Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόψεις περί βιβλίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόψεις περί βιβλίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Η τριαδική υπόσταση του Οδυσσέα

Οδυσσέας. Ο πολύτροπος, ο πολύτλας, πρώτα απ’όλα. Ο έχων σταθερό νόστο. Στον αγώνα του να τον κατακτήσει αναγκαστικός αρωγός το πολυμήχανο. Οι δυσκολίες συνεχείς. Από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη έως το βούλιαγμα στην ηδονή στο νησί της Κίρκης. Ο ήρωας δεν ηττάται. Είναι ο ισχυρός νόστος που τον οδηγεί. Γνωστά όλα τούτα και αντιληπτά με την πρώτη ματιά. Υπάρχει όμως πάντα και ένα δεύτερο βλέμμα, τριεπίπεδο κατά το σύστημα της τριαδικότητας, που επαναλαμβάνεται από τα δημοτικά τραγούδια μέχρι την τριαδική υπόσταση του θεού των χριστιανών. Εδώ φαίνεται πως η τριαδική σύλληψη της πορείας του Οδυσσέα δεν παραμένει κενό τέχνασμα, μα έχει αντίκρυσμα ουσιαστικό.

 Παραμύθι-Ουτοπία-Πραγματικότητα

Το παραμύθι

Circe indiviosa, John William Waterhouse, 1892

Και για να γίνει πιο φανερό ο ποιητής το διανθίζει με μπόλικα παραμυθικά στοιχεία. Μονόφθαλμοι Κύκλωπες, μάγισσες και νεράιδες, ασκοί παραφουσκωμένοι με αέρηδες, σειρήνες γλυκόφωνες, νηπενθείς λωτοί και άλλα θαυμαστά και τρομερά. Η αρχή. Το «παιδί» που πρέπει να βιώσει και να βρει τρόπους να προσπελάσει όλα τούτα, αν θέλει να πάει παρακάτω. Όχι δίχως αντίκρυσμα στην πραγματικότητα στο πρώτο μέρος της ζωής όλα αυτά τα παραμύθια.
 Ο απολίτιστος Κύκλωπας είναι υπαρκτός. Ο ασεβής προς νόμους, θεούς, ανθρώπους που τρόπο του έχει τη βία πρέπει να νικηθεί και τα κοινά μέσα που διαθέτει ο πολιτισμένος είναι εδώ άχρηστα. Πρέπει να επινοήσει άλλα χωρίς να υποβιβαστεί σε αγριάνθρωπο, πράγμα σχεδόν αδύνατο. Ακόμα κι ο Οδυσσέας δεν τα καταφέρνει μέχρι τέλους. Υποπίπτει σε ύβρη, όπως ο αγροίκος κύκλωπας, κομπάζοντας για τις ικανότητες που του δίνουν δύναμη. Αναμφισβήτητες. Όταν όμως πήγε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη όχι για να σωθεί πια, αλλά για «επιβληθεί» στον Ποσειδώνα, εξισώθηκε με τον Πολύφημο. Δύναμη για τη δύναμη. Ο αγροίκος εδώ Οδυσσέας τιμωρείται τελικά με το χαμό των συντρόφων του για την απολιτισιά του.
 Η Κίρκη είναι υπαρκτή. Η ηδονή που παραλύει και καθηλώνει δια παντός. Όχι κατ’ανάγκη η ερωτική. Το βούλιαγμα στην ευχαρίστηση, στην άκοπη και άσκοπη ευτυχία, την εύκολη, που φοβάται την πορεία, την αυτογνωσία, την οδύνη που αυτή παράγει, το στόμωμα των αισθήσεων ή του πνεύματος. Ευδαιμονισμός. Εντυπωσιάζει ότι ο Οδυσσέας έχασε εκεί τη βούλησή του, όπως πουθενά αλλού. Οι σύντροφοί του ήταν αυτοί που τον ανέσυραν για να κινήσει. Ο όποιος καταναλωτισμός αγαθών πάσης φύσεως πάντα θα είναι επίκαιρος. Στον δε πάτο του ευδαιμονισμού θανατίλα. Το κενό. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά το νησί της Κίρκης ο Οδυσσεύς κατεβαίνει στον Άδη. Πεθαίνει στον ηδονισμό κι ανασταίνεται έχοντας πια τη γνώση του θανάτου κέρδος. Πέρασε από εκεί, αλλά βγήκε ζωντανός αφήνοντας πίσω του και τις Κίρκες και το θάνατο που καταλήγουν.
Η Καλυψώ υπαρκτή και αυτή. Εδώ ο ηδονισμός δίνει τη θέση του στην καταναγκαστική συντροφικότητα. Καταναγκαστική γιατί ο Οδυσσέας είναι απών. Θρηνεί στην παραλία για μια άλλη συντροφικότητα πλαισιωμένη από τον οίκο του. Κι ας χάνει την αμέριμνη αθανασία και την ομορφιά που του προσφέρει μια νύμφη. Δεν είναι η δική του, κι ας είναι ανώτερη. Δεν είναι κομμάτι του. Η κατά περιστάσεις κατάσταση που αφομοιωνόμαστε λόγω των όποιων αναγκών, αλλά ανακαλύπτουμε ότι όσο όμορφες και να είναι, μας κάθονται πάνω μας ξένο ρούχο που απεκδυόμαστε επώδυνα για μας και τους άλλους.
Οι Σειρήνες παρούσες κι αυτές. Το κάλεσμα της γνώσης άνευ ορίων και όρων. Της όποιας γνώσης, εξωτερικής ή εσωτερικής ως αυτοσκοπός. Ο ήρωας δεν κλείνει τα αυτιά του. Δε θέλει να στερήσει από τον εαυτό του αυτή την απόλαυση. Δε θέλει όμως και να χαθεί στο κυνήγι της γνώσης για τη γνώση θυσιάζοντας το νόστο του. Μπορεί να θέλγεται και να την ποθεί, αλλά πιο πολύ ποθεί την ανθρωπιά του γυρισμού. Με βάσανο προτιμά να μην είναι ο απάνθρωπος Χίλμπερτ, ο μαθηματικός που γέμιζε μανιωδώς τον πίνακα με σύμβολα, απερίσπαστος, την ώρα που ο γιος του κραύγαζε βοήθεια, ενώ τον έκλειναν στο τρελοκομείο.
Οι λωτοί, η καταβόθρα της μνήμης, η γομολάστιχα της οδύνης αλλά και της χαράς της μνήμης, το απορρυπαντικό που ξεπλένει εμπειρίες, ανθρώπους, πόθους, όνειρα, απώλειες χάριν ευκολίας. Οι λωτοφάγοι, οι ζωντανοί νεκροί, σε τίποτα διαφέρουν από τις ψυχές στον Άδη που συναντά κατά την κατάβασή του ο Οδυσσέας, των νεκρών που ένα κοινό ρητώς έχουν: λήθη. Η μνήμη αντίδοτο του θανάτου, κατακύρωση της ζήσης. Μια παγίδα κι αυτό, να μην επιλέξει ο άνθρωπος τον εύκολο θάνατο εν ζωή, την αμεριμνησία της λησμονιάς. Η μνήμη έχει βάρος, ασήκωτο. Θέλει τα γόνατα λυγισμένα και κόπο πολύ να προχωράς κουβαλώντας την.
Και άλλες περιπέτειες στο παραμύθι το αναγκαστικό, το προαπαιτούμενο για τη συνέχεια, αυτό που ο άνθρωπος πολεμάει στο μέτρο των δυνάμεων του δράκους και θεριά μέσα του και έξω του. Αυτό που ανάλογα με τον αγώνα του θα τον καταστήσει περισσότερο ή λιγότερο άνθρωπο. Πάντως άνθρωπο με ιδιότητες.

Η ουτοπία
"θαύμαζε δ'Οδυσήα εν οφθαλμοίσιν ορώσα" θ459
(κι έμεινε εκεί να τον θαυμάζει, το βλέμμα προσηλώνοντας στον Οδυσσέα)
Ναυσικά, Frederick Leighton, 1878

Εκεί που τελειώνει το παραμύθι αρχίζει η ουτοπία. Στο ανάμεσο τους ύπνος βαθύς σαν θάνατος. Αναγκαίος, για να ακολουθήσει η ανάσταση σε έναν άλλο τόπο και εν προκειμένω στον ου τόπο. Ο Οδυσσέας ναυαγεί στη Σχερία, το νησί των Φαιάκων, το ανάμεσο στο παραμύθι και στην πραγματικότητα. Το ενδιάμεσο στάδιο στην πορεία της ζωής ή καλύτερα στην εξελικτική πορεία. Όταν ξυπνάει από ύπνο βαθύ ανασταίνεται σε μια ιδανική χώρα, υπερπολιτισμένη σε όλα τα επίπεδα, μυθική όσο και ιστορικά ανεφάρμοστη. Τα πάντα είναι τέλεια, ονειρικά. Ξυπνάει όμως γυμνός. Όλες οι ιδιότητες που με τόσο κόπο απέκτησε κατά την περιδιάβασή του στο παραμύθι, έχουν απεκδυθεί. Το ρούχο, αυτό που καλύπτει στην καθημερινότητα τον άνθρωπο συχνά από τα ίδια του τα μάτια, γίνεται τώρα αναγκαίο για να παρουσιαστεί ο ήρωας μπροστά στη Ναυσικά. Στους Φαίακες ο Οδυσσέας αποκτά λίγο λίγο ένδυμα, κομμάτι το κομμάτι. Ανακτά τις ιδιότητές του κρίνοντας ενίοτε και αξιολογώντας τες. Αποκαθίσταται λοιπόν πρώτα από όλα στα ίδια του τα μάτια. Είναι πράγματι ο Οδυσσέας και τώρα το μαθαίνει εκ νέου. Τώρα ξέρει ποιος είναι. Αυτοεκτίμηση λοιπόν. Δευτερευόντως αποκτά και την εκτίμηση των ακροατών του. Γιατί τις ιδιότητές του, το ρούχο που θα καλύψει τη γύμνια, τις επανακτά διηγούμενος στην ομήγυρη των Φαιάκων τα κατορθώματά του. Εκεί σαν να βλέπει πρώτη φορά τη δική του ιστορία, εκεί το έως τώρα γίγνεσθαί του αποκρυσταλλώνεται και έχει την ευκαιρία να το δει ολάκερο όντως πια ακροατής του ίδιου του του εαυτού.
Η ουτοπική Σχερία γίνεται με τον τρόπο αυτό γέφυρα για να μεταβεί στην πραγματικότητα. Εκεί και μόνον εκεί λαμβάνει με τη βοήθεια των Φαιάκων το δώρο του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοεκτίμησης, όπλα που δίχως αυτά δεν θα μπορέσει να σταθεί στην πραγματικότητα του. Πολύτιμη η βοήθεια της Ουτοπίας, στάδιο που δομεί τον άνθρωπο, και μέρος του νόστου. Γιατί εκεί πραγματοποιείται ένα μέρος του νόστου του, διόλου αμελητέο. Ένα μεγάλο κομμάτι του, αλλά όχι όλος. Αν δεν περάσει στο επόμενο θα μείνει λειψός και ανολοκλήρωτος. Γι’αυτό αρνείται τη Ναυσικά. Αξίζει να ειπωθεί ότι η παρομοίωση του θάμβους της ομορφιάς της με την αποκαλυπτική ομορφιά του νιόβγαλτου βλασταριού της φοινικιάς, που του είχε κάποτε φανερωθεί στη Δήλο και που για πάντα θα κλείνει μέσα του, είναι κατά κοινή ομολογία η δυνατότερη στην επική ποίηση.

Η πραγματικότητα

Πηνελόπη, Max Klinger, 1895

Λείπει το τρίτο σκαλοπάτι. Ο Οδυσσέας φορτωμένος δώρα βιώνει την αναχώρησή του από την Ουτοπία ως θάνατο. Ύπνος βαθύς σα θάνατος μας λέει ο ποιητής τον πήρε στο καράβι των Φαιάκων. Δεν ξύπνησε παρά πολύ μετά, στην Ιθάκη του, όταν πια το καράβι είχε φύγει. Ο Οδυσσέας, μη βλέποντας το καράβι της ουτοπίας δίπλα του, αμφισβητεί τους Φαίακες. Χάνει την εμπιστοσύνη του, παρά τα δώρα που του χάρισαν. Δεν ξέρει ακόμα ότι τον απώθεσαν έτσι απαλά στη χώρα του και ότι δεν τον ξεγέλασαν. Όταν κάποτε το διαπιστώνει, αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη του. Το δε καράβι των Φαιάκων-φροντίζει να ενημερώσει εμάς ο ποιητής, αλλά όχι τον Οδυσσέα- μαρμαρώνει μεσοπέλαγα στο διηνεκές του χρόνου από το χέρι του Ποσειδώνα. Ενσυνείδητη αυτοθυσία λοιπόν, έτσι όπως ταιριάζει στην ουτοπία. Το τίμημα που εν γνώσει τους πλήρωσαν οι Φαίακες για την ανιδιοτελή περίθαλψη του Οδυσσέα σταματά εκεί. Ο θεός δεν περιβάλλει με βράχια όλο το νησί, όπως είχε απειλήσει, αποκλείοντάς το δια παντός από τον έξω κόσμο. Το καράβι το μαγικό όμως, όπως το λέει ο Όμηρος, που ταξιδεύει μόνο του μονάχα νύχτα, το μαρμάρωσε. Και αυτό και τη μαγεία του.
Ο ήρωας, ο άνθρωπος, ανασταίνεται μετά τον ύπνο-θάνατο στην Ιθάκη. Δεν κατέκτησε ακόμα ολάκερο το υπόλοιπο του νόστου του, παρόλο που πάτησε το πόδι του στη γη του. Αυτήν της πραγματικότητας πια και όχι της ουτοπίας. Νέοι αγώνες ατελείωτοι για να πατήσει πόδι στην πραγματικότητά του, να εδραιωθεί σε αυτήν. Το παιδί του δεν τον αναγνωρίζει, οι Ιθακήσιοι, μνηστήρες και μη, δεν τον αναγνωρίζουν, η Πηνελόπη δεν τον αναγνωρίζει. Πρέπει να τους δώσει σημάδια, αυτά που γυρεύει ο καθένας τους, για να καταλάβουν και να αποδεχθούν ότι ο ξένος που έχουν μπροστά τους είναι ο πολυπόθητος θετικά ή αρνητικά Οδυσσεύς. Τώρα όμως ο ήρωας ξέρει ποιος είναι, γνώση που απέκτησε από τη διαδρομή του στο παραμύθι και στην ουτοπία. Αν ξέρεις ποιος είσαι, πείθεις πιο αμετάκλητα τον άλλο. Ίσως όχι πιο εύκολα, αλλά πιο σταθερά. Ο νέος αγώνας δεν είναι προδιαγεγραμμένος ως προς το αποτέλεσμα. Είναι όμως ως προς την κατεύθυνσή του. Αν στο παραμύθι της αρχής και στην ουτοπία της συνέχειας ενδύθηκε πρόσωπο απτό, που μπορεί να κοιτά στον καθρέπτη του, έστω και μόνος αυτός, τότε το τρίτο σκαλί της πραγματικότητας θα τον αποζημιώσει τον Οδυσσέα. Τέτοιον που τον χαρήκανε σε όλη του την πορεία και οι νεράιδες και οι Κύκλωπες και οι Φαίακες και οι μνηστήρες και οι Τηλέμαχοι και οι Πηνελόπες. Άξιον άνθρωπο.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων-μία πρώτη ανάγνωση


«Οι περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», Λιούις Κάρολ, εικονογράφηση Ρόμπερτ Ίνγκεν, εκδ. Πατάκη, 2009

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαβάσει κανείς ένα καλό παιδικό παραμύθι. Από τα πιο πολυεπίπεδα αναγνώσματα φαντάζει το έργο του Λιούις Κάρολ.

Η Αλίκη εισέρχεται στη Χώρα των Θαυμάτων, έναν κόσμο ζωόμορφων πλασμάτων ή ενσαρκωμένων μορφών-όπως τα τραπουλόχαρτα-. Μόνες ανθρώπινες μορφές η ίδια και ο Κάπελας. Η συμπεριφορά του τελευταίου δε διαφέρει και πολύ από των ζώων, συνεπώς η Αλίκη είναι ο μόνος άνθρωπος. Κατά το ταξίδι της διαπιστώνει ότι από την παράξενη αυτή χώρα απουσιάζουν οι έννοιες της λογικής, της συνέπειας, του νοήματος των πράξεων και ότι επικρατούν οι ανατροπές. Με άλλα λόγια η Αλίκη ενηλικιώνεται. Η σταθερότητα και η ασφάλεια του παιδικού κόσμου καταρρίπτονται. Η ίδια αλλάζει δραματικά στη Χώρα της Ενηλικίωσης. Ψηλώνει υπερβολικά και μικραίνει υπερβολικά. Μεγαλύνεται και νιώθει δυνατή ή κατακρημνίζεται και αισθάνεται αδύναμη. Άλλοτε κρίνει πως το ύψος της θα φοβίσει τα πλάσματα που συναντά και επιλέγει να μικρύνει, για να επικοινωνήσει μαζί τους. Άλλοτε πως πρέπει να μεγαλώσει για να τα φτάσει και να τη δουν. Ανακαλύπτει ακόμα πως δεν πρέπει να τα φοβίζει όντως απολύτως αυθόρμητη και ειλικρινής. Όταν επιμένει να μιλάει στον ποντικό για τη γάτα της, εκείνος φεύγει φοβισμένος. Καταλαβαίνει επίσης, όταν έχει ψηλώσει αρκετά, πως δεν έχει λόγο να φοβάται τη Βασίλισσα της τράπουλας, γιατί δεν είναι παρά ένα τραπουλόχαρτο. Έτσι μεμιάς τα τραπουλόχαρτα γίνονται μία κοινή ασήμαντη τράπουλα χωρίς καμμία εξουσία επάνω της. Άλλοτε πάλι κονταίνει το σώμα της και μακραίνει ο λαιμός της. Είναι λοιπόν δυσανάλογη, δε βρίσκεται σε αρμονία. Ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Απλά δυσαρμονική να μην μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε τα ύψη ούτε τα βάθη. Με όλες αυτές τις αλλεπάλληλες αλλαγές καταλήγει και η ίδια να αναρωτιέται ποια είναι. Απώλεια ταυτότητας λοιπόν. Ούτε εδώ ούτε εκεί.

Ταυτότητα αποκτά μόνον όταν βγαίνει από τη Χώρα των Θαυμάτων και επανέρχεται στον κόσμο της παιδικότητας, εκεί που όλα φαντάζουν σταθερά και δίχως ανατροπές, παραμυθικά και παραμυθητικά. Βεβαίως ο συγγραφέας δε μένει εκεί. Η Χώρα των Μεγάλων, κατ’αυτόν Χώρα των Θαυμάτων, είναι ένας τόπος διαρκών ανατροπών-και πώς γίνεται αλλιώς-, αλλά δίνει και μία καθησυχαστική διέξοδο. Η αδελφή της που δεν εισείλθε στη Χώρα των Θαυμάτων-άρα υπάρχουν και τέτοιοι ενήλικοι- τη φαντάζεται στο τέλος του έργου ως μεγάλη που όμως δραπετεύει στη Χώρα των Παιδιών, τη χώρα των μη ανατροπών. Το ταξίδι προς δύο κατευθύνσεις λοιπόν. Ο ενήλικος πια δραπετεύει για λίγο στη Χώρα των Παραμυθιών αναζητώντας ταυτότητα στον τρόπο που έχουν τα παιδιά να βλέπουν τα πράγματα. Στο έργο το τελευταίο αυτό κεφάλαιο καταλαμβάνει πολύ μικρό χώρο αναπόφευκτα. Η θητεία της Αλίκης στον κόσμο των μεγάλων, τον κόσμο των διαρκών μετατοπίσεων προς τα ύψη και τα βάθη είναι πολύ εκτενέστερη από τη θητεία της στον κόσμο της παιδικής νηνεμίας. Η επίγευση σαφής: ποιο από τα δύο είναι το ταξίδι; Εξαρτάται από το ποιος κατά περιόδους και περιστάσεις είσαι: η Αλίκη, η Βασίλισσα, ο Κάπελας, ή κάποιος από τους ζωόμορφους ανθρώπους-ανθρωπόμορφα ζώα; Διότι αν κανείς θεωρήσει ότι του «ταιριάζει» μόνιμα γάντι κάποιος από τους ρόλους και άρα παγιωθεί σε αυτόν, τότε μάλλον ακυρώνει το νόημα όλου του έργου: την ειλικρινή πορεία των αναπόφευκτων ανατροπών.

Πέραν τούτου η Αλίκη έχει να αντιμετωπίσει ναι μεν ανθρωπόμορφα πλάσματα, αλλά όχι ανθρώπους. Αναρωτιέται λοιπόν ο αναγνώστης γιατί. Τι είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από το ζώο. Πρώτα από όλα, κατά το συγγραφέα, τα ζώα δεν αλλάζουν. Ούτε μεγαλώνουν, ούτε μικραίνουν. Είναι αυτά που είναι σταθερά με σαφή επίγνωση της ταυτότητας και του ρόλου που καλούνται να παίξουν σε αυτή την κοινωνία των Θαυμάτων. Ο Λαγός είναι πάντα ένας αργοπορημένος λαγός με εμμονή στην ώρα και υπηρέτης αξιοπρεπής πλην όμως υπηρέτης της Βασίλισσας, η Βασίλισσα είναι μόνιμα αυταρχική με μόνη πρόταση ζωής το «αποκεφαλίστε τον», αν και ποτέ δεν αποκεφαλίζει κανέναν γιατί θα έμενε πολύ σύντομα δίχως υπήκοους. Ο Λαγός Μάρτης, όπως και ο Κάπελας-ο μόνος πλην της Αλίκης άνθρωπος που όμως κυρίαρχο χαρακτηριστικό του είναι τα καπέλα που εμπορεύεται, άρα η δουλειά του- έχουν κολλήσει για πάντα στις έξι ή ώρα το απόγευμα υποχρεωμένοι δια παντός να πίνουν τσάι. Η Ψευτοχελώνα κλαίει και οδύρεται απομονωμένη, γιατί μόνον εκεί βρίσκει λόγο ύπαρξης και αναγκάζεται ανεπιτυχώς να επινοήσει το λόγο του οδυρμού. Τα τραπουλόχαρτα τρέμουν το μένος της Ντάμας Κούπας, αιώνιοι υπήκοοι μιας μορφής που δεν τους περνάει ποτέ από το μυαλό να αμφισβητήσουν. Και πάει λέγοντας. Μόνον η γάτα του Τσέσαρ διαφέρει. Εμφανίζεται και εξαφανίζεται όποτε θέλει, μα μόνος της σκοπός ο κυνικός σχολιασμός των τεκταινομένων, όχι η συμμετοχή σε αυτά. Ειρωνία εκ τους ασφαλούς. Από αυτήν την άποψη δε διαφέρει και πολύ από την αδελφή της Αλίκης-αν εξαιρέσουμε βέβαια την κυνική στάση- που ποτέ δεν βρέθηκε στη Χώρα των Θαυμάτων, ποτέ δεν μπήκε στο παιγνίδι της Ζωής. Στα πλάσματα αυτά η ταυτότητα σταθερή, ανατροπές δεν υπάρχουν. Μήπως και ανεξέλικτα; Επιπλέον δεν μπορεί κανείς να μην προσέξει πως παρελαύνει μία πλειάδα τέτοιων όντων, αλλά μόνον μία Αλίκη. Η Χώρα των Διαρκών Ανατροπών και του συνεπακόλουθου κλονισμού της ταυτότητας, η Χώρα της απώλειας της ταυτότητας, του μόνου δρόμου κατά Κάρολ που οδηγεί στην αυτογνωσία, δεν επιλέγεται από όλους.

Η Χώρα των Θαυμάτων όμως είναι και χώρα του Παραλόγου για την Αλίκη και μόνον για αυτή. Αν δε θεωρούσε παράλογα τα όσα βλέπει και ακούει, δε θα προχωρούσε στην αμφισβήτησή τους. Συνέπεια τούτου, ότι ενώ εμφανώς προσπαθεί να συμβιώσει και να επικοινωνήσει, ούτε καταλαβαίνει, ούτε την καταλαβαίνουν. Αδυναμία επικοινωνίας λοιπόν. Δε φτάνει που αλλάζει διαρκώς και αναρωτιέται ποια είναι τελικά, έχει να αντιμετωπίσει και τη μοναξιά. Αυτό δεν την πτοεί. Διαρκώς προσπαθεί να καταλάβει, αλλά και διαρκώς μετατοπίζεται εντός του παράλογου κατ’αυτήν κόσμου, ο οποίος τελικά την πλάθει. Η αδελφή της που δεν ακολούθησε το λαγό στη δίοδο προς τη Χώρα των Ενηλίκων, ούτε αλλάζει, ούτε πλάθεται, μένει στατική, ανεξέλικτη, με κέρδος διόλου αξιοκαταφρόνητο: ποτέ δεν ένιωσε μόνη σε έναν παράλογο κόσμο που δεν καταλαβαίνει. Αλλά και ποτέ δε μεγάλωσε. Σε αυτά τα πλαίσια δεν απορεί κανείς που ο Λιούις Κάρολ ήταν μαθηματικός και έγραψε, καθώς φαίνεται, μόνον αυτό το έργο και μία συνέχεια του, το «Τι είδε η Αλίκη μέσα από τον καθρέπτη». Η λογική υπάρχει, μόνον που είναι διαφορετική για καθένα από τα πρόσωπα του έργου, ένα κλειστό σύστημα που αφορά καθέναν προσωπικά. Είναι λοιπόν θέμα οπτικής η λογική. Από άλλη οπτική γωνία φαντάζει παράλογη.

Το ταξίδι σε αυτό το κείμενο δεν εξαντλείται εύκολα. Κάθε λέξη του σχεδόν είναι ένα θέμα που αξίζει τον κόπο να μείνει κανείς. Εξαιρετικά πυκνό ανάγνωσμα που απαιτεί πολλές αναγνώσεις. Κάθε φορά ανακαλύπτει κανείς κάτι διαφορετικό. Εδώ δεν παρατίθεται παρά η εντύπωση από μία πρώτη προσέγγιση.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Οι Δραπέτες της Σκακιέρας



Οι Δραπέτες της Σκακιέρας graphic novel του Ευγένιου Τριβιζά σε εικονογράφηση Ράνιας Βαρβάκη (εκδόσεις Καλέντη) είχε ανέβει το 1998-9 διασκευασμένο από το συγγραφέα σε λιμπρέτο όπερας στην Εθνική Λυρική Σκηνή με μουσική του Γιώργου Κουρουπού. Το βιβλίο κυκλοφορεί και συνοδεία του μουσικού cd.

Πρόκειται για μια θαυμάσια ιστορία απλή σχετικά στη σύλληψη, αλλά όχι απλοϊκή, πράγμα αρκετά δύσκολο σε παιδικά αναγνώσματα. Ο Τριβιζάς ξέρει αναμφισβήτητα να μαγεύει μικρούς και μεγάλους σε πολλά έργα του και να κρατά το επίπεδο πάνω του μέσου όρου ακόμα και σε κείμενά του που δεν είναι παρά γραμμή παραγωγής. Το εν λόγω ανάγνωσμα πάντως ξεχωρίζει.

Δύο πιόνια, η Λευκή Βασίλισσα και ο Μαύρος Αξιωματικός με κινητήριο δύναμη τον έρωτα αποφασίζουν να δραπετεύσουν από τη σκακιέρα αγνοώντας αν υπάρχει τίποτα άλλο έξω από αυτήν και πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα του σπιτιού. Όχημά τους το τρένο των πλήκτρων. Η μικρή Νεφέλη παίζει μουσική στο πιάνο, τα πλήκτρα του οποίου γίνονται τρένο που τους μεταφέρει πάνω σε μια φεγγαραχτίδα, που τρυπώνει ανάμεσα από τις γρίλιες. Οι δραπέτες ανακαλύπτουν έναν υπέροχο κόσμο μακριά από τη σκακιέρα, πλην όμως τα άλλα πιόνια στέλνουν το βαλσαμωμένο γεράκι που επί τούτου ζωντανεύει να τους κυνηγήσει και να τους φέρει πίσω, ώστε να αποκατασταθεί η τάξη που διασαλεύθηκε. Μόνη τους ελπίδα να ξεφύγουν ο γλάρος των μικρών απείρων, ο μόνος που γνωρίζει να τους πει πού βρίσκεται η πύλη του ουράνιου τόξου. Αν την περάσουν μαζί θα σωθούν. Μετά από πολλές περιπέτειες το γεράκι σκοτώνει το γλάρο των μικρών απείρων και τους επιστρέφει στη θέση τους στη σκακιέρα. Όμως τελικά πέφτουν στις φλόγες του τζακιού που κάτι τους ψιθυρίζουν και ανακαλύπτουν πως εκεί, μέσα στη φωτιά βρίσκεται η πύλη του ουράνιου τόξου. Την διαβαίνουν και  με μιας γίνονται πολύχρωμοι απαλλαγμένοι από το φόβο των αυλικών, του γερακιού και των εξήντα τεσσάρων κελιών της σκακιέρας.


Η πρωτοτυπία δεν έγκειται στο μήνυμα ότι το νόημα βρίσκεται στην υπέρβαση των ορίων. Αυτό λίγο πολύ, τουλάχιστον θεωρητικά, οι ενήλικοι το κατέχουν, αν και τα παιδιά, στα οποία απευθύνεται το έργο, ακόμα το αγνοούν. Η εξέλιξη, του πολιτισμού, των επιστημών, της προσωπικής διαδρομής, η δημιουργία φτάνει, ίσως, κάποτε, αν φτάσει, στα κατεστημένα όρια και εκεί σταματά. Μόνη διέξοδος η υπέρβαση των ορίων της σκακιέρας. Ο Γαλιλαίος, αν δεν είχε υπερβεί τα όρια, δε θα είχε ανακαλύψει ότι η γη γυρίζει. Οι ποιητές αν δεν υπερέβαιναν το λόγο δε θα έγραφαν ποιήματα. Το έμβρυο, αν δεν υπερέβαινε τη μήτρα, δε θα γεννιόταν. Οι Χριστοί, αν δεν υπερέβαιναν το εγώ τους, δε θα θυσιάζονταν. Οι απλοί άνθρωποι, αν δεν σπάγανε τα ζωικά τους όρια θα έμεναν δίποδα. Το κύμα, αν δεν ξεπέρναγε τα όρια της προκυμαίας δε θα ταξίδευε στη στεριά.

Η πρωτοτυπία δεν βρίσκεται καν στο γεγονός ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει το τίμημα για αυτήν την υπέρβαση. Οι αυλικοί, οι εναπομείναντες στη σκακιέρα απαιτούν τη σύλληψη και την τιμωρία των φυγάδων. Ο Τριβιζάς ως εγκληματολόγος εξάλλου γνωρίζει καλά ότι η υπέρβαση των ορίων όχι μόνον τιμωρείται από τους εγκλωβισμένους, αλλά όταν δε στοχεύει στην ελευθερία εσωτερική και εξωτερική, μα στην ασυδοσία θεωρείται και είναι έγκλημα. Εδώ όμως δεν μιλάει για εγκλήματα. Μιλάει για απόπειρα ανάτασης. Το γεράκι, φρουρός της ηθικής ή όποιας άλλης τάξης που έχουμε θέσει εαυτούς ή μας έχουν θέσει, επαγρυπνεί. Γεράκια υπάρχουν πολλά. Γεράκια που έρχονται από έξω.Ορατά. Γεράκια που έρχονται από μέσα μας. Τα πιο αρπακτικά, αυτά. Τα πιο επίμονα, τα αθέατα.

Η  πρωτοτυπία βρίσκεται στην έλλειψη αφέλειας. Οι δραπέτες τολμούν, ναι, κι αυτό ακόμα εύκολο δεν είναι. Φόβος τους κατατρύχει και θλίψη. Αλλά το γεράκι τους γραπώνει. Αλλά το γεράκι σκοτώνει το γλάρο των μικρών απείρων, αυτόν που περιμένουν στην ακτή να τους πει το μεγάλο μυστικό. Αυτόν που κανείς δεν ξέρει πότε μπορεί να έρθει, κάθε τρία δειλινά, κάθε χίλια χρόνια, κάθε είκοσι λεπτά. Αλλά το γεράκι τους ξαναγυρίζει στη σκακιέρα. Εκεί που δύο χέρια τους στήνουν, τους πιάνουν τους αφήνουν. Η Λέσχη του Στρατή Τσίρκα σε παιδική έκδοση. Ούτε κι εκεί τα ζωντανά «πιόνια» ξέφυγαν από τις προβλέψεις μίας λέσχης που στοιχημάτιζε εν αγνοία τους για τα επόμενα βήματα της ζωής τους. Βεβαίως εδώ τα πιόνια της σκακιέρας δεν έχουν τη φρεναπάτη της ελεύθερης βούλησης. Οι σκακιστές είναι ορατοί. Βεβαίως εδώ τα πιόνια όντως δραπετεύουν έστω και για λίγο. Δεν μένουν εγκλωβισμένα. Τολμούν. Ελπίζουν. Παλεύουν. Ηττώνται.

Πρόκειται όμως για παιδικό έργο. Εδώ δεν έχει θέση η τραγική ήττα. Ο συγγραφέας το γνωρίζει. Ξέρει ότι ο Γέρος του Χεμινγουέυ πρέπει να αποπειραθεί να βγάλει στην ακτή το τεράστιο ψάρι όνειρο ζωής, ακόμα κι αν κατέχει καλά πως είναι μάταιο, καθ’οδόν θα το κατασπαράξουν οι καρχαρίες. Προχωράει όμως και λίγο παραπέρα. Η Λευκή βασίλισσα και ο Μαύρος Αξιωματικός περνούν τελικά την πύλη του ουράνιου τόξου. Πέφτουν στη φωτιά με φόβο. Η σωτηρία έρχεται δια πυρός και σιδήρου. Το γεράκι δεν μπορεί πια να τους φτάσει στον πολύχρωμο κόσμο. Μόνον στον ασπρόμαυρο.  Happy end λοιπόν. Ευτυχισμένοι μικροί και μεγάλοι τελειώνουμε το βιβλίο. Η τάξη αποκαταστάθηκε. Την Ιθάκη μας τη φτάσαμε. Εδώ γεράκια αυλικοί θλίψη και Ποσειδώνες δε φτάνουν. Είμαστε ασφαλείς εντός της νέας τάξης πραγμάτων. Για πάντα.


Κι αν το παιδάκι σας καρφώσει ξάφνου σε ανύποπτο χρόνο το βλέμμα στο τζάκι και μονολογήσει χωρίς να περιμένει απάντηση, «μα καλά εσύ μαμά πιστεύεις ότι τη βρήκαν για πάντα την πύλη του ουράνιου τόξου, άλλα γεράκια δε θα συναντήσουν;», αγνοείστε το. Αυτά είναι για παιδικές ψυχές που ξέρουν ότι οι δραπέτες θα προσπαθούν ξανά και ξανά. Κάθε φορά να υπερβούν τα νέα όρια. Γιατί τα παιδιά ποτέ δεν είναι αφελή. Το παραμύθι του κυρίου Τριβιζά που μιλά για τα όρια και την υπέρβασή τους, το κατάλαβαν πολύ καλά. Το στρογγύλεμα του ευτυχισμένου οριστικού τέλους το έκανε ο συγγραφέας για τους μεγάλους. Όχι για τα παιδιά. Σίγουρα όχι για αυτά. Ακόμα.