Από τις
«παστρικές» της Μικρασιατικής Καταστροφής, μέχρι τη τεμαχισμένη σωρό της
τραγικής Ζωής Φραντζή, που δεν είχε «σηκώσει τα χαλιά στο σπίτι της Μάη μήνα»
-όπως έκριναν οι γειτόνισσες- και από τη δήθεν διακριτική μουρμούρα της
εγκαταλειμμένης μάνας του «που να πάω παιδί μου, εδώ θα δω λίγο τηλεόραση, αλλά
σάμπως έχει τίποτα της προκοπής πια κι αυτή», μέχρι το «όλοι μαζί τα φάγαμε»
του Πάγκαλου ή την ενοχική κλαψομουνιάση της Αριστεράς «τώρα στη μαύρη αρρώστια
ανάξια πλερωμή», και τους «βρωμιάρηδες λαθρομετανάστες» που θα μας αλλοιώσουν
τον πολιτι(ζ)μό, μια αδιόρατη κοινωνική μηχανική επιχειρεί εδώ και δεκαετίες να
ενοχοποιήσει το κοινωνικό σώμα. Και φαίνεται να τα καταφέρνει…
του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Τα καταφέρνει γιατί, πριν απ’ όλα, έχει ένα ισχυρό κίνητρο. Να «ανακουφίσει», έστω προσωρινά, τη νεύρωση του επικριτή-ενοχοποιητή. Και ξέρουμε πια, ότι οι αρνητικές κρίσεις προκύπτουν, σχεδόν νομοτελειακά, ως ψυχοπαθολογική συνέπεια της νευρωσικής προσωπικότητας που τις εκφέρει. Οναρκισσισμός, η κατάθλιψη, η έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή, η ελλειμματική συναισθηματική νοημοσύνη, η κυκλοθυμία, οι τραυματικές εμπειρίες, η αντικοινωνικότητα, αλλά κυρίως ένα παγιωμένο αίσθημα μειονεξίας και η χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά όσων επι-κρίνουν και ενοχοποιούν. Όσων, δηλαδή, προβάλλουν το φιλμάκι της ανιαρής ζωούλας τους στις πράξεις, στα λόγια και γενικώς στα μούτρα των υπολοίπων.
Κάπως έτσι, βήμα-βήμα, πρόσωπο με πρόσωπο, οικογένεια με οικογένεια, παρέα με παρέα, γειτονιά με γειτονιά, κοινωνική ομάδα με κοινωνική ομάδα, η επικριτική ενοχοποίηση μπόλιασε τη χώρα από τη μια μεριά ως την άλλη. Έτσι κι αλλιώς, από τη μεταπολίτευση και μετά, το μητριαρχικό οικογενειακό μοντέλο «εφοδίασε» και «εκπαίδευσε» τις νέες γενιές με τις αναμονές-υποδοχές πάνω στις οποίες αγκιστρώθηκαν εύκολα οι ενοχοποιητικές λειτουργίες του κυρίαρχου συστήματος. Η καλή μανούλα που ήλεγχε δια των ενοχών το μέχρι χθες νήπιο, αντικαταστάθηκε από τον συνετό εκπρόσωπο των πολιτικοοικονομικών ελίτ. Η μανούλα του χθες, ο κάθε συνετός Αλέκος Παπαδόπουλος του σήμερα. «Μανούλα» κι αυτός στην ενοχοποίηση.
του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
Τα καταφέρνει γιατί, πριν απ’ όλα, έχει ένα ισχυρό κίνητρο. Να «ανακουφίσει», έστω προσωρινά, τη νεύρωση του επικριτή-ενοχοποιητή. Και ξέρουμε πια, ότι οι αρνητικές κρίσεις προκύπτουν, σχεδόν νομοτελειακά, ως ψυχοπαθολογική συνέπεια της νευρωσικής προσωπικότητας που τις εκφέρει. Οναρκισσισμός, η κατάθλιψη, η έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή, η ελλειμματική συναισθηματική νοημοσύνη, η κυκλοθυμία, οι τραυματικές εμπειρίες, η αντικοινωνικότητα, αλλά κυρίως ένα παγιωμένο αίσθημα μειονεξίας και η χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά όσων επι-κρίνουν και ενοχοποιούν. Όσων, δηλαδή, προβάλλουν το φιλμάκι της ανιαρής ζωούλας τους στις πράξεις, στα λόγια και γενικώς στα μούτρα των υπολοίπων.
Κάπως έτσι, βήμα-βήμα, πρόσωπο με πρόσωπο, οικογένεια με οικογένεια, παρέα με παρέα, γειτονιά με γειτονιά, κοινωνική ομάδα με κοινωνική ομάδα, η επικριτική ενοχοποίηση μπόλιασε τη χώρα από τη μια μεριά ως την άλλη. Έτσι κι αλλιώς, από τη μεταπολίτευση και μετά, το μητριαρχικό οικογενειακό μοντέλο «εφοδίασε» και «εκπαίδευσε» τις νέες γενιές με τις αναμονές-υποδοχές πάνω στις οποίες αγκιστρώθηκαν εύκολα οι ενοχοποιητικές λειτουργίες του κυρίαρχου συστήματος. Η καλή μανούλα που ήλεγχε δια των ενοχών το μέχρι χθες νήπιο, αντικαταστάθηκε από τον συνετό εκπρόσωπο των πολιτικοοικονομικών ελίτ. Η μανούλα του χθες, ο κάθε συνετός Αλέκος Παπαδόπουλος του σήμερα. «Μανούλα» κι αυτός στην ενοχοποίηση.

