Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018

Ακόμη κι ένας άγιος ΔΕΝ μπορεί ν' αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν για να μας επισκεφθεί η θλίψη.



Ακόμη κι ένας άγιος ΔΕΝ μπορεί ν' αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν,
 για να μας επισκεφθεί η θλίψη...

[...] Tα ιερά κείμενα μάς διδάσκουν πως όλοι οι άγιοι του Θεού χωρίς καμιά εξαίρεση, τελείωσαν το επίγειο ταξίδι τους βαδίζοντας "την στενή και τεθλιμμένη οδό" .
Η ζωή τους ήταν γεμάτη θλίψεις και στερήσεις (βλ. Εβρ.ιβ΄).

Αυτή ήταν η άποψη των αληθινών φίλων του Θεού για τις θλίψεις. Αυτή η στάση τους για τις θλίψεις που τους τύχαιναν τους έκανε να συμπεριφέρονται με μεγάλη σοφία και αυταπάρνηση. 

Τις θλίψεις που τους έβρισκαν, ό,τι λογιών και αν ήσαν, τις δέχονταν σαν κάτι που τους άξιζε, που τους έπρεπε. (βλ. Αγίου Μάρκου του Ασκητού, 226 κεφάλαια Περί των οιομένων εξ έργων νόμου δικαιούσθαι, κεφ. 6).

Πίστευαν μ' όλη τους την ψυχή πως άν δεν το επέτρεπε ο Θεός, αν δεν ήταν απαραίτητο δηλαδή για τις πνευματικές ανάγκες τους, δεν θα τους έβρισκε η θλίψη.

Το πρώτο που έκαναν με το που τους έβρισκε κάποια στενοχώρια,
ήταν να ομολογήσουν ότι την άξιζαν. 

Έψαχναν και πάντα έβρισκαν μέσα τους την αιτία της θλίψης.

Μόνο αν παρατηρούσαν πως η θλίψη τους στεκόταν εμπόδιο να ευαρεστήσουν στο Θεό, μόνο τότε παρακαλούσαν με την προσευχή τους τον Κύριο να τους απαλλάξει από αυτήν.

Και την εκπλήρωση ή μη εκπλήρωση του αιτήματός τους την άφηναν στο θέλημα του Θεού. Ποτέ δεν λογάριαζαν σωστή τη δική τους γνώμη για τον πνευματικό σκοπό της θλίψης.

Η κρίση του ανθρώπου ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα σωστή. Γιατί ακόμη και ενός αγίου ανθρώπου η κρίση είναι περιορισμένη.

Δεν μπορεί να αντιληφθεί όλους τους λόγους που συντρέχουν για να μας επισκεφθεί η θλίψη όπως τ' αντιλαμβάνεται το μάτι του Θεού που τα βλέπει όλα...

Ο Θεός επιτρέπει να δοκιμάσουν τις θλίψεις ακόμα και οι δούλοι Του, οι εκλεκτοί Του.

Ο απόστολος Παύλος παρακάλεσε "τρις" τον Κύριο για να απομακρύνει τον πειρασμό που τον βρήκε, τον "άγγελον σατάν", που τον εμπόδιζε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου.  

Κι ο Παύλος δεν εισακούστηκε. Η κρίση του Θεού εκείνη τη στιγμή ήταν διάφορη από την κρίση του θεοπνεύστου αποστόλου (βλ. Β Κορινθ. 7-10) [...]

~ Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

(Από το βιβλίο "Προσευχή και Πλάνη", Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ,
 μετάφραση Πέτρου Μπότση, σελ.114-115)

https://pneumatoskoinwnia.blogspot.com/2018/07/blog-post_78.html?spref=fb

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Ἡ συνείδηση



Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov (Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας)

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτὴ καὶ φωτεινή, ποὺ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.

Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ πιὸ καθαρὰ ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ παραπλανήσει κανεὶς τὴ συνείδηση παρὰ τὸν νοῦ. Καὶ τὸν πλανεμένο νοῦ, ποὺ τὸν ὑποστηρίζει τὸ φιλάμαρτο θέλημα, γιὰ πολὺν καιρὸ τὸν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση.

Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος(1). Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τὸν ἄνθρωπο πρὶν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτὸς νόμος. Ἡ μεταπτωτικὴ ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιὰ τὸν Θεό, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καὶ τὴ συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτὸς νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιὰ τὴ χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ τὴ θεοφιλή διαγωγή.

Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τὴ συνείδηση ἀπὸ τὴν κακὴ προδιάθεση (2) μὲ τὴν ὁποία τὴ δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καὶ σταθεροποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καὶ ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως εἶναι δυνατὲς μόνο στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσω τοῦ θείου νόμου της, πού κατευθύνει ὀρθὰ τὸν νοῦ. Γιατί κάθε λαθεμένη σκέψη ἐπιδρᾶ ἀρνητικὰ στὴ συνείδηση καὶ τὴ λειτουργία της.

Οἱ θεληματικὲς ἁμαρτίες σκοτίζουν, ἐξασθενίζουν, καταπνίγουν, ἀποκοιμίζουν τὴ συνείδηση.

Κάθε ἁμαρτία ποὺ δὲν ἐξαλείφεται μὲ τὴ μετάνοια, ἀφήνει τὴ βλαπτικὴ σφραγίδα της στὴ συνείδηση.

Ἡ ἑκούσια καὶ συνεχὴς ἁμαρτωλὴ ζωὴ σχεδὸν νεκρώνει τὴ συνείδηση. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡστόσο, αὐτὴ νὰ νεκρωθεῖ ἐντελῶς. Θὰ συνοδεύει τὸν ἄνθρωπο μέχρι τὸ φοβερὸ Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἐνοχοποιήσει, ἂν τὴν καταπατοῦσε.

Σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες, ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο (3), εἶναι ἡ συνείδηση. Καὶ πράγματι εἶναι ἀντίδικος, γιατί ἐναντιώνεται σὲ κάθε ἄνομο ἐγχείρημά μας.

Βαδίζοντας πρὸς τὸν οὐρανό, στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, νὰ ἔχεις εἰρηνικὲς σχέσεις μ’ αὐτὸν τὸν ἀντίδικο, γιὰ νὰ μὴ γίνει κατήγορός σου τότε ποὺ θ’ ἀποφασίζεται ἡ κατάστασή σου στὴν αἰωνιότητα.

Λέει ἡ Γραφή: «Θὰ ἀπαλλάξει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεινὰ ἕνας ἀξιόπιστος μάρτυρας»(4). Ἀξιόπιστος μάρτυρας εἶναι ἡ ἄμεμπτη συνείδηση. Ἡ ἄμεμπτη αὐτὴ συνείδηση τὴν ψυχὴ ποὺ ἀκούει τὶς συμβουλές της θὰ τὴ λυτρώσει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες της μέχρι τὸν θάνατο καὶ ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα μετὰ τὸν θάνατο.

Ὅπως ἡ κόψη τοῦ μαχαιριοῦ ἀκονίζεται μὲ τὴν πέτρα, ἔτσι καὶ ἡ συνείδηση ἀκονίζεται ἀπὸ τὴ νοητὴ πέτρα (5), τὸν Χριστό, μὲ τὴ μελέτη τοῦ λόγου Του, ποὺ τὴ φωτίζει, καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.

Φωτισμένη καὶ ἀκονισμένη ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἡ συνείδηση, λεπτομερειακὰ καὶ ὁλοκάθαρα φανερώνει στὸν ἄνθρωπο τὶς ἁμαρτίες του, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μικρές.

Μὴν ἀσκεῖς βία στὸν ἀντίδικό σου -μὴν παραβιάζεις τὴ συνείδησή σου! Διαφορετικά, θὰ στερηθεῖς τὴν πνευματική σου ἐλευθερία. Ἡ ἁμαρτία θὰ σὲ αἰχμαλωτίσει καὶ θὰ σὲ δέσει. Θλίβεται ὁ προφήτης μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιβουλεύονται τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, παραβιάζοντας τὴ συνείδησή τους: «Ὁ Ἐφραΐμ καταπίεσε τὸν ἀντίδικό του, καταπάτησε τὸ δίκιο του, γιατί ἄρχισε νὰ ἀκολουθεῖ τὴ ματαιότητα»(6).

Ἡ «κόψη» τῆς συνειδήσεως εἶναι πολὺ λεπτή, πολὺ εὐαίσθητη, γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ τὴ φυλάει προσεκτικά. Καὶ τὴ φυλάει, ὅταν ἐκτελεῖ ὅλες τὶς ὑποδείξεις τῆς συνειδήσεως καὶ ὅταν, σὲ περίπτωση ἀθετήσεως κάποιας ἀπ’ αὐτὲς λόγω ἀδυναμίας ἤ πλάνης, μετανοεῖ μὲ δάκρυα.

Καμιὰν ἁμαρτία μὴ θεωρεῖς ἀσήμαντη. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ παράβαση τοῦ θείου νόμου, ἐναντίωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καταπάτηση τῆς συνειδήσεως. Ἄλλωστε, ἀπὸ τὰ μικρά, ἀπὸ τὰ μηδαμινά, ὅπως νομίζουμε, ἁμαρτήματα ὁδηγούμαστε σιγὰ-σιγὰ στὰ μεγάλα. "Πόσο σοβαρὸ εἶναι αὐτό; Εἶναι βαριὰ ἁμαρτία; Μήπως δὲν εἶναι κάν ἁμαρτία; Ναί, δὲν εἶναι ἁμαρτία!". Ἔτσι σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία του, ὅταν ἀποφασίζει νὰ γευθεῖ τὴν ἁμαρτωλὴ τροφή, τὴν τροφὴ ποὺ ἀπαγορεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ.Μὲ ἀβάσιμους συλλογισμοὺς καταπατᾶ διαρκῶς τὴ συνείδησή του. Ἔτσι, μὲ τὸν καιρό, ἡ «κόψη» της στομώνει καὶ ἡ φωτεινότητα της μειώνεται. Στὴν ψυχὴ ἁπλώνονται τὸ σκοτάδι καὶ ἡ παγωνιὰ —ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ἀναισθησία.

Τελικὰ ἡ ἀναισθησία γίνεται πάγια κατάσταση τῆς ψυχῆς. Συχνὰ μάλιστα, συμβαίνει νὰ εἶναι ἱκανοποιημένη ἡ ψυχὴ μὲ τὴν ἀναισθησία της, θεωρώντας τὴν κατάσταση εὐάρεστη στὸν Θεό, κι ἔτσι νὰ ἔχει τὴ συνείδηση της ἀναπαυμένη. Στὴν πραγματικότητα, βέβαια, ἀφοῦ ἔχασε τὴ μακάρια συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς της, ποὺ εἶναι ἡ βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τύφλωσε καὶ ἀποκοίμισε τὴ συνείδηση (7).

Ἀθέατες τότε, μέσα στὸ βαθὺ σκοτάδι τῆς ἀναισθησίας, διάφορες ἁμαρτίες ὁρμοῦν σὰν ληστὲς μέσα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν κάνουν κρησφύγετό τους. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, μένοντας ἐκεῖ γιὰ πολύ, γίνονται συνήθειες. Μὲ τὸν καιρὸ ἑδραιώνονται καὶ ἰσχυροποιοῦνται ὅσο καὶ οἱ φυσικὲς ἰδιότητες τῆς ψυχῆς, καμιὰ φορά μάλιστα ξεπερνοῦν σὲ δύναμη ἀκόμα κι αὐτὲς τὶς φυσικὲς ἰδιότητες. Οἱ ἁμαρτωλὲς συνήθειες ὀνομάζονται πάθη. Χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἁλυσοδένεται σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γίνεται αἰχμάλωτός της, δοῦλος της.

Ὅποιος ἀδιαφορεῖ συστηματικὰ γιὰ τὶς ὑπομνήσεις τῆς συνειδήσεως, ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος μόνο μὲ ἔντονο προσωπικὸ ἀγώνα καὶ μὲ τὴ δυναμικὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ μπορέσει νὰ σπάσει τὶς ἁλυσίδες του καὶ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Γιατί τὰ πάθη ταυτίστηκαν μὲ τὴ φύση του, ἔγιναν, θαρρεῖς, ἰδιότητές της.

Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ! Μ’ ὅλη τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἐπιμέλεια φύλαξε τὴ συνείδησή σου.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, πρῶτον, ὡς πρὸς τὴ σχέση σου μὲ τὸν Θεό. Νὰ τηρεῖς ὅλες τὶς ἐντολές Του, τόσο ὅταν σὲ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι ὅσο καὶ ὅταν δὲ σὲ βλέπουν. Γιατί καὶ ὅταν δὲν σὲ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ὅ,τι κάνεις, ἀκόμα καὶ ὅ,τι σκέφτεσαι, γίνεται γνωστὸ στὸν Θεὸ καὶ στὴ συνείδησή σου.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, δεύτερον, ὡς πρὸς τὴ σχέση σου μὲ τὸν πλησίον. Μὴν ἀρκεῖσαι σὲ μίαν εὐπρεπῆ ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς συνανθρώπους σου. Πρέπει ἀπὸ τὴ συμπεριφορά σου νὰ ἱκανοποιεῖται ἡ συνείδησή σου. Καὶ ἡ συνείδηση ἱκανοποιεῖται, ὅταν ὄχι μόνο οἱ πράξεις σου ἀλλὰ καὶ τὰ αἰσθήματά σου γιὰ τὸν πλησίον ἀνταποκρίνονται στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, τρίτον, ὡς πρὸς τὰ πράγματα, ἀποφεύγοντας τὰ περιττὰ καὶ τὰ πολυτελή. Νὰ θυμᾶσαι πὼς ὅλα τὰ ἀντικείμενα ποὺ χρησιμοποιεῖς στὴν καθημερινή σου ζωὴ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ.

Φύλαξε τὴ συνείδησή σου, τέταρτον, ὡς πρὸς τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό. Μὴν ξεχνᾶς πὼς εἶσαι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ Τοῦ μοιάσεις (8), νὰ Τοῦ παρουσιάσεις κάποτε αὐτὴ τὴν εἰκόνα καθαρὴ καὶ ἄμεμπτη.

Ἀλίμονο, ἀλίμονο στὴν ψυχή, στὴν ὁποία ὁ Κύριος, τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, δὲν θ’ ἀναγνωρίσει τὴν εἰκόνα Του! Ἀλίμονο στὴν ψυχή, στὴν ὁποία δὲν θὰ βρεῖ καμιὰν ὁμοιότητα μὲ τὸν ἑαυτό Του! Αὐτὴ ἡ ψυχὴ θ’ ἀκούσει τὴν τρομερὴ καταδίκη: «Δὲν σὲ ξέρω!»(9). Ἡ ἄχρηστη εἰκόνα θὰ ριχθεῖ στὴν ἄσβεστη φλόγα τῆς γέεννας.

Ἀνέκφραστη καὶ ἀτελεύτητη, ἀπεναντίας, θὰ εἶναι ἡ χαρὰ τῆς ψυχῆς, στὴν ὁποία ὁ Κύριος θ’ ἀναγνωρίσει τὴν εἰκόνα Του, στὴν ὁποία θὰ δεῖ τὴν προπτωτικὴ θεία ὀμορφιά, δῶρο τῆς ἄπειρης ἀγαθότητάς Του στὸ πλάσμα Του. Αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση χάθηκε, ἀλλὰ ἀποκαταστάθηκε καὶ αὐξήθηκε μὲ τὴ λυτρωτικὴ οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ διατηροῦμε τὴ θεία ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς μας ἀκέραιη καὶ ἄσπιλη, ἀποφεύγοντας ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τηρώντας ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.

Τῆς ἀποφυγῆς τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ἄγρυπνος ἐπιτηρητὴς καὶ ἀσίγητος παρακινητής εἶναι ἡ συνείδηση. Ἀμήν.


1. Ἀββᾶ Δωροθέου, ὄ.π., Γ', 40.
2. Βλ. Ἑβρ. 10:22.
3. Βλ Ματθ. 5:25. Λουκ. 12:58. 
4. Παροιμ. 14:25.
5. Βλ Α' Κόρ. 10:4.
6. Ὠσηὲ 5:11.
7. Βλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὄ.π.. ΙΖ.
8. Βλ. Γεν. 1:26-27. 
9. Πρβλ. Ματθ. 25:12. Λουκ. 13:25, 27.


http://www.pemptousia.gr/2014/03/osios-pavlos-o-aplous/

Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
                ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!


Οι συναναστροφές και η κοινωνία έχουν μεγάλη επίδραση επάνω στους ανθρώπους. Το πλησίασμα και η σχέση με ένα διδάσκαλο φέρνει πολλή επιστήμη, η συναναστροφή με ένα ποιητή –φέρνει πολλές σκέψεις και υψηλά αισθήματα, ο συγχρωτισμός με ένα ταξιδιώτη φέρνει πολλές γνώσεις για τις ξένες χώρες, για τις συνήθειες και τα έθιμα άλλων λαών.


Είναι φανερό ότι το πλησίασμα και η συναναστροφή με ένα άγιο φέρνει αγιοσύνη. «Μετά οσίου όσιος έση και μετά ανδρός αθώου αθώος έση, και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση» (Ψς 17, 26-27).

Γνώρισε λοιπόν με τους αγίους ήδη από τώρα, κατά την περίοδο αυτής της επίγειας ζωής, περίοδο την οποία η Αγία Γραφή δεν την ονομάζει καν «ζωή», αλλά «περιπλάνηση»… Θέλεις στον ουρανό να συγκαταλεχθείς στην συνοδεία τους, θέλεις να συμμερίζεσαι την μακαριότητά τους; Γίνε τότε από τώρα συμμέτοχός τους. Και τότε, όταν θα βγεις από την οικία του σώματος σου, αυτοί θα σε υπαντήσουν ως κάποιο γνωστό, ως έναν φίλο (Λκ 16, 9).

Δεν υπάρχει στενότερη φιλία, δεν υπάρχει στενότερος σύνδεσμος από το σύνδεσμο της νοητικής ενώσεως, της των αισθημάτων ενώσεως, της ενώσεως των σκοπών (Α΄ Κορ. 1, 10).

Αφομοίωσε με την ανάγνωση των συγγραμμάτων τους τις σκέψεις και το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Αυτοί έφθασαν στον σκοπό τους: την σωτηρία. Κι εσύ θα φθάσεις στον σκοπό αυτό κατά την φυσική πορεία των πραγμάτων και θα σωθείς εφ’ όσον είσαι ενωμένος με το φρόνημα και στην ψυχή με τους Αγίους Πατέρες. Ο ουρανός δέχθηκε τους Αγίους Πατέρες στους κόλπους του, στις «ιερές μονές του». Και με τον τρόπο αυτό ο ουρανός έδωσε προς όλους μαρτυρία ότι τα φρονήματα, τα αισθήματα και οι πράξεις των Αγίων Πατέρων του είναι ευάρεστα.

Οι δε άγιοι Πατέρες εξιστόρησαν τα φρονήματα, την καρδιά, και το έργο τους στα συγγράμματά τους. Αυτό δείχνει ότι κατά την μαρτυρία του ιδίου του ουρανού, τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων αποτελούν ασφαλείς οδηγίες για να φτάσουμε στον ουρανό.

Όλα τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων συνετάχθησαν υπό την έμπνευση και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Και είναι αξιοθαύμαστη η ομοφωνία τους, θαυμαστή η εξ ουρανού επιβεβαίωσή τους! Γι’ αυτό όποιος καθοδηγείται από τα γραπτά τους έχει αναμφισβήτητα οδηγό το Άγιο Πνεύμα.

Όλα τα νερά της γης χύνονται στον ωκεανό και ο ωκεανός αποτελεί την πηγή όλων των υδάτων της γης. Όλα τα συγγράμματα των Πατέρων ερμηνεύουν το Ιερό Ευαγγέλιο, όλα αυτό μας υπενθυμίζουν για να μας διδάσκουν πως να εργαστούμε επακριβώς τις εντολές του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η πηγή λοιπόν και το τέλος όλων των συγγραμμάτων αυτών είναι το Ιερό Ευαγγέλιο.

Οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν πως να πλησιάζουμε τα Ιερά Ευαγγέλια, πως να τα διαβάζουμε, να τα κατανοήσουμε όπως πρέπει. Διδάσκουν επίσης τι είναι εκείνο που βοηθάει και τι είναι εκείνο που εμποδίζει την σωστή κατανόησή τους. Διάβαζε, επομένως, κατ’ αρχήν, περισσότερο τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και κατόπιν –αφού μάθεις από αυτά πως πρέπει να διαβάζεις τα Ιερά Ευαγγέλια– πήγαινε και διάβαζε με τη σειρά τα ίδια τα Ιερά Ευαγγέλια.

Να μη θεωρείς ότι αρκεί το διάβασμα του Ιερού Ευαγγελίου, χωρίς την ανάγνωση των αγίων Πατέρων! Αυτό αποτελεί μία υπερήφανη και επικίνδυνη σκέψη. Στα Ιερά Ευαγγέλια είναι προτιμότερο να σε φέρουν οι άγιοι Πατέρες σαν έναν αγαπητό υιό που προετοιμάσθηκε κατάλληλα με τα συγγράμματά τους.

Όλοι εκείνοι που αρνήθηκαν με τρέλα και με υπερηφάνεια τους αγίους Πατέρες, και πλησίασαν χωρίς μεσολάβηση, με θρασύτητα, με βρώμικο μυαλό και ακάθαρτη καρδιά το Ιερό Ευαγγέλιο, έπεσαν σε καταστρεπτικές πλάνες. Αυτούς το Ευαγγέλιο τους απέβαλε, διότι δεν ανέχεται κοντά του παρά μόνο τους ταπεινούς.

Η ανάγνωση των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων είναι μητέρα και βασίλισσα όλων των αρετών. Διότι με την ανάγνωση των έργων των αγίων Πατέρων αποκτούμε:

 πραγματική κατανόηση των Αγίων Γραφών,

 σωστή πίστη,

 βίωμα κατά το δείκτη των ευαγγελικών εντολών,

 βαθιά εκτίμηση προς τις εντολές αυτές και, με μία λέξη,

 αποκτούμε την σωτηρία και την χριστιανική τελειότητα.

Τώρα που μειώθηκε ο αριθμός των πνευματικών καθοδηγητών, η ανάγνωση των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων έγινε κεφαλαιώδης οδηγός για όλους εκείνους που επιθυμούν την σωτηρία ή ακόμη την χριστιανική τελειότητα.

Τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων –όπως επεσήμανε κάποιος από αυτούς– μοιάζουν με το καθρέφτη διότι, κοιτάζοντας κανείς συχνά και με προσοχή σ’ αυτά, μπορεί να διακρίνει όλα τα ελαττώματα της ψυχής του.

Τα συγγράμματα αυτά μοιάζουν ακόμη με ένα φαρμακείο γεμάτο φάρμακα, όπου η ψυχή μπορεί να βρει το σωτήριο φάρμακο για οποιαδήποτε αρρώστια. Γράφει κάπου ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ότι «Ακόμη και μόνη η θέα των χριστιανικών βιβλίων μας θωρακίζει ενάντια στην αμαρτία και μας προτρέπει να επαινούμε την δικαιοσύνη».

Πρέπει να διαβάζουμε τους αγίους Πατέρες με προθυμία, με προσοχή αλλά και με εμμονή, διότι ο αόρατος εχθρός μας, ο οποίος «μισεί ήχον ασφαλείας» (Παροιμ. 11,15), εχθρεύεται τον «ήχο» αυτό, κυρίως όταν έρχεται εκ μέρους των αγίων Πατέρων. Διότι «ο ήχος» –η φωνή αυτή των αγίων Πατέρων– φανερώνει τα τεχνάσματα του εχθρού μας, την πονηρία του και μας αποκαλύπτει τις παγίδες του και όλες τις μεθόδους του. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, ο εχθρός μας οπλίζεται ενάντια στο ανάγνωσμα των αγίων Πατέρων με διάφορες αλαζονικές και συκοφαντικές σκέψεις. Προσπαθεί δε να ρίξει τον αγωνιζόμενο στην δίνη των ματαίων μεριμνών για να τον αποτρέψει από το σωτήριο ανάγνωσμα. Τον πολεμά με την τεμπελιά, με την ανία, με το να μη θυμάται αυτά που διαβάζει. Ακριβώς από τον πόλεμο αυτό κατά της ανάγνωσης των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων μπορούμε να καταλάβουμε πόσο μεγάλο όπλο είναι αυτά για μας και πόσο πολύ τα μισεί ο εχθρός μας.

Ο καθένας, λοιπόν, ας διαβάζει από τους αγίους Πατέρες εκείνα τα συγγράμματα που ταιριάζουν περισσότερο στον τρόπο ζωής του. Ο ερημίτης θα διαβάσει εκείνους τους Πατέρες που έγραψαν για την ησυχία, ο μοναχός που ζει στο κοινόβιο εκείνους τους Πατέρες που έγραψαν συμβουλές για την κοινοβιακή ζωή, ο διαβιών εν τω κόσμω χριστιανός, εκείνους τους Πατέρες που έγραψαν περισσότερες συμβουλές για την χριστιανική ζωή. Ο καθένας δηλαδή, ανεξάρτητα από τον κλάδο του, να συλλέγει άφθονες συμβουλές από τα έργα των αγίων Πατέρων.

Είναι απόλυτη ανάγκη η ανάγνωση αυτή να είναι σύμφωνη με τον τρόπο ζωής του καθενός μας. Διαφορετικά, θα γεμίζουμε από απλές σκέψεις, έστω και άγιες, οι οποίες όμως δεν θα μετατραπούν σε έργο, αλλά θα λειτουργήσουν μόνο στην φαντασία και στην επιθυμία μας χωρίς να καρποφορήσουν. Τα δε ευλαβικά έργα που πρέπει να συμβαδίζουν με τον τρόπο ζωής μας θα γλιστρήσουν μέσα απ’ τα χέρια μας. Επιπλέον δε –εκτός του ότι μπορούμε να γίνουμε στείροι ονειροπόλοι– οι σκέψεις μας, αφού βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση με τα έργα μας, θα δημιουργήσουν αναμφισβήτητα ταραχή στο μυαλό μας και αναποφασιστικότητα στην συμπεριφορά μας. Και μετά, η ταραχή αυτή και η αναποφασιστικότητα θα γίνουν καταπιεστικές και επιβλαβείς και για εμάς και για τους τριγύρω μας.

Όταν δεν διαβάζει κανείς με την καθορισμένη τάξη την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρες, εύκολα μπορεί να λοξοδρομήσει από την οδό της σωτηρίας και να χαθεί σε αδιαπέραστες λόχμες ή σε κάποιο γκρεμό.
Το είδαμε εδώ
 
http://amethystosbooks.blogspot.gr/2015/04/blog-post_180.html

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ



Ἁγίου Ἰγνατίου Brianchaninov
Δύο ἀγαπημένοι μαθητές ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο θρόνους δόξης
– Αὐτός τούς ἔδωσε τό Ποτήριό Του (Μτ. κ΄, 23). 
Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ὀδύνες. 
Σέ ὅσους τό πίνουν ἐδῶ στή γῆ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται μετοχή στή Βασιλεία τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ· προετοιμάζει γι’ αὐτούς τίς καθέδρες τῆς ἐπουράνιας αἰώνιας δόξης. 
Στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ , δέν μπορεῖ κανείς οὔτε νά παραπονεθεῖ γι’ αὐτό, οὔτε νά τό ἀπορρίψει· γιατί Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τό γευτοῦμε, πρῶτος ὁ Ἴδιος τό ἤπιε. 
Ὦ, δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ! Σκότωσες τούς προγόνους μας στόν Παράδεισο, τούς ἐξαπάτησες μέ τήν πλάνη τῆς σαρκικῆς ἀπόλαυσης καί τήν πλάνη τῆς...
λογικῆς.
Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής τῶν πεπτωκότωτων, ἔφερε τό Ποτήριο τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν τόν κόσμο, στούς πεπτωκότες καί ἐξόριστους ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ πίκρα αὐτοῦ τοῦ Ποτηρίου καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν ἀπαγορευμένη, καταστροφική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση · μέσω τῆς ταπείνωσης πού ρέει ἀπ’ αὐτό μέ ἀφθονία, νεκρώνεται ἡ ἔπαρση ἀπό τή γνώση σέ σαρκικό ἐπίπεδο. Γι’ αὐτόν πού πίνει ἀπό τό Ποτήριο μέ πίστη καί ὑπομονή, ἡ αἰώνιος ζωή, πού ἔχασε δοκιμάζοντας τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ἐπανακτᾶται.
«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι»(Ψ. 115, 4)
Ὁ χριστιανός ἀποδέχεται τό Ποτήριο ὅταν ὑπομένει τίς ἐπίγειες δοκιμασίες μέ πνεῦμα ταπείνωσης, ὅπως διδάσκεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο.
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔβγαλε τό μαχαίρι του γιά νά ὐπερασπιστεῖ τόν Θεάνθρωπο, πού ἦταν περικυκλωμένος ἀπό τόν ὄχλο· ἀλλά ὁ πρᾶος Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: «βάλε τήν μάχαιραν εἰς τήν θήκην· τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό;» (Ἰω. ιη΄ 11)
Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν σέ περικυκλώνουν συμφορές, θά πρέπει ξνά παρακαλεῖς καί νά ἐνισχύεις τήν ψυχή σου λέγοντας : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό ; »
Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται μοχθηρά, ὁ ‘Ιούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος διατάσσει τήν παράνομη θανάτωση, οἱ στρατιῶτες τῆς ἐξουσίας ἐκτελοῦν τήν ἐντολή του. Μέσω τῶν ἄνομων πράξεών τους ὅλοι αὐτοί ἑτοίμασαν τή δική τους ἀληθινή καταδίκη. Μήν ἑτοιμάζεις γιά τον ἑαυτό σου τήν ἴδια καταδίκη, ὄντας μνησίκακος, ζητώντας καί σχεδιάζοντας ἐκδίκηση, ἀγανακτώντας μέ τούς ἐχθρούς του.
Ὁ ἐπουράνιος Πατήρ εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης: βλέπει τήν ὀδύνη σου καί ἄν τό ἔβρισκε ἀπαραίτητο καί συμφέρον νά ἀποσύρει τό Ποτήριο ἀπό σένα, σίγουρα θά τό ἔκανε.
Ὁ Κύριος – ὅπως οἱ Γραφές καί ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυροῦν –συχνά ἐπέτρεψε θλίψεις στούς ἀγαπημένους Του καί συχνά ἀπέτρεψε θλίψεις ἀπό αὐτούς, σύμφωνα μέ τούς ἀκατάληπτους δρόμους τῆς Θείας Προνοίας.
Ὅταν ἔρχεσαι ἀντιμέτωπος μέ τό Ποτήριο, ἀπόστρεψε τό βλέμμα σου ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σοῦ τό δίνουν·σήκωσε τά ματια σου στόν Οὐρανό καί πές : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μη πίω αὐτό;»
«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι». Δέν μπορῶ νά ἀρνηθῶ τό Ποτήριο, τήν ὑπόσχεση τοῦ ἐπουρανίου καί αἰωνίου ἀγαθοῦ. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μοῦ διδάσκει τήν ὑπομονή ὅταν λέει : «… διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πρ. ιδ΄ 22). Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθεῖ τό Ποτήριο πού εἶναι ὁ τρόπος νά κερδίσεις τήν Βασιλεία καί νά αὐξηθεῖς μέσα σ’ αὐτήν; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι – τή δωρεά τοῦ Θεοῦ.
Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ μέγας Παῦλος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους, «ὅτι ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνο τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. α’, 29).
Λαμβάνεις τό Ποτήριο τό ὁποῖο φαινομενικά προέρχεται ἀπό ἀνθρώπινα χέρια. Τί σέ νοιάζει ἐσένα ἄν αὐτός πού σοῦ τό δίνει ἐνεργεῖ δίκαι ἤ ἄδικα ; Ὡς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἔγνοια σου εἶναι νά φέρεσαι ἐνάρετα· νά λάβεις τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύν πρός τό Θεό καί μέ ζωντανή πίστη καί γενναῖα νά τό πιεῖς ὡς τόν πάτο.
Λαμβάνοντας τό Ποτήριο ἀπό ἀνθρώπινα χέρια, θυμήσου ὅτι εἶναι Ποτήριο ἀπό Αὐτόν, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ἀθῶος ἀλλά καί πανάγιος. Σκεπτόμενος αὐτό, θυμήσου καί ἐσύ καί οἱ ἄλλοι πάσχοντες ἁμαρτωλοί, τά λόγια πού ὁ μακάριος καί φωτισμένος ληστής στά δεξιά τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου εἶπε «ἄξια ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν … μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῆ βασιελεία σου» (Λκ. κγ΄, 41 – 42)
Καί τότε στρεφόμενος πρός τούς ἀνθρώπους θά τούς πεῖς : Μακάρι ἐσεῖς πού εἶστε τά μέσα τῆς δικαιοσύνης καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι ἐσεῖς ἀπό τοῦ νῦν καί ἔως τοῦ αἰῶνος! (Ἄν δέν εἶναι σέ θέση νά κατανοήσουν καί νά δεχθοῦν τούς λόγους σας, μή ρίχνετε τούς πολύτιμους μαργαρίτες σας τῆς ταπείνωσης κάτω ἀπό τά πόδια ἐκείνων πού δέν μποροῦν νά τούς ἐκτιμήσουν, ἀλλά πεῖτε αὐτούς τούς λόγους νοερά, στήν καρδιά σας).
Μ’ αὐτό καί μόνο θά ἐκπληρώσεις τήν ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου πού λέει : «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς» (Μτ. ε΄, 44).
Γιά ἐκεῖνους πού σ’ ἔχουν προσβάλει καί σ’ ἔχουν ἐξοργίσει, προσευχήσου στόν Κύριο ὅ,τι ἔχουν κάνει γιά σένα νά ἀνταμοιφθεῖ μέ μιά προσωρινή εὐλογία καί μέ αἰώνια ἀνταμοιβή σωτηρίας, καί ὅταν αὐτοί θά στέκονται ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ γιά νά κριθοῦν, νά μετρηθεῖ γι’ αὐτούς ὡς πράξη ἀρετῆς. Παρόλο πού ἡ καρδιά σου δέν θέλει νά ἐνεργεῖ ἔτσι, βίασέ την. Γιατί μόνο ὅσοι ἀσκοῦν βία στήν ἴδια τους τήν καρδιά, γιά νά ἐκπληρώνουν τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, μποροῦν νά κληρονομήσουν τόν Οὐρανό.
Ἄν δέν θέλεις νά ἐνεργεῖς μ’ αὐτόν τόν τρόπο, τότε δέν θέλεις νά εἶσαι ἀκόλουθος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κοίταξε βαθιά μέσα σου καί ἐρεύνησε : μήπως ἔχεις βρεῖ ἄλλον δάσκαλο, τόν δάσκαλο τοῦ μίσους –τόν διάβολο –καί ἔχεις πέσει ὑπό τήν ἐξουσία του ;
Εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα κανείς νά προσβάλλει ἤ νά καταπιέζει τόν πλησίον του· εἶναι πολύ πιό μεγάλο ἁμάρτημα τό νά σκοτώσει. Ὅμως ὅποιος μισεῖ αὐτόν πού τόν καταπιέζει, πού τόν συκοφαντεῖ, πού τόν προδίδει, πού τόν σκοτώνει, καί ὅποιος σκέφτεται ἀρρωστημένα γι’ αὐτούς καί παίρνει ἐκδίκηση ἀπ’ αὐτούς, διαπράττει ἁμάρτημα πολύ κοντινό μέ τό δικό τους. Μάταια παριστάνει στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους τόν ἐνάρετο. «Πᾶς ὁ μισῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί», κηρύττει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης, ὁ ἀγαπημένος μαθητής τοῦ Χριστοῦ. (Α΄ Ἰω. γ΄ 15)
Ἡ ζωντανή πίστη στόν Χριστό διδάσκει καθέναν νά παίρνει τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ, καί τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ἐμπνέει δίνει ἀνδρεία καί παράκληση στήν καρδιά.
Τί μαρτύριο – τί μαρτύριο κόλασης –νά παραπονιέται ἤ νά γογγύζει κανείς μπροστά στό πρό αἰώνων ἡτοιμασμένο Ποτήριο ἐξ οὐρανοῦ !
Ὁ γογγυσμός, ἡ ἀδημονία, ἡ λιποψυχία καί εἰδικά ἡ ἀπόγνωση εἶναι ἁμαρτίες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ -εἶναι τά παιδιά τῆς ἁμαρτωλῆς ἀπιστίας, ἐκτρώματα.
Εἶναι ἁμαρτωλό τό νά παραπονιόμαστε γιά τόν πλησίον μας, ὅταν αὐτός εἶναι τό μέσο τοῦ μαρτυρίου μας· καί εἶναι ἀκόμα πιό ἁμαρτωλό ὅταν φωνάζουμε γιά τό Ποτήριο, τό ὁποῖο ἔρχεται γιά μᾶς ἀπευθείας ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τό δεξί χέρι τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος πίνει τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό καί εὐλογώντας τόν πλησίον του, λαμβάνει θεία ἀνάπαυση, τήν χάρη τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι σάν ἀπό τώρα νά ἀπολαμβάνει τόν πνευματικό Παράδεισο τοῦ Θεοῦ.
Οἱ προσωρινές θλίψεις εἶναι ἀπό μόνες τους ἀσήμαντες: τούς προσδίδουμε ἀξία μέ τήν πρσκόλλησή μας στή γῆ καί σέ ὅλα τά διεφθαρμένα πράγματα καί μέ τήν ψυχρότητά μας πρός τόν Χριστό καί τήν αἰωνιότητα.
Εἶσαι διατεθειμένος νά ὑπομείνεις τήν πικρή καί ἀποκρουστική γεύση τῶν φαρμάκων· νά ὑπομείνεις τόν ὀδυνηρό ἀκρωτηριασμό καί καυτηριασμό τῶν ἄκρων σου· νά ὑπομείνεις τήν πείνα, τήν παρατεταμένη ἀπομόνωση στό δωμάτιό σου· εἶσαι διατεθειμένος νά ὑπομείνεις ὅλα αὐτά προκειμένου νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγεία τοῦ σώματός σου, τό ὁποῖο ἀφοῦ γιατρευτεῖ, σίγουρα πάλι θά ἀρρωστήσει καί σίγουρα θά πεθάνει καί θά ἀποσυντεθεῖ. Ὑπόμεινε τότε καί τήν πίκρα τοῦ Ποτηρίου τοῦ Χριστοῦ τό ὁποῖο θά φέρει ἵαση καί αἰώνια μακαριότητα στήν ἀθάνατη ψυχή σου.
Ἄν τό Ποτήριο σοῦ φαίνεται ἀφόρητο, ἀδυσώπητο, τότε ἀποκαλύπτει ὅτι παρόλο πού φέρεις τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀνήκεις στόν Χριστό.
Γιά τούς ἀληθινούς ἀκολούθους τοῦ Χριστοῦ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι Ποτήριο χαρᾶς. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἀφοῦ τούς ἔδειραν στή σύναξη τῶν πρεσβυτέρων τῶν Ἰουδαίων, «ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὄτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος Αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πρ. ε΄, 40-41).
Ὁ δίκαιος Ἰώβ ἄκουσε πιρκά μαντάτα. Ἡ μιά εἴδηση μετά τήν ἄλλη διαπερνοῦσαν τήν ἀσάλευτη καρδιά του· ἡ τελευταία ἀπό αὐτές ἦταν ἡ πιο ὀδυνηρή -ὅλοι οἱ υἱοί καί οἱ θυγατέρες εἶχαν πεθάνει μέ σκληρό καί βίαιο θάνατο. Μέσα στή μεγάλη ὀδύνη του, ὁ δίκαιος Ἰώβ διέρρηξε τά ἱμάτιά του, ἔριξε στάχτη στό κεφάλι του καί μέ ἀκλόνητη πίστη ἔπεσε κάτω καί προσκύνησε τόν Κύριο καί εἶπε : «Γυμνός ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός καί ἀπελεύσομαι ἐκεῖ· ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλαταο· ὡς τῶ Κυρίω ἀφείλατο· ὡς τῶ Κυρίω ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο· εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰώβ α΄, 21-22)
Ἐμπιστεύσου τήν καρδιά σου μέ ἁπλότητα σέ Αὐτόν ἀπό τόν ὁποῖο εἶναι μετρημένες καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου· Ἐκεῖνος γνωρίζει τή δόση ἀπό τό λυτρωτικό Ποτήριο πού πρέπει νά λάβεις.
Νά συλλογίζεσαι συχνά τόν Ἰησοῦ, νά στέκεται μπροστά σέ αὐτούς πού Τόν θανάτωσαν – «ὡς ἀμνός ἄφωνος ἐνώπιον τοῦ κείραντος αὐτόν». Παραδόθηκε πρός θάνατο, νά σφαγιαστεῖ ὡς πρόβατο ἀνυπεράσπιστο. Μεῖνε μέ τό βλέμμα καρφωμένο σέ Αὐτόν καί ὁ πόνος σου θά μεταμορφωθεῖ σέ οὐράνια πνευματική γλυκύτητα. Οἱ πληγές τῆς καρδιᾶς σου θά γιατρευτοῦν ἀπό τίς πληγές τοῦ Ἰησοῦ.
«’Εᾶτε ἕως τούτου», εἶπε ὁ Κύριος σέ αὐτούς πού θέλησαν νά Τόν ὑπερασπιστοῦν στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, καί ἴασε τό κομμένο αὐτί τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέα. (Λκ. κβ΄, 51)
«Δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τόν πατέρα μου, καί παραστήσει μοι πλείους ἤ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων ;», εἶπε ὁ Κύριος σέ ἐκεῖνον πού προσπάθησε νά πάρει τό Ποτήριο ἀπ’ Αὐτόν (Μτ. κστ΄23)
Σε καιρούς θλίψεων μήν ψάχνεις τή βοήθεια ἀπό τούς ἀνθρώπους· μή χάνεις πολύτιμο χρόνο· μήν ξοδεύεις τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου ἀναζητώντας αὐτήν τήν ἀνίσχυρη βοήθεια. Νά ἀναμενεις τή βοήθεια ἀπό τό Θεό : μετά ἀπό δική Του ἐντολή καί ὅταν Ἐκεῖνος θέλει, θά ἔρθουν οἱ ἄνθρωποι πρός βοήθειά σου.
Ὁ Κύριος παρέμεινε σιωπηλός ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου καί τοῦ Ἡρώδου, δέν ἔκανε καμία προσπάθεια νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό Του. Μιμήσου αὐτήν τήν ἁγία καί σοφή σιωπή Του ὅταν βλέπεις τούς ἐχθρούς σου νά σέ κατηγοροῦν προσπαθώντας νά κρύψουν τίς μοχθηρές προθέσεις τους κάτω ἀπό τό πρόσχημα τῆς ὀρθοφροσύνης.
Εἴτε τό Ποτήριο ἔρχεται σταδιακά σάν σύννεφα πού βαθμιαῖα πυκνώνουν, εἴτε ξαφνικά σάν λυσσώδης ἀνεμοστρόβιλος, πές στό Θεό «Γεννηθήτω τό θέλημά Σου».
Εἶσαι μαθητής, ἀκόλουθος καί διάκονος τοῦ Ἰησοῦ. Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «ἐάν ἐμοί διακονῆ τίς, ἐμοί ἀκολουθείτω, καί ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἔσται» (Ἰω, ιβ΄26). Ὅμως ὁ Ἰησοῦς πέρασε τή ζωή Του πάνω στή γῆ μέσα σέ ὀδύνες· καταδιωκόταν ἀπό τή γέννησή Του μέχρι τόν τάφο· ἀπό τά σπάργανα ὁ φθόνος ἑτοίμαζε γι’ Αὐτόν ἕνα βίαιο θάνατο. Οὔτε καί κατέπαυσε ὁ φθόνος ἐπιτυγχάνοντας τό σκοπό αὐτό, ἀλλά προσπάθησε νά ξεριζώσει ὁποιαδήποτε ἀνάμνησή Του πάνω στή γῆ.
Ἀκολουθώντας Τον, ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Κυρίου περνοῦν ἀπό τό δρόμο τῶν προσωρινῶν θλίψεων πού ὁδηγεῖ στή μακάρια αιωνιότητα. Ὅσο οἱ σαρκικές ἀπολαύσεις κυριαρχοῦν πάνω μας, εἶναι ἀδύνατο νά ὑπερισχύσει μέσα μας ἡ πνυεματική κατάσταση. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Κύριος ἀδιάκοπα προσφέρει τό Ποτήριό Του σέ ὅσους ἀγαπᾶ, γιά νά τούς κρατήσει νεκρούς γιά τόν κόσμο καί νά τούς καταστήσει ἱκανούς νά ζήσουν ή ζωή τοῦ Πνεύματος.
Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἶπε :Αὐτός στόν ὁποῖο στέλνονται ἀδιάκοπα θλίψεις, εἶναι κάτω ἀπό τήν ἰδιαίτερη φροντίδα τοῦ Θεοῦ». Ὡστόσο, μήν ἐκθέτετε τόν ἑαυτό σας παράτολμα σέ βάθη θλίψεων, γιατί αὐτό εἶναι ὑπερήφανη αὐτοπεποίθηση. Προσευχηθεῖτε στό Θεό, νά ἀποτρέψει τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες· ἀλλά ὅταν αὐτές ἔρθουν ἀπό μόνες τους, μήν τίς φοβηθεῖτε, μή νομίζετε ὅτι ἦρθαν τυχαῖα, συμπτωματικά. Ὄχι, ἐπετράπηκαν ἀπό τήν ἀνεξιχνίαστη Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Γεμάτοι πίστη, μέ καρτερικότητα καί μεγαλοψυχία πού πηγάζουν ἀπ’ αὐτήν, κολυμπεῖστε ἄφοβα ἐν μέσῳ τῆς σκοτεινῆς καί ἄγριας καταιγίδας πρός τό εἰρηνικό λιμάνι τῆς αἰωνιότητας : τό ἀόρατο χέρι τοῦ Ἰησοῦ θά σᾶς ὁδηγεῖ.
Μέ ταπείνωση καί ἀπόλυτη προσήλωση μάθετε τήν προσευχή τήν ὁποία προσέφετε ὁ Κύριος πρός τόν Πατέρα Του στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, στίς δύσκολες ὧρες τοῦ πόνου πρίν ἀπό τό Πάθος Του καί τό θάνατο στό Σταυρό. Μ’ αὐτή τήν προσευχή ἀντιμετωπίστε καί ὑπερνικῆστε κάθε θλίψη. «Πάτερ μου,» προσευχήθηκε ὁ Λυτρωτής μας, «εἰ δύνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο·πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ὡς σύ» (Μτ. κστ΄, 39)
Προσευχηθεῖτε στό Θεό νά ἀποτρέψει τίς δυστυχίες καί ταυτόχρονα ἀποποιηθεῖτε τοῦ θελήματός σας, σάν νά εἶναι ἁμαρτωλό θέλημα, τυφλό. Ἐμπιστευθεῖτε τόν ἑαυτό σας, τήν ψυχή καί τό σῶμα σας, τίς περιστάσεις τῆς ἡμέρας καί τοῦ μέλλοντος, ἐμπιστευθεῖτε τά πλησιέστερα στήν καρδιά σας, στο πανάγιο καί πάνσοφο θέλημα τοῦ Θεοῦ.
«Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειραμόν· τό μέν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δέ σάρξ ἀσθενής» (Μτ. κστ΄ 41). Ὅταν περικυκλώνεστε ἀπό θλίψεις νά προσεύχεστε περισσότερο, ὥστε νά ἑλκύσετε τήν ἰδιαίτερη χάρη τοῦ Θεοῦ πρός ἐσᾶς. Μόνο μέ τή βοήθεια αὐτῆς τῆς χάρης μποροῦμε νά ξεπεράσουμε τίς ἐγκόσμιες δυστυχίες.
Ὅταν λάβετε ἀπό τόν Οὐρανό τό δῶρο τῆς ὑπομονῆς, νά εἶστε προσεκτικοί μέ τόν ἑαυτό σας καί νά ἐπαγρυπνεῖτε, ὥστε νά κρατήσετε καί νά διατηρήσετε μέσα σας τή χάρη τοῦ Θεοῦ, διαφορετικά ἡ ἁμαρτία θά εἰσβάλει χωρίς νά τό καταλάβετε στήν ψυχή ἤ στό σῶμα σας καί θά διώξει αὐτή τή χάρη.
Ἀλλά ἐάν ἀπό ἀπροσεξία καί ἀμέλεια ἀφήσετε τήν ἁμαρτία νά εἰσβάλει μέσα σας, καί εἰδικά ἐκεῖνο τό πάθος πρός τό ὁποῖο ἡ ἀσθενής σάρκα σας εἶναι ἰδιαίτερα ἐπιρρεπής καί τό ὁποῖο σπιλώνει τό σῶμα καί τήν ψυχή, τότε ἡ χάρις θά φύγει ἀφήνοντάς σας ἀπογυμνωμένους καί μόνους. Τότε θλίψη, σταλμένη γιά τή σωτηρία και τήν τελειώσή σας, θά πέσει βαριά πάνω σας, θά σᾶς συντρίψει μέ λύπη, κατάθλιψη, ἀπόγνωση, ὡς κάποιον πού κρατᾶ τό δῶρο τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν πρέπουσα εὐσέβεια πρός τό δῶρο. Βιαστεῖτε νά ἐπαναφέρετε τήν ἁγνότητα στήν καρδιά σας μέ ἀληθινή καί ἀκλόνητη μετάνοια καί μέσῳ τῆς ἁγνότητας, τό δῶρο τῆς ὑπομονῆς· ἀφοῦ αὐτό τό δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπαναπαύεται μόνο στούς ἀγνούς.
Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔψαλλαν ὕμνο χαρᾶς ἐν μέσῳ φλογισμ΄νεων καμίνων, ὅταν περπατοῦσαν πάνω σέ καρφιά, σέ κοφτερά μαχαίρια, ὅταν κάθονταν σέ καζάνια βραστοῦ νεροῦ ἤ λαδιοῦ. Ἔτσι καί ἡ δική σας καρδιά θά εὐφρανθεῖ ὅταν μέ τήν προσευχή ἑλκύσετε τή δωρεά τῆς χάριτος καί τή διαφυλάξετε μέ διαρκῆ προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ σας. Τότε ἡ καρδιά σας θά ψάλλει ὕμνους ἐν μέσῳ συμφορῶν καί τρομερῶν θλίψεων, δοξάζοντας καί εὐχαριστώντας τόν Θεόν.
Ὁ νοῦς ἐξαγνισμένος ἀπό τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ, προικίζεται μέ πνευματική ὅραση· ἀρχίζει νά βλέπει τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ πού ἀγκαλιάζει τά πάντα, καί εἶναι ἀόρατη μέ τά σαρκικά μάτια· βλέπει τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας σέ κάθε τι θνητό· βλέπει τήν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητας οἰκεία· βλέπει τό Θεό στα θαυμαστά ἔργα Του, στή δημιουργία Του καί τήν ἐπαναδημιουργία τοῦ σύμπαντος. Τότε ἡ ἐπίγεια ζωή ἀρχίζει νά φαίνεται σάν ἕνα σύντομο ταξίδι, τοῦ ὁποίου τά γεγονότα εἶναι ὄνειρα, τοῦ ὁποίου οἱ εὐλογίες δέν εἶναι παρά σύντομες ὀπτικές ἀπάτες, βραχεῖες λόγῳ τῶν ἐπικίνδυνων παρανοήσεων τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς.
Τί καρπούς φέρουν οἱ προσωρινές θλίψεις γιά τήν αἰωνιότητα; Ὅταν ἀποκαλύφθηκε ὁ Παράδεισος στόν Ἀπόστολο Ἰωάννη, μέ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος φορέων τοῦ φωτός, ντυμένων στά ἄσπρα, ἐξυμνώντας τή σωτηρία καί τή μακαριότητά τους ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, ἕνας ἀπό τούς κατοικοῦντες στή Βασιλεία τόν ρώτησε: «οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τάς στολάς τάς λευκάς τίνες εἰσί καί πόθεν ἦλθον;» «καί εἴρηκα αὐτῶ»λέει ὁ Ἅγιος καί θεῖος Ἰωάννης «Κύριε μου, σύ οἶδας». Τότε ὁ πρεσβύτερος ἀπάντησε στόν Ἅγιο Ἰωάννη ὁὗτοι εἰσίν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καί ἔπλυναν τάς στολάς αὐτῶν καί ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῶ αἵματι τοῦ ἀρνίου. Διά τοῦτο εἰσίν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καί λατρεύουσιν αὐτῶ ἡμέρας καί νυκτός ἐν τῶ ναῶ αυτού. Καί ὁ καθημένος ἐπί τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ’ αὐτούς. Οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδί πᾶν καῦμα, ὅτι τό ἀρνίον τό ἄνα μέσον τοῦ θρόνου ποιμαίνει αὐτούς, καί ὁδηγήσει αὐτούς ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων, καί ἐξαλείψει ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν»(Ἀποκ. ζ΄13-17)
Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τό Θεό εἶναι αἰώνιο μαρτύριο στήν κόλαση, αἰώνια ἐπαφή μέ τόν διάβολο καί διαβολικούς ἀνθρώπους· μέ φλόγες, πικρό ψύχος, τό σκοτάδι τῆς Γέεννας· αὐτό εἶναι ἡ πραγματική ὀδύνη. Αὐτό εἶναι μαρτύριο τεράστιο, φρικτό καί ἀβάσταχτο. Ἡ ἀπόλυτη παράδοση στήν ἡδύτητα τῶν ἐπίγειων ἀπολαύσεων ὁδηγεῖ σέ μεγάλο αἰώνιο μαρτύριο.
Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ σώζει ἀπό αὐτό τό μαρτύριο ὅποιον πιεῖ ἀπ’ αὐτό μέ εὐχαριστία καί δοξολογία πρός τόν πανάγαθο Θεό, ὁ Ὁποῖος μέσῳ τοῦ πικροῦ Ποτηρίου τῶν προσωρινῶν θλίδεων ἐκχωρεῖ στόν ἄνθρωπο τό ἄμετρο καί αἰώνιο ἔλεός Του.
http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

"Τά δάκρυα" Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ



«Ἕνας ἀδελφός ρώτησε τόν ἀββά Ποιμένα:
 Τί νά κάνω μέ τίς ἁμαρτίες μου;
 Τοῦ λέει ὁ Γέροντας:
Ὅποιος θέλει νά λυτρωθεῖ ἀπό ἁμαρτίες, μέ τόν κλαυθμό λυτρώνεται ἀπ᾿ αὐτές. Καί ὅποιος θέλει ν᾿ ἀποκτήσει ἀρετές, μέ τόν κλαυθμό τίς ἀποκτᾶ. Γιατί τό κλάμα εἶναι ὁ δρόμος πού μᾶς παρέδωσαν ἡ Γραφή καί οἱ Πατέρες μας, λέγοντας: “Κλάψτε! Γιατί ἄλλος δρόμος, ἐκτός ἀπ᾿ αὐτόν, δέν ὑπάρχει”».

Τά δάκρυα εἶναι φυσικό ἀποτέλεσμα τῆς πεσμένης ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρίν ἀπό τήν προπατορική πτώση, ἡ φύση μας δέν γνώριζε τά δάκρυα. Γνώριζε μόνο τήν ὁλοκάθαρη ἀπόλαυση τῆς παραδείσιας μακαριότητας. Ἀλλά τήν ἔχασε αὐτή τή μακαριότητα. Καί τῆς ἔμειναν τά δάκρυα ὡς ἔκφραση τοῦ πόθου της γιά τή μακαριότητα, ὡς μαρτυρία τῆς πτώσεώς της, ὡς ἀπόδειξη τῆς παραδόσεώς της στήν ὀργή τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί ὡς ἐλπίδα τῆς μελλοντικῆς ἐπιστροφῆς της στήν μακαριότητα. Ἀξιόπιστη εἶναι αὐτή ἡ ἐλπίδα, ἀφοῦ τό αἴσθημα τῆς συμπάθειας πρός τόν πλησίον δέν χάθηκε ἀπό τή φύση μας.

Ἀξιόπιστη εἶναι αὐτή ἡ ἐλπίδα, ἐπειδή τή θλίψη γιά τήν ἀπώλεια τῆς οὐράνιας μακαριότητας δέν μπορεῖ νά τήν ἀποδιώξει καμιά πρόσκαιρη ἀπόλαυση. Παραμένοντας ἀνικανοποίητη ἡ φύση μας, προσμένει ἱκανοποίηση. Στά δάκρυά της ζεῖ μυστικά ἡ παρηγοριά καί τό πένθος της ἡ χαρά. Ὁ ἄνθρωπος, ὅποιαν ἐπίγεια εὐημερία κι ἄν ἀπολαμβάνει, σ᾿ ὅποια ὕψη δόξας κι ἄν βρίσκεται, σ᾿ ὅποιαν εὐτυχία κι ἄν κολυμπᾶ, συναντᾶ καί βιώνει στιγμές, ὧρες καί μέρες τέτοιες, πού μή βρίσκοντας ἀνακούφιση σέ καμιάν ἄλλη παρηγοριά, καταφεύγει σ᾿ αὐτήν πού τοῦ προσφέρουν τά δάκρυα.
 
«Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος», ὁ καθένας ἀπό μᾶς πού θά βρεθεῖ στή χώρα τούτη τῆς ἐξορίας καί τῆς ταλαιπωρίας, στή χώρα τῆς ὀδύνης καί τοῦ θρήνου –τέτοια εἶναι ἀπό τήν ἀρχή τῆς ὑπάρξεώς μας, τότε πού, ἀμέσως μετά τή γέννησή μας, βγάζουμε τήν πρώτη θρηνητική κραυγή–, «μακάριος», λοιπόν, «εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού βρίσκει βοήθεια ἀπό Σένα», καί ἡ βοήθεια αὐτή φανερώνεται μέ τά δάκρυα πού ἔχει στήν προσευχή του! Τέτοιες ἀόρατες πνευματικές «ἀναβάσεις ἀποφάσισε μέ τήν καρδιά του νά κάνει», περνώντας ἀπό «τήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμοῦ», τήν ἐπίγγεια ζωή, τήν ὁποία Ἐσύ ὅρισες γιά τή μετάνοια. «Καί, βέβαια, ὁ Νομοθέτης θά τοῦ δώσει εὐλογίες», τό πένθος καί τά δάκρυα. Καθαρίζοντας μ᾿ αὐτά τήν ψυχή του, «θά προχωράει, παίρνοντας συνέχεια καινούρια δύναμη, ὥσπου νά δεῖ τόν Θεό τῶν θεῶν στή Σιών»1 μέ πνεῦμα ἑτοιμασμένο γιά τήν ὑποδοχή Ἐκείνου μέ τήν εἰλικρινή μετάνοια.

«Ὅσοι σπέρνουν μέ δάκρυα, θά θερίσουν μέ ἀγαλλίαση. Βαδίζοντας» στόν στενό καί γεμάτο θλίψεις δρόμο τῆς ἐπίγειας ζωῆς, σάν τούς γεωργούς πού πᾶνε στά χωράφια τους, «ἔσπερναν κλαίγοντας. Ἐπιστρέφοντας,ὅμως, θά ἔρχονται μέ ἀγαλλίαση, κρατώντας τά δεμάτια τους»2.
 Τά δάκρυα εἶναι χαρακτηριστικό τῆς πεσμένης ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα χαρακτηριστικά της, δηλητηριασμένα μέ τήν ἀδυναμία τῆς πτώσεως. Συμβαίνει νά ἔχει κάποιος ἀπό τή φύση του ἰδιαίτερη προδιάθεση πρός τά δάκρυα. Ἔτσι, δακρύζει σέ κάθε εὐνοϊκή περίσταση. Τέτοια δάκρυα ὀνομάζονται φυσικά. Ὑπάρχουν, ὅμως, καί δάκρυα ἁμαρτωλά. Εἶναι ἐκεῖνα πού προέρχονται ἀπό ἐμπαθεῖς κινήσεις τῆς ψυχῆς. Τέτοια δάκρυα πληθωρικά καί εὔκολα χύνουν οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι παραδομένοι σέ κάθε λογῆς φιληδονία. Τέτοια δάκρυα χύνουν, ἐπίσης, ὅσοι βρίσκονται στήν πλάνη. Ἄφθονα δάκρυα, ἄλλωστε, ὀφείλονται σέ κενοδοξία, σέ ὑποκρισία, σέ προσποίηση, σέ ἀνθρωπαρέσκεια καί σέ κακότητα. Ἡ τελευταία, ὅταν δέν ἔχει τή δύνατότητα νά τελέσει ἕνα κακούργημα, νά χύσει λ.χ. ἀνθρώπινο αἷμα, τότε χύνει δάκρυα. Τέτοια ἦταν τά δάκρυα τοῦ Νέρωνα, τόν ὁποῖο οἱ σύγχρονοί του χριστιανοί θεωροῦσαν ὡς τόν ἀντίχριστο, λόγω τῆς σκληρότητάς του καί τῆς ἀποστροφῆς του πρός τόν χριστιανισμό. Φυσικά εἶναι τά δάκρυα τῆς πικρίας. Ὅταν, ὅμως, ἡ πίκρα ἔχει χαρακτήρα ἁμαρτωλό, τότε καί τά δάρκυα της εἶναι ἁμαρτωλά. Σύμφωνα μέ τίς νουθεσίες τῶν ἁγίων Πατέρων, τόσο τά φυσικά ὅσο καί τά ἁμαρτωλά δάκρυα, μόλις αὐτά ἐμφανίζονται, πρέπει νά τά στρέφουμε σέ θεάρεστα, σέ πνευματικά, ἀλλάζοντας τήν αἰτία τους. Νά φέρνουμε, δηλαδή, στόν νοῦ μας τά ἁμαρτήματα πού διαπράξαμε, τόν ἀναπόφευκτο θάνατο πού θά ἔρθει σέ ἄδηλη ὥρα, τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, καί νά κλαῖμε γι᾿ αὐτές τίς αἰτίες3.

Τί θαυμαστό! Ἐκεῖνοι πού ἀπό φυσική κλίση χύνουν ποτάμια τά δάκρυα, ἄκοπα, ἄσκοπα καί ἀνώφελα, καθώς κι ἐκεῖνοι πού τά χύνουν ἀπό κάποιαν ἁμαρτωλή παρόρμηση, ὅταν θά θελήσουν νά κλάψουν θεάρεστα, διαπιστώνουν ὅτι μέσα τους ὑπάρχει μιά ἀσυνήθηστη ξηρασία. Ἀπό τά μάτια τους δέν μπορεῖ νά τρέξει οὔτ᾿ ἕνα δάκρυ. Αὐτό δείχνει ὅτι τά δάκρυα τά πνευματικά εἶναι θεϊκά δῶρα. Καί γιά νά τ᾿ ἀποκτήσει κανείς, πρέπει πρῶτα ν᾿ ἀποκτήσει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί τή μετάνοια.

Αἰτία τῶν δακρύων εἶναι ἡ διαπίστωση καί ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. «Τά μάτια μου βυθίστηκαν σέ ποταμούς δακρύων, γιατί δέν τήρησα τόν νόμο Σου», λέει ὁ ἅγιος προφήτης Δαβίδ4. Αἰτία τῶν δακρύων εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς πτωχείας. Ἡ πνευματική πτωχεία, ὄντας αὐτή καθεαυτή μακαριότητα5, γεννᾶ ἄλλη μακαριότητα, τό πένθος6, πού τρέφει, συντρέχει καί δυναμώνει τή μητέρα του. «Δέν προέρχεται τό πένθος ἀπό τά δάκρυα, ἀλλά τά δάκρυα ἀπό τό πένθος», λέει ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Προφήτης. «Αὐτός πού βρίσκεται συνεχῶς ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἄν κόβει τό θέλημά του καί δέν ἐξετάζει τά πταίσματα τῶν ἄλλων, αὐτός ἀποκτᾶ τό πένθος. Καί τό πένθος τόν βοηθάει νά συγκεντρώνει τούς λογισμούς του. Καί ὅταν συναχθοῦν καί ἐλεγχθοῦν οἱ λογισμοί, γεννοῦν τήν κατά Θεόν λύπη. Καί ἡ λύπη γεννᾶ τά δάκρυα»7.
 Τά δάκρυα, ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ, εἶναι γνώρισμα τοῦ θείου ἐλέους, ὅπως γράφει ὁ ἀββάς Ἰσαάκ ὁ Σύρος: «Τά δάκρυα, πού παρουσιάζονται κατά τήν προσευχή, εἶναι σημεῖο τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ἀξιώθηκε ἡ ψυχή μέ τήν μετάνοια της, καί σημεῖο τοῦ ὅτι ἡ μετάνοια ἔγινε δεκτή καί ἄρχισε νά εἰσέρχεται μέ τά δάκρυα στήν πεδιάδα τῆς καθαρότητας. Ἄν οἱ λογισμοί δέν ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά πρόσκαιρα πράγματα καί δέν πετάξουν ἀπό πάνω τους τήν ἐλπίδα τοῦ κόσμου, ἄν δέν κινηθεῖ ἀπ᾿ αὐτούς ἡ περιφρόνηση γιά τόν κόσμο καί δέν ἀρχίσουν νά ἑτοιμάζουν ἀγαθά ἐφόδια γιά τήν ἔξοδό τους ἀπ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ἄν δέν ἀρχίσουν νά κινοῦνται στήν ψυχή λογισμοί γιά τά ἐκεῖ πράγματα, τά μάτια δέν μποροῦν νά δακρύσουν»8.
 Ὅποιος ἀπέκτησε τή γνώση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, ὅποιος ἀπέκτησε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὅποιος ἀπέκτησε τά αἰσθήματα τῆς μετάνοιας καί τοῦ πένθους, πρέπει, μέ ἐπιμελή προσευχή, νά ζητήσει ἀπό τόν Θεό τό δῶρο τῶν δακρύων. Ἔτσι καί ἡ Ἀσχά, ἡ κόρη τοῦ Χάλεβ, ὅταν παντρεύτηκε καί πήγαινε στό σπίτι τοῦ συζύγου της καθισμένη σ᾿ ἕνα γαϊδουράκι, μέ στεναγμούς καί λυγμούς ἄρχισε νά παρακαλάει τόν πατέρα της: «Μέ πάντρεψες στήν κατάξερη γῆ τοῦ νότου! Δῶσ᾿ μου, λοιπόν, προίκα ἕνα εὐλογημένο χωράφι, δῶσ᾿ μου ἕνα πού νά εἶναι πλούσιο σέ νερά!». Καί ὁ Χάλεβ ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία τῆς κόρης του9. Οἱ ἅγιοι Πατέρες στό πρόσωπο τῆς Ἀσχά βλέπουν τήν ψυχή, καθησμένη σάν σέ γαϊδουράκι στίς ἄλογες ἀπαιτήσεις τῆς σάρκας. Ἡ ξερή γῆ συμβολίζει τήν πνευματική ἐργασία ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ. Καί τό ὅτι μέ στεναγμούς καί λυγμούς ζητοῦσε ἀπό τόν πατέρα της γῆ πλούσια σέ νερά, σημαίνει ὅτι πρέπει μέ στεναγμούς καί πόνο καρδιᾶς νά ζητάει κάθε ἀσκητής τό χάρισμα τῶν δακρύων ἀπό τόν Θεό10.

Ἐκτός ἀπό τήν προσευχή, γιά νά λάβουμε τό χάρισμα τῶν δακρύων, εἶναι ἀπαραίτητος καί ὁ προσωπικός μας ἀγώνας. Ὁ ἀγώνας αὐτός καί προηγεῖται τῶν δακρύων ἀλλά καί τά ἀκολουθεῖ. Ὁ ἀγώνας πού προηγεῖται τῶν δακρύων ἀποτελεῖται ἀπό τή διακριτική ἐγκράτεια τροφῶν καί ποτῶν, τή διακριτική ἀγρυπνία, τήν ἀκτημοσύνη, τήν ἀπομάκρυνσή τῆς προσοχῆς μας ἀπ᾿ ὅλα ὅσα μᾶς περιβάλλουν καί τήν αὐτοσυγκέντρωση. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης γράφει: «Μετάνοια εἶναι ἡ ἄλυπη στέρηση κάθε σωματικῆς παρηγοριᾶς»11. Ὁ προφήτης Δαβίδ περιγράφει τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου πού πενθεῖ μέ τοῦτα τά λόγια: «Μαράθηκα σάν τό χορτάρι καί στέγνωσε ἡ καρδιά μου, γιατί (ἀπό τήν πολλή θλίψη) ξέχασα νά φάω καί τό ψωμί μου. Ἀπό τούς γοερούς στεναγμούς μου τά κόκαλά μου κόλλησαν στό δέρμα μου. Κατάντησα σάν τόν ἐρημικό πελεκάνο, ἔγινα σάν τό νυχτοπούλι (πού κρώζει πένθιμα) στά χαλάσματα. Ἄγρυπνος μένω, κι ἔγινα σάν τό μοναχικό σπουργίτι πάνω στή στέγη. Μέ χλευάζουν ὁλημερίς οἱ ἐχθροί μου καί ὁρκίζονται τώρα ἐναντίον μου ὅσοι ἄλλοτε μέ παίνευαν. Στάχτη ἀντί γιά ψωμί τρώω καί τό νερό, πού πίνω, τό ἀνακατεύω μέ τά δάκρυά μου»12.
 Χωρίς νά νεκρωθοῦμεγιά τόν κόσμο, εἶναι ἀδύνατο νά ἀποκτήσουμε πένθος καί δάκρυα. Ἡ ἀπόκτησή τους εἶναι ἀνάλογη μέ τή νέκρωσή μας ἀπέναντι στόν κόσμο. Ἀγώνας γιά τό πένθος καί τά δάκρυα σημαίνει ἄσκηση βίας πάνω στόν ἑαυτό μας γι᾿ αὐτά, ἀλλά καί μεγαλόψυχη ὑπομονή στήν ξηρασία, μέ τήν ὁποία πολλές φορές δοκιμάζεται ὁ μακάριος ἀσκητής. Μετά τήν ξηρασία, ὡστόσο, ὁ ὑπομονετικός ἐργάτης τῆς προσευχῆς πάντοτε ἀμείβεται μέ ποταμούς δακρύων. Ὅπως ἡ γῆ, πού γιά πολύ καιρό περίμενε τή βροχή καί ἐπιτέλους τή δέχτηκε πλούσια, ἔτσι καί ἡ καρδιά, πού πρῶτα καταπονήθηκε μέ τήν ξηρασία κι ἔπειτα ἀναζωογονήθηκε μέ τά δάκρυα, ξεχύνει πλῆθος πνευματικῶν σκέψεων καί αἰσθημάτων, ὅλων στολισμένων μέ τό ἄνθος τῆς ταπεινοφροσύνης.

Γιά νά εἶναι καρποφόρα ἡ ἐργασία τοῦ πένθους, ἀπαιτοῦνται κάποιες προϋποθέσεις, οἱ ἴδιες πού ἀπαιτοῦνται καί γιά τήν ἐργασία τῆς προσευχῆς, ἀπό τήν ὁποία εἶναι ἀδιαχώριστη. Ὅπως, λοιπόν, ἡ προσευχή, ἔτσι καί τό πένθος χρειάζεται ὑπομονή καί ἐπιμονή. Ὅπως ἡ προσευχή, ἔτσι καί τό πένθος χρειάζεται τήν καταβολή ὄχι μόνο ψυχικοῦ ἀλλα καί σωματικοῦ κόπου, πού συχνά ἐπιφέρει ἐξάντληση. «Κουράστηκα ἀπό τούς στεναγμούς μου· κάθε νύχτα λούζω τό κρεβάτι μου καί βρέχω τό στρῶμα μου μέ τά δάκρυά μου»13. Ἡ βία πάνω στόν ἑαυτό μας καί ὁ κόπος πρέπει νά βρίσκονται σέ συμμετρία μέ τίς σωματικές μας δυνάμεις. Ὁ ὅσιος Νεῖλος Σόρσκι μακαρίζει τό πένθος καί τά δάκρυα, συμβουλεύοντάς μας: «Ὅποιος θέλει νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τίς ἁμαρτίες, θά ἐλευθερωθεῖ ἀπ᾿ αὐτές μέ τόν κλαυθμό· καί ὅποιος θέλει νά τίς ἀποφύγει, μέ τόν κλαυθμό τίς ἀποφεύγει αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τῆς μετάνοιας καί ὁ καρπός της. Γιά κάθε πειρασμό, πού μᾶς βρίσκει, καί γιά κάθε ἐχθρικό λογισμό πρέπει νά κλαῖμε μπροστά στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, γιά νά μᾶς βοηθήσει. Καί θά μᾶς ἀναπαύσει γρήγορα, ἄν προσευχηθοῦμε μέ ἐπίγνωση»14. Καί αὐτός ὁ Ὅσιος, ὡστόσο, ἀφοῦ πρῶτα μᾶς χειραγωγεῖ στήν ἐργασία τοῦ πένθους μέ τίς νουθεσίες τῶν ὁσίων Ἰωάννου τῆς Κλίμακος καί Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, καταθέτει τήν ἐπιφυλακτικότητά του γιά τήν ὑπέρμετρη ἄσκηση, ἐπιφυλακτικότητα πού δανείζεται ἀπό τόν ἀββά Ἰσαάκ τόν Σύρο, λέγοντας: «Πρέπει νά καταπονοῦμε τό σῶμα, φτάνει νά μήν τό ἐξουθενώνουμε. Δέν εἶναι ὠφέλιμο νά παραβιάζουμε τίς φυσικές του δυνάμεις. Γιατί, ὅταν ἀναγκάσεις τό ἀσθενικό σῶμα νά κάνει ἔργα περισσότερα ἀπό τή δύναμή του, εἰσάγεις στήν ψυχή σου σκοτισμό πάνω στόν σκοτισμό καί τῆς ἐπιβάλλεις μᾶλλον σύγχυση»15. Ὡστόσο, ὅπως στήν ἰσχυρή, ἔτσι καί στήν ἀδύνατη σωματική κράση εἶναι ἀπαραίτητη κάποια βία, στά πλαίσια τῶν δυνατοτήτων της. Τό μέτρο αὐτῆς τῆς βίας εὔκολα μπορεῖ κανείς νά τό προσδιορίσει μέ τήν πείρα.

Οἱ ἀδύναμοι πρέπει νά ὁδηγοῦν τόν ἑαυτό τους πρός τό πένθος καί τά δάκρυα μέ προσευχή περισσότερο προσεκτική καί νά ἐπιδιώκουν τήν ἀπόκτηση τοῦ πνευματικοῦ πένθους, μέ τό ὁποῖο χύνονται δάκρυα ἥσυχα καί προκαλεῖται καρδιακός πόνος ἤπιος. Κάθε πνευματική ἐργασία, μολονότι ἀποτελεῖ δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν καθένα μας, χρειάζεται ἀπαραίτητα καί τή βία μας. Γιατί ἡ βία εἶναι ἀποκάλυψη καί μαρτυρία στήν πράξη τῆς ἀγαθῆς μας προαιρέσεως. Ἡ βία εἶναι ἀναγκαία προπάντων, ὅταν,εἴτε ἀπό τήν ξεπεσμένη φύση μας εἴτε ἀπό τήν κακουργία τῶν δαιμόνων, ξεσηκώνεται μέσα μας κάποια ἁμαρτωλή ροπή ἤ ταραχή. Τότε ἐπιβάλλεται ἡ προφορά, μέ χαμηλή πάντως φωνή, θρηνητικῶν λόγων προσευχῆς. Ὁ σωματικός, μηχανικός, ἠχηρός, βίαιος καί ἀναγκαστός κλαυθμός δέν εἶναι κατάλληλος γιά τούς ἀδύναμους ἀνθρώπους, γιατί ταλαιπωρεῖ τό σῶμα, καταντώντας το σέ ἐξάντληση καί ἀσθενικότητα. Αὐτόν τόν ἐξαντλητικό κλαυθμό τόν παρομοιάζουν οἱ Πατέρες μέ τούς πόνους τῆς γυναίκας πού γεννᾶ16. Συνέπειά του εἶναι κάποτε-κάποτε ἡ σημαντική ἐξασθένηση ἀκόμα καί σθεναρῶν ἀγωνιστῶν. Στούς μοναχούς ἰσχυρῆς σωματικῆς κράσεως εἶναι δυνατή καί ὠφέλιμη ἡ ἄσκηση πιό ἔντονης βίας γιά τό πένθος καί τά δάκρυα. Αὐτοί εἶναι καλό, ἰδιαίτερα στήν ἀρχή τοῦ ἀγώνα τους, προτοῦ ν᾿ ἀποκτήσουν τό πένθος τοῦ πνεύματος, νά προφέρουν μέ θρηνητική φωνή τά λόγια τῆς προσευχῆς. Μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ἡ ψυχή, πού ἡ μέθη τῆς ἁμαρτίας τήν ἀποκοίμισε θανάσιμα, ξυπνᾶ μέ τή φωνή τοῦ κλαυθμοῦ καί νιώθει τό αἴσθημα τοῦ πένθους. Ἔτσι ἔκλαιγε ὁ κραταιός Δαβίδ. «Σάν βρουχητά ἔβγαλα στεναγμούς ἀπ᾿ τήν καρδιά μου»17, λέει βρουχιόμουνα δηλαδή μέ τόν θρῆνο μου ὅπως τό πληγωμένο λιοντάρι στήν ἔρημο –φοβερή εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς δυνάμεως, φοβερή καί ἡ ἔκφραση τῆς θλίψεως.
 Γιά τήν προφορική προσευχή καί τόν κλαυθμό εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀπομόνωση τουλάχιστο στό κελί. Αὐτή ἡ ἐργασία δέν ἔχει θέση ἀνάμεσα στούς ἀδελφούς. Ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων Πατέρων μαθαίνουμε πώς, ὅσοι ἀπ᾿ αὐτούς εἶχαν τή δυνατότητα, ἀσκοῦνταν στόν προσευχητικό κλαυθμό, πού χωρίς νά τό θέλουν, ἀκουγόταν κάποτε καί πίσω ἀπό τούς τοίχους τῶν κελιῶν τους, μολονότι μέ κάθε ἐπιμέλεια φρόντιζαν νά κρύβουν ἀπό τούς ἀνθρώπους τή γνωστή μόνο στόν Θεό πνευματική τους ἐργασία. Ὅπως τά συσσωρευμένα ἀέρια στήν ἀτμόσφαιρα ξεσποῦν σέ βροντές καί ἄφθονη βροχή, ἔτσι καί τά συσσωρευμένα αἰσθήματα πένθους στήν ψυχή ξεσποῦν σέ στεναγμούς καί ἄφθονα δάκρυα. Αὐτό συνέβαινε στόν μοναχό, τοῦ ὁποίου τήν ἄσκηση περιγράφει ὁ ἀββάς Ἰσαάκ σ᾿ ἕναν Λόγο του18. Τίς βροντές καί τή βροχή τίς ἀκολουθοῦν ἡ καλοκαιριά καί ἡ γαλήνη. Ἡ ψυχή πού ἀνακουφίστηκε ἀπό τή θλίψη μέ τόν θρῆνο καί δροσίστηκε μέ τά δάκρυα, γεύεται μιά ξεχωριστή ἠρεμία καί εἰρήνη, ἀπό τίς ὁποῖες, σάν ὀσμή ἀρωμάτων, ἀναδίνεται καί ἐνεργεῖται ἡ καθαρή προσευχή.
 Εἶναι γενικά, ὠφέλιμο τό νά γνωρίζουμε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τά Πατερίκα ἔργα τούς διάφορους τρόπους πνευματικῆς ἐργασίας, νά τούς δοκιμάζουμε καί νά διαλέγουμε ὅποιον ταιριάζει στά μέτρα μας. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ διαφορετικοί ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο, μέ ἰδιότητες καί ἱκανότητες ποικίλες. Ἔτσι, ἡ ἴδια πνευματική ἐργασία ἐνεργεῖ διαφορετικά σέ κάθε ἀγωνιστή. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο εἶναι ἀπαραίτητη ἡ πείρα. Ὁ Ἀπόστολος συμβουλεύει: «Ὅλα νά τά ἐξετάζετε καί νά κρατᾶτε ὅ,τι εἶναι χρήσιμο»19.
 Τό χάρισμα τοῦ πένθους καί τῶν δακρύων εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό μεγάλα δῶρα τοῦ Θεοῦ σ᾿ ἐμᾶς, γιατί συμβάλλει καθοριστικά στή σωτηρία μας. Τά χαρίσματα τῆς προφητείας, τῆς διοράσεως, τῆς θαυματουργίας καί ἄλλα ὅμοια εἶναι γνωρίσματα ξεχωριστῆς εὐαρεστήσεως τοῦ Θεοῦ καί θείας εὐδοκίας, ἐνῶ τό χάρισμα τῆς κατανύξεως καί τῶν δακρύων εἶναι γνώρισμα ἀποδοχῆς τῆς μετάνοιας. Ἡ λύπη τῆς διάνοιας εἶναι τίμιο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος τήν ἔχει καί τή φυλάει ὅπως πρέπει, μοιάζει μέ ἄνθρωπο πού ἔχει μέσα του κάτι τό ἱερό. «Οἱ σωματικές ἀσκήσεις χωρίς τή λύπη τῆς διάνοιας εἶναι σάν ἕνα σῶμα ἄψυχο»20.

Τά δάκρυα πού χύνονται γιά τίς ἁμαρτίες, στήν ἀρχή εἶναι πικρά. Σιγά-σιγά τά πικρά δάκρυα ἀρχίζουν νά ἀνακατώνονται μέ δάκρυα παρηγοριᾶς, πού χαρίζουν ἕνα αἴσθημα ἰδιαίτερης ἠρεμίας, πραότητας καί ταπεινοφροσύνης. Μέ τόν καιρό, ἀνάλογα μέ τό μέγεθος τῆς παρηγοριᾶς πού δίνει ὁ Θεός, τά δάκρυα χάνουν τήν πικρία τους καί ἀρχίζουν νά ἀναβλύζουν ἀπό τά μάτια μέ λιγότερο πόνο ἤ καί ἄπονα. Στήν ἀρχή εἶναι λιγοστά καί ἔρχονται σπάνια. Ὕστερα, σταδιακά, ἔρχονται συχνότερα καί γίνονται περισσότερα.

Ὅταν τό χάρισμα τῆς κατανύξεως καί τῶν δακρύων αὐξηθεῖ μέσα μας μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τότε σταματᾶ ὁ ἐσωτερικός πόλεμος, ἠρεμοῦν οἱ λογισμοί καί ἐνεργοποιεῖται ζωηρά ἡ νοερά προσευχή, ἡ προσευχή τοῦ πνεύματος, δίνοντας στήν ψυχή πληρότητα καί χαρά. Τότε ἀφαιρεῖται τό κάλυμμα τῶν παθῶν ἀπό τόν νοῦ και τοῦ ἀποκαλύπτεται ἡ μυστική διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Τότε τά δάκρυα μεμιᾶς μετατρέπονται ἀπό πικρά σέ γλυκά. Τότε στήν καρδιά βλασταίνει ἡ πνευματική παρηγοριά, πού ὅμοιά της δέν ὑπάρχει ἀνάμεσα στίς ἐπίγειες χαρές καί πού εἶναι γνωστή μόνο σ᾿ ὅσους καταγίνονται στόν προσευχητικό θρῆνο καί ἔχουν τό χάρισμα τῶν δακρύων21. Τότε πραγματοποιεῖται ἡ ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου: «Μακάριοι εἶναι ὅσοι πενθοῦν, γιατί αὐτοί θά παρηγορηθοῦν»22. Τότε ὁ ἀγωνιστής ἀπευθύνει στόν ἑαυτό του τήν προτροπή καί διαβεβαίωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Ὁ Κύριος φυλάει ( ὅσους εἶναι ταπεινοί σάν) τά νήπια. Ἐγώ ταπεινώθηκα (σάν νήπιο), καί ὁ Κύριος μ᾿ ἔσωσε. Γύρνα πίσω, ψυχή μου, στήν ἀνάπαυση (τῆς θείας προστασίας), γιατί ὁ Κύριος σέ εὐεργέτησε. Λύτρωσε τή ζωή μου ἀπό τόν θάνατο, τά μάτια μου ἀπό τά δάκρυα καί τά πόδια μου ἀπό τήν πτώση»23. Τότε ὁ ἀγωνιστής, βλέποντας πώς οἱ ἁμαρτωλοί λογισμοί καί τά ἐμπαθή αἰσθήματα ἔχουν χάσει πιά τή δύναμή τους καί μάταια πασχίζουν νά τόν ὑποτάξουν καί νά τόν ἐπηρεάσουν, μέ θάρρος τούς λέει: «Φύγετε μακριά μου ὅλοι ὅσοι δουλεύετε στήν ἀνομία, γιατί ὁ Κύριος ἄκουσε τό δυνατό μου κλάμα. Ὁ Κύριος ἄκουσε τή δέησή μου. Ὁ Κύριος δέχτηκε τήν προσευχή μου»24.
 Ὁλοζώντανα εἰκονίζεται στούς Θρήνους τοῦ προφήτη Ἱερεμία ἡ ψυχική κατάσταση τοῦ μοναχοῦ, πού εἶδε τήν πτώση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί δέν ἀπατήθηκε ἀπό τίς πλάνες τοῦ πρόσκαιρου τούτου κόσμου, ἀλλά ἔστρεψε τά μάτια τῆς ψυχῆς του ἀποκλειστικά σ᾿ αὐτή τήν πτώση καί παραδόθηκε σέ ἀπόλυτη μόνωση καί βαρύ πένθος: «Μετά τήν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν καί τήν ἐρήμωση τῆς Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἱερεμίας κάθησε νά κλάψει. Καί θρήνησε τόν θρῆνο τοῦτο γιά τήν Ἱερουσαλήμ»25. Εἶχε χαθεῖ κάθε ἐλπίδα παροχῆς βοήθειας στήν Ἱερουσαλήμ. Ὅλα πιά ἦταν μάταια. Ὁ θρῆνος μόνο εἶχε ἀπομείνει γι᾿ αὐτήν. Ὁ Ἱερεμίας κήρυσσε, κήρυσσε ἀκατάπαυστα μέ τόν προφητικό του λόγο. Ὄχι μόνο ἄνθρωποι δέν ὑπάρχουν, μά οὔτε καί κτίρια. Δέν ἀπέμειναν παρά χαλάσματα. Ἀνάμεσά τους μποροῦν ν᾿ ἀκούγονται μονάχα θρῆνοι. Ἀλλά κι αὐτούς ποιός τούς καταλαβαίνει; Καί γιατί νά νοιάζεται κανείς, ἄν τούς καταλαβαίνει κάποιος; Ἔτσι ἀκφράζει ὁ Προφήτης τή βαριά, τήν ἀπέραντη θλίψη του. Τά θρηνητικά λόγια του ἀπό τά ἐρείπια ἀντηχοῦν στήν ἔρημο. Θά τ᾿ ἀκούσει ἀπό τόν οὐρανό ὁ Θεός!

Σέ τί θέση βρίσκεται ὁ Προφήτης! Ὁλομόναχος εἶναι ἀνάμεσα στά ἀτέλειωτα χαλάσματα τῆς πόλης. Ὁ μόνος ζωντανός εἶναι ἀνάμασα σέ ἀναρίθμητα σημάδια νέκρας, πού μαρτυροῦν γιά τή χαμένη ζωή –ζωντανός μέσα σέ μιά περιοχή θανάτου. Σάν ζωντανός, ἐκφράζει τή θλίψη του γιά τήν ἀπώλεια τῆς ζωῆς, καλώντας την νά ἐπιστρέψει στήν ἐγκαταλειμμένη κατοικία της καί νά πάρει τή θέση τοῦ φοβεροῦ, ἀναίσθητου θανάτου. «Πῶς ἔμεινε ἔρημη ἡ πόλη, πού εἶχε ἄλλοτε τόσο πολύ λαό!; Σάν χήρα ἀπέμεινε αὐτή πού ἦταν ὀνομαστή στά ἔθνη γιά τόν πληθυσμό της. Ἡ ἀρχόντισσα τῶν χωρῶν σκλαβώθηκε καί πληρώνει φόρο»26.

Ὁ Προφήτης συμβολίζει τόν νοῦ τοῦ μοναχοῦ πού φωτίζεται ἀπό τήν ἀποκαλυμμένη θεία διδασκαλία. Ἡ μεγάλη πόλη εἶναι σύνολος ὁ ἄνθρωπος, ὅπως πλάστηκε ἀπό τόν Θεό. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλης εἶναι τά χαρακτηριστικά, οἱ ἰδιότητες, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ἐχθροί εἶναι οἱ δαίμονες, πού ἦταν ταπεινωμένοι μπροστά στόν ἄνθρωπο πρίν ἀπό τήν πτώση του, ἀλλά ἔγιναν ἀφέντες του μετά τήν πτώση του. Στήν κατάσταση τῆς πτώσεως βρίσκεται, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὁ μοναχός. Ἀντικείμενο τοῦ θρήνου του εἶναι ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, ἀνάμεσά της καί ὁ ἴδιος. Μόνος, ὅμως, θρηνεῖ ὁ μοναχός, γιατί αὐτός μονάχα, φωτισμένος ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, βλέπει τήν πτώση τῆς ἀνθρωπότητας. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι δέν τή βλέπουν, γι᾿ αὐτό καί δέν συμμετέχουν στόν θρῆνο οὔτε τόν κατανοοῦν. Θεωροῦν, μάλιστα, πώς ὁ μοναχός, πού θρηνεῖ, ἔχει χάσει τά λογικά του.
 Ἀλλά γιατί ὁ μοναχός θρηνεῖ γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα; Ἐπειδή συνδέεται μαζί της μέ συγγενική σχέση καί τήν ἀγαπᾶ. Θρηνεῖ, λοιπόν, γιά τόν ξεπεσμό τῆς κοινῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Θρηνεῖ, σάν τόν Προφήτη, στά ἀναίσθητα χαλάσματα, ἀνάμεσα στίς σκόρπιες πέτρες. Τά χαλάσματα καί οἱ πέτρες συμβολίζουν τήν ἀναισθησία τῆς ἀνθρωπότητας, πού δέν συναισθάνεται τίς πτώσεις της καί δέν ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτές τήν ὁδηγοῦν στόν αἰώνιο θάνατο. Μόνος θρηνεῖ ὁ μοναχός, καί τόν θρῆνο του τόν κατανοεῖ μόνο ὁ Θεός. «Κλαίει καί κλαίει ὅλη τή νύχτα», δηλαδή σ᾿ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς, «καί τά δάκρυά του αὐλακώνουν τά μάγουλά του. Ἀπ᾿ ὅλους ὅσοι τόν ἀγάπησαν, κανείς δέν βρίσκεται νά τόν παρηγορήσει. Ὅλοι οἱ φίλοι του τόν ἐγκατέλειψαν, ἔγιναν ἐχθροί του27.
 Γιά νά θρηνήσει κανείς θεάρεστα, πρέπει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους, νά μείνει ὁλομόναχος ὡς πρός τόν νοῦ καί τήν καρδιά. Ὁ Μέγας Βαρσανούφιος εἶπε σ᾿ ἕναν μοναχό, πού ἤθελε νά ζήσει ἡσυχαστικά, νά κλειστεῖ στό κελί σάν σέ τάφο, στήν ἀγαπημένη αὐτή κατοικία τῆς θρηνητικῆς προσευχῆς: «Τό νά μήν ἔχεις καμιά μεριμνά εἶναι ἐκεῖνο πού σέ κάνει νά προσεγγίσεις τήν πόλη (δηλ. τήν ἡσυχία). Καί τό νά μή σέ λογαριάζουν οἱ ἄνθρωποι γιά τίποτα εἶναι ἐκεῖνο πού σέ κάνει νά παραμένεις μέσα στήν πόλη (δηλ. νά ζεῖς πράγματι ἡσυχαστικά). Καί τό νά πεθάνεις γιά ἄνθρωπο εἶναι ἐκεῖνο πού σέ κάνει κληρονόμο τῆς πόλης καί τῶν θησαυρῶν της, (πράγμα πού δείχνει ὅτι ἀπολαμβάνεις πιά τούς καρπούς τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς)»28.
 Οἱ αἰχμαλωτισμένοι ἀπό τούς Βαβυλώνιους Ἰουδαῖοι συμβολίζουν τίς ἑκούσιες θλίψεις, δηλαδή τίς στερήσεις καί τίς σωματικές ἀσκήσεις, στίς ὁποῖες ὑποβάλλει τόν ἑαυτό του ὁ μοναχός μέ σκοπό τήν πληρέστερη βίωση τῆς μετάνοιας, καθώς καί τίς θλίψεις πού παραχωροῦνται ἀπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὁ πνευματικός ἡγέτης τῶν ἀσκήσεων, ὁ θρῆνος, στέλνει στούς αἰχμαλώτους μιάν ἐπιστολή ἀπό τά χαλάσματα τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου μένει ἄφωνος μέσα στή μοναξιά του. Μέ τήν ἐπιστολή τούς ἀναγγέλλει τήν ἀπελευθέρωσή τους μετά τήν παρέλευση κάποιου χρόνου. Γιά τόν πικρό θρῆνο ὑπάρχει ὁ δικός του χρόνος· καί γιά τό ποτήρι τῶν θλίψεων, ἑκούσιων καί ἀκούσιων, ὑπάρχει τό δικό του μέτρο. Αὐτά καθορίζονται ἀπό τόν Θεό, ὅπως λέει ὁ ἀββάς Ἰσαάκ ὁ Σύρος29. Πρωτύτερα, βέβαια, εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Δαβίδ: «Μᾶς δίνεις ψωμί μέ δάκρυα ζυμωμένο καί μᾶς ποτίζεις ἀπό τό γεμάτο δάκρυα ποτήρι τοῦ μέτρου Σου»30 «Τά δάκρυα πού ἔχυσα μπροστά Σου», ὡς μέσο ψυχικοῦ καθαρισμοῦ μου, «τά δέχτηκες, ὅπως ὑποσχέθηκες»31, ὡς μέσο ἐλεήσεως καί σωτηρίας μου. Ὑπῆρξαν περιστάσεις πού «τά δάκρυά μου ἔγιναν τό ψωμί μου τή μέρα καί τή νύχτα»32. Ἦρθαν ὕστερα ἄλλες μέρες. Τότε «ἀνάλογες μέ τό πλῆθος τῶν θλίψεων τῆς καρδιᾶς μου ἦταν οἱ παρηγοριές Σου, πού εὔφραναν τήν ψυχή μου»33. «Ὅταν ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε ἀπό τήν αἰχμαλωσία πίσω στή Σιών, αἰσθανθήκαμε μεγάλη παρηγοριά. Τότε τό στόμα μας πλημμύρισε φωνές χαρᾶς κι ἡ γλώσσα μας διαλάλησε τήν ἀγαλλίασή μας»34. «Ἐσύ, λοιπόν, δοῦλε μου Ἰακώβ» παραγγέλλει ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτη Του Ἱερεμία στόν ἐκλεκτό Του λαό, πού μέ θεία παραχώρηση αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τούς Βαβυλώνιους γιά τίς ἁμαρτίες του, «ἐσύ, λοιπόν, δοῦλε μου Ἰακώβ, μή φοβηθεις· ἐσύ, Ἰσραήλ, μή σκιαχτεῖς· γιατί, νά, ἐγώ ἔρχομαι γιά νά σέ σώσω ἀπό τή μακρινή ἐξορία σου, γιά νά φέρω τούς ἀπογόνους σου πίσω ἀπό τήν αἰχμαλωσία τους. Θά ἐπιστρέψει ὁ Ἰακώβ καί θά ἡσυχάσει καί θά κοιμηθεῖ πιά, χωρίς κανένας νά τόν ἐνοχλεῖ»35.
 Οἱ θλίψεις καί οἱ πόνοι τῆς μετάνοιας κλείνουν μέσα τους τά σπέρματα τῆς παρηγοριᾶς καί τῆς θεραπείας. Αὐτό τό μυστικό τό ἀποκαλύπτει τό πένθος στόν μαθητή του. Ὅσοι μοναχοί καθαρίστηκαν ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, μέ τό πένθος καθαρίστηκαν. Καί ὅσοι ἔφτασαν στή χριστιανική τελειότητα, μέ τά δάκρυα ἔφτασαν. Ἡ ἐργασία αὐτή εἶχε ἰδιαίτερα διαδοθεῖ ἀνάμεσα στούς πολυάριθμους ἡσυχαστές τῆς Κάτω Νιτρίας, στά Κελλία καί σέ ἄλλους ἐρημικούς τόπους. Ἡ ἐργασία αὐτή μετέβαλε τίς στρατιές τῶν μοναχῶν σέ στρατιές ἀγγέλων.
 Ὅταν ὁ ἰδρυτής τῆς Σκήτεως ὅσιος Μακάριος ὁ Μέγας, τόν ὁποῖο οἱ ἄλλοι ἐρημίτες ἀποκαλοῦσαν “πατέρα πατέρων”, ἔφτασε σέ βαθιά γεράματα, οἱ μοναχοί τοῦ ὄρους τῆς Νιτρίας, τό ὁποῖο βρισκόταν πολύ κοντά στή Σκήτη, τόν παρακάλεσαν νά τούς ἐπισκεφθεῖ. Ὁ Ὅσιος πῆγε. Πλῆθος μοναχῶν, πού ἡσύχαζαν ἐκεῖ, μαζεύτηκαν γύρω του καί τοῦ ζητοῦσαν λόγια ὠφέλιμα. Δάκρυσε ὁ Μακάριος καί εἶπε: «Ἄς κλάψουμε, ἀδελφοί! Ἄς κατεβάσουν δάκρυα τά μάτια μας, πρίν φύγουμε γιά ἐκεῖ ὅπου τά δάκρυά μας θά κατακάψουν τά σώματά μας!». Ἔκλαψαν ὅλοι, ἔπεσαν μέ τά πρόσωπα στή γῆ καί εἶπαν: «Προσευχήσου, πάτερ, γιά μᾶς!»36. Ἔχοντας τό χάρισμα τῶν δακρύων, ὁ ἄγιος διδάσκαλος τῶν ἀρχαίων ἁγίων μοναχῶν τούς ἔκανε μιά σύντομη διδαχή γιά τά δάκρυα, συνοψίζοντας ὅλη τή διδασκαλία γιά τή μοναχική ζωή. Κι ἐκεῖνοι πού τόν ἄκουσαν, ἔχοντας παρόμοιο χάρισμα, τό ἐκδήλωσαν, ὅταν ἀντιλήφθηκαν τό νόημα καί τήν εὐρύτητα τῆς διδαχῆς. Κάθε σχόλιο εἶναι περιττό.
 Τό χάρισμα τῶν δακρύων, αὐτή ἡ ἐπισκίαση τῆς θείας χάριτος, τούς περισσότερους ἀγωνιστές τούς ἐπισκέπτεται τήν ὥρα τῆς προσεκτικῆς προσευχῆς, ὄντας συνηθισμένος καρπός της. Σέ ἄλλους ἔρχεται τήν ὥρα τῆς μελέτης. Καί σέ ἄλλους τήν ὥρα κάποιας διακονίας. Ἔτσι, ὁ Ὅσιος Κύριλλος τοῦ Μπιελοζέρσκ (9 Ἰουνίου) ἔκλαιγε καθώς διακονοῦσε στό μαγειρεῖο τῆς Μονῆς Σιμωνώφ. Βλέποντας τήν ὑλική φωτιά θυμόταν τήν ἄυλη καί ἄσβεστη φωτιά τῆς αἰωνίας κολάσεως κι ἔχυνε ποτάμι τά δάκρυα. Ὁ Ὅσιος, νομίζοντας ὅτι στήν ἡσυχία ἡ κατάνυξή του θά βάθαινε καί τά δάκρυά του θά πλήθαιναν, θέλησε νά ἀπομονωθεῖ στό κελί του. Μέ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις εὐνοϊκές γιά τήν ἐκπλήρωση τῆς ἐπιθυμίας του. Ἀλλά τί ἔγινε τότε; Μόλις ἀπομακρύνθηκε ἀπό τίς αἰτίες τῆς κατανύξεως, στέρεψαν τά δάκρυα. Ἔτσι ὁ Κύριλλος παρακάλεσε τόν ἡγούμενο νά τόν ξαναστείλει στή φωτιά τοῦ μαγειρείου, ὅπου ξαναβρῆκε τήν κατάνυξη.
 Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς συμβουλεύουν νά ἐμμένουμε στήν ἐργασία ἐκείνη πού μᾶς φέρνει τά δάκρυα. Γιατί τά δάκρυα εἶναι πνευματικός καρπός τῆς μοναχικῆς μας ἀσκήσεως. Ὀφείλουμε, λοιπόν, νά ἀποκτήσουμε τόν καρπό μέ τά μέσα ἐκεῖνα, μέ τά ὁποῖα στέργει ὁ Θεός νά μᾶς τόν δώσει.
 Ὁ ἀββάς Θεόδωρος τοῦ Ἐνάτου ἔλεγε ὅτι γνώριζε ἕνα μοναχό πού ἡσύχαζε σέ κελί καί εἶχε ὡς ἐργόχειρο τό πλέξιμο σχοινιῶν. Ὁ μοναχός αὐτός, ὅταν καθόταν νά πλέξει σχοινί καί νά ἐπιδοθεῖ συνάμα στή νοερά προσευχή, ξεσποῦσε σέ δάκρυα. Τότε ἄφηνε τό ἐργόχειρο καί σηκωνόταν γιά ν᾿ ἀσχοληθεῖ μόνο μέ τήν προσευχή, ἀλλά ἀμέσως τά δάκρυα σταματοῦσαν. Ξανακαθόταν καί ἔπιανε τό σχοινί, συγκεντρώνοντας τούς λογισμούς του, καί τά δάκρυα ξανάρχονταν. Ὅμοια ἔρχονταν καί ὅταν καθόταν νά διαβάσει. Σταματοῦσαν, ὅμως, ὅταν σηκωνόταν νά προσευχηθεῖ, γιά νά ξανάρθουν μόλις ἔπιανε πάλι τό βιβλίο. «Σωστά λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες», σχολίαζε ὁ ἀββάς Θεόδωρος, «ὅτι τό πένθος εἶναι δάσκαλος. Αὐτό διδάσκει κάθε ἄνθρωπο ὅ,τι τόν ὠφελεῖ»37.
 Κάποιος ἄλλος Γέροντας ἔλεγε ὅτι «κάθε ἄλλο ἁμάρτημα, πού μπορεῖ νά διαπράξει ἕνας ἄνθρωπος, βρίσκεται ἔξω ἀπό τό σῶμα του· ὅποιος, ὅμως, πορνεύει, βεβηλώνει τό ἴδιο του τό σῶμα»38, γιατί ἀπό τό σῶμα ξεχύνεται ἡ ἀκαθαρσία πού τόν μολύνει. Ἔτσι καί κάθε ἀρετή, πού ἔχει ἕνας ἄνθρωπος, βρίσκεται ἔξω ἀπό τό σῶμα του· ὅποιος, ὅμως, καθημερινά θρῆνει, καθαρίζει καί τό σῶμα. Γιατί τά δάκρυα, κυλώντας ἀπό πάνω, ἀπαλλάσουν τό σῶμα ἀπό τήν ἀκαθαρσία του39.

«Ὅποιος πραγματικά μετανοεῖ», λέει ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «τή μέρα πού δέν ἔκλαψε, τή θεωρεῖ χαμένη, ἔστω κι ἄν ἔπραξε στή διάρκειά της κάποια ἄλλα καλά»40. Ὅσο ὑψηλή ζωή κι ἄν ζοῦμε, αὐτή εἶναι ψεύτικη καί ἄκαρπη, ἄν δέν ἀποκτήσουμε καρδιά συντριμμένη. «Πρέπει, πρέπει ὁπωσδήποτε, γιά νά τό πῶ ἔτσι, ὅσοι μολύνθηκαν πάλι μετά τό Βάπτισμα, νά ἀφαιρέσουν τήν πίσσα ἀπό τά χέρια τους μέ τήν ἀκατάσβεστη φωτιά τῆς καρδιᾶς τους καί μέ τό λάδι (τῆς εὐσπλαχνίας) τοῦ Θεοῦ»41. «Δέν θά κατηγορηθοῦμε, ἀγαπητοί μου, δέν θά κατηγορηθοῦμε τήν ὥρα τοῦ θανάτου μας, ἐπειδή δέν κάναμε θαύματα ἤ ἐπειδή δέν θεολογήσαμε ἤ ἐπειδή δέν φτάσαμε στή θεία θεωρία. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, θά δώσουμε λόγο στόν Θεό, ἐπειδή δέν πενθήσαμε ἀδιάλειπτα»42, δέν παραμείναμε, δηλαδή, στή διαρκή σωτήρια λύπη γιά τίς ἁμαρτίες καί τήν ἁμαρτωλότητά μας.

Ἄν καί τό πένθος πάντοτε, ἄλλοτε περισσότερο καί ἄλλοτε λιγότερο, στεφανώνεται μέ τά δάκρυα, μερικοί ἀγωνιστές, ὅπως φαίνεται ἀπό τά παρηγορητικά λόγια πού τούς ἀπευθύνουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, καταπονοῦνται μέ τόν καιρό ἀπό τό βάρος τοῦ πένθους, χωρίς νά βρίσκουν δάκρυα ἀνακουφίσεως καί ἀναψυχῆς. Ἄς μήν ξεχνοῦν, ὅμως, ὅτι μετάνοια οὐσιαστικά σημαίνει ταπείνωση καί συντριβή τοῦ πνεύματός μας43, σημαίνει θρῆνο τοῦ πνεύματος ἀπό ταπείνωση. Ὅταν τό πνεῦμα πενθεῖ, ἐπειδή, λόγω ἀνεπάρκειας σωματικῶν δυνάμεων, δέν μπορεῖ νά ἐκδηλώσει μέ σωματικές ἀσκήσεις καί ἐνέργειες τή μετάνοια τῆς ψυχῆς, τότε αὐτό τό πένθος ἀντικαθιστᾶ ὅλες τίς σωματικές ἀσκήσεις καί ἐνέργειες, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές καί τά δάκρυα44.
 Τῷ Θεῷ πρέπει κάθε δόξα τιμή καί προσκύνηση,
τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!

1Ψαλμ. 83 : 6-8.
2Ψαλμ. 125 : 5-6.
3Πρβλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὅ.π., Ζ΄, 36· Ὁσίου Νείλου Σόρσκι, ὅ.π., Η΄.
4Ψαλμ. 118 : 136.
5Βλ. Ματθ. Ε΄:3.
6Βλ. Ματθ. Ε΄: 4.
7Ὁσίων Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου, ὅ.π., σπε΄(285).
8Ὅ.Π., ΛΓ΄, 16.
9Βλ. Κριτ. 1 : 12-15.
10Πρβ. Ὁσίου Νείλου Σόρσκι, ὅ.π., Η΄
11Ὅ.π., Ζ΄:5.
12Ψαλμ. 101 : 5-10.
13Ψαλμ. 6 : 7.
14Ὅσίου Νείλου Σόρσκι, ὅ.π., Η΄.
15Ὅσίου Νείλου Σόρσκι, ὅ.π., Η΄· Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, ὅ.π., ΟΓ΄, 66.
16Πρβλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὅ.π., Ζ΄, 60.
17Ψαλμ. 37 : 9.
18Βλ. ΚΗ΄, 6.
19Ά Θεσ. Ε΄: 21.
20Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, ὅ.π., ΝΗ΄3.
21Πρβλ. Ὁσίου Νείλου Σόρσκι, ὅ.π., Η΄.
22Ματθ. Ε΄: 4.
23Ψαλμ. 114 : 6-8.
24Ψαλμ. 6 : 9-10.
25Θρ. Ἱερ. 1 : 1.
26Θρ. Ἱερ. 1 : 1.
27Πρβλ. Θρ. Ἱερ. 1 : 2.
28Ὁσίων Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου, ὅ.π., λη΄.
29Βλ. ὅ.π., Ε΄, 4· ΙΗ΄, 14-15· ΟΣΤ΄, Περί τοῦ παλαιοῦ γέροντος, 5.
30Ψαλμ. 79 : 6.
31Ψαλμ. 55 : 9.
32Ψαλμ. 41 : 4.
33Ψαλμ. 93 : 19.
34Ψαλμ. 125 : 1-2.
35Ἱερ. 26 : 27.
36Τό Γεροντικόν, Ἀββάς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ἀπόφθεγμα λδ΄.
37Τό Μέγα Γεροντικόν, τ. 1, κεφ. Γ΄, 53.
38Α΄ Κορ. στ΄: 18.
39Τό Μέγα Γεροντικόν, τ. 1, κεφ. Γ΄, 75.
40Κλῖμαξ, Ε΄15.
41Ὅ.π., ζ΄, 65.
42Ὅ.π., Ζ΄, 73.
43Βλ. Ψαλμ. 50 : 19.
44Πρβλ. Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, ὅ.π., ΝΗ΄, 3 καί 29.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Ἀπό τό βιβλίο: “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ” τομ. Α΄

Ἐκδόσεις: Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς

http://tokandylaki.blogspot.ca/2014/10/blog-post_56.html