Ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά 'σ ταγραφόμενα, και...τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης.Μπαίνοντας εις αυτό το έργον καιακολουθώντας ναγράφω...........(Μακρυγιάννης)

.......να γράφω δικά μου, να γράφω δικά σας, να γράφω και ξένα. Οπιανού και νάναι πάλι εγώ θα γράφω, ακόμα και αν δε μου αρέσουν αυτά που έχετε γραμμένα, απλά γιατί αρέσουν σε σας που τα γράψατε και σε σας που τα βλέπετε, κι αν σας πικράνω μη λησμονάτε τα λόγια του George Orwell ….. εάν σημαίνει κάτι τέλος πάντων η Ελευθερία, σημαίνει το δικαίωμα του να λες στους ανθρώπους αυτά που δεν θέλουν να ακούσουν.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση-Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση-Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία…

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἅγιος ΒασίλειοςΑπό το αναγνωστικό  Ε΄ δημοτικού
Γ. Καλαματιανού, Θ. Γιαννόπουλου, Δ. Δούκα, Δ. Δεληπέτρου, Ν. Κοντόπουλου, Δ. Κοντογιάννη, Α. Ταμπακόπουλου, Γ. Ξενόπουλου, Α. Κουρτίδη, Γ. Κονιδάρη, Π. Νιρβανά, Δ. Ζήση του 1966

– Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία….....

῞Ολη ἡ Γειτονιὰ ἀντηχοῦσε ἀπ’ τὰ χαρμόσυνα κάλαντα, ποὺ τραγουδοῦσαν τὰ παιδάκια τὴν παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς.
Καὶ τὸ βράδυ, μαζεμένη γύρω στὸ τζάκι ἡ οἱκογένεια τοῦ παπα – Θύμιου, καμάρωνε τὰ δῶρα, ποὺ χάρισε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, καὶ περίμενε τὴν ὥρα τῆς βασιλόπιτας.
῾Ο Γιῶργος, μαθητὴς τῆς πέμπτης τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἐπάνω κάτω ἕντεκα χρονῶ, κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα χρυσοδεμένο βιβλίο καὶ τὸ στριφογύριζε ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς καὶ ξεφύλλιζε τὶς εἰκόνες του. Καὶ ἡ Μαρία, ἕνα χρόνο μικρότερη, κρατοῦσε καὶ χάιδευε καὶ καμάρωνε μιὰ πανώρια κούκλα.
Καὶ πάλι ἀντήχησαν στὴ γειτονιὰ οἱ χαρούμενες φωνὲς τῶν παιδιῶν

– Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία.

– Ποῦ εἶναι ἡ Καισαρεία, μπαμπά; ρώτησε ἡ Μαρία.

– Εἶναι πέρα στὴν Ἀνατολή, παιδί μου. Μὰ τὴ λένε Καισάρεια καὶ ὄχι Καισαρεία.

– Καὶ γιατί τὰ παιδιὰ τὴ λένε ἔτσι;

– Γιατὶ ἔτσι ταιριάζει καλύτερα στὸ τραγούδι τους. Μήπως θέλετε νὰ σᾶς πῶ τὴν ἱστορία τοῦ Ἁι – Βασίλη; ῎Ετσι θὰ περάση καὶ ἡ ὥρα, ὅσο νὰ κόψωμε τὴ βασιλόπιτα.

Χαρούμενα τὰ παιδιὰ τριγύρισαν τὸν παπα – Θύμιο. ῾Η παπαδιὰ ἔριξε κι ἄλλα ξύλα στὴ φωτιά, ἔδωσε σ’ ὅλους ἀπὸ ἕναν κουραμπιὲ κι ὁ παπὰς ἄρχισε τὴν ἱστορία.

– ῞Οπως σᾶς εἶπα καὶ πρωτύτερα, ἡ Καισάρεια εἶναι βαθιὰ στὴν Ἀνατολή, σὲ μιὰ χώρα ποὺ τὴ λένε Καππαδοκία.
᾽Εκεῖ γεννήθηκε ὁ Ἁι – Βασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ὕστερ’ ἀπ’ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Οἱ γονεῖς του, ὅπως οἱ περισσότεροι πατριῶτες του, ἦταν εἰδωλολάτρες.
῾Η μητέρα του, ἡ ᾽Εμμέλεια, ἦταν μιὰ σπάνια γυναίκα κι ἔδωσε στὸ παιδί της πολὺ καλὴ ἀνατροφή. Πόσα χρωστοῦμε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ στὴν καλὴ αὐτὴ μητέρα!
Ὅταν μεγάλωσε ὁ Βασίλειος, πῆγε στὴν Ἀθήνα νὰ σπουδάση κι ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο. ῎Εγινε στὴν ἀρχὴ δικηγόρος. Στὴν πατρίδα του ἦταν καὶ δάσκαλος μερικὰ χρόνια. Ἀλλὰ οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο ἐπάγγελμα τοῦ γέμιζε τὴν ψυχή.
Μὲ τὸ δυνατό του μυαλὸ εἶδε, πὼς ἡ νέα θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἦταν καλύτερη ἀπ’ τὴν παλιά. ῎Εβλεπε κάθε μέρα νὰ κυνηγοῦν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς βασανίζουν. Ὁ αὐτοκράτορας ἦταν κι αὐτὸς εἰδωλολάτρης καὶ δὲν ἤθελε να πληθαίνουν οἱ Χριστιανοί.
῾Η ψυχὴ τοῦ Βασιλείου δὲ μποροῦσε νὰ ὑποφέρη τὶς ἀδικίες αὐτές. Σὲ ἡλικία 27 χρονῶν ἔγινε Χριστιανός, μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ξεκίνησε νὰ γυρίση κι ἄλλους τόπους, νὰ γνωρίση κι ἄλλους Χριστιανούς, ν’ ἀγωνιστῆ κι αὐτὸς γιὰ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ.
Θέλοντας νὰ ἰδῆ μὲ τὰ μάτια του τὰ μέρη, ποὺ γεννήθηκε κι ἔζησε ὁ Χριστός, ταξίδεψε στὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴ Συρία, τὴ Μεσοποταμία. Στὴν Αἴγυπτο γνώρισε καὶ τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο.

Βλέπω στὰ μάτια σας, παιδιά μου, ν’ ἀναγαλλιάζη ἡ ψυχή σας ἀκούοντας τὰ ταξίδια αὐτά, σὰ νὰ τὰ ζηλεύετε. Μὰ λέτε, πὼς ἦταν εὐχάριστα τὰ ταξίδια αὐτά; ᾽Εκεῖνον τὸν καιρὸ οὔτε σιδηρόδρομοι ὑπῆρχαν, οὔτε ἀτμόπλοια, οὔτε αὐτοκίνητα. Μὴν ξεχνᾶτε, πὼς οὔτε χρήματα εἶχε πιὰ ὁ Βασίλειος.
Μὴν ξεχνᾶτε καὶ πόσο κυνηγούσανε παντοῦ τοὺς Χριστιανούς καὶ, θὰ καταλάβετε πόσο βασανισμένο ἦταν αὐτὸ τὸ μεγάλο ταξίδι τοῦ Βασιλείου.
Σ’ ἕνα ἄλλο του ταξίδι στὸν Πόντο, ποὺ εἶχε κι ἕνα πατρικό του κτῆμα, ἀποφάσισε νὰ ζήση κάμποσον καιρὸ στὴν ἐρημιά, μόνος του σὰν καλόγερος. Διάλεξε μιὰ τοποθεσία ἥσυχη· καὶ τερπνὴ κι ἀφοσιώθηκε στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀκοῦστε, πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος σ’ ἕνα γράμμα στὸ φίλο του Γρηγόριο, τὸν τόπο ποὺ διάλεξε νὰ ζήση:

– «Ἀφοῦ ἀπελπίστηκα πιὰ ὅτι θὰ μ’ ἀκολουθήσης, ζήτησα καταφύγιο ἐδῶ, στὸν Πόντο. Καὶ ὁ Θεὸς μ’ ὁδήγησε σ’ ἕναν τόπο, ποὺ μ’ εὐχαριστεῖ πάρα πολύ.
Θυμᾶσαι καμιὰ φορά, ποὺ παίζοντας πλάθαμε μὲ τὴ φαντασία μας ὄμορφες τοποθεσίες; Τέτοιο εἶναι καὶ τὸ μέρος ποὺ ζῶ σήμερα. Εἶναι ἕνα ψηλὸ βουνὸ σκεπασμένο ἀπὸ πυκνὸ δάσος. ᾽Εδῶ κι ἐκεῖ τρέχουν κρύα καὶ κατακάθαρα νερά.
Στὰ πόδια τοῦ βουνοῦ εἶναι μιὰ πεδιάδα, ποὺ ποτίζεται ἄφθονα ἀπὸ τὰ νερὰ αὐτά. Στὴν πεδιάδα αὐτὴ μόνα τους ἔχουν φυτρώσει ὅλων τῶν λογιῶν τὰ δέντρα καὶ τόσο πυκνά, ποὺ καμιὰ φορὰ δυσκολεύεται κανένας νὰ περάση.
Μπροστὰ στὴν τοποθεσία αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτε τὸ νησὶ τῆς Καλυψῶς, ποὺ τόσο θαύμασε τὴν ὀμορφιά του ὁ ῞Ομηρος».

Πολλοὶ φίλοι του πηγαίνανε νὰ τὸν ἰδοῦν στὴν ἐρημικὴ ζωή του· πῆγε κι ὁ Γρηγόριος, μὰ πολὺ λίγο ἔμεινε μαζί του, γιατὶ δὲν τοῦ ἄρεσε ἡ ζωὴ τῆς ἐρημιᾶς.
Ἁλλὰ κι ὁ Βασίλειος ἀναγκάστηκε ν’ ἀφήση τὴ μοναχικὴ ζωή· Οἱ διωγμοὶ τῶν Χριστιανῶν ἐξακολουθοῦσαν ἀγριότεροι καὶ ἡ ἐξάπλωση τῆς νέας θρησκείας τοῦ Χριστοῦ κινδύνευε νὰ σταματήση· ῾Ο αὐτοκράτορας ᾽Ιουλιανὸς προστάτευε μὲ φανατισμὸ τὴν εἰδωλολατρεία.

Γύρισε στὴν πατρίδα του ὁ Βασίλειος καὶ χειροτονήθηκε παπάς, τὸν ἴδιο σχεδὸν καιρὸ μὲ τὸ Γρηγόριο. Μὲ τὴ ρητορική του δύναμη ἔδωσε θάρρος στοὺς κατατρεγμένους Χριστιανοὺς καὶ μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ φιλάνθρωπη ζωή του ἔδωσε τὸ καλύτερο παράδειγμα τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ. Καὶ ὅταν ἕνας μεγάλος λιμὸς ξαπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν Καππαδοκία καὶ τὸν Πόντο, ὁ Βασίλειος τρέχοντας παντοῦ, μάζευε βοηθήματα ἀπὸ τοὺς πλούσιους καὶ μοίραζε στοὺς φτωχοὺς καὶ παρηγοροῦσε τοὺς δυστυχισμένους, θυσιάζοντας καὶ τὴ λίγη περιουσία, ποὺ τοῦ εἶχε ἀπομείνει.

Σὲ ἡλικία σαράντα χρονῶν, ὁ Βασίλειος ἔγινε ᾽Επίσκοπος Καππαδοκίας κι ἔμεινε πάντα ὁ πατέρας τοῦ λαοῦ κι ὁ φίλος τῶν δυστυχισμένων. Φορώντας πάντα τὸ ἴδιο ράσο καὶ τρώγοντας μόνο ψωμὶ καὶ χόρτα, ἐξοικονομοῦσε ὅ,τι χρειαζόταν γιὰ τοὺς φτωχοὺς κι ἔχτισε στὴν Καισάρεια μεγάλο νοσοκομεῖο καὶ πτωχοκομεῖο. Κι ἔτσι ὅλος ὁ βίος του ἦταν ἕνα πολύτιμο στήριγμα τῆς χριστιανοσύνης.

Ὁ νέος αὐτοκράτορας Οὐάλης – ἐχθρὸς κι αὐτὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔστειλε στὴν Καισάρεια ἕναν ἀξιωματικό, τὸ Μόδεστο, γιὰ νὰ φοβίση τὸ Βασίλειο καὶ νὰ τὸν ἀναγκάση νὰ πάψη τὸ κήρυγμά του καὶ τὶς φιλανθρωπίες του.

Ἀτάραχος ἔμεινε ὁ Βασίλειος στὶς φοβέρες τοῦ ἀξιωματικοῦ.

– Πῶς, τοῦ λέει αὐτός, δὲ φοβᾶσαι τὴ δύναμή μου;

– Καὶ γιατί νὰ τὴ φοβηθῶ ; ἀπάντησε ὁ Βασίλειος. Τί μπορεῖς νὰ μοῦ κάμης;

– Τί μπορῶ νὰ σοῦ κάμω; ῞Ολα εἶναι στὴν ἐξουσία μου. Μπορῶ νὰ δημέψω τὴν περιουσία σου, μπορῶ νὰ σ’ ἐξορίσω, μπορῶ νὰ σὲ βασανίσω, μπορῶ ἀκόμη καὶ νὰ σὲ θανατώσω.

– Μὲ τίποτε ἄλλο νὰ μὲ φοβερίσης, γιατὶ αὐτὰ δὲν τὰ φοβοῦμαι. Τὴ δήμευση δὲν τὴ φοβοῦμαι, Γιατὶ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο ἀπὸ δυὸ τριμμένα ράσα καὶ λίγα βιβλία. Τὴν ἐξορία δὲν τὴ φοβοῦμαι, γιατὶ ὅλη τὴ γῆ τὴ θεωρῶ πατρίδα μου. Τὰ βάσανα δὲν τὰ φοβοῦμαι, γιατὶ τὸ σῶμα μου εἶναι τόσο ἀδύνατο, ὥστε θὰ νεκρωθῆ, πρὶν προφτάσης νὰ τὸ βασανίσης. Καὶ τέλος, δὲ φοβοῦμαι τὸ θάνατο, γιατὶ αὐτὸς θὰ μὲ φέρη συντομώτερα κοντὰ στὸ Θεό.

– Ποτὲ δὲν ἄκουσα τέτοια λόγια, ἀποκρίθηκε ὁ ἀξιωματικὸς μὲ ἀληθινὴ κατάπληξη.

Γιατὶ καὶ ποτὲ δὲν ἀπάντησες ἀληθινὸν ᾽Επίσκοπο. ᾽Εμεῖς εἴμαστε ἥσυχοι καὶ ταπεινοί, ὄχι μοναχὰ μπροστὰ στὸ βασιλιά, ἀλλὰ καὶ στὸν τελευταῖο ἄνθρωπο.
Ἅμα ὅμως πρόκειται γιὰ τὴν πίστη μας στὸ Θεό, οὔτε τὴ φωτιὰ φοβόμαστε, οὔτε τὸ σπαθί, οὔτε τὰ ἄγρια θηρία· αὐτὰ τὰ θεωροῦμε διασκέδαση. Αὐτὰ ἂς μάθη ὁ αὐτοκράτορας μιὰ γιὰ πάντα.

Τέτοιος, ἐξακολούθησε ὁ παπα – Θύμιος, ἦταν, παιδιά μου, ὁ σπάνιος αὐτὸς ᾽Επίσκοπος. Καὶ μὲ τὸ ἀσθενικό του σῶμα καὶ μέσα σὲ πολλὲς κακουχίες αὐτὸς ἐξακολούθησε νὰ περιοδεύη παντοῦ, νὰ ἐλεῆ τοὺς δυστυχισμένους, νὰ παρηγορῆ τοὺς θλιμμένους, νὰ δίνη θάρρος στοὺς βασανισμένους Χριστιανούς. Κι ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τὶς στερήσεις πέθανε σὲ ἡλικία πενήντα χρονῶν, τὴν ἡμέρα τῆς πρωτοχρονιᾶς.
Ὅλος ὁ τόπος ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ τὸν προστάτη του. Χιλιάδες ἀπ’ ὅλη τὴν ἐπαρχία ἔτρεξαν στὴν κηδεία του. Χριστιανοὶ καὶ ᾽Ιουδαῖοι καὶ εἰδωλολάτρες ἔκλαψαν μαζὶ τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἀπὸ τὸν πυκνὸ συνωστισμὸ πολλοὶ βρῆκαν τὸ θάνατο κι οἱ ἄλλοι τοὺς καλοτύχιζαν, ποὺ πέθαναν μαζὶ μὲ τὸ Βασίλειο.

– Καὶ τώρα, παιδιά μου, εἶπε τελειώνοντας ὁ παπα - Θύμιος, ἂς ζητήσωμε τὴν εὐχὴ τοῦ 
Ἁι - Βασίλη καὶ ἄς κόψωμε τὴ βασιλόπιτα γιὰ τήν καλὴ χρονιά.



Καλή και Ευλογημένη Χρονιά.......!!!
Συνεχίζεται......... »

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Οι καλικάντζαροι διαχρονικά, στην Ελληνική παράδοση αλλά και σε όλο τον κόσμο

Χριστούγεννα και καλικάντζαροι

Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις οι καλικάντζαροι είναι διάφορα δαιμονικά όντα.
Τα όντα αυτά παρουσιάζονται στη γη την Παραμονή των Χριστουγέννων και βασανίζουν τους ανθρώπους όλο το Δωδεκαήμερο μέχρι τα Θεοφάνεια, που αγιάζονται τα νερά. Θεωρούνται δύσμορφοι και λιπόσαρκοι, καθένας με κόκκινα μάτια, αχτένιστα μαλλιά, δόντια άγριου θηρίου, τραγοπόδαρα ή με τέσσερα πόδια σαν πίθηκοι. Οι γιαγιάδες μας παλιά έλεγαν πως είναι αερικά, ξωτικά.

Σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (από 25 Δεκεμβρίου μέχρι και τις 6 Ιανουαρίου).
Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα».

Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν’ αλωνίσουν τον κόσμο. Κάποιοι πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, ασχημομούρηδες, ψηλοί και ξερακιανοί. Άλλοι λένε ότι φοράνε σιδεροπάπουτσα.
Για άλλους, έχουν κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και τριχωτό σώμα. Καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλος στραβοχέρης ή στραβοπρόσωπος, με καμπούρα ή ουρά.

Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση.
Γι’ αυτό και δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία.
Όσο, όμως, και αν διαφωνεί ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.
Καθώς η παράδοση ρίζωνε, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα όπως: καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες κ.α.
Καθ' όλη τη διάρκεια του έτους είναι κρυμμένοι κάτω από τη γη και πελεκούν το δέντρο που τους στηρίζει.
Όταν φτάσουν στο κρίσιμο σημείο για να μην πλακωθούν από τη γη βγαίνουν στην επιφάνεια και όταν νυχτώσει για να βλάψουν όσους αντικρίζουν.
Στη Βενετία την παραμονή των Χριστουγέννων γεννιόντουσαν οι μάγισσες και οι στρίγγλες.
Στη Γαλλία οι Loup-garous τριγυρνούσαν στους δρόμους τη νύχτα των Χριστουγέννων και έτρωγαν τα σκυλιά. Την ίδια νύχτα στις σκανδιναβικές δοξασίες έβγαιναν στους δρόμους τα ΤΡΟΛ και άλλα σατανικά πλάσματα και οι άνθρωποι τα εξευμένιζαν με θυσίες.
Στην Ισλανδία πίστευαν ότι κάθε Χριστούγεννα 9 julesveinar κατέβαιναν από τα βουνά για να αρπάξουν παιδιά και να τα οδηγήσουν στις σπηλιές των ξωτικών.
Στη Γερμανία, το δωδεκαήμερο ανέβαινε στη γη ο Άγριος Κυνηγός, η Λυσσασμένη Στρατιά, οι μάγισσες και οι τερατόμορφες γυναίκες που έκλεβαν τα μωρά από την κούνια τους, γι' αυτό οι άνθρωποι έπρεπε να κλειδώνονται μέσα μετά τη δύση του ήλιου και να μην κάνουν καμιά δουλειά εκείνες τις ημέρες
Κατά διάφορες ελληνικές δοξασίες οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια, γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν, στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά Ελληνική δοξασία (αρχαίας καταγωγής) «δαιμόνιων» που σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου - 6 Ιανουαρίου). Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους τώρα που ο Χριστός είναι και εκείνος αβάφτιστος.

Για τη προέλευση αυτών των δαιμόνων υπάρχουν οι ακόλουθες απόψεις:
Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Σατύρων και του Πάνα (Schmidi).
Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Κενταύρων (Mayer, Lawson). Από τη νεώτερη φαντασία των Ελλήνων εξ αφορμής αρχαίων μύθων (Ν. Πολίτης).
Εκ των αιγυπτιακών κανθάρων (Boll, που συμφωνεί και ο Κουκουλές).
Εκ του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα (Σβορώνος).
Ως δαιμόνια της εστίας του πυρός (Δεινάκης)
Η ιστορία τους αρχίζει, όπως έχει αναφερθεί, από τα αρχαία χρόνια.
Οι Αρχαίοι πίστευαν πώς όταν οι νεκροί έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, έβγαιναν στον επάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Αργότερα, οι Βυζαντινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα!
Οι άνθρωποι έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπα τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν.

Εκτός από αυτές τις απόψεις, υπάρχουν και κάποιοι που υποστηρίζουν άλλες θεωρίες.
Ο Schmidi λέει πώς προέρχονται από την αρχαία ελληνική μυθολογία περί των Σατύρων και του Θεού Πάνα.--- Ο Mayer και ο Lawson αναφέρονται και εκείνη στην αρχαία ελληνική μυθολογία, αλλά αυτή τη φορά στον μύθο περί των Κενταύρων.  Άλλη άποψη, που εξέφρασε ο Boll και συμφώνησε μαζί του ο Κουκουλές, είναι ότι προέρχονται εκ των αιγυπτιακών κανθάρων. Ο Σβορώνος όμως δίνει μια άλλη εκδοχή υποστηρίζωντας ότι οι άνθρωποι είχαν επιρεαστεί από το Δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα. Τέλος, ο Δεινάκης υποστηρίζει πώς ο μύθος τους προέρχεται από πραγματικά δαιμόνια, τα οποία ήταν της εστίας του πυρός, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι περισσότεροι από τους ερευνητές, από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι και σήμερα, υποστήριξαν ότι οι καλικάντζαροι δεν είναι αληθινά όντα, αλλά προέρχονται από την φαντασία των ανθρώπων.----- Συγκεκριμένα, ο Ν.Πολίτης , στην περισπούδαστη πραγματεία του «Οι Καλικάντζαροι», έχει τη γνώμη ότι η συνήθεια να μασκαρεύονται από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα «παρέχε το ενδιαφέρον εις την φαντασίαν του λαού να πλάσει τους Καλικάντζαρους.
Ο τρόπος ον ενέπνεον εις τα παιδιά μεν πάντοτε, πολλάκις δε εις τους ενήλικας, προσέδιδε δαιμονιώδη φύσιν εις τους οχληρούς και ταραχώδεις εκείνους πανηγυριστάς των Καλανδών, μέχρις ότου παντελώς συνέχισε και αφομοίωσεν αυτούς προς τα παντοία δείγματα των δεισιδαιμόνων παραστάσεων».----- Επιπλέον, ο Μιχαήλ Ψελλός, μεγάλος μάγος των Βυζαντινών χρόνων, σε μικρή μελέτη του για τους καλικάντζαρους έγραψε ότι «ο φόβος και η προκατάληψη των αμόρφωτων ανθρώπων είναι εκείνο που γεννά τις φαντασίες των δαιμονικών».
Καθώς ο χρόνος περνούσε, όλα αυτά μαζί με τους φόβους των ανθρώπων έμεναν στις μνήμες και σιγά σιγά δημιουργήθηκαν αυτά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλασματάκια που ονομάσαμε καλικάτζαρους [Όπως επισημαίνει στο «Βήμα» η καθηγήτρια του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κυρία Ευγενία Κούκουρα Δομνηνού, οι αντιλήψεις περί καλικάντζαρων και η μεταμφίεση σε ένα είδος φαντασμάτων (χάλοουιν) στις 25 Δεκεμβρίου, όπως συμβαίνει σε πολλές περιοχές της Δύσης, χάνονται στα βάθη των χιλιετιών.
Υπάρχουν, προσθέτει, συγκεκριμένες αναφορές στον Πλούταρχο και στον Κικέρωνα με τις οποίες φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι ψυχές που αποχωρίστηκαν από το σώμα είτε παρίσταναν τους καλούς δαίμονες και ήταν φύλακες των ανθρώπων (lares) είτε τους κακούς και ονομαζόταν Iarvei (δηλαδή έμπουσες ή μορμολύκεια) και κατοικούσαν σύμφωνα με ορισμένες πηγές μεταξύ Σελήνης και Γης και σύμφωνα με άλλες στον Αδη.


Αποτέλεσμα εικόνας για καλικάντζαροι στην αρχαιοτητα
Οι αρχαίοι πίστευαν ότι αυτοί οι δαίμονες επισκέπτονταν τρεις φορές τον χρόνο τη Γη: στις 24 Αυγούστου, στις 5 Οκτωβρίου και στις 8 Νοεμβρίου και τότε ο κόσμος ήταν ανοιχτός (muntus patet). Εκείνες τις περιόδους διοργανώνονταν ειδικές τελετές και εορτές για τις ψυχές. Κατά τον Κικέρωνα, ο στρατηγός Δέκιμος Βρούτος, ο οποίος ήταν ο πρώτος που επιτέθηκε στον Αδη, διάβηκε τον ποταμό της λήθης και επέστρεψε ζωντανός, γιόρταζε την εορτή των ψυχών την τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα του χρόνου. Τότε οι άνθρωποι έστρωναν τραπέζια για να ταΐσουν τα καλά πνεύματα και από κει προέρχεται το χάλοουιν, η γιορτή δηλαδή των χωρών της Δυτικής Ευρώπης στην οποία τα μικρά παιδιά μεταμφιέζονται και επισκέπτονται τα σπίτια της γειτονιάς όπου τους δίνονται γλυκά και δώρα. Τα κακά πνεύματα, δηλαδή τους καλικάντζαρους, τους έδιωχναν από το σπίτι με το λιβάνι, που αποτελούσε αλεξιτήριο και χρησιμοποιούνταν στους ναούς για τη λατρεία των Θεών. ]

Από που προέρχεται η ονομασία τους;
Υπάρχουν πολλές απόψεις περί της ετυμολογίας της λέξης καλικάντζαρος. Κύριες εκ των οποίων είναι:
• Ως παράγωγο από την Τουρκική γλώσσα, σύμφωνα με τη γνώμη του Schmidt και του Wachsmuth.
• Εκ του «καλός + κάνθαρος» [Καλικάνθαρος] εξέφρασε ο Κοραής (Άπαντα Δ΄) που
συμφωνούν αργότερα ο Boll, ο Κουκουλές ( Έλληνας Βυζαντινολόγος ) και ο Μπούντουρας.
• Εκ του «λύκος + κάνθαρος» παρήγαγε επίσης και ο Πολίτης (Πανδώρα).
• Εκ του «λύκος + άντζαρος» [= ανήρ] παρήγαγε ο Λουκάς (Φιλολογικές επισκέψεις).
• Επίσης εκ του «καλίκιν + τσαγγίον» ή «καλός + τσαγγίον» και της μεγεθυντικής κατάληξης
–άρος (= ο φέρων καλά τσαγγία, υποδήματα, αντί καλίκια) ή ο φέρων καλίκια αντί τσαγγίων όπως παρήγαγε πάλι ο Πολίτης.
• Ο Ν. Πολίτης μας πληροφορεί ακόμα, πως οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι Καλικάντζαροι είναι βρικόλακες Ατσιγγάνων. Έτσι εξηγείται και η ονομασία τους. Το πρώτο συνθετικό «Κάλι» είναι ονομασία Ατσιγγάνων. Το δεύτερο συνθετικό είναι ονομασία των Ατσιγγάνων της Αιγύπτου, που ήρθαν στην Ελλάδα τον 14ο αιώνα. Ονομάζονταν«Γαντζάροι». Οι Καλι-Γαντζάροι έγιναν Καλι-Καντζάροι με αφομοίωση, που άλλαξε το Καλίγι σε Καλίκι.
• Εκ του λατινικού «καλιγάτος» “Caligatus” ετυμολόγησε ο Οικονόμου.
• Η ετυμολογία του Παντελίδη ( 1955 ) υποστήριξε εκ του «καλίκιν + άντζα».
• Εκ των ξένων ο Lawson παρήγαγε ετυμολογία εκ του «καλός + κένταυρος», ενώ
• ο Δεινάκις υποστηρίζει ότι η ετυμολογία του ονόματος είναι παράγωγο του «καρκάντζι» (καρκάντζαρος) που σημαίνει το ξηρό, κεκαυμένο, o τσουρουφλισμένος.

Καλικάντζαροι στην Ελλάδα:
Κάθε περιοχή στην Ελλάδα έχει άλλη γνώμη για τους καλικάντζαρους σχετικά με την εμφάνισή τους, με το ποιος γίνεται και με το τι κάνουν, όμως παντού υπάρχουν ορισμένα κοινά στοιχεία.

Έτσι, στην Αντίσσα της Λέσβου λένε, πως οι Καλικάντζαροι έρχονται την πρώτη μέρα του Δωδεκάμερου, που είναι τα Χριστούγεννα. Όποιος πεθάνει και πάει στον άλλο κόσμο άψαλτος κι αλιβάνιστος, βρικολακιάζει και γίνεται Καλικάντζαρος. Γι’ αυτούς είναι δαίμονας με ανθρώπινη μορφή, μαύρος, με κόκκινα μάτια σαν τη φωτιά, στραβός και ασχημομούρης, στραβοκάνης με πόδια σαν του τράγου, χέρια αρκουδίσια, κι όλο του το κορμί μαλλιαρό.

Στην Κάρπαθο, οι μανάδες δένουν τη μέση των παιδιών τους, που είναι στις κούνιες, με «βάτους» τις χριστουγεννιάτικες μέρες, για να μην τους κάνουν κακό οι «Κάγοι», οι Καλικάντζαροι, που θα φύγουν απ’ τα σπίτια, όπως πιστεύουν, σαν περάσει η γιορτή του Άϊ-Γιάννη.

Στη Ρόδο, όποιο παιδί γεννηθεί ανήμερα τα Χριστούγεννα, το λένε«Κάο», Καλικάντζαρο. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι «Κάηδες» σηκώνονται τη νύχτα απ’ το κρεβάτι τους το πρώτο δεκαήμερο, κι ασυναίσθητα γυρίζουν έξω.
Για να μην αγριέψει όμως το παιδί, οι δικοί του φροντίζουν να του κάνουν το «μονομερίτικο» ρούχο. Φωνάζουν, δηλαδή, στο σπίτι τους γυναίκες που να λέγονται Μαρίες και τους δίνουν μία μπάλα μπαμπάκι. Αυτές το κλώθουν, το κάνουν νήμα, το υφαίνουν και ράβουν ένα ρούχο, που θα το φορέσει ο Κάος. Όλη αυτή η δουλειά πρέπει να γίνει μέσα σε μια μέρα, γι’ αυτό και το ρούχο λέγεται «μονομερίτικο».

Στη Θράκη πιστεύουν ότι οι Καλικάντζαροι συνηθίζουν να κατεβαίνουν τη νύχτα από το τζάκι και ν’ αρπάζουν τα λουκάνικα, κι ότι χορεύουν γύρω από τα πηγάδια, όπου, αν πάει κανείς, τον βάζουν με το στανιό, δηλαδή εξαναγκαστικά, να χορέψει μαζί τους.

Στην Κυνουρία χαράζουν με κάρβουνο σταυρούς στις πόρτες και στα παράθυρα, για να μην μπαίνουν μέσα οι«Λυκοκαντζάροι».



Συνεχίζεται......... »

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Ἡ Κυρά τῶν Mαρασίων (Κυριακή 19 Ἰουνίου 2011)


Εἰκόνα ἀπὸ: e-evros

«Γιά νά φαίνεται ἡ σημαία ἀπέναντι, ἐκεῖ ὅπου γεννήθηκα»

«Κυρά-Βασιλικούδα η Κυρά τῶν Mαρασίων»

Παπανικολόπουλος Νικόλαος Ὑποναύαρχος Λ.Σ (ἐ.ἀ.)

Τά Μαράσια εἶναι ἕνα μικρό χωριό τοῦ Δήμου Ὀρεστιάδας (πρό τοῦ Καλλικράτη ἀνῆκε στό Δῆμο Τριγώνου), μέ 198 κατοίκους, στή συμβολή τῶν ποταμῶν Ἕβρου καί Ἄρδα, στό Βόρειο Ἕβρο.
Εἶναι τό βορειότερο σημεῖο τῆς πατρίδα μας.
Ἀπέχει 23 χιλιόμετρα ἀπό τήν Ὀρεστιάδα, 140 ἀπό τήν Ἀλεξανδρούπολη, 1.000 ἀπό τήν Ἀθήνα καί μιά ἀνάσα ἀπό τά σύνορα μέ τήν Τουρκία.
Τό χωριό ἔγινε γνωστό στό πανελλήνιο ἀπό τήν κυρά Βασιλική Λαμπίδου-Φωτάκη ἤ καλύτερα «Κυρά τῶν Mαρασίων» ἤ «κυρα-Βασιλικούδα», ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν οἱ συγχωριανοί της.

Ἡ Βασιλική Λαμπίδου, γεννήθηκε τό 1904 στό Μεγάλο Ζαλούφι τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Ἀπό παιδί γνώρισε τήν ὀρφάνια καί τήν πίκρα τῆς προσφυγιᾶς, καθώς ἡ οἰκογένειά της μετακινήθηκε κυνηγημένη ἀπό τούς Τούρκους στήν Ἀδριανούπολη.
Μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν τό 1921 ἐγκαταστάθηκε προσωρινά στό Ἑλληνοχώρι Διδυμότειχου καί στή συνέχεια στό Σάκο Ὀρεστιάδας. Παντρεύτηκε καί ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά.
Μετά τόν πρόωρο χαμό τριῶν ἐκ τῶν τεσσάρων παιδιῶν της, τό 1962, ἐγκαταστάθηκε ὁριστικά στό ἀκριτικό χωριό Μαράσια Ἕβρου.
Ὁ ἀβάστακτος πόνος τοῦ χαμοῦ τῶν τριῶν παιδιῶν της καί ὁ καημός τῆς ξενιτιᾶς, ἀντί νά τή λυγίσουν, ἔγιναν ἀτίθαση φλόγα ἀγάπης πρός τήν πατρίδα.
Τότε, ἄρχισε νά ἀντιμετωπίζει σάν δικά της παιδιά, ὅλα τά Ἑλληνόπουλα καί ἰδιαίτερα τά στρατευμένα. Ἀπό τότε, παιδιά της γίνονται οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες πού φυλᾶνε Θερμοπύλες στό ἀκριτικό φυλάκιο (Ε.Φ. 50) τοῦ χωριοῦ.

Ἐκεῖ βοήθησε τόν ἀνώνυμο φαντάρο πού χρειαζόταν κάτι παραπάνω στή δύσκολη περίοδο τῆς στρατιωτικῆς του θητείας.
Ἡ ἴδια, ἀνέθεσε στόν ἑαυτό της καί τήν ἱερή ἀποστολή νά ὑψώνει, τήν Ἑλληνική Σημαία, στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ της, πού ἦταν τό τελευταῖο τοῦ χωριοῦ, 100 μόλις μέτρα ἀπό τή φυσική γραμμή –τόν Ἕβρο– τῶν συνόρων μέ τήν Τουρκία.
Γιά πενήντα χρόνια, ὕψωνε καθημερινά τήν Ἑλληνική Σημαία. Ἔλεγε, ὅτι ἀκούγοντας τούς Τούρκους ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἔνιωθε πάντα τήν ἀνάγκη νά δηλώνει τήν παρουσία της καί τήν ἑλληνικότητα τοῦ τόπου. «Γιά νά φαίνεται ἡ σημαία ἀπέναντι, ἐκεῖ ὅπου γεννήθηκα», συνήθιζε νά λέει.
Τό σπίτι της, ἁπλό καί φτωχικό, ἔδινε τήν ἐντύπωση δημόσιου κτιρίου, ἀφοῦ σέ περίοπτη θέση κυμάτιζε ἡ Ἑλληνική Σημαία ἀπό τό πρωί ὥς τό βράδυ, ὅλες τίς μέρες τοῦ χρόνου.
Ὅσοι ἔκαναν τή στρατιωτική θητεία τους στό Β. Ἕβρο τή θυμοῦνται μέ εὐγνωμοσύνη.
Καθημερινή ἀπασχόλησή της ἦταν ἡ φροντίδα τῶν στρατιωτῶν τοῦ φυλακίου. Τούς μαγείρευε, τούς ἔπλενε, τούς φιλοξενοῦσε συγγενικά καί ἀγαπημένα τους πρόσωπα, τούς ἔλεγε μιά καλή κουβέντα καί τά συμβούλευε σάν δικά της παιδιά.

Τιμήθηκε ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τό 2007, μετά ἀπό πρόταση τοῦ Δήμου Τρίγωνου, πού ἐξέφρασε τήν ἐκτίμηση καί ἀγάπη ὅλης τῆς τοπικῆς κοινωνίας.
Ἀνακηρύχτηκε τό 2007 ἀπό τούς ἀναγνῶστες τοῦ περιοδικοῦ Life and Style ὡς ἡ ἑλληνίδα γυναίκα τῆς χρονιᾶς.
Τιμήθηκε γιά τήν προσφορά της στήν πατρίδα καί στά στρατευμένα νιάτα ἀπό τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ τό 2010.

Κατά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων τοῦ 2011, στό Στρατιωτικό Φυλάκιο τῶν Μαρασίων, τήν συνάντησε καί τήν τίμησε μέ ἐπίδοση εἰδικῆς πλακέτας ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας.Ἀκόμη καί βαριά ἄρρωστη, τίς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς της, ἀρνιόταν πεισματικά νά ἐγκαταλείψει τήν ἑστία της, γιά νά νοσηλευθεῖ στό Νοσοκομεῖο.
Δέχτηκε, μόνο ὅταν τήν ἐνημέρωσαν ὅτι τό εἶπε ὁ Ἀρχηγός ΓΕΣ, τόν ὁποῖο ὑπεραγαποῦσε. Ἔτσι τό Μάιο τοῦ 2011, εἰσήχθη στό στρατιωτικό νοσοκομεῖο Διδυμοτείχου.
Τήν Κυριακή 19 Ἰουνίου 2011, πέρασε στήν αἰωνιότητα. Ὥς τήν τελευταία στιγμή, διατηροῦσε σώας τάς φρένας, ἀλλά καί ἄσβεστη τή φλόγα τῆς ἀγάπης πρός τήν πατρίδα.
Ἡ κηδεία της ἔγινε τή Δευτέρα 20 Ἰουνίου 2011 στά Μαράσια, δημοσίᾳ δαπάνῃ καί μέ τιμές ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ μέ τήν παρουσία τοῦ Ἀρχηγοῦ ΓΕΣ Ἀντιστράτηγου Φράγκου Φραγκούλη (Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἅμυνας).

Ὁ Ἀρχηγός ΓΕΣ, ὁ ὁποῖος τήν εἶχε γνωρίσει ὡς ἀνθυπολοχαγός, εἶχε πεῖ βουρκωμένος τά ἑξῆς: 
«H κυρά Βασιλική, ἤ κυρά τῶν Mαρασίων, αὐτή ἡ Ἀνατολικοθρακιώτισσα, αὐτή ἡ Μαυροθαλασσίτισα, δέν ἔφυγε. Εἶναι μαζί μας καί θά παραμείνει στή μνήμη μας, γιατί εἶχε ἕνα ὅραμα, ὅτι ὁ Ἕλληνας πιστεύει καί ζεῖ γιά τήν ἐλευθερία, τήν εἰρήνη, τή Δημοκρατία καί τήν εὐημερία τῶν παιδιῶν. Ἔδωσε τήν ψυχή της καί δέν ὑπέστειλε ποτέ τή σημαία, τίς ἰδέες καί τίς ἀξίες της, γιατί αὐτές ἦταν ἡ ἴδια ἡ πατρίδα».

Ἡ ἀγόγγυστη προσφορά πενήντα ἐτῶν τῆς Κυρᾶς τῶν Mαρασίων τήν τοποθετεῖ στή συνείδηση ὅλων μας μαζί μέ τήν Κυρά τῆς Ρῶ, τή Δέσποινα Ἀχλαδιώτη, στίς χρυσές σελίδες τῆς ἱστορίας μας, στήν ἐθνική ἀθανασία.
Ἡ μία στά βορειοανατολικά σύνορα καί ἡ ἄλλη στά νότια τοῦ Καστελλόριζου.

Ἡ μεγάλη αὐτή Ἑλληνίδα ἄς εἶναι πυξίδα γιά ὅλους μας. 

KIBΩΤΟΣ
ΠEPIOΔIKH EKΔOΣIΣ KATHXHTIKΩN ΣXOΛEIΩN
IEPAΣ MHTPOΠOΛEΩΣ MEΣΣHNIAΣ
ΤΕΥΧΟΣ 36 – ΙΟΥΝΙΟΣ 2012
Συνεχίζεται......... »

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Παρασκευή και 13

Perierga.gr - Παρασκευή και 13Θεωρείται μέρα γρουσουζιάς για πολλούς στον πλανήτη, κυρίως τους Καθολικούς και τους Μουσουλμάνους, αλλά με τη βοήθεια των media τείνει να καθιερωθεί σαν τέτοια σε ολόκληρο τον πλανήτη. Πώς προέκυψε αυτή η δεισιδαιμονία δεν είναι απολύτως ακριβές, πάντως πριν το 19ο αιώνα, ο αριθμός 13 θεωρούνταν γενικά ως φέρων κακή τύχη, ενώ την ίδια εικόνα είχε και η Παρασκευή, αν και δεν υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ των δύο. Η πρώτη αναφορά σε μία «Παρασκευή και 13″ έγινε μάλλον στις αρχές του 19ου αιώνα.
Σύμφωνα μια άποψη, προέρχεται από το γεγονός ότι ο αριθμός 13 θεωρήθηκε γενικά γρουσούζικος κατά το 19ο αιώνα. Η Παρασκευή θεωρείται δυσοίωνη επειδή τέτοια μέρα εικάζεται ότι σταυρώθηκε ο Χριστός. Για τους Μουσουλμάνους όμως είναι γρουσούζικη, επειδή ο Αδάμ και η Εύα έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό μέρα Παρασκευή.
Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι οι Έλληνες θεωρού(σα)με σαν μέρα κακοτυχίας την Τρίτη και 13. Βασικός λόγος γι αυτό η άλωση της Πόλης, από τους σταυροφόρους την Τρίτη 13 Απριλίου του 1204 (και όχι από τους Τούρκους που ήταν την Τρίτη 29 Μαΐου του 1453 όπως λανθασμένα πιστεύουν αρκετοί)
Συνεχίζεται......... »

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Συμβουλές ζωής από ένα γέρο γιδοβοσκό


25συμβουλες ζωής από ένα γεροβοσκό






Του Γιώργου Γιώτη


Η διαδρομή προς τον προορισμό δεν είναι ποτέ ευθεία. Για να φτάσουμε στο χειμαδιό περνάμε στροφές, κακοτράχαλα εδάφη, έχουμε απώλειες… Επιπλέον χρειάζεται να έχεις προνοήσει, πάντα να έχεις μαζί σου και λίγο παστό κρέας.

Άσε πίσω το παρελθόν. Αν σου φάει ο λύκος την κατσίκα την έφαγε, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι αυτό. Απλά την επόμενη φορά φρόντισε να είσαι πιο προσεκτικός.

Μην κεφαλαιοποιείς πολλά, μην γίνεσαι σπαγγοραμένος. Μην αναβάλλεις την απόλαυση της χαράς για το μέλλον. Κάντο τώρα, όσο είσαι ακόμα νέος. Κάνε την σκληρή εργασία σου να αξίζει ακόμη περισσότερο.

Αγωνίσου, πάλεψε. Εσύ είσαι ο μοναδικός υπεύθυνος για τον εαυτό σου. Μην είσαι φυγόπονος, μην περιμένεις να κάνουν στο κοπάδι σου όλη τη δουλειά τα σκυλιά.

Διεκδίκησε τον σεβασμό που σου αξίζει, μην αφήνεις τους άλλους να σε πατάνε . Βάλε όρια, βάλε φράχτες, προστάτεψε τα ζώα σου.

Μακάριοι αυτοί που κάνουν λάθη. Σφάλε. Εμπειρίες ονομάζουμε τις καρπαζιές που έχουμε φάει στη ζωή μας, απλά τους δώσαμε ένα πιο εύηχο όνομα. Και μην ξεχνάς ότι δεν έχει μεγάλη σημασία ποιος ήσουν μέχρι χθες. Ξεκίνα σήμερα κι όρισε με τις πράξεις σου, αυτό που θα γίνεις από δω και πέρα...

Μάθε να συγχωρείς .... τον εαυτό σου πρώτα. Άσε τις ενοχές, δεν έχεις χρόνο γι αυτές

Μακάριοι αυτοί που αμφισβητούν. Μην αφήνεις τη ζωή σου να καταδυναστεύεται από δόγματα. Θυμήσου ότι αν κάποιοι δεν αμφισβητούσαν παγιωμένες γνώσεις η ανθρωπότητα θα κατοικούσε ακόμη σε σπηλιές. Φίλτραρε την πληροφορία, γίνε σκεπτικιστής, σκέψου κριτικά, σκέψου ορθολογικά, αναθεώρησε. Δεν είδες νεράιδες και στοιχειά στο δάσος, μόνο λύκους.


Να είσαι προσεκτικός. Να παρατηρείς τους άλλους . Κοίταζε τους στα μάτια. Αν δεν το δείχνει η γίδα, το δείχνει το κέρατό της.

Η ζωή είναι το ταξίδι, όχι ο προορισμός. Και είναι πολύτιμη. Η προηγούμενη λέξη που διάβασες είναι ήδη παρελθόν

Μη συμβουλεύεις διαρκώς τους νέους, είναι χάσιμο χρόνου. Δεν υπάρχει τρόπος να τους διδάξεις τον πόνο και τη δυστυχία, μόνο η εμπειρία θα το κάνει βασανιστικά.

Ταξίδεψε! Τα ταξίδια είναι από τις εμπειρίες που μένουν. Βγες έξω Δοκίμασε! Γεύσου, ρούφηξε άπληστα εικόνες. Άφησε τις αισθήσεις σου ελεύθερες

Εκθέσου, αφέσου, τσαλακώσου, χάσε τον έλεγχο που και που. Κι όχι μόνο τον έλεγχο του εαυτού σου, αλλά και τον έλεγχο σε σχέση με άλλους. Αρκετά απομονώθηκες στην στην καλύβα σου στο χειμαδιό, φτάνει όμως, βγες έξω όταν γυρίσεις. Ξαναβρές τους φίλους και τη συντροφικότητα

Μην προσπαθείς να ελέγξεις τους άλλους. Έτσι θα καταδικάσεις στο άγχος και τη δυστυχία όχι μόνο τον εαυτό σου, αλλά κι αυτούς που προσπαθείς να ελέγξεις. Άσε τους άλλους να ζήσουν και ζήσε για τον εαυτό σου. Άσε τ άλλα κοπάδια στους βοσκούς τους, κοίτα το δικό σου.

Η ζωή δεν είναι δίκαιη - Το σύμπαν δεν σου οφείλει καμιά παρηγοριά και το σίγουρο είναι ότι στο τέλος της διαδρομής εσύ πεθαίνεις. Γρηγορήσαι

Να έχεις ισορροπία. Ν απολαμβάνεις το φαγητό και το ποτό σου. Να μην ξεχνάς ότι οι φτωχοί του πλανήτη περπατούν χιλιόμετρα για την καθημερινή τους τροφή, ενώ οι πλούσιοι περπατούν χιλιόμετρα για να τη χωνέψουν.

Απ όλους έχεις να κερδίσεις κάτι. Μάθε από τους γύρω σου. Γίνε παιδί με τα παιδιά, παίξε μαζί τους αλλά πήγαινε και στο καφενείο να μιλήσεις με τους γέρους. Κάτι έχει να σου πει η συσσωρευμένη εμπειρία τους.

Μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς. Μην παίρνεις τα πάντα σοβαρά Πιθανόν υπερβάλλεις στο σήμερα. Αυτό που σε ενοχλεί ή φοβάσαι τώρα, το πιο πιθανό είναι αύριο να το κρίνεις ανούσιο ή χλιαρό. Προσπάθησε να δεις τον εαυτό σου από απόσταση, ρίξε μια ματιά στη θέα του κοπαδιού σου από το λόφο


Έχε υπομονή. Οι κατσίκες δεν γεννούν κάθε μήνα. Αλλά όταν συμβεί πρέπει να σαι παρών και σε χρειάζονται

Μάλωσε καμιά φορά με τη σύντροφό σου αν χρειαστεί, δεν είναι τρομερό, άφησε τα συναισθήματα να εκτονωθούν. Κάνε αποσυμπίεση στο θυμό. Η φωτιά μερικές φορές είναι ευεργετική. Αν καεί μια περιοχή με πουρνάρια ή ξερόχορτα , η άνοιξη πάλι θα δώσει νεαρή βλάστηση, εκλεκτή τροφή για τις γίδες και τα μικρά τους. Πρόσεχε όμως, τα λόγια που θα ειπωθούν δεν τα ξαναμαζεύεις. Πρόσεχε τι θα φάνε οι γίδες σου, δεν ξέρουν να ξεχωρίζουν. Αν αυτά που θα φάνε είναι τα βλαστάρια δέντρων, το δάσος δεν ξαναγίνεται, ο τόπος θα μείνει χέρσος...

Πότε δεν θα υπάρξει ιδανική στιγμή, ποτέ οι συνθήκες και οι καταστάσεις δεν θα είναι ιδανικές. Ξεκίνα από εδώ που βρίσκεσαι τώρα! Μην αναβάλλεις.

Να είσαι ευγενικός. Ένα πρόσωπο που χαμογελά καθρεφτίζει ανάλογη συμπεριφορά. Κάνε δώρα. Ακόμη και το δώρο ενός καλού λόγου είναι σημαντικό. Να φέρεσαι καλά στους ηλικιωμένους, σε λίγο θα σαι σαν αυτούς. Να φέρεσαι καλά και στα ζώα, αυτά δεν κρατάνε κακία, δεν ζηλεύουν, δεν έχουν εμμονές ούτε εγωισμό. Συγχωρούν, και μάλιστα χωρίς όριο.

Αν ξέρεις γράμματα διάβασε! Αυτοί που διαβάζουν ζουν επιπλέον ζωές. Όχι μόνο τη δική τους αλλά κι όλων αυτών που μπήκαν στη θέση τους

Τόλμησε, ο φόβος σε κρατά δεμένο αλλά δεν είναι πραγματικός, απλά προέρχεται από το άγνωστο που δεν βρίσκεται στο κεφάλι σου.

Μην δένεσαι με τα πράγματα. Η ζωή είναι σαν τη διαδρομή του χειμαδιού και το ταγάρι. Όσο περισσότερο το γεμίζεις, τόσο πιο δύσκολα θα περπατάς. Πάρε τ απαραίτητα, το κοπάδι προχωρά, δεν θα σε περιμένει αν καθηλωθείς από πράγματα βαριά κι ασήκωτα. Πέτα τα , αποδεσμεύσου, νιώσε πιο ευέλικτος κι ελεύθερος.




Συνεχίζεται......... »

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Ηλθεν ὁ Μάϊος, Καλό μῆνα!........η πρωτομαγιά, μέσα από ένα παλιό αναγνωστικό!!!

Ηλθεν ὁ Μάϊος. ῾Εορτάζει ἡ φύσις! Καλό μῆνα!

Γρηγόριος Ξενόπουλος

Μεγάλη ἑορτὴ εἰς τὸν δροσερὸν καὶ ἀνθοστόλιστον κῆπον.

Ἄνθη εἰς τὰ δένδρα ἄνθη εἰς τοὺς θάμνους, ἄνθη εἰς τὴν χλόην, ἄνθη παντοῦ. Τὰ χρώματα συνδυάζονται ἐναρμονίως μὲ τὰ ἀρώματα.

Αἱ κατακόκκιναι παπαροῦναι ἀδελφώνονται μὲ τὰς λευκὰς μαργαρίτας καὶ τὸ βαρὺ ἄρωμα τῶν κρίνων μὲ τὴν λεπτὴν εὐωδίαν τῶν ρόδων.

Καὶ ἡ πρωϊνὴ δρόσος κατακοσμεῖ τὰ φύλλα καὶ τὰ πέταλα μὲ ἀδάμαντας, μὲ τοὺς ὁποίους παίζουν φαιδρῶς αἱ πρῶται ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου.

Εἰς τὴν καθαράν, τὴν γαλανήν, τὴν εὐώδη ἀτμόσφαιραν τοῦ κήπου πετοῦν ἀναρίθμητα ἔντομα καὶ πτηνὰ βομβοῦντα, τερετίζοντα, κελαδοῦντα.

῾Η συναυλία των ἡ πανηγυρικὴ συμπληροῖ τὴν ὄψιν τοῦ κήπου τὴν ἑορτάσιμον· ἀντὶ τῶν ἀφθόνων ἀνθέων, τὰ ὁποῖα κοιτάζουν μὲ ἀγάπην καὶ θαυμασμόν, ψάλλουν τὰ πτηνὰ τὸν ὕμνον τοῦ Μαΐου.

Καὶ ἐνῷ πετοῦν μὲ κελαδήματα, πλησιάζουν τὰ ἄνθη, ὡς διὰ νὰ αἰσθανθοῦν αὐτὰ τὴν εὐωδίαν των, ὡς διὰ ν’ ἀκούσουν ἐκεῖνα τὸ ᾆσμά των.

Καὶ λέγουν τὰ ἄνθη πρὸς τὰ πτηνά:

– Σᾶς ζηλεύομεν καὶ σᾶς μακαρίζομεν. Πόσον εἶσθε εὐτυχισμένα, ποὺ ἔχετε λάρυγγα μουσικὸν καὶ ἠμπορεῖτε νὰ τονίζετε ᾄσματα πρὸς τὸν Δημιουργόν μας! ῾

Ημεῖς εὐωδιάζομεν καὶ αἰσθανόμεθα ἀλλὰ δὲν ἠ μποροῦμεν νὰ ἐκφράσωμεν ὅ,τι αἰσθανόμεθα μὲ ᾄσματα.

Καὶ ἀπαντοῦν τὰ πτηνὰ πρὸς τὰ ἄνθη:

– ῾Η εὐωδία σας ἐκφράζει τὰ αἰσθήματά σας. ῾Ημεῖς προσευχόμεθα μὲ ᾄσματα εἰς τὸν μέγαν αὐτὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ!

Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε τὰ θυμιατήρια, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκπέμπεται πρὸς τὸν οὐρανὸν μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴν ἡ εὐωδία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης!

Καὶ τὸ ἁγνὸν παιδίον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται τὴν πρωϊνὴν ἐκείνην ώραν, διὰ νὰ δρέψῃ τὰ ἄνθη τοῦ Μαΐου, ἀκούει, ἐννοεῖ τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνθέων καὶ τῶν πτηνῶν καὶ λέγει:

– Νά, ὁ κῆπος αὐτὸς εἶναι ναός, εἰς τὸν ὁποῖον δοξάζεται καὶ ὑμνεῖται ὁ Δημιουργός. Σήμερον εἶναι ἡ μεγίστη τῶν ἑορτῶν. ῾Εορτάζειἡ φύσις.

Τὰ πτηνὰ διηγοῦνται τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ θυμιατήρια τῶν ἀνθέων ἐκπέμπουν πρὸς Αὐτὸν τὸν λιβανωτὸν τῆς λατρείας, καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης.


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ε´ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Γ.ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
Δ.ΔΟΥΚΑ – Δ.ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ -Ν.ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1957


Συνεχίζεται......... »

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Ἑσπερινός Ἀναστάσεως


«Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ· Συνέφερέ μοι, εἰ τόν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα μή ὑπεδεξάμην· ἐλθών γάρ ἐπ᾽ ἐμέ τό κράτος μου ἔλυσε· πύλας χαλκᾶς συνέτριψε· ψυχάς, ἅς κατεῖχον τό πρίν, Θεός ὤν ἀνέστησε. Δόξα, Κύριε, τῷ σταυρῷ σου καί τῇ ἀναστάσει σου».

Σήμερα ὁ ἅδης, στενάζοντας βοᾶ: Θά ἦταν συμφερότερο γιά μένα, ἄν δέν ὑποδεχόμουνα τήν ψυχή ἐκείνου, πού γεννήθηκε ἀπό τή Μαρία· διότι, ἐλθών σέ μένα, κατέλυσε τό κράτος μου· συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες τοῦ βασιλείου μου· τίς ψυχές, τίς ὁποῖες προηγουμένως κατεῖχα, σάν Θεός κραταιός ἀνέστησε. Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου.

Τό θρηνολόγημα τοῦ ἅδη εἶναι ἀπελπιστικό. Μιά μέρα ἀναπάντεχα δέχτηκε στό σκοτεινό ἄντρο του μιά περίεργη ψυχή. Φαινομενικά ἔμοιαζε σάν ὅλες τίς ἄλλες ἀνθρώπινες ψυχές. Ὅμως δέν ζήτησε νά καταγραφεῖ στά κατάστιχά του, πληρώνοντας τό φόρο τῆς ἀδαμικῆς παραβάσεως.

Ὅταν τήν καλοεῖδε, ἔφριξε! Εἶδε μέσα της ν᾽ ἀστράφτει ἡ φωτιά τοῦ Θεοῦ. Μαζί της ἑνωμένος ἦταν ὁ Θεός! Ἄρχισε νά κλαίει γοερά ὁ ἄλλοτε ἀδυσώπητος δυνάστης καί νά φωνάζει δυνατά: Καλύτερα ἦταν γιά μένα νά μή δεχόμουνα τόν Υἱό τῆς Μαρίας, πού ἦταν συνάμα καί Υἱός τοῦ Θεοῦ.

Γιατί, ὅταν τόν δέχτηκα, ἡ δύναμή του κατέλυσε τό κράτος μου, ἀφάνισε τή δύναμή μου, σώριασε σ᾽ ἐρείπια τό βασίλειό μου, συντρίβοντας τίς χάλκινες ἀμπάρες του. Τίς ψυχές, πού τόσο ἐπιμελῶς φύλαγα στά σπλάχνα μου κι ἡδονιζόμουν νά τίς κρατῶ φυλακισμένες, τίς ἀνέστησε. Τί μοῦ ἀπομένει, πλέον;

Οἱ πιστοί, μπροστά στό θρηνολόγημα τοῦ ἅδη, μέ γλυκιά χαρά ἀναφωνοῦν. Δόξα, Κύριε, στό πάθος καί στήν Ἀνάστασή σου, πού ἔγιναν αἰτία συντριβῆς τοῦ βασιλείου τοῦ θανάτου!

Στίχ. «Αἰνεῖτε τόν Κύριον, πάντα τά ἔθνη, ἐπαινέσατε αὐτόν, πάντες οἱ λαοί».

Αἰνεῖτε τόν Κύριο ὅλα τά ἔθνη, ὑμνήσατε αὐτόν ὅλοι οἱ λαοί.

«Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ· Κατελύθη μου ἡ ἐξουσία· ἐδεξάμην θνητόν ὥσπερ ἕνα τῶν θανόντων· τοῦτον δέ κατέχειν ὅλως οὐκ ἰσχύω, ἀλλ᾽ ἀπολῶ μετά τούτου ὧν ἐβασίλευον· ἐγώ εἶχον τούς νεκρούς ἀπ᾽ αἰῶνος, ἀλλά οὗτος ἰδού πάντας ἐγείρει. Δόξα, Κύριε, τῷ σταυρῷ σου καί τῇ ἀναστάσει σου».

Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἡ ἐξουσία μου καταλύθηκε· δέχτηκα μέσα μου θνητόν σάν ἕναν ἀπ᾽ αὐτούς πού πεθαίνουν· αὐτόν ὅμως δέν ἔχω διόλου τή δύναμη νά κρατήσω, ἀλλά μαζί του θά χάσω κι αὐτούς πάνω στούς ὁποίους βασίλευα· ἐγώ εἶχα στήν ἐξουσία μου τούς νεκρούς, πού πέθαιναν ἀπό τήν ἀρχή, ἀλλά νά, αὐτός ἀνασταίνει τούς πάντες. Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου.

Τό πικρό θρηνολόγημα τοῦ ἅδη συνεχίζεται. Κλαίει ὁ ψευτοκολοσσός τῆς ἀδικίας στά συντρίμματα τῆς ἐξουσίας του.

Τί ἔπαθα, ἀλήθεια; μονολογεῖ· δέχτηκα μέσα μου ἕνα φαινομενικά κοινό θνητό. Ὅμως δέν ἔχω τή δύναμη νά τόν κρατήσω. Εἶναι πολύ ἰσχυρότερός μου. Εἶναι ἄνθρωπος μέ τό Θεό μαζί! Φοβᾶμαι ὅτι ὄχι μόνο αὐτόν θά χάσω, ἀλλά μαζί του θά χάσω καί ὅλους τούς ἄλλους, πού ὥς τώρα ἀνενόχλητα κρατοῦσα. Ἐγώ τούς φύλαγα ἐπιμελῶς στό σκοτεινό ἄντρο μου· καί ἔρχεται αὐτός νά τούς ἐλευθερώσει. Ἡ συντριβή μου εἶναι πλήρης καί τελειωτική. Χάθηκα στό μυστήριο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παρθένου!

Στά ἐρείπια τοῦ ἅδη ἀνθοῦν ὁ σταυρός καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Αὐτή δοξάζουν πανηγυρικά τά εὐσεβή μέλη τῆς Ἐκκλησίας!

Στίχ. «ὅτι ἐκραταιώθη τό ἔλεος αὐτοῦ ἐφ᾽ ἡμᾶς, καί ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τόν αἰῶνα».

Διότι τό ἔλεος αὐτοῦ ἔγινε κραταιό σέ μᾶς καί ἡ ἀξιοπιστία τοῦ Κυρίου μένει παντοτινά.

«Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ· Κατεπόθη μου τό κράτος· ὁ ποιμήν ἐσταυρώθη καί τόν Ἀδάμ ἀνέστησεν· ὧν περ ἐβασίλευον ἐστέρημαι, καί οὕς κατέπιον ἰσχύσας, πάντας ἐξήμεσα· ἐκένωσε τούς τάφους ὁ σταυρωθείς· οὐκ ἰσχύει τοῦ θανάτου τό κράτος. Δόξα, Κύριε, τῷ σταυρῷ σου καί τῇ ἀναστάσει σου».

Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἀφανίστηκε τό κράτος μου· ὁ ποιμένας (ὁ Χριστός) σταυρώθηκε καί ἀνέστησε τόν Ἀδάμ· στερήθηκα τούς ὑπηκόους μου· καί ὅσους μπόρεσα ὥς τώρα νά καταπιῶ, ὅλους τούς ἀπέβαλα. Ἄδειασε τούς τάφους ὁ σταυρωθείς Θεάνθρωπος. Δέν ἔχει πλέον ἰσχύ ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου. Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου.

Θρηνολογώντας ὁ ἅδης, κηρύσσει ἄθελά του τίς μεγάλες ἀλήθειες τῆς πίστης. Τό κράτος μου ἀφανίστηκε μέ τήν ἐπίσκεψη τοῦ παράδοξου νεκροῦ. Ὁ ποιμένας ὁ καλός σταυρώθηκε, καί τό παραπλανηθέν πρόβατο, ὁ Ἀδάμ, ἀναστήθηκε· ἐγώ ἔχω ὁριστικά στερηθεῖ τούς ὑπηκόους μου καί ὅσους μπόρεσα ὥς τώρα νά καταπιῶ, ὅλους τούς ἀπέβαλα.

Ὁ Υἱός τῆς Παρθένου μέ ἀνακάτεψε καί τό στομάχι μου δέν μπόρεσε νά κρατήσει τό μακάβριο περιεχόμενό του. Τό πιοτό τῆς ἀθανασίας ἦταν πολύ πικρό γιά μένα. Ἀπέβαλα ὅλες τίς κατεχόμενες ψυχές. Ἄδειασε τούς τάφους ὁ σταυρωθείς Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ θάνατος δέν ἰσχύει πιά. Παρέλυσαν τά δεσμά του, μέ τά ὁποῖα τύλιγε τό γένος τῶν θνητῶν. Ἡ ἀθανασία νίκησε τή νέκρωση, ἡ ἀφθαρσία τή φθορά! Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου!

«Τήν σήμερον μυστικῶς ὁ μέγας Μωϋσῆς προδιετυποῦτο λέγων· Καί εὐλόγησεν ὁ Θεός τήν ἡμέραν τήν ἑβδόμην. Τοῦτο γάρ ἐστι τό εὐλογημένον Σάββατον· αὕτη ἐστίν ἡ τῆς καταπαύσεως ἡμέρα, ἐν ᾗ κατέπαυσεν ἀπό πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, διά τῆς κατά τόν θάνατον οἰκονομίας τῇ σαρκί σαββατίσας· καί εἰς ὅ ἦν πάλιν ἐπανελθών διά τῆς ἀναστάσεως, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωήν τήν αἰώνιον ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος».

Ὁ μέγας Μωυσῆς προδιατύπωνε μυστικῶς τή σημερινή ἡμέρα, λέγοντας: Καί ὁ Θεός εὐλόγησε τήν ἡμέρα τήν ἑβδόμη· διότι αὐτή εἶναι τό εὐλογημένο (ἀπό τό Θεό) Σάββατο· αὐτή εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπαύσεως, κατά τήν ὁποία ξεκουράστηκε ἀπό ὅλα τά ἔργα του ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, σαββατίσας (ἀναπαυθείς) διά τοῦ θανάτου τῆς σαρκός του, σύμφωνα μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ· καί διά τῆς Ἀναστάσεώς του ἐλθών καί πάλι σ᾽ ἐκεῖνο πού ἦταν προηγουμένως, μᾶς χάρισε τήν αἰώνια ζωή, ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος.

Τήν ταφή τοῦ Κυρίου προδιατύπωσε μυστικά ὁ μέγας προφήτης Μωυσῆς, μέ ὅσα ἔγραψε γιά τό πρῶτο σάββατο, τήν ἡμέρα τήν ἑβδόμη, μετά τό πέρας τῆς δημιουργίας: «Καί εὐλόγησε ὁ Θεός τήν ἡμέραν τήν ἑβδόμην καί ἡγίασεν αὐτήν».

Αὐτά ὁ ὑμνογράφος τά ἐφαρμόζει στόν ἐνταφιασμό τοῦ Κυρίου. Αὐτό εἶναι τό εὐλογημένο Σάββατο, ἀναφωνεῖ. Αὐτή εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπαύσεως, κατά τήν ὁποία ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ περάτωσε τό ἔργο τῆς λυτρωτικῆς θείας οἰκονομίας, ξεκουράστηκε σωματικῶς στόν τάφο, μετά τό πάθος καί τό θάνατό του. Παραβάλλεται, λοιπόν, ἡ πρώτη κατάπαυση τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ, πρός τή δεύτερη κατάπαυση τοῦ λυτρωτῆ Θεοῦ. Ἄλλη κατάπαυση δέν ὑπάρχει.

Ἡ ἀποκατάσταση τῆς δημιουργίας εἶναι ὁριστική καί ἀμετάκλητη. Τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τῆς ταφῆς του ὁ Χριστός, καί ἀφοῦ ἔχει προηγουμένως νικήσει ὁλοσχερῶς τόν ἅδη, θ᾽ ἀναστηθεῖ ἐκ τῶν νεκρῶν, δοξασμένος καί ἄφθαρτος, ἀφοῦ ἀποβάλει τά σημάδια τῆς κατά σάρκα οἰκονομίας, τά ἀδιάβλητα πάθη καί τή φθαρτότητα γενικά τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Θά ἐπανέλθει λοιπόν στήν πρό τῆς θείας οἰκονομίας κατάσταση, στούς μακάριους κόλπους τῆς Τριάδας, κομίζοντας ὅμως μαζί του καί τήν ἀνθρώπινη φύση του, ἀπό τήν ὁποία οὐδέποτε θά ἀποχωριστεῖ.

Αὐτό εἶναι τό μέγα θαῦμα τῆς λυτρώσεως: Ἡ αἰώνια ἐγκαθίδρυση τοῦ ἀνθρώπου στήν Τριάδα, χωρίς τοῦτο νά σημαίνει αὔξηση τῶν ὑποστάσεων τῆς Τριαδικῆς Θεότητας. Δέ θά γίνουν δηλαδή τέσσερις οἱ ὑποστάσεις. Ἡ ἀνθρώπινη φύση θά εἶναι ἑνωμένη μέ τή θεότητα τοῦ Λόγου καί τίποτα περισσότερο.


Συνεχίζεται......... »

Ὁ Ὕμνος τῶν Ἁγίων Τριῶν Παίδων

«῎Ας εἶσαι δοξασμένος, ἀξιοΰμνητε, Κύριε καί Θεέ μας.

Θεέ τοῦ κόσμου καί τῶν προγόνων μας. ῎Ας εἶναι γιά πάντα δοξασμένο τό ὄνομά Σου.

᾿Εσύ, εἶσαι δίκαιος σέ ὅλα. ῞Ολες οἱ ἐνέργειες κι οἱ ἀποφάσεις Σου εἶναι βασισμένες ἄσειστα στήν ἀλήθεια.

῾Ο τρόπος πού ἐπεμβαίνεις στή ζωή μας, εἶναι γεμᾶτος καθαρότητα, εὐθύτητα κι ἀγάπη.

῞Ο,τι κι ἄν ἔχεις ἐπιτρέψει νά μᾶς συμβεῖ, ὅλα εἶναι ἀπόλυτα ἄδολα κι ἀληθινά.

᾿Ακόμα κι ὅσα ἐπέτρεψες νά ἐπιβληθοῦν σέ μᾶς ὡς τιμωρίες καί τήν ἅγια πόλη τῶν προγόνων μας, στήν ῾Ιερουσαλήμ, ἀκόμα κι αὐτά ὅλα, ἔγιναν ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας μας.

῾Αμαρτήσαμε Κύριε, ἀνομήσαμε, φύγαμε μακριά Σου. ῞Ολη ἡ ζωή μας εἶναι βουτηγμένη στήν ἁμαρτία. Παραβήκαμε τίς ἐντολές Σου, τίς βγάλαμε ἀπό τό νοῦ καί τήν καρδιά μας.

Δέν ἐφαρμόσαμε τίποτα ἀπό ὅσα μᾶς ἔχεις ὑποδείξει, ὥστε, ἀκολουθώντας τα, νά μπορέσουμε, νά ζήσουμε εἰρηνικά κι εὐτυχισμένα. Δίκαια λοιπόν εἶναι, ὅσα ἐπέτρεψες νά μᾶς συμβοῦν στό παρελθόν κι ὅσα μᾶς βρίσκουν τώρα.

Πολύ σωστή ἡ ἀπόφασή Σου, νά ἐπιτρέψεις νά πέσουμε σέ χέρια ἄνομων, ἐχθρῶν τῆς πίστης μας, στήν ἐξουσία τόσο ἄδικου καί αἱμοβόρου βασιλιά. Σέ αὐτόν πού ἀποδείχθηκε σκληρότερος ἀπό ὅλους, ὅσους μέχρι σήμερα ἔχουν βασιλέψει πάνω στή γῆ μας.

Πῶς νά τολμήσουμε νά ἀνοίξουμε τό στόμα μας ἐνώπιόν Σου; Ντροπιασθήκαμε καί καταεξευτελισθήκαμε οἱ ταπεινοί δοῦλοι Σου, ἐμεῖς πού, παρόλα ὅσα μᾶς ἔχουν βρεῖ, δέν παύουμε νά Σέ εὐλαβούμαστε καί νά Σέ ἀγαποῦμε.

Μήν μᾶς ἐγκαταλείψεις ὁλοκληρωτικά καί ἀτιμασθεῖ ἔτσι τό ἅγιο ῎Ονομά Σου. Μήν ἀκυρώσεις τώρα τήν παλιά Σου ὑπόσχεση, γιά πατρική μέριμνα καί ἀδιάκοπη προστασία τῶν παιδιῶν Σου. Τό ἔλεός Σου μήν πάρεις ἄσπλαχνα, μακριά ἀπό μᾶς τούς τόσο βασανισμένους καί φτωχούς. Ναί Κύριε! Εἰσάκουσέ μας, γιά χάρη τοῦ ᾿Αβραάμ, τοῦ ἀγαπημένου Σου, τοῦ ᾿Ισαάκ τοῦ δούλου Σου καί τοῦ ᾿Ισραήλ (᾿Ιακώβ) τοῦ ἐκλεκτοῦ παιδιοῦ Σου.

᾿Εσύ ὁ ῎Ιδιος, Κύριε ὑποσχέθηκες στούς προγόνους μας, νά πληθύνεις τούς ἀπογόνους τους πιότερο ἀπό τά ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ. Θά τούς ἅπλωνες, ἔχεις πεῖ, πιότερο ἀπό τήν ἀμμουδιά τῆς χιλιόκοκκης κι ἀπέραντης ἀκρογιαλιᾶς. Σήμερα ὅμως Κύριε, ταπεινωθήκαμε ὁλοκληρωτικά. Λιγόστεψε τό ἔθνος μας, ὅσο κανένα ἄλλο πάνω στή γῆ. Κι αἰτία γιά ὅλα αὐτά εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας.

Χαθήκαμε πιά. ῎Ελλειψε ἀπό τό ἔθνος μας ἄρχοντας καί προφήτης ἤ κάποιος πού νά εἶναι δάσκαλος, ὁδηγός καί προστάτης μας. Θυσίες δέν γίνονται πιά κι οὔτε ὁλοκαυτώματα προσφέρουμε. Θυμίαμα δέν καίει στούς βωμούς ριγμένο ἀπό χέρι εὐλαβικό.

Ναός καί ἱερό ἐδῶ δέν βρίσκονται, γιά νά προσφέρουμε θυσία καί νά δεχθοῦμε τό πλούσιο ἔλεός Σου.

Δέξου τώρα τήν προσευχή μας, ὅπως θά δεχόσουν τή θυσία τῶν ταύρων καί τῶν κριαριῶν ἤ χίλιων τόσων ἀρνιῶν καλοθρεμένων.

῎Ας λογιστεῖ ἀπό μᾶς τοῦτο πού μᾶς συμβαίνει, ὡς θυσία. Κι ἄς γίνει ἀφορμή νά βροῦμε ἔλεος, γιατί ποτέ δέν καταισχύνεται, ὅποιος σέ Σένα ἔχει στηρίξει τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα του.

῞Ο,τι κακό κι ἄν μᾶς συνέβηκε δέν μᾶς ἀλλάζει τή σχέση μας καί τήν ἀγάπη μας σ’ Ἐσένα. ᾿

Εμεῖς θά συνεχίζουμε νά Σέ λατρεύουμε καί νά Σέ ἐμπιστευόμαστε, μέ ὅλη τήν καρδιά μας. Τό μόνο, πού τώρα καί πάντα θά ἀποζητοῦμε, εἶναι νά ἀξιωθοῦμε νά ἀτενίσουμε τό ῞Αγιο Πρόσωπό Σου.

Σπλαχνίσου μας καί μήν προδώσεις τίς ἐλπίδες πού στηρίξαμε στήν πλούσια ἐπιείκειά Σου καί στό ἄπειρό Σου ἔλεος. ᾿Ελευθέρωσέ μας θαυματουργικά καί κάνε ἔτσι νά δοξασθεῖ τό ῎Ονομά Σου, Κύριε!

῎Ετσι, θά καταντροπιασθοῦν, ὅσοι κακομεταχειρίζονται τούς δούλους Σου κι ἄδοξα θά ξεπέσουν ἀπό τή δυναστεία τους, χάνοντας ὁλοκληρωτικά τή δύναμή τους. Τότε θά μάθουν ἐμπειρικά ὅσοι μᾶς πολεμοῦν, ὅτι ᾿Εσύ εἶσαι ὁ Μόνος ἔνδοξος Θεός καί Κύριος, σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη».



«Δοξασμένος εἶσαι Κύριε, Θεέ τῶν πατέρων μας!

᾿Εσένα μόνον, παντοτινά ἀξίζει νά ὑμνοῦν καί νά δοξολογοῦν.

Εὐλογημένο νά εἶναι τό πανάγιο καί πάντιμο ῎Ονομά Σου!

Αὐτό ἀξίζει νά ὑμνοῦν καί νά δοξολογοῦν παντοτινά! ᾿

Εσύ εἶσαι δοξασμένος στόν ἅγιο ναό, πού γιά τή δική Σου δοξολογία ἔχει ἀνυψωθεῖ!

Δοξασμένος εἶσαι ᾿Εσύ, πού βρίσκεσαι ἐπάνω καί ἐπιβλέπεις τίς ἀβύσσους, ᾿

Εσύ πού κάθεσαι σέ θρόνο χερουβικό!

Δοξασμένος εἶσαι πάνω στό θρόνο τῆς βασιλείας Σου!

Δοξασμένος εἶσαι στό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ! ᾿

Αξιοΰμνητος καί χιλιοδοξασμένος νά εἶσαι παντοτινά.

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλα ἐσεῖς τά δικά Του δημιουργήματα!

῾Υμνεῖστε καί χιλιοδοξάστε Τον παντοτινά.

Δοξάστε τόν Κύριο οἱ οὐρανοί!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλοι ἐσεῖς οἱ ῎Αγγελοί Του!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλα τά νερά, πού εἴσαστε πάνω ἀπό τόν οὐρανό!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλες οἱ δυνάμεις!

Δοξάστε τόν Κύριο ἥλιε καί σύ φεγγάρι!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλα τά ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ!

Δοξᾶστε τόν Κύριο ἐσεῖς βροχή καί δροσιά!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλοι οἱ ἄνεμοι!

Δοξάστε τόν Κύριο, ἐσεῖς φωτιά καί λάβα!

Δοξάστε τόν Κύριο, ἐσεῖς τό κρῦο καί ὁ καύσωνας!

Δοξάστε τόν Κύριο ἐσεῖς ἡ πάχνη καί οἱ χιονονιφάδες!

Δοξάστε τόν Κύριο νύχτες καί ἡμέρες!

Δοξάστε τόν Κύριο ἐσεῖς τό φῶς καί τό σκοτάδι!

Δοξάστε τόν Κύριο ψύχος καί παγετῶνες!

Δοξάστε τόν Κύριο χιόνια καί ὁμίχλη!

Δοξάστε τόν Κύριο σύννεφα καί ἀστραπές!

Δόξασε γῆ τόν Κύριο!

Δοξάστε τόν Κύριο ὄρη καί βουνά!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλα ὅσα φυτρώνετε πάνω στή γῆ!

Δοξάστε τόν Κύριο ποτάμια καί θάλασσες!

Δοξάστε τόν Κύριο πηγές!

Δοξάστε τόν Κύριο κήτη καί ὅλα τά ψάρια πού κολυμπᾶτε στά νερά!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλα τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλα τά θηρία καί τά κτήνη!

Δοξάστε τόν Κύριο ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι!

Δοξᾶστε τόν Κύριο ὁ λαός τοῦ ᾿Ισραήλ!

Δοξάστε τόν Κύριο ἐσεῖς οἱ ἱερεῖς Του!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλοι οἱ δοῦλοι Του!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλα ἐσεῖς, τά ἀφιωμένα καί πιστά παιδιά Του!

Δοξάστε τόν Κύριο ὅλοι ἐσεῖς οἱ εὐσεβεῖς καί ταπεινοί!

Δοξάστε τό Κύριο ἐσεῖς, ᾿Ανανία, ᾿Αζαρία καί Μισαήλ!

Γιατί Αὐτός μᾶς ἔβγαλε ἀπό τόν ῞Αδη.

Αὐτός μᾶς ἐσωσε ἀπό τό θάνατο μᾶς ἔσωσε.

Αὐτός μᾶς γλίτωσε μέσα ἀπό τοῦ καμινιοῦ τήν λάβα, μᾶς λύτρωσε ἀπό τή φωτιά.

Δοξάστε εὐχαριστώντας τόν Κύριο,γιατί Αὐτός εἶναι ὁ Μόνος ἀγαθός καί αἰώνιο εἶναι τῆς ἀγάπης Του τό ἔλεος.

Δοξάστε τόν Κύριο, τόν Μόνο Ἀληθινό Θεό, ὅλοι ἐσεῖς οἱ εὐσεβεῖς!

Δοξάστε, ὑμνεῖστε καί εὐχαριστεῖστε Τον, γιατί τῆς ἀγάπης Του, εἶναι αἰώνιο τό ἔλεος».



Συνεχίζεται......... »

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Ὑμνολογικά Μεγάλης Παρασκευῆς

«Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν∙ Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὅν πρό μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος ζόφον περιεβάλλετο καί ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο καί διεῤῥήγνυτο ναοῦ τό καταπέτασμα· ἀλλ᾽ ἰδού νῦν βλέπω σε δι᾽ ἐμέ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον.

Πῶς σε κηδεύσω, Θεέ μου; ἤ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; Ποίαις χερσί δέ προσψαύσω τό σόν ἀκήρατον σῶμα; ἤ ποῖα ᾄσματα μέλψω τῇ σῇ ἐξόδῳ οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τά πάθη σου, ὑμνολογῶ καί τήν ταφήν σου σύν τῇ ἀναστάσει, κραυγάζων· Κύριε, δόξα σοι».

Ὅταν ὁ Ἰωσήφ μαζί μέ τό Νικόδημο, κατέβασε ἀπό τό ξύλο ἐσένα, πού φορᾶς σάν ἱμάτιο τό φῶς, καί σέ εἶδε νεκρό, γυμνό καί ἄταφο, ἀναλαβών θρῆνο γεμάτο συμπάθεια καί κλαίοντας ἔλεγε: Ἀλίμονο σ᾽ ἐμένα, γλυκύτατε Ἰησοῦ! Πρίν ἀπό λίγο ὁ ἥλιος, βλέποντάς σε νά κρέμεσαι στό σταυρό, ντύθηκε στό σκοτάδι καί ἡ γῆ ἀπό τό φόβο της κλονιζόταν καί σχίστηκε σέ δύο τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ. Ἀλλ᾽ ὅμως τώρα κατανοῶ ὅτι γιά μένα ὑπέστης θάνατο.

Πῶς νά σέ κηδεύσω, Θεέ μου; Ἤ πῶς νά σέ τυλίξω σέ σεντόνια; Μέ ποιά τραγούδια θά ψάλλω κατά τήν ἐκφορά σου, εὐσπλαχνικέ Κύριε; Δοξολογῶ τά πάθη σου, ἀπευθύνω ὕμνους στήν ταφή σου μαζί μέ τήν Ἀνάστασή σου, κραυγάζοντας: Κύριε, δόξα σοι.

Συγκλονιστικότατος ὁ ἐπιτάφιος θρῆνος τοῦ Ἰωσήφ! Τοῦ ἀνθρώπου πού ἦταν τόσο κοντινός στόν Κύριο, τόν ἀγαποῦσε θερμά, καί βουβός παρακολουθοῦσε τό δράμα του, πνιγμένος στόν πόνο καί τά δάκρυα, καί ὁ ὁποῖος, μόνος ἀπό ὅλους τούς μαθητές, ἀψηφώντας τή ζωή καί τό ἀξίωμά του, τόλμησε νά ἐνταφιάσει τό Διδάσκαλο!

Μεγάλη ἀγάπη, μεγάλη ἀφοσίωση, μεγάλη τιμή στόν εὐσχήμονα βουλευτή! Ὁ Θεός τόν σήκωσε πολύ ψηλά, στή δική του εὐπρέπεια καί δόξα!

Ἐσένα Κύριε μου, τοῦ ἔλεγε, πρό ὀλίγου σέ εἶδε ὁ ἥλιος καί ἔκρυψε τό φῶς του γιά τό ἀληθινό σου κατάντημα, ἐνῶ ἡ γῆ συγκλονιζόταν ἀπό τό φόβο της, καί τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίστηκε στά δύο. Κατανοῶ ὅμως, Κύριε, ὅτι τό θάνατο ὑπέστης ὄχι ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά μέ τή δική σου θέληση, χωρίς κανέναν ἐξαναγκασμό, γιά νά μέ σώσεις ἀπό τό θάνατο.

Ἀλήθεια, πῶς νά σέ κηδεύσω, Θεέ μου; Πῶς νά τυλίξω σέ σεντόνι τό σῶμα τοῦ Θεοῦ μου, νά τό ἀγγίξω μέ τά ἀκάθαρτα χέρια μου; Ποιά τραγούδια νά πῶ, ὅταν σέ κηδέψω, εὐσπλαχνικέ Κύριέ μου, πού εἶσαι ἡ μολπή καί τό τραγούδι τῶν Ἀγγέλων; Ναί, θά δοξολογήσω ὅσα ὑπέφερες γιά μένα, τά πάθη σου καί τήν ταφή σου, μαζί μέ τή λαμπροφόρο καί ἔνδοξη Ἀνάστασή σου, βοώντας: Κύριε, δόξα σοι!



Συνεχίζεται......... »

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Δικός μου ἐσὺ καὶ στέκεις τόσο χώρια…


Kevork Bashinjaghian, Η μετάνοια του Ιούδα, 1913.

Ο Μυστικός Δείπνος 

Ι
Καὶ λέει ὁ Ναζωραῖος στοὺς μαθητάδες:
«Τὸ αἰώνιο εἶμαι τὸ φῶς καὶ σεῖς λαμπάδες
Φῶς ἀπὸ φῶς, στὰ σκότη,
ἐσεῖς πιστοὶ ὁδηγοὶ καὶ οἱ πρῶτοι
καταλυτὲς τῶν γήινων θρήνων,
ποὺ θεῖο μήνυμα θὰ φέρετε παντοῦ,
κι ἀκόμα κι ὣς τὴ χώρα τῶν Ἑλλήνων.
Τοῦ δείπνου μας χαρῆτε ἀπόψε τὴ χαρά.
Καὶ τὴν καρδιὰ στυλώσετε γερὰ
μὲ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί,
ποὺ αἷμα καὶ σῶμα εἶναι δικό μου,
μὴν ἀποστάσετε χλωμοὶ
μὲς τὴν ἀνηφοριὰ τοῦ δρόμου».
Καὶ λέει στὸν Ἰσκαριώτη: «Ἐσύ,
τοῦτο τὸ ξέχωρο ὁλοκόκκινο κρασὶ θὰ πάρῃς,
τὰ φλογισμένα χείλη νὰ δροσίσῃς,
πρὶν στὸ Ραββὶ ἕνα φίλημα χαρίσῃς.
Δικός μου ἐσὺ καὶ στέκεις τόσο χώρια!…»
Ὁ Ἰούδας σκύβει,
πὼς τάχα τὸ ψωμὶ θέλει νὰ κόψῃ.
Τὰ φρύδια κατεβάζει, ἔτσι ποὺ κρύβει μὲ στενοχώρια
τὸ φόβο, ὡς καθρεφτίζεται στὴν ὄψη.
Καὶ λέγει του ξανὰ ὁ Χριστός: «Ἂς γίνῃ,
ὅ,τι γραμμένο ὑπάρχει νὰ γενῇ.
Νύχτα εἶν᾿ ἀκόμη σκοτεινὴ
καὶ -μὴ φοβᾶσαι- εἶναι γεμάτοι καλωσύνη
τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίκοι.
Κι εἶν᾿ ὅλο ἀγάπη τὸ τριφύλλι,
κι ἀνθεῖ κατάσπρο στὴν πλαγιὰ τοῦ Γολγοθᾶ τὸ χαμομήλι.
Σύρε καὶ μὴν ἀργεῖς.
Χτυπάει ἐπίμονα ἡ καρδιὰ τῆς γῆς.
Σύρε πιὸ γρήγορα, ἀκουμπώντας στὸ ραβδί,
πρὶν βγῇ καὶ τὸ φεγγάρι καὶ σὲ ἰδῇ.»
Κατάχλωμος ὁ Ἰούδας σὰν σουδάρι,
ἁπλώνει τὸ ποτήρι του νὰ πάρῃ.
Μὰ τὸ ποτήρι πέφτει ἀπὸ τὴ φούχτα του καὶ πλέρια
βάφει μὲ τ᾿ ἄλικο πιοτό, τὸ δυνατό,
τοῦ Ναζωραίου τὰ θεῖα χέρια.
Χαμογελᾷ ὁ Χριστός. Μὰ τοῦ Ἰσκαριώτη
πόσο δονεῖται ἀκόμα τὸ κορμί!
Τῆς προδοσίας βαρὺ τὸ κρῖμα… Καὶ μὲ ὁρμὴ
τὸν σπρώχνει νὰ χαθῇ σκυφτὸς στὰ σκότη.

ΙΙ

Ὡραῖος, καθὼς τοῦ ἥλιου ἀνατολή,
ἀνάμεσα ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάδες,
ὀρθώνεται καὶ πάλι ἀργομιλεῖ:
«Τὸ αἰώνιο εἶμαι τὸ φῶς καὶ σεῖς λαμπάδες…
Στὰ χείλη ἡ προσευχὴ πρὶν ἀνεβῇ,
τὴν πόρνη, ἂς συχωρέσουν, τὸν τελώνη.
Μὲ ἀνόμους θὰ περάση καὶ ὁ Ραββί.
Τὴν πρώτη πέτρα ὁ ἀναμάρτητος σηκώνει.
Ἀγάπη κόσμου ὁ νικητής. Κι ἐγὼ ἡ πηγὴ
γιὰ ὅποιον διψᾷ στοργὴ δικαιοσύνη.
Εἰρήνη… Ἂν ἀψηλώσω ἀπὸ τὴ γῆ,
ἕνα μὲ τ᾿ ἄστρα κι ἡ ψυχή σας θέλει γίνει»
Εἶπε κι ἀνάβλεψε τὰ μάτια του ὁ Χριστός.
«Πατέρα μου, κι ἡ ἀγάπη Σου ἂς πληθαίνῃ.
Σὲ μὲ ἔθνη καὶ λαοὶ καὶ ἡ οἰκουμένη.
Τὸ ἔργο μου ἐτελείωσε. Καὶ νά,
τώρα ὁ δικός μου ὁ διαλεχτὸς στὰ σκοτεινὰ
τοῦ ξεροπόταμου τῶν Κέδρων περιμένει».
Ξάφνου τὰ νέφη ὡς σκίζει τὸ φεγγάρι,
ἀπ᾿ τὸν ψηλὸ καγκελλωτὸ φεγγίτη,
θεία χάρη, μιὰ δέσμη κατεβαίνει μὲς στὸ σπίτι.
Δέσμη ἀπὸ φῶς, σὰν φίλημα ἐλαφρό,
στὰ θεῖα μαλλιὰ τοῦ Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.
Μὰ κι ἕνας ἤσκιος ἀπ᾿ τὰ κάγκελα, ποὺ κάνει
πίσω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους Του, στὸν τοῖχο, ἕνα σταυρό.
Μὲ πόνο οἱ μαθητάδες τοῦ Κυρίου,
ποὺ τρέμει στῶν ματιῶν τους τὸ ἀκροκλώνι,
τὸ σύμβολο κοιτοῦν τοῦ μαρτυρίου,
Κι ἐκεῖνος μὲ χαμόγελο γλυκὸ
στὸ δεῖπνο τὸ στερνό, τὸ μυστικό,
σκορπάει τὸ θάρρος κι ἐμψυχώνει.
Κι ἔξω, στὰ σκότη τῆς νυχτιᾶς, τρεμάμενος, καταραμένος,
τὴν ὥρα αὐτὴ τὴν ἴδια, τρικλίζει ἀκόμα ὁ Ἰούδας παγωμένος.
Κι ἀγκομαχώντας, ζώνεται τὰ φίδια,
ξεσκίζοντας τ᾿ αὐτιά του, γιατί ὁ λόγος, ὁ λόγος τοῦ Ἄκακου
στριφογυρίζει ἀκόμα μέσα σὰν ξερόφυλλο
ποὺ τὸ σαρώνουν ξεροβόρια:
«Δικός μου ἐσὺ καὶ στέκεις τόσο χώρια…».

του Στέλιου Σπεράντσα


Συνεχίζεται......... »

Υμνολογία Μεγάλης Πέμπτης

«Σήμερον τῷ σταυρῷ προσήλωσαν Ἰουδαῖοι τόν Κύριον, τόν διατεμόντα τήν θάλασσαν ῥάβδῳ καί διαγαγόντα αὐτούς ἐν ἐρήμῳ.

Σήμερον τῇ λόγχῃ τήν πλευράν αὐτοῦ ἐκέντησαν, τοῦ πληγαῖς μαστίξαντος ὑπέρ αὐτῶν τήν Αἴγυπτον, καί χολήν ἐπότισαν τόν μάννα τροφήν αὐτοῖς ὀμβρήσαντα».

Σήμερα οἱ Ἰουδαῖοι κάρφωσαν στό σταυρό τόν Κύριο, πού διαχώρησε τή θάλασσα (τήν Ἐρυθρά) μέ ράβδο καί διαπέρασε αὐτούς στήν ἔρημο.

Σήμερα τρύπησαν μέ λόγχη τήν πλευρά ἐκείνου, πού γιά χάρη τους μαστίγωσε μέ συμφορές τήν Αἴγυπτο καί πότισαν μέ χολή αὐτόν πού τούς ἔβρεξε σάν τροφή τό μάννα ἀπό τόν οὐρανό.

Συνέχεια ἀντιθέσεων. Σήμερα, τήν ἀποφράδα ἡμέρα τοῦ Πάθους, ἔγιναν ἀλλόκοτα πράγματα.

Οἱ Ἑβραῖοι, ἀπό μίσος καί ἐμπάθεια, κάρφωσαν στό σταυρό, σάν ἕναν ἐπονείδιστο κακοῦργο, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος παλιά, μέ τό ραβδί τοῦ ὑπηρέτη του, ἔκοψε στά δύο τήν Ἐρυθρά θάλασσα καί τούς πέρασε ἀβλαβεῖς στήν ἔρημο, σώζοντάς τους ἀπό τήν φονική διάθεση τῶν Αἰγυπτίων.

Σήμερα κέντησαν τήν πλευρά μέ λόγχη ἐκείνου, πού παλιότερα χτύπησε ἄγρια μέ πληγές τή χώρα τῆς Αἰγύπτου, πού δυνάστευε ἄγρια τόν ὑπόδουλο λαό, καί πότισαν μέ χολή (κατά τή σταύρωση) τόν ἴδιο προστάτη καί Θεό τους, ὁ ὁποῖος μέ τό μάννα τούς ἔθρεψε στήν ἔρημο!

«Κύριε, ἐπί τό πάθος τό ἑκούσιον παραγενόμενος, ἐβόας τοῖς μαθηταῖς σου· Κἄν μίαν ὥραν οὐκ ἰσχύσατε ἀγρυπνῆσαι μετ᾽ ἐμοῦ, πῶς ἐπηγγείλασθε ἀποθνῄσκειν δι᾽ ἐμέ; Κἄν τόν Ἰούδαν θεάσασθε, πῶς οὐ καθεύδει, ἀλλά σπουδάζει προδοῦναί με τοῖς παρανόμοις∙ Ἐγείρεσθε, προσεύξασθε, μή τίς με ἀρνήσηται βλέπων με ἐν τῷ σταυρῷ. Μακρόθυμε δόξα σοι».

Κύριε, ὅταν ἔφθασες στό ἑκούσιο πάθος σου, φώναξες στούς μαθητές σου: Ἀφοῦ δέν μπορέσατε μιά ὥρα ν᾽ ἀγρυπνήσετε μαζί μου, πῶς ὑποσχεθήκατε νά πεθάνετε γιά μένα; Τουλάχιστον κοιτάξτε τόν Ἰούδα πώς δέν κοιμᾶται, ἀλλ᾽ ἐνεργεῖ γρήγορα νά μέ προδώσει στούς παρανόμους. Σηκωθεῖτε καί προσευχηθεῖτε, κανένας νά μή μέ ἀρνηθεῖ, βλέποντάς με ἐπάνω στό σταυρό. Μακρόθυμε, δόξα σοι.

Οἱ μαθητές, πρίν ἀπό τό σωτήριο πάθος, δέν ἦταν τέλειοι. Κουβαλοῦσαν τή νωθρή φύση τῶν ἀνθρώπων, τήν ἀδύνατη καί ἐπικλινή πρός τήν ἁμαρτία. Τή φύση αὐτή τή γνώριζε ὁ Χριστός καί προσπαθοῦσε νά τήν παιδαγωγήσει σέ ἑτοιμότητα ἐνόψη τοῦ πάθους, καί ἀργότερα στό ὑψηλό ἀποστολικό του ἔργο, στό ὁποῖο τήν κάλεσε.

Ὁ Κύριος ἦταν στίς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς του. Τό πάθος πλησίαζε. Βρισκόταν στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ καί προσευχόταν στόν οὐράνιο Πατέρα του.

Ἡ ψυχή του ἦταν φορτισμένη μέ ἀγωνία. Ὁ ἱδρώτας περιέρεε τό σῶμα του σάν «θρόμβοι αἵματος». Ἀπωθοῦσε τό πικρό ποτήριο τοῦ θανάτου στήν ἠρεμία τῆς σκοτεινῆς ἐκείνης νύχτας, κάτω ἀπό τόν ἥσυχο ψίθυρο τῶν δέντρων· ἀμέσως ὅμως ὑποτασσόταν μέ ἀγάπη στό θέλημα τοῦ ἐπουράνιου Πατέρα.

Μετά τό πέρας τῆς προσευχῆς του βρῆκε τούς μαθητές νά κοιμοῦνται. Ὁ ὕπνος πίεζε βαριά τά βλέφαρά τους καί ἡ ἀθυμία τίς καρδιές τους. Ἡ φύση ζητοῦσε τά δικά της, μή λογαριάζοντας τήν κρισιμότητα τῶν στιγμῶν ἐκείνων.

Ὁ Χριστός στεναχωρέθηκε γιά τό ἀλγεινό θέαμα τῶν μαθητῶν. Τούς μάλωσε. Μέ τόν γλυκύ ὅμως ἐκεῖνον τρόπο τοῦ θείου Διδασκάλου. Ἀφοῦ –τούς εἶπε– δέν μπορέσατε ν᾽ ἀγρυπνήσετε μιά ὥρα μαζί μου στίς πιό κρίσιμες στιγμές τῆς ζωῆς μου, πῶς ὑποσχεθήκατε (ὁ Πέτρος) νά πεθάνετε μαζί μου; Ἕως ἐδῶ φτάνει ἡ ἀντοχή σας; Ἄν μή τί ἄλλο, κοιτάξτε τόν Ἰούδα.

Αὐτός δέν κοιμᾶται∙ εἶναι ὄρθιος, τρέχει μέ γρηγοράδα, μελετᾶ μέ σπουδή πῶς θά μέ προδώσει στούς ἐχθρούς μου γιά νά μέ σταυρώσουν! Αὐτός ἐναντίον μου ἔχει φτερά στά πόδια του, εἶναι ἀνύστακτος, τρέχει. Ἐσεῖς, οἱ φίλοι μου, κοιμᾶστε!

Σηκωθεῖτε, προσεύχεσθε, γιά νά μήν μπεῖτε σέ πειρασμό. Ἀποτινάξτε τόν ὕπνο τῆς ραστώνης, τῆς νωχέλειας τῆς ψυχῆς. Τά πράγματα αὐτά εἶναι πολύ ἐπικίνδυνα, σᾶς ἀνοίγουν πρός τήν ἁμαρτία καί τήν πτώση.

Εἶναι ἀνοιχτό τό ἐνδεχόμενο ἡ ἀθυμία τῆς ψυχῆς νά σᾶς ὁδηγήσει σέ ἄρνηση, ὅταν θά μέ δεῖτε νά πεθαίνω ἄδοξα ἐπάνω στό σταυρό. Ἡ προσευχή μονάχα θά σᾶς σώσει, μήν εἶστε ὀκνηροί!


Συνεχίζεται......... »

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Τα κρίνα της Νεάπολης… και του Μυλοποτάμου!

Του Νίκου Ψιλάκη

Κάπως έτσι έρχεται κάθε χρόνο το Μεγαλοβδόμαδο.
Με τις λουλουδιασμένες αυλές να πλέκουν στεφάνια στην άνοιξη, με τα κρίνα να γίνονται άλλοτε παιγνίδι στα χέρια των παιδιών, άλλοτε σάλπιγγες στα στόματα των αγγέλων, κι άλλοτε περισσεύματα ψυχής που οδηγούνται στις εκκλησιές και στα ξωμονάστηρα.

Πλέκουν στεφάνια στον Εσταυρωμένο, απλώνουν το λευκό της αγνότητας δίπλα στα αναμμένα κεριά του πάθους και της Ανάστασης.

Τίποτα πιο απλό και πιο όμορφο από το να ακούς την καμπάνα της Μεγάλης Παναγιάς, της Πρωτοκλησιάς της Νεάπολης, και να βλέπεις σε μιαν άκρα της πλατείας μιαν αρχόντισσα φορτωμένη με κρίνα.


Κι άλλοι κρίνοι.
Αυτή τη φορά στα ορεινά του Μυλοποτάμου. Βαλμένα με τάξη σε μια γυάλινη κανάτα, ίσως για να μεταφέρουν την άνοιξη μέσα σε κάθε σπιτικό.

Το κάθε χρηστικό αντικείμενο, μια κανάτα, ένα ποτήρι, μπορεί να γίνει ανθοδοχείο.Έτσι γιατί τα λουλούδια μπορούν να κάνουν ακόμη και το πιο ταπεινό αντικείμενο να μοιάζει με πολύτιμο θεματοφύλακα της ελπίδας.

Το έχομε ανάγκη τελικά. Να μιλάμε με τη γλώσσα των λουλουδιών και των κρίνων. Ν’ ακούμε τη μουσική τους.

Έλεγε ένας ποιητής, ο Βρεττάκος, πως τα λουλούδια τον διδάσκουν. Αλήθεια είναι! Νομίζω πως διδάσκουν το θρίαμβο της ζωής που κάνει τον ετήσιο κύκλο της και επιστρέφει στεφανωμένη από το έρεβος.

Ένα τραπέζι, ένα παράθυρο, ο ήλιος που έρχεται να θυμίσει το γύρισμα του καιρού. Και μια ηλικιωμένη γυναίκα που διδάσκει κι εκείνη καθώς αφήνει τα λουλούδια να της μιλήσουν για την άνοιξη.

Φωτογραφίες και κείμενα : Νίκος Ψιλάκης
Από το περιοδικό ΥΠΕΡ | τεύχος 65 | Άνοιξη 2013|



Συνεχίζεται......... »

Τά Καθίσματα τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης

«Ὁ λίμνας καί πηγάς καί θαλάσσας ποιήσας, ταπείνωσιν ἡμᾶς ἐκπαιδεύων ἀρίστην, λεντίῳ ζωννύμενος ὑπερβολῇ εὐσπλαγχνίας καί ὑψῶν ἡμᾶς ἀπό βαράθρων κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος».

Αὐτός πού δημιούργησε τίς λίμνες, τίς πηγές καί τίς θάλασσες, θέλοντας νά μᾶς διδάξει τήν τέλεια ταπείνωση, ἀφοῦ ζώστηκε τό λέντιο (ποδιά), ἔνιψε τά πόδια τῶν μαθητῶν, ταπεινούμενος ἀπό ὑπερβολική εὐσπλαχνία, καί ἀνυψώνοντας ἐμᾶς ἀπό τά βάραθρα τῆς κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.

Ἡ ταπείνωση εἶναι θεϊκή ἀρετή· γι᾽ αὐτό κι ὁ Θεός ἀγαπᾶ καί μακαρίζει τούς ταπεινούς. Ἀντίθετα ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι κακία σατανική, τήν ὁποία ἀποστρέφεται ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν». Βεβαίως ἡ ταπείνωση ἔχει τήν ἀξία της μόνο στό πλέγμα τῆς ἁμαρτωλότητας τῶν ἀνθρώπων. Ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ ἁμαρτία, ἡ ταπείνωση δέ θά εἶχε νόημα. Εἶναι φαινόμενο μεταπτωτικό, πού πλήττει θανάσιμα τήν ἁμαρτία.

Ἡ ταπείνωση ξεκίνησε ἀπό τήν οἰκονομική Τριάδα. Ὅταν τό πλάσμα ἁμάρτησε, ὁ Θεός, ὡς εὔσπλαχνος Πατέρας, θέλησε νά τό σώσει. Ὄχι βέβαια μέ μιά τελεσίδικη ἀπόφασή του, γιατί αὐτό θά ἦταν ἀνάρμοστο στή δικαιοσύνη, τό ἦθος καί τήν ἀρετή τοῦ Θεοῦ, καί θά συνέτριβε παράλληλα καί τήν οὐσία τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου, ὡς λογικοῦ καί ἐλεύθερου δημιουργήματος. Ἔπρεπε ὁ ἴδιος νά συναντήσει στή γῆ τόν παραπλανηθέντα ἄνθρωπο καί νά τόν ἐλευθερώσει πραγματικά ἀπό τή δύναμη τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτό ἔκανε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τή διαδικασία αὐτή ἀποκαλοῦμε«κένωση» τοῦ Λόγου. Μέ αὐτή ὁ Λόγος ταπεινώθηκε. Ἄφησε τήν ἐνδοτριαδική δόξα του (χωρίς νά τή χάσει φυσικά) καί μπῆκε σέ μιά νέα κατάσταση ζωῆς, τήν ὁποία χαρακτήριζαν ἡ φτώχεια καί ἡ ταπείνωση, ὁ πόνος καί ἡ ὀδύνη, καί ἡ ὁποία ἀποκορυφώθηκε στόν ἄδοξο θάνατο ἐπί σταυροῦ.

Ἡ ἐπίγεια ζωή τοῦ θεανθρώπου ἦταν ἡ ζωή ἑνός ταπεινωμένου ἀνθρώπου. Ἀπέφευγε τίς ἐπιδείξεις καί τήν ἀποδοχή τῶν ἀνθρώπων, δέν εἶχε δικό του σπίτι νά μείνει, ἔζησε σάν ἕνας φτωχός μαραγκός καί συναναστρεφόταν μέ τούς φτωχούς ἀνθρώπους, τούς ταπεινούς, τούς ἀνθρώπους τοῦ πόνου καί τῆς δυστυχίας. Θέλοντας δέ νά δείξει τή μεγάλη ἀξία τῆς ταπεινοφροσύνης, λίγο πρό τοῦ πάθους του ἔνιψε τούς πόδας τῶν μαθητῶν του.

Τό τροπάριο μᾶς τονίζει μέ λιτό καί μεγαλόπρεπο λόγο, ὅτι ὁ Κύριος, ὁ ποιητής τῶν θαλάσσιων συστημάτων, ὁ παντοδύναμος Θεός, θέλοντας νά μᾶς δείξει ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι ὁ ἄριστος τρόπος νά πλησιάσει κανείς τό Θεό καί νά νικήσει τήν ἁμαρτία, ζώστηκε τό λέντιο καί ἔπλυνε τά πόδια τῶν μαθητῶν του, ταπεινούμενος ἀπό ὑπερβολική καλοσύνη καί θέλοντας νά μᾶς σηκώσει ἀπό τά βάραθρα τῆς κακίας καί νά μᾶς ἀνυψώσει στό φωτεινό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ.

«Ταπεινούμενος δι᾽ εὐσπλαγχνίαν πόδας ἔνιψας τῶν μαθητῶν σου καί πρός δρόμον θεῖον τούτους κατεύθυνας· ἀπαναινόμενος Πέτρος δέ νίπτεσθαι αὖθις τῷ θείῳ ὑπείκει προστάγματι, ἐκνιπτούμενος καί σοῦ ἐκτενῶς δεόμενος, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος».

Ταπεινώνοντας ἀπό εὐσπλαχνία τόν ἑαυτό σου, ἔνιψες τά πόδια τῶν μαθητῶν σου, Κύριε, καί τούς κατεύθυνες πρός τό θεῖο δρόμο (τῆς σωτηρίας). Ὁ Πέτρος, πού ἀρνήθηκε ἀρχικά νά τοῦ νίψεις τά πόδια, ἔπειτα ὑπάκουσε στό θεῖο σου πρόσταγμα, ἐκνιπτούμενος καί παρακαλώντας σε ἐκτενῶς νά μᾶς δωρήσεις τό μέγα σου ἔλεος.

Ὁ Πέτρος, ὁ τρυφερός καί αὐθόρμητος μαθητής, μή μπορώντας ἀρχικά νά εἰσχωρήσει στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ἀντέδρασε σάν ἕνας φυσιολογικός ἄνθρωπος. Ἀρνήθηκε, ἀπό φιλότιμο, νά δεχτεῖ τή νίψη τῶν ποδιῶν του ἀπό τό θεῖο Διδάσκαλο. Ἦταν οἱ σκοτεινές ἐκεῖνες ὧρες, πού ἦταν σαλεμένες οἱ καρδιές τῶν μαθητῶν, καμπτόμενες ἀπό τό βάρος τῆς φοβερῆς στιγμῆς τοῦ Θεοῦ καί μή μπορώντας νά συλλάβουν τό λόγο τῆς ἀπόρρητης θείας οἰκονομίας.

Ἀρνήθηκε ὁ Πέτρος νά δεχτεῖ τή χειρονομία τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως δέν ἐπέμενε στήν ἄρνησή του, ὅταν δεχόταν νά τοῦ πλύνει τά πόδια. Δέχτηκε τή νίψη ὁ καλοκάγαθος μαθητής, πειθαρχώντας στό πρόσταγμα τοῦ Διδασκάλου. Στήν ἄλλη ὅμως ἄρνηση παραδόθηκε ἀμαχητί ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων! Αὐτά γιά νά γνωρίζουμε τά μέτρα τῆς φύσεώς μας καί νά προσαρμοζόμαστε μέ ταπείνωση στά μέτρα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ.

«Συνεσθίων, Δέσποτα, τοῖς μαθηταῖς σου, μυστικῶς ἐδήλωσας τήν παναγίαν σου σφαγήν, δι᾽ ἧς φθορᾶς ἐλυτρώθημεν οἱ τά σεπτά σου τιμώντες παθήματα».

Συντρώγοντας μέ τούς μαθητές σου, Δέσποτα, δήλωσες σ᾽ αὐτούς τήν παναγία σου σφαγή, διά τῆς ὁποίας λυτρωθήκαμε ἀπό τή φθορά, ἐμεῖς πού τιμοῦμε τά σεπτά σου παθήματα.

Οἱ ἄνθρωποι συνηθίζουν στίς μεταξύ τους συνεστιάσεις νά συνδέουν τό τερπνό μετά τοῦ ὠφελίμου συζητώντας ζητήματα σημαντικά γιά τίς διάφορες ὑποθέσεις τους. Στήν τελευταία πασχάλια συνεστίαση τοῦ Χριστοῦ μετά τῶν μαθητῶν του ὁ Κύριος δέν εἶχε λόγους νά εἶναι τερπνός καί εὐχάριστος. Τό πάθος ἅπλωνε τή σκιά του στήν ψυχή τοῦ Διδασκάλου, καί τό ποτήριο τοῦ θανάτου, τό ὁποῖο λίγη ὥρα ἀργότερα θ᾽ ἀπωθοῦσε στήν ἄγρια ἐκείνη νύχτα, πίεζε τήν τρυφερή καί εὐαίσθητη καρδιά του.

Αὐτό καί προεῖπε στούς μαθητές του. Τούς προεἷπε τήν παναγία του σφαγή, τό φριχτό σταυρικό του μαρτύριο, τό ὁποῖο θά μᾶς λύτρωνε ἀπό τήν κατάρα τῆς φθορᾶς, πού μπῆκε στόν κόσμο μέ τήν ἀλόγιστη παρακοή τοῦ Ἀδάμ. Ἀπό τή φθορά αὐτή φυσικά σώζονται μόνον ὅσοι μέ πίστη τιμοῦν τά σεπτά του παθήματα.




Συνεχίζεται......... »

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Ἀπόστιχα ἰδιόμελα τῆς Μεγάλης Τρίτης

«Σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου καί γυνή ἁμαρτωλός προσελθοῦσα τοῖς ποσίν ἐκυλινδοῦτο βοῶσα· Ἴδε τήν βεβυθισμένην τῇ ἁμαρτίᾳ, τήν ἀπηλπισμένην διά τάς πράξεις, τήν μή βδελυχθεῖσαν παρά τῆς σῆς ἀγαθότητος· καί δός μοι, Κύριε, τήν ἄφεσιν τῶν κακῶν καί σῶσόν με».

Σήμερον ὁ Χριστός ἔρχεται στήν οἰκία τοῦ Φαρισαίου καί γυναίκα ἁμαρτωλή, προσελθοῦσα, κυλιόταν στά πόδια του, λέγουσα: Κοίταξε, Κύριε, αὐτή πού εἶναι βυθισμένη στήν ἁμαρτία, τήν ἀπελπισμένη γιά τ᾽ἁμαρτωλά ἔργα της, τήν ὁποία ὅμως δέ βδελύχτηκε ἡ ἀγαθότητά σου· καί δῶσε μου τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων μου καί σῶσε με.

Συνεχίζεται ἡ περιγραφή τοῦ συγκινητικοῦ δράματος τῆς πόρνης γυναίκας, ἡ ὁποία, εἰσελθούσα στήν οἰκία, κυλιόταν στά πόδια τοῦ Χριστοῦ, φωνάζοντας: Λυπήσου, Κύριε, τό πλάσμα σου, πού εἶναι βυθισμένο στήν ἁμαρτία, στή ζωή μακριά ἀπό τό φῶς καί τή χάρη σου, καί εἶναι ἀπελπισμένο γιά τά πολλά καί ἀναίσχυντα ἔργα του, καί παρά ταῦτα δέν τό βδελύχτηκε ἡ ἄπειρή σου ἀγαθότητα. Δῶσε μου, Κύριε, τήν ἄφεση τῶν παραπτωμάτων μου καί σῶσε με.

«Ἥπλωσεν ἡ πόρνη τάς τρίχας σοι τῷ Δεσπότῃ, ἥπλωσεν Ἰούδας τάς χεῖρας τοῖς παρανόμοις· ἡ μέν λαβεῖν τήν ἄφεσιν· ὁ δέ λαβεῖν ἀργύρια. Διό σοι βοῶμεν τῷ πραθέντι καί ἐλευθερώσαντι ἡμᾶς· Κύριε, δόξα σοι».

Ἅπλωσε ἡ πόρνη τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς της σ᾽ ἐσένα τό Δεσπότη καί ὁ Ἰούδας ἅπλωσε τά χέρια του στούς παρανόμους. Καί αὐτή μέν (τά ἅπλωσε) γιά νά λάβει τήν ἄφεση, αὐτός ὅμως, γιά νά λάβει ἀργύρια. Γι᾽ αὐτό φωνάζουμε δυνατά σ᾽ ἐσένα, Κύριε, πού πουλήθηκες γιά νά μᾶς ἐλευθερώσεις (ἀπό τή δυναστεία τοῦ διαβόλου): Κύριε, δόξα σοι.

Πόρνη καί Ἰούδας σέ ἕνα θλιβερό ἀντιθετικό παραλληλισμό. Ἐκείνη ἅπλωσε τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς της στό Δεσπότη· αὐτός ἅπλωσε τά χέρια του στούς παρανόμους. Τά ἅπλωσαν καί οἱ δύο, γιά διαφορετικούς ὅμως λόγους ὁ καθένας.

Ἐκείνη, πού γιά πολλά χρόνια ἅπλωνε τά χέρια στούς πελάτες της γιά νά λάβει τά χρήματα τῶν αἰσχρῶν ὑπηρεσιῶν της τώρα, μετανιωμένη, ἁπλώνει τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς της, γιά νά πάρει ἀπό τό Δεσπότη ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν της.

Ἀντίθετα, αὐτός πού ἐπί τριετία ἅπλωνε τά χέρια του νά πάρει τά χρήματα τοῦ οἰκονομικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ἀποστόλων (ἦταν ὁ ταμίας καί ὁ διαχειριστής τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν), τώρα ἅπλωσε τά χέρια του γιά νά λάβει ἀπό τούς παρανόμους τά ἀργύρια τῆς προδοσίας.

Μπροστά στά φαινόμενα αὐτά, συντετριμένοι οἱ πιστοί φωνάζουμε: Κύριε, ἐσύ πού τόσο φρικτά πουλήθηκες ἀπό τό μαθητή σου, γιά νά ἐλευθερώσεις ἐμᾶς, πού πουληθήκαμε στό διάβολο δόξα σοι.

«Προσῆλθε γυνή δυσώδης καί βεβορβορωμένη, δάκρυα προχέουσα ποσί σου, Σωτήρ, τό πάθος καταγγέλουσα· Πῶς ἀτενίσω σοι τῷ Δεσπότῃ; αὐτός γάρ ἐλήλυθας σῶσαι πόρνην. Ἐκ βυθοῦ θανοῦσάν με ἀνάστησον, ὁ τόν Λάζαρον ἐγείρας ἐκ τάφου τετραήμερον. Δέξαι με τήν τάλαιναν, Κύριε, καί σῶσόν με».

Προσῆλθε γυναίκα ἀκάθαρτη καί καλυμμένη ἀπό βόρβορο, χύνουσα δάκρυα στά πόδια σου, Σωτήρα, φανερώνουσα τό πάθος (στό ὁποῖο δούλευαν ἡ ψυχή καί τό σῶμα της). Πῶς νά σέ ἀτενίσω τόν κυρίαρχο Δεσπότη; (Σέ κοιτάζω) γιατί ἐσύ ἔχεις ἔλθει (στόν κόσμο), γιά νά σώσεις ἐμένα τήν πόρνη. Ἀναστησέ με ἀπό τό βυθό τοῦ θανάτου (τῆς ἁμαρτίας), ἐσύ πού ἀνέστησες τό Λάζαρο τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τοῦ θανάτου του. Δέξε με τήν ταλαίπωρη, Κύριε, καί σῶσε με.

Πολύ σπαρακτική ἡ παράσταση τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας στό θεῖο Διδάσκαλο. Ἀναδίδουσα τήν κακοσμία τοῦ αἰσχροῦ βίου της καί ἀποστάζουσα τό βόρβορο τῶν σαρκικῶν παθῶν της, μπῆκε στό σπίτι τοῦ φαρισαίου καί ἄφηνε τά δάκρυά της σάν ποτάμι νά πέφτουν στά πόδια τοῦ Διδασκάλου.

Τήν ἴδια στιγμή φανέρωνε στό Σωτήρα της καί Σωτήρα ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλο τό περιεχόμενο τῆς ἀκάθαρτης ζωῆς της. Εἶχε ὅμως μετανιώσει τό ἐλεεινό ἐκεῖνο πλάσμα. Μίσησε τά ἔργα καί τό βίο της καί θέλησε ν᾽ ἀλλάξει πορεία καί νά χαράξει νέους προσανατολισμούς. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο θαῦμα τῆς μετάνοιας. Χορηγεῖ παρρησία στόν ἁμαρτωλό.

Τό ἴδιο δέν ἔκανε καί ὁ μεγάλος ἐκεῖνος ἄσωτος τῆς παραβολῆς; Δέ θάρρησε στήν πατρική ἀγάπη καί συγνώμη, γιά νά πάρει τήν ἀλλοτινή θέση του κοντά στόν πατέρα, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου τόσο βάναυσα διέσυρε διά τῆς ἀποστασίας του; Καί ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα θάρρησε στήν ἀγάπη καί τή συγνώμη τοῦ Θεοῦ της. Κύριε, ἔλεγε, τολμῶ νά σέ ἀτενίσω ὡς Σωτήρα μου, γιατί μέ ἀγαπᾶς τόσο, πού ἦλθες ἐδῶ στή γῆ γιά νά σώσεις μιά πόρνη σάν κι ἐμένα.

Ἐσύ μοῦ δίνεις τό θάρρος νά σέ πλησιάσω, νά πλύνω τά πόδια σου, νά ζητήσω τή δύναμή σου, τή γιατρειά μου ἀπό τήν αἰσχρότητα τῆς ἁμαρτίας μου. Σύρε με, Κύριε ἀπό τό βυθό τοῦ πνευματικοῦ θανάτου μου, ἐσύ πού μέ μιά σου προσταγή ἀνέσυρες ζωντανό ἔξω ἀπό τόν τάφο τόν τετραήμερο Λάζαρο. Δέξε με κοντά σου Κύριε, ἐπιστρέφουσα ἀπό τή χώρα τῆς ἁμαρτίας, καί σῶσε με.

«Ἡ ἀπεγνωσμένη διά τόν βίον καί ἐπεγνωσμένη διά τόν τρόπον τό μύρον βαστάζουσα προσῆλθέ σοι, βοῶσα· Μή με τήν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθείς ἐκ Παρθένου· μή μου τά δάκρυα παρίδῃς, ἡ χαρά τῶν ἀγγέλων· ἀλλά δέξαι με μετανοοῦσαν, ἥν οὐκ ἀπώσω ἁμαρτάνουσαν, Κύριε, διά τό μέγα σου ἔλεος».

Αὐτή, πού ἦταν ἀπελπισμένη γιά τόν αἰσχρό βίο της καί στιγματισμένη ἀπ᾽ ὅλους γιά τόν ἁμαρτωλό τρόπο τῆς ζωῆς της, ἦλθε κοντά σου, βαστάζοντας τό μύρο, καί φώναζε: Μή μέ διώξεις μακριά σου τήν ἐλεεινή πόρνη, ἐσύ πού γεννήθηκες ἀπό Παρθένο· μή παραβλέψεις τά δάκρυά μου, ἐσύ πού εἶσαι ἡ χαρά τῶν Ἀγγέλων· ἀλλά δέξε με μετανοούσα, αὐτήν πού δέν ἀπώθησες ἁμαρτάνουσα, Κύριε, γιά τό μέγα σου ἔλεος.

Ἀνεβαίνουν συνεχῶς οἱ τόνοι τοῦ ψυχικοῦ σπαραγμοῦ τῆς μετανιωμένης πόρνης. Ἦταν ἀπελπισμένη γιά τόν ἁμαρτωλό βίο της. Ποιός τάχα ἁμαρτωλός δέ ζεῖ ψυχικά στή μαύρη αὐτή ἀπελπισία, ἔστω κι ἄν οἱ ἡδονές καί οἱ περισπασμοί τοῦ βίου σκεπάζουν τόν πόνο καί τή δυστυχία του;

Μπορεῖ νά εἶναι κανείς σέ ἀναμμένο καμίνι, χωρίς νά νιώθει τόν πόνο τῆς φωτιᾶς; Ἤ νά εἶναι κλεισμένος στή φυλακή, χωρίς νά νιώθει τό βάρος τῆς ἐρημιᾶς καί τῆς μονώσεως, τή στέρηση τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας του; Ἀλλά καί ἡ ἁμαρτία εἶναι φωτιά καί φυλακή, ἔστω καί ἄν φαινομενικά δέν τίς ἀντιλαμβανόμαστε.

Ἡ γυναίκα ὅμως ἦταν στιγματισμένη. Τίς ὅμοιές της ἡ κοινωνία τίς διασύρει καί τίς ποδοπατεῖ, κυρίως οἱ καθωσπρέπει ὑποκριτές. Αὐτοί πού θέλησαν νά λιθολήσουν τή μοιχαλίδα, ἔμειναν μέ τίς πέτρες στά χέρια ὅταν ὁ Κύριος ἄρχισε νά γράφει στή γῆ τά ἁμαρτήματά τους, μερικά τῶν ὁποίων ἦταν μεγαλύτερα τῆς μοιχείας! Ὁ ἄνθρωπος δυστυχῶς εἶναι ζῶο κακότροπο καί μοχθηρό. Κοιτάζει τίς κακίες τῶν ἄλλων, τούς ὁποίους ἐπικρίνει καί ξεφτελίζει, καί παραβλέπει τά δικά του παραπτώματα. Σ᾽ αὐτό μοιάζει μέ τό διάβολο. Τρώγει τό συνάνθρωπο!

Ἡ πόρνη, βαστάζουσα τό μύρο, προσῆλθε στόν Κύριο, κράζοντας: Μή μέ ἀπορρίψεις, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, Κύριε, ἐσύ πού μόνος μπορεῖς νά τό κάνεις, ὁ μόνος καθαρός καί ἀνειπίληπτος. Ἐσύ, πού δέ γεννήθηκες ἀπό σπορά ἀνδρική, ἀλλά ἀπό παρθένο Μητέρα, μέ τή δύναμη τοῦ παναγίου Πνεύματος.

Καί ὅπως ἔδιωξες τούς ὑποκριτές λιθοβολητές τῆς μοιχαλίδας, κι ἐσύ, ὁ μόνος πού μποροῦσες νά τή λιθοβολήσεις, δέν τό ἔκανες, ἀλλά τή δέχτηκες στήν ἀγάπη σου, ἔτσι κι ἐμένα μή μέ ἀπορρίψεις, ἀλλά δέξε με σάν κι ἐκείνη, γιά νά χαροῦν οἱ ἄγγελοί σου στόν οὐρανό. Συγχώρησέ με καί σῶσε με, Κύριε, γιά τό μέγα σου ἔλεος.

«Κύριε,ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τήν σήν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καί ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τάς πηγάς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τό ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τούς οὐρανούς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.

Καταφιλήσω τούς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δέ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις· ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή μέ τήν σήν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τό ἔλεος».

Κύριε, ἡ γυναίκα πού ἔπεσε σέ πολλές ἁμαρτίες, ἀφοῦ συναισθάνθηκε τή Θεότητά σου, ἀναλαμβάνει τάξη (ἔργο) μυροφόρου καί, κλαίοντας, σοῦ προσφέρει μύρα πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ σου. Ἀλίμονο σέ μένα, λέγουσα, ὅτι ζῶ σέ μιά νύχτα ζοφερή καί ἀσέληνη, ὅτι μέ τρυπᾶ τό κεντρί ἀκολασίας, μέ πνίγει ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας. Δέξε, Κύριε, τίς πηγές τῶν δακρύων μου, ἐσύ πού ἀνυψώνεις σέ νεφέλες τό θαλάσσιο ὕδωρ.

Λύγισε πρός τούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς μου, ἐσύ πού μέ τήν ἄφατή σου κένωση (ταπείνωση), ἔκανες ν᾽ ἀνοίξουν οἱ οὐρανοί (γιά νά κατέβεις στή γῆ). Θά γεμίσω τά ἄχραντα πόδια σου μέ φιλιά, κατόπιν θά τά σκουπίσω μέ τίς κυματοειδεῖς τρίχες τῆς κεφαλῆς μου (τά πόδια σου). Τόν κρότο τῶν ὁποίων ἡ Εὔα, ἀφοῦ ἄκουσε τό δειλινό στόν παράδεισο, ἀπό τό φόβο της κρύφτηκε. Τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου καί τίς ἀβύσσους τῶν κρίσεών σου, ποιός μπορεῖ νά ἐξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μή μέ τή δούλη σου παραβλέψεις, ἐσύ πού ἔχεις ἀμέτρητο ἔλεος.

Ἡ περιγραφή τοῦ λυτρωτικοῦ δράματος τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας ἀγγίζει, στό τροπάριο αὐτό, τήν ἀποκορύφωσή του.

Τό τροπάριο εἶναι ἔργο τῆς διάσημης ποιήτριας τοῦ Βυζαντίου, λογίας καί εὐσεβοῦς μοναχῆς Κασσιανῆς. Πολλοί ταυτίζουν κακῶς τό πρόσωπο τῆς ποιήτριας μέ τήν πόρνη, πού ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Πῶς μπορεῖ νά εἶναι δυνατή ἡ ταύτιση αὐτή, καθ᾽ ἥν στιγμή ἡ πόρνη ἔζησε στίς ἡμέρες τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβε ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἡ δέ Κασσιανή ἔζησε πολλούς αἰῶνες μετά; Ἁπλά ἡ Κασσιανή στό ποίημά της ἐξιστορεῖ τή μετάνοια τῆς ἁμαρτωλῆς ἐκείνης γυναίκας καί τή μεταστροφή της στό Χριστό.

Πρόκειται περί ἑνός ἀληθινοῦ ἀριστουργήματος, πού εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ποιητικά κομμάτια τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας μας.

Διακρίνεται γιά τήν ὑψηγόρο θεολογική του ἔμπνευση, τό ἀπαράμιλλο κάλλος τῆς ἐκφράσεως, τήν ὀμορφιά τοῦ στίχου καί τήν ἱεροπρέπεια τοῦ βιώματος πού ἀναδύεται ἀπό τίς γραμμές του, πού πηγάζει ἀπό μιά χριστοποιημένη καρδιά, ἡ ὁποία πάσχει τό ἀλλοιωμένο πάθος τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Στό τροπάριο αὐτό πάλλει περίσεμνη ἡ ψυχή τῆς Ὀρθοδοξίας· δικαίως τό ὀρθόδοξο πλήρωμα ἰδιαίτερα τό ἀγαπᾶ καί τό ἀκούει μέ κατάνυξη.

Κύριε, ἡ γυναίκα πού ἔπεσε σέ πολλές ἁμαρτίες, ἔνιωσε ξαφνικά στά πόδια σου τό μυστήριο τῆς θεότητάς σου. Εἶδε στόν Υἱό τῆς Παρθένου νά κρύβεται ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατέβηκε στή γῆ νά διακονήσει τόν πεσόντα στήν ἁμαρτία ἄνθρωπο, νά τόν σώσει ἀπό τή δυνάστευση τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί νά τόν ὁδηγήσει πίσω στόν παράδεισο τῆς χαρᾶς καί τῆς τρυφῆς. Ἄνοιξε ἀμέσως τήν καρδιά της στό Θεό, γιατί κατάλαβε ὅτι αὐτή εἶναι τό πρόβατο, πού ξεστράτησε ἀπό τή μάντρα τοῦ οὐρανοῦ, τό ὁποῖο ἦλθε στή γῆ νά βρεῖ καί νά σώσει ὁ στοργικότατος ποιμένας.

Πῆρε τάξη μυροφόρου, ὅπως ἔκαναν κατόπιν οἱ εὐσεβεῖς γυναῖκες καί μαθήτριες τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖες ἀκολούθησαν τό νεκρό Διδάσκαλο στό μνῆμα, γιά νά μυρίσουν τό πανακήρατο σῶμα του. Ἔτσι κι αὐτή, μέ κλάματα, πρίν ἀκόμα ἐνταφιαστεῖ ὁ Χριστός προσφέρει μύρα ἀγάπης καί ἀφοσιώσεως στό ζωντανό σῶμα του, στήν οἰκία Σίμωνα τοῦ φαρισαίου. Ἀλίμονο ἔκραζε· Τί ἐπιχειρῶ, νά κάνω ἐγώ πού ζῶ σέ μιά βαθιά σκοτεινή νύχτα, ἀπό τήν ὁποία ἀπουσιάζει τό φῶς τῆς σελήνης, μιά νύχτα ντυμένη στά σκοτάδια τῆς παρανομίας πού κεντρίζει τό σῶμα μου οἶστρος τῆς ἀκολασίας καί πυρώνει τήν καρδία μου ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας;

Ναί, Κύριε, δέν μπορῶ ἐγώ, ἡ ἀκάθαρτη, νά διακονήσω ἐσένα τόν καθαρότατο Κύριο τῆς δόξης. Κι ὅμως, Κύριε, τολμῶ νά τό κάνω, γιατί ξέρω ὅτι ἀγαπᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ἡ μετάνοια τῶν ὁποίων λυγίζει τήν ἄπειρη εὐσπλαχνία σου, νικᾶ τήν ἀγαθοσύνη καί τό μέγα σου ἔλεος.

Εἶμαι δική σου τώρα, Σωτήρα μου, ἦλθες καί μέ πῆρες ἀπό τά καταγώγιά μου γιά νά μ᾽ ἀνεβάσεις στή θεία δόξα σου. Δέξε, λοιπόν, τίς πηγές τῶν δακρύων μου, ἐσύ, ὁ παντοδύναμος Θεός, πού τά νερά τῆς θάλασσας τά ἀνυψώνεις καί τά κάνεις σύννεφα.

Λύγισε στούς στεναγμούς, πού βγαίνουν ἀπό τήν πληγωμένη καρδιά μου σάν φωτιά μετάνοιας, ἐσύ ὁ Θεός μου πού, γιά νά μέ σώσεις, λύγισες τούς οὐρανούς μέ τήν ἄφατή σου κένωση, μπαίνοντας στό δικό της κόσμο τῆς ταπείνωσης, τῆς φτώχιας καί τοῦ μαρτυρικοῦ πόνου.

Κι ἐγώ, Κύριε, ἕνα τιποτένιο πλάσμα, πού δέν μπορῶ ν᾽ ἀνταποκριθῶ στό ὕψος τῆς ἀγάπης σου, θά κάνω ἐκεῖνο πού μπορῶ: Θά καταφιλήσω τά ἄχραντα πόδια σου, τά πόδια σου, τά ὁποῖα μέ κυνηγᾶγε νά μέ σώσουν, θά τά σκουπίσω μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς μου.

Θά φιλήσω τά ἴδια ἐκεῖνα πόδια, πού ἄκουσε ἡ Εὔα τό δειλινό στόν παράδεισο, ὅταν κατέβαινες ἐκεῖ νά συνομιλήσεις μαζί της. Ἐκείνη, ὅμως, ἔχοντας ἔνοχη τή συνείδηση ἀπό τήν παρακοή στό πρόσταγμά σου, κρύφτηκε ἀπό φόβο γιά νά μή σέ ἀτενίσει. Ἐγώ ὅμως ἀγαπῶ τά πόδια σου καί τά πνίγω στά φιλιά μου.

Ποιός μπορεῖ τάχα, Σωτήρα μου, νά μετρήσει τό πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μου καί νά ἐξιχνιάσει τήν ἄβυσσο τῶν κρίσεων σου; Κανένας, Κύριε, ἀπό τά πλάσματά σου. Ἐσύ μονάχα γνωρίζεις τίς ἄπειρες βουλές σου. Γι᾽ αὐτό μήν παραβλέψεις τήν κάκωση καί τόν πόνο τῆς καρδιᾶς μου, ἐσύ πού ἔχεις ἀμέτρητο ἔλεος καί ἀγαθοσύνη ἀπύθμενη!


Συνεχίζεται......... »