Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Το μακιγιάζ



                                        
Ωραίε που βασίλεψες. Κείτεσαι μπροστά μου πέρα για πέρα νεκρός. Μακιγιάρω το πρόσωπό σου. Με κάθε λεπτομέρεια. Βαρύ μέικ απ. Λεπτή μάσκαρα. Αδιόρατο άι λάινερ. Διακριτικό περίγραμμα χειλιών. Ρουζ σε φυσικές αποχρώσεις. Σου δίνω έκφραση. Σου δίνω βάθος έκφρασης. Σου δίνω βλέμμα κάτω από τα κλειστά σου βλέφαρα. Σου αποτυπώνω στη μορφή το όνειρο που διαλέγω να δεις στο βαθύ σου ύπνο. Σου δίνω πνοή. Αυταπατώμαι προς στιγμήν πως ζεις, τόσο αληθινός φαντάζεις. Σε ορίζω ως ύπαρξη. Παρατηρώ με εμμονή το πρόσωπό σου και παραμονεύω μάταια την παραμικρή του σύσπαση. Μετά, μετά αποστρέφω το βλέμμα από το μακιγιαρισμένο νεκρό σου προσωπείο. Προσπαθώ να ανασυστήσω ακέραια τη μνήμη σου εντός μου. Όταν γελούσες, απελπιζόσουν, θύμωνες. Όταν με κοίταγες, με άγγιζες, όταν άνοιγες τα μάτια το πρωί. Όταν βυθιζόσουν στο τελευταίο φως πριν πέσει η νύχτα. Προσπαθώ να αφουγκραστώ την ανάσα σου, όταν κοιμόσουν και ακουμπούσα το κεφάλι μου στο στέρνο σου. Να νιώσω τη θέρμη των χεριών σου, όταν μέσα τους φώλιαζαν τα δικά μου. Όλα στάχτη, μια ξεθυμασμένη ανάμνηση, ένα απείκασμα τόσο κατώτερο σου, βασιλεμένε μου ωραίε. Ή μήπως ανώτερο; Μη γελάς που σε μακιγιάρω στα μέτρα της οπτικής μου. Μη γελάς που εμμονικά καλλιγραφώ το πρόσωπό σου. Ξέρω. Ξέρω ότι πια δεν είσαι εσύ. Ξέρω ότι τη θέση σου πήρε ένα όμορφο πιθανώς, αλλά άλλο πρόσωπο. Ξέρω ότι εσύ έφυγες για πάντα. Να αποδώσω τιμές στην αλλοιωμένη σου ανάμνηση ή στο νέο σου μακιγιαρισμένο πρόσωπο; Και από τα δύο εξίσου απουσιάζεις.

Διάλεξε τον τρόπο που θα σε προδώσω. Ωραίε.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Αλήθεια;


Οι οπτικές εκλεπτύνσεις, οι εντάσεις, οι μειώσεις, οι καμπυλώσεις των αρχιτεκτονικών στοιχείων του Παρθενώνα θεωρήθηκαν αναγκαία τεχνάσματα για να προσεγγίσει το μνημείο την τελειότητα. Το τέλειο δεν είναι η αλήθεια, αλλά η αληθοφάνεια.

Τα καζίνο δεν έχουν ποτέ καθρέπτες. Ο εισερχόμενος σε αυτά ενδύεται μια εικόνα γεμάτη αίγλη ενός χολυγουντιανού Τζέιμς Μποντ ή μιας μοιραίας γυναίκας. Αν δει τη μορφή του στον καθρέπτη, αν προσκρούσει στη γυμνή αλήθεια, θα χάσει την ιδεώδη.


Η ποιήτρια Λώρα Τζάκσον αποκήρυξε την ποίηση επειδή οι λέξεις, όταν χρησιμοποιούνταν ποιητικά και αποκτούσαν πια άλλο περιεχόμενο, εγγράφονταν στο λεξικό  με το νέο τους νόημα και γίνονταν κοινές. Άρα ανίκανες να εκφράσουν  την άρρητη ιδεώδη αλήθεια. Γίνονταν απλά αλήθεια. 

 (Και) εσύ λες πως είσαι γενναίος γιατί τολμάς να κοιταχτείς στον καθρέπτη.

Πολύ φοβάμαι όμως  πως ο καθρέπτης σου έχει επίτηδες κρακελαρίσματα, γιατί έτσι μπορείς να φαντάζεσαι το τέλειο αποφεύγοντας την αλήθεια.

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Ένα τσιγάρο δρόμος


Μια ζωή, ένα τσιγάρο δρόμος, βαθιές ρουφηξιές, παύσεις, βλέμματα καθ΄οδόν, πρόσωπα θάλασσες ουρανοί πουλιά μαύρα κι άσπρα, τα χνάρια σου στο ξερό χώμα, άλλων στην ξεραμένη λάσπη ξεμείναν από παρελθούσες εποχές αλλόκοτα γλυπτά, τίποτα, τίποτα δεν απέμεινε πια, μονολογούσε ο Χάρης με το ίδιο πέδιλο χειμώνα καλοκαίρι, όλα αρπακτικά, ό,τι προλάβει κανείς μαδάει, α ρε Χάρη, κι ήσουν τόσο ολιγαρκής, μόνον ανθρώπους μέτραγες, πάνε κι αυτοί, πιλαλάνε πλιατσικολογώντας σε, γιατί μέλλον δεν βλέπουν, κι όμως, κι όμως, ποτέ δεν υπήρχε μέλλον, ένα τσιγάρο όλο κι όλο η πορεία κι αυτό να μην το απολαμβάνουμε, γιουρούσι μπας και προλάβουμε, να προλάβουμε τι;

Ανάβω τσιγάρο. Βαθειά ρουφηξιά. Παύση. Άλλο τίποτα.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Μιας μέρας χωρίς ειρμό

-Η μητρότητα δεν είναι μήτρα να κρυφτείς. Νεκρά παιδιά θα γεννήσεις έτσι.

-Μα επιτέλους, τι γλώσσα μιλάω; Τι γλώσσα μιλάς εσύ και δεν σε καταλαβαίνω; Ούτε με καταλαβαίνεις. Ο καθένας μας κι άλλη γλώσσα κι ας ακούγεται ίδια κι απαράλλαχτη. Τι διάολο μαθαίνουμε τους ήχους με τόσο κόπο.

-Είναι αυτή η ανάγκη να νιώσω ότι ζω που με σπρώχνει να γεννάω κάθε μέρα τον εαυτό μου.

-Έφηβος των Αντικυθήρων, τι κρίμα που η ακμαία ομορφιά σου προδίδει ήδη τη θνητότητά σου. Μη λυπάσαι, κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση σου. Να μη χαθεί ο Έφηβος.

-Υποχρεωτική πορεία δεξιά ή αριστερά. Ή πάνω ή κάτω. Ίσως πλαγίως αμφιταλαντευόμενα. Πινακίδες με βέλη που επιτάσσουν πορεία. Όλες μαζί όρθιες στοιβαγμένες πλάι στην εθνική οδό με τυχαίες κατευθύνσεις του άσπρου τους βέλους εντός του μπλε αυστηρώς περιγεγραμμένου κύκλου. Οι πεσμένες συνεχίζουν κι αυτές να δείχνουν κάπου.

-Πρώτη φορά βλέπω τη μάνα μου σαν μπαμπούσκα. Κάθε που ανοίγει βγάζει άλλη από μέσα μικρότερη ολόιδια, μα τόσο αλλιώτικη. Παρατάσσονται όλες στη σειρά από την πιο μικρή στην πιο μεγάλη. Έχω πολλές μάνες τώρα. Μπορώ να διαλέξω.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Πάνω σ’έναν ξένο στίχο

Στεγνά κατά περίσταση και αντιποιητικά κατά το δοκούν τερτίπια της γλώσσας, για λόγο καθημερινό και οικείο θα μιλάγανε  οι φιλόλογοι, αν είχες την ατυχία να ασχοληθούν μαζί σου, όμως εσύ θα ξέρεις πως η γλώσσα σου είναι η ψυχή σου, δε θα σε νοιάζει αν στην είπανε καθημερινή και οικεία, οικεία δεν είναι ούτε για τα αυτιά σου, πάντα είχες την αίσθηση ότι κάποιος άλλος τα λέει, εγώ, εγώ πού είμαι αναρωτιέσαι διαρκώς, γιατί όλα αυτά μου φαίνονται ξένα, ρόλοι πολλοί, μάνα, φίλη, ερωμένη, επαγγελματίας, η πελάτης του χασάπικου και του μανάβικου, η αναμαλλιασμένη που ξενυχτά πάνω από μια φράση του Κάφκα, η αφελής που χάβει, η σκύλα που πιέζει για ακόμα πιο πολύ, βλέμμα ανοιχτό, βλέμμα κλειστό, βλέμμα που ανοιγοκλείνει και  φωτογραφίζει, ποιος το φοβάται αλήθεια, με τρόμο διαπιστώνεις πως πολλοί το μισήσαν ή το λατρέψαν, και εσύ μίσησες λάτρεψες αδιαφόρησες- το πιο ύπουλο πάθος αυτό-, πώς το είπατε κύριε Βλαβιανέ νο 36, πιστεύω, λέει, εγώ αυτοπροσώπως ο απρόσωπος αναγνώστης ίσως και συγγραφέας,  ότι αληθινή ποίηση σημαίνει τα μάτια να είναι διαρκώς υγρά και να γράφω κρατώντας στα χέρια χαρτομάντηλα, ενώ εσείς ότι τα «αβυσσαλέα πάθη» και «ζοφερά σκοτάδια» δεν είναι ποίηση; Δε λυπάμαι καθόλου τότε που η αληθινή ζωή είναι  ποίηση faux, ούτε που η αληθινή σας ποίηση είναι ζωή faux.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Τα δικά μου Χριστούγεννα


Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στο διάστημα με ένα νεφέλωμα για φάτνη και βοσκούς εξωγήινους. Η Παναγία η Lacrimosa πετά πάνω από το Θείο Βρέφος και το θηλάζει δάκρυα αστραφτερά. Ο Χριστός παίζει κρυφτό με όλα τα παιδιά του κόσμου και κρύβεται κάτω από τις διαστημικές στολές των μάγων. Χίλια αστέρια τον δείχνουν με το πολύχρωμο φως τους και τα δώρα που παίρνει, αστρόσκονη, φως και πόνο. Οι άγγελοι με φτερά μεταλλικά ψάλλουν ο καθένας στην ολόδικια του ακατανόητη για τους άλλους λαλιά του: αλαρίνα, θαρέτω, μηράνι, φωτρέλαψο. Μα όλοι λένε το ίδιο, ότι  ο Χριστός θα μείνει για πάντα παιδί για να μπορεί να παίζει με όλα τα παιδιά του κόσμου.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι νερένια με μια θαλασσινή σπηλιά για φάτνη και βοσκούς με ψαρίσια ουρά. Η Παναγία είναι η μοναδική γοργόνα του κόσμου που απαρνήθηκε με πόνο τα πόδια της  και ενώνει τα δάκρυα της με το θαλασσινό νερό. Ο Χριστός εξημερώνει τους καρχαρίες και μαδά μαζί τους τετράφυλλα τριφύλλια που λένε πάντα σ΄αγαπώ. Οι τρεις μάγοι καταφθάνουν άλλος από τον ουρανό, άλλος από τη στεριά, άλλος από τα έγκατα της γης. Αήρ, χους, λάβα, τα εξωτικά τους δώρα. Κοπάδια θαλάσσιων αγγέλων με φτερωτά πτερύγια μοιάζουν να στεφανώνουν τον ήλιο που κοιτά ανάσκελα από τον άπατο πυθμένα ο Χριστός, καθώς πέφτει όλο και πιο ταπεινά, όλο και πιο βαθιά.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στο πιο ασήμαντο λουλούδι του κόσμου με ένα πέταλο άσπρο για φάτνη. Η Παναγία ραίνει το Χριστό δροσοσταλίδες του πρωινού και εκείνος τις κάνει γυάλινα τόπια που μοιράζει σε όλα τα παιδιά του κόσμου. Οι μάγοι είναι τρεις ψυχές  πεταλούδες, που αφήσαν τα καντήλια που τριγυρνούσαν για να φέρουν τα δώρα τους στο Χριστό: λάδι, αλάτι, πέτρα.  Οι άγγελοι είναι φύλλα φθινοπωριάτικα, κίτρινα, κόκκινα, καφετιά που στριφογυρίζει ο αέρας γύρω από το ταπεινό αγριολούλουδο και αυτά χορεύουν τον ψαλμό τους με συρσίματα στο ξερό χώμα.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στα μάτια του φοβισμένου παιδιού με φάτνη τη διεσταλμένη κόρη του. Η Παναγία του χαρίζει τα δάκρυά της για να επιπλέει ο μικρός Χριστός κι εκείνος κάνει την κόρη του ματιού βαρκούλα που αρμενίζει στο φόβο. Οι  μάγοι είναι τρία πουλιά πετάμενα στο γαλάζιο του ουρανού που καθρεπτίζονται στο βλέμμα του παιδιού κι αφήνουν να πέσει από το ράμφος τους μια ονειραχτίδα, ένα ψέμα κι ένα χάδι. Οι φύλακες άγγελοι αμέτρητοι πεταρίζουν τα φτερά τους κάθε που το παιδί φοβάται μέχρι που σηκώνουν άνεμο δυνατό που διαλύει το φόβο σε μικρά ψίχουλα για τα πεινασμένα σπουργίτια.

Τα δικά μου Χριστούγεννα είναι στις τσέπες ενός άστεγου με φάτνη το τελευταίο ψίχουλο αξιοπρέπειας. Η Παναγία στέρεψε από δάκρυα και ο Χριστός απόμεινε νηστικός. Τρώει το κλάμα του και θεριεύει, βγαίνει από την τσέπη και κουρνιάζει θεόρατος στο άγαλμα του Αγνώστου Συμπολίτου. Οι τρεις μάγοι έχασαν το δρόμο τους και στέλνουν με μέιλ τα δώρα τους, γράμματα ανάκατα χξαηυεηδξ, κομμένη παροχή ηλεκτρικού κι ένα ξεθωριασμένο βλέμμα. Οι άγγελοι είναι φτερωτές απαλές παιδικές κουβερτούλες που χαϊδεύουν τα αξύριστα μάγουλα των αστέγων τρυφερά στον ύπνο τους. 

Τα δικά μου Χριστούγεννα.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Μίλαγες πατέρα

Μίλαγες πατέρα, μίλαγες κι εγώ σε άκουγα σε έβλεπα δε σε χόρταινα, παρακάλαγα να μην τελειώσει το απομεσήμερο, αργά, πολύ αργά, η τελετή του νιπτήρος είχε συντελεστεί προ πολλού, τριάντα χρόνια πάνε, όμως τώρα είσαι εδώ κάτω από την πέργολα του δικού μου σπιτιού, όλα δικά μου ένα γύρω, τα παιδιά μου τα σκυλιά μου τα γατιά μου, οι σκέψεις μου, η ζωή μου, όλα δικά μου τα κατάκτησα πολεμώντας βήμα το βήμα κραυγή την κραυγή, όλα δικά μου. Εκτός από σένα.
Μίλαγες με το τσιγάρο να κρέμεται από τo στόμα  άναφτο όλη την ώρα, σε είχε καταπιεί το παρελθόν σου, ιστορίες για τα θαυμαστά που είδες, που έζησες, για τον καϊκτζή που του κόλλησες το κυνηγετικό στον κρόταφο να περάσει με μπουρίνι απέναντι τον φαρμακωμένο από την οχιά, ή όλοι ή κανείς κρoτάλιζες, για το φούρνο της γειτόνισσας που κρύφτηκες πιτσιρικάς  δυο μέρες μη  σε βρουν οι φρίτσηδες που σου΄δωσαν να πιάσεις το όπλο τους και συ πυροβόλησες το άλογό τους, όλες διαλεχτές, ηρωικές, τις άλλες σε ευχαριστώ τώρα πια που τις ξέχασες.
Μίλαγες κι εγώ με έβλεπα μικρό παιδί δίπλα σου να πετάμε μαζί χαρταετό, εγώ πάντα μικρό παιδί, εσύ μεγάλωνες, πάλι δίπλα σου να σε κοιτώ να λες ή όλοι ή κανείς, εσύ τώρα γέρος, εγώ ακόμα μικρό παιδί, κάθεσαι επιτέλους στ’ αλήθεια δίπλα μου, σε ακούω να μιλάς, να μιλάς για μια ζωή που πέρασε κι εγώ δεν ήμουν μαζί σου.
 Ή όλοι ή κανείς.
Δεν με πήρες ούτε μια φορά μαζί σου. Κι εγώ σε παρακάλαγα κι εσύ έφευγες μόνος.
Μίλαγες πατέρα, μίλαγες κι εγώ έβλεπα επιτέλους να ξεδιπλώνονται μπροστά μου όλα αυτά που δεν ζήσαμε μαζί, μια πλάτη πάντα έβλεπα με σβυστό τον ήχο να με οδηγεί στο σχολείο, να τρώει στο τραπέζι, να πίνει τον απογευματινό καφέ. Μια πλάτη, ούτε μάτια, ούτε στόμα, την μορφή σου μόλις έστρεφες το κεφάλι την ξέχναγα.
Μίλαγες πατέρα κι εγώ έκλεινα τα μάτια και ανακάλυπτα μέσα μου την μορφή σου, επιτέλους τη θυμήθηκα, τη θυμάμαι, κι όσο πιο πολύ μιλάς τόσο ζωντανεύουν τα χρώματά της, μίλα πατέρα, μίλα όσο μπορείς. Δε θέλω να ξαναφύγει η μορφή σου από μέσα μου.

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Να κολυμπήσουν

Στα ματάκια τους βλέπω να χάσκουν θάλασσες ελπίδας
κλεισμένες σ’ένα γυάλινο κουτί.
Αφρίζουν και κάποτε θα σπάσουν και θα ελευθερωθούν,
όπως ελευθερώθηκαν κι οι δικές μου.
Να κολυμπήσουν σε μια βαθιά ελπίδα μέχρι να πνιγούν.

Αφού πρώτα ξοδέψουν και τις χίλιες ζωές τους.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Ο παλιός

 Οδηγούσε στα στενά δρομάκια της γειτονιάς μέχρι να βγει στον κεντρικό δρόμο, εκεί που ήταν η μάντρα οικοδομών. Οδηγούσε και για μια στιγμή νόμισε ότι είδε τη γιαγιά της στο πεζοδρόμιο να την κρατά από το ένα χέρι και από το άλλο την αδελφή της τριάντα χρόνια πριν και βάλε. Τις ακολούθησε και είδε τη γιαγιά της να χαιρετά την κυρία Όλγα πίσω από τον πάγκο του ψιλικατζίδικου με τα Μίκυ και τα Ποπάυ και τον Τιραμόλα, τέσσερεις δραχμές το τεύχος, με ένα δεκάρικο έπαιρναν από ένα και περίσσευαν και δυο δραχμούλες για εκείνες τις καραμελίτσες που ποτέ δεν θα ξεχάσει το χρυσόχαρτο τους, το όνομά τους το έχει όμως προ πολλού λησμονήσει. Έπειτα τις έχασε, ήταν και εκείνος ο μετανάστης που έσερνε στη μέση του δρόμου το καρότσι του σούπερ-μάρκετ γεμάτο με χαρτόκουτες, σπάνια πια στην περιοχή έβλεπες παππούδες και γιαγιάδες να κρατούν από το χέρι τα εγγόνια τους, πιο πολύ μελαμψούς άντρες που σέρνανε καρότσια ή οδηγούσαν εκείνα τα τρίκυκλα που είχε να δει από παιδί. Βγάζει φλας αριστερά και βλέπει τον αδελφό της γιαγιά της πάνω σε ένα τέτοιο, γιαγιά θα μας αφήσεις να ανέβουμε λίγο στην καρότσα, πόσο πολύ το θέλανε τα δυο μικρά κορίτσια.
Σταματάει το αυτοκίνητο, κατεβαίνει, τη μάντρα τη θυμάται από παιδί, εκεί είναι ακόμα, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, η μάντρα ίδια και απαράλλαχτη. Ψάχνει να βρει κάποιον, ένα σακί τσιμέντο, ένα άμμο, ένα ασβέστη, το σπίτι του παππού και της γιαγιάς ρήμαξε, πάνε χρόνια που δεν υπάρχουν για να το φροντίσουν, σειρά της τώρα. Το μικρό δωματιάκι άδειο. Κανείς. Εδώ, ακούει μια βαριά φωνή πίσω από κάτι σακιά. Ο εξηνταπεντάρης είχε βουλιάξει μισοκρυμμένος σε μια σπασμένη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα, σαν να βρισκόταν αλλού και άργησε να επιστρέψει, ήταν όμως τώρα εδώ με βαριά καρδιά ενοχλημένος που κάποιος διέκοψε τον ρεμβασμό του, τι θες, τη ρωτάει απότομα. Είστε παλιός εδώ, του αντιγυρίζει την ερώτηση. Ο παχύς άντρας σηκώνεται με δυσκολία, δεν είμαι, απαντά κοφτά. Λέγε. Ένα σακί τσιμέντο, ένα άμμο, ένα ασβέστη. Περιμένει να δει τι τόπο θα πιάσουν τα λόγια της. Όνομα, ακούει τον άντρα καθώς μετέφερε τα σακιά στο πόρτ μπαγκάζ. Λέει το επίθετο του παππού της. 

Βασίλης, συμπληρώνει ο άντρας και με μια πνοή συνεχίζει με φωνή αλλιώτικη, μακρινή ανάμνηση των νιάτων του, είχε δυο κόρες, την μικρή τη λέγανε Τασία, ήμασταν συμμαθητές. Η φωνή του μαλάκωσε, το βλέμμα του μαλάκωσε, αφήνει τα σακιά και κοιτάζει λίγο παραπέρα σαράντα χρόνια και βάλε πίσω, είδε τη συμμαθήτρια του να περνά κι αυτός αμούστακο στη μάντρα του πατέρα του να κοκκινίζει μέχρι τις ρίζες των μαλλιών και λίγο αργότερα εκείνη χωρίς κοτσιδάκια με τακουνάκια και τα μαλλιά να πέφτουν στους ώμους κι εκείνος να την καλημερίζει τρέμοντας, μα εκείνη να του χαμογελά διεκπεραιωτικά και να πηγαίνει παρακάτω. Είναι στην Αμερική η Τασία, γυρνά και της λέει τελεσίδικα, σάμπως να μην το ήξερε πως η θεία της εδώ και χρόνια μετά από μερικές  ακόμα τρεμουλιαστές καλημέρες του έφυγε στην ξενιτιά με τον άντρα των ονείρων της. Από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου φεύγοντας τον είδε να μετακινεί την καρέκλα του μπροστά από τα σακιά και να ξαναβουλιάζει μέσα της. Οι ρεμβασμοί του προβάλλονταν στο μουσαμά του παρκαρισμένου φορτηγού απέναντι  σαν σινεμά. Και να ήθελε να κρυφτεί, δεν το μπορούσε πια.

Γιαγιά, παππού, ήρθα, φωνάζει ξεφορτώνοντας τα σακιά και η φωνή της αντηχεί στους άδειους τοίχους.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Μέσα στο δάσος περιπατούσε

           Μέσα στο δάσος περιπατούσε, όταν ο λύκος ήταν εδώ. Κρατούσε για το ταξίδι ένα καλάθι πολυκαιρισμένα όνειρα με λίγη ελπίδα μαϊντανό και ψευδαισθήσεις μαριναρισμένες με ουτοπία. Αρκετά ήταν αυτά. Κοιτάχτηκε στα ακίνητα νερά ενός βάλτου, μανδύας γκρίζας κολλώδους θλίψης, σπαθί για τις  παρήγορες κοκορομαχίες, έτσι ένιωθε δυνατός, α, αυτό ποτέ δεν το αποχωριζόταν, κράνος ενισχυμένο εσωτερικά με άποψη. Ξανακοιτάχτηκε, πού πήγε η αύρα μου, διορθώνει το χαμόγελο, α, να’ τη, η ζωτικότητα, ζώο, ένστικτο επιβίωσης, ανάσανε με ανακούφιση.
            Ξεκινά πάνοπλος, επιταχύνει, τρέχει, τρέχει τρέχει, έτρεξε τόσο που τεντώθηκαν και σπάσανε τα γράμματα της λέξης, τα έβλεπε να αιωρούνται σκόρπια ανάμεσα στα λαχανιάσματα, τ, ρ, ε, χ, ω, έχασε η πράξη το νόημά της  κραύγασε τρομαγμένος, σταματά πάντα λαχανιασμένος, κοιτά τα πόδια του, επιβεβαιώνει αυτό που από την αρχή υποψιαζόταν. Πόντο δεν είχε μετακινηθεί, δρόμος εν στάσει, νέο αγώνισμα, κερδίζει όποιος χάσει, όποιος μετακινηθεί  έστω  και  λίγο, ναι, αλλά προς τα πού, σκέφτεται για λίγο, στρέφει το κεφάλι αριστερά. Πτώματα πολιτικών οραμάτων στοιβαγμένα στη γωνία, μεγαλόστομες υποσχέσεις, φωτό  του μέλλοντος ρετουσαρισμένες, ατμοί οργής που ποτέ δεν παύει να κοχλάζει στην κατσαρόλα, φεύγουν και χάνονται και γίνονται συννεφάκια σε μηνύματα Ινδιάνων «Ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά» στέλνει η μια βουνοκορφή, «Μπουμ» απαντά η άλλη. Κοιτά δεξιά, βίτσες, καπνογόνα όργανα διασαλεύουν την τάξη, πότε πέρασε ο καιρός που πήγαινα στην πρώτη τάξη, μολύβια στη σειρά στην κασετίνα, στη θέση του το καθένα απαρεγκλίτως, εν-δυο βήμα στρωτό, η γεωμετρία γεωμετρεί  τη ζωή μου, δυο οριζόντιες πήχες χώμα της αναλογούν, γίναν μία, περικοπές, ωραία,  χαμογελά ειρωνικά, θα ξαναπάρω την εμβρυακή στάση, μα δεν είμαι έμβρυο, γεννήθηκα, το ξεχάσατε, ουρλιάζει ακόμα λαχανιασμένος. Πέφτουν οι ώμοι, βγάζει λίγο ελπιδοφόρο μαϊντανό από τα εφόδια. Παύση. Παύση. Και ξανά παύση. Και τώρα τι μένει, επέκτεινε τον κόσμο σου, άνοιξε τους ορίζοντές σου αναμασά το μαϊντανό, ψάξε άλλους δρόμους. Στρέφει το κεφάλι προς τα κάτω, μαύρα, κίτρινα, άσπρα πράσινα μυρμηγκάκια  παλεύουν γύρω από ένα ψίχουλο, δύσκολο πράγμα η αξιοπρέπεια στην ψάθα, ξεπούλημα, πάρε κόσμε, θυμούνται καμιά φορά τα μακριά δάχτυλα της μητέρας  που κεντούσαν ηλιαχτίδες και κλαίνε, πάρε κόσμε, τα κεντήματά της δεν υπάρχουν πια. Κοιτά προς τα πάνω, γραβάτες άψογα δεμένες με ύφος σοβαρό βγάζουν φούσκες, πλιπ, πλοπ, σκάνε πριν φτάσουν στα αυτιά του, και πώς άλλωστε  να αψηφήσουν τη βαρύτητα και να κατέλθουν, η βαρύτητα υπάρχει μόνον για κείνον. Θεοί αγνώστου πατρός θρονιασμένοι αναπαυτικά τρώνε μονάχοι τους τούς άρτους τους επιούσιους  παίζοντας μπάλα και ψέλνοντας με τα παράφωνα βυζιά τους. Μπούχτισε,  έκλεισε το βλέμμα του. Τρώει από αμηχανία και σιωπές όλα τα εφόδια, άδειασε το καλάθι, πού να κοιτάξω, γυρνά γύρω-γύρω το κεφάλι  σβούρα, ξανά και ξανά το φτηνιάρικο θρίλερ. Πιάνει με τα χέρια το κεφάλι του, ξένο σώμα, το σταματά. Κοιτά μέσα του. Ζούγκλα τα παράσιτα από τις εικόνες του έξω, παίρνει δρεπάνι τις ξεπαστρεύει μία-μία και αυτές και άλλα ζιζάνια που ευδοκιμούν εντός, μα πού κρύβεται το πολύτιμο λουλούδι  μονολογεί και νιώθει το χέρι του βαρύ από τον κάματο,  ξεπάστρεψέ τα όλα μέχρι να σε χτυπήσει στα ρουθούνια η ευωδία, μα υπάρχει στ’ αλήθεια ο ανθός μου, δεν μπορεί, τι στηρίζει το σώμα που κουμαντάρω, το χέρι του δε λύγιζε πια, πού είναι επιτέλους το πολύτιμο λουλούδι, πού; 
             Μέσα στο δάσος περιπατούσε, όταν ο εαυτός του ήταν εδώ.

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Το βλέμμα σου θα μου δώσει όνομα;

-Κυνηγάς τη ζωή;
-Κυνηγώ τη λέξη.
-Είναι η λέξη ζωή; Τότε το βλέμμα μου τι είναι;
-Κυνηγώ τον ανυπόκριτο θαυμασμό του βλέμματός σου για τη λέξη μου.
-Κι αν δεν στον δώσω;
-Κι αν δεν μου τον δώσεις το θαυμασμό του βλέμματος σου, θα κάψω τη λέξη μου, θα γίνω αιρετικός.
-Οι αιρετικοί γίναν τέτοιοι γιατί δεν τους χώραγε ούτε η ζωή ούτε η λέξη. Εσένα δε σε χωρά το βλέμμα μου. Δε σε χωρά όταν δε σε θαυμάζω. Είσαι αιρετικός;
-Είσαι πιστός; Σε τι πιστεύεις; Στη ζωή; Τι είναι ζωή; Μήπως ο ήλιος, αυτός που δεν χώρεσε ούτε τον ποιητή και τον έκανε με τη λέξη του ηλιάτορα, μπας και τον χωρέσει;
-Ο ποιητής δεν τον έκαψε τον ήλιο με τη λέξη του, τον μεγάλωσε να μας χωρέσει όλους. Ο ποιητής δεν διώχνει το τρέμουλο του χεριού σου, ούτε τη θαλασσινή σπηλιά που φωλιάζουν νεράιδες και γαλάζιοι πρίγκηπες, ούτε το  πιο μικρό σκουλήκι, ούτε το πιο μεγάλο θεριό, αυτά είναι η ποίηση και η ζωή του, αυτά είναι η ποίηση της ζωής του.
-Είσαι ποιητής;
-Ο ποιητής δεν καίγεται ποτέ από τον ήλιο. Καίγεται από την αλαζονεία της μοναξιάς του. Και τότε παύει να είναι ποιητής.
-Είσαι ποιητής;
-Αν ποιητής είναι αυτός που δεν κυνηγά τις λέξεις, αλλά τα βλέμματα, μόνον τότε είμαστε όλοι ποιητές.
-Εγώ τι είμαι;
-Ένας ποιητής με καμένο βλέμμα. Ένας ευνούχος ποιητής.
-Είσαι σκληρός.
-Σκληρή είναι ζωή. Όχι οι λέξεις. Ούτε εγώ.
-Πώς σε λένε;
-Για σένα Ούτις, για τους άλλους τρέμουλο του χεριού, θαλασσινή σπηλιά, σκουλήκι ή θεριό. Το βλέμμα σου θα μου δώσει όνομα.

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Δρομέας

Γαλάζιο κεφάλι, ξέθωρα μάτια, θά’ταν γυάλινα αν δεν ξέρναγαν δέος σε κάθε του βήμα. Φοβισμένο, αβέβαιο, το ένα πληγιασμένο ποδάρι να ακουλουθεί το άλλο, πάνω σε μυτερά κοτρώνια πυρωμένα από τη σκοτεινιά, αίμα ανάκατο με χολή αφήνει στο διάβα του. Κι ύστερα το δέος γίνεται δάκρυα γλυκά, τρέχουν στους αμμουδερούς λόφους που έρπει σούρνοντας τα νύχια του. Τα ρουφηγμένα μάγουλα ξεπατικώνουν τις νυχιές του στην άμμο, μα ένα στόμα στρογγυλό, χείλη ματωμένα, ρουφά άπληστα ανάσες μυρωδιές φιλήματα ήλιους κελαρύσματα γέλια γάργαρα ηλιαχτίδες μαχαίρια.

Με κόπο πολύ βγαίνει στη θάλασσα. Ένα δέντρο ανεμίζει στα πλάτη της ολόρθο, δες θάμα, όμως άπνοια, φυσάει τώρα δα μετά από χίλια χρόνια αγέρι τετράφυλλο τριφύλλι, μα τα δάχτυλα του δέντρου στρεβλωμένα κι ανοιχτά δίχως φύλλα, δεν το κρατούν, σφυρίζει άπραγο ανάμεσo τους. Καβάλα τα μακριά άσπρα του μαλλιά στο ξερό δεντρί, όμως αυτό δεν κινάει. Τα πλέκει στα κλαδιά, ικέτης σε αγίους και θεούς, δε φτάνει. Κοιτά πάνω του, τίποτε δεν του μένει, τραβά τα κουρέλια του τα κάνει πανιά, δέστε, ένα κατάρτι αρμενίζει μοναχό, κι ας του λείπει το σκαρί, χωρίζει τη θάλασσα στα δυο! Θρίαμβος πουθενά στο γουβωμένο βλέμμα, μόνον δέος, μόνον δέος για τα θάματα γύρω του. Τα άσπρα του μαλλιά μεγαλώσανε στο πληγιασμένο μάρμαρο του κορμιού του, ανακατεύτηκαν με τα φύκια του πάτου. Μα αυτός ακόμα αρμενίζει.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Χρησμοί

«Κανείς δε γυρίζει πίσω. Ακόμα κι αν φύγει. Κολλάει εδώ. Μέχρι το τέλος. Παρέα με την ψευδαίσθηση ότι δεν υπάρχει τέλος. Κι αυτό ακόμα λίγο δεν είναι. Λίγο είναι να μην πας. Από φόβο ότι δεν θα τα καταφέρεις».
Έτσι του είπε και χάθηκε. Απόμεινε άλαλος να συλλογιέται το κακό συναπάντημα, αν ήταν στον ύπνο του ή στον ξύπνιο του, και αργότερα αν ήταν όταν καθάριζε κρεμμύδια ή στίλβωνε τα ασημικά. Και πιο μετά αν ήταν στην αρχή του βραδυνού κατουρήματος ή στο τέλος. Μέχρι που αποφάσισε ότι όνειρο ήταν κι όχι συναπάντημα. Με τον εαυτό του.


«Δεν μπορείς να τον περιμένεις. Ακόμα κι αν το κάνεις, δε θα τον βρείς. Ακόμα κι αν μείνετε ίδιοι κι εσύ και αυτός, το εδώ, το εδώ που τον περιμένεις θα έχει γίνει αλλού. Και δε θα τον γνωρίσεις, ούτε θα σε γνωρίσει».
Άκουγε και έβλεπε τον εαυτό του ακίνητο σε κυλιόμενο διάδρομο με όλα γύρω να κυλίονται, να περνούν άνθρωποι με αντίθετη κατεύθυνση, σπίτια, δέντρα, αστέρια, σπασμένα παιδικά παιγνίδια, ξέπνοες λέξεις χρησμών, παιδικές σάκες, κουρτίνες που ανεμίζουν. Πέρασε δίπλα του μαζί με όλα τ’΄αλλα, μα δεν τον γνώρισε. Ούτε αυτός εκείνον.


«Να πέσεις. Προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Ο πόνος ίδιος. Η διαφορά μικρή. Αρκεί να πέσεις».
Ακροβατούσε σε τεντωμένο σχοινί και τό’λεγε σαν προσευχή ξανά και ξανά. Προσευχόταν να πέσει μα δεν έπεφτε. Ήταν καλός σχοινοβάτης. Ισορροπούσε τέλεια στη μετριότητα του οριζόντιου σχοινιού.


«Ο συγγραφέας γράφει επειδή βασανίζεται. Αν πάψει να βασανίζεται, θα πάψει να γράφει. Όταν εύχεται την ευτυχία, είναι σαν να πετά τη δημιουργία. Όταν εύχεται τη δυστυχία, δεν είναι συγγραφέας».
Άκουγε έναν αντίλαλο μακρινό την ώρα που στο μπακάλικο αγόραζε λίγη δυστυχία για να γράψει το καινούριο του μπεστ σέλερ. Δεν έδωσε σημασία όταν κάποιος του ζήτησε μισό κιλό φέτα.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Το χιλιαρικάκι

Ο καπετάνιος καμάρωνε τη Σιδερή του να καθρεπτίζεται στα ήσυχα νερά, όραμα μιας ζωής που πότε χανόταν πότε φαινόταν μέσα από τις τούφες του καπνού που φούμαρε. Τα μάτια του πετάριζαν το χιλιάρικο που του τάξανε οι κυνηγοί να τους περάσει σε τούτο το ξερονήσι. Έβλεπε κιόλας να απλώνονται στα βράχια μπροστά του τα μανωμένα που θα αγόραζε με τούτους τους παράδες, να τη στολίσει. Τα παλιά τα δίχτυα κουρέλια, πού να κρατήσουν την ψαριά. Εκεί απάνω στη ρέμβη τον κτυπάει στα ρουθούνια κακοκαιρία που σιμώνει. Σουφρώνει τα φρύδια και αγναντεύει τη σκέπη του Θεού. Ασυννέφιαστη. Σκουπίζει το ιδρωμένο του μέτωπο από τον καυτό Σεπτεμβριάτικο ήλιο του πρωινού. Ησυχάζει, μα τα ρουθούνια του παίζουν καχύποπτα. «Ρε θες νά’ρχεται κανά μπουρίνι; Δε βαριέσαι, μια φορά το χιλιαρικάκι είναι δικό μου» χτυπάει στα αυτιά του η φωνή του. Κοιτάει δώθε-κείθε μην τον ακούει κανείς, οι κυνηγοί φευγάτοι σπαρμένοι στα κατσάβραχα. «Διαολότοπος», φτύνει τη γόπα στη θάλασσα, «μόνο κοτρώνια, ζούδια, οχιές, κανά πετούμενο περαστικό άντε και κυνηγοί». Κοιτάει πάλι, κανείς δεν τον ακούει. Οι ντουφεκιές μοναχά φτάνουν δω πέρα στην παραλία. Σηκώνει το γιακά του, πούθε, διάολε, βρεθήκαν τέτοιοι λυσσασμένοι αέρηδες. Αγκαλιάζει με τη ματιά τη Σιδερή του. Το μπουρίνι την τραμπαλίζει μα δεν κινδυνεύει.

Ανάβει δεύτερο τσιγάρο. Απάνω στην πρώτη ρουφηξιά πιάνει η ματιά του το μπουλούκι των κυνηγών να ροβολάει προς το μέρος του τρεχάλα κουβαλώντας στα χέρια έναν από δαύτους. Ένα γύρισμα του ανέμου του έφερε μέσα στην κοσμοχαλασιά βογγητά. Με το τσιγάρο στο στόμα κοιτάζει μια τα κύματα που όσο πήγαινε θεριεύαν, μια τους βόγγους και τα ντουφέκια που χοροπηδάγανε στις ράχες των κυνηγών από τη βιάση, μια τα δίχτυα που άπλωνε στα βράχια το χιλιάρικο.
«Γούστο θά΄χει να τόνε δάγκωσε κανά φίδι» μουρμούρισε ανάμεσα στους αφρούς των κυμάτων που τον αρπάζανε πια από τα πόδια.
«Καπετάνιο, βάλε μπρος», ακούει καθαρά πια, τόσο είχανε ζυγώσει τα ντουφέκια και οι βόγγοι.
«Τρελαθήκατε μωρέ, τον καιρό δεν τον εβλέπετε;», κάνει τα χέρια του χωνί.
«Βάλε μπρος, να τόνε πάμε στο νοσοκομείο. Νταούλιασε από το δάγκωμα της αναθεματισμένης της όχεντρας. Δεν τόνε βλέπεις;» τον ζώσανε πια οι κυνηγοί.
«Δεν παγαίνω πουθενά. Να κοπάσει πρώτα το μπουρίνι. Μ’ακούτε; Τι με κοιτάτε. Όλοι θα πάμε έτσι στον αγύριστο, όχι μονάχα τούτος.». Γυρνάει την πλάτη και καμωνόταν πως έσιαχνε τα βρακιά του.

Μια ριπή του ανέμου σφύριξε θαρρείς σαν τελεσίγραφο. Ο δαγκωμένος σφάδαζε από τους πόνους πιο δυνατά από τα κύματα που πεθαίνανε σκάζοντας παρακεί. Ο καπετάνιος γάντζωσε τα μάτια στη Σιδερή του που έμοιαζε πια με καρυδότσουφλο. Ένα βλέμμα, έτσι γυρισμένος πού΄ταν τον κτύπησε στην πλάτη προτού τον ξεκουφάνει ο κρότος της βαρειάς φωνής.
«Βάλε μπρος». Νέτα σκέτα.
Ετούτος ο κυνηγός, που λέξη δεν είχε βγάλει ίσαμε τώρα, είχε κάνει ένα βήμα μπροστά. Τα θυμάρια που τσαλαπάτησε με τις μπότες του στόμωσαν τα ρουθούνια του καπετάνιου απειλητικά. Χωρίς να στραφεί ξύνει την πλάτη του με μανία να διώξει το βλέμμα που είχε κολλήσει και δεν έλεγε να φύγει.
«Παράτα με. Σύρε να πνιγείς μονάχος».
 Κοπάδι τα τρυγόνια από πάνω τους τρομαγμένα από τους αγέρηδες ρίξαν την περαστική σκιά τους που ανακατεύτηκε με των κυνηγών. Κανείς τους δε σήκωσε ντουφέκι. Τα αφήσαν και διαβήκαν. Ο κυνηγός με το βαρύ βλέμμα έριξε τη σκιά του στον καπετάνιο. Ένα ξερό κλικ τον ξεκούφανε από την κάνη που είχε κολλήσει στο μηνίγγι του.
«Ή όλοι ή κανείς» πυροβόλισε το στόμα του κυνηγού.
 Οι άλλοι σκύψαν το κεφάλι μην τους πάρουν τα σκάγια της φωνής του. Ο καπετάνιος πνιγόταν τώρα από τη βαρειά αποφορά των τσαλαπατημένων θυμαριών. Μπλοφάρει, φάνηκε από τα ακίνητα ματοτσίναρά του να σκέφτηκε. Μέσα στην παγωμάρα του δεν είχε καταλάβει πως όλη τούτη την ώρα έξυνε σα μανιακός την πλάτη του. Το βλέμμα του κυνηγού τού έτρωγε τις σάρκες. Δεν μπορούσε να το βγάλει από πάνω του. Κατάλαβε πως η κάνη τον σημάδευε στ’αλήθεια. Ένευσε ξέπνοα κουνώντας το κεφάλι και χωρίς να γυρίσει πήγε σκυφτός να βάλει μπρος τη Σιδερή του. Το χιλιαρικάκι δεν το ήθελε πια.

Σημείωση: Η ιστορία βασίζεται σε αληθινό περιστατικό

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ήταν ένα μικρό χαρτάκι

Η πορτοκαλιά ψήλωσε, σκέπασε τη σκεπή, γεμίσαν τα ματοτσίναρα των περαστικών πορτοκαλανθούς. Το πρώτο δοντάκι του παιδιού που άλλαξε σκάλωσε στην τρύπια στέγη και έκλεισε το χάσμα, θέριεψε και έγινε κεραμίδι. Μια λέξη, μια λέξη ανεμίζει, ο ανεμοδείχτης με το καραβάκι στην κορφή, πάντα αυτήν φυσάει κατά τη ματιά μας. Μα ποια είναι, ρωτούν τα νυχτοπούλια, πιάστε με απαντά η λέξη, εγώ θα σε ψηλαφίσω απαντά ο γλάρος των μικρών απείρων, δική μου είναι τον χλευάζει η Αλίκη τεράστια μέσα στο σπίτι με τον ψηλό λαιμό κύκνου να βγαίνει από την καμινάδα. Κόβει μονάχη το κεφάλι της, δε χρειάστηκε η Ντάμα Κούπα, φυτρώνουν άλλα δέκα, μίσχοι λουλουδιών σε ανθοδοχείο με πορτοπαράθυρα και κουρτινάκια να ανεμίζουν στο φύσημα του γλάρου. Κι όμως εγώ την ξέρω την λέξη, σφυράνε τα λουλούδια με τον κυκνίσιο μίσχο, δέκα Αλίκες χαμογελούν ολάνθιστες και τερατώδεις, στεφανωμένες με άνθη πορτοκαλιάς. Μοσχοβολάει ο τόπος, τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει, μα είναι ανάγκη όλα να κουβαλούν πάνω τους θύμησες; Βαρέθηκα τα βαριά αρώματα της μνήμης, τις αλυσίδες θε να σπάσω, δεν είμαι η Αλίκη, είμαι ο κανείς, λευκό χαρτί που στροβιλίζεται στον αέρα. Ήταν ένα μικρό χαρτάκι, που ήταν α,α αταξίδευτο. Λεύτερο. Όσο και άδειο. Γντουπ, πέφτω κάτω, ούτε με τις βαριές μνήμες πετάς, ούτε με την αλαφράδα της αμνησίας. Ψήλωσε κι άλλο η πορτοκαλιά, το σπίτι σκαρφάλωσε πάνω της, μια λίμνη κάτωθε με νούφαρα τους πορτοκαλανθούς, έγια μόλα έγια λέσα, για πού τραβάς καραβάκι μου χάρτινο, για το χάρτινο φεγγάρι. Για τα χάρτινα ανθρωπάκια στη σειρά που βαστιούνται χέρι-χέρι, γιρλάντα στην τάξη του σχολείου, μ’αρέσουν τα παραμύθια τα χάρτινα, χάρτινη κι εγώ. Παίρνω μπογιές και χρωματίζω τα χάρτινα πανομοιότυπα ανθρωπάκια μου, άλλο κόκκινο, άλλο μπλέ, άλλο διάφανο, να περνώ από μέσα του να μη σταματώ σε κανένα τείχος από χρώμα. Μια λέξη σου, μια λέξη σου ανεμίζει ο ανεμοδείχτης, πάντα αυτήν σφυράνε οι αγέρηδες, μα δεν την ξέρω. Αν ψηλώσει κι άλλο η πορτοκαλιά, αν ξεπεράσει τα σύννεφα, θα την μάθω; Για μια λέξη σου μόνο, για αυτήν να ψηλώσω. Καίω στο τζάκι τα χάρτινα ανθρωπάκια, τρεμοπαίζουν νυχτολούλουδα από φωτιά, περιμένω μέχρι να σκαλίσω τις στάχτες, λάμψη καμιά, σκιά καμιά, τα πορτοκάλια άγουρα καταπράσινα, χάνονται ανάμεσα στα φύλλα, θα τα περιμένω να ωριμάσουν, να αστράψει το δέντρο πορτοκαλιές φλόγες, να τις γευτώ κατάσαρκα. Το σπίτι στρωμένο πορτοκαλανθούς παντού, δεν πρέπει να ψηλώσω, να γονατίσω μου πρέπει να τους μαζέψω στην ποδιά μου. Κοιτώ το καραβάκι του ανεμοδείχτη. Πορτοκαλανθούς φυσάει κατά τη ματιά μου. Πορτοκαλανθούς.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Σε μαύρο κι άσπρο-η ξωθιά


Η φωτεινή ξωθιά περπατούσε ανάλαφρα και άφηνε στη θαλασσινή αύρα, τις φυλλωσιές των δέντρων, τα σύννεφα, τα τιτιβίσματα των πουλιών, τις πατημασιές της. Μικρού ποδιού, σαν παιδιού, που δεν έχει μάθει ακόμα δα να πατάει, μονάχα να πετάει. Το ριζικό της τό’φερε να συναπαντήσει άλλη ξωθιά, σκοτεινή πες καλύτερα μάγισσα, φθονερή. Πετάριζε μια, δυο τρεις τις βλεφαρίδες να σηκωθούν αγέρηδες δυνατοί, φύσαγε άλλες τόσες με τα μάτια κεραυνούς και αστροπελέκια, ώσπου τις έσβυνε τις πατημασιές της άλλης της ξωθιάς, της φωτερής. Αυτή συνέχιζε να αφήνει ίχνη στους αφρούς των κυμάτων και στο φως των αστεριών και στα σκοτάδια της σπηλιάς της. Μηδέ στο τραγούδι του αυγουστιάτικου τζίτζικα δεν ξέχασε να πατήσει, ούτε στα μεγάλα μάτια της κουκουβάγιας ή στο λίκνισμα του μοναχικού φυκιού μέσα σε θάλασσα αμμουδερή. Όσο της έσβυνε τα ίχνη η ξωθιά του σκοταδιού, τόσο αυτή πετούσε σε τόπους πιο μακρινούς και πλιο ερημικούς. Στις αφέγγαρες νυχτιές, στη ματιά του νιόβγαλτου και στο βλέμμα του ετοιμοθάνατου γερόντου, στο τελευταίο ποτήρι του κρασιού και στο νερό από το ρυάκι που θα πιει το άγριο ζώο ξεθεωμένο από τη δίψα στην κάψα του μεσημεριού. Όπου και να πήγαινε, μα σε χαρά μα σε λύπη μα σε γλέντι μα στο γέλιο των παιδιών, εκείνη, η άλλη, την έβρισκε, τις ξέκανε τις πατημασιές της, θαρρείς πως ποτέ δεν είχε περάσει από κει, θαρρείς πως δεν υπήρξε. Απόκαμε κάποτε η φωτεινή ξωθιά, ξεθώριασε η λάμψη της έτσι που έψαχνε ολημερίς και οληνυχτίς κρυψώνες να σώσει τα πατήματα που άφηνε ξοπίσω της, είπε να σταθεί, να πάρει μιαν ανάσα, να πάψει για λίγο το χορό.

Στάσου ξωθιά μου, στάσου να σε δω να σε χαρώ, ακούει να θροϊζει μια φωνή στα σγουρά μαλλιά της. Στάσου να σε προκάνω.

Σάστισε, ποιος τάχα να την είδε, ποιες πατημασιές ν’ακολούθησε. Πού με βρήκες παλικάρι ψιθύρισε η ματιά της. Σβυστά τα χνάρια μου, δεν είναι τρόπος να με βρεις.

Έννοια σου και δε σβυστήκανε τα πατήματα σου, τα μάτια σβυστήκανε των αλλονών, μα εγώ πήρα το φλοίσβισμα του κυμάτου και τη μυρωδιά του χειμωνιάτικου βασιλικού και τη ρίζα του κυκλάμινου στην πέτρα, πήρα και φωσάκι από τη σκοτεινιά του βλέμματος της δίδυμης αδελφής σου, της σκοτεινής ξωθιάς. Και τά’κανα ξόρκι δυνατό, τά’κανα μαντζούνι για τη ματιά μου. Νά’μαι , σε θωρώ.

Καλώς τους το λοιπόν και σένα και τη δίδυμη αδελφή μου. Είπε και τον άγγιξε με τα ακροδάχτυλα στα μάτια για να την βλέπει για πάντα. Είπε και έδωσε σκοτάδι από τη φωτεινή ματιά της στη δίδυμη αδερφή της, σάρξ εκ της σαρκός της, να τηνε ευχαριστήσει που υπήρχε.

Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Η κούνια


Αιωρούμαι στην κούνια.
Εκείνη την παλιά στο εγκαταλελειμμένο πέτρινο σπιτικό πλάι σε περιοδικά και βιβλία εβδομήντα και βάλε ετών. Κάποτε λίκνιζε ένα μωρό. Ένα τρυφερό νανούρισμα ακούγεται. Το ξεκοιλιασμένο μπαούλο δίπλα με τα μισολυωμένα ρούχα κάποτε έκλεινε άρωμα από πράσινο σαπούνι και μωρουδίστικη φρεσκάδα.
Αιωρούμαι στην κούνια ή τραγουδάω το νανούρισμα;
Τα χρώματα στον τοίχο στρώματα. Άσπρο, κόκκινο, γαλάζιο. Διαλέγω το γαλάζιο. Διαλέγω το άσπρο. Διαλέγω το κόκκινο. Αιωρούμαι. Στις θέσεις των ανθρώπων, στα χρώματα, στις κούνιες. Κοιτώ ανάσκελα το ταβάνι, στέρεο τη μια, πιο κοντά πιο μακριά την άλλη. Κάποιο πόδι λικνίζει την κούνια. Το πόδι μου την λικνίζει. Τώρα δε βλέπω το ταβάνι. Βλέπω τη νέα ζωή στο λίκνο. Κύκλοι αέναοι και η θέση να αιωρείται από το ένα στο άλλο.
Από το ένα στο άλλο.

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

"Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;"

«Και πότε οι άνθρωποι δε θα προσμετρώνται ως απώλειες;
Πότε η παρουσία τους θα είναι εν τέλει πιο δυνατή από την απουσία τους;
Πότε το κλάμα θα είναι πιο δυνατό για το παρόν τους;»

Κυριακή μεσημέρι, άνοιξη με καλοκαιρινές μυρωδιές, η τριανταφυλλιά βαρυφορτωμένη να κρέμονται τα ρόδα της στην κρεβατίνα, πράσινα κυματάκια να σχηματίζουν τη θάλασσα στο βάθος των ματιών, οι δάφνες θεριεμένες και ακλάδευτες, η μουριά επιτέλους μέστωσε και χύνει τη σκιά της στο χώμα, τα σπασμένα κεραμίδια δεν χάσκουν πια, αλλάχτηκαν, το γατί μεγάλωσε, δεν σκουνταφλάει στα αγριόχορτα της αυλής, ο σκύλος γέρασε, δεν βλέπει πια καθόλου, πηγαίνει ψάχνοντας, μα παίζει σαν κουτάβι, τα κάρβουνα καταγής περιμένουνε τη σχάρα, τα παιδικά ποδηλατάκια φρενιάζουν στις αυτοσχέδιες ράμπες, τα κοντομάνικα, τα πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα, το κρασί κόκκινο, η τσίκνα ανακατεμένη με γέλια και τη μυρωδιά του καταβρεγμένου πεύκου, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ανοιχτό να φέρνει στη θύμηση τα κυριακάτικα μεσημέρια από τα μικράτα μας με τη φωνή του σπήκερ να παίζει μπάλα, τώρα δα ακούγεται ο Κεμάλ, τα πιτσιρίκια αφουγκράζονται και καβαλάνε τα σκουπόξυλα, περήφανα αραβικά άτια. Κάποιο φωνακλάδικο γλέντι κατηφορίζει την πλαγιά, χαμόγελα κατανόησης για τη φωναχτή του χαρά και η θάλασσα πράσινη όσο ποτέ.


Κοίτα, μου λες κατάματα χωρίς άλλη κουβέντα.

(Τώρα,
 που το ξέρουμε πως ζούμε το υλικό της μνήμης μας.
 Κοίτα, το παρόν
που συνειδητοποιεί εν τη τελέσει του
πως  θα μείνει ζωντανό στη μνήμη μας με κάθε λεπτομέρεια.
Κοίτα το παρόν
που θα ζωντανεύει μέσα μας όποτε το καλέσουμε
ή πιότερο όταν δεν το καλέσουμε,
αναλλοίωτο,
το παρόν που έμαθε να πετρώνει ).

Λέξεις δεν ειπώθηκαν, γιατί θα ήταν λίγες. Μα σε κατάλαβα, σε κατάλαβα, γιατί ήμουν εκεί και έβλεπα μαζί σου τον μυστικό μας θησαυρό. Άκουγα και έλεγα μαζί σου το συνένοχο «κοίτα» των κυνηγών του θησαυρού που έκθαμβοι τον ανακαλύπτουν γδαρμένοι και ματωμένοι μετά από πολλές περιπέτειες, με κόπο.

Σηκώνομαι και χύνω λίγο από το κρασί μου στο χώμα, σπονδή για τους συντρόφους που χάθηκαν καθ’οδόν στο κυνήγι του θησαυρού.

Σηκώνομαι και χύνω στο χώμα δάκρυα, που ανακάλυψα πότε το κλάμα γίνεται πιο δυνατό για το παρόν. Σου.

Δε με ρώτησες γιατί έκλαιγα. Ήξερες.


Για τη Μύρτιδα.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Το θεριό

Η γοργόνα της Μονής Σκαφιδιάς

Τα φοβόταν ο Γιάννης τα θεριά. Από μικρό παιδί. Άκουγε δίπλα στη χόβολη ιστορίες από τη γιαγιά του για δράκους που καταπίνανε ανθρώπους μαζί με τις ψυχές τους και φτύνανε και τα κόκκαλα, για καλικάντζαρους που σκούζανε για το μερί του γουρουνιού και μαγαρίζανε τα πάντα, για ξωθιές που κάτι αφέγγαρες νύχτες αρπάζανε τη φωνή του διαβατάρη που τον πήρε το βράδυ και δεν πρόκανε να φτάσει σπίτι του, παρά αργά, πολύ αργά, άλαλος. Και έτσι όπως τρεμόπαιζαν στο τζάκι οι φλόγες, έτσι τρεμόπαιζαν και οι σκιές, μα εκείνος σκιές δεν έβλεπε, μόνο δράκοντες χωρίς τη σκιά τους που ξεμυτίζανε από θεόρατα κάστρα και γελούσαν τόσο άγρια μέχρι που σβύνανε τ’αστέρια και αερικά που ήτανε άπιαστα, μα σε αρπάζανε δουλικό τους με το στανιό, άμα τα συναπαντούσες και γλυκόλαλες λάμιες, που σου ξεσκίζανε τις σάρκες πάνω που υπόσχονταν όμορφα νανουρίσματα. Η φωνή της μπάμπως του τρεμόπαιζε κι αυτή σιμά στις σκιές και τις έκανε ζωντανές, πιο ζωντανές, θαρρούσε πως θα ξεκολλήσουν από τον ασβεστωμένο τοίχο όλα τούτα τα θεριά και θα του χιμήξουν.

Το φυλλοκάρδι του τρεμόπαιζε κι αυτό και πα στην ταραχή του έβλεπε κι άλλα θεριά στις σκιές, που δεν τά΄λεγε η μπάμπω, δικά του. Κάτι γοργόνες με φτερά που σηκώνανε αέρηδες φοβερούς τέτοιους που παίρνανε μακριά τη θάλασσα και γκρεμοτσακίζονταν τα καράβια στους άπατους στεγνούς βυθούς. Κάτι λιοντάρια με κεφαλή γυναίκας μακρυμαλλούσας, με μάτια φιδίσια που άμα πιάνανε το βλέμμα σου σε κάνανε άγαλμα ασπρουδερό, πιο ασπρουδερό και από τα πολυκαιρισμένα κόκκαλα. Κάτι νεράιδες ψηλόλιγνες πολύ σα κυπαρίσσια που αντί να θροϊζουνε χορεύανε κάθε που φύσαγε το αγέρι, μα τα πόδια τους ήταν ρίζες και άμα έκανες πως σίμωνες, ρίζωνες και συ παραδίπλα στο δάσος με τα μαύρα κυπαρίσσια, να ψηλώνεις να ψηλώνεις μα τα αστέρια να μη τα φτάνεις καταπώς έπρεπε για να λυθούν τα μάγια.

Η μπάμπω του όμως έλεγε και για ήρωες. Κάτι παλικάρια που δε φοβόντουσαν και ορμούσαν με τα σπαθιά τους και το μυαλό τους και μακέλευαν τα τρομερά θεριά που ποτέ δε νικούσαν. Κάτι παλικάρια που αστράφτανε στον ήλιο, κάτι Γιάννηδες λεβέντες-άλλοι Γιάννηδες αυτοί, σκεφτόταν κουκουλωμένος στο τρεμάμενο φυλλοκάρδι του-, κάτι σιδεροφάδες, κάτι κοπελούδες σαν την κυρά-Βδοκιά τη βυζαντινή αρχόντισσα που είχε σκοτώσει μονάχη ούτε ένα ούτε δυο, μα σαράντα δράκους φορώντας τα μαύρα της τα ρούχα και κουβαλώντας μαζί τα χρυσά για τη χαρά. Εκείνος όμως συνέχιζε να φοβάται τις σκιές ακόμα και όταν τέλειωναν τα παραμύθια. Κουκουλωνόταν κάτω από τη βαρειά φλοκάτη και μονάχα τότε θαρρούσε πως σωζόταν και σύχαζε λιγάκι και ηρεμούσε η ανάσα του. Μα το κορμί του μια κουβάρα έμενε μέχρι που χάραζε ο ήλιος και δεν έκαναν πια σκιές οι φλόγες στους τοίχους και τα ταβάνια.

Έπειτα μεγάλωσε. Πήγε σχολειό και εκεί του λέγανε άλλα παραμύθια για κάποιον Αχιλλέα που δεν ήξερε μαθές τι θα πει φόβος, για κάποιον Οδυσσέα που δε φοβήθηκε τον Κύκλωπα μηδέ την Κίρκη, μηδέ εκατόν τόσους μνηστήρες ή την Πηνελόπη την ίδια. Για κάποιον Ερωτόκριτο που δε φοβήθηκε μήτε την Αρετούσα τη βασιλοπούλα μήτε τον Κυπρίδημο το γενναίο βασιλόπουλο, ούτε και άλλον κανένα. Και ιστορίες για κάποιον Λεωνίδα που δε νοιάστηκε για τα μιλιούνια τους οχτρούς που πέφτανε απάνω του, μονάχα τη μάνα του φοβόταν, που του άφησε ευκή και κατάρα μην τύχει και φοβηθεί μπροστά στον εχτρό και λακίσει. Και άλλους πολλούς. Παλαιολόγους και Κολοκοτρώνηδες και Αθανάσιους Διάκους που μήτε ωχ δε βγάλανε, ακόμα και γυναίκες Μπουμπουλίνες. Μα εκείνος συνέχισε να φοβάται και να χαμηλώνει το βλέμμα μπας και τύχει να δει τίποτε σκιές να τρεμοπαίζουν στους τοίχους του σχολειού πάνω από την εικόνα της Παναγιάς.

Έπειτα μεγάλωσε κι άλλο. Έβαλε κουστούμι, η μπάμπω είχε πεθαίνει από καιρό, στο σπίτι του είχε καλοριφέρ, το άλλο σπίτι στο χωριό είχε μισογκρεμιστεί, το ξυπνητήρι χτύπαγε κάθε μέρα πλην Σαββατοκύριακου στις επτά το πρωί, διάβαζε ανελλιπώς τα μπεστ σέλλερς, είχε φίλους που πήγαινε μαζί τους σινεμά και σε κανένα μπαράκι, είχε εργοδότη με γραβάτα, ένα ωραίο αυτοκίνητο και ένα λάπτοπ που κουβαλούσε πάντα μαζί του, έπαιζε τέννις και άκουγε καλή μουσική, πότιζε και κούρευε ανελλιπώς τα δυο τετραγωνικά γκαζόν, ξεπάτωσε τη μουριά που γέμιζε την αυλή μούρα, έκανε μεγάλα μακροβούτια στην πισίνα. Μα τα βράδυα, όταν έπεφτε να κοιμηθεί πάντα μαζευόταν κουβάρι κάτω από το πάπλωμα να μη βλέπει να τρεμοπαίζουνε οι σκιές από τις φλόγες στους τοίχους, η φωνή της μπάμπως του και τα φυλλοκάρδια του.

Έπειτα μεγάλωνε κι όλο μεγάλωνε κι όσο μεγάλωνε τόσο ξεθάρρευε και έβγαζε το κεφάλι λιγάκι έξω από τα κλινοσκεπάσματα να κρυφοκοιτάξει μπας και περάσουν τίποτε σκιές από στοιχειά στους αντικρινούς τοίχους. Μα σκιές δεν έβλεπε πια μήτε και στοιχειά και έπαιρνε θάρρος ίσαμε να ξημερώσει, τότε που ζωνόταν το ξύλινο σπαθάκι του και έκανε στο φως της μέρας πως σκοτώνει μεμιάς δράκοντες εκατό. Παιδί ζωνόταν το σπαθάκι και κάρφωνε τον αέρα της μέρας ατρόμητος, γιατί τό’ξερε πως τότε το μπορούσε, κι ας ντρεπόταν καμιά φορά μην τον πάρουν χαμπάρι τα άλλα παιδιά και τον περιγελάσουν, ε Γιάννη, τη νύχτα να σε δούμε βρε, τη νύχτα τη μαύρη κι άραχνη να τα βάζεις με τα στοιχειά.

Τώρα που παραμεγάλωσε πάλι σπαθάκι ξύλινο ζωνότανε τη μέρα να παριστάνει το νταή, άλλο σπαθάκι ετούτο, που έκανε πέρα μεμιάς ό,τι χαρχάλευε μέσα του τις νύχτες, όλες του τις αδυναμίες, όλα τα όχι που είχε πει από φόβο για την πλήξη, για τη μισή αλήθεια μέσα του-πες ψέμα καλύτερα-, για το ξεβόλεμα από την εικόνα που είχε χτίσει νύχτα τη νύχτα τόσα χρόνια, θεριό το θεριό. Όλα τα ναι που είχε πει πάλι από φόβο ότι θα χάσει τα παράσημα του γενναίου πολεμιστή, του ερωτύλου, του πολιτικοποιημένου, του δουλευταρά, του κονομημένου, του αποκαταστημένου, του ψαγμένου. Πες πες τό΄χαψε το παραμύθι του πως θεριά δεν υπάρχουν, πάει νενίκηκα σκεφτόταν, θα τεντώσω το κορμί μου και θα βγάλω το κεφάλι έξω από το πάπλωμα. Στοιχειά δεν υπάρχουν πια, τα νίκησα μονάχος, νύχτα δε με φοβίζεις κι η μπάμπω πού’λεγε τα παραμύθια δε ζει, κι εγώ έγινα ο Γιάννος, το αντρειωμένο παλικάρι. Τό’πε και τό’κανε. Ξεμύτισε με θάρρητα από τα πολλά του λόγια και στήλωσε τα μάτια στον απέναντι τοίχο, άσπρος κάτασπρος σαν το μπερντέ του Καραγκιόζη, μα παράσταση καμμιά. Το λοιπόν τα ξέκανα τα θεριά, σκέφτηκε και πήρε να γλεντάει μοναχός.

Μοναχός ήταν κι όταν τον είδε. Το δράκοντα τον πελώριο, πιο μεγάλο δεν είχε ματαδεί, με μάτια κόκκινα από την ξαγρύπνια, σερνάμενο πίσω από το μπερντέ, γίγαντα σωστό που χιμούσε να τον φάει με τα δόντια ξέσκεπα και τα νύχια γαμψά και γένια μέχρι τη μεγάλη του κοιλιά γιομάτα ξερά φύλλα και χαλίκια και μαλλιά άγρια και μπλεγμένα και μακριά μέχρι την πλάτη τη γυμνή και ρουθούνια που παίζανε από θυμό και πείνα. Τον είδε τον εαυτό του καθαρά, πιο καθαρά δε γινόταν. Το μεγαλύτερο απ’όλα τα θεριά του. Πού’σαι μπάαααμπω μου να  μου πεις για τα στοιχειά σου τα άκακα... Απόκριση καμιά. Η μπάμπω δε ζούσε πια και τζάκι στο σπίτι του δεν υπήρχε να κάνει τις σκιές από τα παραμύθια της να τρεμοπαίξουν.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Ο συγγραφέας και ο αναγνώστης

Συνέχεια του παιγνιδιού «Πες μου μια ιστορία δίχως τέλος» από το blog Αστροπίνα με καταληκτική φράση: «Μην κρίνετε ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του»

Σκοπός και οδηγίες του παιγνιδιού

Ένα βιβλίο. Και ένας αναγνώστης. Ένας υποψήφιος αναγνώστης. Η στιγμή που παίρνει το βιβλίο στα χέρια του. Το στριφογυρίζει ταλαντευόμενος. Περιεργάζεται το εξώφυλλο. Ίσως, αν κρίνει κανείς από αυτό, να μην είναι κακό το ανάγνωσμα. Αρχίζει να το ξεφυλλίζει. Προβλέψιμο. Επιμένει ο αναγνώστης. Θέλει να έχει τη χαρά πως κάνει λάθος. Πως το προσφερόμενο ανάγνωσμα που ξεδιάλεξε από το σωρό δεν είναι προβλέψιμο. Ηδονίζεται στη σκέψη πως έχει πέσει έξω αυτή τη φορά. Βαρέθηκε να έχει πάντα δίκιο και να αναγκάζεται να προσπερνά τα βιβλία με μια ματιά. Έχει αρχίσει να του δίνει στα νεύρα η αλαζονεία του που ποτέ δεν του τρίβεται στη μούρη. Δυστυχώς για τον αναγνώστη, αρκεί να δει το εξώφυλλο, αρκεί να φυλλομετρήσει έστω τις πρώτες σελίδες για να επιβεβαιωθεί η άποψή του. Το παίρνει αποφασισμένος να αποκαθηλώσει την αλαζονεία του παρά τις αντίθετες ενδείξεις. Το κουβαλάει με αποφασιστικό βήμα μέχρι το ταμείο. Εύχεται να είναι καλό ή κακό το βιβλίο, αλλά πάντως το αντίθετο από αυτό που ήδη είχε καταλάβει.

Έπειτα, έπειτα, σκέφτεται με το βιβλίο προσεκτικά τοποθετημένο και κρυμμένο στη νάυλον σακούλα του βιβλιοπωλείου, υπάρχει και ο συγγραφέας. Μπορεί να είναι δολερός, να χρησιμοποιεί το εξώφυλλο για να πουλήσει. Όχι, όχι τέτοιους, παραείναι βαρετοί. Αυτούς τους απορρίπτει χωρίς δεύτερη σκέψη, δεν πρόκειται να χαλαλίσει την ωραία του θέση στην πολυθρόνα και την όμορφη ώρα που βυθίζεται στην ανάγνωση για τέτοιες περιπτώσεις, όση διαφήμιση και αν τους έχει κάνει ο εκδοτικός οίκος. Τους άλλους συγγραφείς σκεφτόταν, καθώς περπατούσε προς τη στάση του λεωφορείου και ζύγιζε το βάρος του αθέατου βιβλίου στη σακούλα. Αυτούς που πιστεύουν πως τα γραπτά τους είναι σημαντικά. Για τους ίδιους έστω. Αυτούς που μπορεί από την οπτική του αναγνώστη να είναι μικροί, προβλέψιμοι, μπερδεμένοι, ελλιπείς, αισχροί, αλλά είναι ικανοποιημένοι και συνεπείς με τον εαυτό τους. Δεν αξίζουν αυτοί οι ειλικρινείς μια δεύτερη ευκαιρία, μια ευκαιρία σωτήριο πλήγμα για την αλαζονεία του αναγνώστη που βαρέθηκε επιτέλους να προβλέπει το βιβλίο από το εξώφυλλο, άντε και τις πρώτες σελίδες και να πέφτει μέσα;

Κόσμος πολύς τον έσπρωχνε για να μπεί στο λεωφορείο κι αυτόν και την σακούλα με το πολύτιμο βιβλίο, την ελπίδα του για ανατροπή της αλαζονικής προβλεψιμότητας. Άλλα εξώφυλλα κι αυτοί, σκεφτόταν, ποιο να πρωτοκοιτάξει κανείς. Έκανε τον κόπο και κοίταξε μερικά από τα εξώφυλλα των ανθρώπων στο λεωφορείο, λιγότερο προβλέψιμα αυτά από τα βιβλία. Πρόλαβε να αντιληφθεί ότι το ίδιο τον κοιτούσαν μερικοί και από τους στριμωγμένους συνεπιβάτες. Ναι, εδώ, στο λεωφορείο γίνομαι και εγώ εξώφυλλο, περιέχω μια πορεία ζωής, το παρελθόν μου, το παρόν μου και τη δυναμική του προβλέψιμου για κάποιους, απρόβλεπτου κάποτε για μένα μέλλοντός μου, όλα γραμμένα στο εξώφυλλό μου, στη φάτσα μου, στο πρόσωπό μου, στις κινήσεις μου, στον τρόπο που κοιτάζω. Οι ελάχιστοι αναγνώστες μου, με θεωρούν προβλέψιμο άραγε, κι αν ναι πόσο δίκιο έχουν από την οπτική τους;

«Εξαρτάται από την οπτική», πιάνει μια μισοσβυσμένη φράση από κάποιο ζωντανό βιβλίο, έναν επιβάτη στριμωγμένο όπως και ο ίδιος. Μα δεν κατάλαβε ποιον. Οιωνός, μεταφυσική, τι στο καλό, τέτοια σύμπτωση να λάβω απάντηση χωρίς να ρωτήσω φωναχτά, αναρωτήθηκε εκστασιασμένος ο αναγνώστης. Τέτοια σύμπτωση, σκέφτεται αμέσως και χαμογελά, σαν και μένα πόσοι κάνουν παρόμοιες σκέψεις. Αυτό ανακούφισε λιγάκι την οδύνη του για την έπαρσή του, που όλο να τη γκρεμίσει προσπαθεί και όλο με γεμάτα τρόμο και απογοήτευση μάτια αποτύγχανε, όλο επιβεβαιωνόταν. Κρυφοκοίταξε με ελπίδα το βιβλίο που τον βάραινε πια τόση ώρα όρθιος στη σακούλα. Μπορεί και το εξώφυλλο να τον διέψευδε επιτέλους. Μπορεί να έλεγε διαβάζοντας την τελευταία γραμμή του, Μην Κρίνετε το Βιβλίο από το Εξώφυλλο. Αμήν.

Πλησιάζει στον προορισμό του. Αφήνει τους ανθρώπους εξώφυλλα, εξώφυλλο κι ο ίδιος, αδιαφορεί, και κατεβαίνει από το λεωφορείο. Δε βλέπει την ώρα να θρονιαστεί στην πολυθρόνα του και να αρχίσει την ανάγνωση. Την προβλέψιμη. Που ποθεί να είναι απρόβλεπτη. Για να μην λυπάται το συγγραφέα, που θεωρεί για τον εαυτό του ότι είναι απρόβλεπτος. Όπως και κάθε ειλικρινής συγγραφέας. Θυμήθηκε τις φάτσες στο λεωφορείο, μια φάτσα και ο ίδιος. Πρόσωπα καλύτερα, χαμογέλασε με ανθρωπισμό για τους άλλους και τον εαυτό του. Συγγραφείς και αναγνώστες όλοι σε εναλλάξιμους ρόλους. Για να μη λυπάται τον εαυτό του που πέφτει πάντα αλαζονικά μέσα στις προβλέψεις του.

Βάζει τις αναπαυτικές του παντόφλες και βυθίζεται στην αναπαυτική του πολυθρόνα, μη νιώθοντας καθόλου αναπαυτικά με το προβλέψιμο βιβλίο στα χέρια που επιμένει να καταστήσει απρόβλεπτο. Αρχίζει να το διαβάζει, οι πρώτες σελίδες πρωτότυπες. Χμ, κουβαριάζεται στην πολυθρόνα του, δεν είναι πια αναπαυτική όπως πρώτα, κι όμως χαίρεται. Μην ξεχνάς, μην ξεχνάς ψιθυρίζει στον εαυτό του ο αναγνώστης, ο συγγραφέας είναι αυθύπαρκτος και ευτυχής ή δυστυχής, είναι ειλικρινής, πιστεύει πως είναι μοναδικός, πως ανακαλύπτει τον τροχό, και πράγματι τον ανακαλύπτει για τον εαυτό του, σεβάσου τον, μην κλείνεις το βιβλίο, είναι συγκινητικός στην άγνοιά του, αναρριχάται σε ύψη, καταβυθίζεται σε βάθη, προχωράει με αγώνα, μην κλείσεις ακόμα το βιβλίο, μην του πεις πως είναι ό,τι δείχνει το εξώφυλλο.

Ο αναγνώστης συνέχισε τελικά το βιβλίο. Στο τέλος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν το έκανε επειδή ήθελε να καταφέρει πλήγμα στην αλαζονεία της γνώσης του ή από λύπηση για την άγνοια του συγγραφέα. Συνέχισε και το επόμενο βράδυ, και το μεθεπόμενο. Παραλίγο να ξεχάσει τη γνώση του για το ποιόν του αναγνώσματος, γιατί είδε λίγο τον εαυτό του στη θέση του τελούντος εν αγνοία της κατάστάσής του συγγραφέα. Δέχτηκε να παίξει για λίγο το παιγνίδι του. Παγιδεύτηκε σε αυτό. Διψούσε, αλλά δε σηκώθηκε από την πολυθρόνα να πιεί νερό. Ρούφαγε άπληστα τις σελίδες μέχρι που έχασε καθηλωμένος την κρίση του. Η δίψα του τον έκαιγε. Να σηκωθεί ή να γυρίσει σελίδα; Και αν στην επόμενη σελίδα επιτέλους το βιβλίο τον εκπλήξει; Κι αν αποδειχτεί ότι πράγματι δεν πρέπει να κρίνει το βιβλίο από το εξώφυλλό του; Κι αν επιτέλους, σκέφτηκε με ανακούφιση, η αλαζονική μου γνώση γκρεμιστεί; Γύρισε μερικές σελίδες ακόμα ενώ είχε ήδη αρχίσει να κρυφοκοιτάζει τους κλασσικούς στη βιβλιοθήκη, που όσες φορές και να διάβαζε, πάντα θα του έλεγαν κάτι καινούριο, κάτι που δεν γνώριζε.

Γύρισε άλλη μια σελίδα με τεταμένη την προσμονή. Σηκώνεται από την πολυθρόνα. Κλείνει με θλίψη το βιβλίο. Ήταν και αυτό προβλέψιμο. Το ξανανοίγει πηδώντας μερικές σελίδες. Το ξανακλείνει με οργή. Όχι για τον συγγραφέα. Για τον εαυτό του. Που ηλιθιωδώς επέμενε να δίνει μια ακόμα σελίδα ευκαιρία στο προβλέψιμο ανάγνωσμα.

Έκανε μερικά βήματα προς το σκουπιδοντενεκέ, καθώς σκεφτόταν, τι είναι τελικά προτιμότερο, η αισχρότητα της άγνοιας του συγγραφέα ή η ηλιθιότητα της γνώσης του αναγνώστη;

Κοντοστάθηκε. Δε βαριέσαι, σκέφτηκε με επίγνωση της ηλιθιότητας της γνώσης του αυτή τη φορά, όσο και της αισχρότητας της άγνοιας του συγγραφέα. Όλοι εναλλάξ συγγραφείς και αναγνώστες είμαστε, όλοι. Τράβηξε προς τη βιβλιοθήκη, στα πιο ψηλά ράφια.

Ναι, ξανασκέφτηκε, αλλά όχι όλοι καταναλωτές συγγραφείς και αναγνώστες.
Καταναλωτές. Τoν κατανάλωσε το βιβλίο. Τoν χρησιμοποίησε για να αποκτήσει αναγνώστες. Εν αγνοία του, σίγουρα. Ε, και, αυτό θα το σώσει από τα σκουπίδια;
Καταναλωτές. Το κατανάλωσε το βιβλίο; Κι όμως προσπάθησε, μέχρι ηλιθιότητας για το αντίθετο κι ας ήξερε από το εξώφυλλο το τέλος.

Έξαλλος ο αναγνώστης, δεν άντεξε, γύρισε πάνω από τον κάδο στην τελευταία σελίδα. Είδε το τέλος. Ακριβώς όπως το είχε προβλέψει.

Χαλάρωσε. Τουλάχιστον δεν το διάβασε όλο...