Ασκώντας κοινωνική πολιτική με δανεικά, απαιτώντας εθνική κυριαρχία χωρίς εθνικό εισόδημα
Οι οικονομικές […] επιδιώξεις του εργαζόμενου Ελληνικού λαού […], η θεμελίωση μιας κοινωνίας χωρίς αλλοτρίωση και γραφειοκρατία, θα πραγματοποιηθούν
Ιδρυτική Διακήρυξη ΠΑΣΟΚ, 3.09.1974
***
Τσοβόλα δώστα όλα
Ανδρέας Παπανδρέου, Περιστέρι, 20.04.1989
***
Τη δεκαετία του ‘80 φάγαμε καλά. Στα μάτια πολλών Ελλήνων, αυτή είναι η σύνοψη των οικονομικών επιδόσεων των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου (ΑΠ) το 1981-89. Για κάποιον όμως που μεγάλωνε στον απόηχο των μνημειωδών γεγονότων της δεκαετίας και άρχιζε να ταξιδεύει σε χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, το νόημα της φράσης ήταν όλο και πιο δύσκολο να ερμηνευτεί. Αφού η ελληνική οικονομία πήγαινε τόσο καλά, γιατί αισθανόμασταν φτωχοί συγγενείς στη Ρώμη του 1990; Γιατί δυσκολευόμασταν να πληρώσουμε ακόμα και μια στοιχειώδη μπαγκέτα στο Παρίσι; Μήπως η Αλλαγή του Αντρέα* αντί για μνημειώδης θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται ανεπανόρθωτη;
Ο μοναδικός τρόπος να αναλύσουμε το ζήτημα αντικειμενικά, είναι κοιτώντας τους αριθμούς όπως θα τους κοιτούσε ένας πρωτοετής φοιτητής οικονομικών από άλλη ήπειρο, χωρίς καμία προσωπική εμπλοκή με το ζήτημα. Ο Κορεάτης ή Αυστραλός φοιτητής που μελετά οικονομική ιστορία, βλέπει τις ελληνικές επιδόσεις ως παράδειγμα προς αποφυγή. Το κόμμα που γιόρτασε αυτές τις μέρες τα 40 του χρόνια, ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της χώρας με μια οικονομική αποτυχία χωρίς ανάλογο στην μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη.
Για κάθε κυβέρνηση σε κάθε χώρα, δύο μεγέθη συνοψίζουν εύκολα την επιτυχία της οικονομικής πολιτικής. Το εισόδημα που απολαμβάνουν οι πολίτες (ΑΕΠ), και το πόσο χρεώθηκε το κράτος για να το στηρίξει (δημοσιονομικό έλλειμμα που συσσωρεύεται ως χρέος). Από το 1981 έως το 1990 η ελληνική κυβέρνηση χρεώθηκε με ιστορικά ασύλληπτους ρυθμούς, φέρνοντας το δημόσιο χρέος από το 28,8% του ΑΕΠ στο 89,1%. Συγκριτικά, όλες οι άλλες ελληνικές κυβερνήσεις μέχρι το 2008 ανέβασαν το χρέος μόλις κατά 20 περίπου μοναδες!**
Το βραχυπρόθεσμο όφελος των ελλειμμάτων, όπως θα μας έλεγε και ο Αυστραλός πρωτοετής, είναι
Ανδρέας Παπανδρέου, Περιστέρι, 20.04.1989
***
Τη δεκαετία του ‘80 φάγαμε καλά. Στα μάτια πολλών Ελλήνων, αυτή είναι η σύνοψη των οικονομικών επιδόσεων των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου (ΑΠ) το 1981-89. Για κάποιον όμως που μεγάλωνε στον απόηχο των μνημειωδών γεγονότων της δεκαετίας και άρχιζε να ταξιδεύει σε χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, το νόημα της φράσης ήταν όλο και πιο δύσκολο να ερμηνευτεί. Αφού η ελληνική οικονομία πήγαινε τόσο καλά, γιατί αισθανόμασταν φτωχοί συγγενείς στη Ρώμη του 1990; Γιατί δυσκολευόμασταν να πληρώσουμε ακόμα και μια στοιχειώδη μπαγκέτα στο Παρίσι; Μήπως η Αλλαγή του Αντρέα* αντί για μνημειώδης θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται ανεπανόρθωτη;
Ο μοναδικός τρόπος να αναλύσουμε το ζήτημα αντικειμενικά, είναι κοιτώντας τους αριθμούς όπως θα τους κοιτούσε ένας πρωτοετής φοιτητής οικονομικών από άλλη ήπειρο, χωρίς καμία προσωπική εμπλοκή με το ζήτημα. Ο Κορεάτης ή Αυστραλός φοιτητής που μελετά οικονομική ιστορία, βλέπει τις ελληνικές επιδόσεις ως παράδειγμα προς αποφυγή. Το κόμμα που γιόρτασε αυτές τις μέρες τα 40 του χρόνια, ξεκίνησε τη διακυβέρνηση της χώρας με μια οικονομική αποτυχία χωρίς ανάλογο στην μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη.
Για κάθε κυβέρνηση σε κάθε χώρα, δύο μεγέθη συνοψίζουν εύκολα την επιτυχία της οικονομικής πολιτικής. Το εισόδημα που απολαμβάνουν οι πολίτες (ΑΕΠ), και το πόσο χρεώθηκε το κράτος για να το στηρίξει (δημοσιονομικό έλλειμμα που συσσωρεύεται ως χρέος). Από το 1981 έως το 1990 η ελληνική κυβέρνηση χρεώθηκε με ιστορικά ασύλληπτους ρυθμούς, φέρνοντας το δημόσιο χρέος από το 28,8% του ΑΕΠ στο 89,1%. Συγκριτικά, όλες οι άλλες ελληνικές κυβερνήσεις μέχρι το 2008 ανέβασαν το χρέος μόλις κατά 20 περίπου μοναδες!**
Το βραχυπρόθεσμο όφελος των ελλειμμάτων, όπως θα μας έλεγε και ο Αυστραλός πρωτοετής, είναι










