος από τις πλάτες μου. Και όλο αυτό γίνεται μέσω της θεωρίας και της γνώσης από μια θέση πλεονεκτική. Η γαματοσύνη που ο καθένας λίγο πολύ νιώθει για τον εαυτό του συνοδεύεται και από κάποιες υποχρεώσεις που συχνά παραβλέπουμε.

Η Επιστροφή στη Ρενς κυκλοφόρησε το 2009. Είχα διαρκώς στο μυαλό μου τη λογοτεχνία του Εντουάρ Λουί, που πέντε χρόνια αργότερα θα έκανε το ντεμπούτο του. Το δύσκολο παρελθόν, η φυγή από την επαρχία, το ζήτημα της σεξουαλικότητας, το πολιτικό, το σύγχρονο, αυτός ο ιδιότυπος νατουραλισμός του προσωπικού, το βίωμα ως συστατικό της λογοτεχνίας. Κυρίως σκεφτόμουν το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου, το πλέον πολιτικό του βιβλίο. Το νήμα έστεκε απλωμένο, δεν είχα παρά να τραβήξω από το ράφι το Αγώνες και μεταμορφώσεις μιας γυναίκας. Γυρίζω την πρώτη σελίδα: Μπορεί η θεωρία να κλαίει;, Ντιντιέ Εριμπόν.

υγ. Για το Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Γιάννης Στεφάνου
Εκδόσεις Νήσος

Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και οι γυναίκες - Kia Vahland

Μόλις είδα πως κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, με θέμα τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, ένιωσα την ακατανίκητη επιθυμία να το διαβάσω, αναπροσαρμόζοντας τον όποιο αναγνωστικό προγραμματισμό. Δεν θεωρώ πως ήταν τόσο η αδιαμφισβήτητη γοητεία που συνεχίζει να ασκεί, τόσους αιώνες μετά, ο Λεονάρντο όσο η ημιμάθειά μου σχετικά με τον βίο και το έργο του, ημιμάθεια ‒συνήθως χειρότερη της αμάθειας‒ που αποτελεί μάλλον χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής της υπερπληροφόρησης, το πασάλειμμα γνώσης στην αρένα που όλοι έχουν γνώμη για τα πάντα, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να βροντοφωνάξουν: το ξέρω! Ήξερα αρκετά από τα έργα του, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι άλλωστε αναπόσπαστο μέρος και της ποπ κουλτούρας, κάποια σκόρπια βιογραφικά στοιχεία, κάποιες φήμες σχετικά με τη σεξουαλικότητά του ή για το ενδεχόμενο η Τζιοκόντα να ήταν άντρας ή και αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του καλλιτέχνη, κάποια από όλα αυτά τα είχα διαβάσει και σε διάφορα μυθιστορήματα, αν και τον Κώδικα ντα Βίντσι δεν έτυχε να τον διαβάσω στην εποχή της δόξας του· ο ορισμός της ημιμάθειας, δηλαδή. 

Το βιβλίο της ιστορικού και κριτικού τέχνης Κία Βάλαντ έμοιαζε ως η κατάλληλη ευκαιρία τόσο για να συστηματοποιήσω τις άτακτες και αποσπασματικές γνώσεις μου σχετικά με μια προσωπικότητα της διαμέτρου του, όσο, κυρίως, για να αναζητήσω απάντηση στο πού οφείλεται η φήμη και η γοητεία του, στο γιατί ο Λεονάρντο, με το ποσοτικά περιορισμένο έργο, υπήρξε τόσο καταλυτικός στην εξέλιξη της τέχνης αλλά και της διανόησης του δυτικού κόσμου. Η ανάγνωση του βιβλίου κάλυψε και τα δύο αυτά σκέλη. Επιπλέον, η μυθοπλαστική ανάπλαση της ζωής του, βασισμένη στους πίνακες και τα κείμενά του, αλλά και σε ιστορικές πηγές γι' αυτόν, αποδείχτηκε εξόχως γοητευτική και διόλου αποστειρωμένα δοκιμιακή, πετυχαίνοντας να μεταφέρει το γενικότερο κλίμα της εποχής. Η αναπαράσταση του κόσμου μέσα στον οποίο ο Λεονάρντο έζησε και δημιούργησε λειτουργεί συμπληρωματικά και επεξηγηματικά, προσφέροντας το απαραίτητο πλαίσιο, εκτός του οποίου θα ήταν μάλλον αδύνατο να κατανοηθεί τόσο η προσωπικότητα όσο και η επίδρασή του. 

Για παράδειγμα, η θέση της γυναίκας την εποχή εκείνη, δικαιολογεί το γιατί θεωρήθηκε επαναστατικός ο τρόπος με τον οποίο ο Λεονάρντο την αποτύπωσε στους πίνακές του, επαναστατικός όχι μόνο καλλιτεχνικά αλλά και κοινωνικά. Αλλά και άλλα χαρακτηριστικά της εποχής, όπως η σταδιακή εισαγωγή του έρωτα, η στάση απέναντι στους ομοφυλόφιλους, η ανάγκη του καλλιτέχνη να έχει την προστασία κάποιου ισχυρού, ο ρόλος της εκκλησίας στη διαμόρφωση της τέχνης, η πολιτική αστάθεια, είναι στοιχεία που οφείλει κανείς να λάβει υπόψη του στη συγκεκριμένη βιογραφία. Και η Βάλαντ το κάνει αυτό έξοχα. Χωρίζει το βιβλίο της σε κεφάλαια, καλύπτοντας το σύνολο της ζωής του Λεονάρντο, διαχειρίζεται με άνεση το υλικό της και μετέρχεται πλήθος πηγών, γεγονός που της επιτρέπει να γεφυρώνει αβίαστα τα όποια κενά της ζωής του και να υποθέτει πειστικά τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Η παράθεση των πηγών επιτρέπει στον αναγνώστη την περαιτέρω αναζήτηση στοιχείων σχετικά με τον Λεονάρντο, βιβλιογραφία αρκετά πλούσια, αντάξια του διαμετρήματός του. 

Η ζωγραφική δεν θα μπορούσε, προφανώς, να απουσιάζει. Η Βάλαντ, με τρόπο απλό και κατανοητό, παραθέτει επιπρόσθετες πληροφορίες για τα έργα, προχωρά σε συγκρίσεις με άλλους καλλιτέχνες της εποχής, αποκωδικοποιεί τους πίνακες και εξηγεί γιατί το έργο του υπήρξε τόσο καθοριστικό. Η συγγραφέας επανασυστήνει τον αναγνώστη με έργα γνώριμα, επιτρέποντάς του να τα κοιτάξει ξανά με νέα ματιά και να τα επανεκτιμήσει, τοποθετώντας τα εντός του χωροχρονικού πλαισίου μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν, μακριά από όποια δεδομένη και παγιωμένη αντίληψη περί τέχνης ως απλό έκθεμα. Πολλά είναι επίσης τα έργα που αποδίδονται στον Λεονάρντο, χωρίς η αυθεντικότητά τους να επιβεβαιώνεται από ιστορικές πηγές, και αρκεί η ελάχιστη ένδειξη υποψίας σύνδεσης με το όνομά του για να εκτινάξει τις τιμές στα ύψη. Η σχέση αγοράς και τέχνης είναι κάτι που επίσης απασχολεί τη συγγραφέα στο περιθώριο της μελέτης αυτής, σχέση διαχρονική, ολοένα, όμως, και πιο άνιση στο πέρασμα των χρόνων.   

Πνεύμα ανήσυχο, ο Λεονάρντο υπήρξε ο ορισμός του Homo Universalis, δεν περιορίστηκε μόνο στη ζωγραφική, σπάνια ανταποκρινόταν στις προθεσμίες παράδοσης, τελειομανής καθώς ήταν, αλλά και εξαιτίας του δεσμού που ανέπτυσσε με τα έργα του, πολλά από τα οποία μετακόμιζε μαζί του από μέρος σε μέρος. Η Τζιοκόντα, ο πλέον διάσημος πίνακάς του, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού τον ακολούθησε μέχρι τη Γαλλία όπου ο Λεονάρντο έζησε τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του, για να βρεθεί εν τέλει έκθεμα στο μουσείο του Λούβρου. Το εύρος των ενδιαφερόντων του υπήρξε εντυπωσιακό, από την ανατομία ως τη μηχανική, και αν και οι περισσότερες από τις ιδέες του δεν υλοποιήθηκαν, καθώς προηγήθηκαν της τεχνικής εξέλιξης, άφησαν τον σπόρο τους για τις επερχόμενες γενιές. Η φιλομάθεια που τόσο έντονα τον διέκρινε, η επιθυμία του να κατανοήσει τους μηχανισμούς λειτουργίας της φύσης και ο τρόπος με τον οποίο εμπνεύστηκε από αυτούς, είναι, θεωρώ, το πλέον γοητευτικό στοιχείο στον Λεονάρντο, η άρνησή του να περιοριστεί σ' έναν τομέα ενδιαφέροντος, η επίμονη περιέργεια και η δημιουργική ανησυχία του, ο τρόπος του να κοιτάζει τον κόσμο γύρω του.

Το βιβλίο της Βάλαντ, με το πάθος της συγγραφέως για τον Λεονάρντο να 'ναι ευδιάκριτο αλλά σε καμία περίπτωση αποπροσανατολιστικό, μεταφέρει τον αναγνώστη σε μια εποχή μακρινή και μαγική όπως η Αναγέννηση, ιδιαίτερα ρευστή, μέσα από την οποία ξεπήδησε εν πολλοίς ο δυτικός πολιτισμός, και του φανερώνει έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της, ίσως τον καθοριστικότερο και σίγουρα τον γοητευτικότερο όλων, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. 

Μετάφραση Άντζη Σαλταμπάση
Εκδόσεις Νήσος