Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκρισίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκρισίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Του Γ. Μ. Βαρδαβά
Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα», αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42


Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία. 

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019



Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης: Μαυρόλυκοι, Ανταρόλυκοι και Game of Thrones

Στη βιβλιοθήκη μου, εδώ και χρόνια, βρίσκεται ένα βιβλίο· μου το είχε φέρει ο θείος μου, ο αδερφός της μητέρας μου, ένας πραγματικός συλλέκτης βιβλίων και αυθεντικός βιβλιοφάγος, που, μη έχοντας παιδιά, εμπλούτισε τις βιβλιοθήκες των ανιψιών του με εκατοντάδες βιβλία κάθε είδους. Ο Θεός να τον αναπαύσει· το όνομά του, Γεώργιος. 

Το βιβλίο αυτό το είχα ακουστά από τα εφηβικά μου χρόνια, γιατί είχαμε διδαχτεί ένα δυο αποσπάσματα στο σχολείο, στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Απ’ αυτά τα αποσπάσματα, μου ’χε κάνει εντύπωση το περιεχόμενό του, αν και δεν είχα καταλάβει ακριβώς τι έλεγε (ιστορικό βιβλίο ήταν ή μυθιστόρημα;), και τα τελευταία χρόνια – αφότου ανέλπιστα μου το έφερε ο θείος μου – το ’βλεπα στο ράφι, σφηνωμένο και στριμωγμένο ανάμεσα σε δεκάδες άλλα, άσχετα βιβλία, αλλά δεν είχα κάνει τη μαγική κίνηση να το ανοίξω. Περνούσαν τα χρόνια, «έφυγε» ο θείος μου, μεγάλωνα κι εγώ, και το βιβλίο παρέμενε εκεί, σταθερά, να με κοιτάζει σιωπηλό, νοσταλγικό και αδιάβαστο, σαν αυτό να ήταν το μυστικό μας, το μυστικό το δικό μου και του βιβλίου. Ήταν μυστικό, γιατί κανείς άλλος, εκτός από μένα, δεν ήξερε ότι αυτό το βιβλίο είχε κάποια σημασία για μένα· κανείς άλλος στο σπίτι, εκτός από μένα, δεν ήξερε καν την ύπαρξη αυτού του βιβλίου, ούτε είχε προσέξει την παρουσία του σ’ εκείνο το ράφι. Όμως, πριν από κανένα μήνα, ούτε θυμάμαι γιατί και πώς, αποφάσισα πως επιτέλους είχε έρθει η ώρα του. Πήρα βαθιά ανάσα, το τράβηξα από το ράφι και το άνοιξα. 

Μετά το πρώτο κεφάλαιο, σχεδόν δεν μπορούσα να το αφήσω απ’ τα χέρια μου· το διάβασα αχόρταγα, μερικές φορές βουρκωμένος, ανατρέχοντας συχνά στον μεγάλο γενεαλογικό πίνακα με τα ονόματα, που προέτασσε ο συγγραφέας, για να μου υπενθυμίζει ποιος είναι ποιος, και σύντομα τελείωσα τον πρώτο τόμο. 

Έτρεξα στη βιβλιοθήκη. Ο δεύτερος τόμος δεν ήταν εκεί όπου νόμιζα, δίπλα στη θέση του αδερφού του, του πρώτου. Τι μπελάς! Και τώρα; 

Κατέβηκα στο Μυστικό Κελάρι των Βιβλίων – στη μεγάλη αποθήκη, γεμάτη πράγματα ανάκατα, που ο ένας τοίχος είναι ολόκληρος γεμάτος ράφια, με εκατοντάδες βιβλία ξεχασμένα, τα περισσότερα αδιάβαστα. Έλπιζα ότι μπορεί ο δεύτερος τόμος να είχε ξεμείνει εκεί· έκανα και μια αίτηση στον άγιο Φανούριο, να ’χει το νου του. Και τον βρήκα. 

Χθες το βράδυ τελείωσα και το δεύτερο τόμο. Ενθουσιασμένος, συγκινημένος, αναβαπτισμένος, συναρπασμένος, θέλω τώρα να μοιραστώ μαζί σας αυτό το ταξίδι. 

Το βιβλίο, για το οποίο μιλάω, ο θησαυρός, ο κρυμμένος επί σειρά ετών στις βιβλιοθήκες του σπιτιού μου, είναι οι Μαυρόλυκοι, ένα επικό μυθιστόρημα του Θανάση Πετσάλη – Διομήδη, που αφηγείται μια περιπέτεια διακοσίων πενήντα ετών, την περιπέτεια μιας πολυμελούς και πολύκλωνης οικογένειας, που είναι συγχρόνως και η περιπέτεια του τόπου μας και του λαού μας. 


*** 
Η ιστορία των Μαυρόλυκων αρχίζει γύρω στο 1550 σ’ ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου, το Αθαλάσσι. 

Πρώτος αιώνας της Τουρκοκρατίας, βία, αναλφαβητισμός, φτώχεια, τρομοκρατία, πολιτισμικό σκοτάδι, μεσαίωνας. Ελάχιστοι μόνο σαν κάτι να θυμούνται, πως εδώ ήταν Ρωμιοσύνη, ελευθερία, πολιτισμός, πλούτος, γράμματα, βασίλειο δικό μας, που οι ρίζες του – αθάνατες, ένδοξες ρίζες – κρατούν χιλιάδες χρόνια πίσω. Μερικοί ελπίζουν, κάποιοι φωτισμένοι ή ονειροπόλοι επιχειρούν ξεσηκωμούς, αποτυχημένους πάντοτε και προδομένους, όπως έχει δείξει η ιστορία του Γένους μας. 

Η οικογένεια ξεριζώνεται για ν’ αποφύγει το παιδομάζωμα, που περιγράφεται με δραματικό ρεαλισμό. Ματωμένοι, τσακισμένοι, ορφανεμένοι, μισοί, κυνηγημένοι, έρχονται στη Μεθώνη, στο Γαλαξίδι, στην Πάργα, κι από πίσω η φωτιά, η βία, οι πόλεμοι, οι κουρσάροι, οι Τούρκοι, οι Βενετοί… Κι από εκεί στην Πόλη, στην Ήπειρο, στη Ρούμελη, στην Κρήτη, την Αθήνα, τη Μολδοβλαχία, τη Βιέννη… Άλλοι εδώ, άλλοι εκεί. Άλλοι τουρκεύουν, άλλοι φραγκεύουν, άλλοι ζουν μέσα στη φτώχεια, στο σκοτάδι, στην άγνοια. Γίνονται τόσο πολλοί κλάδοι, που, μετά από μερικές γενιές, ο καθένας αγνοεί την ύπαρξη των άλλων. Κάποιοι γίνονται ήρωες, άλλοι τυχοδιώκτες, ληστές, πλούσιοι έμποροι, ιερείς, δάσκαλοι, Φαναριώτες με καίριες θέσεις στο Πατριαρχείο ή στη σουλτανική κυβέρνηση (την Υψηλή Πύλη), όπου κάθε μέρα κινδυνεύεις να βρεθείς κρεμασμένος… 

Πολεμούν, ερωτεύονται, εργάζονται, αγωνίζονται, συνωμοτούν, αντιστέκονται, ελπίζουν, απελπίζονται, αυτοκτονούν, σώζονται, αδικούνται, δικαιώνονται, αντιμετωπίζουν θανατηφόρες επιδημίες, κάνουν όλα όσα περιλαμβάνει η ζωή, και μέσα σ’ αυτή την πολυπρόσωπη και πολυτάραχη ανθρωποθάλασσα (που φωτίζει κατά στιγμές και τα πάθη και τους αγώνες δεκάδων άλλων ανθρώπων του λαού και της αριστοκρατίας) κατεβαίνει σαν ποτάμι ο τουρκοκρατούμενος ελληνισμός, μέσα από μεγάλες και δραματικές στιγμές του: η απερίσκεπτη επανάσταση του Διονύσιου Σκυλόσοφου, ο αγώνας του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι να μορφώσει το Γένος, η πολιορκία και η πτώση του Χάνδακα (Ηρακλείου), με την οποία πατήθηκε ολοκληρωτικά η Κρήτη, η πολιορκία των Αθηνών και τα κανόνια του Μοροζίνι ενάντια στην Ακρόπολη, ο αγώνας και το μαρτύριο του πατρο-Κοσμά του Αιτωλού, τα Ορλωφικά, ο αγώνας, το όνειρο και το μαρτυρικό τέλος του Ρήγα! Και τελειώνει το έργο, μετά από δυόμισι αιώνων εποποιία, με τον απόηχο της προσπάθειας του Ρήγα, την πρώτη σοβαρή αύρα που φύσηξε στην Ελλάδα και προετοίμασε την Επανάσταση. Και πάλι, λίγα είπα. 

Ως γνήσιος άνθρωπος του πνεύματος, ο συγγραφέας τίποτα δεν κρύβει· τα πάθη, τις αδυναμίες, τα ελαττώματα, τα στραβοπατήματα, τις μικρότητες και τις αποτυχίες του λαού μας, τα φωτίζει και τα περιγράφει με ειλικρίνεια αφοπλιστική. Τη βία και τη ματαιότητα του πολέμου, την αηδία, το θάνατο και τη σήψη τα παραθέτει, μπορώ να πω, με ωμότητα – όχι όμως χυδαιότητα. Είναι ένας μεγάλος συγγραφέας, δίκαια καταξιωμένος και πολυβραβευμένος στην εποχή του. Δεν έγραψε μόνο αυτό, αλλά και ένα εφάμιλλο μυθιστόρημα για την Επανάσταση του 1821 (τον Ελληνικό Όρθρο) και πολλά ακόμη, άσχετα με την ιστορία, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα κ.λ.π. Το όνομά του, το ξαναλέω: Θανάσης Πετσάλης – Διομήδης. Γεννήθηκε το 1904 και κοιμήθηκε στις 7 Απριλίου 1995. 

Είναι ένας από τους μεγάλους συγγραφείς μας, που συνέθεσε μια λογοτεχνική τοιχογραφία ολόκληρης της ελληνικής (ή ίσως θα ’πρεπε να πω: βαλκανικής) κοινωνίας σε μια εκτενή περίοδο της ιστορίας μας, μια τοιχογραφία που θα μπορούσε να γίνει για μας «κτήμα ες αεί» (αιώνια κληρονομιά), κι όμως την αγνοούμε απελπιστικά, όπως αγνοούμε τους περισσότερους από τους ανεκτίμητους θησαυρούς του πολιτισμού και της παράδοσής μας και, ως υποκατάστατα, καταναλώνουμε πολιτισμικά υποπροϊόντα που ξεπλένουν στον τόπο μας οι κάθε λογής Έμποροί των Εθνών. 

*** 

Στις μέρες μας, το ιστορικό μυθιστόρημα και η λογοτεχνία φαντασίας (όπως και οι κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές φαντασίας) βρίσκονται σε έξαρση. Ολόκληρες σειρές κινηματογραφικών υπερπαραγωγών με ιστορίες υπερηρώων ή επιστημονικής φαντασίας προβάλλονται κάθε χρόνο, πολυαναμενόμενες μάλιστα, σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου ταυτόχρονα. Σειρές μυθιστορημάτων φαντασίας και τρόμου ή «ηρωικής φαντασίας», που μεταφέρονται και σε τηλεοπτικές ή κινηματογραφικές υπερπαραγωγές, όπως το Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου του Τζωρτζ Ρ.Ρ. Μάρτιν (τηλεοπτικό Game of Thrones), οι περιπέτειες του Χάρι Πότερ και τα Φανταστικά Ζώα (η συνέχεια του Χάρι Πότερ στο ίδιο «σύμπαν») ή τα βαμπιρικά έπη Vampire Diaries, The Twilight Saga κ.λ.π., αποκτούν εκατομμύρια παθιασμένους οπαδούς και χαρακτηρίζονται «εκδοτικά και τηλεοπτικά φαινόμενα», αποφέροντας βέβαια ιλιγγιώδη οικονομικά κέρδη και κοινωνική καταξίωση στους συντελεστές τους. Οι άνθρωποι διψούν να αποδράσουν από τη σκούρα και καταθλιπτική πραγματικότητα, που τους εξευτελίζει και τους συντρίβει, και η ψυχαγωγία αυτού του τύπου λειτουργεί – επιτρέψτε μου – ως νέο πνευματικό όπιο. Μεθυστικό, συναρπαστικό (και για μένα), ενίοτε και με μιαν επίφαση συναισθήματος και ανθρωπιάς, αλλά κατά βάσιν αποπροσανατολιστικό. 

Ενώ όμως διαβάζουμε τα μυθιστορήματα του Τζωρτζ Μάρτιν και κάθε Τζωρτζ Μάρτιν, αγνοούμε απελπιστικά ότι στη χώρα μας υπάρχουν αριστουργήματα σαν τους Μαυρόλυκους. Φυσικά, έτσι κι αλλιώς αγνοούμε τους κορυφαίους λογοτέχνες μας, που λάμπρυναν τα ελληνικά γράμματα (και πραγματικά φώτισαν την ελληνική κοινωνία) ολόκληρο τον 20ό αιώνα. Κάποτε είχαν κύρος στην κοινωνία και πολλοί απ’ αυτούς είχαν σημειώσει και σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση. Εμείς τους μετατρέψαμε σε άχαρα φιλολογικά μαθήματα στις σχολικές αίθουσες και τα παιδιά μας δεν υποπτεύονται καν ότι είναι αληθινοί άνθρωποι που έχουν σπουδαία πράγματα να τους πουν, αμέσως δε μετά το σχόλασμα οι μαθητές διαγράφουν εντελώς απ’ τη μνήμη τους την ύπαρξή τους. 

Ως ένα σημείο, εμείς και τα παιδιά μας (παγιδευμένοι στο πολυμίξερ του καταναλωτισμού και της εξουθένωσης) είμαστε αθώοι. Από τη στιγμή όμως που το πληροφορηθούμε, είμαστε άξιοι της τύχης μας. Ακριβώς σαν να είμαστε στην εποχή του Ρήγα, την εποχή των Μαυρόλυκων. (Άραγε, ξέρεις για ποιον Ρήγα λέω, αγαπητέ αναγνώστη; Τα παιδιά μας, ξέρουν;). 

Έτσι, καταναλώνοντας μετά μανίας ιστορίες που μιλούν για φανταστικά, ψευδοϊστορικά βασίλεια, χάνουμε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε με την πολύ πιο συναρπαστική πραγματική ιστορία μας (και όλων των λαών, ιδίως μάλιστα εκείνων, με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινές παραδόσεις, όπως οι βαλκανικοί και οι πρώην βυζαντινοί λαοί), που έχει να μας προσφέρει όχι μόνο ψυχαγωγία, αλλά και μόρφωση, αυτοσυνειδησία, προβληματισμό και έμπνευση. 

Αντί να καμαρώνουμε για τ’ ανδραγαθήματα και τα πολιτισμικά επιτεύγματα του λαού μας, να συγκινούμαστε με τις θυσίες του και να θρηνούμε για τις περιόδους υποτέλειας και τους εμφυλίους πολέμους μας, καμαρώνουμε, συγκινούμαστε και θρηνούμε για τους X-Men και τους Avengers, τον Τζων Σνόου και τη Ντενέρυς Ταργκάρυεν και τους κάθε λογής Μαχίρ και Μελέκ (γιατί και οι τούρκικες σαπουνόπερες έχουν γίνει πλέον βασικό στοιχείο της καθημερινής μας αποχαύνωσης)… Τα πρόσωπα που γεμίζουν τη φαντασία μας είναι οι παίχτες των ριάλιτις, μεταξύ των οποίων δυστυχώς και μικρά παιδιά (σε «διαγωνισμούς ταλέντων» ή χαριτωμένα ριάλιτι μαγειρικής, που όμως αρπάζουν σιγά σιγά από τα παιδιά μας τα τελευταία ψήγματα υγιούς παιδικότητας)!... 

*** 
Οι Μαυρόλυκοι έχουν άλλο ένα πλεονέκτημα, εκτός από το γεγονός ότι μιλάνε για τους δικούς μας ήρωες, τους δικούς μας προγόνους, τα δικά μας βάσανα και τους πόθους της λευτεριάς, που είναι ακριβώς τόσο δραματικά επίκαιρα όσο και την περίοδο, για την οποία μιλούν. Το πλεονέκτημα αυτό είναι ότι γράφτηκαν τα έτη 1939-1945, εν μέσω πολέμου και κατοχής της χώρας μας από τον Άξονα. 

Ενώ η Ελλάδα ήταν κατακτημένη από τη ναζιστική Γερμανία, τη φασιστική Ιταλία και τη φασιστική Βουλγαρία, ο συγγραφέας καθόταν και έγραφε τους Μαυρόλυκους. Έγραφε δηλαδή ένα έπος για ανθρώπους που ονειρεύονται και αποζητούν τη λευτεριά τους ή που ξέχασαν τη λευτεριά τους και τον εαυτό τους και δεν αποζητούν τίποτα πια. 

Αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα των υπέρ χιλίων σελίδων γράφτηκε για να βοηθήσει τους ανθρώπους να ανακτήσουν την ελευθερία της ψυχής τους και της χώρας τους και όχι με κίνητρο το χρήμα ή τη δόξα. Γράφτηκε ενώ έξω σφύριζαν οι σφαίρες και πέθαιναν άνθρωποι στους δρόμους από την πείνα, όχι στην άνεση και την ασφάλεια ενός γραφείου – βέβαια, σήμερα επίσης οι άνθρωποι πεθαίνουν στους δρόμους. Μόνο που πεθαίνουν χωρίς σκοπό, σαν αρνιά (ή σαν έντομα;). Στην Κατοχή, όπως και στους αιώνες της Τουρκοκρατίας που αναφέρει, οι άνθρωποι συχνά πέθαιναν για έναν μεγάλο σκοπό. Και σήμερα πεθαίνουν, αλλά δεν υπάρχει σκοπός, ούτε ανάμνηση ότι κάποτε υπήρχε σκοπός, ούτε καν ελπίδα. Κι αυτό κάνει ακόμη πιο δραματικά επίκαιρο το βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με αίμα (μεταφορικά μιλώντας), όχι με μελάνι. 

Εδώ θα σταματήσω. Διαβάστε τους Μαυρόλυκους – αυτό έχω μόνο να πω προς το παρόν. Και, αν είμαστε καλά, πρώτα ο Θεός, θα επανέλθω. 

Ευχαριστώ. 

ΥΓ. Ανταρόλυκοι, όπως ξέρουν οι φίλοι, είναι ένα είδος λύκων, που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στο Game of Thrones, αποχτώντας μια πνευματική σύνδεση με τ’ αφεντικά τους. Είναι από τα πιο συμπαθή στοιχεία εκείνου του μυθικού, λογοτεχνικού κόσμου. Έβαλα εδώ το όνομά τους κατ’ αντιπαράστασιν με τους Μαυρόλυκους.


Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018

Η νομολογία του Σ.τ.Ε. επί εκκλησιαστικών ζητημάτων


Δημητρίου Κρεμπενιού, Η νομολογία του Σ.τ.Ε. επί εκκλησιαστικών ζητημάτων υπό το ισχύον Σύνταγμα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2018, ISBN: 978-960-568-815-8.

Εξειδικευμένη μελέτη του δικηγόρου – Δρ. Νομικής Ε.Κ.Π.Α. Δημ. Κρεμπενιού, από τις εκδόσεις Σάκκουλα 



Του Χάρη Ανδρεόπουλου * 

Στον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει το Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.) μέσω της νομολογίας του στη διάπλαση των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας αναφέρεται η μελέτη του δικηγόρου, διδάκτορος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Δημητρίου Γ. Κρεμπενιού, δια της οποίας παρουσιάζονται και αναλύονται με πληρότητα, σαφήνεια και ακρίβεια άπασες οι μείζονος σημασίας υποθέσεις της τελευταίας 40ετίας (1975-2016). Δικαστικές υποθέσεις που απασχόλησαν το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο επί σειράς ζητημάτων απτομένων της ύλης του Εκκλησιαστικού Δικαίου, ή / και ευρύτερα, ζητημάτων που αφορούν σε εκφάνσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, εχόντων, στις πλείστες των περιπτώσεων, προεκτάσεις πολιτικές (υποθέσεις αστυνομικών ταυτοτήτων, διδασκαλίας των Θρησκευτικών, ορκοδοσία, κ.λ.π.) 

Η μελέτη κυκλοφορήθηκε προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα, συμπεριληφθείσα στη σειρά «Βιβλιοθήκη Εκκλησιαστικού Δικαίου» την οποία διευθύνει ο ομ. καθηγητής του Ε.Κ.Π.Α. και Πρόεδρος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης. Αντικείμενο της εργασίας του κ. Κρεμπενιού αποτέλεσε η καταγραφή και η ανάλυση δικαστικών αποφάσεων του Σ.τ.Ε. προελθουσών εκ του ελέγχου που ήσκησε το δικαστήριο κατόπιν προσφυγών επί πράξεων της Εκκλησίας, όχι ασφαλώς υπό την (πρώτιστη και κύρια) ιδιότητα αυτής ως «θείου καθιδρύματος» (αρθ. 1 § 1 του Καταστατικού της Χάρτου, Ν. 590/1977), αλλά υπό την (δευτερεύουσα) «θεσμική» έκφραση αυτής και των επιμέρους οργανισμών και φορέων της, ήτοι υπό την ιδιότητά τους (σύμφωνα με το αρθ. 1 § 4 του Κ.Χ.) ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ασκούντων δευτερογενή διοικητική εξουσία, στο πλαίσιο του κρατούντος εν Ελλάδι στις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας συστήματος της «νόμω κρατούσης Πολιτείας». Επακόλουθο τούτου του συστήματος είναι οι διοικητικού χαρακτήρος εκκλησιαστικές πράξεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί κατ΄ εφαρμογήν της ισχύουσας νομοθεσίας, να υπόκεινται στον έλεγχο του Σ.τ.Ε. (π.χ. οι διορισμοί / μεταθέσεις κληρικών, εκλογές μητροπολιτών, κ.λ.π.). Αντιθέτως εξαιρούνται του ακυρωτικού ελέγχου του Σ.τ.Ε. πράξεις οι οποίες ερείδονται στους ιερούς κανόνες και έχουν περιεχόμενο καθαρώς πνευματικό (π.χ. οι χειροτονίες ιερέων, αρχιερέων, η επιβολή επιτιμίων, κ.λ.π.). 

Η υπό τον τίτλο «Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί εκκλησιαστικών ζητημάτων υπό το ισχύον Σύνταγμα» παρούσα μονογραφία παρουσιάζει το πολυσχιδές και πολυκύμαντο της νομολογίας του Σ.τ.Ε., του δικαστηρίου που εκδικάζει τις περισσότερες αλλά και σημαντικότερες υποθέσεις που αφορούν στην ύλη του Εκκλησιαστικού Δικαίου, επηρεάζοντας πολλές φορές ουσιωδώς θέματα διοικήσεως της Εκκλησίας. Διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, κάθε ένα εκ των οποίων υποδιαιρείται περαιτέρω σε κεφάλαια. Το Α΄ Μέρος αναφέρεται στην Εκκλησία και το Σύνταγμα, διακρινόμενο στο πρώτο κεφάλαιο που αφορά ζητήματα προκύπτοντα από το άρθρο 3 του Συντάγματος ήτοι το θέμα περί της (εν μέρει) συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων, του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 (περί της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ελλάδος) και της Πατριαρχιακής Πράξεως του 1928 (περί των Μητροπόλεων της Βορείου Ελλάδος, των αποκληθεισών ως Μητροπόλεων των «Νέων Χωρών») και στο δεύτερο κεφάλαιο που περιλαμβάνει διαφορετικές όψεις του συνταγματικώς κατοχυρωμένου στο άρθρο 13 συνταγματικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας και στο τρίτο που άπτεται περιουσιακών σχέσεων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. 

Το Β΄ Μέρος εμπεριέχει ζητήματα απτόμενα των τριών τάξεων των μελών της Εκκλησίας. Συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στα ζητήματα τα σχετικά με τους Επισκόπους, δηλαδή τους κατέχοντες τον τρίτο βαθμό της ιερωσύνης, με ειδική αναφορά (γένεση / νομολογιακή αντιμετώπιση) στο ζήτημα των «ιερωνυμικών» λεγομένων μητροπολιτών, ήτοι των εκλεγέντων επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου Κοτσώνη (1967-1973) - το άλλως λεγόμενο «εκκλησιαστικό πρόβλημα των “12”» - οποίο απασχόλησε την Εκκλησία και κατά τα πρόσφατα χρόνια (1990-1996). Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται σε ζητήματα σχετικά με τους μοναχούς και τους κληρικούς που κατέχουν το δεύτερο και πρώτο βαθμό της ιερωσύνης, δηλαδή τους πρεσβυτέρους και διακόνους. Τέλος, στο τρίτο κεφάλαιο αναφέρονται τα θέματα που αφορούν στα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας που είτε συμπράττουν στην τέλεση της θείας ευχαριστίας είτε παρέχουν άλλες υπηρεσίες στον εκκλησιαστικό οργανισμό. 

Το Γ΄ Μέρος αναφέρεται στην αντιμετώπιση από το Δικαστήριο των ανακυψασών διαφορών σε σχέση με τους λατρευτικούς χώρους είτε πρόκειται για ναούς και ευκτηρίους οίκους είτε για μοναστικά καθιδρύματα, οι οποίες περιλαμβάνονται στο πρώτο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο αυτό ολοκληρώνεται με τα ζητήματα γύρω από τα πολιτιστικά αγαθά. Στο δεύτερο κεφάλαιο καταστρώνονται τα ζητήματα αναφορικά προς τους χώρους των κοιμητηρίων. Το Δ΄ και τελευταίο Μέρος περιλαμβάνει τα ζητήματα τα προκύπτοντα από το εκκλησιαστικό ποινικό δίκαιο και συγκεκριμένα αυτά που αναφύονται από την επιβολή εκκλησιαστικών ποινών, τόσο πνευματικών όσο και πειθαρχικού χαρακτήρος, τα οποία αναφέρονται στο πρώτο κεφάλαιο. Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια και η δικονομία που τα διέπει αναφέρονται στο δεύτερο κεφάλαιο. 

Το έργο, το οποίο απευθύνεται σε νομικούς, θεολόγους αλλά και σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να κατατοπισθεί υπεύθυνα για εκκλησιαστικά θέματα με την ευρύτατη του όρου έννοια, ολοκληρώνεται με αναλυτική παράθεση βιβλιογραφίας, πίνακα και ευρετήριο αποφάσεων του Σ.τ.Ε. για την περίοδο της 40ετίας (1975-2016). 

--------------------------------------------

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής Β/θμιας, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου.




Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Βιβλιοπαρουσίαση: Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Ο Αντισκάρος




Του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη

Αγαπητέ μου κ. Νίκο, 
Δεν έλαχενε να πάω κιαμιά φορά σάμε τον Αρτό, μα φαίνεταί μου πως θ’ αρματώσω μιαν ημέρα Εβδομήντα Μιχελήδες, να πάρω κάτω, να γυρεύγω τη Σπηλιά του Καλόγερου – έκειά που τροζάθηκεν ο κακομοίρης απού το «δαίμονα της περιεργείας» κι εγύριζε χώρες και χωριά κι ετραγούδιε… 
Και θα γυρέψω και το μητάτο του μπάρμπα Μανούσο, να βρω το θησαυρό του ποθαμένου (πώς να τονε πω; γιατρό; καπετάνιο; πειρατή; τραγουδιχτή; ερωτευμένο; αγιογράφο; καλόγερο; αντισκάρο σε φράγκικη γαλέρα; γ-ή συγγραφέα;): ένα κεντητό γυναικίστικο μαντήλι, με τυλιμένα μέσα ένα βενέτικο χρυσό τσεκίνι, δακαμένο στη μιαν άκρα, ένα σμαραγδένιο δαχτυλίδι, πράσινο σαν τα μάθια τσ’ αρχοντοπούλας, κι άλλον ένα, κάτω από την πέτρα γεμάτο φαρμάκι. 
Κοντό, ν’ αποκρατεί θέλει το φαρμάκι τόσους αιώνες; Και τίνος να το ποτίσω, που λώπως δε θέλω να ξεβγάλω κιανένα, γ-ή πούρι μπορεί να θέλω να ξεβγάλω πολλούς και στο τέλος μπορεί να ξεβγώ μοναχός μου γ-ή (όπως έλεγεν ένα δάσκαλος μια φορά, που ’χε κάμει αιχμάλωτος στη Γερμανία, ο Θεός να του συχωρέσει) να ξεβγούμεν ούλοι μαζί!... 
Μα εγώ θα τα πάρω και δε φοβούμαι, κι ας είναι στοιχειωμένα. Κι όχι για τα γρόσσα – κι από τούτα δεν έχω πράμα, που ’ναι σαν και να τα ’χω ούλα, δόξα Σοι ο Θεός – μόνο για το μεράκι, για να πιούμε κρασί με τσ’ Εβδομήντα απού τα βαρέλια του Πενταχτένη και να σύρομε κείνο το ριζίτικο του Νικολού του γιατρού (έτσά δεν πάει να πει ντοτόρος; καλά δε νιώθω;) στο περβόλι του Φραντσέσκο Μπαρότση, το τραγούδι τσ’ αγάπης και τση λευτεριάς: 
– Φράγκους εγώ δεν προσκυνώ!... 
Κι άνε μασε παντήξει η γρε Πανώκλα και πετά και χαχαρίζει στση Νύφης τα Ποτάμια και τραγουδεί: 
Η Πανώκλα ’ναι κοντά κι ο πασάς με τον ορτά 
θα τα χαχαλιάσει ούλα στη μεγάλη ντου σακούλα!..., 
γ-ή θα τση πέψω τον άγιο Χαράλαμπο (που ’ναι στα Περβόλια γείτονάς μου, μαζί με τον άη Νικόλα – έκειά π’ αποθέκανε τσι Τέσσερις Μάρτυρες πρίχου πάνε να τσι θάψουνε στον Άη Γιώργη το Μυλούρη οι Περβολιανοί), κι εκείνος κατέχει να τηνε καταστέσει κατά πώς τση βγαίνει, γ-ή θ’ ανοίξω το σακούλι και το τεφτέρι του παπά Δοσίθεου, μα πράμα θα ’χει γραμμένο κείνοσάς και για πάρτε τζη, δε μπορεί α δε γενεί! 
Κι απόκειας θα κάτσω να τση πω κι απατός μου ένα παραμύθι, για ένα βοσκό, που του χτύπησεν η Πανώκλα την πόρτα τη νύχτα και του ’πενε: «Α δε μου δώσεις το πλια καλύτερό σου τ’ αρνάκι, θα σε πάρω!». Εφορτώθηκεν εκείνος ξεγλωσσισμένος τ’ αρνάκι και τση ’κλούθιενε, να τση το πάει στη σπηλιά τζη. Κι έκειά είδενε κρεμασμένα στον τοίχο μιλλιούνια καντήλια, κι άλλο ήτονε γεμάτο λάδι, άλλο μεσάτο, άλλο δεν είχενε παρά μόνο στον πάτο πομεινάρικη κιαμιά σταλέ. 
Θωρεί το λοιπός ένα καντήλι κι ήτονε ό,τι ό,τι να ποκάμει το λάδι και να σβήσει. Και τηνε ρωτά: «Τίνος κακομοίρη να ’ναι τούτονέ το καντήλι;». «Τ’ αδερφού σου, κακορίζικο, είναι» τ’ απηλογάται κείνη όλο κακία. «Εμά! Κι εμένα ποιο ’ναι;». «Τούτονέ» του λέει και του δείχνει ένα, ξεχειλιστό λάδι. «Και δε γίνεται να βγάλομενε μια ολιά λάδι απού το δικό μου, να το βάλομε στ’ αδερφού μου;». «Όσκες. Μούδε να βάλομε, μούδε να βγάλομε λάδι δε γίνεται. Όσο έχει κάθα καντήλι, έχει!». 
«Αλήθειο;» τηνε ρωτά ο βοσκός. «Μούδε μπαίνει, μούδε βγαίνει λάδι απού τα καντήλια;». «Ναίσκε!». «Ε, τότες, δε σ’ έχω ανάγκη!» τση λέει εκείνος, ξαναφορτώνεται τ’ αρνάκι και γιαγέρνει στο κονάκι ντου και στα οζά ντου! 
Έτσα που λες, κ. Νίκο… Θα σε πάρω μιαν ημέρα (μόνο να ’μαστονε καλά), να μου δείξεις τον άη Γιώργη στον Αρτό, που τον εκάψαν οι Τούρκοι γιατί δεν εμουτίζαν οι χωριανοί. Κι άνε μ-προβάλουνε οι σκιανιάδες τω σκοτωμένω, θα τσι ρωτήξω για το Γομαρά. Δε μπορεί, πράμα θα ’χουν ακουστά εκειά στον ουρανό, να μας το πούνε κι εμάς, να ξεστραβωθούμε, να μη γυρεύγομε τόσους χρόνους άδικα το σπήλιο με τα κόκαλα τω μαρτύρω και τσι θησαυρούς. 
Ο Γομαράς – α δεν το κατές – ήτον ένα χωριό στο Κέντρος, στ’ Αηβασιλειώτικα, κοντά στον Άγιο Αστράτηγο απού λένε, κι εκάμαν ένα γιουρούσι οχτροί. Τούρκοι ήσανε; Σαρακηνοί; Κουρσάροι; Δε γατέχω. Μάλλον πως ήσανε Τούρκοι, γιατί θαρρώ πως ελέγανε πως μια γυναίκα, που έκλωθε με τη ρόκα, άκουε την ανέμη τζη κι έτριζε, κι έκειά που έτριζε τάξε πως έβγανε μια φωνή: «Τούρ-κοι! Τούρ-κοι!». Και πιάνουν τ’ ανάπλαγα οι χωριανοί, γέροι, γυναίκες και κοπέλια χώνουνται σε μια σπηλιά, μ’ ό,τι χρυσαφικά και παράδες είχανε, και τσουρούν οι γι-άντρες ένα θεόρατο χαράκι και φράσσουνε τον πόρο. Σέρνουνε σπαθί και μοντέρνουνε τω ντουσουμάνηδω, μα όσο κι αν επολεμήσανε, σκοτωθήκαν ούλοι. 
Οι οχτροί δεν εβρήκανε το σπήλιο, εκάψανε πρέπει το χωριό κι εφύγανε. Μα μέσα στο σπήλιο, οι κλεισμένοι δεν εμπορούσανε να ταράξουνε το χαράκι, που ήτονε θεόβαρο! Κι επομείναν εκειά κι εποθάναν απού την πείνα και το λιγοστό αέρα, κι ακόμη σήμερο δεν εβρέθηκεν η σπηλιά κείνηνά. 
Και γράφει ο Παύλος ο Βλαστός απού το Βιζάρι για ένα βοσκό, που έπαιζενε τη λύρα τω νεραϊδώ κι εχορεύγανε, έκειά στου Γομαρά τα χάλαβρα, και μια νεραϊδόνυφη εγύρεψε να στεφανωθούνε… Μα μ’ ένα διαβαστικό απού το δεσπότη, γίνηκεν ανέφαλο κι εσκόρπισεν εις τον άνεμο – κι έκειά που πρωτοπαντήξανε βγήκεν ένας δρυγιάς, που τον ελέγαν οι ντόπιοι «τση Νεραϊδόνυφης ο Δρυγιάς». Και του ’χενε λέει ειπωμένη την ιστορία ένας Αποδουλιανός, χωριανός μου, κατά τα 1855. 
Σάμε τα Ρούστικα, γιατί που λες, κ. Νίκο, ευλοημένε μου δάσκαλε και φίλε, είμαι παωμένος, στο μαναστήρι, έκειά που ’χωνεν ο Μητροφάνης το μπαρούτι – ήτον εκειά ένας άγιος γέροντας, όπως το κατές, ο πατήρ Ευμένιος, ας έχομε την ευκή ντου, με θεία φώτιση, χωριανός σου, απού τον Άη Κωσταντίνο. Μα τον Αρτό, μούδε δεν τον είχα ακουστά, και πλια πολύ δεν είχα ακουστά τον παπά Τζώρτζη και το Νικολό, τον καπετάν Κόκκο και τον Αρκολέο (τ’ όνομα πούρι γνωστό) και το Δράκο και το Μιχελή, τη Φωτεινιά και την Πουλισένα κι ούλα τα παλληκάρια που μνόγανε, όχι στα γρόσσα και στο χρυσάφι, μα στον έρωντα και στη λευτεριά! Κι εδά εχάρηκα πως τσι γρώνισα στα μυρισμένα φύλλα του βιβλίου σου, σασμένα από λούλουδα και μυρωδικά τση πέρα μπάντας, κι εμέθυσα κι απού το κρασί του Πατερομανούσο στη Μέσα Γωνιά, κι είδα και την Ερωφίλη παισμένη στο περβόλι του άρχοντα φονιά, του Λομπάρδο, και το Δράκο το μερακλή κονταροχτυπώντας να ξαπλώνει κάτω το Βενετσιάνο, ξεγιβεντίζοντας τη Γαληνοτάτη, λίγο πριν να πατήσει το τούρκικο φουσάτο τα Ρεθεμνιώτικα!... 
Και σκέφτομαι, όλο σκέφτομαι, πως κι εμουτίσαμενε κι εφραγκέψαμεν εμείς εδά (και τα δυο μαζί!), σα μερικούς απού γράφεις, κι αντίς να μάχομέστανε δυο τυράννους, σαν εκείνουσάς τσι παλιούς πολεμάρχους απού ξιστορείς, εμείς προσκυνούμεν ούλους τσι τυράννους, και στο καπηλειό του Λαρδέα και στα παλάτσα και στα ουνιβερσιτά και στα σπιτάλια!... Κι έκειά που σκέφτομαι, άνε καμνύσω και μια ολιά, να σου και προβέρνουνε τραϊτόροι και μυλωνάδες με ψακωμένο αλεύρι (γεμάτο ήρα) και τρυγηδάδες με λαδωμένες φουφούλες! 
Όρθες δεν έχω, μα τα περιστέρια φωλεύουν από πάνω από ’κειά που μένω και κάνουνε κουτσουλιές βουναλάκια. Να τσι μαζώξω, να τσι πέψομε του Μπαρτολομαίο να κάμει μπόμπες, να ζιγώξομε τσι τυράννους, γ-ή μόνο των ορνίθω του παπά Μητροφάνη οι κουτσουλιές κάνουνε, απού ’θελα κουτσουλιδιάσει τσι Τούρκους, να φύγουνε τρισμαγαρισμένοι μέσα στη βρόμα; 
Μα μπορεί και να φυσήξει ο νους μου, να πάω στην υστεργιά αντισκάρος σε τούρκικη γαλέρα, να σέρνω κουπί κιαμιά δεκαπενταρέ χρόνους, σαν τον άλλο, καλλιά παρά το κουπί που σέρνομεν εδά ούλοι μαζί, κι ο κάθαείς αμοναχός του, απού ’χουν ούλο τον κόσμο καωμένο οι σκυλογαυγισμένοι σα μια γαλέρα! 
«Θωρείς τηνε, κοπέλι μου, τούτηνά τη Μαδάρα;» είπεν ο γέρο Πατερομανούσος του Σηφαλιό, του Δρακακιού. «Ορίζω σού τηνε, να τηνε φυλάεις! Δεν επάτησεν ως εδά κιανείς μαγαρισμένος! Και σ’ ορκίζω, να μην τ’ αφήσεις να γενεί. Έχε την ευκή μου!». 
Κι εγώ θέλω το Σηφαλιό μου, κ. Νίκο. Κι ο Θεός να πέψει… Δοξασμένο τ’ όνομά ντου. 
Άχι, παντέρμο Ρέθεμνος, ανεμοδαρμένη πολιτεία! Ξεγίνεται ένας ντοτόρος; 
Νικολό, παιδί μου, μη ζωγραφίζεις φράγκικα. 
Να ’χε ζει ο μακαρίτης ο Καυκαλάς, γιατρός κι εκείνος (θα τον εγρώνιζες πούρι), που ’χεν έρωντα με την κρητικήν εμιλιά, να διαβάσει το χαρτί σου, να χαρεί ο κακομοίτσης, απού ’θελα ζήσει άλλους τόσους χρόνους απού τη χαρά κι απού το καμάρι ντου, να γραφτεί τέθοιο βιβλίο στα κρητικά τα λόγια! Μα μπορεί να το ’χει κιόλας διαβασμένο στον ουρανό, προπαντός αν του το ’πήγεν ο Μαυρογόνατος γ-ή ο Πατελάρος, οι δυο γιατροί, που θα καμαρώνουν κι εκείνοι πως γράφουνται μέσα!... 
Είντα κάθομαι και ροζονάρω, που θα με θαρρούνε ούλοι ανεραϊδοπαρμένο και μοσκοκούζουλο! Μα μήμπα να ’ναι, θα μου πεις, η πρώτη φορά; Έτσα το ’χω το συνήθειο κι έτσά μ’ αρέσει. 
Ώρα καλή σου. Την ευκή του Μητροφάνη και του Δοσίθεου, του Θεόφιλου και του παπά Τζώρτζη (και του Νικόδημου, του άφαντου και κανονισμένου) να ’χετε ούλοι σας. 
Αποδούλου (έκειά ’θελα να ’μαι), είκοσι εννιά του Πρωτογούλη (Πέτρου και Παύλου, βοήθειά μας), εν έτει σωτηρίω (;) ΄βιη΄. 
Ο μαγάρι κι αντισκάρος στη γαλέρα τσ’ αγάπης και τση λευτεριάς, 
ο αδερφός τση Κοκκινοσκουφίτσας (κείνης απού πολεμά λύκους, δράκους και κουρσάρους) 

Πρασινοσκουφάκος με τ’ όνομα.



Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Χ. Ανδρεόπουλος, Βιβλιοπαρουσίαση: Γ. Ανδρουτσόπουλος, Οι ανεξάρτητες αρχές για ζητήματα θρησκείας

Ανδρουτσοπούλου, Γεωργίου, Ι. «Οι ανεξάρτητες αρχές για ζητήματα θρησκείας (Συνήγορος του Πολίτη – Αρχή Προστασίας Δεδομένων)», Νομοκανονικά Παράφυλλα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2018, σσ. 186. 




Του Xάρη Ανδρεόπουλου * 


Με αντικείμενο μελέτης την καταγραφή των ζητημάτων θρησκείας μέσα από τη «νομολογία» του Συνηγόρου του Πολίτη (ΣτΠ) και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) κυκλοφορήθηκε προσφάτως το βιβλίο του Λέκτορος του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών κ. Γεωργίου Ι. Ανδρουτσοπούλου υπό τον τίτλο «Οι ανεξάρτητες Αρχές για ζητήματα θρησκείας». Πρόκειται για το πρώτο έργο με το οποίο εγκαινιάζεται από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα η νέα επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» η οποία ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το 1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» (από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου. 

Η νέα σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα», όπως αναγγέλει σχετικώς σε εισαγωγικό του σημείωμα ο διευθυντής της σειράς καθηγητής Ι. Κονιδάρης, πρόκειται να περιλαμβάνει νομοκανονικές επιστημονικές μελέτες ευρυτέρου ενδιαφέροντος, σε εύληπτο ύφος, έτσι ώστε να απευθύνονται πέρα από νομικούς, κανονολόγους και ειδικούς του εκκλησιαστικού δικαίου και σε ένα ευρύτερο κοινό που ασχολείται ή απλώς θέλει να είναι ενήμερο για το αντικείμενο κάθε έργου. 

Σκοπός του πρώτου έργου / µελέτης της νέας σειράς, με συγγραφέα τον κ. Γ. Ανδρουτσόπουλο, είναι να εντοπίσει τα αποτυπώµατα του θρησκευτικού φαινοµένου στις Πράξεις, τις Αποφάσεις, τα Πορίσµατα και τα λοιπά έγγραφα δύο Ανεξάρτητων Αρχών, της Αρχής Προστασίας Δεδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα και του Συνηγόρου του Πολίτη, σε συνδυασµό µε τη σχετική θεωρία, νοµοθεσία και νοµολογία. Η ύλη του βιβλίου διαρθρώνεται σε δύο (2) μέρη. Το πρώτο Μέρος, υπό τον τίτλο «Θρησκεία και Σύνταγμα» αποτελείται από δύο Κεφάλαια εκ των οποίων το Α΄ αναφέρεται στο φαινόμενο της διαπάλης των συνταγματικών διατάξεων στο πλαίσιο της οποίας εξετάζονται η θρησκευτική ελευθερία κατά της ελευθερίας της Τέχνης, η προστασία του περιβάλλοντος κατά της θρησκευτικής ελευθερίας και η ελευθερία της πληροφορήσεως κατά του δικαιώµατος στην προσωπικότητα, στην προστασία του ιδιωτικού βίου και στον πληροφοριακό αυτοκαθορισµό. Στο Β΄ Κεφάλαιο γίνεται εκτενής αναφορά σε ζητήµατα θρησκευτικής ελευθερίας, στα οποία καταλέγονται το καθεστώς αδειοδοτήσεως που ισχύει για τους ευκτήριους οίκους, οι αντιρρησίες συνειδήσεως, ως μια εξαίρεση από την υποχρέωση εκπληρώσεως των καθηκόντων απέναντι στο κράτος, η νοµική οργάνωση των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών νοµικών προσώπων, ο θρησκευτικός αυτοπροσδιορισµός, η τυποποίηση του προσηλυτισµού, εκφάνσεις της φορολογικής ισότητας, οι κατά καιρούς παρερµηνείες γύρω από το καθεστώς διοικήσεως των κοιµητηρίων και τη διαδικασία της ταφής, καθώς και η αποτέφρωση. 

Στο δεύτερο Μέρος του βιβλίου περιλαμβάνεται ειδική ενότητα που ασχολείται µε τη θέση της θρησκείας στη δηµόσια διοίκηση. Αναπτύσσεται σε δύο επιμέρους Κεφάλαια εκ των οποίων το Α΄ ασχολείται µε τη νοµιµότητα ή µη της αναγραφής του θρησκεύµατος σε δηµόσια έγγραφα (δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων, ληξιαρχικές πράξεις και στρατιωτικά έγγραφα) και το Β΄ επιχειρεί να αποτυπώσει τις διάφορες πλευρές με τις οποίες το θρησκευτικό φαινόµενο εµφανίζεται ως «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 34) στον χώρο της δηµόσιας εκπαιδεύσεως. Η σχετική περιπτωσιολογική προσέγγιση περιλαμβάνει το ζήτημα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ), εξετάζοντας το και υπό το πρίσμα των εξελίξεων που αφορούν στο μάθημα, δεδομένου ότι το καθεστώς απαλλαγής τίθεται πια υπό νέα ερμηνευτική οπτική μετά από την πρόσφατη υλοποίηση του κυβερνητικού σχεδιασμού περί αναμορφώσεως και αναδιατάξεως του προγράμματος σπουδών για το ΜτΘ στη Α/θμια και Β/θμια Εκπαίδευση. Εν προκειμένω δε, και με δεδομένες τις υπ΄ αριθμ. 77Α/2002 (Νομοκανονικά 1/2003, σ. 183 επ.) και 94/2015 (Νομοκανονικά 2/2016, σ. 207 επ.) αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, περί υφισταμένης δυνατότητος απαλλαγής (δίχως μάλιστα να δηλώνεται στην υποβαλλομένη σχετική αίτηση εάν ο μαθητής είναι ή όχι χριστιανός ορθόδοξος, παρεχομένης έτσι της δυνατότητος απαλλαγής του μαθητού χωρίς αποκάλυψη των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή τυχόν ανυπαρξίας αυτών), δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί κανείς: Μετά την θέση σε εφαρμογή - από τη περυσινή σχολική χρονιά (2016/2017) - των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά (Δημοτικού, Γυμνασίου, Λυκείου), τα οποία, σύμφωνα με την αρμόδια εκπαιδευτική Αρχή (Υπ. Παιδείας), δεν έχουν πλέον «ομολογιακό» (απευθυνόμενα, βασικά και κυρίως, σε μαθητές του ορθοδόξου δόγματος), αλλά «γνωσιολογικό» (απευθυνόμενα σ΄ όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως θρησκευτικής προελεύσεως) χαρακτήρα, ποια θα ήταν άραγε μια νέα κρίση της Αρχής; 

Στο ίδιο (Β΄) Κεφάλαιο προσεγγίζονται και τα ζητήματα της εξομολογήσεως στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η διανομή κατά τη διδασκαλία του ΜτΘ εκπαιδευτικού υλικού με περιεχόμενο υποτιμητικό ή απαξιωτικό για ετερόδοξη ή ετερόθρησκη θρησκευτική κοινότητα και το θέμα της αναγραφής θρησκεύματος στους τίτλους σπουδών. 

Το βιβλίο επισφραγίζεται από συγκεφαλαίωση των πορισμάτων, γενικών διαπιστώσεων και συμπερασμάτων, καθώς και κριτική θεώρηση και αξιολόγηση των καθ΄ έκαστον ζητημάτων όπως αυτά αντιμετωπίσθηκαν σε επίπεδο Ανεξαρτήτων Αρχών και από παράθεση της βιβλιογραφίας που κατ΄ επιλογήν χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή του. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως χρήσιμο πόνημα όχι μόνο για νομικούς και θεολόγους, αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, καθώς μάλιστα η σχετική περί αυτών των σχέσεων θεματολογία εμφανίζεται στο προσκήνιο με αξιοζήλευτη περιοδικότητα αποτελώντας – το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα – θέμα «ημερησίας διατάξεως» στην ατζέντα του δημοσίου διαλόγου. 

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου.


Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Το «άλλο» Ισλάμ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΡΩΜΑΝΟΣ, Ελληνιστικό Ισλάμ. Τρία δοκίμιαεκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001.

                                                                                                                 
                                                

Του Αθ. Ι. Καλαμάτα
Θεολόγου 
DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ
Δρ Θεολογίας ΑΠΘ         

Είναι γνωστή η ιστορία του Αλ Μαμούν, μεγάλου χαλίφη της Βαγδάτης, που μια νύχτα είδε στο όνειρό του τον Αριστοτέλη. Ήταν ένας γέρος ασπρομάλλης, κουρασμένος και πάρα πολύ αξιοπρεπής. Πλησίασε τον χαλίφη και άρχισε μαζί του ένα διάλογο για τη φύση του αγαθού. Με το τέλος της συζήτησης ο Έλληνας φιλόσοφος ευχήθηκε στον Αλ Μαμούν να υπερασπίζεται τον μονοθεϊσμό. Όταν ξύπνησε ο χαλίφης, έδωσε διαταγή να κατασκευασθεί αμέσως, το φημισμένο Μπαίτ – αλ - Χικμάχ, ο Οίκος της Σοφίας, ένα ίδρυμα μεταφράσεων, κυρίως αριστοτελικών κειμένων, αλλά και γεωγραφικών χαρτών, όπως ήταν το έργο του Άραβα σοφού μαθηματικού και γεωγράφου Χουαρίζμι Σούρατ αλ – αρντ (Εικόνα της Γης), βασιζόμενο στη Γεωγραφία του Πτολεμαίου.
            Η περίφημη αυτή ιστορία καταδεικνύει κάτι σημαντικό: το Ισλάμ, στην μακραίωνη ιστορία του δεν ήταν όπως λανθασμένα υποστηρίζεται σήμερα, ένας χώρος καθυστέρησης, επιστημονικής αμάθειας, οπισθοδρόμησης και φονταμενταλισμού. Την παραμορφωτική πρόσληψή του από μεγάλο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφίας[1], «στοιχειωμένη» κατά τον επιτυχή χαρακτηρισμό του Φώτη Τερζάκη (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12 Ιουνίου 2001), έρχεται να ανασκευάσει το παρόν βιβλίο: Ελληνιστικό Ισλάμ. Τρία δοκίμια, του Κωνσταντίνου Π. Ρωμανού, Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με γόνιμες σπουδές και διδακτική θητεία στην Αμερική και τη Γερμανία.
Πρόκειται για τρία δοκίμια που επιδιώκουν να φωτίσουν την ελληνική κληρονομιά στο Ισλάμ. Η συνάντηση των λογίων της Βαγδάτης με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Γαληνό, έγινε ύστερα από τη διαπιστωμένη ανάγκη των πρώτων να διδαχθούν από το πρωτότυπο την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη.  
Στο πρώτο δοκίμιο, υπό τον τίτλο: «Ορθοδοξία, Ισλάμ και αρχαία ελληνική παιδεία» [σσ. 19-52], ο  συγγραφέας με ευσύνοπτο τρόπο, εξετάζει την πρόσληψη της ελληνικής παιδείας από το Ισλάμ - πρόσληψη (που κατά τον ίδιο) δεν έκανε μόνον το Βυζάντιο – και η οποία αργότερα διαχύθηκε στο Δυτικό Χριστιανισμό. Εδώ, είναι προφανής η θέση του συγγραφέα: μέσα από την επανεξέταση των σχέσεων Ελληνισμού και Χριστιανισμού, επαναπροσδιορίζεται και το «κυρίαρχο ιδεολόγημα» [σσ. 26-29]: ποια ήταν η συνέχεια του Ελληνισμού, κυρίως στη Βυζαντινή Ανατολή και στη μακρά περίοδο της Οθωμανοκρατίας, με την αντίστοιχη, βέβαια, ορολογία: «ιστορικές ψευδομορφώσεις» [σσ. 32-34] και «ανταγωνιστικοί μονοθεϊσμοί» [σσ. 40-41].    
Στο δεύτερο δοκίμιο, υπό τον τίτλο: «Θρίαμβος και συντριβή του ελληνικού ορθολογισμού στο μεσαιωνικό Ισλάμ» [σσ. 53-88], ο συγγραφέας εξετάζει τη με ιδιαίτερο ζήλο οικειοποίηση της ελληνικής φιλοσοφίας από τους Άραβες φαϊλασούφ, όπως ο Αλ Γκαζαλί, ο Αλ Φαραμπί και Αμπού Αλ Ουαλίντ Μουχάμαντ Ιμπν Ρουσντ, γνωστός ως Αβερρόης. Αξίζει εδώ να σημειωθεί, ότι ο πρώτος εξ αυτών, ο Αλ Γκαζαλί (1058 – 1111), διάσημος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βαγδάτης κατά τον 11ο αιώνα, υπήρξε ο συμφιλιωτής της θεολογικοφιλοσοφικής σκέψης με τον ανατολικό μυστικισμό, γεγονός που ευνόησε και την εξέλιξη του ισλαμικού μυστικισμού, του Σουφισμού. Ακόμη στον Αλ Γκαζαλί αποδίδονται 400 έργα νομολογικού και θεολογικού περιεχομένου. Απαραίτητη, ωστόσο, εδώ είναι η υπόμνηση ότι στο Ισλάμ δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για διάκριση Φιλοσοφίας και Θεολογίας, αφού η Φιλοσοφία λειτουργούσε συχνά ως ερμηνευτικό άλλοθι, σε σχέση με την κορανική προφητεία. Γι’ αυτό και ο Γκαζαλί περισσότερο θεωρείται θεολόγος, παρά φιλόσοφος [σσ. 64-65]. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί την άποψη ότι η αραβική φιλοσοφία, πέραν του ότι είναι ένα σχολιασμός του ελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού, συνεισέφερε στην ανάπτυξη των επιστημών στην Ευρώπη.
Τέλος, το τρίτο δοκίμιο υπό τον τίτλο: «Πρόσληψη των ελληνιζόντων μουσουλμάνων σοφών από την Ευρώπη» [σσ. 89-148], ο συγγραφέας με άριστη τεκμηρίωση καταγράφει πώς με τη σειρά τους Ευρωπαίοι φιλόσοφοι, από τον Θωμά Ακινάτη – ο συγγραφέας κάνει ιδιαίτερη μνεία άλλοτε στο θαυμασμό και άλλοτε στην αντιπαλότητά του προς τον Αβερρόη [σσ. 99-101)]  - μέχρι τον Εμμάνουελ Καντ [σσ. 107-109], τον Σπινόζα [σσ. 115-116] και τον Τζον Τόλαντ, (γνωστό Ιρλανδό που ανατράφηκε ως Καθολικός και στη συνέχεια ασπάστηκε τον Προτεσταντισμό προσεγγίζοντας τις ιδέες του Ντεϊσμού [σσ. 119-122]), σχολίασαν, ανασκεύασαν και αναδιατύπωσαν τον «ισλαμικό διαφωτισμό» του Μεσαίωνα, αλλά και επηρεάσθηκαν απ’ αυτόν.
            Το συγκεκριμένο βιβλίο αποκαθιστά, ως ένα βαθμό, κάτι σημαντικό και παραγνωρισμένο: την εικόνα ενός «άλλου» Ισλάμ, που με τη συμβολή της ελληνικής φιλοσοφίας φώτισε το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Επιπροσθέτως, με ακρίβεια υπηρετεί τη στόχευσή του, καθώς τεκμηριώνει με έγκυρο τρόπο την παρουσία της ελληνιστικής σκέψης στον ισλαμικό πολιτισμό.
 
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ (ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ)

Για τον τεράστιο αριθμό έργων που από τα ελληνικά μεταφράστηκαν στην αραβικά, καθώς και την επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας σε Άραβες λόγιους, η βιβλιογραφία είναι αρκετά πλούσια. Ενδεικτικά αναφέρω:
·         ΖΙΑΚΑΣ ΓΡ., Τα ελληνικά γράμματα και ο Αριστοτέλης στην αραβική παράδοση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2007.
·         GUTAS D., Greek Philosophers in the Arabic Tradition, Ashqate, Aldershot 2000.
·         ΤΕΡΖΑΚΗΣ Φ., «Αραβομουσουλμανική φιλοσοφία», Φιλοσοφείν, τχ. 3(Ιανουάριος 2011)115-145.
·         ΦΟΥΓΙΑΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ, (Μητροπ. Πισιδίας), Το ελληνικό υπόβαθρο του Ισλαμισμού, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1994.   



[1] Η αντίληψη ότι το Ισλάμ επιχειρεί «άλωση» του χριστιανικού κόσμου στη Δύση, χρησιμοποιώντας μάλιστα και ακραίους χαρακτηρισμούς, όπως «θρησκευτικός φασισμός», είναι αρκετά καλά εδραιωμένη στην ελληνική βιβλιογραφία. Κλασσικό παράδειγμα το βιβλίο του Ν. Π. Βασιλειάδη, Ορθοδοξία, Ισλάμ και Πολιτισμός, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθήνα 2001. Όμως σε καμιά περίπτωση η εν λόγω μελέτη μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη. Κι ο λόγος νομίζω ότι είναι απλός: η μυωπική θεώρηση της ισλαμικής πίστης και του αραβικού εν γένει πολιτισμού, είναι διάχυτη στη σκέψη του συγγραφέα. Ακόμη και στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, όπου και η σχετικά μικρή αναφορά του για το διάλογο της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ (σσ. 321-338), η αποτίμησή του, δυστυχώς, γίνεται υπό τη σκιά της απηνούς σύγκρουσης των δύο πίστεων και όχι των μακρόχρονων πολιτισμικών αλληλεπιδράσεών τους. Με άλλα λόγια καταντά μονόλογος. Από τις σοβαρές περιπτώσεις διαλόγου με το Ισλάμ, διαθρησκειακού δηλαδή διαλόγου, είναι αυτή του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Αναστασίου (Γιαννουλάτου), που στο βιβλίο του Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, αποκαλεί το διάλογο της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ «διάλογο ζωής», (σ. 163). Πρβλ. Του ιδίου, «Ο διάλογος των Χριστιανών με το Ισλάμ. Μια ορθόδοξη άποψη», στον τόμο: Αναφορά εις μνήμην Μητροπολίτου Σαρδέων Μαξίμου 1914-1986, τ. Α΄, Γενεύη 1989, (Ανάτυπο), και Ισλάμ. Θρησκειολογική επισκόπηση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σσ. 399-404. Στην ίδια σχεδόν κατεύθυνση κινείται και το βιβλίο της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Ορθοδοξία και Ισλάμ, Άγιον Όρος 1997. Ακόμη βλ. Αλ. Καριώτογλου, Ορθοδοξία και Ισλάμ, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1994 και του ιδίου, «Σχεδίασμα μια θεολογικής προσέγγισης του Ισλάμ», Νέα Κοινωνιολογία, τχ. 23(Άνοιξη 1997)10-13. Επίσης βλ., το συλλογικό τόμο: Ισλάμ, Φονταμενταλισμός, Ορθοδοξία και Παγκοσμιοποίηση, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, με οκτώ άκρως ενδιαφέροντα άρθρα. Σημαντικότατη είναι και η συνεισφορά του Ζορζ Κοντρ (Μητροπολίτη Όρους Λιβάνου), στο βιβλίο του: Η φύση του Ισλάμ, μτφρ. Ρόνι Μπου Σάμπα, εισ. Εύη Βουλγαράκη – Πισίνα, εκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2009. Πρόκειται για μια θεώρηση του Ισλάμ που κυριολεκτικά ανατρέπει τα μέχρι σήμερα υφιστάμενα στερεότυπα. Μια νέα ανάγνωση της ιστορίας που δεν διχάζει, αλλά ενώνει το κόσμο της Δύσης με το Ισλάμ βλ. R. Bulliet, Ισλαμοχριστιανικός πολιτισμός. Μια ερμηνεία, μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004.


Μυτιλήνη / Νοέμβριος 2012



Αρχείο

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΦΡΟΥΔΑΡΑΚΗ, ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΕΜΜΕΤΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Παναγία Οδηγήτρια του Balamand (Λίβανος)

Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ πραγματικοῦ, μονάχα σὲ ὅσους τὸ ὑπομένουν ἀποκαλύπτεται. Ὀμορφιὰ δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας τοῦ προικισμένου προσώπου· εἶναι ἡ ἐγκαρτέρηση δίπλα, κοντὰ σ' αὐτὸ ποὺ δὲν εἶσαι.

Ν. Γ. Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, ζ' έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 131.



ΣΥΝ-ΙΣΤΟΛΟΓΕΙΝ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στους 57 αη-Γιώργηδες της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται...

Τοῦτο σᾶς λέγω πάλιν καὶ σᾶς παραγγέλλω: κἂν ὁ οὐρανὸς νὰ κατέβη κάτω κἂν ἡ γῆ νὰ ἀνέβη ἀπάνω κἂν ὅλος ὁ κόσμος νὰ χαλάση καθὼς μέλλει νὰ χαλάση σήμερον αὔριον, νὰ μὴ σᾶς μέλη τί ἔχει νὰ κάμη ὁ Θεός. Τὸ κορμὶ ἂς σᾶς τὸ καύσουν, ἂς σᾶς τὸ τηγανίσουν, τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν, μὴ σᾶς μέλη, δῶστε τα, δὲν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τὰ δύο ὅλος κόσμος νὰ πέση, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πάρη, ἔξω ἂν τύχη καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας. Αὐτὰ τὰ δύο νὰ τὰ φυλάγετε νὰ μὴν τύχη καὶ τὰ χάσετε.

Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός, Διδαχὴ Γ' (ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰωάννη Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἐκδόσεις Ἀκρίτας, ζ' ἔκδοση, Ἀθήνα 2004, σελ.154)

Επισκέπτες από 17/9/2009

Free counters!

Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ΠΕΡΙ "ΕΙΔΙΚΩΝ"

Τοῦτο εἶναι τὸ δρᾶμα τῆς ἐποχῆς μας: ὅτι ἡ πρόοδος της δὲν βρίσκεται στὰ χέρια τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματικοὶ ἄνθρωποι.

Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ἀφορισμοὶ καὶ διαλογισμοί, τέταρτη σειρά, εκδ. Βιβλ. τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα 1972, σελ. 92.

台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Μετεωρίτικη Βιβλιοθήκη

ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

ΕΛΛΟΠΟΣ

Αξίζει να διαβάσετε

ORTHODOXIA INFO

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ 4Ε LIVE

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΥ

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ