Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου
έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία
με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει
ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα
φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα
είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους
ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ" ο Γιάννης
Ρίτσος στον Μίκη
Θεοδώρακη για τον"Επιτάφιο".
Μάιος 1936 οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν
απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων (αφιέρωμα
Α,
Β). Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους
και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν
στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις 9
Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών
που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της
Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης.
Αυτή η μέρα είναι παραπάνω από σημαδιακή όχι
μόνο για τα θλιβερά επεισόδια αλλά κυρίως γιατί αποτέλεσε την αφορμή για την
ποιητική στροφή ενός ολόκληρου έθνους. Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην
εφημερίδα Ριζοσπάστης η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί
πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται και
εμπνέεται ξεκινώντας να γράφει τους πρώτους στίχους από τον
"Επιτάφιο".
Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και
δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου:
Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό;
Για τους δικούς σου κόπους την πλερωμή σου ζήτησες απ΄
άδικους ανθρώπους.
Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι, τον ίδρωτά σου
ζήτησες και σούκοψαν το χέρι.
Δεν ήσουν ζήτουλας εσύ να πας παρακαλιόντας, με τη γερή
σου την καρδιά πήγες ορθοπατώντας.
Και χύμηξαν απάνου σου τα σμουλωχτά κοράκια και σούπιαν
το αίμα, γιόκα μου, σου κλείσαν τα χειλάκια.
Τώρα οι παλάμες σου οι αχνές, μονάκριβέ μου κρίνε, σα δυο
πουλάκια ανήμπορα και πληγωμένα μου είνε.
Που τα φτερά τους δίπλωσαν και πια δε φτερουγούνε και τα
κρατώ στα χέρια μου και δε μου κελαϊδούνε.
Ω, γιε μου, αυτοί που σ΄ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε τα
τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.
Και στο αίμα τους τη φούστα μου κόκκινη να τη βάψω και να
χορέψω. Αχ, γιόκα μου, δεν πάει μου να σε κλάψω.
Εν το μεταξύ ο αγώνας των εργαζομένων δικαιώνεται με
την αποδοχή των αιτημάτων τους, την ίδια ώρα που το έργο του Ρίτσου
λογοκρίνεται έντονα από τοπικές αρχές και πολιτικούς. Στις 8/6/1936 ο
«Επιτάφιος» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο του βιβλίου (
ξυλογραφία) επιμελείται ο χαράκτης Λυδάκης. Η έκδοση
προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά οι οποίες και οδηγούν
στην πυρά πληθώρα αντιγράφων.
Με τα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, της
κατοχής και του εμφυλίου η Ελλάδα χάνει μέρος από την πολιτιστική της
αίγλη. Ο "Επιτάφιος", μετά από τον 20χρονο παραγκωνισμό του, είναι
έτοιμος να δώσει νέα πνοή στην ελληνική ποίηση. Ο Ρίτσος με την επιστροφή του
από την εξορία αναδημοσιεύει τα έργα του και στέλνει τον "Επιτάφιο"
στον Μίκη Θεοδωράκη με την αφιέρωση «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά
στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».
Ο συνθέτης μελοποιεί τμήμα του έργου στο
αυτοκίνητό του περιμένοντας την γυναίκα του να επιστέψει από τα ψώνια της σε
ένα παρισινό σούπερ μάρκετ. Σημειώνει με μολύβι τις νότες στο περιθώριο κάθε
σελίδας του βιβλίου που του είχε στείλει ο Ρίτσος. Ο Μίκης στέλνει την μουσική
σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκη, το Γιάννη Ρίτσο και τον Βύρωνα Σάμιο.