Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Εύλογες απορίες

Του Προκόπη Μπίχτα


Τώρα που εξαπλώνεται η συζήτηση για επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, κοινωνικοποιήσεις – εθνικοποιήσεις τραπεζών, διαγραφή του χρέους κ.λ.π., ξεπήδησαν οι συνήθεις αντιρρησίες και καθ’ έξιν απορημένοι και «θέτουν προβληματισμούς»: «πως θα γίνουν αυτά» και εξάγουν ή υπονοούν και πόρισμα: «αυτά δεν γίνονται»!

Ότι ανάλογες ενέργειες έχουν γίνει σε δεκάδες χώρες, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του κόσμου διαθέτουν εθνικά νομίσματα, ότι, μέσα στον 20ο αιώνα, 47 χώρες έχουν κηρύξει στάση πληρωμών για τα χρέη τους και οι 44 από αυτές πέτυχαν πρωτοφανείς ρυθμούς ανάπτυξης, ότι σε μια σειρά χώρες έχουν χαριστεί και διαγραφεί τα χρέη ιδιωτών και πολλά άλλα πράγματα, προφανώς «δεν έχουν υποπέσει στην αντίληψή τους»! «Προσπαθούν» ακόμα να ανακαλύψουν τον τροχό!

Απορώ:
Αυτοί οι ίδιοι, γιατί δεν έθεταν ανάλογα ερωτήματα όταν η Ελλάδα έμπαινε στο ευρώ;
Γιατί δεν απορούν για το πώς υπολογίστηκε η ισοτιμία 340,75/1;
Γιατί δεν απορούν για το τι συμβαίνει με ένα νόμισμα που το δίνει η ΕΚΤ, αν θέλει, όποτε θέλει και με όσο τόκο θέλει;
Γιατί δεν απορούν για την εισδοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη, δηλαδή σε μια νομισματική περιοχή που υπηρετεί μόνο τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες και καταστρέφει τις υπόλοιπες;
Γιατί δεν απορούν πως η Ελλάδα δεν διαγράφει μονομερώς ένα χρέος που είναι επίπλαστο, παράνομο, ντροπιαστικό και καταστρατηγεί κάθε άγραπτο και γραπτό Δίκαιο;
Γιατί δεν απορούν πώς φορτωθήκαμε το μνημόνιο;

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

I, Daniel Blake




Η ταινία του Κεν Λόουτς «I, Daniel Blake», έχει σαρώσει τα βραβεία και είναι η καλύτερη ταινία που είδα εδώ και χρόνια.
  

Ο Κεν Λόουτς είχε αποφασίσει να αποχωρήσει από το σινεμά αλλά επέστρεψε για να κάνει το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ».


«Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ, είμαι ένας πολίτης, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο» είναι η φράση που ακούγεται στην κορυφαία σκηνή της ταινίας, όπου ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι πια απών.


Είχα να ρίξω τέτοιο κλάμα από όταν ήμουν παιδί και έκλαιγα για την Βουγιουκλάκη που δεν είχε να ταΐσει τα εφτά αδέρφια της.


Η ταινία του Κεν Λόουτς θα μπορούσε να είναι μελό, αν δεν ήταν η πραγματικότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.


Βλέπω πολλούς να σηκώνουν το φρύδι περιπαικτικά απέναντι στην ιστορία της ταινίας αλλά είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν επιλεκτική όραση και αντίληψη, οπότε δεν βλέπουν τους ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια και αυτούς που σε παρακαλούν με χαμηλωμένο βλέμμα έξω από ένα σούπερ μάρκετ να τους αγοράσεις ένα πακέτο μακαρόνια ή ένα κουτί γάλα.


Η προσπάθεια του Ντάνιελ Μπλέικ να παραμείνει αξιοπρεπής και άνθρωπος, σε έναν κόσμο που αποκλείει αυτόν και εκατομμύρια άλλους είναι συγκινητική.


Τον ξέρεις τον Ντάνιελ Μπλέικ.


Είναι ο πατέρας σου, ο φίλος σου, ο αδελφός σου, ο γείτονάς σου.


Ο Ντάνιελ Μπλέικ είσαι -εν δυνάμει- εσύ. Και αυτό είναι πολύ φοβιστικό.


Ο Ντάνιελ Μπλέικ έρχεται από τη «Συνοικία το όνειρο» αλλά, αλίμονο, δεν υπήρχαν φτωχοί και αποκλεισμένοι στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, όπως δεν υπάρχουν και σήμερα.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Πώς στρώθηκε ο δρόμος για τον φασισμό

Αν μου ζητούσαν να επιλέξω μια φράση-κλειδί που ακουγόταν πολύ στην Ελλάδα τις προηγούμενες δυο δεκαετίες, δεν θα είχα κανένα ενδοιασμό: «Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική». Ακούστηκε πολλές φορές από χιλιάδες χείλη απλών πολιτών. Μπορεί να την είπες κι εσύ. «Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική». Ακούστηκε, ως απάντηση, από εκατοντάδες «καλλιτέχνες» και ηθοποιούς, όταν ερωτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια για τα όσα συνέβαιναν στη χώρα μας. Το πίστευαν; Το έλεγαν γιατί ήθελαν να τα έχουν καλά με όλους και να μη χάσουν «πελάτες»; Πάντως, το έλεγαν.

Τις προηγούμενες δεκαετίες, η πολιτική στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο δημοφιλής όσο είναι σήμερα. Αν ξεκινούσες πολιτική συζήτηση, οι άνθρωποι δυσανασχετούσαν. Ήταν «βαρετό».
Κάτι ακόμα που δεν ήταν διόλου δημοφιλές στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες ήταν η γνώση και η πνευματικότητα. Ο χαρακτηρισμός «κουλτουριάρης» σου ερχόταν αμέσως σαν ταμπέλα όχι αν προσπαθούσες να πεις κάτι πολύ βαρύ και ασήκωτο αλλά αν έκανες το λάθος να ξεφύγεις λίγο από το Κλικ, το Nitro, το ποδόσφαιρο και τα τηλεοπτικά κλισέ.


Αν δεν άκουγες Βίσση, Ρέμο, Σφακιανάκη, Ρουβά και Χατζηγιάννη, ήσουν κουλτουριάρης. Κι έτσι φτάσαμε κάποια στιγμή να θεωρούνται κουλτουριάρικα τα λαϊκά τραγούδια του Τσιτσάνη και του Χατζιδάκι.
Μιλώντας με νέους ανθρώπους, συνειδητοποιείς πως δεν έχουν διαβάσει σχεδόν τίποτα. Εντάξει, δεν ήμασταν ποτέ ένας λαός βιβλιολάγνων που δεν άφηναν το βιβλίο από το χέρι αλλά οι παλαιότερες γενιές όλο και κάτι είχαν διαβάσει. Έστω, τους κλασικούς συγγραφείς. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν κορόιδευαν αυτούς που αγαπούσαν το διάβασμα.


Δεν είναι τυχαία η επιτυχία του «Αλχημιστή» του Πάολο Κοέλιο στη χώρα μας. Αφενός το βιβλίο ήταν μικρό και αφετέρου περιείχε μια φράση που οι Έλληνες αποστήθισαν μαζικά: «Όταν επιθυμείς κάτι, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις». Πώς; Μόνο με την επιθυμία; Χωρίς κόπο; Χωρίς πόνο; Χωρίς διάβασμα; Χωρίς γνώση; Ό,τι κι αν εννοούσε ο Κοέλιο, οι παθητικοί -και λόγω Ορθοδοξίας- Έλληνες καθησυχάστηκαν, αφέθηκαν στο σύμπαν και το περίμεναν να συνωμοτήσει υπέρ τους. Το σύμπαν δεν συνωμότησε.
Η αδιαφορία για την πολιτική και η απόλυτη αντιπνευματικότητα οδήγησαν στην χρεοκοπία. Πρώτα στην κοινωνική, ηθική και πολιτιστική χρεοκοπία και μετά στην οικονομική.