Του Σταύρου ΑντύπαΦθίνουσα εποχή. Στο ράφι της ιστορίας, μικροπωλητές με χαλαρές τις γραβάτες, αντικαθιστούν τα ώριμα σταφύλια της οργής με ψεύτικους και σχεδόν σαπισμένους αντικατοπτρισμούς. Δίπλα στα τσιγάρα με φόρο πολυτελείας, κονσέρβες με ημερομηνίες λήξης έναν αιώνα πίσω, απειλούν με γενοκτονία τις τάξεις εκείνες που ευδαιμονούν πάνω από μεταλλικά τασάκια με νωπά, από τις πρώτες βροχές, αποτσίγαρα.
Η πληρωμένη αφθονία μιας απρόσωπης μειοψηφίας, ερμητικά τοκισμένη με τον ιδρώτα ρυτιδιασμένων κροτάφων που έγειραν έξω από το ζύγι συμβιβασμένων βλεμμάτων, θυσιάζει τις κερασιές που ξέχασαν να ανθίσουν, κρεμώντας τα άνθη που δεν άνοιξαν ή άργησαν να κοκκινίσουν πάνω σε κοκάλινους αγκαθωτούς σταυρούς. Ένας φωτογράφος, με τρίποδο που στέκει στις δυο όχθες του ίδιου ωκεανού, στέλνει μαζικά στο ανώνυμο πλήθος άγουρων πεποιθήσεων, την πειστική εικόνα κάποιου μεσήλικα εγκληματία ψαρά που εκβίασε σε ζωντανή σύνδεση τα ήρεμα συθέμελα της παγκόσμιας τάξης.
Άφθονη και η σπουδή. Στα ιδιωτικά διδακτήρια επιχορηγούμενων κολλεγίων, άσπονδοι και αμέθυστοι καθηγητές, με πίπες επιλεκτικά σβησμένης σοφίας, ξεκινούν την χρονιά καλοχτενισμένων νεαρών μαθητών, με την ανάποδη τροχιά μιας αχώνευτης ιστορίας. Στην αλχημεία των αριθμών, οι εξισώσεις με αγνώστους σωρό, βάφονται στο χρώμα κόκκινων φανατικών για να ξεπλυθεί το μελανό χρώμα του πλούτου. Στις φαβορίτες του δολαρίου, στρώσεις αγνοουμένων ανθρακωρύχων εξισώνονται με τις λευκές κόνιδες μιας φυλής σε υπεροχή, στην κόψη των πενήντα ευρώ, η όψη μιας Ευρώπης που καίγεται ζωντανή σε φούρνο μικροκυμάτων, παίρνει την μορφή ξαναζεσταμένων φαντασμάτων με πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων.