Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα joni mitchel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα joni mitchel. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Δεκεμβρίου 2016

Hejira [Joni Mitchell]


Φυγή 

Με κάποιο ταξιδεύω όχημα
Σε κάποιο κάθομαι καφέ
Απ’ τους μηδαμινούς πολέμους αποστάτισσα
Απ’ του έρωτα μακριά την ψύχωση
Μια παρηγοριά στη μελαγχολία βρίσκεις
Όταν εξηγήσεις δε χρειάζεται να δώσεις
Απλά κάτι φυσικό σαν τον καιρό είναι
Στη μουντή ετούτη σήμερα τη μέρα
Στην κτητική μας σχέση
Τόσα υπήρχανε πολλά που δε γινότανε να εκφραστούν
Έτσι τώρα κι εγώ στον εαυτό μου γυρίζω
Σ’ όλα αυτά τα πράγματα που εσύ κι εγώ καταπιέσαμε
Κάτι απ’ τον εαυτό μου στο καθένα βλέπω
Αυτή ακριβώς τη στιγμή του κόσμου
Την ώρα που το χιόνι χορευτικά σωρεύεται
Σαν τις λευκές δαντέλες μιας χορεύτριας του waltz

Πως ποτέ δεν ήταν εύκολο ξέρεις
Είτε υποκύψεις είτε όχι
Είτε όταν μ’ όλου του δρόμου το πλάτος καλύπτοντας ταξιδεύεις
Είτε όταν σε κάποια ευθεία γραμμή κολλημένος (ταξιδεύεις)
Τώρα εδώ ένας άντρας και μια γυναίκα σ’ ένα βράχο κάθονται
Και να ξεπαγώσουν ή να καταψυχθούνε πρόκειται
Ακούω
Του Benny Goodman τόνους
Απ’ το χιόνι μέσα κι απ’ τα πεύκα να φτάνουνε
Έχω απ’ του ταξιδιού τον πυρετό πορωθεί
Αλλά ξέρε πως τόσο πολύ χαρούμενη που ‘μαι μόνη είμαι
Κι ακόμη πως με κάποιο τρόπο τ’ απαλότερο ενός ξένου τ’ άγγιγμα
Μπορεί τρέμουλο στα κόκκαλά μου να προκαλέσει
Πως κανείς δεν πρόκειται τα πάντα να μου φανερώσει, το ξέρω πια
Όλοι μας άγνωστοι ερχόμαστε και φεύγουμε
Ο καθένας  μας τόσο βαθιά και επιπόλαια
Μεταξύ εμβρυουλκών λαβίδων και μνήματος

Λοιπόν τα επιτύμβια επιγράμματα κοίταξα
Εκείνα που στης αιωνιότητας τ’ αμετάκλητο φόρος τιμής απονέμουν
Και κατόπιν εδώ μέσα μου κοίταξα
Κοτόπουλο που για την αθανασία μου γρατσουνάω
Στην εκκλησία τις λαμπάδες ανάβουνε
Και τα κεριά σα δάκρυα κυλάνε
Η ελπίδα υπάρχει με την απελπισία
Αλλά στα τριάντα μου χρόνια σάς μαρτυρώ
Πως σωματίδια μονάχα του αέναου κύκλου της αλλαγής είμαστε
Γύρω από τον ήλιο γυρίζοντας
Αλλά πώς αυτή την οπτική γωνία να έχω μπορώ
Όταν δεμένη και συζευγμένη με κάποιον(ε) πάντοτε θα ‘μαι;
Λευκές σημαίες από χειμωνιάτικες καμινάδες
Κυματίζουνε ανακωχή στο φεγγάρι απέναντι
Στις αντανακλάσεις ενός φρέσκου χιονένιου αναχώματος
Απ’ το παράθυρο δωματίου ενός ξενοδοχείου

Με κάποιο ταξιδεύω όχημα
Σε κάποιο κάθομαι καφέ
Απ’ τους μηδαμινούς πολέμους αποστάτισσα
Μέχρις ο έρωτας να με ρουφήξει και πάλι



Hejira
(πηγή πρωτότυπων στίχων: jonimitchell.com.)

I'm traveling in some vehicle
I'm sitting in some cafe
A defector from the petty wars
That shell shock love away
There's comfort in melancholy
When there's no need to explain
It's just as natural as the weather
In this moody sky today
In our possessive coupling
So much could not be expressed
So now I'm returning to myself
These things that you and I suppressed
I see something of myself in everyone
Just at this moment of the world
As snow gathers like bolts of lace
Waltzing on a ballroom girl

You know it never has been easy
Whether you do or you do not resign
Whether you travel the breadth of extremities
Or stick to some straighter line
Now here's a man and a woman sitting on a rock
They're either going to thaw out or freeze
Listen
Strains of Benny Goodman 
Coming through the snow and the pinewood trees
I'm porous with travel fever
But you know I'm so glad to be on my own
Still somehow the slightest touch of a stranger
Can set up trembling in my bones 
I know no one's going to show me everything
We all come and go unknown
Each so deep and superficial
Between the forceps and the stone

Well I looked at the granite markers
Those tribute to finality to eternity
And then I looked at myself here
Chicken scratching for my immortality
In the church they light the candles
And the wax rolls down like tears
There's the hope and the hopelessness
I've witnessed thirty years
We're only particles of change I know I know
Orbiting around the sun
But how can I have that point of view
When I'm always bound and tied to someone
White flags of winter chimneys
Waving truce against the moon
In the mirrors of a modern bank
From the window of a hotel room

I'm traveling in some vehicle
I'm sitting in some cafe
A defector from the petty wars
Until love sucks me back that way


Ακούστε το εδώ. 


13 Οκτωβρίου 2016

Both Sides, Now [Joni Mitchell]

Αμφίπλευρα τώρα πια

Σαν παγετώνων ποτάμια απ’ αγγέλων μαλλιά
Και κάστρα παγωτού στον αγέρα
Και φαράγγια πουπουλένια ολούθε
Έτσι έχω τα σύννεφα δει  

Αλλά τώρα του ήλιου μονάχα μού κρύβουν το φως
Και σ’ όλους μας, βροχή και χιόνι πάνω μας ρίχνουν
Ω! πόσα θα ‘χα πράγματα κάμνει
Αν τα σύννεφα δε μου ‘χανε φράξει το δρόμο

Αλλά αμφίπλευρα έχω, τα σύννεφα πια, τώρα κοιτάξει
Κι από πάνω κι από κάτω, και κάπως ακόμη
Των νεφών ανακαλώ τις ψευδαισθήσεις
Ω! αλήθεια τα σύννεφα καθόλου δεν ξέρω

Φεγγάρια και Γιούνηδες σε ρόδες του λούνα παρκ
Ο μεθυστικός που βιώνεις χορός
Καθώς έρχεται κάθε παραμύθι να γίνει
Ω! έτσι έχω την αγάπη δει

Αλλά τώρα δεν είναι παρ’ ακόμη ένα σόου
Να γελάνε τους αφήνεις φεύγοντας
Κι αν σε νοιάζει να μην το καταλάβουν φρόντισε
Να μην τον εαυτό σου φανερώσεις

Αλλά αμφίπλευρα έχω, την αγάπη πια, τώρα κοιτάξει
Ένα πάρε δώσε, και κάπως ακόμη
Της αγάπης ανακαλώ τις ψευδαισθήσεις
Ω! αλήθεια την αγάπη καθόλου δεν ξέρω

Δάκρυα και φοβίες και υπερηφάνειας αισθήματα
Να βροντοφωνάζεις: «Σ΄ αγαπώ!»
Όνειρα και σχέδια και το τσίρκο γύρω σου του πλήθους
Ω! έτσι έχω την ζωή δει

Αλλά οι παλιοί φίλοι τώρα παράξενα φέρονται
Τα κεφάλια τους κουνάνε και πως έχω αλλάξει λένε
Κοίτα: κάτι χάθηκε αλλά και κάτι κερδήθηκε
Στην καθημερινότητα μέσα

Αλλά αμφίπλευρα έχω, τη ζωή πια, τώρα κοιτάξει
Μες από νίκες και ήττες και κάπως ακόμη
Της ζωής ανακαλώ τις ψευδαισθήσεις
Ω! αλήθεια την ζωή καθόλου δεν ξέρω

Αλλά αμφίπλευρα έχω, τη ζωή πια, τώρα κοιτάξει
Μες από τα πάνω της και τα κάτω της και κάπως ακόμη
Της ζωής ανακαλώ τις ψευδαισθήσεις
Ω! αλήθεια την ζωή καθόλου δεν ξέρω



Both Sides, Now 
πηγή πρωτότυπων στίχων: από το site της Joni Mitchell.

Rows and floes of angel hair
And ice cream castles in the air
And feather canyons everywhere
I've looked at clouds that way

But now they only block the sun
They rain and snow on everyone
So many things I would have done
But clouds got in my way

I've looked at clouds from both sides now
From up and down, and still somehow
It's cloud illusions I recall
I really don't know clouds at all

Moons and Junes and Ferris wheels
The dizzy dancing way you feel
As every fairy tale comes real
I've looked at love that way

But now it's just another show
You leave 'em laughing when you go
And if you care, don't let them know
Don't give yourself away

I've looked at love from both sides now
From give and take, and still somehow
It's love's illusions I recall
I really don't know love at all

Tears and fears and feeling proud
To say "I love you" right out loud
Dreams and schemes and circus crowds
I've looked at life that way

But now old friends are acting strange
They shake their heads, they say I've changed
Well something's lost, but something's gained
In living every day

I've looked at life from both sides now 
From win and lose and still somehow 
It's life's illusions I recall
I really don't know life at all

I've looked at life from both sides now 
From up and down and still somehow
It's life's illusions I recall
I really don't know life at all


Ακούστε το εδώ


16 Νοεμβρίου 2013

Woodstock [Joni Mitchell]


Woodstock

Έναν, συνάντησα, παιδί του Θεού
Κατά μήκος του δρόμου περπατούσε
Και τον ρώτησα: "που πας;"
Κι έτσι μου απάντησε:
"Κάτω, πηγαίνω, στου Yasgur τη φάρμα
Να παίξω, πηγαίνω, σε μια μπάντα  rock 'n' roll
Για ελεύθερο, πηγαίνω, κάμπινγκ
Να προσπαθήσω, πηγαίνω, να λευτερώσω την ψυχή μου

Από αστερόσκονη είμαστε φτιαγμένοι
Και χρυσαφένιοι
Και να ‘πιστρέψουμε πίσω
Στον Κήπο, μας τ’ οφείλουμε

Τότε μπορώ δίπλα σου να βαδίσω
Έχω έρθει εδώ να χάσω την καπνιά
Και να με νιώσω μέρος αυτών, που θ’ αλλάξουνε τον κόσμο
Καλά, ίσως η κατάλληλη να ‘ναι η ώρα
Ή πάλι να ‘ναι του ανθρώπου η ώρα
Είμαι χωρίς ταυτότητα
Αλλά, μάθε, η ζωή ‘ναι να τη μαθαίνεις διαρκώς

Από αστερόσκονη είμαστε φτιαγμένοι
Και χρυσαφένιοι
Και να ‘πιστρέψουμε πίσω
Στον Κήπο, μας τ’ οφείλουμε

Απ’ όταν φτάσαμε στο Woodstock
Πάνω, ήμασταν, από πεντακόσιες χιλιάδες δυνατοί
Και ολούθε υπήρχε τραγούδι και γιορτή
Κι είδα σ’ όνειρο τα βομβαρδιστικά
Τα σαν ιππασίας όπλα φονικά στον ουρανό
Να ‘χουν γίνει πεταλούδες
Απ’ το έθνος μας επάνω

Από αστερόσκονη είμαστε φτιαγμένοι
Δισεκατομμυρίων τόσων χρόνων άνθρακας
Και χρυσαφένιοι
Στου διαβόλου, φυλακισμένοι, τα παζάρια
Και να ‘πιστρέψουμε πίσω
Στον Κήπο, μας τ’ οφείλουμε


Woodstock

I came upon a child of God
He was walking along the road
And I asked him where are you going
And this he told me
I'm going on down to Yasgur's farm*
I'm going to join in a rock 'n' roll band
I'm going to camp out on the land
I'm going to try an' get my soul free 

We are stardust
We are golden
And we've got to get ourselves
Back to the garden

Then can I walk beside you
I have come here to lose the smog
And I feel to be a cog in something turning
Well maybe it is just the time of year
Or maybe it's the time of man
I don't know who I am
But you know life is for learning

We are stardust
We are golden
And we've got to get ourselves
Back to the garden

By the time we got to Woodstock
We were half a million strong
And everywhere there was song and celebration
And I dreamed I saw the bombers
Riding shotgun in the sky
And they were turning into butterflies
Above our nation

We are stardust
Billion year old carbon
We are golden
Caught in the devil's bargain
And we've got to get ourselves
back to the garden



*Στη φάρμα του Max B.Yasgur (15.12.1919-15.02.1973) πραγματοποιήθηκε το “Woodstock Music and Art Fair” το τριήμερο 15-17.08.1969.




















Ακούστε το εδώ από το album: Déjà Vu των Crosby, Stills, Nash & Young


απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Πρίμπας

14 Νοεμβρίου 2013

Cactus Tree [Joni Mitchell]



Η Κάκτος

Ένας ιστιοπλόος, υπάρχει, που ‘τανε μακριά
Σε μια δεκαετία όνειρα γεμάτη
Και σε μια σκούνα αυτός την παίρνει
Και σα βασίλισσα της φέρεται
Φέρνοντάς της χάντρες απ’ την California
Με κεχριμπαρένιες και πράσινες πέτρες
Απ’ το λιμάνι την έχει καλέσει
Λεύτερος αυτός την έχει φιλήσει
Από μακριά την έχει ακούσει
Στο σπάσιμο και την ανάσα
Των ζιζανίων του νερού
Ενώ απαλλαγμένη είν’ αυτή μες στις ασχολίες της

Ένας άντρας, υπάρχει, που ορειβατεί
Και με τ’ όνομά της τη φωνάζει
Κι η καρδιά της, ελπίζει, να μπορεί να τον ακούσει
Τρεις χιλιάδες μίλια μακριά˙ και την καλεί και πάλι
Εκεί να τη σκεφτεί δίπλα του μπορεί
Κι εκεί ομοίως να του λείπει
Την έχει χάσει στο δάσος
Μολονότι τα λουλούδια της τα ‘δειξε όλα
Και τα κλαδιά χορωδία τραγουδούσαν
Καθώς ανέβαινε τους φολιδωτούς πύργους
Ενός δάσους με δέντρα
Ενώ απαλλαγμένη αυτή κάπου βρισκόταν

Ένας άντρας, υπάρχει, που ‘χει στείλει ένα γράμμα
Και την απάντηση περιμένει
Απ’ τα ταξίδια της αυτήν έχει ζητήσει
Απ’ του αποχαιρετισμού τη μέρα
Γράφει: "Μακάρι να ‘σουν δίπλα μου
Να το πετύχουμε, αν προσπαθήσουμε, μπορούμε"
Την έχει δει στο γραφείο
Με τ’ όνομά της σ’ όλα του τα χαρτιά επάνω
Μες απ΄ των κερδών τη διανομή
Θα του ‘ναι σκληρό
Να τη βγάλει απ’ το μυαλό του
Και είναι απαλλαγμένη αυτή μες στις ασχολίες της

Μια γυναίκα, υπάρχει, στην πόλη
Και νομίζει ότι όλους τους αγαπά
Αυτός, υπάρχει, που την έχει στη σκέψη του
Αυτός, υπάρχει, που ενίοτε τη ζητά
Αυτός, υπάρχει, που της γράφει γράμματα
Με τα νέα του στα γράμματα του τα κακογραμμένα
Τους έχει, αυτούς, στο νου της φέρει
Να ‘χουν γελάσει στο γέλιο της μέσα
Τώρα μαζεύει τις άμυνες της
Γιατί πως κάποιος φοβάται
Θα τη ζητήσει για πάντα
Και είναι απαλλαγμένη αυτή μες στις ασχολίες της

Ένας άντρας, υπάρχει, που μετάλλια της στέλνει
Και απ’ τον πόλεμο αιμορραγεί
Ένας καβγατζής, υπάρχει. κι ένας γελωτοποιός
Κι ένας καταστηματάρχης
Ένας ντράμερ, υπάρχει, κι ένας ονειροπόλος
Και μπορεί και περισσότεροι
Θα τους αγαπήσει όταν τους δει
Μ’ αν την ακολουθήσουν θα τη χάσουν
Και αυτή, μονάχα εννοεί, να τους ικανοποιεί
Και η καρδιά της πλήρης είναι και κούφια
Όπως ένας κάκτος
Ενώ απαλλαγμένη είν’ αυτή μες στις τόσες ασχολίες της



Cactus Tree  

There's a man who's been out sailing
In a decade full of dreams 
And he takes her to a schooner 
And he treats her like a queen 
Bearing beads from California 
With their amber stones and green 
He has called her from the harbor 
He has kissed her with his freedom 
He has heard her off to starboard 
In the breaking and the breathing 
Of the water weeds
While she was busy being free 

There's a man who's climbed a mountain 
And he's calling out her name 
And he hopes her heart can hear 
Three thousand miles he calls again
He can think her there beside him 
He can miss her just the same 
He has missed her in the forest 
While he showed her all the flowers 
And the branches sang the chorus 
As he climbed the scaley towers 
Of a forest tree
While she was somewhere being free 

There's a man who's sent a letter 
And he's waiting for reply 
He has asked her of her travels 
Since the day they said goodbye 
He writes "Wish you were beside me 
We can make it if we try" 
He has seen her at the office 
With her name on all his papers 
Thru the sharing of the profits
He will find it hard to shake her 
From his memory
And she's so busy being free 

There's a lady in the city 
And she thinks she loves them all 
There's the one who's thinking of her
There's the one who sometimes calls 
There's the one who writes her letters
With his facts and figures scrawl 
She has brought them to her senses 
They have laughed inside her laughter 
Now she rallies her defenses 
For she fears that one will ask her
For eternity
And she's so busy being free 

There's a man who sends her medals 
He is bleeding from the war
There's a jouster and a jester 
And a man who owns a store
There's a drummer and a dreamer 
And you know there may be more 
She will love them when she sees them 
They will lose her if they follow 
And she only means to please them 
And her heart is full and hollow 
Like a cactus tree
While she's so busy being free


Ακούστε το εδώ

απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Πρίμπας

20 Φεβρουαρίου 2013

Η καθεστωτική ποίηση δεν είναι ποίηση, είναι η θλιβερή βιτρίνα του καπιταλισμού και των οίκων έκδοσης - επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών emballage.


Καταδικάζουμε την κακή ποίηση από όπου και αν προέρχεται
Του Θωμά Τσαλαπάτη (πηγή: www.epohi.gr)


-διαθήκη
Σιγανό της αγάπης μας γλύκισμα,
Τρυφερό ποιητών το απάνθισμα,
Μιας πατρίδας βελούδινης χώρα,
Των θεμάτων των λέξεων κύματα,
Ορεινές κορυφές νοήματος γράφουν

Νέο θάρρος στ' ωραίο κοσμοσύντριμμα,
Οιμωγές πιο σωστές κι από γέννα,
Πιο ορθές κι από δόξα - από πίστη
Στερεότεροι φθόγγοι, του τέλους
Στολισμοί ενός κόσμου απροσμάχητου

Το τραγούδι μιας πάταξης τύραννου
Πονηρού, νοσουργού κι αεικίνητου,
Λαβωμένου εξ αρχής φόβου φύλακα
Του αδύναμου φαύλου απεκρίζωμα
Ως υπόσχεση, όρκο θεάρεστο άδουν.
Κωνσταντίνος Μπογδάνος, από την ποιητική συλλογή ‘’ΟΝ’’ εκδόσεις Γαβριηλίδης

‘’Ω μαιανδρωδικήγρυλλιστοσάλπιγγα, οι  συχνουρίες σου είναι για μένα
 σαν πλιατσικολογημένεςαμφικλινερυθροκυλίδες σ’ αλλεργικά πετούμενα’’
Ποίηση της εξωγήινης φυλής των Βόγκονς, τρίτη χειρότερη ποίηση στο σύμπαν σύμφωνα με το βιβλίο ‘’Γυρίστε τον γαλαξία με οτοστόπ’’ 

‘’Ακόμα αναπνέει, καυτός συνεαυτός αργόμισθος,
Ξενοφερμένος ενδοβαλτός, ώσπου να σβήσει στο φλογώδες άηχο’’
Κωνσταντίνος Μπογδάνος, ‘’Ξένο σώμα’’

Δεν συνηθίζω να γράφω αρνητικές κριτικές, πόσο μάλλον για νέους δημιουργούς. Μπορώ να αντιληφθώ τον κριτικό ως κάποιον που μέσα στην υπερβολή της εκδοτικής δραστηριότητας επιλέγει και προτείνει το θετικό πρόσημο, προωθεί και παρουσιάζει αυτό που κρίνει πως έχει νόημα να μοιραστεί. Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι κάπως διαφορετική και αυτό γιατί ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος δεν είναι πρωτίστως ποιητής, δεν είναι πρωτίστως δημοσιογράφος. Ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος είναι σημείο, πρόσωπο που συμπυκνώνει νοήματα, τάσεις και διαθέσεις πέρα από το προσωπικό, σε ένα ρευστό καιρό.
Στην εποχή της εικόνας, η αναγνωρισιμότητα μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει την ταυτότητα. Τόσο συχνά σε δελτία και παράθυρα, είδαμε δημοσιογράφους να μιλούν ως σεισμολόγοι, ως εγκληματολόγοι, ως κοινωνιολόγοι. Ο τηλεοπτικός δημοσιογράφος μπορεί να αλλάζει προσωπεία με άνεση σε έναν κόσμο που δεν επικρατεί ο ειδικός, αλλά ο οικείος. Έτσι μπορεί να γίνει πολιτικός, ηθοποιός, συγγραφέας, ταχυδακτυλουργός κτλ. Μπορεί να συμβεί όμως κάτι τέτοιο με την ποίηση;

Τσιρότο χωρίς τραύμα

Διαβάζοντας κάποιος το «ΟΝ» του Κωνσταντίνου Μπογδάνου νοιώθει αμηχανία ήδη από τον τρόπο που έχει συνταχθεί το βιογραφικό στο αυτί του βιβλίου: «Τριτοδεσμίτης Σχολή Μωραΐτη, Επικοινωνία και ΜΜΕ Πάντειο, φιλοσοφία King’s College London, επιμόρφωση μακροοικονομικά LBS. Έτη σε Διεθνές χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Λονδίνο, επιστροφή Ελλάδα, στράτευση, αποστράτευση, εργασία ως δημοσιογράφος». Συνεχίζοντας το διάβασμα ο αναγνώστης θα συναντήσει ποιήματα με τίτλους όπως: «Όταν έκλασε ο Νερούντα» και «Χαρτοκοπτικίνκυ» και στίχους όπως: «Δεν είναι τίποτα η κληρονομιά. Γιο, τίποτα. Κόρες μόνες πολλές γκάνγκστα», «Δε με μέλει το e-mail σου bitch» και «Αισχύλος στο χείλος». Οι στίχοι «πατάω γκάζι κι ανεβάζω στροφές/σφυρίζω σαν εξάτμιση, αχα,/διαβάζω τις ταμπέλες μία-μία και αφομοιώνω» μας θύμισαν έντονα τραγούδι γνωστής τηλεταινίας των 80’s με πρωταγωνιστή τον Σταμάτη Γαρδέλη (εγώ δεν θέλω μεροκάματο/ θέλω χιλιάρα μηχανή και θάνατο).
Το βιβλίο έρχεται να συνδυάσει την τηλεοπτική πόζα με την ψευδορομαντική ποιητικότητα. Ανάμεσα στο άγχος της πρωτοτυπίας και την επανάληψη της κοινοτοπίας, η συγκεκριμένη ποίηση συνδυάζει τα All Star με το κουστούμι, τη νεανικότητα με τον πιο ρυτιδιασμένο συντηρητισμό, το ξεχασμένο μέταλλο της ποίησης με τον πιο σκουριασμένο λόγο, σε μια συνισταμένη μη συμφιλιωμένων συνιστωσών. Η συγκεκριμένη ποίηση, δεν είναι ούτε «δύσκολη ποίηση» όπως την χαρακτήρισε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στην παρουσίαση του βιβλίου στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, ούτε «επιθετική ποίηση με τσογλανιά» όπως την χαρακτήρισε ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης στην ίδια παρουσίαση. Είναι μια ποίηση προσεχτικά αξύριστη, γυμνή από αγκάθια, συμπλήρωμα σε ένα δεδομένο τηλεοπτικό ίματζ, σε ένα προσεχτικά επιλεγμένο σνομπ ύφος. Δεν είμαι σίγουρος πως η ποίηση «έχει γίνει πολύ μαυρίλα. Καθόλου κουλ», όπως τόνισε στην παρουσίαση του βιβλίου του ο ποιητής, αλλά σίγουρα η συγκεκριμένη ποίηση μοιάζει πιο πολύ με τσιρότο χωρίς τραύμα, με άλλη μια κονκάρδα σε ένα hipster σακάκι.

Έχει και η ποίηση προϋποθέσεις

Ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος είναι ένας φορέας του κυρίαρχου λόγου σε νεανική συσκευασία. Καταδικάζει τη βία από όπου και αν προέρχεται, ταυτίζει τον ΣΥΡΙΖΑ με την Χρυσή Αυγή, καταγγέλλει το παρακράτος των συνδικάτων, το χάλι του ελληνικού δημοσίου, το αίσχος του κλειστού αθηναϊκού κέντρου από τις πορείες. Ταυτόχρονα, στη σκυταλοδρομία του χρόνου έρχεται να εκπροσωπήσει μια νέα γενιά δημοσιογράφων: εξοικειωμένος με τα νέα μέσα επιδεικνύει τον κοσμοπολιτισμό της ηλεκτρονικής οθόνης, την εξειδίκευσή του στην αγγλική προφορά και στους τίτλους των ξένων εφημερίδων. Πετυχημένος για την ηλικία του αποτελεί έναν από τους νεαρότερους παρουσιαστές με δική του μάλιστα εκπομπή. Ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος είναι πληθυντικός. Μέσα στον κυρίαρχο λόγο μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιον όμοιο φορέα των συγκεκριμένων απόψεων. Και η ποίηση; Τι δουλειά έχει με όλα αυτά η ποίηση;
Η ποίηση προϋποθέτει πόνο, ευαισθησία, τσαλάκωμα, ειλικρίνεια κάτι τέλος πάντων από όλα αυτά που ο λόγος των κυρίαρχων ΜΜΕ αποκρύπτει και εξορίζει συνειδητά από την πραγματικότητα καθημερινά και συστηματικά. Φυσικά οποιοσδήποτε μπορεί και είναι ελεύθερος να γράφει ποίηση (καλή ποίηση, κακή ποίηση λίγη σημασία έχει) άσχετα από τις πολιτικές του απόψεις, τη θέση του στη κοινωνία, τη στάση του απέναντι στα πράγματα. Όμοια, οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος να βήχει ξαφνιασμένος όταν διαβάζει κάτι το οποίο θεωρεί κακό. Γιατί ανεξάρτητα από την αναγνωρισιμότητα κάποιου ή τη θέση του σε ένα σύστημα που μπορεί να επιβάλει ταυτότητες και ιδιότητες (και τόσο συχνά κόντρα σε όλα αυτά) η ποίηση έχει και αυτή προϋποθέσεις και είναι συχνά από μόνη της μια ηθική απέναντι στο κόσμο. Ή όπως θα έλεγε και ένας ποιητής -στην ίδια ηλικία με τον Μπογδάνο- ο Γιάννης Στίγκας:
Γιατί η ποίηση
 -ψιτ, μεγάλε-
 δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
 δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
 -ψιτ, μεγάλε-
 Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
 να το υποδύεσαι και στη χάση του
 -δεν θα στο κάνω πιο λιανά-
 Αν το νοείς αυτό
 έχει καλώς
 αλλιώς,
 Ε ρε, Μαγιακόφσκι που σου χρειάζεται.
(από την ποιητική συλλογή «Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο»)

----------------------------------------------------------------------------------

Επειδή προσωπικά θεωρώ
- την κριτική λογοτεχνίας ως ένα παράσιτο που ποτέ δεν προσέφερε τίποτα (αρκεί να σκεφτούμε το πόσους που σήμερα αναγνωρίζουμε ως τεράστιους ποιητές, στην εποχή τους, τους απαξίωνε και λοιδορούσε και πόσα ψώνια που είχαν παραδάκι ή  εξουσία να σπρώξουν ύμνησε και οι οποίοι σήμερα βρίσκονται στο βασίλειο της λήθης) αλλά ανέκαθεν αποσκοπούσε στη δημιουργία κύκλων εξουσίας που θα ελέγχουν τα λογοτεχνικά πράγματα και περιοχών οικονομικού ενδιαφέροντος,
- ότι ο ποιητής ως ποιητής στη σχέση του με την όποια εξουσία νοείται μόνον ως αντίθετος και ποτέ ως ο λακές της ή ως το αντικείμενο της ελεημοσύνης της μετά από χιλιόμετρα δρομολογίων στα γραφεία υπουργείων και διαφόρων φορέων πολιτισμού (τι τίτλος και αυτός! λες και πολιτισμός δεν είναι τα πάντα που μας συμβαίνουν, που δημιουργήσαμε και προφανώς μας αξίζουν) ή χορηγών,
- ο αναγνώστης εραστής της ποίησης οφείλει να εμπιστεύεται μόνο και αποκλειστικά για την αξιολόγηση που θα κάνει, η οποία βεβαίως και μόνον αυτόν δεσμεύει, τα συναισθήματα ή τις ιδέες που του γέννησε και τις παραστάσεις που του ανακάλεσε η ανάγνωση του ποιήματος
- ο αναγνώστης εραστής της ποίησης το μόνο που χρειάζεται είναι να διαβάζει, να διαβάζει, να διαβάζει, να διαβάζει ποίηση και εμπιστεύεται εαυτόν.
- ότι οι περισσότεροι σήμερα περί των λογοτεχνικών που φωνάζουν (ή φώναζαν) «έξω από τις πύλες», φωνάζουν να τους ανοίξουν να στρογγυλοκάτσουν και όχι να τις γκρεμίσουν και η γελοιότητά τους αναδεικνύεται μετά. Εκεί που «τώρα» γλείφουν ενώ πριν έφτυναν. Και μη φανταστείτε ότι ιδρώνει το αυτί τους. Ως αυτό που σπούδασαν, τις δημόσιες σχέσεις και την αυλοκολακία έχουν φροντίσει για τα παλαμάκια των μελλοντικών κινήσεών τους, συμμερίζομαι απόλυτα μεν τη θέση του Θωμά Τσαλαπάτη, και ιδίως στην παράγραφο «Έχει και η ποίηση προϋποθέσεις», αλλά δεν συμφωνώ με το πλαίσιο κριτικής που επεχείρησε να την εντάξει.

Ας κλείσω με
- τα λόγια μιας μεγάλης ποιήτριας και τραγουδοποιού, της Joni Mitchel: «Στη δεκαετία του 60 θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Στη δεκαετία του 70 καταλάβαμε ότι αυτό δεν  μπορούσαμε να το κάνουμε και προσπαθήσαμε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας. Στη δεκαετία του 80 διαπιστώσαμε ότι ούτε αυτό ήταν εφικτό και αποφασίσαμε να γίνουμε πλούσιοι» και με
- τον/την τελευταίο/α Μεγάλο/η Ποιητή/ήτρια, πριν την εποχή της κυριαρχίας των καθεστωτικών «ποιητών», την Κατερίνα Γώγου:
Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω “ποιητής”.
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου 
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ 
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος.
Μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω.
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις.
Σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία.
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ…
Τον φοβάμαι,
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν.
Αυτοί οι αλήτες φταίνε,
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί… ε;… μίαν άλλη μέρα…