Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τροφή από αλλού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τροφή από αλλού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Χάρης Βλαβιανός, Το ποίημα του Βερμέερ




[...] Γράφω: Μελετώ την ποίησή σου προσπαθώντας να διακρίνω πάνω από ποιο τοπίο ανατέλλει το δικό σου όνειρο. Θυμάμαι την έντονη συζήτησή μας στο Rijksmuseum, στο Άμστερνταμ, μπροστά στην Ερωτική επιστολή του Βερμέερ και συμμερίζομαι σε μεγάλο βαθμό την εμμονή σου να συλλάβεις αυτό που με τόση έμφαση ονομάζεις απολιθωμένο χρόνο της συνείδησης. Όμως για μένα ατομικότητα σημαίνει οξυμένη αίσθηση του τρόπου με τον οποίο ο καθένας μας, μέσα σε μια διαρκή κίνηση, προσπαθεί ν’ αρμολογήσει σκέψεις και συναισθήματα. Και όπως ο Φλαμανδός στην Τέχνη της ζωγραφικής σηκώνει το παραβάν και μας ξεναγεί στο εργαστήριό του, τοποθετώντας μάλιστα τον εαυτό του στη θέση του ζωγράφου (με την πλάτη γυρισμένη στον θεατή είναι η αλήθεια), έτσι και εμείς θα μπορούσαμε να ανοίξουμε το δικό μας εργαστήριο, ώστε να φανεί καθαρότερα η συγκεκριμένη συνθήκη μέσα στην οποία συγκροτούμε, με ρευστές και ασταθείς λέξεις, τη συνείδηση. Ξεκινάμε χωρίς να γνωρίζουμε τι θα συλλέξει ο νους από την αστραφτερή ροή των πραγμάτων — τι άφησαν πίσω τους τα κύματα στο πρώτο φως της ημέρας. Έχει νόημα να προχωρήσουμε πριν παραιτηθούμε από την ομορφιά. Το κόσμημα που κρατάς στα χέρια σου ζητάει να δικαιωθεί τώρα. Κοίταξέ το όσο ακόμη λάμπει».

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Ο Εφιάλτης

Τ' όνομά της ήταν Ακτή και Κυριακή. Είχε μαύρα μάτια μαύρα μαλλιά μαύρα φορέματα μαύρα μεσοφόρια κι ένα άλογο κατάμαυρο. Όμως τη λέγαν Ακτή και Κυριακή. Το σπίτι της ήταν σ' 'ενα νησί κι ήταν γεμάτο πιστόλια πορφύρες σημαίες άστρα στα δίχτυα πυροβόλα σκάφανδρα αγκίστρια κιβώτια με όνειρα, κιβώτια με σφαίρες νησιώτικες φορεσιές λάμπες με γυαλιά χρωματιστά μαντίλια χρωματιστά κι ένα παλιό σκουριασμένο κανόνι. Σα  βράδιαζε στο παράθυρο άναβε ένα φανάρι. Άναβε-έσβηνε άναβε-έσβηνε κι αμέσως μια έρημη βάρκα άραζε πλάι στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού κι ένας-ένας πέντε άντρες γλιστρούσαν μέσα στο σπίτι. Σε λίγο από ένα κρυφό πορτόνι σκεπασμένο από τ' αθάνατα ο Πρώτος άντρας έβγαινε νεκρός. Ο Δεύτερος με το πρόσωπο γεμάτο αίματα κρατώντας ένα πεντάμορφο βρέφος σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τρίτος κι αυτός γεμάτος αίματα κρατώντας ένα αυτόματο σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τέταρτος σερνάμενος τυλιγμένος από την κορφή ως τα νύχια σ' ένα βαρύ σκούρο πράσινο ύφασμα. Ο Πέμπτος κι αυτός νεκρός. Όμως η πιο εξαίσια νεκρή ήταν η κοπέλα μέσα στο κάτασπρό της φόρεμα κατάχαμα ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της πλημμυρισμένη κι αυτή στο αίμα τα χέρια σταυρωτά ψηλά στο στήθος και μ' ένα χαμόγελο και μ' ένα πράσινο κλωνί στο στόμα ενώ οι πέντε γερμανοί αδύναμοι μπροστά της χαιρετούσαν σε στάση προσοχής.
      
Μίλτος Σαχτούρης, Παραλογαίς (1948)

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Παράθυρο στο Χάος

Egon Schiele, Convertion, 1912

«Διανύουμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας στην επιφάνεια αιχμάλωτοι επίσης των φροντίδων, των ασήμαντων ασχολιών, της διασκέδασης. Γνωρίζουμε όμως, ή πρέπει να γνωρίζουμε, ότι ζούμε στο χείλος μιας διπλής Αβύσσου ή Χάους ή απύθμενου Βαράθρου. Η Άβυσσος που είμαστε, που είμαστε εμείς οι ίδιοι, εντός του ίδιου του εαυτού μας και για τον εαυτό μας. Η Άβυσσος πίσω από τα εύθραστα φαινόμενα, το αποσαρθρωμένο κάλυμμα του οργανωμένου κόσμου και ακόμα και του κόσμου που υποτίθεται πως ερμηνεύει η επιστήμη. Άβυσσος το ίδιο μας το σώμα, μόλις απορρυθμιστεί έστω και ελάχιστα –αλλά και κατά τον υπόλοιπο χρόνο, άλλωστε, αλλά δεν το σκεφτόμαστε διόλου, το ασυνείδητο και οι σκοτεινοί μας πόθοι, το βλέμμα του άλλου, η ηδονή, επίμονα διαπεραστική και πάντοτε φευγαλέα, ο θάνατος, ο χρόνος, για τον οποίο ύστερα από εικοσιπέντε αιώνες φιλοσοφικής σκέψης, δεν είμαστε ακόμη σε θέση να πούμε κάτι. Ο χώρος επίσης, αυτή η ακατανόητη αναγκαιότητα για καθετί που υπάρχει να οριοθετηθεί μέσα σε ένα εδώ ή αλλού. Γενικότερα η αέναη δημιουργία/καταστροφή που είναι το ίδιο το είναι, δημιουργία/καταστροφή όχι μόνο των επιμέρους πραγμάτων, αλλά και των ίδιων των μορφών και των νόμων που διέπουν τα πράγματα. Άβυσσος τελικά το μη νόημα που βρίσκεται πίσω από κάθε νόημα, η ερείπωση των σημασιών με τις οποίες θέλουμε να ντύσουμε το είναι, όπως και η αδιάλειπτη ανάδυσή τους.
[...] Ο συγγραφέας σε έναν ορισμένο τύπο κοινωνίας, στον τύπο ακριβώς όπου η δημοκρατία αρχίζει να βλαστάνει-καθώς και ένας καλλιτέχνης γενικώς ή (αλλά με διαφορετικό τρόπο) ένας στοχαστής ή ένας φιλόσοφος-, αρνείται την απόκρυψη της Αβύσσου. Όταν ξεκινά έναν διάλογο με τον κόσμο και με τους άλλους [...] δεν είναι για να μετριάσει, να κρύψει, να παρηγορήσει ή να διδάξει, αλλά για να αποκαλύψει, για να σκίσει τα καλύμματα της θεσμισμένης και κατεστημένης ύπαρξής μας, για να φέρει στο φως το Χάος. Παραδόξως το κατορθώνει δίνοντας στο Χάος μια μορφή διαφορετική από αυτήν που, θεσμικά, το συγκαλύπτει, μια μορφή που πραγματοποιεί το θαυμαστό αυτό επίτευγμα να παρουσιάζει δίχως να αποκρύπτει. Η καλλιτεχνική μορφή είναι, συγχρόνως, η μορφή του Χάους και η μορφή που αντικρίζει μπροστά της το Χάος. Είναι πέρασμα και άνοιγμα στην Άβυσσο. Αυτή ακριβώς η μορφοποίηση του Χάους αποτελεί την κάθαρσιν της τέχνης.»
Κορνήλιος Καστοριάδης, Παράθυρο στο Χάος, Ύψιλον, 2007

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Σίσσυφος

Αναδημοσίευση από το blog Astropina, 15-3-2009
 
"Ποτέ ένα κομμάτι του παζλ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και αλήθεια και ψέμα.

Ναι καλά! Φαντάζομαι πως θεωρητικά θα ισχύει και μάλιστα θα μπορούσες να στήσεις ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις επί του θέματος. Πρακτικά όμως;

Κάθομαι στο αμπάρι ενός παλιού φαλαινοθηρικού στο Όσλο, πίνω ούζο και χαζεύω μέσα από τη τζαμαρία το παιχνίδισμα του φεγγαριού στη θάλασσα. Το αξιοσημείωτο είναι πως αυτά είναι τα λιγότερο παράξενα που μου συμβαίνουν.

Το φαλαινοθηρικό είναι ένα παμπάλαιο σκαρί, άψογα συντηρημένο και μετασκευασμένο σε μπαρ. Ο ιδιοκτήτης, άνθρωπος διορατικός, πρόλαβε και το έκανε μπαρ πριν το βάλουν σε κάποιο μουσείο. Η ιδιότητα του μπαρ δικαιολογεί και τη τζαμαρία που δύσκολα θα την είχαν προβλέψει οι αρχικοί "συμπαθείς" χρήστες του πλοίου. Οι συχνές διακοπές των Σκανδιναυών στη Μεσόγειο εξηγούν και το ούζο.

Μακάρι να μπορούσες να εξηγήσεις το ίδιο εύκολα έστω και εκ των υστέρων τα όσα παράξενα συνέβησαν ή το χειρότερο πρόκειται να συμβούν.

Το χέρι μου ψάχνει κάτι στη δεξιά μου τσέπη. Μόλις το βρίσκει το σφίγγει για να βεβαιωθεί ότι δε θα του φύγει. Αμέσως νοιώθω λίγο κουτός και στριφογυρίζω νευρικά και με ενοχές το αντικείμενο. Μετά το ακουμπάω πάνω στο τραπέζι. Είναι μια μικρή σταχτιά αχοιβάδα ή κάποιο άλλο είδος οστράκου. Πού να ξέρω. Δείχνει ασήμαντη και σίγουρα θα την πατούσες και θα την έσπαγες χωρίς να το σκεφτείς. Κι όμως γύρω από αυτή περιστρέφεται όλη η ύπαρξή μου, όλο το σύμπαν μου, αν το θέλετε.

Παραγγέλνω άλλο ένα ούζο. Αισθάνομαι πολύ όμορφα και ζεστά εδώ. Ταιριάζω σε αυτή τη ζωή, σε αυτό το κόσμο, σε αυτό το μπαρ τέλος πάντων. Δεν τρέφω όμως αυταπάτες. Έξω περιμένει η Δοκιμασία. Γαλήνια, μαγευτική και γεμάτη υποσχέσεις για καινούργιες ανείπωτες φρίκες.

Όσο κι αν σας ξαφνιάσει, με ξέρετε πολύ καλά. Ή μάλλον ξέρετε την ιστορία μου. Εδώ και κάμποσα χρόνια, στάσου να τα μετρήσω... αμέτρητα, οι Θεοί ή ο Θεός ή όπως τον πιστεύει ο καθένας σας, με βασανίζουν. Αρχικά οι δοκιμασίες ήταν επίπονες βέβαια αλλά αρκετά απλές. Να κουβαλήσω για παράδειγμα έναν τεράστιο βράχο στη κορυφή ενός βουνού και μόλις φτάσω αυτός να κυλήσει κάτω και να πρέπει να τον ανεβάσω ξανά και ξανά.

Αποδείχτηκε ότι έχοντας άπειρες ευκαιρίες επανάληψης αργά ή γρήγορα πετύχαινα το σκοπό μου όσο δύσκολος κι αν ήταν. Εύρισκα τότε τη λύτρωση; Όχι. Αυτόματα έπρεπε να περάσω ένα νέο, δυσκολότερο και όλο και πιο ευφάνταστο μαρτύριο. Η πραγματική μου καταδίκη ήταν ο αιώνιος κύκλος των δοκιμασιών και όχι ο αιώνιος κύκλος μιας και μόνο απλοϊκής δοκιμασίας όπως μάθατε στο σχολείο. Το όνομά μου, Σίσσυφος.

Η τελευταία απαίτηση ήταν να φτιάξω ένα παζλ μιας παραλίας. Μόνο που δεν πρόκειται για μια εικόνα παραλίας κομμένη σε μικρά μικρά κομματάκια ως συνήθως. Μιλάμε για μια πραγματική παραλία με τα αμέτρητα βοτσαλάκια της και τις αμέτρητες, τι άλλο, αχοιβάδες. Για να υπάρχει και λίγο ενδιαφέρον, πρέπει να τη φτιάξω μάλιστα στη μορφή που ήταν στις εικοσιδύο Σεπτεμβρίου του δύο χιλίαδες τρία. Η εν λόγω παραλία στέκεται έτοιμη λίγα μέτρα μπροστά μου από την άλλη μεριά της βιτρίνας του μπαρ. Έτοιμη; Όχι ακόμη. Το τελευταίο κομμάτι του παζλ, μια σταχτιά αχοιβάδα, κάθεται ανέμελα πάνω στο τραπέζι μου. Κάποιος τουρίστας από την Ελλάδα την είχε πάρει μαζί του για να τη χαρίσει στην αγαπημένη του. Μπράβο! Δε μπορούσες να της αγοράσεις της κοπέλας ένα άρωμα ή ένα ρούχο;

Τίποτε δε μαρτυρά τον τιτάνιο κόπο που έχει καταβληθεί, για να βρίσκεται αυτή η παραλία εκεί και απλά να περιμένει την τελευταία της αχοιβάδα. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να σηκωθώ, να κάνω καμμιά δεκαριά, πολύ-πολύ προσεκτικά βήματα και να ολοκληρώσω το παζλ. Και μετά τι; Μου έχει δοθεί η ελπίδα ότι κάποια μέρα θα λυτρωθώ. Λες να είναι αυτός ο τελευταίος κύκλος; Κι αν δεν είναι; Φτου κι απ’ την αρχή! Πρέπει να συνεχίζω να παλεύω. Αυτό κάνω αμέτρητα χρόνια.

Είναι όμορφα όμως εδώ. Παντού όμορφο σκαλισμένο ξύλο, γλυκιά μουσική, ζεστούλα, καλό ποτό και ακόμη καλύτεροι φίλοι, ένα πανέμορφο φεγγάρι πάνω από τη πάντα θεϊκή θάλασσα και μια κοπέλα να με περιμένει. Μια ολόκληρη ζωή. Όλα αυτά θα χαθούν, αν βάλω το τελευταίο κομμάτι. Θα αντικατασταθούν από κάτι ξένο, ένα νέο σκληρό, απάνθρωπο μαρτύριο. Πόση αλήθεια μπορεί να έχει το τελευταίο κομματάκι ενός παζλ, όσο σωστά κι αν τοποθετήθηκε, όταν αυτό το ίδιο το παζλ θα αναιρεθεί και θα γίνει ένα ψέμα τη στιγμή της ολοκλήρωσής του;

Περίεργες σκέψεις γυρνούν στο κεφάλι μου. Σκέψεις που θα ήταν αδιανόητες, όσο μοχθούσα να ολοκληρώσω το έργο μου. Τότε είχα βάλει κάτω το κεφάλι και απλά δούλευα. Σκέψου όμως να φύγω απόψε χωρίς να βάλω την αχοιβαδούλα εκεί που πρέπει. Τώρα μάλιστα που κοιτάω, σαν να σηκώνεται και κυματάκι. Σίγουρα θα μου ανακατέψει βοτσαλάκια και αχοιβάδες. Αύριο θα πρέπει να ξεκινήσω σχεδόν από την αρχή. Όμως θα βρίσκομαι ακόμη εδώ.

Παύω να σκέφτομαι. Αφήνω τον εαυτό μου να κάνει όπως νομίζει. Τελειώνω το ποτό μου. Μετά σηκώνομαι και φεύγω. Φεύγω από τη μεριά της παραλίας σέρνοντας τα βήματά μου, όχι επειδή διστάζω, αλλά για να κάνω όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ζημιά.

Αν αποφασίσεις να μην πολεμήσεις, σημαίνει ότι ηττήθηκες;"