Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

sms-σε τόνο αντιποιητικό και πένθιμο


-Πάμε στην πορεία!
-Den mporw mwre, eimai me mia pareoula kai trwme…


Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί κι εμείς γελούσαμε

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Απόγνωση

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

"Μες στο κενό θησαύριζα και τώρα πάλι μες στους θησαυρούς μένω κενός"

"Μες στο κενό θησαύριζα και τώρα πάλι μες στους θησαυρούς μένω κενός"
Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη

Και τι να γράψει κανείς σε μια εποχή γεμάτη θησαυρούς, σε μια εποχή που το ιστορικό γίγνεσθαι μοιάζει με λευκό νάνο, νεκρό αστέρι που συρρικνώθηκε τόσο,  ώστε η πυκνότητα του λίγο λείπει να το οδηγήσει στην έκρηξη;
Μήπως για ατομικά συναισθήματα, μικρές ιστορίες και περιπτωσιολογίες;
Μήπως για την ουτοπία ή έστω τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας για μια νέα ιδεώδη εποχή;
Μήπως για τη γαλλική επανάσταση που έφερε το Ναπολέοντα ή την οκτωβριανή που έφερε το Στάλιν;
Μήπως για την έξοδο;
Ποια έξοδος υπάρχει που να μην είναι αφελής; 
Ποια;

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Κ.Κ. 13 ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαϊωάννου

Κ.Κ. 13 ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαϊωάννου-ερμηνεύει ο Γιάννης Παλαμίδας

Κι όμως είχε κάτι ακόμα να πει ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Ανασυρμένος από τα βάθη μιας μνήμης εφηβικής αναγνωσμάτων του παρελθόντος, ήρθε στο φως με νέα ενδύματα, δύσκολα αναγνωρίσιμος, όμως ο στίχος ήταν εκεί, ο ίδιος κι απαράλλαχτος, η ίδια συγκίνηση, όχι νοσταλγική από γρατζούνισμα της μνήμης, συγκίνηση νέα, λέξη τη λέξη που ξαφνικά αυτονομήθηκε, κάθε λέξη βαρειά μες στο δικό της σύμπαν, μαύρη τρύπα που καταπίνει τον εαυτό της να γεννηθούνε αστέρια, κάθε λέξη του μικρού ποιήματος διεστάλη να αντέξει το βάρος της, τώρα, μετά από τόσα χρόνια σκόνης πάνω της στο ξεχασμένο ράφι της βιβλιοθήκης, βλέπω πόσο βαρειά ήτανε η συγκίνηση για τα ποιήματά του, που τώρα πια φαίνεται λέξη τη λέξη.

Αστοχίες πέραν τούτου ένα σωρό, από τη συνθέτρια, τον ερμηνευτή, τον χορευτή με την ιδιότητα του σκηνοθέτη εδώ. Η μανιέρα του ερμηνευτή ακόμα κι εκεί που δεν ταιριάζει να αποπροσανατολίζει, η μουσική της συνθέτριας να επαναλαμβάνεται σε κάθε στίχο χωρίς να εξελλίσσεται, και άλλα, και άλλα, αλλά όλα αυτά μαζί δεν πτοούν τη λέξη του στίχου, σηκώνεται, τινάζει τη σκόνη και συνεχίζει με ή χωρίς εμάς, ιδεώδης, όπως θα την ήθελε ο  Κωνσταντίνος Καβάφης.

Η Λένα Πλάτωνος έμοιαζε εγκλωβισμένη στη μουσική της χωρίς δυνατότητα να την πάει πιο πέρα, να δώσει κάτι καινούριο. Όχι με την ανάγκη μιας πρωτοτυπίας για την πρωτοτυπία, αυτής που είναι προκάλυμμα της στατικότητας, αλλά του αληθινά νέου που πατάει στο παλιό, του αληθινά πρωτοποριακού χωρίς αναμασήματα της παλιάς δημιουργικότητας. Πάντως έμεινε συνεπής ως προς το αγαπημένο χρώμα της, το φυλακισμένο άσπρο.

Ο Γιάννης Παλαμίδας, περιχαρακωμένος κι αυτός στην παγιωμένη φωνητική μανιέρα του Σαμποτάζ, άφηνε την εξαίσια γκάμα της φωνής του να σαμποτάρει πολλούς στίχους του Καβάφη επιμένοντας στους παλιούς πλην όμως εν πολλοίς αταίριαστους εδώ εκφραστικούς του τρόπους. Ειρωνεία εκεί που θα έπρεπε να περνάει συμπόνοια, επιφανειακή παιδικότητα εκεί που θα έπρεπε να αποδίδει με την ερμηνεία του αθωότητα.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, όσο χαρισματικός κι αν είναι, θυσίασε εδώ το βαθειά ερωτικό πνεύμα πολλών Καβαφικών στίχων περιορίζοντας το σε ομοφυλοφιλικό. Όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι κανείς, δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί οι ερωτικές επιλογές του Καβάφη πρέπει να περιορίζουν τόσο εμμονικά την ευρύτητα της ποίησής του, και τι σχέση μπορεί να έχουν με τη διαχρονική αξία του έργου του οι προσωπικές επιλογές του ποιητή. Ποιον αλήθεια αφορά κάτι παρακάτω και μονόπλευρο από τον Έρωτα στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη; Κι ακόμα περισσότερο συλλογάται κανείς ότι η πρόκληση συνήθως αποπροσανατολίζει και πουλάει. Όμως το ζητούμενο είναι η πρόκληση που θα σπάσει το κουκούτσι για να φτάσουμε στον πυρήνα και όχι η πρόκληση που θα τραβήξει το βλέμμα μας μακριά και από κουκούτσια κι από πυρήνες. Στα λοιπά όμως ποιήματα που σκηνοθέτησε, κατάφερε, αν κανείς ξέφευγε από την περιορισμένη σκηνοθετική του ματιά στα ερωτικά, να αναδείξει τον Καβαφικό στίχο με τρόπο που του ταιριάζει.

Ο Καβάφης παρά τις όποιες αστοχίες κατάφερε να είναι παρών. Να μην χαθεί εξαιτίας τους. Ίσως τελικά μόνον και μόνον για αυτό άξιζε να τιτιβίσει κανείς στο τέλος της συναυλίας, αν και πιο χαμηλόφωνα από περασμένους καιρούς.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου

Σήμερα άρχισα να διαβάζω τα παραμύθια μου στα παιδιά μου. Δεν τους είπα πως είναι δικά μου, ούτε πως τα έγραψα για κείνα όταν ήταν μωρά της αγκαλιάς. Ντράπηκα. Και φοβήθηκα πως μπορεί να μην τους αρέσουν ή να μην τα καταλάβουν κιόλας, έτσι μικρά που είναι.
Πρώτη φορά τα είδα τόσο προσηλωμένα. Δεν πήγαιναν με κανέναν τρόπο να κοιμηθούν. Απαιτούσαν να τελειώσει το παραμύθι, όσο μεγάλο κι αν ήταν. Τα μουτράκια τους αστράφτανε, παρόλο που νυστάζανε. Με συμπληρώνανε, προσθέτανε, ρωτούσανε, φαντάζονταν τη συνέχεια, συνδέανε φράσεις με πίνακες, με στίχους, σηκώνονταν να μιμηθούν τους ήρωες, άνοιγαν διάπλατα τα ματάκια τους.
Έπαψα να φοβάμαι να τους τα διαβάσω.
Θα μάθουν άραγε ποτέ πως με την αθωότητά τους με έκαναν να πιστέψω πως αυτά τα παραμύθια πράγματι ισχύουν και για μένα, πράγματι τα αγαπώ, κι όχι μονάχη, μα μαζί τους;
Αν η ευτυχία έχει χρώμα, τότε είναι κόκκινη σαν τα αναψοκοκκινισμένα μαγουλάκια τους, όταν με ακούγανε.
Αν έχει βλέμμα, τότε έχει το βλέμμα μου την ώρα που έβλεπα να τα συνεπαίρνουν τα παραμύθια μου.
Αν έχει ήχο, τότε ευτυχία είναι οι σιωπές τους όταν βαθειά μέσα τους ένιωθαν κάποιο νόημα του παραμυθιού.
Αν η αλήθεια έχει όνομα, τότε λέγεται παραμύθι. Το παραμύθι που δεχόμαστε να παίξουμε. Και παίζουμε.
Δεν τους είπα, ούτε στο τέλος πως είναι δικά μου τούτα τα παραμύθια. Γιατί είναι δικά τους. Τα κάνανε δικά τους.

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Μικρά και ακατανόητα

Όταν κοιτάς κατάματα τον ήλιο, τα χρώματα ξεθωριάζουν μέχρι που χάνουν την αξία τους, την υπόστασή τους, όλα γίνονται ένα γαλακτερό άσπρο, θαμπό να σε τυφλώνει, να μην μπορείς να διακρίνεις το διαφορετικό, πες μαύρο καλύτερα που περιέχει όλα τα χρώματα. Τα μάτια μισοκλείνουν να εμποδίσουν το παραπάνω, ανακλαστική κίνηση, επιβίωση το λοιπόν, μα παρ’όλα αυτά διακρίνεις ένα εκτυφλωτικό φως που σε εμποδίζει να δεις.
Έπειτα στρέφεις παρακεί το βλέμμα, στην αρχή βλέπεις μαύρες κηλίδες στο εκκωφαντικό άσπρο που κάνουν κύκλους σαν φράκταλς, η περιοδικότητα του ακανόνιστου. Μπερδεύεσαι και θαρρείς πως είναι βρωμιές στο λευκό σου σεντόνι, έπειτα θαρρείς πως είναι νησιά στη θάλασσα που ναυάγησες, επιτέλους στεριά, φαντάζει τυχαία η κατανομή και η ύπαρξη των σωτήριων νήσων. Και μετά σκέφτεσαι πως και τα φράκταλς αν τα δεις από πολύ κοντά δεν αντιλαμβάνεσαι αμέσως την επαναληπτικότητά τους, σου φαντάζουν εξαιρετικά μοναδικά και περίπλοκα. Και είναι, πλην όμως αυτό δεν αποτρέπει μια πανομοιότυπη επανάληψή τους στο διηνεκές.
Μετά, μετά σκέφτεσαι πως είναι θέμα οπτικής και διεσταλμένης κόρης το τι θα δεις. Μια ανεπαίσθητη κίνηση, λίγο πιο δω, λίγο πιο κει και βλέπεις κάτι τελείως διαφορετικό. Ένα ανακλαστικό πετάρισμα των βλεφάρων και η εικόνα αλλάζει.
Μετά, άλλο μετά αυτό, φαντάζεσαι πως είσαι εσύ η εικόνα, όχι πια το βλέμμα το μετατοπιζόμενο. Σκέφτεσαι πως σε σημαδεύει η διόπτρα νυχτός. Πως είσαι μέσα στο σκόπευτρο. Σταυρός κέντρο. Μπουμ. Ετυμηγορία. Μια περιορισμένη οπτική εξ ανάγκης, όπως εξάλλου ήταν και η δική σου περιορισμένη, και πώς αλλιώς; Ο σκοπευτής αλλάζει λίγο στάση, πιάστηκε, βαρέθηκε στην ίδια θέση, μετατοπίστηκε. Η ακινησία ταιριάζει στους νεκρούς. Οι ζωντανοί κουνιούνται. Μπορεί να ξαναδείς το στόχο σου, κεντράρεις στο σταυρόνημα, μα φυσάει αεράκι ή ένα κουνούπι σε ενοχλεί, αλλάζεις πάλι, νά’τος ο στόχος από άλλη οπτική γωνία ή μπορεί και να μην τον βλέπεις πια στο σκόπευτρό σου. Μπερδεύεσαι, διαβάζεις ποίηση, οι μεγάλοι ποιητές πάντα μπορούν με μαγικό τρόπο να ρίξουν λίγο φως στα όσα ακατανόητα σε τριβελίζουν ή ακούς μουσική ένα ζεστό μεσημέρι εγκλωβισμένος στην κίνηση, στο στεγανό σου κουβούκλιο με το αιρ-κοντίσιον ανοιχτό, τέρμα η ένταση, μα δεν είναι θέμα έντασης, διαπιστώνεις άμεσα, είναι θέμα πολυχρωμίας του συνθέτη, είναι θέμα γκάμας του άρρητου που θα πιάσουν οι νότες. Το βλέμμα σου λυώνει ανεστίαστο επιφανεικά κάπου ανάμεσα σε στίχους και νότες, οι μνήμες δεν εξοστρακίζονται ούτε και έτσι, μα είναι τόσο πολλές, όσες και οι άπειρες οπτικές σου.
Και να σκεφτείς ότι όλοι σχεδόν γύρω σου το ίδιο κάνουν εγκλωβισμένοι στα αυτοκίνητά τους το καλοκαιριάτικο τούτο μεσημέρι με τον ήλιο να ξεθωριάζει τα χρώματα. Χαμογελάς με κατανόηση για τον εαυτό σου και τους άλλους, μια πτήση σε περιμένει καθ΄οδόν για το αεροδρόμιο, δε σε μέλει αν θα την προλάβεις, ξέρεις ότι ένα κλικ παρακεί αλλάζεις οπτική. Κοιτάς πάλι το εκτυφλωτικό άσπρο του μεσημεριάτικου ήλιου που ισοπεδώνει όλα τα χρώματα, όλα. Ξανακοιτάς, εκτός από το κόκκινο. Κόκκινο ήταν το πουκάμισο σου αγάπη μου όταν ζούσες μέσα μου.

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Λαγονήσι, Σάββατο 29 Μαϊου 2010

Γυρνάω σπίτι μετά από από λίγα ποτήρια κρασί, ώρες που κάνουν τους ανθρώπους να βλέπουν πιότερο τα κοινά παρά τις διαφορές. Ώρες όμορφες, ζέστες καλοκαιριάτικες στα τέλη του Μαϊου, το φεγγάρι λίγο λείπει να μοιάζει με πανσέληνο, το αεράκι να φέρνει τα τελευταία ανοιξιάτικα αρώματα, τα μωρά κοιμούνται γαλήνια, κάτι όμορφο ανθίζει στα μάτια και στα χείλη, πάνω που ένας κόμπος το φέρνει στην άκρη του βλέμματος...πάνω στην τόσο πολύτιμη αυτή στιγμή, ο διόλου πια αστάθμητος παράγοντας, το σύνηθες που δε συνηθίζεται, οι γείτονες που εμμένουν κάθε σαββατόβραδο να προσηλυτίζουν στη μουσική τους παιδεία κάθε άλλον που τυγχάνει να ζει στα δύο χιλιόμετρα ακτινωτά, δε θέλω, δε θέλω να ακούω σκυλάδικα μέχρι τις πέντε το πρωί, ούτε τη λάιτ εκδοχή του ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας στη διαπασών, άλλα εννοούσε ρε γaμώτο ο Δαμιανός, όχι αυτό, εκείνο είναι που πιότερο με ενοχλεί, παρά ο θόρυβος που θέλοντας και μη εισβάλλει στο μυαλό και δεν αφήνει χιλιοστό σκέψης να ανθίσει, ΔΕ θέλω να με σύρετε με το ζόρι στα τραγούδια σας, και τη μόνιμη ανά δεκάλεπτο άθλια διασκευή της καϋμένης της Ευδοκίας, της κακοχωνεμένης μαγγιάς του σύγχρονου γλεντιού, ΔΕ θέλω να με αναγκάζετε να ακούω όλη νύχτα πιάτα να σπάνε, εγώ, εγώ γύρισα σπίτι μου με τα μάτια καρφωμένα στο φεγγάρι και ήσυχα αθόρυβα και μυστικιστικά σχεδόν χάιδεψα τα γράμματα στο βιβλίο με τα ποιήματα του Σεφέρη, Raven, σελίδα 143, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, και ο κόμπος στο λαιμό πάνω στον όμορφο στίχο να γίνεται στάχτη, θρύψαλα στα ουρλιαχτά και στα ψεύτικα ώπα του σαββατόβραδου που διαδηλώνει το δικαίωμά του στο νταβαντούρι, θέλω πίσω τις παιδικές ερημιές μου, το σεβασμό προς τον άλλο, προς τη γη, οι ίδιοι που τίγκαραν με μπετό κάθε χιλιοστό χώματος, οι ίδιοι τιγκάρουν με θόρυβο κάθε σπιθαμή αέρα, δεν μπορώ να στρέψω πουθενά το βλέμμα πια χωρίς να αντικρύσω μεγαθήρια από τσιμέντο, δεν μπορώ να στρέψω πουθενά τα ώτα πια χωρίς να μου τριβελίσει το μυαλό το χιτάκι της εποχής, ώρα να του δίνω, μετανάστευση για τόπους που ο άνθρωπος σέβεται τη γη που πατά και τους συνανθρώπους του, να πάω πού, άλλη μια ουτοπία στα σκαριά, ένα ανύπαρκτο ειδυλλιακό τοπίο, δεν πάω πουθενά, εδώ γεννήθηκα, εδώ πρέπει να παλέψω, λίγι χώρο αφήστε οι επήλυδες και για τους άλλους να χωρέσουμε όλοι. Γιατί τόση επίδειξη, γιατί πρέπει να επιβάλλετε το φωνακλάδικο μοντέλο σας και σε όλους τους άλλους, γιατί πρέπει με το στανιό να με σύρετε στην αισθητική σας, γιατί πρέπει μία η ώρα το βράδυ να βάλετε τόσο δυνατά τα τραγούδια σας που να μου τρυπάνε τη σκέψη, να κάνουν κομμάτια το Raven του Σεφέρη που τόσο πολύ ήθελα να διαβάσω. Θέλω να κλάψω από απογοήτευση για τη γελοιότητα του πράγματος. Αντί για αυτό γελάω νευρικά, μικρή η απόσταση από το κλάμμα μέχρι το νευρικό γέλιο.
Κουράγιο θα περάσει. Μισή ώρα διορία. Κατά κανόνα τόση ώρα περισσεύει ησυχία μέχρι να βαρέσουν οι κυριακάτικες καμπάνες της εκκλησίας στα ριζά του λόφου. Τελειώνει ο προσηλυτισμός του κλαμπατσίμπαλου τα ξημερώματα και αρχίζει της θρησκείας το πρωί. Μα εγώ, θέλω μόνο να διαβάσω το  Raven του Σεφέρη χωρίς σκυλάδικα και κωδονοκρουσίες. Προλαβαίνω άραγε;

Λαγονήσι, Σάββατο 29  Μαϊου 2010

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Σχεδιάσματα καλοκαιριού

Το καλοκαίρι παφλάζει όπου νά’ναι στον ζεστό ήλιο.
Τι είναι άραγε αυτό που κάνει τη σκέψη να βρέχεται στο φθινόπωρο
ή να πισωγυρίζει στα λουλουδιάσματα της άνοιξης.
Χέρια σε έκταση, οι δείκτες να δείχνουν το πριν και το μετά,
μνήμες τετελεσμένες και μνήμες μελλοντικές,
μα το σώμα σε στάση προσοχής, ριζωμένο στον παφλασμό του καλοκαιριού.
Κι αν, αν στραφεί η κεφαλή, που θα κοιτάξει,
το βλέμμα πόσο πίσω θα φτάσει ή πόσο μπρος,
τι θα θυμηθεί με το σώμα έτσι στεριωμένο
στη λαίλαπα του πυρωμένου θέρους, αυτού,

που αχνίζει στις βλεφαρίδες, καίει τα μάτια,
ευλογεί και καταριέται, ποτίζει τη μνήμη του τώρα,
καμπυλώνει τις ηλιαχτίδες, χτίζει και γκρεμίζει κάστρα στην άμμο,
σκιάζεται κάτω από τις μουριές, σκαρφαλώνει στις κληματαριές,
κυλιέται στα φεγγαρόφωτα, κρύβεται στις αφέγγαρες νύχτες,
σε ένα ποτήρι κρασί και στο θυμάρι του Αυγούστου,
στις χαρακιές των χεριών σου και στα παιδικά τιτιβίσματα,
σε έναν πίνακα του Κλιμτ, σε μια μελωδία πρώτη φορά ακουσμένη,
μα που κάτι ακριβό σου φέρνει από τα βάθη κι ας μην ξέρεις τι,
στο μονάκριβο δάκρυ που θα βρέξει το ωχρό μάγουλο, στα κόκκινα φιλήματα.

Τι θα θυμηθεί άραγε το βλέμμα με το σώμα το καρφωμένο στο θέρος, εκεί,
στους ξερούς χωματόδρομους τους στρωμένους από αποφόρια τζιτζικιών
που νιόβγαλτα και ξαναγεννημένα ξεκουφαίνουν,
τόσο που κάνουν μια απέραντη σιωπή να ανθίσει στο μυαλό.
Έχεις ποτέ νιώσει πόσο ο μεγάλος αχός μοιάζει με τη σιωπή;
Αυτά τα καλοκαιριάτικα καταμεσήμερα, τότε,
που οι τζίτζικες γεμίζουν εκκωφαντικά κάθε χιλιοστό του βλέμματος,
τη στιγμή εκείνη που δεν μένει στον πάτο παρά σιωπή,
πλούσια, αυτάρκης, γεμάτο από δαύτη το σώμα ως τα χείλη, τα μισάνοιχτα,
σιωπή που πετρώνει το σώμα, ζωντανός που έγινε άγαλμα.
Ο μύθος του αγάλματος που ζωντάνεψε από τον έρωτα του γλύπτη, μισός.
Ο άλλος μισός είναι για τον γλύπτη που γίνεται άγαλμα,
σιωπηλό και αύταρκες,να το πυρώνει ο ήλιος του καλοκαιριού,
το σώμα του τώρα μας με τα χέρια σε έκταση
με τους δείκτες να διαγράφουν την καμπύλη από την άνοιξη προς το φθινόπωρο.

Τι θυμάται άραγε το βλέμμα με το σώμα έτσι στεριωμένο
στη λαίλαπα του πυρωμένου θέρους
από την άνοιξη και το φθινόπωρο;

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Ο μακρόκοσμος και ο μικρόκοσμος

Ο μακρόκοσμος και ο μικρόκοσμος, Leah Palmer Preiss

Ο μακρόκοσμος εύκολα αντιληπτός με την πρώτη ματιά δίνει το γενικό περίγραμμα, ευδιάκριτο και σαφές. Το φαίνεσθαι ταυτίζεται με ασφάλεια με το είναι. Οι πράξεις των ανθρώπων εξηγούνται βάσει των ασπρόμαυρων μανιχαϊστικών μοντέλων. Οι προθέσεις τους ορατές, οι ενέργειες τους εξηγήσιμες υπακούν σε κανόνες και νόμους ηθικής, λογικής, ή οποιουδήποτε άλλου αιτιοκρατικού μοντέλου. Το τάδε αίτιο παράγει το τάδε αποτέλεσμα. Η απόκλιση από τους κανόνες που διέπουν τον μακρόκοσμο καταδικάζεται ανάλογα με το επικρατούν σύστημα δικαίου. Τα πράγματα απλά και ξεκάθαρα, οι συνειδήσεις επαναπαύονται, η τάξη ασάλευτη, κέρδος η ασφάλεια, το έδαφος δεν τρέμει κάτω από τα πόδια, είναι σταθερό. Η πορεία απρόσκοπτη, ένα και ένα κάνει δύο. Το ρητό του μακρόκοσμου, αυτού που μπορεί να λεχθεί, να εκλογικευθεί, να τιθασευτεί.
Αν κάνει όμως κανείς ζουμ στον μακρόκοσμο, θα διακρίνει έναν ολόκληρο δυσθεώρητο δια γυμνού οφθαλμού κόσμο, τον μικρόκοσμο. Χιλιάδες μικροσκέψεις, συναισθήματα, μικροοργανισμοί, που κρύβονται σε κάθε πτύχωση του μακρόκοσμου. Η εικόνα πια αλλάζει. Δεν υπάρχει μόνον το σαφές και ορατό περίγραμμα, συνυπάρχουν και χιλιάδες άλλες δυνάμεις δυσδιάκριτες και δυσεξήγητες και μη προβλέψιμες, που διαφοροποιούν τελικά συνολικά την εικόνα του μακρόκοσμου. Ο κόσμος του άδηλου και άρρητου, που κάνει το έδαφος να κλονίζεται, τον άνθρωπο να αμφισβητεί το ατράνταχτο δίκαιο του μακρόκοσμου και να εξαναγκάζεται να συμπεριλάβει στη θεώρησή του και τον μικρόκοσμο. Αυτός ο μικρόκοσμος αποδεικνύεται πάντα ισχυρότερος από τον μακρόκοσμο σε βαθμό να τον καταλύει, δεν είναι όμως πάντα ομορφότερος ή ουσιαστικότερος ή υγιέστερος. Αν για παράδειγμα στις ταινίες του Κισλόφσκι από το Δεκάλογο έως την Τριλογία των χρωμάτων, το αθέατο ανακηρύσσεται ηθικότερο από το θεατό, υπάρχουν φορές που απλά ο αθέατος μικρόκοσμος δεν είναι παρά ένα σάπιο εσωτερικό που καλύπτεται από το εξωτερικό περίβλημα του μακρόκοσμου.

Σε αυτήν την περίπτωση φαίνεται πως εντάσσεται η οικονομική και όχι μόνον κατάρρευση της Ελλάδας των τελευταίων ημερών. Ο μακρόκοσμος, το άμεσα αντιληπτό περίγραμμα της κοινωνίας μας, μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν μια εικόνα σχετικής ευμάρειας. Μια εικόνα, όπου παρά τα επίμονα σήματα κινδύνου, έστεκε εκ πρώτης όψεως. Καταναλωτικά αγαθά, καταναλωτική νοοτροπία, επιδοτήσεις για την αγορά τζιπ, ογδοντάχρονος κύριος που ζει φτωχικά πλην όμως σπεύδει να εκμεταλλευτεί την επιδότηση, ασύλληπτα ποσά για λουλούδια σε κέντρα διασκέδασης, η κυρία που υπερηφανεύεται για την προ ετών προνοητικότητά της να εκμεταλλευτεί γνωριμίες ώστε να βολευτεί με μια θέση σε υπουργείο άμα τη αποκτήσει του πτυχίου της φιλοσοφικής, ο νεαρός κουστουμαρισμένος κύριος που επιβαίνει σε μεγάλου κυβισμού καλογυαλισμένο αυτοκίνητο και δε διστάζει να κλείσει το δρόμο για να τηλεφωνήσει ούτε να πετάξει το άδειο του πακέτο στο δρόμο. Ο μακρόκοσμος της άνεσης της ατομικής που δεν ενδιαφέρεται αν θα βρωμίσει τον χώρο που δεν του ανήκει, είτε κυριολεκτικά με σκουπίδια, είτε ηθικά. Και πάει λέγοντας. Τα παραδείγματα σίγουρα ανήκουν στην περιπτωσιολογία, είναι όμως χαρακτηριστικά για μια κοινωνία που θεοποιεί τη μόστρα και τον ατομικισμό της αδιαφορώντας για τον μικρόκοσμο: τα δανεικά που κάνουν εφικτή την κατανάλωση, τον νεποτισμό, τα ρουσφέτια και μύρια άλλα που κάποτε φάνταζαν κλισέ σε γυμνασιακή έκθεση ιδεών και κήρυγμα πλην όμως τώρα, που γύρισαν τα μέσα έξω, δε φαντάζει. Η αποφορά μιας κοινωνίας που θεώρησε νορμάλ και αποδεκτό το επιλήψιμο, την πνίγει. Ο μικρόκοσμός της γιγαντώθηκε τόσο ώστε να καταστρέψει το άψογο εξωτερικό περίβλημα του μακρόκοσμου της.

Σκέφτεται κανείς πως όλα τούτα δεν είναι καινούρια. Το καινούριο είναι η μεγάλη κλίμακα που έγιναν ορατά. Σε μικρότερη κλίμακα τα περί μακρόκοσμου και μικρόκοσμου απασχόλησαν κατά εποχές πλείστους διανοητές ή καλλιτέχνες. Θυμάται κανείς τον Ατόμ Εγκογιάν και την ταινία του Το Γλυκό Πεπρωμένο. Ένα σχολικό λεωφορείο γλιστράει και η τοπική κοινωνία θρηνεί τα θύματα. Το μέλλον της καταστρέφεται, τα παιδιά σκοτώνονται ή μένουν ανάπηρα. Βουβοί οι γονείς προσπαθούν να ανακαλύψουν το γιατί. Ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει σταδιακά μέσα από μικρογεγονότα το σάπιο μικρόκοσμο της κοινωνίας αυτής. Κάθε ένας χωριστά έβαζε το δικό του μικρό κρίμα, το δικό του λιθαράκι, μέχρι που το κακό διογκώθηκε, έγινε σωρός από πέτρες. Το τίμημα ήταν η υποθήκευση του μέλλοντος της κοινωνίας αυτής. Τα παιδιά σκοτώθηκαν. Αν παραβλέψει κανείς το μεταφυσικό της ταινίας και τη δει αλληγορικά, δεν μπορεί παρά να βρει ομοιότητες με τη σύγχρονη οικονομική κατάρρευση, μα πρωτίστως ηθική. Το κάθε μικρό ή μεγαλύτερο λάδωμα, φακελάκι, φοροδιαφυγή, η κάθε μικρή αλαζονεία, βόλεμα, ωχαδελφισμός, η κάθε αθέτηση της σειράς στη στάση του λεωφορείου, στο φανάρι, στη δουλειά που γινόταν μάλιστα με καμάρι, σαν κατόρθωμα που έπρεπε να επιδειχθεί, όλα αυτά που έγιναν τις τελευταίες δεκαετίες πιο πολύ από ποτέ τρόπος σκέψης και καθημερινότητα, όλα αυτά που δεν άφησαν κανέναν εντελώς αλώβητο τελικά, είτε από εθισμό και μιμητισμό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, είτε από ανάγκη επιβίωσης, συσσωρεύτηκαν. Και σκάνε συμπαρασύροντας την κοινωνία ολάκερη, και κυρίως τα παιδιά. Για ποια παιδεία να μιλήσουμε και για ποιες ανθρώπινες υποδομές, για ποιον κόσμο που καλούνται να ζήσουν;

Το πράγμα θα μπορούσε να εκληφθεί ως το τέλος μιας εποχής και η αρχή μιας νέας σε υγιέστερες βάσεις. Αν είναι έτσι, τότε θα έπρεπε να υπάρχει χαρά που έσκασε επιτέλους το απόστημα. Καιρός ήταν. Απλά αναρωτιέται κανείς πόσο το σοκ είναι αρκετό για να αλλάξει εκ βάθρων η νοοτροπία και να μην επαναληφθεί το ίδιο σφάλμα. Να μην ξαναχτιστεί το ίδιο σαθρό οικοδόμημα. Αναρωτιέται κανείς όταν μετά από όλα αυτά συνεχίζει να βλέπει τον υπερφίαλο οδηγό θηριώδους αυτοκινήτου να μην ντρέπεται που απαιτεί να εξαφανιστεί από το διάβα του οτιδήποτε μικρότερου κυβισμού, σαν να μην έχει δικαίωμα να υπάρχει, σαν να φτιάχτηκε ο δρόμος μονάχα για αυτόν. Οι άλλοι απλά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Ο μικρόκοσμος μας θα έπρεπε να αλλάξει. Να γκρεμίζει το μακρόκοσμο όχι επειδή είναι σάπιος, αλλά επειδή είναι πιο στέρεος από αυτόν. Όπως στις ταινίες του Κισλόφσκι. 

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Μια ακόμα διάσταση του χρόνου


Μαύρη τρύπα

Λέω, τα χρόνια περάσανε, όταν βλέπω μία τρύπα στο ρου του χρόνου.

Όταν βλέπω ή θα δω ή θα φανταστώ παλιούς φίλους μετά από χρόνια αλλαγμένους τόσο μέσα κι έξω, που να μην τους γνωρίζω.
Όταν βλέπω ή θα δω ή θα φανταστώ τα παιδιά που άφησα κάποτε να έχουν γίνει τώρα άντρες ή γυναίκες.
 Όταν γυρνάω ή φαντάζομαι πως γυρνάω μετά από χρόνια σε ένα τοπίο και βλέπω τα δέντρα να έχουν μεγαλώσει.
 Όταν γυρνάω στους νεκρούς και σκέφτομαι πως, αν ζούσαν, θα ήταν τόσο χρονώ.

Η μαύρη τρύπα στο διάβα του καιρού, αυτή που δεν βιώσαμε, επειδή λείπαμε, επειδή είμασταν εξαφανισμένοι, επειδή κάποιοι άλλοι έλειπαν ή εξαφανίστηκαν δια παντός. Από τύχη, σύμπτωση, επιλογή, αναγκαιότητα.

Τότε δημιουργείται κενό στη ροή του χρόνου, που δεν εγγράφει μνήμη.
Τότε πρέπει να πιάσω το νήμα από τις άκρες της περασμένης παρουσίας του, πρέπει λοιπόν να το εγγράψω ως ανάμνηση. Όχι ως μνήμη ζωντανή, ζωογόνο, εν τη τελέσει της, στην αδιάλλειπτη χρονική ροή.

Και όταν βγω στην άλλη άκρη παρακάμπτοντας την μαύρη τρύπα της απουσίας, ξανασυναντώντας την ανάμνηση, το δέντρο, τον άνθρωπο, το παιδί, τον νεκρό, τα βλέπω αλλαγμένα ή προσπαθώ να φανταστώ τις αλλαγές τους στο διάστημα της απουσίας τους ή της απουσίας μου.

Τότε διαπιστώνω πως το άθροισμα των αναμνήσεων δεν φτιάχνει μνήμη.
Τότε λέω, τα χρόνια περάσανε.
Γερνάω.

Γιατί το άθροισμα των αναμνήσεων ή της πρόσκαιρης μνήμης που επίκειται να γίνει ανάμνηση μέσα από την επανάληψη της διαδικασίας, παράγει απώλεια.
Αν η απώλεια αυτή, ό,τι έπεσε στη μαύρη τρύπα του χρόνου, η μη παραγωγή ενσωματωμένης στο γίγνεσθαι μνήμης, δεν παράγει γήρας,
τότε τι παράγει;

Αυτή η αίσθηση του διάτρητου χρόνου, των κενών του που μας διέφυγαν, που δεν αδράξαμε, που δεν ζήσαμε, αυτή η αίσθηση που μετατρέπει τον άνθρωπο σε συλλέκτη αναμνήσεων, αυτή, που αντιμάχεται τη μνήμη.

Οι μαύρες τρύπες καταπίνουν το φως. Ακόμα και τα αστέρια.