Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

"Εσύ δεν θα φας τον μπαμπά, έτσι; " - ( "Ένα αβγό κίντερ για το παιδί", του Χρήστου Οικονόμου)




Στα πλαίσια του μαθήματος της Λογοτεχνίας της Β’ Λυκείου και της ανάγνωσης ολόκληρου λογοτεχνικού έργου από τ@ς μαθητ@ς επιλέχθηκε το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις». 16  διηγήματα με ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο , που αποδέχονται τη μοίρα τους με αξιοπρέπεια και χωρίς μοιρολατρία. Ιστορίες που μιλούν για την κοινωνική αδικία και την ανέχεια .

Τα κεντρικά πρόσωπα του συγγραφέα προέρχονται από την εργατική τάξη και είναι πρόσωπα ακυρωμένα από την ίδια τους τη ζωή. Απολυμένος πατέρας που αναζητά τροφή για το παιδί του, ηλικιωμένοι που μοιράζονται τις σκέψεις τους γύρω από τη φωτιά περιμένοντας ένα εισιτήριο για το ΙΚΑ, εργάτης σε βιοτεχνία με παγάκια που απαγγέλει ισπανική ποίηση , ζευγάρια που ζουν με την αγωνία του χρέους , ένας βουβός διαδηλωτής, το εργοστάσιο της ΔΕΗ και τα συνοικιακά καφενεία που άντρες θαμώνες μοιράζονται τις ιστορίες της ζωής τους.

Στην τάξη μελετήσαμε το διήγημα «Κι ένα αβγό κίντερ για το παιδί» και τα υπόλοιπα ανατέθηκαν στ@ς μαθητ@ς με φύλλο εργασίας . Στο απόσπασμα από το συγκεκριμένο διήγημα παρακολουθούμε την τραγική ιστορία ενός άνεργου πατέρα, που έχει φτάσει στα όρια της απόλυτης ανέχειας μην έχοντας να ταΐσει το ανήλικο παιδί του. Όλη η ιστορία εκτυλίσσεται τη Μεγάλη Πέμπτη- διόλου τυχαία επιλογή η εβδομάδα των Παθών. Αφού ολοκληρώθηκε η ερμηνευτική προσέγγιση του κειμένου η εργασία που ανατέθηκε στ@ς μαθητ@ς ήταν η αναδιήγηση της ιστορίας μέσα από τα μάτια του μικρού παιδιού. Ακολουθούν οι εργασίες των μαθητών , πολύ συγκινητικές και αρκετά λογοτεχνικές . Ευχαριστώ πολύ το συνάδελφο Δημήτρη Χριστόπουλο για την ενθάρρυνση. Εδώ θα βρείτε την εξαιρετική παρουσίαση του για τη διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου στη Β΄Λυκείου. 



Με ξύπνησε η κοιλιά μου πάλι, το πιστεύεις; Πεινούσα πολύ, δηλαδή ακόμα πεινάω, και το είπα στον μπαμπά και μου είπε πως θα φύγει για λίγο και πως θα γυρίσει και να μην φοβάμαι οπότε τώρα τον περιμένουμε. Μου είπε να ξανακοιμηθώ και πως όταν θα ξυπνήσω πάλι θα είναι πίσω και θα έχει φέρει    τόσο φαγητό που δεν θα πεινάσουμε για μέρες. Το προηγούμενο Πάσχα ο μπαμπάς είχε καταφέρει να φτιάξει το πιο νόστιμο φαγητό για τους δύο μας.

  Μπορεί να μην το έχεις παρατηρήσει επειδή δεν είχαμε γίνει φίλοι ακόμα τότε,  αλλά ο μπαμπάς έχει αλλάξει πολύ. Τώρα έχει ζαρώσει το πρόσωπό του. Σαν να τον έχει ζωγραφίσει η κούραση με μαρκαδόρους στον ύπνο του. Τα μάτια του και το στόμα του έχουν γείρει . Ναι, δείχνει πιο πολύ σαν παππούς. Παλιά τα μαλλιά του ήταν καφέ και όχι γκρίζα όπως τώρα και το πρόσωπό του δεν έμοιαζε έτσι. Τώρα δείχνει σαν να του ρούφηξε όλη την ενέργεια η σκούπα. Οι παππούδες κλαίνε; Μην του πεις ότι στο είπα αλλά έχω δει τον μπαμπά να κλαίει. Κοιμόμασταν και τον άκουσα που έκλαιγε και γύρισα να τον δω και κάλυπτε με το χέρι το στόμα του και όταν με είδε σκούπισε γρήγορα τα δάκρυα του και μου ζήτησε συγγνώμη. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν στενοχωρημένος και όταν τον ρώτησα δεν είπε τίποτα και με πήρε αγκαλιά. Πλέον όμως ο μπαμπάς φοβάται να με πάρει αγκαλιά. Στις αρχές όταν έχασε τη δουλειά ήμασταν συνέχεια μαζί. Όταν σχολούσαμε με περίμενε από έξω και μετά με έκανε μεγάλη βόλτα μέχρι να φτάσουμε πάλι σπίτι. Και όταν βλέπαμε ταινίες μαζί πριν πουλήσει το λαπτοπ καθόμασταν αγκαλιά στην ίδια κουβέρτα. Τώρα ντρέπεται. Τα μάτια του δείχνουν κάπως τρομακτικά πλέον, δεν ξέρω, αστράφτουν σαν να είναι από γυαλί και φοβάμαι πως αν δεν στηρίζεται καλά θα πέσει από το βάρος με το πρόσωπο μπρος. Θυμάσαι πως με κοίταξε όταν σε γνωρίσαμε; Έτσι.

Πριν αρχίζει να γουργουρίζει η κοιλιά μου έβλεπα ένα άσχημο όνειρο. Πολύ άσχημο, καταλαβαίνεις; Ήμουν στο σχολείο και είχαμε διάλειμμα και ήταν και ο μπαμπάς. Καθόμασταν στο μέρος που κάθομαι πάντα πίσω από εκείνο το ψηλό δέντρο με τα μοβ λουλούδια δίπλα στα κάγκελα αλλά δεν φοβόμουν μην με βρουν οι δασκάλες. Εκείνος καθόταν δίπλα μου ξαπλωμένος και είχε τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από την κοιλιά του. Κάποια στιγμή ακούσαμε όλα τα παιδιά να φωνάζουν και να τρέχουν προς το αμφιθέατρο δίπλα από την μεγάλη καγκελόπορτα και σήκωσα τον μπαμπά και τρέξαμε και εμείς,  αλλά εκείνος κούτσαινε. Ήταν όλα τα παιδιά μαζεμένα και μερικά κλαιγανε και μέχρι και ο Χρήστος που με πειράζει δεν μου έδωσε σημασία. Το αμφιθέατρο έμοιαζε σαν το κλουβί από τον ζωολογικό αλλά στη μέση  ήταν μια μεγάλη φωτιά.  Πολύ μεγάλη φωτιά και το δέντρο που θυμάμαι είχε γίνει μαύρο και μύριζε καμένο παντού. Ο μπαμπάς άρχισε να μην νιώθει καλά και έπεσε κάτω και άρχισε να σέρνεται και να φωνάζει και ξαφνικά μέσα από την κοιλιά του πετάχτηκες εσύ, με το μαδημένο τρίχωμα σου και τις βρωμιές που είχαν κολλήσει στην πλάτη σου, όπως όταν σε πρωτοείδαμε. Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι; Ξέρω ότι ο μπαμπάς ήταν κάπως παράξενος όταν του είπα να σε ελευθερώσουμε, και συνέχεια ακούω πως οι λύκοι είναι κακοί. Εσύ δεν θα φας τον μπαμπά, έτσι; 

 

 

Ως παιδί δεν έζησα εύκολες στιγμές και μεγαλώνοντας, η οικογένεια μου δεν είχε ούτε τα απαραίτητα. Η οικογένεια μου, εννοώντας τον πατέρα μου μόνο γιατί τόσοι ήμασταν. Μόνο εγώ και εκείνος. Εκείνη δεν την γνώρισα πάρα μόνο όταν ήρθε στην κηδεία του πατέρα. Για να μου πει πόσο έχει μετανιώσει, ότι δεν ήξερε πόσο δύσκολα περνούσαμε, ότι λυπάται πολύ.

Δεν μου είχε λείψει η μητρική φιγούρα, ο πατέρας έκανε όλη την δουλειά. Ήταν και αδερφός, μητέρα, πατέρας, φίλος. Εκείνος νόμιζε πως δεν ήταν καλός πατέρας, αλλά είμαι ευγνώμων που ήταν εκείνος, και που τα πέρασα όλα με εκείνον γιατί για εμένα ήταν πρότυπο. Ένας άντρας, που όπως το βλέπω εγώ, η ζωή του μετά τον χωρισμό πήρε τον κάτω δρόμο χάνοντας όλα όσα είχε: τη δουλειά του. Η μάλλον, τα μισά από όσα είχε, γιατί όταν μιλούσε στον εαυτό του και νόμιζε πως δεν τον ακούω έλεγε ότι είμαι όλη του η ζωή. Αλλά ξέρω ότι προσπαθούσε πολύ για εμάς και ήλπιζε για ένα καλύτερο αύριο . Τώρα εγώ ως πατέρας, μπορώ να μπω στη θέση του και να φανταστώ πόσο δύσκολο θα ήταν για εκείνον να βλέπει το παιδί του δίχως φαΐ.

Όταν μεγάλωσα αρκετά για να βρω μια καλή και σταθερή δουλειά, του παρείχα όσα του έλειπαν από την ζωή. Φαγητό, ρούχα, νέο τηλέφωνο, σπίτι, ένα αβγό κιντερ. Είχε ότι του έλειπε τόσα χρόνια και το χαμόγελο του και το γεγονός ότι μπορώ να του δώσω ο,τι θέλει, μου ζεσταίνει την καρδιά. Η τουλάχιστον έτσι φαντάζομαι ότι θα γινόταν στο μυαλό μου, εάν δεν είχε πάρει την απόφαση να μπει μπροστά από το φορτηγό. Δεν του κρατάω κακία. Η μόνη κακία που του κρατάω είναι που δεν έφαγε εκείνος την μισοφαγωμενη τυρόπιτα που είχε αφήσει για μένα, έστω και από εγωισμό. Έστω και ως τελευταίο γεύμα. Άλλωστε δεν θα το μάθαινα ποτέ .

 

 

Μπαμπα! 

ΜΠΑΜΠΑ!! 

Σηκώθηκα από το κρεβάτι αν και έκανε κρύο και δεν ήθελα να σηκωθώ. Αισθάνομαι ότι περπατάω πως ο μπαμπάς πίνει κάτι χυμούς για ενήλικες και βρωμάει. Χοροπηδάω συνεχώς για να μην ακουμπάνε πολύ τα πόδια μου στα παγωμένα πλακάκια. Ψάχνω τον μπαμπά αλλά δεν τον βρίσκω πουθενά και νομίζω ότι είναι πολύ πρωί για να παίξουμε κρυφτό.

ΜΠΑΜΠΑ! 

Μήπως το ονειρεύτηκα; Θυμάμαι τον μπαμπά να μουρμουράει κάτι και να μου λέει ότι όταν ξυπνήσω θα φάω ένα πρωινό σαν βασιλιάς. Όχι καλύτερα… καλύτερα σαν πρίγκιπας. Ο μπαμπάς μου είναι βασιλιάς αφού είναι πιο μεγάλος και δυνατός. Μπορεί να είμαστε πολύ αδύνατοι  αλλά ο μπαμπάς μου έχει πει πως λίγοι θα ήταν τόσο δυνατοί να κάνουν ότι κι εμείς και να ζουν τόσο επικίνδυνα όσο εμείς. Ο μπαμπάς συνέχεια μου λέει ότι θα γίνω πιο δυνατός από αυτόν …μήπως γίνω και εγώ ένας καλός βασιλιάς; Θυμάμαι μια φορά που ο μπαμπάς δεν ήταν καλά αλλά δεν ήξερα γιατί και με πήρε αγκαλιά και γυαλίσαν λίγο τα μάτια του και μου είπε «Τι υπέροχο πλάσμα που είσαι» 

Δεν τον βλέπω πουθενά. Μάλλον δεν θα έχει ετοιμάσει ακόμα όλο το φαγητό αφού δεν ξέρει να μαγειρεύει και πολλά πράγματα. Άλλωστε πως οι βασιλιάδες ξέρουν να μαγειρεύουν; Ο μπαμπάς μου κάνει συνέχεια μακαρόνια με κέτσαπ και τα κάνει λουκούλλεια. Εκείνος μου έμαθε αυτή τη λέξη και εγώ γελούσα γιατί μου φάνηκε πολύ αστεία και θέλω όταν γυρίσω στο σχολείο να την πω στην δασκάλα μου, την κυρία Σοφία.

Ο μπαμπάς, λοιπόν, κάνει λουκούλλεια μακαρόνια γι’ αυτό είναι ο καλύτερος βασιλιάς του κόσμου. Κανονικά ο μπαμπάς θα έπρεπε να έχει υπηρέτες γιατί οι βασιλιάδες δεν κάνουν τίποτα μόνοι τους αλλά εκείνος είναι ολομόναχος άρα είναι λογικό να αργεί να μαγειρεύει. Αχ, φουρνίζει πολύ το στομαχάκι μου. Μερικές φορές όταν το λέω αυτό ο μπαμπάς γελάει και απορεί που χώρεσε όλο αυτό το φαγητό νομίζω ότι με κοροϊδεύει. Πιστεύω ότι μερικές φορές κι αυτός θα ήθελε να έχει περισσότερο φαγητό. Εγώ του δείχνω την κοιλίτσα μου κι αυτός σκέφτεται για λίγο και ύστερα με ζουπάει για να τσεκάρει ότι έχω ακόμα χώρο για φαγητό. 

ΜΠΑΜΠΑ! 

Φώναξα μία τελευταία φορά από συνήθεια με την ελπίδα ότι ήταν στο μπάνιο. Έπρεπε να σκεφτώ τι να κάνω για να παρηγορήσω την κοιλιά μου μέχρι να έρθει το βασιλικό πρωινό μου. Θέλω πολύ να παίξω αλλά θέλω να έρθει ο μπαμπάς. Πάντα παίζουμε όμορφα μαζί. Θέλω να έρθει να μου διαβάσεις ένα παραμύθι… μου διαβάζει πολλά όμορφα παραμύθια πριν κοιμηθώ. 

Πέρα από τα τρία μικρά λυκάκια, τον μογλη, τον Πιτερ Παν και την Αλίκη, ο μπαμπάς γίνεται και αυτός παραμυθάς και φτιάχνει παραμύθια από μόνος του και τους βάζει όλους στο ίδιο παραμυθι. Φτιάχνει δηλαδή μια σαλάτα!! Μια φορά είχε πει… "Ο Κοντορεβιθούλης έτριψε το μαγικό λυχνάρι και κάθε φορά που έλεγε ψέματα, προδιδόταν από ... την Τοσοδούλα!". Εγώ συνέχεια γελάω με αυτά που λέει ο μπαμπάς και μπροστά μου γελάει και αυτός. Όταν είναι μόνος του ίσως είναι πιο λυπημένος. Μάλλον του φτιάχνω πολύ την μέρα και όταν δεν είμαστε μαζί δεν είναι τόσο χαρούμενος. 

Ίσως τον στεναχωρούν τα κρύα πλακάκια. Μήπως δεν του αρέσει που τρώμε συνέχεια μακαρόνια με κέτσαπ; Ξέρω ότι τα κάνει για μένα αλλά θέλω να αρέσουν και σε αυτόν. 

Μήπως τον στεναχωρεί που είμαστε οι δυο μας;

Θυμάμαι μια φορά που ο μπαμπάς δεν ήταν καλά αλλά δεν ήξερα γιατί και με πήρε αγκαλιά και γυαλίσαν λίγο τα μάτια του και μου είπε «Τι υπέροχο πλάσμα που είσαι;» Μπορεί να συγκινήθηκε με κάποιο κατόρθωμα μου το οποίο δεν το ξέρω γιατί εκείνη την ημέρα δεν είχα διαβάσει αυτά που έβαλε η κυρία Σοφία. 

Κάποιες φορές ίσως θέλει το σπίτι να είναι πιο γεμάτο. Αν είχε πιο πολύ κόσμο τότε θα ήταν πιο ζεστό.Δεν ξέρω θα το ερευνήσω όμως.

 Αγαπώ πολύ τον μπαμπά μου, πιο πολύ από την κυρία Σοφία γιατί με εκείνη δεν παίζουμε ούτε διαβάζουμε παραμύθια ούτε μαγειρεύουμε. Και αν και δεν έχω μαμα, δεν μου λείπει. Ίσως βέβαια αν ήταν εδώ μια μαμα ή κάποια μαμα να με σήκωνε από το κρύο πάτωμα και να με πήγαινε εκείνη στην κουζίνα να πιω νερό χωρίς να κρυώσω. Κανονικά θα το έκανε ο μπαμπάς αλλά δεν είναι εδώ μου κρύβεται γιατί που μου ετοιμάζει πρωινό. Και αν ήταν όνειρο; Μήπως δεν μου το είπε ποτέ; Μήπως πεινάω τόσο που το φαντάστηκα και το γουργουρητό με έκανε να μην σκέφτομαι τίποτα. 

Μου λείπει ο μπαμπάς μου. Θελω να με πάρει αγκαλιά και έστω να παραδεχθεί ότι και αυτός πεινάει και δεν είμαι μόνο εγώ …και τότε θα βάλουμε ποδιές και θα πάμε να μαγειρέψουμε οι δυο μας στην κουζίνα τραγουδώντας και παίζοντας. Πήγα γρήγορα- γρήγορα μέσα στο δωμάτια. Κρύφτηκα κάτω από το σκεπασμα. Δεν περίσσευε κανένα πόδι ή χέρι. Ήμουν εντελώς καλυμμένος. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και ευχήθηκα να δω πως ήρθε ο μπαμπάς με την στολή του βασιλιά και ένα βασιλικό πρωινό. 

 

 

  Ξύπνησε ο μπαμπάς. Νομίζει πως κοιμάμαι, κρατάω τη κουβέρτα σφιχτά για να μην γελάσω. Μα τι ηθοποιός που είμαι;! Τώρα με κοιτάει, μα τι ψάχνει; Τον βλέπω με το ένα μάτι μισάνοιχτο για να μην με καταλάβει, το πρόσωπό του έχει βουλιάξει στα κόκκαλά του, το κρανίο του νομίζω τον καταπίνει. Λέει πως κάνει δίαιτα για να δείχνει πιο ωραίος. Εμένα δεν μου αρέσει έτσι, πιο ωραίος ήσουν παχουλός μπαμπά. Αλλά ο καθένας το δικό του καφάσι, δεν ξέρω τι είπα, κάτι είπα, ίσως να μην υπάρχει τέτοια έκφραση, τώρα που το σκέφτομαι δεν την έχω ακούσει ποτέ μου, μπορεί να έχει κάποια βαθιά σημασία. Εγώ εννοούσα πώς μπορεί να κάνει ό,τι του αρέσει! Εγώ νομίζω πεινάω, το ξέχασα για λίγο, δηλαδή αυτά τα 10 λεπτά που εξασκούσα την τέχνη του θεάτρου. Ανοίγω τα μάτια μου, όχι απότομα για να μην καταλάβει πως προσποιούμουν, και τον βλέπω πιο καθαρά. Είμαι ολίγον σαλιωμένος, ιου. ''Μπαμπά πεινάω'' Με κοιτάει, λίγο βουρκωμένος; Κλαίει επειδή χαίρεται που είμαι καλός θεατρίνος. Ή μάλλον όχι τόσο καλός, για να με κατάλαβε... Μου λέει πως είναι νωρίς και με στέλνει για ύπνο. Ποιος σου είπε εσένα πως θέλω να κοιμηθώ; ''Θα πάω έξω...'' Εντάξει. ''Με ακούς;'' Ναι καλέ. ''Μην φοβηθείς'', αχ αυτός ο μπαμπάς μια με λέει μεγάλο παιδί και μια μου λέει να μην φοβάμαι. Μου υπόσχεται πως όταν γυρίσει θα έχει φαγητό. Η πρόταση δεκτή κύριε! Πάει να αδράξει τη μέρα, εεε τη νύχτα... Πάντα έρχεται με μια καινούρια ιστορία και κάτι να φάω, δεν είναι πολύ αλλά εμένα το στομάχι μου έχει μικρύνει και δεν ζητάει πολλά, σε κάτι τέτοια είμαι ολιγαρκείς σαν τους μοναχούς. Κάθομαι στο παράθυρο και ζωγραφίζω πάνω στο υγρό τζάμι, βλέπω τα φώτα και τα φανάρια να απλώνονται από κάτω μου. Ο βασιλιάς είμαι! Όλα αυτά είναι για εμένα. Βλέπω τον μπαμπά να περπατάει κολλημένος σε έναν τοίχο με κάτι γράμματα ζωγραφισμένα πάνω. Περνάνε αυτοκίνητα, πίσω ένα μεγάλο φορτηγό σαν εκείνα που οδηγούσε κάποτε ο μπαμπάς μου. Περνάει από δίπλα του, κολλάει στον τοίχο με τη ζωγραφιά. Φοβάται; Δεν βλέπω. Μπορεί να εξασκεί και εκείνος τη τέχνη του θεάτρου... 

 

 

Πάλι έκανα ανήσυχο ύπνο. Αυτές τις μέρες κοιμάμαι πολύ περίεργα. Ίσως είναι που το σπίτι φαντάζει πιο κρύο από ότι το έχω συνηθίσει. Έχει μπει ο Απρίλιος όμως το κρύο δεν λέει να φύγει από το σπίτι μας, πάλι καλά ο μπαμπάς μου είναι τις περισσότερες φορές δίπλα μου να με ζεσταίνει και μου έχει δώσει και μια κουβέρτα όμορφη, πολύ όμορφη, και ζεστή, πολύ ζεστή , όσο ζεστή μπορεί να είναι μια κουβέρτα δηλαδή, για τις κρύες νύχτες και μέρες.

Ξύπνησα από τον ύπνο μου λοιπόν σαστισμένος, σαν να μην ήξερα που ακριβώς βρισκόμουν, νομίζω ότι τον τελευταίο καιρό φαντάζομαι πράγματα γιατί πεινάω πολύ. Συνήθως δεν πεινάω τόσο αλλά αυτές τις μέρες που πάμε βόλτα με τον μπαμπά τα πρωινά έχουν αρχίσει ήδη τις ετοιμασίες για το Πάσχα τα άλλα σπίτια και η γειτονιά που έχω μάθει απ έξω, τόσο που την έχουμε περπατήσει, είναι γεμάτη μυρωδιές. Ίσως αυτό να έβλεπα στον ύπνο μου, πιάτα γεμάτα φαγητά και γλυκά, τα γλυκά είναι τα αγαπημένα μου! Είπα στον μπαμπά ότι πεινάω και μου είπε να κοιμηθώ πάλι και ότι όταν ξυπνήσω θα έχουμε πολύ πολύ φαγητό για πολλές πολλές μέρες.

Έκλεισα τα μάτια μου και σκέφτηκα τι μπορούσε να φέρει. Λες να φέρει και γλυκό; Αχ ποσό θέλω ένα γλυκό, είναι τα αγαπημένα μου ότι να ναι αρκεί να είναι γλυκό, όχι ότι αν φέρει και κάτι απλό θα του πω ότι δεν μου αρέσει, πεινάω τόσο που θα έτρωγα και το ξερό ψωμί που τρώγαμε ολόκληρη την προηγούμενη εβδομάδα. Ας μην τα σκέφτομαι αυτά γιατί αρχίζω να ακούω πάλι την κοιλιά μου ελπίζω όταν ξυπνήσω να είναι εδώ ο μπαμπας να γιορτάζουμε με τα φαγητά. Όπου να ναι ξημερώνει ας βάλω την πετσέτα στο παράθυρο για να μην μπει το φως μέσα και ας πέσω για ύπνο. Εχω τον καλύτερο μπαμπά του κόσμου! Ελπίζω να είναι εδώ όταν ξυπνήσω. 

 

 

 

Ξαφνικά στον ύπνο μου ένιωσα έναν δυνατό ήχο να ακούγεται, άνοιξα γρήγορα τα ματάκια μου για να δω τι συμβαίνει, <<  πω να πάρει>> είπα με μια δυνατή φωνή. Ωχ ξύπνησα τον μπαμπάκα μου. Με ρωτάει τι έχω και λεω για άλλη μια φορά πως πειναω και πως η κοιλίτσα μου γουργουρίζει. Με κοίταξε με ένα αθώο βλέμμα όπως κάνει κάθε φορά που με κοιτάει στα μάτια και θυμάται τις στιγμές που ερχόταν από την δουλειά και εγώ τον περίμενα γεμάτος χαρά για να φάμε. Αφού τον είδα γύρισα την πλάτη μου και μου φώναξε να σκεπαστώ. Εκείνη την στιγμή ήθελα να τον πάρω αγκαλίτσα γιατί όλο το βράδυ με σκέπαζε με την λεπτή κουβέρτα ενώ αυτος στα πόδια του είχε ρίξει το παλτό του. Σκεπάστηκα λοιπόν και χωρίς πολλά πολλά περίμενα να έρθει το πρωί.                                                                                                                                       

       Θαυμάζω τον μπαμπα μου, νιώθω υπέροχα που ζω με εκείνον  και όχι με την μαμά μου. Που και που με αφήνει μόνο μου στο σπίτι και βγαίνει για να βρει δουλειά ή για να βρει κάτι να φάμε. Με αγαπάει πολύ και ας μην μου το λέει. Και εγω τον λατρεύω. Πολλές φορές έχω απορίες αλλά δεν μου απαντάει και λέει πάντα πως είμαι μικρός και πως δεν αξίζω να έχω τέτοια ζωή. Χθες πήγα και έκοψα 2 πορτοκάλια από το δέντρο και πήγα σπίτι τα καθάρισα, τα ακούμπησα σε ένα χαρτί και τα πήγα στον μπαμπά. Αμέσως μου χαμογέλασε και πήρε το ένα και το έφαγε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να κλείσω ούτε μια φορα τα μάτια μου. Στην συνέχεια μοιρασα το ένα που είχε μείνει αλλά δεν το ήθελε έτσι μου είπε. Πάντα αυτό μου λέει αλλά εγω ξέρω πως το θέλει γιατί ξέρω πως είναι να μην τρως για μέρες. Με έπιασε ένα τρέμουλο και έφυγα για μια βόλτα αφήνοντας πίσω ένα πορτοκαλι και έναν μπαμπα πεινασμενο…

          Σήμερα ξύπνησα γεμάτος χαρά αφού έχω τα γενέθλια μου. Σηκώνομαι και φωνάζω δυνατά μπαμπά μπαμπά 2 φορές και του λέω σήμερα κλείνω τα 7 μου. Πετούσα από την χαρά μου τόσο πολύ που φώναζα επί 10 λεπτά. Όταν ηρέμησα ο μπαμπάς με πήρε μια σφιχτή αγκαλίτσα και μου είπε ένα σωρό ευχες. Ημουν τόσο ενθουσιασμένος γιατι ηθελα να δω την μαμα με καμια νοστιμη τουρτα στο χερι ή με κανα δωρακι. Ολα τα παιδια κανουν παρτι γενεθλιων και καλουν τις φιλες και τους φιλους τους. Εγω δεν εχω φιλους αλλα εχω τον καλυτερο μπαμπα στον κοσμο για αυτο και θα του ζητησω να παμε να κατσουμε στην θαλασσα. Μολις του το ειπα συμφωνησε και βαλαμε τα σκισμενα μας παπουτσια και φυγαμε.

          Στον δρομο χαζευα τις βιτρίνες των ζαχαροπλαστειων και μου ετρεχαν τα σαλια, μακαρι να περναμε μια τουρτα  σημερα αλλα δεν εχουμε λεφτα. Ενα παιδακι περνουσε απο διπλα μου και εκλαιγε γιατι ηθελε να παει στο παρκο που ανοιξε, καθως τον χαζευα ξαφνικα πεταει με δυναμη το αρκουδακι του κατω και αμεσως ετρεξα να το παρω να του το δωσω και ως ανταλλαγμα να παρω ενα ευχαριστω και ενα χαμογελο. Δινω λοιπον το υπεροχο αυτο καφε αρκουδακι με πρασινα ματακια και με ρωτησε αν το θελω. Εκεινη την στιγμη δημιουργηθηκε ενα τεραστιο χαμογελο στο προσωπο μου και του ειπα ενα ευχαριστω και το πηρα μαζι μου. Ο μπαμπας φανηκε πολυ χαρουμενος που πηρα ενα δωρο σημερα. Ισως οχι απο εκεινον ή απο την μαμα αλλα τουλαχιστον πηρα κατι.

        Επιτελους φτασαμε στην θαλασσα. Κατσαμε στο παγκακι και ο μπαμπας μου ζητησε συγνωμη για την σημερινη μερα και πως θα φτιαξει την κατασταση πολυ γρηγορα. Του επιασα το χερι και του ειπα πως δεν πειραζει και πως οταν μεγαλωσω θα γινω ποδοσφαιριστης και πως δεν θα χρειαζεται να δουλευει. Αμεσως με κοιταξε με το αθωο του βλεμμα και με πηρα μια σφιχτη αγκαλια…

       Ειμαι πολυ τυχερος που εχω εναν τετοιο πατερα και ας μην εχω να φαω. Πιστευω στον μπαμπα μου και ξερω πως θα κανει τα παντα για να εχουμε μια καλυτερη ζωη και ας μην μου  λεει πολλα. Τον αγαπαω και θα ειμαι κοντα του οτι και αν γινει.

 

 

 

Όλα είναι καλά. Όλα είναι και θα είναι καλά. Κάθε τέτοια μέρα ,κάθε Πάσχα, σκεφτόταν το ίδιο πράγμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μαζί με τον γιο του βλέποντας τηλεόραση, σκεπτόμενος τον πατέρα του.

Μπαμπά τώρα πάει τελείωσε. Σε παρακαλώ ξεκουράσου πια. Καταλαβαίνω. Μην βασανίζεις άλλο το μυαλό σου. Δεν θα μπορούσα να σου θυμώσω ποτέ. Ούτε τότε ούτε τώρα. Πάντα έκανες το καλύτερο, το ξέρω. Δεν το ήθελες, κάνεις δεν το θέλει. Το θυμάμαι σαν χθες που σηκώθηκα και σε κοίταξα μέσα στην νύχτα και το μόνο που ήθελα ήταν λίγο φαΐ. Θυμάμαι που σηκώθηκα και πήγα στο τραπέζι αλλά εσύ άφαντος. Πουθενά. Άραγε που να είχες πάει εκείνη τη νύχτα. Ποτέ δεν έμαθα και πότε δεν θα μάθω μάλλον. Εκείνη τη νύχτα πολλά πέρασαν από το μυαλό μου. Τι ότι σε έκλεψαν, τι ότι κέρδισες το λαχείο και έφυγες, τι ότι είχες βρει φαγητό τόσο πολύ που δεν μπορούσες να το κουβαλήσεις και σιγά σιγά επέστρεφες ,με αυτές τις σκέψεις είχα αποκοιμηθεί. Το θυμάμαι καθαρά. Πόση φαντασία είχα. Σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Εκείνο το βράδυ είχα δει στον ύπνο μου εμάς. Εσένα, εμένα , την κυρία από το δίπλα σπίτι - αυτή δεν ξέρω γιατί - και ένα σπίτι μεγάλο. Ήμασταν στο σαλόνι ξαπλωμένοι σε έναν καναπέ. Γιατί πιο πριν είχαμε φάει του σκασμού. Γλυκά, αλμυρά απ’ όλα. Και τρώγαμε για μήνες μαζί , και με την κυρία από το διπλανό σπίτι. Τι χαζό όνειρο και αυτό… Τότε ευχόμουν να ήταν πραγματικότητα.

Αλλά σε παρακαλώ, μην ανησυχείς, όχι πια. Τώρα ξέρω. Τώρα καταλαβαίνω. Μην βασανίζεις άλλο το μυαλό σου. Για κάποιον λόγο έγιναν όλα. Και καλως. Γιατί τώρα με βλέπεις; Με βλέπεις. Τι ρωτάω και εγώ. Χωρίς αυτά δεν θα ήμουν ο ίδιος σήμερα. Τελικά , αν κάνεις το σκεφτεί ίσως ήταν ένα πολύτιμο μάθημα. Εξάλλου, όλα έφτιαξαν τελικά. Αυτός δεν ήταν ο σκοπός; 

Μπαμπά σ αγαπώ. Μην αμφιβάλεις σε αυτό. Τότε δεν ήξερα. Τότε ίσως θύμωνα που δεν είχα ούτε φαγητό. Τότε δεν καταλάβαινα. Όμως τώρα μπορώ. Τώρα νιώθω και εκτιμώ.

Οπότε σε παρακαλώ, φύγε τώρα, ξεκουράσου. Δεν θέλω να σε ξαναδώ γι αυτό. Μόνο για να περνάμε και πάλι καλά. Δίνε μου όνειρα καλά , όχι εφιάλτες. Δες το σαν να μου "ξεπληρώνεις"  αν το θες έτσι όλα αυτά- αν και δεν μου χρωστάς. Αλλά για σένα. Το μίσος έχει φύγει από πάνω μου. Πόσες φορές πρέπει να το πω. Το εννοώ πραγματικά. Τώρα φύγε , ξεκουράσου. Και έλα ξανά για να μιλήσουμε όπως παλιά. Μην βασανίζεσαι. Σ αγαπώ.

Σε συγχωρώ.

 

 

Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια, είναι ακόμα στις πιο ισχυρές αναμνήσεις μου. Κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνη την ημέρα, νιώθω ότι συναίσθημα είχα βιώσει τότε και ό, τι σκέψεις μου είχαν περάσει στο μυαλό. Δεν ήταν εύκολο. Καθόλου. Ένας πατέρας να μεγαλώνει το παιδί του άνεργος. Ακόμα και εγώ με δυο παιδιά και μια δουλειά ίσα ίσα τα βγάζω πέρα. Αλλά με αγαπούσε και με θαύμαζε. Το ήξερα. Ήμασταν στο κρεβάτι μου και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Κανένας νομίζω δεν μπορεί να κοιμηθεί νηστικός και αυτοί που το κάνουν είναι δυνατοί. Είχα τον πατέρα μου δίπλα μου. Αυτό μου έδινε ένα αίσθημα παρηγοριάς και ζεστασιάς ότι δεν ήμουν μόνος. Με κοιτούσε με ένα βλέμμα που ήξερα. Το βλέμμα ότι δεν μπορούσε να μου προσφέρει κάτι και δεν ήθελε να υποφέρω από την πείνα. Δεν άντεξα άλλο τότε και του είπα πως πρέπει να φάμε γιατί και αυτός φαινόταν κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Μου είπε πως ήταν νωρίς και ότι πρέπει να κοιμηθώ. Θα έφευγε να πάει κάπου δεν με ένοιαζε που τον εμπιστευόμουν αλλά αυτό που έδωσε χαρά ήταν όταν ξυπνήσω θα έβρισκα ένα τραπέζι γεμάτο φαγητό τόσο που θα φτάσει έως το Πάσχα. Τα λόγια του με χόρτασαν και κοιμήθηκα με ένα χαμόγελο. Όταν ξύπνησα δεν ήταν εκεί αλλά είχα ακόμα ελπίδα, πίστευα πως δυσκολευόταν να κουβαλήσει τόσο φαΐ. Όποτε πήρα ένα μαχαίρι και πιρούνι έστρωσα το τραπέζι και κάθισα. Πέρασε αρκετός χρόνος και σκέψεις με τριγύριζαν.

- Και εάν με άφησε;

-Δεν νομίζω αφού με αγαπάει έτσι δεν είναι;

-Ναι αλλά σου υποσχέθηκε ότι θα φέρει φαγητό για να χορτάσεις και όμως που είναι;

-Εε μάλλον θα είναι πολλά για να τα κουβαλήσει;

-Και εάν ήσουν κακό παιδί; Νομίζω κατάλαβε πως έσπασες το σερβίτσιο της γιαγιάς και το πέταξες.

- Δεν νομίζω - είπα πως με αγαπάει.

Δεν βγάζει λεφτά όπως ο μπαμπάς του Γιάννη, δεν μπορεί να σε μεγαλώσει, ούτε τον εαυτό του για αυτό έφυγε.

 Εκεί ήταν που με έπιασαν τα κλάματα. Έκλαιγα, έκλαιγα και κοιτούσα την πόρτα που θα πάει θα έρθει έτσι; Εκεί που σταμάταγα σιγά σιγά ανοίγει η πόρτα και έρχεται. Τρέχω και τον αγκαλιάζω με δάκρυα και του λέω δεν πειράζει που δεν έφερε τίποτα αρκεί που ήταν αυτός εκεί. Με αγκάλιασε και χαμογέλασε λίγο και μου είπε πως κάτι βρήκε. Έβγαλε από την τσέπη του μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα. Μάλλον είχε φάει την μισή αλλά δεν με ένοιαζε. Την μοίρασα στα δυο και του έδωσα το ένα κομμάτι. Με κοίταξε και καθίσαμε και την φάγαμε με δάκρυα στα μάτια.

 

 

Όχι! Δεν σου το δίνω! Είναι δικό μου! Δικό μου είναι αυτό το ντόνατ σου είπα! Άφησέ το! Η κακιά αλεπού προσπαθούσε να του πάρει το ντόνατ του μικρού. Εγώ το κέρδισα με την αξία μου από την ζαχαρονεράιδα! Πήγαινε πάρε το δικό σου, κακιά αλεπού! Ο μκρός το έσφιγγε τόσο δυνατά το ντόνατ. Δεν ήθελε με τίποτα να το δώσει στην αλεπού. Δεν θα το άφηνε ό,τι και να γινόταν. Εμένα δεν μου δίνει η ζαχαρονεράιδα τέτοια γλυκά! Τίποτα δεν μου δίνει! Το θέλω! Θα σου το πάρω! Τραβούσε και η αλεπού με όλη της τη δύναμη. Όχι σου είπα! Εσένα δεν σου δίνει επειδή είσαι κακιά! Αν συνεχίσεις να προσπαθεί να μου πάρεις το ντόνατ, ποτέ δε θα σου δώσει! Αυτή τη φορά έβαλε όλη του τη δύναμη και τράβηξε από τα χέρια της αλεπού. Ναι! Τα είχε καταφέρει! Είχε καταφέρει να το πάρει από την αλεπού. Μα πόσο χαιρόταν! Τώρα θα μπορούσε να φάει το ωραίο του ντόνατ με την ησυχία του!

Την άλλη στιγμή κοιτούσε τον πατέρα του. Όνειρο ήταν τελικά όλο. Και είχε χαρεί τόσο πολύ που είχε πια πάρει το ντόνατ. Δεν είχε προλάβει να το φάει ο καημένος. Μπαμπά; Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Πρέπει να φάμε κάτι. Γουργουρίζουν οι κοιλιές μας. Σήκωσε το κεφάλι του από το μαξιλάρι και κοίταξε γύρω του. Όντως ήταν όνειρο. Δεν μπορούσε να βρει πουθενά το ντόνατ του ούτε να δει κάπου την αλεπού. Κοιμήσου. Είναι νωρίς ακόμα. Ο πατέρας του του χαΐδεψε τα μαλλιά και του χαμογέλασε. Θα πάω έξω τώρα. Μ’ακούς; Δεν θέλω να φοβηθείς. Θα βγω έξω για λίγο. Κι όταν ξυπνήσεις θα ‘ναι το τραπέζι στρωμένο και θα τρώμε μέχρι την άλλη μέρα του Πάσχα. Σύμφωνοι; Κόλλα πέντε. Έκανε ‘κόλλα πέντε’ με τον πατέρα του. Έκλεισε τα μάτια του και γλείφτηκε. Πεινάω. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του και δεν είπε τίποτα άλλο.

Έλα εδώ κακιά αλεπού! Δώσε πίσω το ντόνατ μου τώρα! Έτρεχε πίσω από την αλεπού να πάρει το ντόνατ του. Μα άρχιζε να κουράζεται. Όχι! Δεν έπρεπε να τα παρατήσει! Πρέπει να το πάρει! Είναι δικό του! Εξάλου πεινούσε. Πονούσε η κοιλιά του. Πιάσε με αν μπορείς! Χαχα! Δικό μου είναι το ντόνατ τώρα πια! Η αλεπού έτρεχε όλο και πιο γρήγορα. Ωχ αυτή η κακιά αλεπού! Έπρεπε να ζητήσει βοήθεια. Βοήθεια! Βοήθησέ με ζαχαρονεράιδα! Η κακιά αλεπού μου πήρε το ντόνατ! Άκουσε την φωνή του η ζαχαρονεράιδα και εμφανίστηκε μπροστά του. Τι συνέβη καλό μου παιδί; Η κακιά αλεπού μου πήρε το ντόνατ που μου έδωσες! Σε παρακαλώ βοήθησέ με! Κι έτσι η νεράιδα έκανε τα μαγικά της με το μαγικό της ραβδί και σταμάτησε την αλεπού. Κακιά αλεπού! Για αυτό δεν σου δίνω ποτέ γλυκά εσένα! Ορίστε χρυσό μου παιδί. Ορίστε το ντόνατ σου. Τώρα το παιδί έτσι όπως έβλεπε την αλεπού την λυπόταν. Ας το κρατήσει το ντόνατ εκείνη. Ο πατέρας μου θα μου φέρει αργότερα κάτι να φάω. Κι έτσι τελικά έδωσε το ντόνατ του στην αλεπού. Σκέφτηκε πως για να του το έκλεψε πως κι εκείνη πεινούσε. Δεν ήθελα να πεινάει. Ήξερε πόσο άσχημο ήταν. Αλήθεια; Μπορώ να το πάρω; H αλεπού είχε σοκαριστεί. Ποτέ κανένας δεν της είχε δώσει να φάει. Μα η αλεπού δεν είναι κακιά; Γιατί της το δίνεις; Ακόμα και η ζαχαρονεράιδα είχε σοκαριστεί. Ναι. Ας το πάρει εκείνη. Ίσως να πεινάει πιο πολύ από εμένα. Εγώ μπορώ να περιμένω ακόμα λίγο. Κι έτσι το έδωσε στην αλεπού. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Είσαι πάρα πολύ καλός! Ελπίζω να φας κι εσύ σύντομα! Η αλεπού τους αποχαιρέτησε και έφυγε προς το δάσος. Τι καλό παιδί που είσαι! Θα σου δώσω άλλο ντόνατ! Ορίστε! Η νεράιδα δημιούργησε άλλο ένα ντόνατ. Αχ ευχαριστώ! Όντως πεινάω πολύ! Τι τυχερός που ήταν! Τελικά θα έτρωγε το ντόνατ που λαχταρούσε τόσο πολύ! Το έφαγε λοιπόν και δεν άφησε ούτε μια μπουκιά! Μήπως θα μπορούσα να έχω και ένα για τον πατέρα μου; Δεν είχε σκεφτεί να αφήσει το μισό για εκείνον. Πεινούσε τόσο πολύ που το έφαγε όλο χωρίς δεύτερη σκέψη. Μα φυσικά! Ορίστε! Η νεράιδα έκανε τα μαγικά της κι εμφανίστηκε άλλο ένα ντόνατ. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Ελπίζω να σε ξαναδώ!

Τι ωραία! Τώρα είχε φάει και είχε και μια έκπληξη και για τον πατέρα του. Αλλά το ντόνατ δεν ήταν πια στο χέρι του. Το χέρι του ήταν άδειο. Λες να το έφαγε καθώς επέστρεφε σπίτι; Μα αυτό ήταν για τον πατέρα του. Πάλι όνειρο θα ‘ταν. Άρα είχε ξυπνήσει. Ο πατέρας του είχε πει πως θα ήταν εδώ μέχι να ξυπνήσει. Μάλλον κάτι θα του έτυχε. Ίσως να αργεί επειδή έχει τόσα πολλά να αγοράσει! Εξάλλου δεν πεινούσε όσο πριν. Το ντόνατ τον είχε χορτάσει. Τώρα τι να κάνει. Θα περιμένει τον πατέρα του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο να πλύνει το πρόσωπό του. Έβαλε τις παντόφλες του για να μην πατήσει το κρύο πάτωμα. Πήγε στο μπάνιο και έπλυνε το πρόσωπό του λοιπόν.

Καθόταν πάνω στο κρεβάτι και δεν ήξερε τι να κάνει. Βαριόταν μόνος του. Είχε μόνο έναν φίλο να του κάνει παρέα. Τον κύριο Αρκούδο! Ο κύριος Αρκούδος ήταν ο καλύτερος του φίλος! Ήταν πάντα δίπλα του! Δεν φοβόταν όταν δεν ήταν μαζί του ο πατέρας του. Έπαιζε με τον κύριο Αρκούδο καθώς περίμενε τον πατέρα του. Ο κύριος Αρκούδος ήταν χοντρούλης. Φαίνεται αυτός και η αρκουδοοικογένειά του είχαν αρκετά να φάνε. Αχ τον ζήλευε λιγάκι. Πόσο θα ήθελε να τρώει κι εκείνος πολλά γλυκά! Και τώρα που ήταν Πάσχα! Σοκολατένια αυγά! Τα φανταζόταν και του έτρεχαν τα σάλια. Ο μπαμπάς αργεί. Πήγε στο παράθυρο. Πήρε μαζί του και τον κύριο Αρκούδο.

Καθόταν μπροστά από το παράθυρο και έπαιζε με την ανάσα του στο τζάμι. Χαα. Επαιρνε μεγάλη αναπνοή και την έδινε όλη στο τζάμι. Ζωγράφιζε διάφορα. Είχε ζωγραφίσει ένα τραπέζι με φαγητά και γλυκά, τον πατέρα του να κάθεται στην μια άκρη, δίπλα τον εαυτό του και πιο δίπλα τον κύριο Αρκούδο. Φυσικα στην άκρη είχε ζωγραφίσει και ένα μεγάλο αυγό κίντερ. Τόσο μεγάλο που θα μπορούσε να μπει μέσα του. Το ωραίο που θα ήταν! Σοκολατένιο σπίτι! Θα ζούσαν με τον πατέρα του εκεί και θα έτρωγαν όποτε ήθελαν! Και φυσικά θα έπαιρναν και τον κύριο Αρκούδο μαζί τους.

Κοιτούσε έξω από το παράθυρο να δει τον πατέρα του. Πουθενά. Πουθενά δεν τον έβλεπε. Είχε πια νυχτώσει κι ακόμα να έρθει. Νύσταζε ο καημένος και πεινούσε τώρα. Ένιωθε λες και του μιλούσε οι κοιλιά του. Λες και του έλεγε τάισε με, τάισε με. Γρήγορα ζωγράφισε στο παράθυρο ένα τσουρέκι με σοκολάτα. Φαντάστηκε να το τρώει. Τώρα οι κοιλιά του πονούσε λιγότερο.

Τα μάτια του ένιωθε να τον βαρύνουν Όχι δεν θα κοιμηθώ πριν έρθει ο μπαμπάς. Αλλά τα μάτια του δεν συνεργάζονταν. Έβλεπε τα φώτα έξω από το παράθυρο. Πολλά φώτα. Όλα άρχισαν να σβήνουν σιγά σιγά. Μέχρι που δεν έμεινε κανέναν αναμμένο φως.

 

 

Ο μπαμπάς μου είναι ένας καλός άνθρωπος. Μπορεί και από τους καλύτερους. Γνωρίζω πολύ καλά οτι προσπαθεί για το καλύτερο για μένα αν και είναι άνεργος εδω και για κάμποσο καιρό. Όμως τα βγάζουμε περα και μονοι μας παρ’ολο που δεν ειναι η μαμά και η αδερφη μου μαζι μας.Το περασμενο Πασχα ηταν πολυ στενοχωριμενος και άργησε να γυρίσει στο σπιτι. Μάλλον ηταν επειδη η αδερφη μου «ξέχασε» πως θα συναντιόταν με τον μπαμπα μου. Ή αλλιώς αυτο ειναι που προτιμουσε να μου πει αντι να ξερω οτι η ιδια δεν ειχε ποτε την διαθεση να τον συναντησει.

Εκεινη την ημερα ανησυχησα τοσο πολυ που σκεφτηκα να βγω εξω και να τον ψαξω μονος μου. Ομως γνωριζα πολυ καλα πως δεν θα ηταν κατι που θα ηθελε να κανω. Και ετσι εμεινα σπιτι ωσπου ακουσα το ανοιγμα της εξωπορτας του σπιτιου μας. Ηταν βραδυ και μολις ειχα ξυπνησει απο τον υπνο μου. Τον ειχα ρωτησει γιατι αργησε να γυρισει τοσο πολυ και απλα μου εδωσε μια μισοφαγωμενη τυροπιτα. Νομιζω πως την ειχε βρει καπου απ’εξω ομως δεν ηθελα να τον στενοχωρήσω κι αλλο και γι’αυτο χωρις να πω κουβεντα εφαγα την τυροπιτα. …

 

 

 


Ένα βράδυ όπως όλα τα βράδια, ξύπνησα από τον ήχο που έκανε η κοιλιά μου επειδή είχα να φάω μέρες. Αμέσως ξύπνησα τον μπαμπά μου που κοιμόταν δίπλα μου και του είπα ότι πεινάω πολύ! Εκείνος με χάιδεψε και μου είπε να μην ανησυχώ και ότι το τραπέζι μας το Πάσχα θα είναι γεμάτο με πολλά φαγητά που μου άρεσαν! ‘Έτσι και εγώ γύρισα πλευρό και με ξαναπήρε ο ύπνος.  ονειρεύοντας αυτό το τραπέζι που μου έταξε ο μπαμπάς μου. Η αγωνία μου ήταν τόσο μεγάλη και σε συνδυασμό τον ήχο της κοιλιάς μου δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ.

Περνούσαν οι ώρες και ο μπαμπάς μου δεν είχε έρθει! Δεν μπορώ να πω -  ανησυχούσα για εκείνον διότι ο κόσμος εκεί έξω είναι επικίνδυνος. Ο μπαμπάς μου όμως μου έχει μάθει να περιμένω! Έτσι έκανα και εκείνη την ώρα…. Όση ώρα περίμενα να έρθει καθόμουν στο τραπέζι και σκεφτόμουν τι θα ήθελα να φέρει ο μπαμπάς να φάμε. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την στιγμή ακόμα και με ένα πιάτο φασολάδα θα ήμουν το πιο χαρούμενο παιδί! Αλλά αυτό που ήθελα να φέρει ο μπαμπάς, ήταν ένα κίντερ αυγό! Όχι τα μεγάλα, ένα μικρό ίσα ίσα να θυμηθώ τί γεύση έχει η σοκολάτα. Μόνο αυτό μπορούσα να ονειρευτώ εκείνη την στιγμή!

Περνούσαν οι ώρες και ο μπαμπάς δεν εμφανιζόταν, και οι ελπίδες μου για ένα διαφορετικό Πάσχα λιγοστεύουν, ενώ ο ήχος της κοιλίας μου γινόταν όλο και πιο δυνατός. Είχα πειστεί ότι ο μπαμπάς δεν θα γυρίσει και ανησυχούσα πολύ για αυτόν… φοβόμουν μήπως είχε πάθει κάτι….

 

 

 

Ήταν, πρωί όταν ξύπνησα. Πεινούσα τόσο πολύ, που πετάχτηκα αμέσως από το κρεβάτι για να πάω στην τραπεζαρία να φάμε το πλούσιο γεύμα που μου υποσχέθηκε ο πατέρας μου, πως θα είχε ετοιμάσει.  Ενώ, ήμουν έτοιμος να ανοίξω την πόρτα του δωματίου για να πάω στην τραπεζαρία, κατάλαβα πως κάτι πήγαινε στραβά. Υπήρχε απόλυτη ησυχία στο περιβάλλον του σπιτιού μου, σαν να μην ήταν κανείς, εκτός από εμένα. Αφού έφτασα εκεί, δεν πίστευα στα μάτια μου. Το τραπέζι, δεν είχε τίποτα πάνω του, εκτός από κάτι υπολείμματα σπανακόπιτας που μας είχε κεράσει ο φούρναρης, την προηγούμενη μέρα. Αμέσως, άρχισα να αναζητώ στο σπίτι τον πατέρα μου, με την ελπίδα πως κάπου έχει κρυφτεί και πως μου έκανε κάποιου είδους φάρσα. Μετά από λίγο, κατάλαβα πως δεν είχε γυρίσει από τότε που μου είπε πως θα έβγαινε έξω για να φέρει φαγητό στο σπίτι. Έτσι, αποφάσισα να κάτσω στην πολυθρόνα, να διαβάσω μια ξεχασμένη και παλιά εφημερίδα που βρισκόταν στην άκρη του τραπεζιού, μέχρι να έρθει.

  Πέρασαν πολλές ώρες και ο πατέρας μου δεν είχε έρθει. Εν τω μεταξύ η πείνα δεν είχε φύγει και η επιθυμία να φάω κάτι, όλο και αυξανόταν. Αχ να είχα ένα λαχταριστό σοκολατένιο τσουρέκι και μια κατσαρόλα γεμάτη με μακαρόνια με κιμά, που είναι τα αγαπημένα, εμένα και του πατέρα μου! Οι ώρες περνούσαν και έξω είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Άρχισα να ανησυχώ πολύ, διότι ο πατέρας μου δεν είχε εμφανιστεί. Άσχημες σκέψεις αρχίσαν να κυριεύουν το μυαλό υποθέτοντας πως κάτι κακό είχε συμβεί. Που είναι ο πατέρας μου; Γιατί έχει αργήσει; Είναι καλά; Τέτοιες και άλλες πολλές ερωτήσεις μου είχαν δημιουργηθεί, ώσπου σιγά σιγά άρχισα να νυστάζω.

  Μεσάνυχτα πια, καθώς κοιμόμουν, ξύπνησα ξαφνικά από τον ήχο των κλειδιών της κεντρικής πόρτας του σπιτιού μου. Ήταν ο πατέρας μου. Σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ψιθύριζε στα χείλη του πως ήταν ένας αποτυχημένος. Έκανε κίνηση να μου προσφέρει μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα, εξηγώντας μου πως αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να μου προσφέρει. Τότε εγώ από την μεριά μου, προσπάθησα να τον παρηγορήσω, λέγοντας του να μην στεναχωριέται και πως χαιρόμουν που ήταν κοντά μου και είμασταν και οι δυο καλά. Όσον αφορά το φαγητό του διευκρίνισα πως θα βρίσκαμε μια λύση. Από τότε, κατάλαβα πόσο σπουδαίο πατέρα είχα και για αυτό χαιρόμουν και τον θαύμαζα πολύ, διότι γνώριζα πόσο σκληρά προσπαθούσε για να έχουμε ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι, ενώ επίσης, έπαψα να παραπονιέμαι για το αν πεινούσα η όχι.     


 

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ: Ρωσία, Μόσχα, Νικολάι - Αναδιήγηση της ιστορίας

Καλή χρονιά αγαπημένοι μας φίλοι! Πρώτη ανάρτηση της νέας χρονιάς και ιδου οι δημιουργικές εργασίες των μαθητών του Γ5 και Γ7! Με τα παιδιά έχουμε ξεκινήσει και μελετάμε παρέα το βιβλίο της Ελένης Κατσαμά "Κοσμοδρόμιο" . Το βιβλίο το είχαμε εντάξει στη ζώνη της φιλαναγνωσίας και θα το διαβάζαμε υπό κανονικές συνθήκες στο Β Τετράμηνο. Αλλά οι ανατροπές στη διδασκαλία με την τηλεκπαίδευση μας έκαναν ξεκινήσουμε νωρίτερα τη μελέτη των διηγημάτων, τη συζήτηση των θεμάτων που αγγίζει καθένα από αυτά καθώς και τη δημιουργία πρωτότυπων εργασιών από τους μαθητές.


Το πρώτο διήγημα με το οποίο ασχοληθήκαμε είναι αυτό με τον τίτλο Νικολάι και αφορά το φαινόμενο του νεοναζισμού στη Ρωσία.

Το διήγημα μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ. Αφού συζητήσαμε με τους μαθητές το θέμα του νεοναζισμού, που αναδεικνύεται πολύ έντονα από τη δυναμική αλλά συγχρόνως ευαίσθητη γραφή της κ.Κατσαμά,  και τα παιδιά απάντησαν σε μια σειρά ερωτημάτων χωρισμένα σε ομάδες,έπειτα κατέθεσαν και ατομικές γραπτές εργασίες. Η ατομική τους εργασία ήταν να αναδιηγηθούν την ιστορία υιοθετώντας το ρόλο του θύματος. Ήταν ελεύθερα να διηγηθούν την ιστορία είτε ως μια εξομολόγηση στο ημερολόγιο τους είτε γράφοντας ένα δικό τους μικρό διήγημα και μπορώ να πω ότι τα κατάφεραν περίφημα. Οι εργασίες τους έγιναν τις πρώτες εβδομάδες της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και δημοσιεύονται τώρα. Αξίζει τον κόπο , αφού διαβάσετε πρώτα το διήγημα, να δείτε και τις ιστορίες των μαθητών μας εδώ!


Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

"Ο πυροβάτης των αστεριών" - Οι μαθητές γράφουν το δικό τους τέλος στην ιστορία


 Creative Writing | eDynamic Learning
Η λογοτεχνία στο σχολείο είναι περίεργη υπόθεση, αφού η διδασκαλία της περιορίζεται στην επεξεργασία λογοτεχνικών αποσπασμάτων και όχι στην μελέτη ενός λογοτεχνικού έργου. Τα τελευταία χρόνια η φιλαναγνωσία μας λύνει τα χέρια , αφού μπορούμε να διδάξουμε ολόκληρο λογοτεχνικό βιβλίο. Η ελευθερία αυτή έχει πολλά παράπλευρα οφέλη: την εξοικείωση των μαθητών με τα διάφορα λογοτεχνικά είδη- διήγημα, μυθιστόρημα, νουβέλα κτλ- την ανακάλυψη από μέρους τους ότι το διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων μπορεί να είναι απολαυστικό και όχι κάτι βαρετό και ανούσιο, αλλά και την επαφή τους με συγγραφείς και τη δυνατότητα να δουλέψουν ατομικά και ομαδικά και να παρουσιάσουν εργασίες για τα βιβλία που διαβάζουν με ένα διαφορετικό τρόπο, πιο δημιουργικό, πιο ελεύθερο . Σε συνέχεια , λοιπόν, προηγούμενης ανάρτησης για το βιβλίο «Ο πυροβάτης των αστεριών» σας παρουσιάζουμε σήμερα μια σειρά από δημιουργικές εργασίες. (σ.σ. όλες οι εργασίες έγιναν την περίοδο της καραντίνας και στάλθηκαν είτε στην ηλεκτρονική τάξη, είτε στο προσωπικό μου μέιλ, είτε μέσω του wiki, ή με χρήση των κοινωνικών δικτύων. )

Δεκατρείς  διαφορετικές ιστορίες, δεκατρείς διαφορετικές απόψεις για το πώς θα μπορούσε να τελειώνει το βιβλίο  «Ο πυροβάτης των αστεριών» και  ένα κεφάλαιο – σφήνα στην εξέλιξη της υπόθεσης. Οι μαθητές του Β 5 και Β7 έκλεψαν τη θέση του Θοδωρή Κούκια, μπήκαν για λίγο στα παπούτσια του, όπως λένε και οι Αγγλόσάξονες φίλοι μας, έβαλαν τη φαντασία τους να δουλέψει και παρέδωσαν πολύ όμορφες ιστορίες, που δένουν με την υπόθεση του βιβλίου. Βέβαια, εδώ θα μπορούσε ίδιος ο συγγραφέας να μας πει αν τα κατάφεραν τα παιδιά και μπόρεσαν να κάνουν δικό τους το βιβλίο και να μπουν στη θέση του βασικού ήρωα , του Τίτου. Απολαύστε τις ιστορίες τους!






Jail - Meme by Papercuts87 :) Memedroid


                                    Το τέλος της αθωότητας

      Μετά τον χωρισμό μου με την Αφρούλα , συνέχισα την πορεία μου προς την πλατεία Ειρήνης ...
Καθώς προχωρούσα ,μία σκοτεινή μορφή στάθηκε μπρος μου, φορούσε ένα καπέλο σαν εκείνο του Τσάρλι Τσάπλιν και μία μαύρη καμπαρντίνα όπως στις ταινίες με την μαφία... Ήθελα να αποφύγω τον διάλογο μαζί του ,αλλά έτσι όπως πήγα να τον προσπεράσω , μου πέταξε κάτι σαν “Ψιτ ,μικρέ;”
, απ' όσο καταλάβατε γύρισα την πλάτη μου και τον είδα να κρατάει τι; Σωστά , οτιδήποτε χρειάζεται η ψυχή σου για να χαλαρώσεις, ή , με απλά λόγια διαφόρων ειδών ναρκωτικά ...

                    Έλα φίλε, ό,τι τραβάει η ψυχή σου εδώ το έχω ...
                   Όχι , δεν θα πάρω. ( Είπα με διστακτική φωνή.)
                   Έλα ρε μην είσαι φλώρος , τουλάχιστον χασίσι ...
                   Είπα όχι! Μην γίνεστε σπαστικός.
                   Σου τα δίνω  ΌΛΑ στη μισή τιμή! Άλλοι στην θέση σου θα χαιρόντουσαν...


      Τι νομίζετε πως έκανα : 
Α) Αγόρασα τα ναρκωτικά.  
Β) Το έβαλα στα πόδια.
Γ) Κάλεσα την αστυνομία.     
Δ) Του πρότεινα να τα δοκιμάσουμε μαζί.

       Όσοι απάντησαν το Α είναι λάθος διότι δεν έχω λεφτά, όσοι απάντησαν το Β είναι πάλι λάθος επειδή φοβόμουν μην με κυνηγήσει , όσοι διάλεξαν το Γ είναι για τρίτη φορά λάθος . Νομίζω όλοι σας καταλάβατε πως διάλεξα το , κανένα , επειδή ,ούτε που πρόλαβα να πάρω την απόφαση και ακούστηκε η σειρήνα της αστυνομίας...
       Ο drug dealer αμέσως πέταξε ότι κρατούσε και το έβαλε στα πόδια ... Ύστερα το όχημα με πλησίασε και αντίκρισα τους παλιούς καλούς ηλίθιους μπάτσους που συνέλαβαν τον Σαμίρ.... Με λίγα λόγια ήμουν πάλι σε πολύ  f*cked up κατάσταση, διότι οι μπάτσοι αυτοί δεν έλεγαν να με αφήσουν στην ησυχία μου. Όπως καταλάβατε η κατάσταση μου ,δεν ήταν και από τις πιο αξιοζήλευτες....

                   Τι κάνεις εσύ εδώ; (Είπε ο ένας από αυτούς.)
                   Κύριε, εγώ απλά...
                   Χμμ... Τι είναι αυτό εκεί; (έσκυψε και έπιασε το σακουλάκι με την ουσία του παραδείσου.)
                   Κύριε δεν είναι δικό μου. Ένας dealer μου το πρότεινε πριν λίγο αλλά μόλις σας άκουσε να έρχεστε την έκανε από 'δω...
                   Ναι καλά , σε ποιόν τα πουλάς αυτά μικρέ;
                   Τίποτα δεν σας πουλάω , ότι είπα τώρα είναι αλήθεια.
                   Χέρια ψηλά! (Είπε βγάζοντας το πιστόλι και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου...)
                   Φέρε τα χέρια ! ( Είπε και μου έβαλε χειροπέδες!)

    Εγώ προσπάθησα να δικαιολογηθώ αλλά μάταια...Με έβαλε με το ζόρι στο αμάξι και κατευθυνθήκαμε προς το τμήμα. Οι τυπάδες έλεγαν με την σειρά, διάφορες ηλίθιες ιστορίες σχετικές με τα κατορθώματά τους όσον αφορά το όμορφο φύλο... Όπως πάντα εγώ ντρεπόμουν που κάθομαι στο ίδιο αυτοκίνητο με αυτούς τους δύο, διότι , αυτά που έλεγαν ήταν τόσο άκυρα που το μόνο που μου έφερναν ήταν ένα πλατύ χαμόγελο...
    Φτάνοντας στο λημέρι του Σατανά του ίδιου, άρχισα να αγχώνομαι όλο και περισσότερο. Οι αστυνομικοί με σήκωσαν από την θέση μου και με κουβάλησαν μέσα, ένα κελί με πλήθος ατόμων από τις γειτονικές χώρες των Βαλκανίων και τις Μικράς Ασίας με περίμενε με ανυπομονησία... Εκεί μέσα ,σε αυτό το πανέμορφο σημείο του πλανήτη μας , συνάντησα τον Σαμίρ...     
     Κάτσαμε, και μέσα σε δύο ώρες σχεδιάσαμε το πως θα δραπετεύσουμε... Ο Σαμίρ θα έβαζε τον φύλακα μέσα στο κελί με κάποια δικαιολογία π.χ πονόκοιλος . Καθώς εγώ ,θα τον χτυπούσα στο κεφάλι με την καρέκλα , μετά θα του παίρναμε το κλειδί από το κελί και θα δραπετεύαμε...Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα , πολύ μικρό, όσο πατάει η γάτα μου και ο ελέφαντας μαζί, δεν είχαμε καρέκλα και ο φύλακας δεν κουβαλούσε κλειδί πάνω του, αλλά το είχε τοποθετημένο στο τραπέζι που βρισκόταν 3 μέτρα μακριά μας...
      Μετά από 5 λεπτά μία γνώριμη φωνή ακούστηκε στα αυτιά μου. Ήταν η Αφρούλα , η οποία ''λάδωσε'' τον φύλακα και με άφησε να βγω . Ο Σαμίρ έμεινε εκεί διότι τα λεφτά της Αφρούλας δεν έφταναν και για τους δύο μας. Εγώ ως πιστός φίλος του υποσχέθηκα πως θα τον απελευθερώσω ...
      Χαιρετήθηκα με την Αφρούλα για δεύτερη φορά και την ευχαρίστησα για την συνεισφορά της στο έργο μου... Εκείνη φάνηκε να χάρηκε, και με συνόδεψε με ένα όμορφο κοφτό χαμόγελο ως την Πλατεία Ειρήνης...

Εμίρ Πασσαλής, Β5
                       



rejection Memes & GIFs - Imgflip


                                     The Fundamentals of Caring

...Στόχος πέμπτος: Να καταγγείλω την Αρχιμήδεια Σπείρα.
          Η σημερινή μέρα, είναι η αλήθεια,  με είχε βρει καταπονημένο. Όλες οι κλειδώσεις μου ούρλιαζαν για τα χθεσινοβραδινά μου καμώματα, μα...ήμουν ευτυχισμένος. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω και εγώ κάτι για μένα μα και για άλλους. Πρώτη φορά στη ζωή μου είχα ένα σχέδιο. Πρώτη φορά είχα...ζωή.
          Με μια κίνηση που θα θαύμαζα με κρυφή ζήλεια αν την έκανε άλλος, άρπαξα το γατί που κινδύνευε.  Είχα βρει μια τόλμη που είχε αρχίσει να με φοβίζει. OMG και τρία LOL, από πού στο καλό αντλούσα αυτή τη σιγουριά; Πρέπει και το γατάκι να ξαφνιάστηκε, γιατί αντί να προσπαθήσει να αμυνθεί, έστω να με γρατζουνίσει λίγο, κάτι, αυτό, ενώ καρδιοχτυπούσε ολοφάνερα, κούρνιασε υποταχτικά στην αγκαλιά μου. Ίσως να ήμουν ερωτευμένος. Όχι με το γατί, φυσικά. Με τη Ρούσα. Όχι, όχι, δεν ήμουν καν του κύκλου της. Εκείνη έπαιζε μπάλα σε άλλο γήπεδο. Κι όμως...σήκωσα το τηλέφωνο και πληκτρολόγησα το νούμερό της και...μου είπε το μεγάλο ΝΑΙ. Το απόγευμα θα συναντιόμασταν στο στέκι της, μια καφετέρια απέναντι από το “σχολείο” μου. Ώστε, ήθελε να βρεθούμε στο στέκι της, δεν την ένοιαζε να μας δουν μαζί. Θα της τα ζητούσα, ω ναι, θα το τολμούσα τώρα, πριν προλάβει να με βάλει στο Friend zone γιατί μετά...μετά δεν βγαίνεις από εκεί, μακάρι να χτυπιέσαι κάτω και να βγάζεις σαπουνάδες όπως το χταπόδι, μόλις το έχει βγάλει ο ψαράς και το τρίβει πάνω στα βράχια.
          Το μεσημεράκι θα πάω να στηθώ έξω από το Δημαρχείο και θα απειλήσω τον Δήμαρχο με απεργία πείνας στην ανάγκη αν δεν με ακούσει για όσα πραγματικά γίνονται στους δρόμους τα βράδια. Μετά θα πάω στον Σαμίρ, να του πω τα νέα. Ελπίζω να τον βρω… Το απόγευμα, πριν την πρώτη φορά που θα πω το...κλισέ για κάποιους άλλους...”Θες να τα φτιάξουμε;” και πριν την πρώτη αχνιστή...χυλόπιτα, θα πάω το γατάκι στο νέο του σπιτικό. Το βράδυ...Χμμμ...το βράδυ, αν δεν έχω φάει την αναμενόμενη χυλόπιτα, θα πάω με το – ας το πω μια φορά από μέσα μου, δεν βαριέσαι, δεν με ακούει κανείς- κορίτσι μου, να δούμε τη νέα μας φίλη στο νοσοκομείο. Αν όμως την έχω φάει την...αχνιστή, τότε θα πάω μοναχός. Διόρθωση… Θα πάω με τη Ρούσα και πάλι. Δεν είμαστε για μεγάλες αποστάσεις, είπαμε. Με τη βέσπα άλλωστε, θα φτάσω γρηγορότερα στην Ηλέκτρα και πού ξέρεις...μπορεί κάποτε να μου πει το ΝΑΙ. Καλέ η Ρούσα, όχι η Ηλέκτρα.  Dum spiro spero, δεν λέει η Λατινική ρήση; Και τώρα; Τώρα…
“Ναι, καλημέρα σας, Χαμόγελο του παιδιού εκεί; Θα ήθελα να κάνω μια καταγγελία για κακοποίηση ανηλίκου και θα ήθελα να με καθοδηγήσετε.”

Γιάννης Παναγιωταράκης, Β5



 girl kissing boy Memes & GIFs - Imgflip

  

The Spectacular Now


Όταν η Ηλέκτρα έπεσε κάτω έχασα την γη  κάτω από τα πόδια μου . Η Ρούσα είχε πανικοβληθεί  και εγώ μαζί της, αλλά ήθελα να δείχνω  γενναίος  και ψύχραιμος ,άσε που αν  τρόμαζα πολύ θα γινόμουν ρεζίλι στο κορίτσι. Παρόλα αυτά είπα στην  Ρούσα :                            
-Να πάρουμε αμέσως το 166.
- Ποιο 166;  Μέχρι να έρθει αυτό η Ήλεκτρα θα έχει πάει στον άλλο  κόσμο.’Ασε θα την πάμε στο νοσοκομείο  με το μηχανάκι.                                                                                                                                            
Συμφώνησα και εγώ και μπήκαμε τρικάβαλο. Ευτυχώς η Ήλεκτρα ήταν πολύ λεπτή και χωρέσαμε, γιατί αλλιώς θα πήγαινα στο νοσοκομείο με τα πόδια  .Όταν φτάσαμε,  τρέξαμε αμέσως να βρούμε ένα γιατρό.Και εμείς φωνάζαμε όπως σε κάθε ταινία του Hollywood  ίδιας περίστασης «Έναν γιατρό» . Ευτυχώς  βρήκαμε έναν κύριο με μια άσπρη  ρόμπα και τον ρωτήσαμε .
-Γεια σας. Μήπως είστε γιατρός ;
- Ναι τι θέλετε; Συμβαίνει κάτι;
- Να εδώ η κυρία  λιποθύμησε. Δ εν φαίνεται να είναι και πολύ καλά ,έχει χάσει τις αισθήσεις τις.
- Ωραία ,παρακαλώ ακολουθείσθε με από εδώ για να την εξετάσουμε. Μπορεί η κατάσταση της να είναι όντως σοβαρή.
Αφού αφήσαμε την Ηλέκτρα στα χεριά της επιστήμης ,  δεν είχαμε τίποτα άλλο από να περιμένουμε τα νέα των γιατρών. Αυτό ήταν ένας τρόπος να πλησιάσω την Ρούσα.  Έτσι σκέφτηκα να αρχίσω με το κλασικό .
-Τι μέρα και αυτή ,ε; της λέω.
-Ναι  ,ποιος θα το περίμενε και αυτό;,  μου λέει
-Ποιο από όλα;,   την ρωτώ.
-Το ότι έγινε αυτό που έγινε και που γνώρισα εσένα ,  μου απαντά.
Και εκεί που μετά από  δυο κουβεντούλες ακόμα θα ερχόταν το καλό, μπαπ  ο γιατρός.
-Γιατρέ τι έγινε θα γίνει καλά η Ηλέκτρα ;,  τον ρώτησε η Ρούσα.
- Ναι η Ηλέκτρα έχει  βρει πάλι τις αισθήσεις τις ,  αλλά θα χρειαστεί  πολύ καιρό για να γίνει εντελώς καλά .
-Γιατί  γιατρέ τι έχει η Ηλέκτρα  ;
- Νευρική ανορεξία και  απ’  ότι  κατάλαβα μας είπε ότι είχε περάσει έναν δύσκολο χωρισμό και  από την λύπη  της είχε να φάει κανονικές δόσεις φαγητού από τότε ,δηλαδή δυο χρόνια . 
Καλά, εγώ ξέρω ότι οι γυναίκες όταν χωρίζουν παίζει να τρώνε  περίπου  από δυο κιλά σοκολάτα και παγωτό την ημέρα, αυτή γιατί κάνει εντελώς το αντίθετο ;  Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο  στον εαυτό της ; Τέλος πάντων . Έπειτα ,αφού  μάθαμε τα νέα και μου έδεσαν και το χέρι  προχωρήσαμε προς το  μηχανάκι, ανεβήκαμε και πήγαμε προς το σπίτι. Όσο πιο κοντά φτάναμε στο σπίτι τόσο και πιο πολύ με κυρίευε και ο φόβος   για το τι θα γίνει .
-ΟΚ , φτάσαμε .Της είπα .
-Εδώ είμαστε. Πάντως να ξέρεις  πέρασα  ωραία  παρόλο που ήταν σκέτη ταλαιπωρία αυτό το πράγμα , και ξέρεις γιατί  ; Γιατί ήσουν και εσύ το όμορφο παιδί  με της φακίδες .Αντίο Τίτο , και με φιλά στο στόμα   , ότι καλύτερο.
-Στάσου. Πότε θα τα ξαναπούμε ;
-Σύντομα.
Το άκουσες φίλε;;; Είπε σύντομα, yes.
Αφού έγινε και αυτό προχώρησα προς την πολυκατοικία,  σήκωσα το χέρι μου που τρεμόπαιζε   την ώρα που πήγανα πατήσω το κουδούνι .  Το πάτησα και ο αδελφός μου κατέβηκε κάτω για να δει αν είμαι εγώ .
-Που είσαι ρε; Μας θυμήθηκες και ήρθες να μας πεις ένα γεια; Πλάκα σου κάνω ρε έλα πάνω. 
-Η μαμά είναι θυμωμένη;
-Ουυυυυυ.
Ξεροκαταπίνω λίγο και χτυπάω  την  πόρτα. Ανοίγει η μαμά την πόρτα και.
-Τίτο μου ! ! Καλά τι « μου» ήταν αυτό; Την παντόφλα περίμενα εγώ,  τι έγινε; Τι κάνατε στην μητέρα μου; Πάντως να πω την αλήθεια είμαι πολύ  κωλόφαρδος τελικά.
- Πού ήσουν; Τι έπαθε το χέρι σου πάλι ;
-Άστο μάνα ! Μεγάλη ιστορία. Θα χρειαστεί ένα ολόκληρο βιβλίο  αυτή η περιπέτεια !
Γιώργος Χανόπουλος, Β7




 Can we be friends again?

Αποκάλυψη τώρα
-Τη σκότωσα;Τι συνέβη;, συλλάβισα. 

-Λιποθύμησε,  είπε η Ρούσα τσεκάροντας τον σφυγμό της.

-Ευτυχώς,  είπα εκπνέοντας μια ανάσα ανακούφισης.

Έγιναν όσα έγιναν σήμερα αλλά δεν θα σκοτώσω και άνθρωπο, παρά πάει .

-Πάρε τον αριθμό ...σταμάτησε αυτό που έλεγε.

Κοιτούσε από πίσω μου. Γυρνάω και τότε τον βλέπω τον προδότη, τον ψευτοκολλητό, τον Άλκη. Ήταν μόνος του.

-Ποιος είσαι εσύ;>> ρωτάει η insta-queen εντυπωσιασμένη μη γνωρίζοντας ποιος είναι.

-Δεν έχουμε χρόνο για αυτά, σε τι κατάσταση βρίσκεται; ρώτησε ο προδότης.

-Από ότι φαίνεται έχει λιποθυμήσει, απαντάει η Ρούσα.

-Πρέπει να την πάμε γρήγορα στο νοσοκομείο, ακολουθήστε με ξέρω πως θα κόψουμε δρόμο! είπε, την έβαλε στο μηχανάκι του και το έβαλε μπρος.

Τον ακολουθήσαμε από πίσω με την βέσπα της Ρούσας.

-Και πως μπορούμε να τον εμπιστευτούμε, μπορεί να μας έχει στήσει καμία παγίδα,  μου ψιθυρίζει η Ρούσα.

-Απλά εμπιστευτείτε με,θα σας εξηγήσω πιο μετά, απάντησε ο Άλκης κρατώντας με το ένα χέρι την Ηλέκτρα για να μην πέσει και με το άλλο το τιμόνι.

Συγνώμη μας τελείωσε η εμπιστοσύνη μετά από την πισώπλατη μαχαιριά. Έχει γούστο να έγινε καλός ο Άλκης...μπα είπαμε θαύματα δεν γίνονται. Τότε ποιο είναι το ύπουλο σχέδιο του...θα το μάθουμε σε λίγο. Πηγαίναμε προς το νοσοκομείο, μέχρι που φτάσαμε. Ο Άλκης έτρεξε μέσα στο νοσοκομείο κρατώντας τη θεά, αψηφώντας τον νόμο της βαρύτητας και προσπερνώντας κάθε γιατρό που έμπαινε στον δρόμο του. Ήταν σαν να έπαιζε ράγκμπι και η Ηλέκτρα ήταν η μπάλα. Πως ξέρω εγώ τι είναι το ράγκμπι, μια λέξη, Άλκης. Ακολουθήσαμε τον Άλκη μέσα στο νοσοκομείο. Είχε αφήσει την Ηλέκτρα μέσα σε ένα δωμάτιο για να την εξετάσουν, ενώ εκείνος περίμενε από έξω καθισμένος σε μια καρέκλα. Λαχανιασμένοι εγώ και η Ρούσα κάτσαμε δίπλα στον Άλκη κρατώντας μια καρέκλα απόσταση διαφορά.

-Ααχ! φώναξα υποφέροντας.

Είχα ξεχάσει τις σουβλιές στο χέρι μου από το περιστατικό με τον Γορίλα, το Βουνό και τον Άλκη.

-Είσαι καλά;... απλά κάνε υπομονή,  μου λέει η Ρούσα, προσπαθώντας να βρει ένα γιατρό πανικοβλημένη,

-Όχι, άστο καλά είμαι...

-Α ναι, συγνώμη για πριν, διακόπτει ο Άλκης με κατεβασμένο το κεφάλι.

Τώρα μας θυμήθηκες; Πριν που με έκλεψες και άφησες τον Γορίλα να μου σπάσει το χέρι, δεν μπορούσες να κάνεις κάτι;

-Περίμενε λίγο, έχω κάτι που μπορεί να σε αποζημιώσει,  είπε ο Άλκης και έτρεξε πίσω στο μηχανάκι του.

Γύρισε κρατώντας μια σακούλα.

-Ορίστε, συγνώμη και πάλι…

Η σακούλα είχε μέσα το κινητό μου και τα παπούτσια μου.

- Α, ακόμη πάρε και αυτό το πενηντάρικο σαν αποζημίωση για τα κλεμμένα λεφτά σου.

Πραγματικά δεν ξέρω τι να πω... ο Άλκης κατάλαβε τα λάθη του. Έχω μείνει άφωνος.

-Τώρα για το χέρι δεν μπορώ να κάνω και πολλά.>>

-Το ερώτημα είναι, γιατί δεν με βοήθησες και με άφησες κάτω με σπασμένο χέρι, είπα με ψυχραιμία.

-Είχα δώσει έναν όρκο όταν με βρήκε το αφεντικό... δεν βοηθάω κανέναν και δεν ξέρω κανέναν αλλιώς...μπουμ.

Και έδειξε ένα πιστόλι να κοιτάει προς το κεφάλι του.

-Έμπλεξα, το ξέρω... μιλάμε οι τύποι δεν υποφέρονται, είπε ο Άλκης μετανιωμένος.

-Αλλά γιατί να μας βοηθήσεις με την Ηλέκτρα;

-Πηγαίνοντας σπίτι σας πρόσεξα και ήρθα σας βοηθήσω, εξάλλου ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω μετά από όλα αυτά που έγιναν….

Τώρα εξηγούνται όλα. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω παράπονο από την αποζημίωση, αλλά δεν ξέρω αν θα τον συγχωρέσω ποτέ.

-Η ασθενής διαγνώστηκε, λίγη ξεκούραση χρειάζεται μόνο και θα είναι μια χαρά,  διακόπτει ένας γιατρός για να μας πληροφορήσει τα καλά νέα.

-Ποια είναι τα αίτια του συμβάντος;  ρώτησα τον γιατρό.

-Υπερβολική κούραση.

Η ανακούφιση που πέρασα δεν περιγράφεται.

-Θα μείνει εδώ μέχρι αύριο το απόγευμα, επισκέψεις επιτρέπονται από αύριο το πρωί.

-Οπότε λοιπόν ας πηγαίνουμε. λέει η Ρούσα.

-ΟΚ, θα μου κάνεις αύριο παρέα στην επίσκεψη, σωστά;

-Εννοείται.

Ο Άλκης έφυγε πρώτος πρώτος χωρίς να μας πει τίποτα. Ίσως να ξαναμετάνιωσε  που ήρθε στην καλή πλευρά, ποιος ξέρει; Αποχαιρετιστήκαμε με την Ρούσα και πήρε ο καθένας το δρόμο για την επιστροφή, εκείνη με την βέσπα και εγώ με ταξί. Το χειρότερο είναι το πως θα αντικρίσω τους δικούς μου, θα γίνει το « Αποκάλυψη τώρα».
Πάνος Τρακόσας, Β7







The fault in our stars
Καθώς η Ρούσα καλούσε το 166 εγώ δεν ένιωθα τα πόδια μου. Είχα παγώσει ολόκληρος. Όσο περνούσε η ώρα τόσο δεν ήξερα τι να κάνω. Η Ρούσα ήταν ψύχραιμη και σκεφτόταν καθαρά. Χάρη σε αυτήν ήρθε το ασθενοφόρο στην ώρα του. Μεταφερθήκαμε μαζί με την Ηλέκτρα στο νοσοκομείο έχοντας τρεις  διασώστες  πάνω από τα κεφάλια μας που μας έκαναν συνεχώς ερωτήσεις. H Ρούσα, ψύχραιμη,  περιέγραψε το σκηνικό και παράλληλα προσπαθούσε να με καθησυχάσει.  Μόλις φτάσαμε στο νοσοκομείο οι  διασώστες  χίμηξαν στους διαδρόμους, με αποτέλεσμα να τους χάσουμε από τα μάτια μας
 Περιμέναμε πάνω από μία ώρα στα άβολα καθίσματα του νοσοκομείου, όταν θυμήθηκα ότι το χέρι μου δεν ήταν και στα καλύτερά του. Όσο το σκεφτόμουν τόσο πιο πολύ με πονούσε. Αποφάσισα να πω τι τρέχει στην Ρούσα για να με συμβουλέψει ώστε να πάρω την καλύτερη απόφαση. Πήρε την οικογένειά μου και πήγε να ενημερώσει έναν γιατρό. Περίμενα στην αίθουσα αναμονής ,μέχρι να έρθουν οι γονείς μου. Όσο περνούσε η ώρα τόσο το χέρι μου μούδιαζε, ώσπου κάποια στιγμή έχασα τον έλεγχό του και όλα τα όνειρά μου για την επιστροφή στο σχολείο κατέρρευσαν.  Μόλις έφτασαν οι γονείς μου με τρέλαναν στις ερωτήσεις. Ευτυχώς τους καθησύχασε ο αδελφός μου και μίλησαν με ψυχραιμία στον γιατρό. Στην αίθουσα του νοσοκομείου άφησαν μόνο τη μαμά μου να περάσει, και ,χωρίς να περιμένει, άρχισε τις φωνές. Μόλις μπήκε ο γιατρός μου έπιασε το χέρι κάνοντάς με να θέλω να γελάσω αλλά με το που κοίταξα την μαμά μου, μου κόπηκε το χαμόγελο.
Η έκφραση του γιατρού άλλαξε απότομα και πια δεν είχα τη δύναμη ούτε να μιλήσω. Σηκώθηκε, ζήτησε να μιλήσει στη μαμά μου και εκείνη με κοίταξε απειλητικά, λες και είχα κάνει το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορούσε να υπάρξει. Στο δωμάτιο έμεινα μόνος μου μαζί με το χέρι μου που δεν μπορούσα να κουνήσω. Αλλά αυτό που με απασχολούσε ήταν η Ηλέκτρα. Άραγε τα κατάφερε; Που να βρισκόταν; Και υπήρχε περίπτωση να επικοινώνησε η Ρούσα μαζί της;
Πέρασε ένα τέταρτο και εγώ  δεν το είχα καταλάβει ώσπου μπήκαν μέσα ο γιατρός και η μαμά μου. Με κοιτούσαν με ένα βλέμμα λύπησης και οι δύο. Με πλησίασε η μαμά μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Τη ρώτησα τι τρέχει και εκείνη μου χαμογέλασε. 
- Φάνηκες πολύ γενναίος όλα αυτά τα χρόνια αλλά το χέρι σου…Λυπάμαι τόσο πολύ Τίτο μου…Δυστυχώς οι γιατροί δεν μπορούν να κάνουν το χέρι σου όπως πριν.
- Τι εννοείς; τη ρώτησα νιώθοντας ένα ρίγος να με διαπερνά.
- Έχεις υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στο χέρι σου με αποτέλεσμα να μείνεις παράλυτος σε αυτό το άκρο.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήμουν σε ένα όνειρο και προσπαθούσα να ξυπνήσω. Κάποιος μου έκανε πλάκα απλά περίμενα την στιγμή που θα το παραδεχόταν. Μου πήραν το χέρι και το τύλιξαν και εγώ δεν μπόρεσα να αντισταθώ. Είχαν τον έλεγχό του και όλοι φαίνονταν τόσο ήρεμοι λες και ήταν φυσιολογικά αυτά που συμβαίνουν. Με κόπο κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου.
Μόλις τελείωσαν δεν περίμενα ούτε την μαμά μου ούτε κανέναν, έτρεξα να βρω την Ρούσα. Εκείνη θα με καταλάβαινε. Όταν την είδα από μακριά όλα φαίνονταν μια χαρά αλλά όσο πλησίαζα τόσο τα πράγματα χειροτέρευαν. Το ένιωθα. Γύρισε και με κοίταξε λες και είχε μάθει ήδη τα νέα για το χέρι μου. Με πλησίασε και μου μουρμούρισε:
- Η Ηλέκτρα…Δεν τα κατάφερε...
Εκείνη την στιγμή μου κόπηκαν τα πόδια. Δεν  γινόταν να πάει χειρότερα η μέρα, ή μάλλον μπορούσε. Η Ρούσα μου εξήγησε ότι ήταν πολύ αργά και η καρδιά της δεν άντεξε. Γυρίσαμε στο σπίτι με τα πόδια τουλάχιστον η Ρούσα κι εγώ. Της τα εξήγησα όλα. Μου είπε ότι λυπάται πολύ και θα κάνει τα πάντα για να βοηθήσει. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και της είπα να με πάρει όταν μπορέσει. Οι μέρες πέρασαν και εκείνη δεν με πήρε ποτέ. Η μαμά μου δεν με άφησε φυσικά να πάω ξανά στο σχολείο κι εγώ περνούσα πιο δύσκολα από ποτέ. Μακάρι να υπήρχε ένα διαφορετικό τέλος σε όλα αυτά…
Κατερίνα  Χατζηστέργου, Β7




 Image - 76530] | Baby Courage Wolf | Know Your Meme

The art of getting by
Την στιγμή που γυρνάμε να φύγουμε ακούμε έναν θόρυβο. Ήταν η Ηλέκτρα λιπόθυμη στο πάτωμα. Αρχίσαμε να τρέμουμε, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Εγώ είχα πανικοβληθεί, τα πόδια μου με το ζόρι, με κρατούσαν. Η Ρούσα πιο ψύχραιμη μου είπε να ηρεμήσω και να την βοηθήσω να μεταφέρουμε την Ηλέκτρα στο μπάνιο, για να της ρίξουμε κρύο νερό στο πρόσωπο. Μετά από 10 αγωνιώδη λεπτά καταφέραμε να την συνεφέρουμε. Αφού καθίσαμε 5 λεπτά στο πάτωμα και κοιταζόμασταν αμίλητοι προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουμε τι είχε συμβεί, η Ηλέκτρα μας ευχαρίστησε και την βοηθήσαμε να καθίσει στο καναπέ. Μετά από όλο αυτό πιάσαμε την κουβέντα λέγοντας ο καθένας τα προβλήματα του. Η Ηλέκτρα χαμογέλασε και συνειδητοποίησε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν σοβαρά προβλήματα.
Η ώρα πέρασε. Κατάλαβα ότι έλειπα πολλές ώρες από το σπίτι, το χέρι μου πονούσε πολύ. Καληνυχτίσαμε την Ηλέκτρα και της υποσχεθήκαμε να την επισκεφτούμε ξανά αύριο το πρωί για να δούμε πώς είναι. Παρακάλεσα την Ρούσα να με πάει στο Νοσοκομείο και να πάρει την μητέρα μου τηλέφωνο να έρθει και αυτή εκεί. Όταν φτάσαμε η μητέρα μου ήταν ήδη εκεί νευριασμένη και τρομαγμένη, φώναζε, έκανε ερωτήσεις και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Αφού τελικά το χέρι μου, το βάλανε σε γύψο, πήγαμε όλοι στα σπίτια μας. Η μητέρα μου, μου είπε ότι δεν πρόκειται να ξανά βγω από το σπίτι και τα μαθήματα θα τα κάνω εκεί. Δεν μίλησα. Την επόμενη μέρα το πρωί της ανακοίνωσα αποφασισμένος ότι θα ζήσω όπως όλα τα παιδιά και θα πάω στο σχολείο.

-Θέλω να είμαι ανεξάρτητος και να ζήσω την ζωή μου όπως θέλω εγώ, είπα στην μαμά μου 
-ΕΙΣΑΙ ΑΔΥΝΑΜΟΣ, μου φώναξε.
-Προτιμώ να είμαι ελεύθερος  και να κινδυνεύω παρά να είμαι ''φυλακισμένος'' μέσα στο σπίτι , της απάντησα 
Ο αδελφός μου χαμογέλασε και συμφώνησε μαζί μου. Μετά από πολλές ώρες καβγά, η μητέρα μου συμφώνησε μαζί μου. Εγώ και η Ρούσα γίναμε οι καλύτεροι φίλοι και επισκεπτόμασταν συχνά την Ηλέκτρα, της οποίας η ζωή άλλαξε εντελώς μαζί μας. 
Στέλλα Φραγκάκη, Β7






The lost sister

Όσο μαζί με τη Ρούσα ψάχναμε για την κατοικία αυτής της μυστηριώδους γυναίκας, ένας θόρυβος ακούστηκε! Σαν βήματα ανθρώπων! Η Ρούσα και εγώ τρέξαμε και κρυφτήκαμε πίσω από τους κάδους.
- Τίτο, Τίτο! Πού είσαι αγόρι μου; ήταν η μητέρα μου.
- Γιε μου γιατί εξαφανίστηκες; Πού είσαι; ακούστηκε και η φωνή του πατέρα.
Κοίταξα το ρολόι και συνειδητοποίησα ότι είχα αργήσει! Μόλις δέκα λεπτά βέβαια, αλλά για τους γονείς μου ήταν αρκετά για να τους οδηγήσουν στο δρόμο και να ξεκινήσουν να με ψάχνουν!
-Τίτο,τί συμβαίνει; ρώτησε με απορία η Ρούσα κοιτάζοντας με κολλημένο στο ρολόι μου!

-Φοβάμαι, φοβάμαι για τον Τίτο...μετά το χαμό της μικρής μας Ρούσα δεν αντέχω ούτε λεπτό χωρίς να ξέρω πού βρίσκεται, είπε με αγωνία η μητέρα…
Κατευθείαν τα βλέμματα μας με τη Ρούσα συναντήθηκαν γεμάτα απορία.
Σίγουρα και από τους δυο μας πέρασε η ίδια σκέψη από το μυαλό. Η Ρούσα μου είχε πει στο παρελθόν ότι είναι υιοθετημένη και εγώ ήξερα ότι είχα μια αδερφή που είχε χαθεί.
Λίγο ο φόβος για την αγωνία των γονιών μου, λίγο αυτή η αμήχανη στιγμή μας έκανε γρήγορα να χωριστούμε και να τελειώσει εδώ αυτή η αποστολή που είχαμε. Σίγουρα όμως θα έπρεπε να ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση!
Όπως απομακρυνόμασταν ακούσαμε φωνές να έρχονται από το πάρκο της γειτονιάς. Πλησιάζοντας βρεθήκαμε μπροστά στην Ηλέκτρα. Για άλλη μια φορά το ποτό και τα χάπια που έπινε την είχαν φέρει σε μια άθλια κατάσταση! Μου τα έλεγε η Ρούσα αλλά εγώ δεν ήθελα μάλλον να πιστέψω πως το υπέροχο αυτό κορίτσι με το μοναδικό άρωμα που συνάντησα, θα μπορούσε ποτέ να μεταμφιεστεί σε κάτι τόσο λυπηρό και άσχημο με όλες αυτές τις καταχρήσεις. Ήταν τόσο κρίμα και τόσο στενάχωρο.
Πριν προλάβουμε να πλησιάσουμε σωριάστηκε στο έδαφος. Ήταν πολύ τρομακτικό. Η Ρούσα είχε την ψυχραιμία και κάλεσε ασθενοφόρο. Ο ήχος του ασθενοφόρου όμως οδήγησε και τους γονείς μου εκεί.
-Τίτο είσαι καλά παιδί μου; Τί συμβαίνει; Πού ήσουν; Πότε έφυγες από το σπίτι; Γιατί παιδί μου το έκανες αυτό; Κοντέψαμε να τρελαθούμε!
Δεν πρόλαβα όμως να απαντήσω σε τίποτα από όλα αυτά. Η φωνή του γιατρού μας διέκοψε λέγοντας μας ότι δυστυχώς το κορίτσι δε ζει πια!
Σοκαρισμένοι από όλο αυτό το γεγονός επιστρέψαμε σπίτι ζητώντας από τους γονείς μου να μας ακολουθήσει και η Ρούσα.
Από εκείνο το βράδυ όλα άλλαξαν. Ποιος να το πίστευε ότι όλο αυτό το τραγικό γεγονός θα ήταν αφορμή οι γονείς μου να βρουν το χαμένο τους παιδί. Ποιος να το πίστευε ότι εγώ θα έβρισκα την αδερφή μου στο πρόσωπο της καλύτερης μου φίλης.
Από τότε ζούμε όλοι μαζί και εμείς αλλά και οι παραξενιές μας !

Σεβαστιάνα Τρουμούση, Β7


How Positive Thoughts Can Benefit Your Mental health - PM


                                                 Good boy
(σελ 232)
  -Τίτο, αγόρι μου, τώρα είμαστε στο νοσοκομείο με σπασμένο το χέρι σου. Δεν είναι καθόλου η κατάλληλη στιγμή για να μιλήσουμε γι αυτά. Εξάλλου, ξέρεις τη γνώμη μου και τις φοβίες μου και θέλω να τις σεβαστείς . 

- Μάνα, ξέρω που βρισκόμαστε και τι συμβαίνει, μάλιστα πολύ καλά. Είμαι δίπλα σου και είμαι μια χαρά. Εγώ νομίζω είναι η πιο καλή στιγμή για να ακούσεις τις αποφάσεις μου και όχι την επανάστασή μου όπως το λες εσύ.

- Αγόρι μου, γιατί νιώθεις την ανάγκη αυτή τη στιγμή να μου πεις όλα αυτά, δεν μπορούμε να τα συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή ;

- Γνωρίζεις καλά πως μέχρι τώρα εσείς μου λέγατε και εγώ εφάρμοζα όλα αυτά που ήταν για το δικό μου καλό για να μην πάθω κάτι. Τώρα σας παρακαλώ αφήστε με να σταθώ στα πόδια μου και να παίρνω τις δικές μου αποφάσεις , να πραγματοποιήσω όλα τα όνειρα που έκρυβα μέσα μου τόσο καιρό και να μην είμαι ρομπότ που κάνω ό,τι μου λέτε εσείς.

      Ξεκίνησα μια καινούρια αρχή. Για πολλούς συνομήλικούς μου είναι ένα καθημερινό, ίσως και βαρετό πρόγραμμα, αλλά για μένα η αρχή μιας νέας ζωής. Το σχολείο έχει πολύ ενδιαφέρον κάθε μέρα πηγαίνω με μεγάλο ενθουσιασμό, έχω κάνει πολλές γνωριμίες, εννοείται πως συνεχίζω την φιλία μου και με την Ρούσα και μάλιστα ανακαλύψαμε πως έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα. Ο κύριος Ευγένιος είναι από τους ανθρώπους που με υποστηρίζει και με βοηθάει αρκετά στα μαθήματα του πιάνου.
      Δεν θέλω να μετανιώσω για κάτι που δεν έχω κάνει, για  αυτό πραγματοποιώ το όνειρό μου , σκεφτόμενος θετικά και υπόσχομαι στο εαυτό μου ότι θα είμαι πολύ προσεκτικός κι αν μου συμβεί κάτι αναλαμβάνω όλες τις ευθύνες μου. 

Μουσταφά Χατζηφειζουλάχ , Β7




Greatest Love Story Of All Time | Funny picture jokes, Great love ...

«Ενώ εσύ κοιμόσουν»
           Εκεί που πήγαινα να δω την κοπέλα ήταν μια νοσοκόμα η οποία δεν με άφησε να περάσω χωρίς να είναι κάποιος μαζί μου άνω των 18 ετών, ώστε να με συνοδεύει για να περάσω μέσα. Τότε έρχεται ο Κωστής και λέει στην νοσοκόμα να με αφήσει να περάσω. Μαζί με εκείνον με το που μπήκαμε στο δωμάτιο όπου ήταν η κοπέλα την βλέπει ο Κωστής και μου λέει ότι αυτή είναι η κοπέλα, που είναι μαζί εδώ και δυο μήνες. Και γω σκέφτομαι :  Τώρα τι να κάνω; Να δω τι κάνει η κοπέλα ή να κρατήσω τον Κωστή που πήγε να λιποθυμήσει; Με όλα αυτά  ηρέμησα τον Κωστή και πήγαμε να πάρουμε έναν καφέ και για εμένα έναν χυμό, επειδή δεν με άφησε να πάρω και εγώ καφέ.
-Πήγαινε σπίτι, μου λέει ο Κώστής. Πρέπει να χαλαρώσεις μετά από αυτή την περιπετειώδη ημέρα.
-Εσύ τι θα κάνεις;, τον ρωτάω.
-Θα μείνω εδώ να την προσέχω…
 Εκείνη την ώρα ήταν μπροστά και η Ρουσα και προσφέρθηκε να με παει εκείνη στο σπίτι. Ο Κωστής συμφώνησε.
 Πάνω στο μηχανάκι με ρωτάει η Ρούσα
-Πεινάς;
 -Θες να πάρουμε κάτι να φάμε και μετά να σε πάω σπίτι;
 -Θα το ήθελα αυτό παρά πολύ.
Πήγαμε και πήραμε κάτι από ένα μαγαζί για να φάμε και κάτσαμε σε ένα παγκάκι. Όταν τελειώσαμε, ανεβήκαμε στο μηχανάκι και ξεκίνησε προς το σπίτι. Μέσα μου δεν ήθελα να τελειώσει έτσι αυτή η μέρα.  Φτάνουμε στο σπίτι και κατεβαίνω. Μιλήσαμε για λίγο και μου έκανε νόημα ο κυρ Ανέστης – που με είχε δει από το περίπτερο-  να την αγκαλιάσω. Μετά από μια ολόκληρη βραδιά που ήμασταν μαζί, την αγκάλιασα και κείνη γυρνάει και μου δίνει ένα χαστούκι.
-Αυτό έπρεπε να το είχες κάνει πιο νωρίς, μου λέει και μου δίνει το τηλέφωνο της ώστε να την πάρω την επόμενη ημέρα να πάμε για καφέ. Φεύγει η Ρούσα και μου κάνει νόημα ο κυρ Ανέστης να πάω να του πω τι έγινε. Του τα εξηγώ όλα και μου λέει
-Ααα ρε μπόμπιρα.  Και βγήκες έξω που ήθελες και χτύπησες και γκομενάκι.  Συνηθισμένος κυρ Ανέστης τα λέει απότομα τι να κάνουμε έτσι είναι. Πάω και ξαπλώνω στο κρεβάτι και δεν θέλω να κοιμηθώ για να μην τελειώσει ποτέ αυτή η μέραα ……………
Ευθύμης Τρουμούσης, Β7




TOP 28 DISNEY MEMES ELSA – Life Is Memes 
Between friends
              Το ασθενοφόρο έφτασε γρήγορα. Δυστυχώς δε μπορούσαμε να μπούμε μαζί της. Οπότε ακoλουθήσαμε το ασθενοφόρο με τη Ροζαλία της Ρούσας. Ξαφνικά κάπου στη μέση του δρόμου, η Ροζαλία σταματαει...και δε λέει να ξαναβάλει μπρος. Είχε τελειώσει η βενζίνη. Απογοητεύτηκα :( .Αλλά σήμερα μετά από όσα είδα και έζησα, αυτο μπροστά μου είναι απλώς τίποτα. Ένα μικρό εμπόδιο...και ακουω μια γνώριμη φωνή...αλλα μια φωνη που ίσως δε θέλω να ξανα ακουσω.Η φωνη του προδότη, του Αλκη.
-Εε,μπορω να βοηθησω,ισως...
Φυσικά δεν έδωσα καμία απάντηση...η Ρούσα όμως το έκανε
-Ναι,ναι...θα χαιρόμασταν πολυ...
Δεν ξέρω από που βρήκε το αυτοκίνητο και την άδεια, ούτε και με ενδιαφέρει...
Φτάσαμε τελικά στο νοσοκομείο. Η Ρούσα πήγε μαζί με την Ήλεκτρα. Θα πήγαινα κι εγω μαζί της, αλλά με σταμάτησε ο Αλκης.
-Τιτο...
Δεν απάντησα.
-Κοιτά...συγγνώμη, αλλά δε μπορούσα να κάνω κάτι...
Συνεχίζω να μην του απαντώ.
-Δεν ήταν στο χέρι μου.Εε,τα πράγματα σου τα έφερα...
Χμμ,δεν ήταν στο χέρι του...οκεϊ,αλλα θα μπορούσε να πει κάτι τουλάχιστον.
-Και γιατί έκανες κάτι τέτοιο. Τελικά του πα κατι
-Επειδή...μάλλον...δε θέλω να χάσω τον φίλο μου...
Δεν το περίμενα. Ειδικά απο τον Αλκη. Οχι...ο Αλκης να μη θέλει να με χάσει. Ουαου. Τόσους φίλους έχει...κι αυτούς που με έκλεψαν....
-Αλήθεια; Τοσους φίλους δεν εχεις; Γιατι να μη χασεις εναν, που δε βγαίνει έξω και κανετε παρέα απλα επειδή ειστε γείτονες;
-Ναι...όντως εχω αρκετούς...πολλους φιλους. Αλλα εισαι διαφορετικός...οχι οτι είσαι εύθραυστος. Είσαι αληθινός φίλος...ετσι νιώθω για σενα...δε ξερω γιατι...
Ουαου,ο Αλκης να γίνει τοσο μαλακός. Όνειρο κάτι θα βλεπω κι οταν ξυπνήσω δε θα χει συμβει τιποτα...
-Αλήθεια; Βασικά, δε ξερω τι να πω...δηλαδή λες οτι δε με εκανες παρεα με το ζορι, επειδή είμαστε απλά γείτονες;
-Στην αρχή ήταν έτσι...αλλά μετά συνειδητοποίησα οτι περνούσα πολύ ωραία μαζί σου...
-Πάντα πιστευα οτι έκανες παρεα μαζι μου μονο και μονο επειδη σε ζόριζαν
Χαμογελασε. Τώρα είμαστε οκεϊ δηλαδη; Δε ξερω,αλλα μάλλον. Τεσπα, ολοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία...αφου με βλεπει σαν αληθινό φίλο, θα ηθελα να τον δω κι εγω ετσι.
-Οκεϊ,τωρα... απο που βρήκες τέτοιο γκομενακι ρε...
Ωραία... αρχίσαμε
-Τη Ρούσα;
-Εε,ναι...γιατί ήσουν με καποια αλλη,εε;
Ωραια, ναι τα ξαναβρήκαμε...οκεϊ.

Μετα απο τη συζητηση μου με τον Αλκη,πηγα στο νοσοκομειο...κι εκεινος σπιτι του.
Εεε,ναι αφου ειχα σπασει και το χερι μου,πηγα σε μια πτερυγα και ρωτησα αν μπορουν να μεδουν.
Ναι,ενταξει γυρισα στο γυψο...αξιζε μια τετοια μερα ομως.Ωραια,πρεπει να δω,να μαθω πως ειναι η Ηλεκτρα,στο κατω-κατω για αυτην εγιναν ολα...
Δε ξυπνησε ακομα αλλα λενε πως θα ειναι καλα.Απλα ειχε πιει αλκοολ και χαπια...ηθελε να αυτοκτονησει με λιγα λογια...

Ξυπναω.Θελω να σιγουρευτω πως ολα αυτα ηταν αληθεια κι οχι ενα χαζο και ταυτοχρονα τελειο ονειρο.Μολις το επιβαιβεωσω πηγαινω στο νοσοκομειο να δω την Ηελεκτρα.Τελικα ξυπνησε και ειναι καλα.Με ευχαριστησε για ο,τι εκανα για εκεινη και πηρε το παλτο αφου τωρα οπως ειπε κι εκεινη,ειναι σημαντικοτερο απο ποτε αφου της το χε επιστρεψει καποιος με τοσες δυσκολιες και εμποδια,για εκεινη...για το σωστο.

Γυρισα απο το νοσοκομειο.Ο Αλκης εχει βαλει τα πραγματα μου μπροστα απο την πορτα του σπιτιου μου.Θα κοιμάται ακομα, οποτε θα του μιλησω μετα.

Τι να κανει η Ρουσα;

Λοιπον κι επειδη δεν ειμαστε στη Disney, που ο ηρωας φιλαει-παντρεύεται την πριγκιπισσα και ζουν αυτοι καλα κι εμεις καλυτερα...Μπααα.Απλα ρωτησα τη Ρουσα αν θα ηθελε μια μερα να βγει μαζι μου για καφε,κατι τετοιο δηλαδη...και η απαντηση της ηταν "Ναι,ναι,φυσικα.Με τον ηρωα ΜΟΥ" :)

Γκιουλσέν Χατζηκαρά 



Do Good. Be Kind. - Home | Facebook 




Suiside
(Σελ 220)

Το ασθενοφόρο έφτασε πολύ γρήγορα, είχαμε όλοι αγωνία και άγχος. Με το που την πήρε το ασθενοφόρο εμείς τρέξαμε από πίσω του... Μόλις φτάσαμε στο νοσοκομείο την βάλανε απευθείας μέσα. Είχα μουδιάσει ολόκληρος. Μου είχε καρφωθεί στο μυαλό μου ότι κάτι κακό θα γίνει. Καθώς περιμέναμε εγώ πήγα να πάρω νερά, ο κύριος εκεί με ρώτησε γιατί είμαι τόσο βιαστικός και στενοχωρημένος. Εγώ του εξήγησα με λίγα λόγια και την έκανα. Καθώς έφτασα στη Ρούσα αρχίσαμε την συζήτηση.
-Μα..γιατί να καταναλώσει τόσο αλκοόλ. Δεν ξέρει ότι κάνει κακό;
-Ναι Τίτο ... Κάποιες φορές για διάφορους λόγους δεν μπορούμε να ελέγξουμε τον εαυτό μας και κάνουμε πολλά λάθη.
-Δεν έπρεπε! Αντί να το ρίξει στο ποτό μπορούσε να μιλήσει σε κάποιον. Θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα τώρα. -Ωχ, έρχεται ο νοσοκόμος πάμε! Πάμε!
-Η Ηλέκτρα πως είναι κύριε;
-Φαίνεται είχε τάσεις αυτοκτονίας. Είχε καταναλώσει αλκοόλ και χάπια. Θα χρειαστεί ξεκούραση και φαγητό. Το κακό δεν αργούσε να γίνει!
Όλοι μας πήγαμε στα σπίτια μας. Δεν είχα ηρεμήσει ακόμα από αυτό που έγινε. Την επόμενη μέρα αφού πήγαμε να δούμε αν είναι καλά η Ηλέκτρα μας ευχαρίστησε πολύ που σταθήκαμε στο πλάι της και την βοηθήσαμε. 
-Δεν κάναμε τίποτα! Χαιρόμαστε που είσαι καλά! Μην μας ευχαριστείς ο καθένας θα το έκανε αυτό.
ήρθε η ώρα λοιπόν να πάω γι αυτόν τον καφέ που λέγαμε με την Ρούσα! ;) 

Διονύσης Τσάτσα, Β7




 Depression memes may be a coping mechanism for people with mental ...




Five feet apart
Σελ.222, τέλος δεύτερης παραγράφου.
Το νοσοκομείο ήταν κοντά, όμως η επιθυμία μου να φτάσουμε εκεί έκανε την διαδρομή μεγαλύτερη στο μυαλό μου. Είχα χάσει πλέον την αίσθηση του χρόνου, δεν ήξερα τι ώρα είναι, ήταν λες και κάποιος πάτησε pause σε όλη την κατάσταση. Η μόνη σκέψη που υπερίσχυε μέσα μου ήταν το ότι η Ηλέκτρα έπρεπε να σωθεί το συντομότερο δυνατόν. Μέσα σε λίγες ώρες είδα τα πάντα για να φτάσω στην πηγή και να μην πιώ νερό. Μέχρι και διάρρηξη έκανα!
Ένιωσα το σώμα μου να παραδίνεται. Η ιδέα ότι αυτό το μπουφάν βρισκόταν ακόμα στα χέρια μου ήταν αρκετή για το σώμα μου να αρχίσει να τυλίγεται με πόνο. Το μάλλον-σπασμένο χέρι μου, η κούραση που είχε συσσωρευτεί μέσα από όλη αυτήν την αλλόκοτη νύχτα και ο πανικός που επικρατούσε μέσα μου ήταν αρκετά για να καταρρεύσω. Πλέον ζαλιζόμουν. Πραγματικά, αυτή η νύχτα δεν θα μπορούσε να γίνει χειρότερη.
Το ασθενοφόρο πήγαινε σχετικά γρήγορα, ήταν εξάλλου αργά για να υπάρχει κάποιος άλλος στον δρόμο. Βρισκόμασταν δύο λεπτά περίπου πριν το νοσοκομείο όταν ένα αμάξι πετάγεται σαν αστραπή και χτυπά την άκρη του ασθενοφόρου. Το σώμα μου γέμισε κρύος ιδρώτας, το ασθενοφόρο γύρισε και άρχισε να κυλά στην άσφαλτο. Μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου πρόλαβα να δω τα πάντα να πηγαίνουν προς τα μπρος και όλη αυτή της-μίας-νύχτας ζωή να παίζει σαν σινεμά στα βλέφαρά μου. Η Ηλέκτρα βρισκόταν στο πάτωμα. Πρόλαβα να δω τον πανικό στα μάτια της Ρούσας πριν το χέρι μου γλιστρήσει από το δικό της. Είχα σίγουρα σπάσει κάτι. Πέφτω πάνω στην Ηλέκτρα και χτυπάω το κεφάλι μου πάνω στο κρεβάτι της. Τα πάντα σκοτείνιασαν.

Σαν να μην πέρασε στιγμή ξυπνάω στο γνωστό κρεβάτι του πόνου βλέποντας τους γονείς και τον αδελφό μου με μισάνοιχτα μάτια. Η μητέρα μου μόλις κατάλαβε πως είχα ξυπνήσει έρχεται κατευθείαν από πάνω μου με δάκρυα στα μάτια της.
«Αγόρι μου! Είσαι καλά;!» είπε σπαράζοντας με περισσότερο κλάμα.
Δεν ήξερα τι να πω. Δεν ήξερα πως να της εξηγήσω τι έγινε. Κοίταξα άλλη μια φορά το δωμάτιο και παρατήρησα την έκφραση στο πρόσωπο του Κωστή, γεμάτη τρόμο, ενοχή και απογοήτευση. Ήθελα να του πω πως δεν φταίει εκείνος αλλά μου ήταν δύσκολο να μιλήσω.
«Έχεις σκοπό να μας εξηγήσεις τι σκατά έκανες μέσα σε ασθενοφόρο; Παραλίγο να λιποθυμήσω όταν με κάλεσαν να έρθω!» φώναξε η μητέρα μου με θύμο.
Προσπάθησα να τους εξηγήσω τι έγινε, χωρίς με πολλές λεπτομέρειες βέβαια, και η φάτσες στα πρόσωπά τους με κοιτούσαν με όλο και περισσότερη σύγχυση. Το πιο σημαντικό πράγμα όμως εκείνη την στιγμή για εμένα ήταν να μάθω αν είναι καλά η Ηλέκτρα και η Ρούσα.
«[…]Πρέπει να μάθω αν είναι οι άλλοι καλά, πρέπει να δω την Ρούσα.» τους είπα και προσπάθησα να σηκωθώ από το κρεβάτι, μάταια. Με σταμάτησε η μητέρα μου πριν κάνω περισσότερες κινήσεις, είχα σπάσει τα δύο μου χέρια και το ένα μου πόδι.
 Πήγα να ρωτήσω πως είναι οι υπόλοιποι και πέντε λεπτά αργότερα βλέπω την Ρούσα μαζί με τον Κωστή να μπαίνουν στο δωμάτιο. Ένιωθα ανάμικτα συναισθήματα. Από την μία χάρηκα που έβλεπα την Ρούσα ξανά αλλά και την χαρά της ίδιας που πλέον είχε βεβαιωθεί πως δεν είχα μείνει παράλυτος. Από την άλλη, ένιωσα ενοχή βλέποντας το πόδι της τυλιγμένο με γύψο. Εγώ έφταιγα που την τράβηξα σε όλο αυτό, δεν έπρεπε να την μπλέξω. Οι γονείς μου και ο αδελφός μου βγήκαν από το δωμάτιο αφήνοντας μας μόνους και πήγαν να μιλήσουν μαζί με τους γονείς της Ρούσας οι οποίοι φαίνονταν όσο μπερδεμένοι όσο ήταν οι δικοί μου. Η Ρούσα έρχεται και με αγκαλιάζει -ή τουλάχιστον προσπαθεί και με ρώτησε πως νιώθω. Τώρα, λίγο καλύτερα. Μου εξήγησε τι έγινε μετά το ατύχημα, μου περιέγραψε το περιστατικό από τα δικά της μάτια, τον δικό της φόβο και πανικό, πως την έβγαλαν από το γυρισμένο ασθενοφόρο ενώ δεν μπορούσε να κουνήσει τα πόδια της, τι έπαθαν οι νοσηλευτές στο ασθενοφόρο και πως μας μετέφεραν στο νοσοκομείο. Υπήρχε όμως κάτι ακόμα που φαινόταν να ξέρει… Κανένας δεν θα μπορούσε να με προετοιμάσει για το τι θα μου έλεγε μετά.
«Τίτο.. η Ηλέκτρα… η Ηλέκτρα έφυγε..»
Αρνούμουν να το πιστέψω. Αρνούμουν να πιστέψω πως πέρασα όλα αυτά, πως βρίσκομαι πάλι σε αυτό το κρεβάτι με τρία άκρα σπασμένα και να μην καταφέρνω τον στόχο μου. Ένιωθα πως κάτι μέσα μου ράγισε, ο πόνος έγινε πλέον ανυπόφορος.
Οι γονείς μου ξαναμπαίνουν στο δωμάτιο. Αποχαιρετώ την Ρούσα και εκείνη μου υπόσχεται πως θα με επισκεφθεί όσο θα βρίσκομαι στο νοσοκομείο. Εκείνη την στιγμή ευχόμουν να μην είχα βγει πότε έξω. Σιγά σιγά κάθε επιθυμία μου να ζήσω την ζωή μου ως κανονικός έφηβος άρχισε να σβήνει. Το πιο πικρό πιθανό τέλος της πιο περιπετειώδης νύχτας ολόκληρης της ζωής μου.
Αργύρης Χαϊλης, Β7




 Major Depressive Disorder | Pharmaceutical-Networking.Com


All the bright places
Στη συνέχεια, αφού πήγαμε την Ηλέκτρα στο νοσοκομείο,  εγώ και η Ρούσα κάναμε βόλτες στους ορόφους του νοσοκομείου για να ξεχαστούμε από όλο αυτό το συμβάν «Λες να είναι καλά η Ηλέκτρα;» ρώτησα την Ρούσα για να με καθησυχάσει.
«Σίγουρα, αφού ο γιατρός μας είπε ότι είναι μια απλή λιποθυμία. Ας το ξεχάσουμε τώρα αυτό». Μου απάντησε τόσο ψύχραιμη.
Μετά από πέντε λεπτά ακούμε θόρυβο και πανικόβλητους νοσοκόμους να τρέχουνε για να δουν τι συνέβη. Τελικά αυτό που είχε συμβεί ήταν ότι η Ηλέκτρα είχε σηκωθεί από το κρεβάτι της,  έβγαλε τον ορό που της είχαν βάλει και άρχισε να τρέχει στους διαδρόμους για να βρει την έξοδο. Εγώ απόρησα και είχα μείνει κάγκελο διότι πέρασε από μπροστά μας και έτρεχε λες και της είχαμε κάνει κακό που την φέραμε. 
-Τι κάθεσαι; Πάμε να την πιάσουμε πριν κάνει κάποια τρέλα». Μου είπε ή Ρούσα, νεώ εγώ την κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα από αυτό που συνέβη. Χωρίς να της πω ναι ή όχι αρχίσαμε και οι δύο να τρέχουμε προς το μέρος της. Εκείνη μας περνούσε τουλάχιστον μια απόσταση 6 μέτρων. Αφού φτάσαμε στην έξοδο σκόνταψε η Ηλέκτρα πάνω σε ένα αυτοκίνητο που ήτανε παρκαρισμένο λίγο πιο πέρα από το νοσοκομείο, διότι κοιτούσε πίσω της εμάς που την φτάναμε να την πιάσουμε. ‘Ετσι έπεσε κάτω και μόλις φτάσαμε πρός το μέρος της η Ρούσα μου είπε «Ας την σηκώσουμε να την πάμε πίσω στο νοσοκομείο».
«Ξέχασες ότι έχω και ένα σπασμένο χέρι». Αποκρίθηκα.
«Τι θα κάνουμε τώρα», ρώτησα . Δεν φτάνουν όλα αυτά που πέρασα τώρα είναι και αυτό. Δεν ένιωθα τίποτα εκείνη την στιγμή, αλλά από συναισθήματα ήμουνα γεμάτος- φόβος , θλίψη , πανικός κ.ά. Ξαφνικά η Ηλέκτρα σηκώθηκε πολύ απότομα αρχίζοντας να τρέχει. «Μπουυυυυυμμ!!!». Τότε ήτανε που ακόμα  και ή Ρούσα είχε μείνει άναυδη. Ένα απότομο φρενάρισμα ενός αμαξιού και το αυτοκίνητο χτύπησε την Ηλέκτρα. Εκείνη την στιγμή το σώμα μου αφέθηκε και έπεσα κάτω. Τα μάτια μου άρχισαν να βουρκώνουν. Αυτός που χτύπησε την Ηλέκτρα είχε κάτσει από πάνω από το κεφάλι της κλαίγοντας. Η Ρούσα τότε μου είπε « Σήκω , σήκω πρέπει να την βοηθήσουμε» και άρχισε να τρέχει. Εγώ όμως είχα κάτσει ακίνητος διότι δεν είχα όχι μόνο το κουράγιο να σηκωθ,ώ αλλά ούτε τη δύναμη. Μετά από λίγο ο άνθρωπος με το αυτοκίνητο έβαλε μέσα την Ηλέκτρα την Ρούσα και εμένα σηκώνοντας με και βάζοντας με μέσα στο αυτοκίνητο του.
Δήμητρα Πανοπούλου, Β5


 
                                          25+ Best True Love Memes | Quotes Memes, Memedroid Memes


                                          Every day

      Πήραμε γρήγορα το ασθενοφόρο τηλέφωνο να πάρει την Ηλέκτρα και να την πάει  στο νοσοκομείο. Την συνοδεύσαμε  και μπήκαμε στο ασθενοφόρο μαζί της. Φτάνοντας την μετέφεραν γρήγορα σε μία πτέρυγα. Εγώ με την Ρούσα καθίσαμε έξω σε ένα παγκάκι και περιμέναμε να μας πουν, αν γίνει καλά η Ηλέκτρα και τι έχει πάθει. Χιλιάδες σκέψεις με είχαν περικυκλώσει και δεν ήξερα , πού να πάω ,για να ξεφύγω. Με σταμάτησε από τις σκέψεις μου το χέρι της Ρούσας που άρχισε να πιάνει το δικό μου και να το σφίγγει, θέλοντας να μου πει, ότι όλα θα πάνε καλά. Ένιωσα κάτι που δεν είχα ξανανιώσει. Ένα αίσθημα που με έκανε να την θαυμάζω και να την θέλω περισσότερο. Τώρα κατάλαβα πως είναι το συναίσθημα να γουστάρεις ένα κορίτσι.

 Ξαφνικά άκουσα μια φωνή να μας φωνάζει. Ήταν ο γιατρός που εξέτασε την Ηλέκτρα και μας είπε πως θα γίνει καλά, απλά θα χρειαστεί λίγο χρόνο. Από την χαρά μου έσφιξα την Ρούσα στην αγκαλιά μου και αυτή ανταπέδωσε πρόθυμα. Αφού μου έβαλαν εμένα τον γύψο ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε μέχρι που μας σταμάτησε η μάνα μου και μας ρώτησε τι έπαθα. Της απάντησα πως έσπασα το χέρι μου και δεν είναι τίποτα σοβαρό. Έτσι λοιπόν μετά από πολύ ώρα συζήτησης αποφασίσαμε να φύγουμε. Εγώ είπα να με πάει η Ρούσα σπίτι γιατί είχα ένα σχέδιο που μπορεί να μου έβγαινε σε καλό ή σε κακό. Αλλά ότι γίνει έγινε. Ευτυχώς συμφώνησαν οι γονείς μου και ένιωσα  απέραντη χαρά. Φτάνοντας σπίτι το πήρα απόφαση να της το πω. Κατεβαίνω από το μηχανάκι και με πιάνει σαν ένας κόμπος στο στομάχι. Αλλά δεν το έβαλα κάτω. Με θάρρος είπα στην instaqueen ότι μου αρέσει πολύ!!! Εκείνη με ένα μεγάλο χαμόγελο μου απάντησε και αύτη το ίδιο!!! Δεν το πίστεψα στην αρχή αλλά μετά κατάλαβα ότι το εννοούσε ειλικρινά. Μακάρι κάθε μέρα να ήταν γεμάτη περιπέτειες σαν αυτές που έζησα σήμερα!!!

Παναγιώτης Τσολάκης, Β7

 






και η ιστορία της Παρασκευής Νικόλη που την έστειλε σε φωτογραφία.