Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Ο καλός καλικάντζαρος και οι δύο συμβουλές- χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Aπό το βιβλίο "Αερικά ξωτικά και καλικάντζαροι" του Θάνου Βελλουδίου, του ζωγράφου Π.Τέτση

-«Είμαι καλικάντζαρος,
    καλός, κακός και άντζαρος!»
Ξελαρυγγιάζονταν να τραγουδούν οι άλλοι καλικάντζαροι μέρες χρονιάρες που ήταν. Κόντευαν Χριστούγεννα κι είχαν όλοι τους ανέβει πάνω στη γη να κάνουν όσο πιο πολλές ζαβολιές και καλικαντζαριές μπορούσαν. Εκείνος προσπαθούσε να τραγουδήσει όσο πιο παράφωνα γινόταν, μα δεν τα κατάφερνε. Όλο και του ξέφευγε μια όμορφη νότα, όλο και κάποια μελωδία. Τα άλλα ζούδια τον στραβοκοίταζαν.
-«Ε, πρόσεχε τραγουδάς όμορφα σαν άνθρωπος! Πιο φάλτσα, πιο φάλτσα, προσπάθησε!»
Προσπαθούσε ξαναπροσπαθούσε αλλά δεν τα κατάφερνε. Και να ήταν μόνον αυτό; Πήγαινε να χοροπηδήσει κι αντί για αυτό χόρευε! Πήγαινε να βρωμίσει και στο τέλος στόλιζε ό,τι άγγιζε. Όταν μάλιστα μια μέρα τον είδε η μαμά του να κόβει τα βρωμερά του νύχια έβαλε τα κλάμματα.
-«Αχ, ζούδι μου, τι θα πει ο κόσμος αν σε δει με καθαρά νύχια;»
Ο κόσμος των καλικαντζάρων είπε με ουρλιαχτά χοροπηδητά και πειράγματα  ένα θαυμάσιο εξαιρετικά παράφωνο τραγούδι:
-«Έξω, φεύγα, δεν είσαι καλικάντζαρος εσύ!
   Έξω φεύγα, είσαι καλός, καλλίφωνος και κάλλιστος
   και όχι καλικάντζαρος κακός, κακόφωνος και κάκιστος!»

 από το βιβλίο "Αερικά ξωτικά και καλικάντζαροι" του Θάνου Βελλουδίου, του ζωγράφου Γ.Γλιάτα)

Ο καλός καλικάντζαρος μάζεψε την καλοσύνη του και τι να κάνει, πήρε δρόμο. Πήγε στον κόσμο των ανθρώπων. Επιτέλους σκέφτηκε και αναγάλιασε η καλικαντζαρίσια του καρδιά, εκεί θα τραγουδώ όσο μελωδικά θέλω, θα καθαρίζω αντί να βρωμίζω και θα έχω νύχια καθαρά. Ντύθηκε, πλύθηκε στολίστηκε και έφτασε. Στην αρχή όλα πηγαίνανε καλά, τραγουδούσε σε χορωδίες, πήγε σχολείο, ποτέ δεν μουντζούρωνε το θρανίο του, έγινε καλλιγράφος και στόλιζε με πανέμορφες ουρίτσες τα γράμματά του. Κάποια μέρα όμως θυμήθηκε την καλικαντζαρίσια του φύση και ζωγράφισε όχι καλλιγραφικές, μα καλικαντζαρίσιες ουρίτσες στα γραμματάκια του. Τα μάτια της δασκάλας στένεψαν θυμωμένα και τα άλλα παιδιά άρχισαν να τον κοροϊδεύουν σαν καλικάντζαροι. Μια άλλη φορά, που έλεγε τα κάλαντα, αντί για μελωδία τού βγήκε άθελά του ουρλιαχτό. Οι νοικοκύρηδες του σπιτιού ούρλιαξαν και αυτοί από φρίκη και του έκλεισαν την πόρτα κατάμουτρα. Όταν πια τον είδαν να έχει ξεχάσει να κόψει τα βρωμερά του νύχια, τότε οι άνθρωποι βεβαιώθηκαν πως δεν ήταν άνθρωπος, όχι εντελώς τουλάχιστον, και του τραγούδησαν εξαιρετικά καλλίφωνα ένα τραγούδι της όπερας:
-«Έξω, φεύγα, δεν είσαι άνθρωπος εσύ!
    Έξω, φεύγα, είσαι κακός, κακόφωνος και κάκιστος
    και όχι άνθρωπος καλός καλλίφωνος και κάλλιστος!»

Tι να κάνει πια, μάζεψε προσεχτικά την ουρά του κάτω από το παλτό του και παίρνει δρόμο. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, ξαναπαίρνει άλλο δρόμο, αλλά πού να φτάσει δεν ξέρει. Εκεί που περιπλανιόταν βλέπει ένα έλκηθρο που το σέρνανε τάρανδοι να περιμένει πάνω από ένα σπίτι.
-«Τι είναι τούτο άραγε», σκέφτηκε. Βλέπει μέσα στα σκοτάδια ένα κόκκινο φωτάκι, πλησιάζει.
-«Με λένε Ρούντυ και μου αρέσουν τα αινίγματα, εσένα;», του λέει το κόκκινο φωτάκι.
Κοιτάζει καλύτερα και βλέπει πίσω από αυτό έναν τάρανδο.
-«Δεν είμαι καλικάντζαρος, δεν είμαι άνθρωπος, τι είμαι;» απαντά η καλικαντζαρίσια ουρά που είχε στο μεταξύ ξεμυτίσει από το παλτό.
-«Χμμ, δύσκολο αίνιγμα», ξύνει τη φωτεινή κόκκινη μύτη του ο Ρούντυ, «για δοκίμασε τη μύτη μου να δεις μήπως είσαι τάρανδος του Άη Βασίλη. Από εκεί ψηλά που θα πετάς, δε θα νοιάζεσαι ούτε αν είσαι άνθρωπος, ούτε αν είσαι καλικάντζαρος».
Φοράει την κόκκινη μύτη ο καλός καλικάντζαρος και ούτε σκέφτηκε από τη χαρά του να ρωτήσει ποιος είναι αυτός ο Άη Βασίλης. Δοκιμάζει να χοροπηδήσει ο καλικαντζαρίσιος του εαυτός και η μύτη όλο του έπεφτε. Δοκιμάζει να κάτσει ήσυχα ο ανθρώπινός του εαυτός, η μύτη δεν άναβε.
-«Μόνο άμα πετάς στα σύννεφα θα δουλεύει η μύτη», είπε ο Ρούντυ και την ξαναφόρεσε.
-«Θα το σκεφτώ, σ’ευχαριστώ», αναστέναξε ο καλός καλικάντζαρος και απόρησε φεύγοντας ποιος να είναι αυτός ο κύριος με την άσπρη γενειάδα και τον κόκκινο σκούφο που πάλευε να ξεκολλήσει από την καμινάδα.

 Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, ξαναπαίρνει άλλο δρόμο, αφήνει άλλον ένα, ώσπου βλέπει ένα παράξενο στρατιωτάκι να χορεύει μπαλέτο δίπλα από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-«Μήπως ξέρεις πώς να πάω; Έχω χαθεί», του λέει ο καλός καλικάντζαρος και κάθεται ξεθεωμένος από τα πήγαινε-έλα κάτω από το δέντρο με τα πολλά λαμπάκια.
-«Να πας πού;» απαντά το στρατιωτάκι χωρίς να σταματήσει το χορό.
-«Μα σου είπα, δεν ξέρω, έχω χαθεί», λέει και η καλικαντζαρίσια του ουρά ετοιμάζεται να πριονίσει το δέντρο.
Το στρατιωτάκι-χορευτής είδε την ουρά, είδε και τα ήμερα ματάκια του και κατάλαβε.
-«Άλλος ένας παραστρατημένος καλικάντζαρος» σκέφτηκε από μέσα του και είπε φωναχτά:
-«Βγες από το παραμύθι σου και όλα θα είναι μια χαρά, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν καλικάντζαροι. Δες εμένα», συνέχισε κάνοντας μια πιρουέτα, «όταν δεν χορεύω στο χριστουγεννιάτικο παραμύθι μου, σπάω απλά καρύδια και δεν έχω ούτε το βασιλιά των ποντικών να πολεμήσω ούτε άλλον κανένα. Να σου συστηθώ. Λέγομαι Καρυοθραύστης. Σου αρέσουν τα καρύδια;» απλώνει το χέρι να του προσφέρει μερικά.
-«Η αλήθεια είναι ότι δεν τα προτιμώ» είπαν ευγενικά τα ήμερα ματάκια του, την ίδια στιγμή που η καλικαντζαρίσια του ουρά έσπαγε απλά μια μπάλα.
Τον τρόμαξαν τον καλό καλικάντζαρο και τα καρύδια που τα σιχαινόταν και η μπάλα που έσπασε κι όπου φύγει φύγει.

Τι να κάνει τώρα; Έκανε το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει καλά. Δρόμο να παίρνει, δρόμο να αφήνει, να ξαναπαίρνει άλλο δρόμο κι άντε πάλι από την αρχή. Κουράστηκε, πού να κάτσει, βλέπει ένα τσίρκο, χώνεται μέσα κι αυτός κι η ουρά του, ετοιμαζόταν να κοιμηθεί, να ξεκουραστεί επιτέλους.
-«Κυρίες και κύριοι, θαυμάστε τον ακροβάτη που ποτέ δεν πέφτει ούτε από τη μια ούτε από την άλλη πλευρά, ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί, κοιτάξτε τον!», φωνάζει με τον τηλεβόα ένας παχουλός κύριος με ημίψηλο καπέλο.
Ο δύστυχος καλικάντζαρος κοιτάζει μιας και δεν τον άφηνε η φωνή να κοιμηθεί. Γουρλώνει τα ήμερα μάτια του, τεντώνει την ουρά του και έτσι μείνανε και τα δύο όση ώρα ισορροπούσε με τρόπο θαυμαστό ο ακροβάτης χωρίς να πέφτει.
-«Αυτό είναι!» σκέφτηκε και από μέσα του κι απ’έξω του, «θα γίνω ακροβάτης, να βαδίζω στο σχοινί και να μην πέφτω ούτε στους καλικάντζαρους ούτε στους ανθρώπους! Να ξεγουρλώσουν τα μάτια μου και να κουλουριαστεί η ουρά μου αν δε γίνω!».
Τα μάτια του μέχρι σήμερα συνεχίζουν να είναι γουρλωμένα και η ουρά του τεντωμένη. Έπιασε δουλειά στο τσίρκο που από τότε γεμίζει καλικαντζάρους και ανθρώπους για να τον δουν.

Κι αν βιάζεστε να πάτε κι εσείς, μη ρωτάτε για το πότε, γιατί ο καλός μας ο καλικάντζαρος ένιωθε τόσο καλά πάνω στο τεντωμένο σχοινί, που δεν ξανακατέβηκε από εκεί. Μπορείτε να τον θαυμάσετε ό,τι ώρα και ό,τι χρονιά θέλετε. Εκεί θά’ναι, σας περιμένει, και τους καλικαντζάρους και τους ανθρώπους.

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Το τηλεσκόπιο-παραμύθι για παιδιά πρωτοσχολικής ηλικίας

Η Ισμήνη και ο Αριστοτέλης αγαπούσαν πολύ την αναρρίχηση και την περιπέτεια και δεν άφηναν ευκαιρία να πάει χαμένη. Κάποια μέρα η Ισμήνη κάνει τα χέρια της τηλεσκόπιο.
-«Βλέπω καλά;», αναρωτιέται, τρίβει τα μάτια της και ξανακοιτάζει.
-«Αριστοτέλη κοίτα με το τηλεσκόπιό σου!», του φωνάζει.
Το αγόρι κλείνει το ένα μάτι και κοιτάζει με το άλλο μέσα από το δικό του χέρι-τηλεσκόπιο.
-«Μια οροσειρά από γράμματα! Πάμε να σκαρφαλώσουμε!»

Καβαλάνε τα μαγικά τους φτιάρια και στη στιγμή βρίσκονται μπροστά σε ένα τεράστιο κεφαλαίο Α.
 -«Αν ανέβουμε στην κορυφή, μπορούμε να κάνουμε τσουλήθρα», λέει ο Αριστοτέλης.
Ξοπίσω του και η Ισμήνη, μα το Α ήταν πραγματικά πανύψηλο και δεν κατάφερναν τίποτα.
-«Αν σωριάσουμε δίπλα του σωρό λέξεις που αρχίζουν από Α; Άνθρωπος αόρατος ανεβαίνει ανέμους ανέμελος», λέει το κορίτσι.
-«Άμαξα ακατάστατη ακροβατεί αναποδογυρισμένη», λέει το αγόρι.
Ευθύς πατήσανε στις λέξεις από Α και φτάσανε στην κορυφή.

Κατεβαίνουν με γέλια και φόρα και προσγειώνονται στο Γ.
-«Τώρα πώς θα κατέβουμε; Να φτιάξουμε ένα αίνιγμα που η λύση του να αρχίζει από Γ! Τα λάθη σου σκουπίζω καθαρίζω, τι είμαι;»
-«Γόμα!», έλυσε το γρίφο ο Αριστοτέλης.
-«Δεν είμαι ούτε μαρίδα ούτε συναγρίδα ούτε κατσαρίδα, μα τελειώνω σε αρίδα, τι είμαι;»
-«Μήπως γαρίδα;»
-«Το βρήκες Ισμήνη!» Τα δυο παιδιά κάνανε ανεμόσκαλα τη γόμα και τη γαρίδα και κατεβήκαν από το Γ.

Αντίκρυ ήταν η πύλη του Π.
- «Πού να οδηγεί Ισμήνη;»
-«Μα στο παντού και το πουθενά, στο πότε και το ποτέ, στο πού και τον πουρέ!»
Διαβαίνουν την πύλη του Π με θάρρος και βρέθηκαν μονομιάς σε άλλον κόσμο. Παντού πάγκοι με πουτίγκα, πράσινα πράσσα σε παράγκες και παγάκια πάνω σε παγκάκια!
-«Πώς θα βγούμε από εδώ;»
-«Να γίνουμε πύραυλοι πυρακτωμένοι παντζάρια πασαλειμμένοι!», απαντά το κορίτσι.  
-«Σιχαίνομαι τα παντζάρια», παραπονέθηκε ο Αριστοτέλης. «Τι λες για παγωτά;»
-«Ωραία ιδέα!»
Ο πύραυλος εκτοξεύθηκε και τα παιδιά προσγειώθηκαν μπουκωμένα παγωτό στο Ρ.

-«Δύσκολη η ορειβασία στο Ρ», παραπονέθηκε ο Αριστοτέλης.
-«Ποια να είναι η συνθηματική λέξη για να κατέβουμε;»
-«Ρόδα!», λένε ταυτόχρονα οι δυο τους και ευθύς το αγόρι βρέθηκε με μια ρόδα ποδηλάτου στο χέρι και το κορίτσι με μια αγκαλιά ρόδα κόκκινα, τριαντάφυλλα ευωδιαστά. Στολίσαν τη ρόδα με ρόδα και ροβόλησαν από τo Ρ.

-«Πού πάμε;»
-«Γραμμή για το Μ!»
Εδώ το Μ, εκεί το Μ, πού είναι το Μ; Πουθενά. Ταράχθηκαν τώρα τα δυο παιδιά.
-«Αυτό είναι πολύ σοβαρό!», λέει o Αριστοτέλης. «Θα ζητώ να φάω μπούτι και θα μου σερβίρουν ένα ούτι. Τα μαύρα θα γίνουν αύρα και όταν παραπονιέμαι ότι είμαι μόνος, όλοι θα ακούνε ότι είμαι όνος! Πρέπει να σώσουμε τη γλώσσα από την καταστροφή!»
-«Πού να χάθηκε το Μ;», αναρωτιέται η Ισμήνη. Τα δυο παιδιά σοβαρεύουν. Είναι ώρα για δράση.
-«Πάω στοίχημα ότι κρύβεται σε μια τεθλασμένη γραμμή!»
-«Λες να τό’σκασε από το λεξικό και να πήγε σε κανένα βιβλίο γεωμετρίας ή μήπως σε κάποιον πίνακα ζωγραφικής;»
-«Να του στήσουμε παγίδα! Να δολώσουμε με λέξεις τα ι και να το ψαρέψουμε!»
Χώθηκαν λοιπόν τα δυο παιδιά σε ένα λεξικό και μάζεψαν στις τσέπες τους λέξεις ορφανεμένες από το Μ: πάντα, άρτιος, άτι». Τις αγκιστρώσανε σε κάτι σκόρπια μικρά ι,  ρίξανε  το Ο  κάτω να γίνει τρύπα στην αλφαβήτα και βάλθηκαν να ψαρεύουν.
-«Τσιμπάει!». Σηκώνουν τα ι με τις δολωμένες λέξεις και τι να δουν! Το πάντα έγινε μπάντα και γέμισε ο τόπος μουσικές. Ο άρτιος, Μάρτιος και μοσχοβόλισε ο αέρας ανοιξιάτικες μυρωδιές. Όσο για το περήφανο άτι, έγινε ένα μάτι να!
-«Βρήκαμε το χαμένο Μ!» χοροπηδούσαν τα δυο παιδιά  πολύ περήφανα και χαρούμενα. Είχαν χορτάσει πια και αναρρίχηση και περιπέτεια, για να μην πούμε πως ήταν σωτήρες της γλώσσας. Ώρα για ξεκούραση.

«Ε, τι είναι αυτό; Αριστοτέλη, βλέπεις ό,τι βλέπω;» ρωτάει η Ισμήνη.  Κάνει το αγόρι τα χέρια του τηλεσκόπιο και μετά από λίγο φωνάζουν μαζί ενθουσιασμένα.

-«Πάμε λοιπόν!»

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Η έρημος της Ζαχάρας: Πώς γεννιούνται τα ωραιότερα παραμύθια

Τα ωραιότερα παραμύθια είναι αυτά που πλάθονται συλλογικά και απροσχεδίαστα και αβίαστα. Αυτά που συμμετέχουν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη χωρίς παρότρυνση άλλη πέραν της αυθόρμητης θέλησης να συνεχίσουν ή να μεταπλάσουν το κομματάκι της ιστορίας που αρχίνησε κάποιος άλλος. Λίθο το λίθο προκύπτει καμμιά φορά οικοδόμημα ολόκληρο και είναι να απορεί κανείς, όταν το δει ολοκληρωμένο, πόσο καλά συνεργάστηκαν οι πέτρες μεταξύ τους χωρίς να αλλάξει κάθε μια ξέχωρα το σχήμα της, αλλά όλες μαζί να δίνουν ένα νέο σχήμα, μια νέα ιστορία που στέκεται στέρεα. Η ξερολιθιά στέκει χωρίς κανένας λιθοξόος να κουτσουρέψει τις σκόρπιες πέτρες του χωραφιού. Σε τέτοιου είδους ιστορίες χωράνε οι ιστοριούλες και οι ιδέες με το χρώμα του καθενός και δε χρειάζεται να καλυφθεί ή να σβύσει κάποιο από τα χρώματα. Ασφαλώς απαιτείται τέχνη για το όλο οικοδόμημα, κυρίως η τέχνη του αυθορμητισμού, των ερμηνευτών που διόλου τυχαίοι ξέρουν πότε να λαλήσουν το δικό τους, κατάδικό τους παραμύθι.

Εκτός από την πλοκή που όλοι συμβάλλουν, για να είναι απολαυστική πραγματικά μία ιστορία, απαιτείται θεατρικοποίηση. Τα παιδιά ιδίως-συμπεριλαμβάνω και αυτά που κρύβονται στους ενηλίκους-, λατρεύουν να εκφράζουν με το σώμα τους, τις ιστορίες που επινοούν. Απολαμβάνουν να ενσαρκώνουν τους ήρωες που φαντάστηκαν και να κάνουν τα χάρτινα λόγια πράξη. Μόνον τότε, στο τρισδιάστατο σύμπαν της αναπαράστασης,  ζωντανεύουν οι ιστορίες τους, διαφορετικά μένουν λειψές και ανεπαρκείς στο δισδιάστατο λόγο.

Το παραμύθι που θα προκύψει μπορεί να μην είναι το πιο πρωτότυπο ή έξυπνο που έχει ποτέ ειπωθεί -και δη από επαγγελματίες παραμυθάδες-, είναι σίγουρα όμως προσωπικό και με άμεση συμμετοχή και εμπλοκή των δημιουργών του. Αυτό είναι που το κάνει ουσιαστικό και όμορφο, ομορφότερο από οποιαδήποτε άλλη ιστορία, που όσο τέλεια και να είναι, δεν προκύπτει από εμάς, δεν είναι δική.

Να ένα μικρό δείγμα δημιουργίας ενός τέτοιου παραμυθιού:

-Πού είναι η έρημος της Σαχάρας;
-Σαχάρας ή Ζαχάρας είπες;
-Ζαχάρας, απαντά το πιτσιρίκι πονηρεμένο, που αντί για άμμο έχει ζάχαρη.
-Και όταν φυσάει σηκώνεται ζαχαροθύελλα που μαστιγώνει τα καραβάνια;

Η αρχή είχε γίνει. Το απόγευμα στην παραλία όλοι βλέπαμε ζάχαρη αντί για άμμο. Ένα θαλάσσιο ποδήλατο παρατημένο, χωρίς δεύτερη σκέψη χρίστηκε ιπτάμενο όχημα και αφού επιβιβάστηκαν όλοι, άρχισε η εξερεύνηση.

-Εγώ θα είμαι ο πλοηγός!
-Και εγώ ο πηδαλιούχος!
-Εγώ ο κυβερνήτης!
-Και εγώ ο χαρτογράφος!
-Και ο Φουρφουρούλης, ο σκύλος μας;
-Μα θα γίνει το καραβόσκυλο!

Για όλους υπήρχε ένας ρόλος. Υλικά άφθονα. Πυξίδα από ένα βότσαλο που πάνω του ζωγραφίστηκαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με ένα καρβουνάκι, λίγη άμμος που πάνω της σχεδιάστηκε με ένα ξυλάκι ο χάρτης της άγνωστης περιοχής που κατακτούσαν οι εξερευνητές, πηδάλιο έτοιμο του θαλάσσιου ποδηλάτου.

-Κοιτάτε, σμήνη από παράξενα πουλιά μας πλησιάζουν!
-Δεν είναι πουλιά, είναι ανεμόψαρα. Ας ψαρέψουμε μερικά, μας τελεώνουν οι προμήθειες.

Καλάμια μετατράπηκαν σε φοβερά καμάκια, μπουφάν σε δίχτυα που εκτοξεύονταν για να πιάσουν τα νοστιμότατα ανεμόψαρα που νόμιζαν ότι, αν παρίσταναν τα πουλιά, θα γλίτωναν από τους ψαράδες. Τα αμπάρια του εξερευνητικού οχήματος γεμίσαν και το ταξίδι συνεχίστηκε απρόσκοπτα.

-Φτάσαμε! Ω, παντού λεπτή ζάχαρη!
-Και αυτά τι είναι; Ρωτάει κάποιος από τους εξερευνητές δείχνοντας τα βότσαλα.
-Μα καραμέλες! Στην έρημο της Ζαχάρας αντί για πέτρες υπάρχουν καραμέλες! Ελάτε να μαζέψουμε μερικές να έχουμε για την επιστροφή!

Τα μαύρα βότσαλα γίνανε γλυκίσματα από μαύρη ζάχαρη, ξυλάκια με καρφωμένα φύκια μεταμορφώθηκαν σε γλειφυτζούρια που φυτρώνανε στην έρημο της Ζαχάρας ως σπάνια λουλούδια, σκάφτηκε στην άμμο η κοίτη ενός ποταμού από σιρόπι, θαλασσόξυλα έγιναν τα κουπιά του κανώ που επιβιβάστηκαν οι εξερευνητές για να πλεύσουν στο παράξενο ποτάμι. Όσο για τους κατοίκους της ερήμου, που έκαναν την εμφάνισή τους λίγο παρακάτω, αυτοί ήταν φτερωτοί γλυκόσαυροι, μεταξύ των οποίων και ο γνωστός γλυκόσαυρος της Λιλιπούπολης. Πάντα περνούν γλάροι από μία παραλία που μπορούν να χριστούν ως τέτοιοι. Πρόβλημα συνενόησης δεν υπήρχε, γιατί όλα τα παιδιά ασφαλώς μιλούν άπταιστα γλυκοσαυρικά. Ανακάλυψαν δε πως πρόκειται για φιλικά πλάσματα που ζουν ειρηνικά και ευτυχισμένα, αν και απειλούνται από τους φοβερούς και τρομερούς πικρόσαυρους που θέλουν να πικρίσουν τη χώρα τους. (Ναι, δεν άντεξα, πέρασα το οικολογικό μηνυματάκι περί καταστροφής του περιβάλλοντος). Πάνω στην ώρα εφορμούν οι εχθροί (ξαφνικές ριπές του αέρα κάνουν μια χαρά για πικρόσαυροι). Τα θαλασσόξυλα από κουπιά μετατράπηκαν σε φοβερά όπλα που εκτόξευαν ζάχαρη για να γλυκάνουν οι πικρόσαυροι και να ξεπικρίσουν. Όταν μετά από ώρα ξεθύμανε το αγωνιστικό μένος των παιδιών και αφοπλίστηκαν όλοι οι επιδρομείς πικρόσαυροι, οι γλυκόσαυροι στήσαν ένα γλέντι τρικούβερτο με σοκολάτα από τα ορυχεία (δηλαδή τις τσέπες των μεγάλων...), εξαιρετικά σπάνια στην έρημο της Ζαχάρας και για αυτό ελάχιστη για τον καθένα, μα για αυτό ακριβώς πολύτιμη. Η εξερευνητική αποστολή έλαβε τέλος, η ώρα έχει περάσει και το ιπτάμενο...θαλάσσιο ποδήλατο γεμάτο εφόδια περιμένει το πλήρωμα. Γλυκόσαυροι και ξεπικρισμένοι πικρόσαυροι αποχαιρετούν τους εξερευνητές και τους διαβεβαιώνουν για άλλη μία φορά πως στέρεψαν τα κοιτάσματα της σοκολάτας στα ορυχεία...

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Τα ορνιθοσκαλίσματα της κοτούλας-μικρό παραμύθι


 Κότες

Κάποτε ήταν μία κοτούλα που όπως όλες οι κότες περνούσε τον καιρό της σκαλίζοντας το χώμα. Έφτιαχνε σχεδιάκια ορνιθοσκαλίσματα που μόνον κατά τύχη φαίνονταν ωραία ή με κάτι μοιάζανε. Και βαριόταν, πόσο βαριόταν τα ορνιθοσκαλίσματα! Μια μέρα ανέβηκε με πολύ κόπο στη στέγη του κοτετσιού μπας και της φύγει η ανία. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά στον ουρανό και κοίταζε. Στην αρχή δεν έβλεπε τίποτα ενδιαφέρον. Μετά όμως άρχισε να παρατηρεί καλύτερα.

-«Για στάσου!», κακάρισε κάπως πιο μελωδικά από άλλες φορές, «τι είναι τούτο που περνάει; Ένα καράβι, σαν εκείνο το ξεχασμένο παιγνίδι στην αυλή, που τσιμπολογάω. Μόνο που αυτό εδώ είναι κάτασπρο και αφράτο! Ε, πάρε με μαζί σου», κακάριζε όλο και πιο δυνατά η κοτούλα στο σύννεφο που της έμοιαζε με καράβι, αλλά εκείνο ούτε που άκουσε. Έσκιζε τον ουρανό με φόρα και έφευγε για μέρη μακρινά.
-«Κρίμα», ξανακάκαρισε η κοτούλα και πάνω που πήγε να κατεβάσει το κεφάλι, βλέπει το καράβι της να αλλάζει.
-«Μα αυτό είναι ένα ροζ τριαντάφυλλο, το πιο ωραίο που έχω δει ποτέ!» σκέφτηκε κακαριστά η κοτούλα και κοίταξε την τριανταφυλλιά που φύτρωνε πιο μακριά από το κοτέτσι, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.
-«Ε, στάσου να σε τσιμπολογήσω», κακάρισε με πάθος η κοτούλα, που δεν ήξερε πως τα τριαντάφυλλα τα μυρίζουμε και δεν τα τρώμε, ούτε έτυχε να ακούσει μέχρι τώρα για τα τριανταφυλλιά σύννεφα της αυγής.
-«Τι κρίμα», σκέφτηκε όπως πάντα κακαριστά η κοτούλα, «δεν σταμάτησε...».
-«Ει, δεν είναι πια τριαντάφυλλο, είναι, είναι, πουλί!», είπε φωναχτά η κοτούλα, που επειδή δεν πέταγε, ούτε κελάηδαγε, δεν ήξερε ότι είναι και αυτή πουλί.
-«Στάσου πουλάκι», κακάρισε κελαηδιστά αυτή τη φορά, «μάθε με να τραγουδώ!»
Μα τότε φύσηξε άνεμος δυνατός και χάθηκε και το πουλί.
-«Τι ωραία που είναι να κοιτάω τον ουρανό, και καθόλου βαρετό!», συμπλήρωσε από μέσα της.
-«Μόνο που πια δεν περνάει τίποτα...», κακάρισε θλιμμένα και χαμήλωσε το κεφάλι στη γη.

Έτσι όμως όπως είχε ανέβει στη στέγη του κοτετσιού, μπορούσε να βλέπει από ψηλά τα ορνιθοσκαλίσματά της.
-«Μα αυτά δεν δείχνουν τίποτα, ούτε καράβια, ούτε λουλούδια, ούτε πουλιά. Θέλω να φτάξω άλλα!»
Πηδάει με βιάση από τη στέγη, τόσο που ξέχασε πως δεν μπορεί να πετάει και ούτε που της φάνηκε, ήταν άλλωστε σαν να πετούσε. Βρίσκει ένα κομμάτι γης άγραφο και αρχίζει ορεξάτα να το σκαλίζει. Στην αρχή τα ορνιθοσκαλίσματά της της έμοιαζαν ορνιθοσκαλίσματα. Λίγο-λίγο όμως άρχισαν να σχηματίζονται αστέρια, φεγγάρια, οι μυρωδιές από την κουζίνα του αγροτόσπιτου, παιδικά γελάκια και καβγάδες, τα κύματα της θάλασσας που έβλεπε από μακριά, τα γαβγίσματα του σκύλου, δέλτα που ανέμιζαν στον αέρα σαν πανιά βαρκούλας, λάμδα ψηλά σαν το βουνό που έβλεπε κάθε ξημέρωμα, όμικρον με το φως της πανσέληνου, γιώτα ψηλά σαν κυπαρίσσια, ψι που καμάκωναν σύννεφα, ρω που ερωτεύονταν. Και μετά τα ορνιθοσκαλίσματα τα έκανε λέξεις που μυρίζαν σαν τριαντάφυλλα, χρώματα που ζωγράφιζαν δειλινά και παράξενα πλάσματα, ήχους που κουδούνιζαν σαν τα φύλλα της λεύκας την Άνοιξη. Σκάλιζε, σκάλιζε αδιάκοπα η κοτούλα, τόσο που ξέχναγε να τσιμπολογήσει ενώ έφτιαχνε τα ορνιθοσκαλίσματά της. Και όταν κάποτε γέμισε εκείνο το άγραφο κομμάτι γης, ανέβηκε στη στέγη του κοτετσιού, βράδυ πια. Απόρρησε που δεν κοιμόταν νωρίς σαν κότα μα τώρα δεν είχε καιρό για τέτοια παρά μόνο για ορνιθοσκαλίσματα. Κοιτάζει κάτω, βλέπει πια έναν πίνακα με γράμματα, χρώματα, μυρωδιές και ήχους. Κοιτάζει πάνω βλέπει τον ουρανό με τ’άστρα.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στη στέγη για να ονειρεύεται καλύτερα τα αυριανά της ορνιθοσκαλίσματα και τα μακρινά αστέρια.
 

Αυτό το παραμυθάκι γράφτηκε σε μια προσπάθεια ενθάρρυνσης παιδιών στα πρώτα βήματα γραφής. Ένα σκέτο Δ, Λ, ή Ο που πρέπει να αναπαραχθούν πανομοιότυπα μέχρι να γεμίσει η κόλλα προκαλούσε αφόρητη ανία. Η ανάγκη επέτασσε τη δημιουργία μιας ιστορίας, ώστε να μπορέσει το παιδί να δει ότι τα γράμματα είναι σημαντικά εργαλεία και όχι απλές γραμμούλες.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Το καραβάκι και το δέντρο - Χριστουγεννιάτικο παραμύθι


Singing around the Tree, St Michael's Mount, Joanne Short

Κάποτε ήταν ένα καραβάκι. Άνοιγε τα πανιά του και ταξίδευε. Απολάμβανε τις μπουνάτσες, πάλευε τις φουρτούνες, έβρισκε απάγγιο σε θαλασσινές σπηλιές όταν κουραζόταν από το ταξίδι του, φούσκωνε τα πανιά του όταν σπάνια στο διάβα του απαντούσε άλλο πλεούμενο, με ένα λόγο αρμένιζε μεσοπέλαγα. Ποτέ του δε σταμάτησε για να σκεφτεί γιατί ταξιδεύει, πού μαθές πηγαίνει, γιατί τέλος πάντων ρίχνεται στα κύματα και τις νηνεμίες. Ήταν δα φυσικό. Καραβάκι ήταν, πλασμένο το λοιπόν να ταξιδεύει. Το σκαρί του γερό, αν και κάμποσες φορές χειάστηκε ν’αλλάξει τα ξάρτια και να μπαλώσει τα πανιά του, αν και κάμποσες φορές βγήκε στη στεριά για καλαφάτισμα.

Μια παραμονή Χριστουγέννων αγνάντεψε από μακριά ένα δέντρο στολισμένο. Δεν το είχε ποτέ του προσέξει μέχρι τότες πως υπάρχουν και άλλα ξύλα, που δεν αρμενίζουν, μα στέκουν σ’όλη τους τη ζήση ακίνητα σ’ένα μέρος, ριζωμένα βαθιά. Για δες, υπάρχουν ξύλα έτσι όπως τα έπλασε η φύση, αδούλευτα και ασάλευτα να βλέπουν το ίδιο μέρος, το ίδιο κομμάτι τ’ουρανού, το ίδιο χώμα κάτωθε τους, να περιμένουν τη βροχή να τα ραντίσει αντί να τρέχουν ξοπίσω από τα σύννεφα. Το καραβάκι απόρρησε και πιότερο ανάσανε με ανακούφιση που δεν ήταν το ίδιο έτσι στενεμένο σε δυο οργιές χώμα. Θες όμως η περιέργεια, θες τα φανταχτερά γιορτινά στολίδια του δέντρου, χωρίς πολύ σκέψη δοκίμασε να το πλησιάσει.

Τι χαρά ήταν αυτή που δοκίμασε, όταν είδε πως μπορούσε ν’αρμενίζει και στον ουρανό! Μέθυσε και παραλίγο να αποξεχαστεί πετώντας όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο πάνω, μέχρι που το δέντρο ίσα που φαινόταν. Λαμπύριζαν τα στολίδια του στον ήλιο, έτσι φορτωμένο που ήταν χρονιάρες μέρες. Πέταξε, πέταξε το πολυτάξιδο σκαρί, μέχρι που σκέφτηκε, δεν πάω μαθές να δω κι από κοντά τούτο το δεντρί, που, τι τα θες τι τα γυρεύεις, εξαιτίας του έμαθα πως μπορώ να πετάω κι όχι μοναχά να πλέω. Πλησίασε το λοιπόν κι όσο πλησίαζε, τόσο το θάμπωναν τα στολίδια, κι όσο κόντευε, τόσο πιο στενάχωρα ένιωθε που έβλεπε ξύλο αταξίδευτο. Έφτασε κάποτε κοντά. Πολύ κοντά. Κι απόμεινε να το κοιτάει.

-Τι κάνεις εδώ;
-Ριζώνω.
-Τίποτα άλλο;
-Βγάζω φύλλα πράσινα που θροϊζουν στο φύσημα του ανέμου και φτιάχνουν μουσική.
-Αυτό μονάχα;
-Βγάζω μπουμπούκια που ανθίζουν και ευωδιάζουν και έπειτα γίνονται καρπός.
-Μα οι ρίζες σου, πόσο πια να απλωθούν; Λίγα μέτρα κάτωθε σου. Και το θρόισμά σου, ποιος να τ’ακούσει εδώ στην ερημιά; Τα άνθη σου μοναχά ο ήλιος τα θωρεί, κι ο καρπός σου πέφτει στο χώμα.

-Και εσύ καραβάκι, τι κάνεις στη θάλασσα;
-Ταξιδεύω.
-Τίποτα άλλο;
-Φουσκώνω τα πανιά μου και κυνηγάω τους αέρηδες.
-Αυτό μονάχα;
-Βλέπω τόπους μακρινούς και απάτητα ακρογιάλια, σφυρίζω στα περαστικά καράβια, μιλώ με γοργόνες και γεύομαι την αλμύρα που στεγνώνει πάνω μου και ψήνει το σκαρί μου.
-Μα τη θάλασσα που αρμενίζεις δεν την κατέχεις στα βάθη της έτσι περαστικός που είσαι. Κι οι αέρηδες σε παρασέρνουν δώθε κείθε, και τ’άκρογιάλια μόλις τα πατήσεις φεύγεις για αλλού και τα καράβια που συναντάς πάντα περαστικά θα είναι και τις  γοργόνες πρέπει να βουλιάξεις για να μην είναι για πάντα φευγάτες, και το αλάτι ξεραίνει το ξύλο σου.

Έπειτα σωπάσανε. Τίποτε άλλο να πούνε δεν είχανε.
Φύσηξε όμως αγέρι και μεμιάς θρόισαν τα φύλλα του δέντρου. Τι όμορφη μουσική, αναρίγησε το καραβάκι, με όλα μου τα ταξίδια, ποτέ μου δεν άκουσα τόση ομορφιά.
Φύσηξε όμως αγέρι και φούσκωσαν τα πανιά του πλεούμενου καταμεσής στο δάσος και ήχησαν καθώς γεμίζανε με κείνο το καρδιοχτύπι, όταν ξεκινάει το ταξίδι. Τι όμορφη μουσική, θαμπώθηκε το δέντρο, με όλη μου την πυκνή φυλλωσιά, ποτέ μου δεν άκουσα τέτοιο καρδιοχτύπι.

Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς οι ευωδίες από τα άνθη του δέντρου κύκλωσαν το καραβάκι. Τι όμορφο άρωμα, ανάσανε βαθιά-βαθιά το καραβάκι, μ’όλα μου τ’αρμενίσματα, ποτέ μου δε γεύτηκα τόσο γλυκειά μυρωδιά.
Φύσηξε όμως και πάλι αγέρι και μεμιάς η μυρωδιά της αλμύρας από τα θαλασσόξυλα πότισε το δέντρο μέχρι τις ρίζες. Τι όμορφο άρωμα, ρούφηξε την ανάσα τους κατάβαθα το δέντρο, μ’όλα μου τα καρπίσματα, ποτέ μου δεν άκουσα τόσο αψιά ευωδιά.

Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν κουδουνίσματα από τα στολίδια του δέντρου. Τι όμορφος ήχος, αφουγκράστηκε το καραβάκι, μ’όλο που κρυφάκουγα νύχτα-μέρα τα τερτίπια της θάλασσας, ποτέ μου ήχος δε γράφτηκε τόσο απαλά πάνω μου.
Φύσηξε άλλη μια το αεράκι κι ακούστηκαν φουρτούνες κι απανεμιές, βουητά από θαλασσινές σπηλιές και τους ήχους που βγάζει το νερό όταν γλιστράει στα μαλλιά των θεών της θάλασσας. Τι όμορφος ήχος, μύρισε με τα πιο φωτεινά από τα φύλλα του το δέντρο, μόλο που κοίταζα νύχτα-μέρα τους φωναχτούς και τους σιωπηλούς ήχους του ξέφωτου, μόλο που κοίταζα τις αφέγγαρες νύχτες τα τραγούδια των ξωτικών, ποτέ μου ήχος δεν πότισε έτσι χορταστικά τις ρίζες μου.

Έπειτα σωπάσανε. Το δέντρο έβγαλε από πάνω του τα πιο πολύτιμα στολίδια του, κάτι διαμάντια φτιαγμένα από τις δροσοσταλίδες της αυγής που μάζευε ξημέρωμα το ξημέρωμα από τη μέρα που φύτρωσε. Τα κρέμασε στο κατάρτι και την κουπαστή και πολύτιμο πετράδι στο δάχτυλο της σκαλιστής γοργόνας στην πλώρη.
Τώρα ήταν και το καραβάκι στολισμένο να αστραφτοκοπά και να γιορτάζει. Κι όταν έφτασε το δειλινό, του έβαψε ο ήλιος τα στολίδια του πορτοκαλιά μαβιά και κόκκινα, του έβαψε η ψιχάλα του απόβραδου τα στολίδια του με ουράνια τόξα.

Το καραβάκι τράβηξε από τα πανιά του κλωστές ποτισμένες από την αλμύρα και τους φλοίσβους της θάλασσας που έξυνε ήχο τον ήχο γεύση τη γεύση από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Τις τύλιξε γύρω από το δέντρο, ανάμεσα στην φυλλωσιά γύρω από τις φωλιές των πουλιών, παντού να το ραίνουν ολόκληρο. Τώρα το δέντρο ήταν στολισμένο στ’αλήθεια, τίποτα δεν του έλειπε έξω από το αστέρι στην κορυφή. Αδράχνει το καραβάκι την Πούλια από το στέμμα της γοργόνας που φώλιαζε στην πρύμνη του και το ανάβει στην κορυφή να γελά  και να αντιφεγγίζει στη θάλασσα.

Έπειτα ξημέρωσαν Χριστούγεννα. Με στολίδια φωτερά να αντιλαλούνε σε θάλασσες και σε βουνά τη γιορτή. Με στολίδια πολύτιμα και ακριβά πάνω σε σε καράβια και δέντρα.