Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία (Ε')


Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.



Ε'. Πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο πάλι ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκόνα καὶ τύπος τῆς ψυχῆς καθ' ἑαυτὴ

Ἐδίδασκε ἀκόμα, ὅτι δὲν ἔχει μόνο τὴ δυνατότητα ἡ ἁγία Ἐκκλησία νὰ εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρου, ποὺ ἀποτελεῖται κατὰ τὴ σύνθεσή του ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή. Εἶναι ἐπίσης εἰκόνα καὶ τῆς ψυχῆς τῆς ἴδιας, ὅταν τὴ θεωρήσωμε καθ' ἑαυτὴ μὲ τὸ λόγο.

Ἔλεγε, ὅτι ἡ ψυχὴ γενικὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ νοερὴ καὶ ζωτικὴ δύναμη κι ὅτι ἡ νοερὴ δύναμη κινεῖται μὲ αὐτεξούσια θέληση, ἐνῷ ἡ ζωτικὴ μένει ἀκίνητη μέσα στὴ φύση της, χωρὶς τὴ δύναμη τῆς ἐκλογῆς. Συνεχίζοντας, ἔλεγε, ὅτι στὸ νοερὸ μέρος ἀνήκουν ἡ θεωρητικὴ μαζὶ καὶ ἡ πρακτικὴ δύναμη• ὅτι ἡ θεωρητικὴ δύναμη λέγεται νοῦς, ἐνῷ ἡ πρακτικὴ λόγος. Ὁ νοῦς εἶναι ποὺ κινεῖ τὴ νοερὴ δύναμη• γιὰ τὴ ζωτικὴ ἀσκεῖ πρόνοια ὁ λόγος. Ὁ ἕνας εἶναι καὶ καλεῖται σοφία, κι ἐννοῶ τὸ νοῦ, ὅταν φυλάγη ὁλότελα ἀπαράτρεπτες τὶς κινήσεις του πρὸς τὸ Θεό. Ὅμοια καὶ ὁ λόγος εἶναι καὶ λέγεται φρόνηση, ὅταν μὲ τὶς πράξεις ἑνώνοντας μὲ τὸ νοῦ φρόνιμα τὴ ζωτικὴ δύναμη, ποὺ κατευθύνει προνοητικά, τὴν παρουσιάζη σύμφωνη μαζί του, ἀφοῦ ἔχει τὴν ἴδια μ' αὐτὸν κι ὅμοια σφραγῖδα τοῦ Θεοῦ κερδισμένη μὲ τὴν ἀρετή. Ἔλεγε, ὅτι αὐτὴ μοιράζεται φυσικὰ καὶ στὸ νοῦ καὶ στὸ λόγο, ὥστε νὰ εἶναι μᾶλλον καὶ νὰ φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἡ ψυχὴ ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ τὸ λόγο, ἐπειδὴ εἶναι νοερὴ καὶ λογική. Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ζωτικὴ δύναμη θεωρεῖται δύναμη καὶ τῶν δύο —τοῦ νοῦ ἐννοῶ καὶ τοῦ λόγου— κατὰ ἰσότητα. Οὔτε εἶναι ὀρθὸ νὰ ἐννοήσωμε ὅτι ἕν’ ἀπ' αὐτὰ εἶναι ἄμοιρο ἀπὸ ζωή, ἀλλὰ ὅτι αὐτὴ μοιράζεται καὶ στὰ δύο. Χάρη στὴ ζωὴ ὁ νοῦς, ποὺ εἴπαμε ὅτι λέγεται καὶ σοφία, προχωρῶντας στὴν ἁπλότητα μὲ τὴ θεωρητικὴ ἐνέργεια μέσα σὲ ἀπόρρητη σιωπὴ καὶ γνώση ὁδηγεῖται στὴν ἀλήθεια μὲ τὴν ἀλησμόνητη καὶ ἀδιάκοπη γνώση. Καὶ ὁ λόγος, ποὺ τὸν ἐκαλέσαμε φρόνηση, μὲ τὴ σύμφωνη μὲ τὴν ἀρετὴ πρακτικὴ ἐνέργεια τοῦ σώματος, καταλήγει, περνῶντας ἀπὸ τὴν πίστη, στὸ ἀγαθό. Ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ ἀπαρτίζεται ἡ ἀληθινὴ ἐπιστήμη τῶν θείων κι ἀνθρώπινων πραγμάτων, ἡ ἀληθινὰ ἄσφαλτη γνώση, ὅλης της θεϊκώτατης χριστιανικῆς φιλοσοφίας ἡ κατάληξη.(24)

Εἶναι ἀνάγκη νὰ μιλήσωμε καθαρώτερα γι' αὐτά. Ἡ ψυχή, ἔλεγε, ἔχει δύο δυνάμεις, μία τὴ θεωρητική, ὅπως ἔχει εἰπωθῆ, καὶ μία τὴν πρακτική. Τὴ θεωρητικὴ τὴν ἔλεγε νοῦ, τὴν πρακτικὴ λόγο. Καὶ τὶς ἔλεγε ἔτσι, σὰν βασικὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Καὶ πάλι, ἔλεγε, τὸ νοῦ σοφία καὶ τὸ λόγο φρόνηση, σὰν βασικὲς ἐνέργειες. Λεπτομερέστερα πάλι, ἒλεγε, ὅτι στὴν ψυχὴ ἀνήκουν, κατὰ τὴ νοερὴ φύση της, ὁ νοῦς, ἡ σοφία, ἡ θεωρία, ἡ γνώση, ἡ ἀλησμόνητη γνώση• κατάληξή τους εἶναι ἡ ἀλήθεια. Κατὰ τὴ λογικὴ φύση της εἶναι λόγος, φρόνηση, πράξη, ἀρετή, πίστη• κατάληξη τούτων εἶναι τὸ ἀγαθό.

Ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό, ἔλεγε, δηλώνουν τὸ Θεό• ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια τὸν δηλώνει, ὅταν εἶναι νὰ δηλωθῆ τὸ θεῖο κατὰ τὴν οὐσία του, γιατί ἡ ἀλήθεια εἶναι πρᾶγμα ἁπλό, μόνο, ἕνα, ἴδιο, ἀσύνθετο, ἀμετάβλητο, ἀνεπίδεχτο πάθους, ἀλάθευτο, ἐντελῶς χωρὶς διάσταση. Καὶ τὸ ἀγαθὸ τὸν δηλώνει, ὅταν τὸ θεῖο σημαίνεται ἀπὸ τὴν ἐνέργειά του• γιατί τὸ ἀγαθὸ εἶναι τέτοιο, ὥστε νὰ εὐεργετῆ, νὰ προνοῆ γιὰ ὅσα προέρχονται ἀπ' αὐτὸ καὶ νὰ τὰ παρακολουθῆ σὰν φρουρός. Κατὰ τὴ γνώμη τῶν γραμματικῶν, τὸ ἀγαθὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ «ἄγαν» καὶ «εἶναι» ἢ «τεθεῖσθαι» ἢ «θέειν». Γι' αὐτὸ χαρίζει σὲ ὅλα τὰ ὄντα τὴν ὕπαρξη (εἶναι), τὴ διατήρηση (τεθεῖσθαι) καὶ τὴν κίνηση (θέειν).(25)

Οἱ πέντε, λοιπόν, συζυγίες ποὺ στοχαζόμαστε σχετικὰ μὲ τὴν ψυχή, ἔλεγε, ὅτι στρέφονται γύρω ἀπὸ τὴ μία συζυγία, ποὺ φανερώνει τὸ Θεό. Μὲ τὴ λέξη τώρα συζυγία ἐννοῶ τὸ νοῦ καὶ τὸ λόγο, τὴ σοφία καὶ τὴ φρόνηση, τὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη, τὴ γνώση καὶ τὴν ἀρετή, τὴν ἀλησμόνητη γνώση καὶ τὴν πίστη. Ἡ συζυγία ποὺ φανερώνει τὸ Θεὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό. Μὲ τὴ βοήθειά τους, ἡ ψυχὴ κινεῖται προοδευτικὰ κι ἑνώνεται μὲ τὸ Θεὸ τῶν ὅλων κι ἐπιτυχαίνει νὰ μιμηθῆ τὴ σταθερότητα κι εὐεργετικότητα τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐνέργειάς του μὲ τὴ σταθερὴ κι ἀμετακίνητη κατὰ τὴν προαίρεση ἕξη της πρὸς τὸ καλό.(26)

Ἂς ἀναμείξω ἐδῶ μία μικρὴ ἀλλὰ πρόσφορη ἀπεικόνιση τούτων. Ἴσως αὐτὴ ἐδῶ νὰ εἶναι ἡ θεϊκὴ δεκάδα τῶν χορδῶν στὸ πνευματικὸ ψαλτήριο τῆς ψυχῆς. Ἡ δεκάδα ποὺ ὁ λόγος της δίνει ἦχο μὲ τὴν κρούση τοῦ πνεύματος διὰ μέσου τῆς ἄλλης μακάριας δεκάδας τῶν ἐντολῶν κι ἀπεργάζεται τοὺς τέλειους κι ἁρμονικοὺς φθόγγους μὲ τὴ νοητὴ μελωδία, μὲ τοὺς ὁποίους ὑμνοῦμε τὸ Θεό. Τοῦτο γιὰ νὰ μάθω ἐγώ, πρῶτο, ποιὸς ὁ λόγος τῆς δεκάδας ποὺ ψάλλει καὶ τῆς δεκάδας ποὺ ψάλλεται. Καὶ δεύτερο, πῶς ἡ μιὰ δεκάδα μυστικὰ ἑνωμένη μὲ τὴν ἄλλη δεκάδα κι ἁρμονισμένη ἐπαναφέρει τὸν Ἰησοῦ, τὸ δικό μου Θεὸ καὶ Σωτῆρα συμπληρωμένο ἀπὸ μένα, ποὺ σώζομαι ἀπ' αὐτόν, στὸν ἑαυτό του, ποὺ εἶναι πάντα σὲ τέλεια πληρότητα καὶ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ σταθῆ ἔξω ἀπ’ τὸν ἑαυτὸ του• καὶ ποὺ ἀπ' τ' ἄλλο μέρος ἀποκαθιστᾶ μὲ τὸν ἑαυτό μου ἐμένα τὸν ἄνθρωπο, κατὰ θαυμαστὸ τρόπο, καὶ πιὸ πολὺ μ' ἐνώνει μὲ τὸ Θεό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔλαβα κι ἔχω τὸ εἶναι καὶ πρὸς τὸν ὁποῖο κατευθύνομαι βιαστικά, ποθῶντας ἀπὸ μακρυὰ νὰ προσλάβω τὸ ἀληθινὸ εἶναι.

Τοῦτο ὅποιος μπόρεσε νὰ ἐννοήση, ἐπειδὴ ἔζησε ὅσα λέμε, θὰ καταλάβη ὁπωσδήποτε τὸ ἀξίωμά του, ἀφοῦ τὸ ἐγνώρισε ἤδη μ' ἐνάργεια στὴ ζωή του, πῶς δηλαδὴ μπορεῖ ν' ἀποδοθῆ στὴν εἰκόνα τὸ κατ' εἰκόνα, πῶς μπορεῖ νὰ τιμηθῆ τὸ ἀρχέτυπο, ποιὰ δύναμη κρύβει τὸ μυστήριό τῆς σωτηρίας μας καὶ γιὰ ποιοῦ χάρη πέθανε ὁ Χριστός. Θὰ καταλάβη ἀκόμα πῶς μποροῦμε νὰ μείνωμε ἐμεῖς μέσα σ' ἐκεῖνον κι ἐκεῖνος μέσα σέ μᾶς, ὅπως εἶπε, καὶ πῶς εἶναι ἴσιος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀληθινὰ ὅλα τὰ ἔργα του. Ἂς ἐπαναφέρωμε ὅμως τὴ σειρὰ τῶν σκέψεών μας στὸ θέμα κι ἂς περιοριστοῦμε σχετικὰ σ' αὐτὰ τὰ λίγα.(27)

Ἐδίδασκε, ὅτι ὁ νοῦς, περνῶντας ἀπὸ τὴ σοφία, ἔρχεται στὴ θεωρία, ἀπὸ τὴ θεωρία στὴ γνώση, ἀπὸ τὴ γνώση στὴν ἀλησμόνητη γνώση κι ἀπὸ τὴν ἀλησμόνητη γνώση στὴν ἀλήθεια. Γύρω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια βρίσκει ὁ νοῦς τὸ ὅριο τῆς πορείας του καὶ προσδιορίζονται ἡ οὐσία, ἡ δύναμη, ἡ ἕξη καὶ ἡ ἐνέργειά του.(28)

Ἔλεγε, ὅτι ἡ δύναμη τοῦ νοῦ εἶναι, ἡ σοφία κι ὅτι αὐτὸς εἶναι σοφία δυνάμει• ἡ θεωρία ὅτι εἶναι ἕξη καὶ ἡ γνώση ἐνέργεια• ἡ ἀλησμόνητη γνώση ὅτι εἶναι τῆς σοφίας, τῆς θεωρίας καὶ τῆς γνώσης —δηλαδὴ τῆς δύναμης, τῆς ἕξης καὶ τῆς ἐνέργειας— ἡ ἀσταμάτητη καὶ σύμφωνη μὲ τὴν ἕξη ἀεικινησία γύρω ἀπὸ τὸ ἄξιο νὰ γίνη γνωστὸ καὶ ποὺ ὑπερβαίνει κάθε γνώση. Τέλος τῆς ἀεικινησίας εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἐπειδὴ εἶναι κάτι ποὺ γνωρίζεται ἀλησμόνητα. Καὶ τοῦτο εἶναι ἄξιο γιὰ θαυμασμό, πῶς δηλαδὴ τὸ ἀλησμόνητο παύει, ἀφοῦ καθοριστῆ ἢ ἀφοῦ περατώση τὴν κίνησή του στὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ὁ Θεός. Εἶναι πραγματικὰ ἡ ἀλήθεια ὁ Θεὸς καὶ γύρω του ἀδιάκοπα κι ἀλησμόνητα κινεῖται ὁ νοῦς, χωρὶς νὰ μπορῆ νὰ σταματήση ποτέ, ἀφοῦ δὲ βρίσκει τέλος στὴν κίνησή του ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει καθόλου διάσταση. Γιατί τὸ ἐκπληκτικὸ μέγεθος τῆς θείας ἀπεραντοσύνης εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἔχει ποσό, δὲν ἔχει μέρη, εἶναι ὁλότελα χωρὶς διάσταση καὶ δὲν ἔχει ὁποιαδήποτε ἀντίστοιχη κατανόηση ποὺ νὰ φτάνη τὸ Θεό, γιὰ νὰ γνωρίσωμε, ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτὸς στὴν οὐσία του. Κι ὅ,τι δὲν ἔχει διαστάσεις καὶ δὲ γίνεται κατανοητὸ μὲ κάποιο τρόπο, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὸ προσπελάση.(29).

Ὅμοια, ἔλεγε, κι ὁ λόγος περνώντας ἀπὸ τὴ φρόνηση φτάνει στὴ πράξη κι ἀπὸ τὴν πράξη στὴν ἀρετὴ κι ἀπὸ τὴν ἀρετὴ στὴν πίστη, τὴν ἀληθινὰ σταθερὴ κι ἀσκόνταφτη πληροφορία τῶν θείων. Αὐτὴν τὴν ἔχει πρῶτα δυνάμει ὁ λόγος χάρη στὴ φρόνηση καὶ τὴ φανερώνει ἔπειτα μὲ τὴν ἀρετὴ ἐνεργητικά, μὲ τὴν ἐκδήλωση πάνω στὰ ἔργα. Γιατὶ ἡ πίστη χωρὶς ἔργο εἶναι κάτι νεκρό, ὅπως ἔχει γραφῆ, καὶ κάθε νεκρὸ καὶ ἄπραχτο ποτὲ κανένας φρόνιμος δὲ θὰ τολμήση νὰ πῆ πὼς συγκαταλέγεται μὲ τὰ καλά. Κι ἀπὸ τὴν πίστη φτάνει στὸ ἀγαθό, ὅπου τελειώνει τὴν πορεία του ὁ λόγος. Μπαίνει ἔτσι τέλος στὶς ἀνάλογες μὲ τὴ φύση του ἐνέργειες, γιατί προσδιορίζεται ἡ δύναμη, ἡ ἕξη καὶ ἡ ἐνέργεια.(30)

Γιατί, ἔλεγε, δύναμη τοῦ λόγου εἶναι ἡ φρόνηση, κι ὁ ἴδιος ὁ λόγος εἶναι φρόνηση δυνάμει. Ἔλεγε ὅτι ἡ πράξη εἶναι ἕξη κι ἡ ἀρετὴ ἐνέργεια. Κι ἡ πίστη ὅτι εἶναι τῆς φρόνησης καὶ τῆς πράξης καὶ τῆς ἀρετῆς —δηλαδὴ τῆς δύναμης, τῆς ἕξης καὶ τῆς ἐνέργειας— μιὰ ἐσωτερικὴ κι ἀναλλοίωτη σταθερότητα. Αὐτῆς τὸ ἔσχατο ὅριο εἶναι τὸ ἀγαθό, ὅπου ὁ λόγος βάζει τέλος στὴν κίνησή του καὶ σταματᾶ.

Γιατί τὸ ἀγαθὸ εἶναι ὁ Θεὸς κι εἶναι φυσικὸ νὰ περατώνεται σ' αὐτὸν κάθε δύναμη ὁποιουδήποτε λόγου.

Πῶς τώρα καὶ μὲ ποιὸ τρόπο κατορθώνεται καθένα ἀπ' αὐτὰ καὶ πραγματοποιεῖται, καὶ ποιὲς δυνάμεις ἐναντιώνονται σὲ καθένα ἀπ’ αὐτὰ ἢ ἐναρμονίζονται μαζί τους καὶ γιὰ πόσο χρόνο, τόσο ὁ προσδιορισμὸς ὅσο κι ἡ ἔκθεσή τους, δὲν εἶναι θέμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀπασχολήση τὴν ἀνάλυση αὐτή.

Κατὰ τὴ γνώμη μου σχετικὸ μ' αὐτὴ εἶναι τοῦτο. Κάθε ψυχή, ὅταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴ δική της φιλοπονία καὶ προθυμία μπορέση νὰ τὰ ἑνώση καὶ νὰ τὰ συνυφάνη αὐτὰ μεταξὺ τους —τὸ λόγο δηλαδὴ μὲ τὸ νοῦ, τὴ φρόνηση μὲ τὴ σοφία, τὴν πράξη μὲ τὴ θεωρία, τὴν ἀρετὴ μὲ τὴ γνώση καὶ τὴν πίστη μὲ τὴν ἀλησμόνητη γνώση— χωρίς νὰ μειώνεται ἢ νὰ ὑπερβάλλεται κανένα ἔναντι τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ ν' ἀποκλείεται μᾶλλον κάθε ὑπερβολὴ καὶ κάθε μείωση,(31) καὶ μ' ἕνα λόγο, ὅταν μπορέση νὰ μεταβάλη σὲ μονάδα τὴ δεκάδα της, τότε κι αὐτὴ θὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν ἀγαθὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό, τὸν ἕνα καὶ μόνο.(32) Θὰ ἔχη γίνει ὡραία καὶ μεγαλόπρεπη καὶ παρόμοια μ' Ἐκεῖνον κατὰ τὸ δυνατὸ μὲ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν τεσσάρων γενικῶν ἀρετῶν, ποὺ δηλώνουν τὴν πνευματικὴ θεία δεκάδα καὶ περιέχουν καὶ τὴν ἄλλη μακάρια δεκάδα τῶν ἐντολῶν.

Γιατί ἡ τετράδα εἶναι δυνάμει δεκάδα, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ μονάδα ἀπαρτίζεται προοδευτικὰ μὲ σειρά. Καὶ ἡ ἴδια εἶναι πάλι μονάδα, γιατί περιέχει τὸ ἀγαθὸ σὲ συνολικὴ ἑνότητα καὶ δείχνει ἐπάνω στὸν ἑαυτό της ἀχώριστα μοιρασμένη τὴν ἁπλῆ κι ἀσύνθετη θεία ἐνέργεια.(33) Μὲ τὶς ἀρετὲς αὐτές, ὅ,τι ἦταν δικό της ἡ ψυχὴ τὸ ἐκράτησε σταθερὰ ἀπαραβίαστο, πέταξε ὅμως ἀνδρικὰ τὸ ξένο σὰν πονηρό. Γιατί ἔχει νοῦ στοχαστικό, σοφία γνωστική, θεωρία ἔμπραχτη κι ἐνάρετη γνώση, καὶ τὴ γνώση τὴν ἀλησμόνητη ποὺ τὶς ἀκολουθεῖ, ἀσφαλισμένη μαζὶ κι ἀμετάβλητη καὶ γιατί ἔκαμε προσφορὰ στὸ Θεὸ ταιριασμένα μὲ φρόνηση, τὰ αἴτια μὲ τὰ αἰτιατά, τὶς ἐνέργειες μὲ τὶς δυνάμεις. Ἄντιδωρήθηκε γι' αὐτὸ μὲ τὴ θέωση, ποὺ προξενεῖ τὴν ἁπλότητα.(34)

Ἡ ἐνέργεια εἶναι καὶ ἐκδήλωση. Τοῦ νοῦ ἐκδήλωση εἶναι ὁ λόγος σὰν ἀποτέλεσμα αἰτίας, τῆς σοφίας ἡ φρόνηση, τῆς θεωρίας ἡ πράξη, τῆς γνώσης ἡ ἀρετή, τῆς ἀλησμόνητης γνώσης ἡ πίστη. Ἀπὸ αὐτὰ δημιουργεῖται ἡ ἐνδιάθετη σχέση μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό, δηλαδὴ τὸ Θεό.(35) Τὴν ὠνόμαζε τὴ σχέση αὐτὴ θεϊκὴ ἐπιστήμη κι ἄσφαλτη γνώση, ἀγάπη καὶ εἰρήνη. Σ' αὐτὲς βρίσκεται καὶ μ' αὐτὲς ἐπιτυχαίνεται ἡ θέωση. Εἶναι ἐπιστήμη, ἐπειδὴ ἀποτελεῖ ὁλοκλήρωση τῆς γνώσης γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὰ θεῖα, ὅση μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ πραγματοποιήση, κι ἀσφαλισμένο περιτείχισμα τῶν ἀρετῶν. Εἶναι γνώση, ἐπειδὴ ἔχει ἐπιτύχει γνήσια τὴν ἀλήθεια καὶ μᾶς δίνει ἀδιάκοπη ἐμπειρία γιὰ τὴ θεότητα. Ἀγάπη, γιατί μετέχει ὁλόκληρη ἀπὸ διάθεση σ' ὁλόκληρη τὴν εὐφροσύνη, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Εἰρήνη τέλος, ἐπειδὴ μετέχει στὰ ἴδια συναισθήματα μὲ τὸ Θεὸ καὶ προετοιμάζει στὰ αἰσθήματα αὐτὰ ὅποιους ἀξιώθηκαν νὰ τὴ δεχθοῦν.(36)

Ἂν δηλαδὴ τὸ θεῖο εἶναι ὁλότελα ἀκίνητο, ἀφοῦ δὲν ἔχει τίποτ' ἀπὸ πουθενὰ γιὰ νὰ τὸ ἐνόχληση —ποιὸ εἶναι ποὺ θὰ φτάση τὸ δικό του ὕψος;— καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀκλόνητη κι ἀμετακίνητη σταθερότητα καί, κοντὰ σ' αὐτή, καὶ ἀδιατάραχτη χαρά, δὲ συμμερίζεται τάχα τὴ θεϊκὴ κατάσταση καὶ κάθε ψυχή, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δοκιμάση τὴ θεϊκὴ εἰρήνη; Γιατί δὲν ἔχει ξεπεράσει μόνο τὰ μειονεκτήματα τῆς κακίας καὶ τῆς ἀγνωσίας, τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πονηρίας, ποὺ εἶναι ἀντίθετες στὴν ἀρετὴ καὶ τὴ γνώση, στὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό, κακίες ποὺ παρακολουθοῦν τὶς κινήσεις τῆς ψυχῆς τὶς ἀντίθετες μὲ τὴ φύση της. Ξεπερνᾶ τώρα —ἂν μπορῶ νὰ πῶ— τὰ ὅρια τῆς ἴδιας τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς γνώσης, τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀγαθότητας, ποὺ ἐμεῖς διακρίναμε, καὶ ἀναπαύεται, μὲ τρόπο ἀνείπωτο καὶ ἄγνωστο, στὴν παραπάνω ἀπὸ ἀληθινὴ καὶ παραπάνω ἀπὸ ἀγαθὴ κλίνη τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ἀδιάψευστη ὑπόσχεσή του. Γιατί κανένα, ἀπὸ ὅσα εἶναι στὴ φύση τους νὰ τὴν ἐνοχλοῦν, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φτάση στὸ κρυφὸ καταφύγιό της κοντὰ στὸ Θεό. Σ' αὐτὴ τὴ μακάρια καὶ πανάγια κλίνη πραγματοποιεῖται τὸ φρικτὸ ἐκεῖνο, πάνω ἀπὸ νοῦ καὶ λόγο, μυστήριο τῆς ἑνότητας, τὸ μυστήριο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ γίνη μιὰ σάρκα κι ἕνα πνεῦμα ὁ Θεὸς μὲ τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ τὴν ψυχή, κι ἡ ψυχὴ μὲ τὸ Θεό.(37) Πῶς νὰ ἐκδηλώσω τὸ θαυμασμό μου γιὰ τὴν ἀγαθότητά σου! Δὲ θὰ τολμήσω νὰ πῶ ὅτι θὰ ὑμνήσω αὐτό, πού μοῦ λείπει ἡ ἀπαραίτητη δύναμη ἀκόμα καὶ νὰ τὸ θαυμάσω σιωπηλά. Θὰ γίνουν οἱ δυὸ μία σάρκα. Καὶ τὸ μυστήριο τοῦτο εἶναι μεγάλο, ἐγὼ ἐννοῶ σχετικὰ μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Ἄλλου λέει: Ὁποιος προσκολλᾶται στὸν Κύριο, ἀποτελεῖ ἕνα πνεῦμα.

Ἀφοῦ ἀποχτήση, λοιπόν, ἡ ψυχὴ τὴν ἑνότητά της κι ἀφοῦ συναχθῆ στὸν ἑαυτό της καὶ στὸ Θεό, δὲ θὰ ἔχη θέση πιὰ ὁ λόγος, ποὺ τὴ χωρίζει σὲ πολλὰ μὲ τοὺς συλλογισμούς του, ἀφοῦ ἔχει σὰν στέμμα στὴν κεφαλὴ τὸν πρῶτο καὶ μοναδικὸ κι ἕνα Λόγο καὶ Θεό. Ἐκεῖνον ποὺ μέσα του, ἀφοῦ εἶναι δημιουργὸς καὶ ποιητής τους, ζοῦνε καὶ ὑπάρχουν κατὰ μιὰν ἀφάνταστην ἁπλότητα, ὅλοι οἱ λόγοι τῶν ὄντων σὲ ἑνότητα. Ἐκείνη ἀτενίζοντας αὐτόν, ποὺ δὲν εἶναι ὡστόσο ἔξω ἀπ’ αὐτὴν ἀλλὰ εἶναι, ὁλόκληρος μέσα της, μ' ἕνα ἁπλὸ μονάχα ἀντίκρυσμα θὰ μάθη κι αὺτὴ τοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες τῶν ὄντων. Προτοῦ νυμφευθῆ τὸ Λόγο καὶ Θεὸ ἀκολουθοῦσε γιὰ τὴν κατανόησή τους τὸ δρόμο τῆς διαιρετικῆς μεθόδου κι ὡδηγήθηκε μὲ τὴ βοήθειά της κατὰ τρόπο σωτήριο καὶ χωρὶς ἀντιφάσεις κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ κάθε λόγο καὶ κάθε αἰτία περιέχει καὶ δημιουργεῖ.(38)

Αὐτά, ὅπως εἴπαμε, συμβαίνουν στὴν ψυχή. Μέσα στὸ νοῦ κλείνει δυνάμει τὴ σοφία κι ἀπὸ τὴ σοφία ἔχει τὴ θεωρία, ἀπὸ τὴ θεωρία τὴ γνώση, ἀπὸ τὴ γνώση τὴν ἀλησμόνητη γνώση, ποὺ μὲ τὴ δύναμή της ὁδηγεῖται πρὸς τὴν ἀλήθεια, ποὺ εἶναι κορυφὴ καὶ τέλος τῶν ἀγαθῶν ὅσα σχετίζονται μὲ τὸ νοῦ. Ἐξαιτίας πάλι τοῦ λόγου ἔχει τὴ φρόνηση, κι ἀπὸ τὴ φρόνηση τὴν πράξη, κι ἀπὸ τὴν πράξη τὴν ἀρετή, κι ἀπὸ αὐτὴν ἔχει τὴν πίστη, ποὺ μὲ τὴ βοήθειά της καταλήγει στὸ ἀγαθό, ὅπως σὲ μακάριο τέρμα τῶν λογικῶν ἐνεργειῶν. Αὐτὲς γίνονται τὸ μέσο ν' ἀπαρτισθῆ ἡ ἐπιστήμη τῶν θείων ἀπὸ τὴν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητάς τους μεταξύ τους.

Συμφωνεῖ τέλεια μὲ ὅλ' αὐτὰ νὰ παρομοιάζεται ἀπὸ τὸ θεωρητικὸ λόγο ἡ ἅγια Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ψυχή. Σημαίνει μὲ τὸ ἱερὸ βῆμα, ὅσα ἐδείξαμε παραπάνω, ὅτι πραγματοποιοῦνται μέσα στὸ νοῦ καὶ προοδευτικὰ προέρχονται ἀπ' αὐτόν. Ὅσα πάλι φανερώσαμε ὅτι ἀνήκουν στὴν περιοχὴ τοῦ λόγου καὶ προέρχονται ἀπ' αὐτὸν μὲ τὴ διαίρεση, τὰ διαφωτίζει μὲ τὸ ναό. Τὰ συναιρεῖ ὅλα σὲ ἕνα μὲ τὸ μυστήριο, ποὺ τελεῖται ἐπάνω στὸ θεῖο θυσιαστήριο. Στὸ μυστήριο αὐτό, ὅποιος σὰν μύστης μπόρεσε μὲ φρόνηση καὶ σοφία νὰ εἰσέλθη, ἔκαμε ἀληθινὰ Ἐκκλησία Θεοῦ καὶ θεϊκὴ τὴν ψυχή του. Γιὰ δική της ἴσως χάρη, κι ἀποτελῶντας δικό της σύμβολο καὶ παράδειγμα μὲ τὴν μέσα σ' αὐτὴ ποικιλία τῶν θείων ἀκολουθιῶν, μᾶς ἐδόθηκε, χειραγωγία σοφὴ πρὸς τὸ καλύτερο, αὐτὴ ἡ ἀνθρωπόχτιστη Ἐκκλησία.(39)

Ὑποσημειώσεις

24. Ἡ πρόοδος τῆς ψυχῆς πρὸς τὴν ἑνοποίηση ἔχει περιγραφῆ ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο καὶ μ' ἄλλο τρόπο. Ἀκολουθῶντας καὶ πάλι μέθοδο περιοριστική, ὁ ἅγιος Μάξιμος βλέπει μέσα στὴν Ἐκκλησία τὴν εἰκόνα τῆς ψυχῆς καθ' ἐαυτή. Στὴν πραγματικότητα ἡ ψυχὴ δὲν ὑπάρχει χωρὶς σῶμα. Μόνο μὲ τὴ λογικὴ μποροῦμε νὰ κάνωμε ἀφαίρεση τῆς ζωῆς της μέσα στὸ σῶμα. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ἀναπτύσσει πιὸ πλατιὰ τὴν ψυχολογία του. Βλέπει μέσα στὴν ψυχὴ δύο δυνάμεις, τὴν πνευματικὴ δύναμη, κινημένη ἀπὸ θέληση ἐλεύθερη κατὰ ἕνα τρόπο, καὶ τὴ ζωτικὴ δύναμη, ποὺ δὲ διαθέτει ἐλευθερία καὶ μένει πάντα ἀπὸ ἑαυτοῦ της ἡ ἴδια, δηλαδὴ κινεῖται, μ' ἕνα ντετερμινιστικὸ τρόπο, χωρὶς νὰ ἐκλέγη τοὺς σκοπούς της. Στὴν πνευματικὴ δύναμη, ὁ ἅγιος Μάξιμος βλέπει τὴ θεωρητικὴ πλευρὰ καὶ τὴν πρακτικὴ πλευρά. Ἡ θεωρητικὴ πλευρὰ καλεῖται νοῦς, ἡ πρακτικὴ καλεῖται —σύμφωνα μὲ τοὺς ἄλλους πατέρες— λόγος. Ἐξ ἄλλου, ὁ ἅγιος Μάξιμος δηλώνει ὅτι ὁ νοῦς ἤ ἡ θεωρητικὴ πλευρὰ κατευθύνει ὅλη τὴ διανοητικὴ δύναμη, ἑπομένως καὶ τὴν ἐνεργητικὴ ἢ πρακτικὴ δύναμη μαζί. Πράγματι, ὁ λόγος δὲν κινεῖται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ κινεῖται μέσα στὸν ὁρίζοντα τὸν ἀνώτερο καὶ εὐρύτερό τῆς νοητικότητας καὶ τῆς διανοητικότητας. Ὁ λόγος, φωτισμένος ἀπὸ τὴ νοητικότητα, κατευθύνει τὴ ζωτικὴ δύναμη καὶ μ’ αὐτὴν τὸ ἴδιο σῶμα. Ἔτσι, ὁ λόγος ἔχει θέση καὶ ἐνεργητικότητα ἐνδιάμεση ἀνάμεσα στὸ νοῦ καὶ στὴ ζωτικὴ δύναμη. Μ’ αὐτὸν πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωση τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς καὶ τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς μὲ τὸ σῶμα. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἑνοποιηθῆ μέσα σ' αὐτὸ τὸν κόσμο, δὲν εἶναι στὴν κανονικὴ κατάσταση ἑνὸς ἀληθινοῦ ἀνθρώπου. Ὁ λόγος μετέχει στὸ νοῦ καὶ ἡ ζωτικὴ δύναμη μετέχει στὸ λόγο. Καὶ μ’ ὅλες τὶς πράξεις τοῦ ἀνθρώπου φανερώνεται ὁ νοῦς καὶ ὁ λόγος του, ἤ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ὄν ἑνιαῖο, ποὺ στὶς ἐνέργειές του τὸν διαποτίζουν ὁ νοῦς καὶ ὁ λόγος. Ὅταν ὁ νοῦς διατηρῆ ἀμετάβλητες τὶς κινήσεις του πρὸς τὸ Θεό, λέγεται καὶ μπορεῖ νὰ λέγεται σοφία. Ὁ λόγος, μὲ τὴ σειρά του, μπορεῖ νὰ ὀνομαστῆ φρόνηση, ὅταν ἑνώνη μὲ τὶς πράξεις του μέσα σὲ πνεῦμα μετριοπάθειας, τὴ ζωτικὴ δύναμη μὲ τὴ διάνοια καὶ τὴν κρατῆ ἀχώριστη ἀπὸ τὴ διάνοια ἔτσι, ποὺ ἡ ζωτικὴ δύναμη νὰ κάνη μὲ τὴν ἀρετὴ τὴν ἴδια ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ποὺ κάνει καὶ ἡ διάνοια. Δὲ διαποτίζουν ὅμως τὴ ζωτικὴ δύναμη ἡ διάνοια μόνο καὶ ὁ λόγος, γίνεται ἐπίσης καὶ τὸ ἀντίθετο. Ἀφοῦ ἡ ψυχὴ συνίσταται ἀπὸ νοῦ καὶ λόγο ἢ ἀπὸ νοητικότητα καὶ λογικότητα, ἡ ζωτικὴ δύναμη φαίνεται καὶ στὰ δύο μέσα, ἀφοῦ καθένα ἀπὸ αὐτὰ δὲ στερεῖται ἀπὸ ζωτικὴ δύναμη. Ὑποβασταζόμενος ἀπὸ τὴ ζωτικὴ δύναμη ὁ νοῦς, ἐπεκτεινόμενος μὲ τὴ θεωρητικὴ ἄσκηση, μέσα στὴ σιγὴ καὶ στὴν ἀνέκφραστη γνώση, ὁδηγεῖται πρὸς τὴν ἀλήθεια μὲ μία γνώση ἀλησμόνητη καὶ ἄπειρη καὶ ὁ λόγος, μὲ τὴν πρακτικὴ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς, φτάνει μὲ τὴν πίστη στὸ ἀγαθό• καὶ ἀπ' αὐτὰ τὰ δύο εἶναι ἀποτελεσμένη ἡ ἀληθινὴ σιωπὴ τῶν θεϊκῶν καὶ ἀνθρώπινων πραγμάτων. Ἡ ἀλήθεια (ἀ-λήθεια) εἶναι αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ λησμονηθῆ καὶ τὸ ἀγαθὸ ἢ ἡ πίστη μένει μέσα σ’ αὐτὸ ἀδιάσειστο. Ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲν ἀμελεῖ κανένα δεδομένο τῆς πραγματικότητας, οὔτε τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἑνοποίησής τους. Πάνω στὸ δρόμο τῆς θεωρίας φτάνει στὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ στὸ Θεό, ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν ὡρισμένη γνώση• πάνω στὸ δρόμο τὸ λογικὸ πρακτικὸ φτάνει στὸ ἀγαθό. Ἀλλὰ πλήρης γνώση συντελεῖται μὲ τὴν ἑνότητα αὐτῶν τῶν δύο. Ἡ γνώση ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πραγματοποιεῖ ἐπίσης τὸ ἀγαθὸ καὶ γίνεται ἀγαθός. Ἡ γνήσια θεωρία τῆς ἀλήθειας περικλείει ἐπίσης τὸ ἀνθρώπινο «εἶναι» τελειοποιημένο μέσα στὸ ἀγαθό, ἢ τὸ ἀνθρώπινο «εἶναι» ὑποβαστάζει μὲ τὴν πρόοδό του μέσα στὸ ἀγαθὸ τὴν πρόοδο τῆς θεωρητικῆς γνώσης καί, πέρα ἀπὸ τὴ γνώση, τὴν πρόοδο τῆς ἀλήθειας. ὁ νοῦς διαχέεται μέσα στὰ νοήματα μὲ τὸ λόγο, ἡ ἐμπειρία, βγαλμένη ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, καθαρμένες μὲ τὸ λόγο ποὺ κινεῖται μέσα στὸν ὁρίζοντα τοῦ νοῦ, συγκεντρώνεται μέσα στὴ θεωρία τῶν ἐννοιῶν τῶν πραγμάτων καὶ ἔπειτα μέσα στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ πέρα ἀπὸ τὶς ἔννοιες (Πρὸς Θαλάσσιον, 49 P. G. 90, 448).

25. Ἀφοῦ ἡ ζωτικὴ δύναμη τῆς ψυχῆς κατευθύνεται ἀπὸ τὴν πρακτικὴ πλευρά της, ὁ ἅγιος Μάξιμος μπορεῖ νὰ θεωρῆ ὄχι τὴ ζωτικὴ δύναμη τῆς ψυχῆς σὰν τὴ δεύτερη δύναμη τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ σὰν τὴν ἐνεργητικὴ πλευρά της. Παρασκευάζει τώρα ἕνα κατάλογο ἀπὸ πέντε ζεύγη ἀναβαθμῶν τῆς ψυχῆς: 1) ἡ θεωρητικὴ καὶ ἡ πρακτικὴ πλευρὰ τῆς ψυχῆς ἢ ὁ νοῦς καὶ ὁ λόγος 2) ἡ σοφία καὶ ἡ φρόνηση, σὰν πρῶτες ἐνέργειες τῶν δυνάμεων αὐτῶν 3) ἡ θεωρία καὶ τὸ ἔργο, σὰν ἕξεις σχηματισμένες ἀπὸ τὶς ἐνέργειες αὐτὲς 4) ἡ γνώση καὶ ἡ ἀρετή, σὰν ἀποτέλεσμα 5) ἡ ἀλησμόνητη γνώση καὶ ἡ ἀδιάσειστη πίστη. Τὸ τέλος τῆς σειρᾶς στὴν τάξη τῆς γνώσης εἶναι ἡ ἀλήθεια• τὸ τέλος τῆς σειρᾶς στὴν τάξη τῆς ἐνεργητικότητας εἶναι τὸ ἀγαθό. Ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθὸ σημαίνουν τὸ Θεό. Ἡ ἀλήθεια σημαίνει τὸ Θεὸ κατὰ τὴν οὐσία (ὀντολογικά) κι Ἐκεῖνος νοεῖται πέρα ἀπὸ κάθε ἔννοια καὶ λόγο ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν προσδιορίση• (Πρὸς Θαλάσσιον, 50, Σχόλιον α', P.G. 90, 473C). Γιατί ἡ ἀλήθεια εἶναι ἁπλῆ, μία, μοναδική, ἀπαθὴς καὶ χωρὶς διαλείψεις. Καὶ τὸ ἀγαθὸ εἶναι ἀγαθοποιό, προβλεπτικό, συγκρατητικὸ ὅλων ἐκείνων ποὺ προέρχονται ἀπ’ αὐτό, δίνοντας σὲ ὅλα, ὅσα ὑπάρχουν, τὴν ὕπαρξη, τὴν διάρκεια καὶ τὴν κίνηση. Ὁ Θεὸς δὲ γνωρίζεται πλήρως, ἂν δὲ θεωρηθῆ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς οὐσίας σὰν ἀλήθεια, καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἐνεργητικότητας σὰν ἀγαθό. Γιατί ἡ λέξη «ἀγαθό» προέρχεται ἀπὸ τὸ «ἄγαν» καὶ «θεῖσθαι» καὶ πάει νὰ πῆ «βεβαίωση ἰσχυρή».

26. Τὰ πέντε θεωρητικὰ — ἐνεργητικὰ ζεύγη τῆς ψυχῆς κινοῦνται γύρω ἀπὸ τὸ μοναδικὸ ζεῦγος τῶν ἀπόψεων τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό. Διατηρημένη σὲ κίνηση ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο ἀπόψεις, ἡ ψυχὴ ἐνώνεται μὲ τὸ Θεὸ μιμούμενη τὸ ἀμετάβλητο καὶ τὸ ἀγαθὸ τῆς οὐσίας καὶ τῆς θείας ἐνεργητικότητας, μὲ τὴν ἕξη τὴ σταθερὴ καὶ ἀμετάβλητη τῆς θέλησης.

27. Τὰ πέντε ζεύγη τῶν ἀναβαθμῶν σχηματίζουν τὴ δεκάδα τῶν χορδῶν τοῦ ψαλτηρίου τοῦ νοητοῦ τῆς ψυχῆς. Αὐτὴ ἡ δεκάδα, ἐπειδὴ ἔχει μέσα της τὸ λόγο ποὺ ἠχεῖ μὲ τὸ ἄγγισμα τῆς ἄλλης δεκάδας τῶν ἐννοιῶν, παράγει τοὺς τέλειους πνευματικοὺς καὶ ἁρμονικοὺς φθόγγους, μὲ τοὺς ὁποίους ὑμνεῖται ὁ Θεός. Ὁ Λόγος τῆς δεκάδας τῶν ἐννοιῶν ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, κάνει νὰ ἠχῆ ὁ ἀνθρώπινος λόγος τῶν χορδῶν τῆς ψυχῆς καὶ μ' αὐτὲς ἡ δεκάδα ἢ ὁ λόγος τῆς ψυχῆς ἑνώνεται μὲ τρόπο μυστηριώδη μὲ τὴ ἄλλη δεκάδα ἢ μὲ τὸ θεῖο Λόγο. Μ' αὐτὴν μὲ ὁδηγεῖ στὸν ἑαυτὸ του ὁ Ἰησοῦς, ὁ Θεὸς καὶ Σωτῆρας μου, Ἐκεῖνος ποὺ συμπληρώνεται ἀπὸ ἐμένα καὶ εἶναι πάντα ὁλόμεστος, ποὺ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ βγῆ ἀπὸ τὸ λόγο, ἀλλὰ μὲ ἀναδημιουργεῖ ἐμένα τὸν ἄνθρωπο μέσα του, ἀκριβέστερα μέσα στὸ Θεό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχω λάβει τὴν ὕπαρξη καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπείγομαι, ἐπιθυμῶντας νὰ λάβω γρηγορώτερα τὴ μακάρια ὕπαρξη. Συναντᾶμε ξανὰ τὴν ἀποφασιστικὴ καὶ τελειοποιητικὴ σημασία τοῦ λόγου. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ λόγος δὲν εἶναι ἡ τυπικὴ ἀφηρημένη κρίση ποὺ ἐφαρμόζει ὀρθὰ τοὺς κανόνες τῆς λογικῆς• εἶναι ἡ κρίση ποὺ πηγάζει ἀπὸ ἕνα ὀρθὸ πρακτικὸ νόημα καὶ ποὺ ἔχει σὰν βάση της μιὰ συνολικὴ καὶ ὁλόκληρη ἄποψη τῆς πραγματικότητας μέσα στὴν ὁποῖα μπορεῖ νὰ ἐνταχθῆ ἡ ὕπαρξή μου μὲ μιὰ ἐλεύθερη ἐνέργεια, τὴν ὁποία κάνω γιὰ νὰ προαγάγω τόσο τὴν πραγματικότητα, ὅσο καὶ τὴν ψυχή μου, πάνω στὴν γραμμὴ τοῦ ἀγαθοῦ. Αὐτὸς ὁ γενικὸς ἀνθρώπινος λόγος βλέπει τὸ λόγο, τὴ σημασία, τὴν ἀξία κάθε παράγοντα τῆς ὕπαρξής μου, ἀλλὰ ἐπίσης τὸν κοινὸ λόγο τοῦ συνόλου, τῆς ψυχῆς μου κι ὁλόκληρης τῆς πραγματικότητας. Αὐτὸς ὁ κοινὸς ὀντολογικὸς λόγος τῶν παραγόντων ποὺ συνθέτουν τὴν ὕπαρξή μου καὶ τοῦ συνόλου τῶν λειτουργιῶν μου λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ἀπὸ τὸ λόγο μου σὰν κριτήριο. Ὁ λόγος σὰν κρίση δένει ὅλα τὰ μέρη καὶ ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ ἀνθρώπου, ἔχοντας θέση καὶ παίζοντας ρόλο μεσάζοντα καὶ ἐνδιαμέσου μεταξύ τους. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίζη σοβαρὰ ὄχι μόνο τὸν κοινὸ ὀντολογικὸ λόγο τῶν στοιχείων ποὺ συνθέτουν τὴν ὕπαρξή μου (ποὺ ὁ λόγος σὰν κρίση ἀντανακλᾶ καὶ παρουσιάζει) χρησιμοποιῶντας κανονικὰ αὐτὰ τὰ συνθετικὰ γιὰ χάρη τους καὶ γιὰ χάρη τῆς ἁρμονίας του• ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τὸ θεῖο Λόγο ποὺ τὰ δημιούργησε καὶ τὰ συγκρατεῖ σὰν ἕνα ὅλο καὶ ποὺ ὁ λόγος σὰν κρίση συλλαμβάνει μέσα στὸν ὁρίζοντα τοῦ νοῦ. Γιατί ὁ λόγος σὰν κρίση διεγείρεται μυστηριωδῶς ἀπὸ τὸ Λόγο τῶν θείων ἐντολῶν, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ ἀσώματος θεῖος «Λόγος». Ἔτσι, μέσα στὸν ἀνθρώπινο λόγο μου, συναντῶνται ὄχι μόνο ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξή μου ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ὁ θεῖος Λόγος. ὁ ἀνθρώπινος λόγος μου ἔχει μέσα του —κατ' ἀντανάκλαση— τὸ θεῖο Λόγο, καὶ ἑνώνει μέσα στὸν ἑαυτὸ του τὸ θεῖο Λόγο, μὲ τὸν ὀντολογικὸ λόγο τοῦ ἀνθρώπινου συνόλου. Γιατί ἐπιθυμεῖ, ἀντανακλῶντας τὸ σύνολο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, νὰ δεχθῆ ἀπὸ τὸ θεῖο Λόγο —ἔπειτ' ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ποὺ ἀπ' αὐτὸν ἔχει λάβει— καὶ τὴ μακάρια ὕπαρξη, κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνη ἀφοῦ ὁ θεῖος Λόγος, ἦρθε σ' αὐτὸν μὲ τὴν ἐνσάρκωσή Του. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι κατ’ εἰκόνα, γίνεται καὶ καθ' ὁμοίωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ Ἀρχέτυπο τιμᾶται καὶ μέσα στὴν εἰκόνα. Μ' αὐτὸ τὸν τρόπο γίνεται ἀπὸ μᾶς ἀντιληπτὴ ἡ ἔκφραση ὅτι μπορεῖ νὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ ἢ ὅτι ὁ Χριστὸς βρίσκεται μέσα μας.

28. Ὁ ἅγιος Μάξιμος βλέπει τοὺς πέντε βαθμοὺς τῆς σκεπτόμενης καὶ νοούσας πλευρᾶς τῆς ψυχῆς παράλληλα μὲ τοὺς πέντε βαθμοὺς τῆς ἐνεργητικῆς πλευρᾶς, ὅπως τοὺς βαθμοὺς μιᾶς κίνησης. Μ' αὐτήν, ὁ νοῦς σὰν δυναμικὴ πραγματικότητα ὑψώνεται καὶ φτάνη στὴν πλήρη ἐνεργοποίησή του καὶ ταυτόχρονα στὴν ἀλήθεια. Ὁ νοῦς ἔγινε γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἡ τάση του εἶναι τάση πρὸς τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια προμηνύεται ἀπ' αὐτόν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ προμηνύεται μόνο, ὁ νοῦς βρίσκεται μέσα στὴν τάση πρὸς τὴν ἀλήθεια. Ὁ νοῦς φτάνει σ' ἀνάπαυση, σὲ πλήρωση τῆς δίψας του μόνο, ὅταν φτάση σὲ πλήρη κατοχὴ τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀλήθεια μὲ τὸ ἄπειρο νόημά της γεμίζει τὸ νοῦ, δίνει στὴν κινημένη ἀπὸ ἄπειρη δίψα κατανόηση τὴν πλήρη τροφή της. Βρισκόμαστε τόσο μακρυὰ ἀπὸ τὴ δυτικὴ χριστιανικὴ σκέψη, ποὺ θεωρεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση σὰν μία τελειότητα κλεισμένη μέσα της. Μᾶς ἀποκαλύπτεται ἐδῶ ξανὰ τὸ νόημα τῆς Ἐκκλησίας, σὰν μιᾶς θεανθρώπινης διπολικότητας, δοσμένης δυναμικὰ μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση. Περνῶντας ἀπὸ τὴ σοφία, ὁ νοῦς φτάνει στὴ θεωρία, μὲ τὴ θεωρία στὴ γνώση, μὲ τὴ γνώση στὴν ἀλησμόνητη γνώση καὶ μέσα στὴν ἀλησμόνητη γνώση ἀγγίζει τὴν ἀλήθεια. Γιατί σ’ αὐτὴ τὴν ἀλησμόνητη γνώση, ὁ νοῦς ἑνώνεται μὲ τὴν ἀλήθεια μὲ τρόπο πλήρη. Αὐτὴ ἡ γνώση εἶναι τὸ σημάδι, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴν ἀλήθεια. Γιατί ἡ ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ὁ Θεός, εἶναι τόσο σαφής, τόσο ἥμερη καὶ τόσο χωρὶς περιθώρια, ποὺ τίποτα περισσότερο δὲν μπορεῖ νὰ προέλθη ἀπ' αὐτή. Μέσα στὴν ἀλήθεια ἡ ψυχὴ ἔχει φτάσει στὸ τέρμα τῆς κίνησής της, γιατί ἡ ἀλήθεια ὁρίζει καὶ περιλαμβάνει τὴν οὐσία, τὴ δύναμη, τὴν ἕξη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ νοῦ.

29. Μέσα στὴν παράγραφο ποὺ ὑπομνηματίζομε τώρα, ὁ ἅγιος Μάξιμος καθορίζει σὲ τί συνίσταται ὁ ὁρισμός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶ στὴν προηγούμενη παράγραφο. Πρόκειται γιὰ ἕνα παραβολικὸ ὁρισμό. Ἡ θεία ἀλήθεια ὁρίζει τὸ νοῦ μέσα στὸν ἄπειρο ὁρίζοντά της• τὸν ἔχει τραβήξει μέσα στὸ ἀβυσσαλέο χάος τοῦ νοήματός της, ἀπ' τὸ ὁποῖο ὁ νοῦς δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ θέλει πιὰ νὰ βγῆ, γιὰ νὰ πλανηθῆ μέσα στὶς ἐξωτερικὲς μικρότητες τῶν μερικῶν ἀληθειῶν. Ὁ ἅγιος Μάξιμος καθορίζει αὐτὸ τὸ νόημα τοῦ «ὁρισμοῦ», δείχνοντας ὅτι ἡ ἀλησμόνητη γνώση, στὴν ὁποία φτάνει ὁ νοῦς, περνῶντας ὡς οὐσία ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς σοφίας, ἀπὸ τὴν ἕξη τῆς θεωρίας, ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς γνώσης, εἶναι μιὰ ἀτελεύτητη κινητικότητα σὰν ἕξη, ποὺ ἔχει σὰν τέρμα τὴν ἀλήθεια, σὰν ἀλησμόνητο ἀντικείμενο τῆς γνώσης. Μπροστὰ στὸ ἄπειρο αὐτὸ ἀντικείμενο σταματᾶ καὶ τίθεται ἀπεριόριστα σὲ κίνηση ἡ ἀντιληπτικότητα τοῦ νοῦ. Ὁ ἅγιος Μάξιμος διερωτᾶται κατάπληκτος, πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι ὡρισμενη μιὰ ἀλησμόνητη γνώση ἢ πῶς βρίσκει τὸ τέρμα της μέσα στὴν ἀλήθεια ποὺ εἶναι ὁ Θεός. Γιατί, πράγματι, ὁ νοῦς, κινούμενος γύρω ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια δίχως τέλος καὶ λήθη, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ πάψη νὰ κινῆται, ἀφοῦ δὲ βρίσκει μέσα σ' αὐτὴ τὴν ἀλήθεια κάποιο περιθώριο, ἢ κάποια διακοπή. Γιατί τὸ μεγαλεῖο τῆς θείας ἀπεραντοσύνης στερεῖται ἀπὸ ποσότητα, ἀπὸ μέρη, ἀπὸ κενά. Δὲν ὑπάρχει κατανόηση ποὺ θὰ ἔφτανε νὰ τὸν γνωρίση στὴν οὐσία του. Βρισκόμαστε στὸ ἐσωτερικό του ἄπειρου Πνεύματος σὰν ζωῆς, σὰν δύναμης, σὰν νοήματος, στὸ ὁποῖο τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα μετέχει σύμφωνα μὲ τὴν ἄπειρή του δύναμη μετοχῆς. Εὐρύτερα ἔχει περιγράψει ὁ ἅγιος Μάξιμος τὴν «ἀεικίνητον στάσιν καὶ στάσιμον ταυτοκινησίαν» (P.G. 90, 760) γύρω ἀπὸ τὸ Θεό, ὅπου δὲν ὑπάρχει κανένα κενὸ μέρος, μέσα στὸ Πρὸς Θαλάσσιον, 65.

30. Μὲ ὅμοιο τρόπο βλέπει ὁ ἅγιος Μάξιμος τὴν ἐνεργητικὴ πλευρὰ τῆς ψυχῆς νὰ πραγματοποιῆται σὲ πέντε βαθμούς: τὸ λόγο, τὴ φρόνηση, τὴν πράξη, τὴν ἀρετή, τὴν πίστη. Ἡ τελευταία εἶναι μιὰ βεβαιότητα ἀσφαλὴς καὶ ἀδιάσειστη, ἀναφερόμενη στὰ θεῖα πράγματα. Κι αὐτὴ ἡ πλευρὰ τῆς ψυχῆς ἔχει στὴν τάση της μιὰ πρόγευση τοῦ Θεοῦ σὰν ἀγαθοῦ, ὅπως ἔχει ἡ διάνοια στὴ δική της τάση τὴν πρόγευση τοῦ Θεοῦ σὰν ἀλήθειας. Ὁ λόγος, στὴν τάση του πρὸς τὴν ὀργάνωση, δὲν ἐπιδιώκει μιὰ ὀργάνωση στὸ κενό, ἀλλὰ μιὰ ὀργάνωση τῆς ζωῆς σύμφωνα μὲ τὴν τέλεια καὶ ἀρχέτυπη τάξη τῆς θείας ζωῆς, ποὺ παριστάνει τὸ ἀγαθὸ καὶ ποὺ ὁ λόγος ἔχει τὴν πρόγευσή της. Μέσα στὴ φρόνηση, ὁ λόγος πραγματοποίησε αὐτοδύναμα τὴν ὑγιῆ ὀργάνωση τῆς ζωῆς του καὶ ἔχει πλησιάσει ἐν δυνάμει τὴ θεία ζωή. Μὲ τὴν ἀρετή, ὁ λόγος φανερώνει καὶ ἐνεργητικὰ αὐτὴ τὴν πραγματοποιημένη ὀργάνωση• εἶναι τὸ πάγιο ἀγαθό. Μὲ τὴν πίστη, ὁ λόγος πλησιάζει τὸ ἀνώτατο ἀγαθό, τὴν πηγὴ τοῦ ἀγαθοῦ, σὰν σκοπό του, ὥσπου νὰ ἑνωθῆ μ' αὐτὸ καὶ ν' ἀναπαυτῆ σ' αὐτό. Ὁ λόγος ἔχει περιοριστῆ τώρα μέσα στὴν οὐσία του, μέσα στὴ δύναμή του, μέσα στὴν ἕξη του καὶ μέσα στὴν ἐνέργειά του. Δὲν κάνει πιὰ τὴν προσπάθεια νὰ ὀργανώνη τὴν ἀνθρώπινη φύση σύμφωνα μὲ τὸ πρότυπό του θείου ἀγαθοῦ, γιατί ἡ τάξη αὐτὴ εἶναι τώρα τυπωμένη τέλεια μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ὁ ἀνθρώπινος λόγος μπορεῖ νὰ θεωρήση τὴ θεία τάξη ἄπειρα καλὰ τυπωμένη μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση της.

31. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μάξιμος δείχνει ὅτι οἱ δύο σειρὲς τῶν βαθμῶν τῆς ψυχῆς δὲν πραγματοποιοῦνται σὰν δύο παράλληλες σειρές, ἀλλὰ σὲ σχῆμα ζεύγους. Μόνο ἂν ἡ ψυχὴ τὰ ἑνώση δύο - δύο, φτάνει πλήρως στὸ Θεὸ καὶ τὸν γνωρίζει πλήρως• ἂν ἑνώση τὸ λόγο μὲ τὸ νοῦ, τὴ φρόνηση μὲ τὴ σοφία, τὴν πράξη μὲ τὴ θεωρία, τὴν ἀρετὴ μὲ τὴ γνώση, τὴν πίστη μὲ τὴν ἀλησμόνητη γνώση. Ἡ σειρὰ τῶν βαθμῶν, μὲ τὴν ὁποία ὀργανώνεται ἡ ζωή, θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ παραμένη ἐξωτερικὴ στὸ Θεό, ἂν δὲ συνδυαζόταν μὲ τὴ σειρὰ τῶν βαθμῶν τῆς κατανόησης. Καὶ ἡ σειρὰ τῆς κατανόησης, στερημένη ἀπὸ περιεχόμενο καὶ ἀπὸ τὴν πλούσια ἐμπειρία τῆς ζωῆς, θὰ παρέμενε θεωρία χωρὶς δύναμη πάνω στὴ ζωή. Κανένας βαθμὸς δὲν πρέπει νὰ ἀναπληρώση τὸν ἄλλο ἢ νὰ ἀναπληρωθῆ ἀπὸ τὸν ἄλλο ἀντίστοιχο βαθμό. ἡ γνώση δὲν πρέπει νὰ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἀρετή, οὔτε ἡ ἀρετὴ πιὸ μεγάλη ἀπὸ τὴ γνώση. Πρέπει νὰ ἀποφεύγεται κάθε φορὰ τὸ περισσότερο ἢ τὸ λιγώτερο στὴ σχέση τους. Πρέπει νὰ βρίσκωνται σὲ τέλεια ἀναλογία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος βεβαιώνει μ' αὐτὸν τὸν τρόπο τὴ σπουδαιότητα τῆς πνευματικῆς ἰσορροπίας. Αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ χωρὶς τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου.

32. Ἡ ἕνωση ἀνάμεσα στοὺς πιὸ ἐξέχοντες βαθμοὺς τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ἀνάμεσα σ' ἐκείνους ποὺ ἔχουν φτάσει στὸ Θεό, ὅπως ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθὸ (μέσα στὴν ἀλησμόνητη γνώση καὶ στὴν ἀδιάσειστη πίστη), ἔχει μέσα της τὴ δεκάδα τῆς ψυχῆς, συγκεντρωμένη σὰν μονάδα, καὶ σ' αὐτὴ τὴν κατάσταση ἡ ψυχὴ βρίσκεται ταυτόχρονα ἑνωμένη μὲ τὸ Θεό, τὸν ἀληθινὸ καὶ ἀγαθό, τὸν ἕνα καὶ μοναδικό.Ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἑνοποιηθῆ, παρὰ μέσα στὸ Θεό, ἢ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μέσα στὸ Θεό, παρὰ ἑνοποιημένη. Ἡ ἑνοποιημένη ψυχὴ ἔχει ἑνώσει μέσα της ὅλο τὸν πλοῦτο τὸ μαζεμένο πάνω στὶς δύο συνδυασμένες γραμμὲς τοῦ ξεδιπλώματός της, πάνω στὴ γραμμὴ πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ πάνω στὴ γραμμὴ πρὸς τὸ ἀγαθό. Μόνο μέσα σ' αὐτὸ τὸ συμπλεγμένο καὶ ἑνοποιημένο πλοῦτο καὶ σ' αὐτὴ τὴν κατάσταση τῆς πλήρους ἀνάπτυξης ἡ ψυχὴ μπορεῖ νὰ συλλάβη τὴν ἄπειρα πλούσια ἑνότητα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἡ ψυχὴ ἔγινε καὶ ἡ ἴδια ἄπειρα ἀγαθὴ καὶ πλούσια, ὅμοια μὲ τὸ Θεό, ὅσο τῆς εἶναι δυνατό, μὲ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεό.

33. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἑνοποιημένη μέσα σ' αὐτὸ τὸν πλήρη πλοῦτο, γιατί γεμίζει ἀπὸ τὶς τέσσερες γενικὲς ἀρετές, ποὺ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος δείχνουν μέσα στὴν ψυχὴ πραγματοποιημένη τὴν παρουσία τῆς δεκάδας τους, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο δείχνουν ὅτι ἡ ψυχὴ ἒχει ἀφομοιώσει τὴν ἄλλη δεκάδα τῶν ἐντολῶν. Γιατί ἡ τετράδα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἡ δεκάδα δυνάμει, ὅσο αὐτὲς ἀναπτύσσονται βαθμιαῖα, ξεκινῶντας ἀπὸ τὴ μονάδα. Καὶ ἀντίστροφα, ἡ τετράδα εἶναι μονάδα, ἐφ' ὅσον οἱ ἀρετὲς περιέχουν τὸ ἀγαθὸ κατὰ τρόπο ἑνιαῖο μὲ τὴ συγκέντρωσή τους, καὶ ἐφ' ὅσον δείχνουν τὴν ἁπλότητα καὶ τὸ ἀδιαίρετό της θείας ἐνέργειας, ὄχι σύμμετρης μ' αὐτές. Βλέπομε ξανά, πὼς γιὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο ἡ ψυχὴ ἀναπτύσσεται μέσα στὸ περιβάλλον τῆς θείας ἐνέργειας, ποὺ δείχνει τὴ δημιουργικότητά της μέσα σὲ κάθε βαθμῖδα τῆς ἀνάπτυξης τῆς ψυχῆς μὲ ἄλλη μορφὴ καὶ σὲ ἄλλο κάθε φορὰ βαθμό, στὸ μέτρο τῆς προσπάθειας τῆς ψυχῆς.

34. Μὲ τὶς δυὸ ἀρετές, τὴ σοφία καὶ τὴ φρόνηση, ἡ ψυχὴ διατηρεῖ καὶ πραγματοποιεῖ αὐτὸ ποὺ τῆς εἶναι ἴδιο• μὲ τὶς ἄλλες δύο, τὴ δύναμη καὶ τὴ μετριοπάθεια, ἀπωθεῖ τὸ φόβο καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ἡδονῶν, ποὺ δὲν εἶναι ἴδιά της. Ἀλλὰ γι’ αὐτό, ἡ δύναμη καὶ ἡ μετριοπάθεια ἐπίσης βοηθοῦν τὴν ψυχὴ νὰ διακριθῆ ἢ νὰ ἀναπτυχθῆ καὶ νὰ ἰσχυροποιήση τὸ δεσμὸ ἀνάμεσα στὶς ἀρετές• ἀκριβέστερα, βοηθοῦν στὴν ἀνάπτυξη καὶ στὴν πραγμάτωση τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς καὶ στὴν ἑνοποίησή τους. Ἔτσι, αὐτὲς οἱ δυνάμεις δὲ συγχέονται οὔτε ἀναπτύσσονται χωριστά. Ἡ ψυχή, καλλιεργῶντας αὐτὲς τὶς τέσσερες γενικὲς ἀρετές, ἔχει τὸ νοῦ ἀληθινὰ λογικό, τὴ φρόνιμη σοφία, τὴν ἐνεργητικὴ θεωρία, τὴν ἐνάρετη γνώση καί, σὰν ἀποτέλεσμά τους, ἔχει τὴν ἀλησμόνητη καὶ ταυτόχρονα πλήρως πιστεύουσα καὶ ἀδιάσειστη γνώση. ἡ ἀ-λήθεια, ἀφοῦ γίνη γνωστή, δὲν ξεχνιέται πιά. Ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀδιάσειστης γνώσης, γιατί μένει πάντα ἀνεξάντλητη καὶ ἀπροσδιόριστη. Δὲν ξεχνιέται πιά, γιατί εἶναι γνωστὴ ἀπὸ μιὰ ψυχὴ ποὺ ἑνώνεται μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὸ ἀγαθό, μὲ τὸ νὰ γίνεται ἡ ἴδια ἀληθινὴ καὶ ἀγαθὴ στὸν ὑπέρτατο βαθμό. Αὐτὴ ἡ ψυχή, προσφέροντας στὸ Θεὸ τὴν ἀνώτατη κατάσταση ποὺ ἔχει φτάσει, ὅπου οἱ αἰτίες ἑνοποιοῦνται μέσα της μὲ τὰ ἀποτελέσματά τους καὶ οἱ δυνάμεις μὲ τὶς ἐνέργειές τους, δέχεται σ' ἀντάλλαγμα τὴ θέωση, ποὺ παράγει τὴν ἁπλότητα. Γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ πιὸ ὑψηλοῦ δώρου, δέχεται τὴ σφραγῖδα τοῦ θεοποιοῦ φωτός, γεμίζει ὁλόκληρη ἀπὸ τὴ θεία ποιότητα κι αὐτὴ τῆς δίνει τὴν ἁπλότητα τοῦ ἄπειρου πλούτου, γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἁπλότητα τοῦ ἄπειρου πλούτου καὶ τῆς τέλειας ἰσορροπίας. Ἡ θέωση φανερώνεται μέσα στὸν τρόπο ὕπαρξης τῆς ψυχῆς ποὺ ξεπερνᾶ κάθε διαίρεση, ὅλες τὶς ἀμφιβολίες τῆς ἀβεβαιότητας, ὅλες τὶς περιπλοκὲς τῆς ὑποκρισίας, κάθε ἀδυναμία νὰ ὁδηγήση σ’ ἑνότητα τὶς ἀπόψεις τῆς γνωστῆς πραγματικότητας καὶ τὶς ἐκδηλώσεις μέσα στὴ ζωή, κάθε ἐπιδίωξη μιᾶς διάνοιας περιπλεγμένης, ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς ψεύτικης δόξας. Πρέπει νὰ σημειώσωμε ὅτι, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ἡ ψυχὴ πάνω στὶς ὑψηλὲς βαθμίδες ποὺ τὴν πραγματώνουν περνᾶ ἀπὸ τὴν περιπλοκὴ στὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἀπλότητα• δὲν προχωρεῖ συνεχῶς μέσα στὴν περιπλοκή. Ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἑνότητα, μέσα στὴν ὁποία οἱ δυνάμεις δὲν εἶναι πραγματωμένες, καταλήγει στὴν τελικὴ ἐνότητα, μὲ τὶς δυνάμεις πραγματωμένες. Πάνω στὶς κορυφὲς τῆς ὀρθῆς πραγμάτωσης τῶν δυνάμεών της ἡ ψυχὴ βλέπει μέσα σὲ ὅλες τὴν ἴδια ἀρετή, τὸ ἴδιο τὸ ἀγαθό• βλέπει τὰ νοήματα (τοὺς λόγους) ὡδηγημένα σ’ ἕνα μοναδικὸ νόημα. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ συλλαμβάνει μὲ κάθε νοητικὴ ἐνέργεια τὸν ἄπειρο πλοῦτο τῆς πραγματικότητας, γιατί αὐτὴ ἢ ἴδια εἶναι ὁλόκληρη μέσα σὲ κάθε νοητικὴ ἐνέργεια. Σὲ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις της, ὑπάρχει μιὰ δύναμη ἄπειρης ἔντασης καὶ ἀποτελεσματικότητας, γιατί αὐτὴ ἡ ἴδια βρίσκεται ὁλόκληρη μέσα σὲ κάθε ἐκδήλωση. Κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις της εἶναι καθαρὴ καὶ ὀρθή, γιατί προκύπτει ἀπὸ μία γνήσια καὶ βαθειὰ νόηση καὶ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις της ἔχει ἀποτελεσματικότητα πάνω σ’ αὐτό, ὅπου ἀναφέρεται.

35. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐξηγεῖ αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖ μιλῶντας γιὰ ἐνέργειες ἑνωμένες μὲ τὶς δυνάμεις καὶ γιὰ ἀποτελέσματα ἑνωμένα μὲ τὶς αἰτίες. Τώρα δὲν ἀναφέρεται πιὰ μόνο στὸ πρῶτο ζεῦγος τῶν βαθμῶν, λέγοντας ὅτι τὸ δεύτερο μέλος (ὁ λόγος) προέρχεται ἀπὸ τὸ πρῶτο (νοῦς), ἀλλά, ἀναφερόμενος σὲ ὅλα τὰ ζεύγη, λέγει ὅτι τὸ δεύτερο μέλος προέρχεται ἀπὸ τὸ πρῶτο• ὁ λόγος εἶναι ἡ ἐνέργεια ἢ ἡ ἐκδήλωση τοῦ νοῦ, ἡ φρόνηση εἶναι ἡ ἐνέργεια ἢ ἡ ἐκδήλωση τῆς σοφίας, ἡ πρακτικότητα εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς θεωρίας, ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς γνώσης καὶ ἡ πίστη ἡ ἐνέργεια ἢ ἡ ἐκδήλωση τῆς ἀλησμόνητης γνώσης. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ στοχαστῆ πολὺ πάνω σ’ αὐτὴ τὴ σχέση ἀνάμεσα στὰ μέλη ποὺ ἀπαρτίζουν κάθε ζεῦγος. Ὁ λόγος εἶναι ἡ λειτουργία τοῦ νοῦ, ποὺ κατευθύνεται πρὸς τὴν ὀργάνωση τῆς ζωῆς. Μὰ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, δὲν περιλαμβάνει σὲ κανένα ἀπὸ τοὺς ὁρισμοὺς του ὅ,τι ὁ νοῦς κατανοεῖ μ' ἑνιαῖο τρόπο, ὅλο τὸ ἀπροσδιόριστο μυστήριο τῆς πραγματικότητας, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ νοῦς βρίσκεται σ' ἐπαφή. Ὁ ἀληθινὸς λόγος ἔχει συνείδηση τοῦ ἀπέραντου περιβάλλοντος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποσπῶνται αὐτοὶ οἱ ἀξιολογικοὶ προσδιορισμοὶ μέσα σὲ μία σχέση πρακτικῆς ἐπικαιρότητας. Ὁ κίνδυνος τοῦ ὀρθολογισμοῦ ἐμφανίζεται ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἄνθρωπος, ἢ μιὰ ἐποχή, πιστεύει ὅτι περιλαμβάνει μέσα στὸ δικό της σύστημα λογικῶν προσδιορισμῶν ὅλη τὴν πραγματικότητα ἢ ὅτι μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ τὰ ἐξηγεῖ ὅλα καὶ ὅτι, πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ χωράει μέσα στοὺς ὁρισμοὺς τοῦ συστήματος, δὲν ὑπάρχει τίποτε. Ἀξιοσημείωτη ἐπίσης εἶναι ἡ βεβαίωση τοῦ ἁγίου Μαξίμου, ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἡ ἐνέργεια ἢ ἡ φανέρωση τῆς ἀλησμόνητης γνώσης. Πράγματι, ἡ γνώση προοδεύοντας προχωρεῖ μέσα στὴ συνείδηση τοῦ μυστηρίου τῆς πραγματικότητας, τῆς ἀδυναμίας νὰ συλλάβη καὶ νὰ ὁρίση πλήρως τὴν πραγματικότητα. Στὸ μέτρο ποὺ γίνεται ὑψηλότερη, ἡ γνώση ἀποβαίνει μία βέβαιη προφάνεια τοῦ μυστηριακοῦ χαρακτῆρα τῆς πραγματικότητας. «Στὸ μέτρο ποὺ ἀνεβαίνει μέσα στὴ γνώση, ἡ ψυχὴ ἀνεβαίνει μέσα στὴ γνώση ποὺ δὲ γνωρίζει» ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης στὸ «Βίο Μωϋσέως». Εἶναι γνώση ἀνώτερη καὶ βέβαιη, γιατί μπροστὰ της ἡ πραγματικότητα ἀποσαφηνίζει τὸ γνήσιο καὶ μεγαλόπρεπο χαρακτῆρα της τοῦ ἄπειρου μυστηρίου, τῆς ἀβυσσαλέας βαθύτητας. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορῶ νὰ προσδιορίσω, τὸ πιστεύω. Τώρα, ὅμως, μέσα στὸ μυστήριο ποὺ ἀποσαφηνίσθηκε καὶ βεβαιώθηκε, ἡ πίστη ἔχει μιὰν ἀδιάσειστη βάση. Ἡ ἑνότητα λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου δὲ συνίσταται μόνο σ' ἕνα συνδυασμὸ κάθε βαθμοῦ τῆς νοητικῆς σειρᾶς μὲ τὸν ἀντίστοιχο βαθμὸ τῆς πρακτικῆς σειρᾶς, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ σὲ μία παραγωγὴ κάθε βαθμοῦ τῆς πρακτικῆς σειρᾶς, ἀπὸ τὸν ἀντίστοιχο βαθμὸ τῆς νοητικῆς σειρᾶς. Μὲ τὴν τάση αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ καταλήξη στὴν πλήρη σχέση μὲ τὸ Θεὸ σὰν ἀλήθεια καὶ ἀγαθό, σχέση ποὺ συνίσταται στὴν πλήρη προσοικείωση μὲ τὴ γνώση καὶ τὴν ἐνεργητικότητα τῆς ἀληθινῆς πραγματικότητας. Ἡ ψυχολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου δὲν μπορεῖ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὸ Θεό, σὰν ἀλήθεια καὶ ἀγαθό, ποὺ εἶναι πλεγμένος μέσα στὴν τάση τῆς ψυχῆς καὶ μὲ τὸν Ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος τελειοποιεῖται. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκκλησία μὲ τὸ δυναμισμὸ της πρὸς τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὴν συνάντηση μ' Ἐκεῖνον μέσα στὸν ἱερατικὸ χῶρο (ἱερὸ βῆμα) ἤ, ἀκόμα καλύτερα, ἐπάνω στὸ θυσιαστήριό της (νοῦς).

36. Αὐτὴ ἡ πλήρης σχέση περιέχει μέσα της ἕνα συγκεντρωμένο σύνολο τρόπων, μὲ τοὺς ὁποίους βιώνεται ἡ ἕνωση μὲ τὸ Θεό, ἢ ἡ θέωση. Μὰ ὅλοι αὐτοὶ οἱ τρόποι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴ διπλῆ ὄψη τους τῆς νόησης καὶ τῆς πείρας, τῆς βιωματικῆς νόησης ἢ τῆς νοούσας ζωῆς. Γιατί μία νόηση, ποὺ δὲν εἶναι καὶ ἕνας τρόπος ζωῆς, δὲν εἶναι νόηση, γνώση πλήρης. Κάθε τρόπος (βαθμός) ποὺ δέχεται ἕνα ὄνομα περιέχει αὐτὸ τὸ διπλὸ χαρακτῆρα, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἕνα δικό του σύνολο. Ὅλο αὐτὸ τὸ συγκεντρωμένο σύνολο ποὺ κατανοεῖ τὸ ἄπειρο κι ἁπλὸ θεῖο σύνολο καὶ εἶναι ταυτόχρονα μία ἐμπειρία τῆς θέωσης, μπορεῖ νὰ ὀνομασθῆ θεία γνώση χωρὶς πλάνη, ὅσο περιέχει ὁλόκληρη τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ —τὴν προσιτὴ στοὺς ἀνθρώπους— ταυτόχρονα μὲ τὶς ἀρετές• εἶναι γνώση, καθόσο πλησιάζει μὲ τρόπο αὐθεντικὸ τὴν ἀλήθεια καὶ περιέχει τὴ διαρκῆ ἐμπειρία της• ἔχει ὀνομασθῆ ἐπίσης ἀγάπη, καθόσο κάνει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο νὰ μετέχη ἐνεργητικὰ στὴν πλήρη γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ κορυφαία, σύνθετη καὶ ταυτόχρονα ἑνιαία κατάσταση στὴν ὁποία καταλήγει ἡ ψυχή, μπορεῖ ἐπίσης νὰ ὀνομασθῆ εἰρήνη, καθόσο κάνει ἐκείνους, ποὺ ἔγιναν ἄξιοί της, νὰ ζήσουν μιὰ κατάσταση ποὺ ζῆ καὶ ὁ Θεός.

37. Ἐξηγῶντας αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸ σημεῖο τῆς εἰρήνης, ὁ ἅγιος Μάξιμος βλέπει ἑνωμένα παραδοξικά, ἀλλὰ ὀρθά, μέσα σ' αὐτὴ τὴν εἰρήνη, τὴν ἀκινησία καὶ τὴ χαρά. Ὑπάρχουν καὶ τὰ δύο μέσα στὸ Θεὸ καί, γι' αὐτό, καὶ σ' αὐτὸν ποὺ μετέχει στὸ Θεό. Εἶναι ἡ ἀκινησία καὶ ἡ χαρὰ μιᾶς κατάστασης χωρὶς ταραχή, ἀλλὰ γεμάτης ἀπὸ ζωή. Ὁ Θεὸς δὲν ταράσσεται ἀπὸ τίποτα, γιατί ὅλα εἶναι πέρ' ἀπ' αὐτὸν καί, κατὰ συνέπεια, δὲν ἔχουν καμμιὰ δύναμη ἐπάνω του. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μετέχει στὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ οὔτε αὐτὸς ταράσσεται ἀπὸ κάτι, γιατί, μὲ τὸ νὰ εἶναι μέσα στὸ Θεό, εἶναι ἐπίσης πέρα ἀπὸ κάθε τι καὶ ἡ φύση του δὲν προσφέρει ἔδαφος γιὰ τὴν αὔξηση τῶν ἀγκαθιῶν ποὺ εἶναι οἱ μέριμνες, οἱ ἀπολαύσεις κι ὅλες οἱ ἀλγεινὲς κι ἁμαρτωλὲς κινήσεις. Ὁ ἅγιος Μάξιμος καθορίζει μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ὅτι ἡ κακία, ἡ ἄγνοια, τὸ ψέμα, ἡ ὑποκρισία εἶναι κακὰ ἀντίθετα στὴ φύση, γιατί εἶναι ἀντίθετα στὴ γνώση καὶ τὴν ἀρετή, δηλαδὴ στὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό, μὲ τὰ ὁποῖα τελειοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος. Γι' αὐτὸ ὁ ἅγιος Μάξιμος τονίζει ἐκ νέου τὸν ἐσωτερικὸ ὀντολογικὸ δεσμὸ ἀνάμεσα στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὸ Θεό, σὰν ἀλήθεια καὶ ἀγαθὸ τέλειο, πρὸς τὰ ὁποῑα τείνει ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἀλλὰ ἡ φύση μας φτάνει σὲ εἰρήνη μὲ τὸ Θεό, γιατί ἔχει ἀφήσει πίσω ὅλο ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ Θεό• γιατί ἔχει ξεπεράσει τὴ γνώση καὶ τὴν ἀρετή, δηλαδὴ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό, τὰ γνωστὰ σὲ μᾶς καὶ περιωρισμένα. Ἡ φύση μας ἀναπαύεται τώρα στὸ μυστικὸ κόλπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι πέρ' ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό, ὅπου δὲ φτάνει τίποτα ἀπ' ὅσα μποροῦν νὰ τὴν ταράξουν. Σ' αὐτὸ τὸ μυστικό, ἐσώτερο κόλπο, πραγματοποιεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἕνωσης, πέρ' ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ τὶς λέξεις, μυστήριο, μὲ τὸ ὁποῑο ὁ Θεὸς γίνεται ἕνα σῶμα καὶ ἕνα πνεῦμα μὲ τὴν ψυχή, καὶ ἡ Ἐκκλησία κι ἡ ψυχή, ἕνα σῶμα κι ἕνα πνεῦμα μὲ τὸ Θεό. Τὸ ἀνείπωτο (ἀποφατικό) αὐτὸ ξεπέρασμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα ξεπέρασμα τῆς σκέψης, ἀλλὰ ἕνα ξεπέρασμα κάθε τρόπου οἰκείου στὸ εἶναι τῆς ψυχῆς σὲ ὅ,τι εἶναι πέρ' ἀπ' αὐτή. Ἔτσι μόνο πραγματοποιεῖται ἡ ἐκκλησία τῆς ψυχῆς καὶ ἡ Ἐκκλησία ἡ ἴδια. Ὅλη ἡ «Μυσταγωγία» τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἔχει σὰν ἀντικείμενο τὴν περιγραφὴ τῆς ἕνωσης αὐτῆς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κόσμου, σὰν Ἐκκλησίας, μὲ τὸ Θεό, μὲ τὴν ἀνείπωτη (ἀποφατικὴ) αὐτὴ ἀνύψωσή τους μέσα στὴν ἐσωτερικότητα τοῦ Θεοῦ.

38. Ἀλλὰ μόλις ἡ ψυχὴ γίνη ἑνιαία καὶ συγκεντρωθῆ μέσα στὸ Θεό, ἔχει κι ὁ λόγος της ἐπίσης ξεπεράσει τὴ λειτουργία νὰ διακρίνη καὶ νὰ διαιρῆ, μὲ τὴ σκέψη, τὴν ψυχὴ σὲ πολλοὺς λόγους, γιατί αὐτὸς ὁ λόγος, μὲ τὴν ἰδιότητά του τῆς κεφαλῆς τῆς ψυχῆς, ἔχει στεφανωθῆ μὲ τὸν πρῶτο καὶ μοναδικὸ Λόγο καὶ Θεό, μέσα στὸν ὁποῖο ὑφίστανται ἑνιαῖα ὅλοι οἱ λόγοι τῶν πραγμάτων μέσα σὲ μιὰ ἀκατανόητη ἁπλότητα, ὅπως μέσα στὸ Δημιουργὸ ὅλων. Ὁ λόγος ἔκανε ὡς τώρα διάκριση τῶν λόγων τῆς ψυχῆς, γιατί, μὲ τὴν ἐπαφὴ μὲ τὸ λόγο κάθε γνωστοῦ πράγματος, γινόταν φανερὸς ἕνας ἄλλος λόγος τῆς ψυχῆς. Τώρα ἡ ψυχή, μαζεμένη μέσα στὸ Θεό, βλέπει ὅλους τοὺς λόγους μέσα σὲ μιὰν ἁπλότητα ἀκατανόητη καί, γι' αὐτό, οὔτε οἱ λόγοι τῶν πραγμάτων, οὔτε οἱ ἀντίστοιχοι λόγοι τῆς ψυχῆς ἔρχονται πιὰ σὲ προφάνεια, σὰν λόγοι χωρισμένοι. Μὲ λόγο ποὺ δὲ χωρίζεται πιά, ἡ ψυχὴ βλέπει τοὺς λόγους ὅλων τῶν πραγμάτων σὰν ἕνα ὅλο. Γιατί ἡ ψυχὴ τοὺς βλέπει μέσα στὸ Λόγο, τοῦ ὁποίου εἶναι μέρος καὶ μέσα στὸν ὁποῖο ὑφίστανται καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἄπειρα πιὸ πλούσιος ἀπ' ὅ,τι ὅλοι οἱ λόγοι. Ὁ λόγος τῆς ψυχῆς βλέπει τώρα τὸν ἴδιο τὸ Λόγο τῶν λόγων μέσα στὴν ἀνερμήνευτη ἀπεραντοσύνη του καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ δὲ διακρίνει πιὰ τοὺς λόγους ποὺ περιέχονται σ' αὐτὸν καὶ δὲν τοὺς διατυπώνει μέσα σὲ ὁρισμοὺς περιωρισμένους. Κυριολεκτικὰ ἡ ψυχὴ δὲ βλέπει πιὰ μὲ κομματιασμένο λόγο τὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ψυχή, συγκεντρωμένη ὁλοκληρωτικὰ πρὸς τὸ Λόγο, μέσα στὸν ὁποῖο εἶναι μαζεμένοι ὅλοι οἱ λόγοι καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ὁλόκληρος μέσα στὴν ψυχή, ὁλόκληρη, θὰ γνωρίση μὲ μιὰ ἁπλῆ ἐνόραση τοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες τῶν πραγμάτων. Γιατί ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶχε παρασυρθῆ σ' ἐνέργειες διάκρισης καὶ διαίρεσης, μόνο ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἑνωμένος μὲ τὸ Λόγο-Θεὸ καὶ γιατί ἐγνώριζε τοὺς λόγους μέσα στὴν κατάσταση τῆς διαίρεσης ἔξω ἀπὸ τὸ Θεό. Εἶχε, ὡστόσο, ὁδηγηθῆ μὲ τοὺς κομματιασμένους λόγους του, μ' ἕνα τρόπο σωτηριώδη καὶ ἁρμονικό, πρὸς τὸ Λόγο-Θεό, τὸ Δημιουργὸ καὶ περιέχοντα ὅλους τοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες. Ὁ λόγος ποὺ χωρίζει ξαναέρχεται, γιὰ νὰ πῶ ἔτσι, μέσα στὸ νοῦ, ποὺ τὰ ἐννοεῖ ὅλα μὲ τρόπο ἑνιαῖο ἢ ἀκόμη μὲ τρόπο πέρα ἀπὸ τὴν ἔννοια, ἔτσι ὅπως ὁ Υἱὸς ἢ ὁ θεῖος Λόγος ἐπανέρχεται μέσα στὸν Πατέρα, μετὰ τὴν ἀνακεφαλαίωση ὅλων μέσα σ' Αὐτόν, γιὰ νὰ εἶναι ὁ Πατέρας «τὸ πᾶν ἐν πάσι», ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος. Τὸ μυστήριο δὲν εἶναι ἀντίθετο στοὺς λόγους τῶν πραγμάτων, οὔτε στὸ λόγο τῆς ψυχῆς, ποὺ τοὺς κατανοεῖ. Νὰ γιατί θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ συνοψίση τὴ θέα τοῦ ἁγίου Μαξίμου σὰν θέα λόγων ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ θεῖο Λόγο κι ἐπιστρέφουν σ’ Αὐτὸν μέσα σὲ μιὰ ἑνότητα πέρα ἀπὸ κάθε κατανόηση. Τὸ μυστήριο εἶναι ὁ κόλπος τῶν λόγων. Οἱ λόγοι τῶν πραγμάτων ξεκινοῦν ἀπὸ τὸν κόλπο τοῦ μυστηρίου καὶ μποροῦν νὰ ἰδωθοῦν μέσα σ' αὐτὸ τὸν κόλπο ἀπὸ ἕνα λόγο ποὺ ἔγινε ὥριμος. Ὁ λόγος κάθε πράγματος βρίσκεται μέσα στὸ περιβάλλον τοῦ ἀνερμήνευτου μυστηρίου ἀπ' ὅπου ξεκινᾶ. Κι ὁ λόγος τῆς ψυχῆς νιώθει τὸν ἑαυτό του νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ ἕνα ἀνερμήνευτο βάθος ἐνόρασης ἀκέριου τοῦ μυστηρίου τῆς πραγματικότητας. Τὸ μυστήριο, ἐπειδὴ περιέχει ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ λόγους ἢ νοήματα, ἑνωμένα μ' ἕνα τρόπο χωρὶς διακρίσεις, ἔχει κι αὐτὸ ἐπίσης ἕνα νόημα, ἕνα λόγο ἑνιαῖο. Κι ὁ δικός μας λόγος τὸ συλλαμβάνει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξαντλήση οὔτε σ' ἕνα ὁρισμό, οὔτε σ' ἕνα ἄπειρο πλῆθος ἀπὸ ὁρισμούς. Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ μυστήριο καὶ στὸ λόγο εἶναι ὅτι ὁ λόγος μπορεῖ νὰ ὁρισθῆ, ἐνῷ τὸ μυστήριο δὲν μπορεῖ, γιατί τὸ μυστήριο περιέχει ἕνα ἄπειρο πλῆθος ἀπὸ λόγους. Ἀκόμη κι ἂν αὐτὸ τὸ πλῆθος ἔχη συλληφθῆ ἀπὸ τὸ λόγο μας, ἔχει συλληφθῆ μέσα στὴν ἑνότητά του, ἀφοῦ ὁ λόγος μας ἔγινε κι αὐτὸς ἕνα μὲ τὴ συγκέντρωση ὅλων τῶν λειτουργιῶν του ποὺ ἀπὸ μόνες τους τείνουν νὰ χωρίζουν. Μπορεῖ κανεὶς νὰ πῆ ἀκόμα ὅτι ὁ λόγος ἑνὸς μονάχα πράγματος δὲν μπορεῖ νὰ ὁρισθῆ στὸ σύνολό του, γιατί δὲν μπορεῖ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τοὺς ἄλλους λόγους. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁρίση ὁλικὰ τὸ αἴσθημα ἑνὸς τραγουδιοῦ, ὅταν τραγουδιέται ἀπὸ ἕνα πρόσωπο ἢ ἀπὸ ἕνα ἄλλο. Κάθε φορὰ παριστάνει ἕνα διαφορετικὸ πλῆθος νοημάτων, κι ὅ,τι ἐκφράζει δὲν εἶναι αἰσθήματα μόνο, ἀλλὰ νοήματα. Τὰ αἰσθήματα ἐκφράζουν τὸ ἀόριστο τοῦ νοήματος. Μὰ αὐτὸς ποὺ ἀκούει τὸ τραγοῦδι, συλλαμβάνει μὲ κάποιο τρόπο τὸ πολλαπλὸ αὐτὸ νόημα. Συλλαμβάνει κανεὶς τὸ νόημα (τὸ λόγο) κάθε πραγματικότητας, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξαντλήση μέσα σ' ἕνα ὁρισμό. Θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ διατηροῦμε σὰν ἀληθινὸ καὶ πρῶτο νόημα τοῦ λόγου μιᾶς πραγματικότητας, τὸ νόημα ποὺ ἔχει μ' αὐτὸν τὸν τρόπο συλληφθῆ, καὶ νὰ θεωροῦμε τὸ καθωρισμένο νόημα σὰν λόγο δεύτερης τάξης ἢ σὰν ὑποπροϊὸν τοῦ λόγου ἢ ἀκόμα καὶ σὰν ἐντελῶς ἄκυρο.

39. Ἡ προοδευτικὴ συγκέντρωση καὶ ἡ ἑνοποίηση τῆς ψυχῆς μέσα στὸ Θεό, ἡ ἕνωσή της μὲ τὸ Θεὸ μὲ τὰ πέντε ζεύγη τῶν βαθμῶν, δείχνει τὴν ψυχὴ σὰν εἰκόνα τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Οἱ βαθμοὶ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ νοῦ παριστάνουν τὸν ἁγιασμένο, ἱερατικὸ χῶρο (ἱερὸ βῆμα). Κι αὐτοὶ ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὸ λόγο ἢ προέρχονται ἀπ' αὐτὸν μὲ διάκριση καὶ χώρισμα ἀποτελοῦν τὸ ναό. Ἐκεῖνος ποὺ προσάγει ὅλα στὸ Θεό, σὰν ἐπάνω στὸ θυσιαστήριο, κάμνει τὴν ψυχή του Ἐκκλησία τοῦ Θεοϋ. Ἴσως γι' αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία καὶ σὰν σύμβολό της μᾶς ἔχει δοθῆ ἡ χειροποίητη ἐκκλησία, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήση στὸν Ὕψιστο μὲ τὴν ποικιλία τῶν πράξεων ποὺ ἐκτελοῦνται μέσα σ' αὐτήν. Ἔτσι ὅπως τὸ θυσιαστήριο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὅλα ἀνυψώνονται πρὸς τὸ Θεό, ἀποτελεῖ τέλειο μέρος τῆς Ἐκκλησίας, ὅμοια ἡ ἀνύψωση ὅλων τῶν περιεχομένων τῆς ψυχῆς, μὲ τὸ ἄνοιγμα τοῦ νοῦ πρὸς τὸ Θεό, παριστάνει τὴν ἀνυψωτικὴ φυσικὴ δυναμικότητα τῆς ψυχῆς. Ἡ θεώρηση τῆς ψυχῆς, σὰν μιᾶς πραγματικότητας σχηματισμένης καθ' ἑαυτήν, εἶναι ἐξ ἴσου ἀδύνατη, ὅπως ἡ θεώρηση τοῦ οἰκοδομήματος τῆς Ἐκκλησίας, σὰν πραγματικότητας καθ' ἑαυτὴν καὶ γι' αὐτήν. Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ κέντρο καὶ ὁ τέλειος σκοπός, ὁ ἀόρατος, ἀλλὰ βιωμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ψυχή.

Πηγή: paterikiorthodoxia

https://amethystosbooks.blogspot.gr/2016/11/blog-post_506.html

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία (Γ' και Δ')


Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.



Γ'. Ὅτι ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκόνα καὶ μόνον τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου

Ἔλεγε ἀκόμα, ὅτι ἡ ἁγία Ἐκκλησία εἶναι σύμβολο τοῦ αἰσθητοῦ μόνο κόσμου καθ' ἑαυτόν. Σὰν οὐρανό της ἔχει τὸ θεῖο καὶ ἱερὸ βῆμα καὶ σὰν γῆ διαθέτει τὴν ὡραιότητα τοῦ ναοῦ. Ὅμοια καὶ ὁ κόσμος εἶναι Ἐκκλησία• ὁ οὐρανὸς μοιάζει μὲ τὸ ἱερὸ βῆμα καὶ μὲ τὸ ναὸ ἡ διακοσμημένη γῆ.(20) 

Δ'. Πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο γίνεται ἡ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ εἰκονισμὸς τῆς Ἐκκλησίας σὰν ἀνθρώπου ἀπ' αὐτὸν

Καὶ πάλι μὲ ἄλλο τρόπο μυστικῆς θεωρίας, ἔλεγε, ὅτι ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἂνθρωπος• σὰν ψυχὴ ἔχει τὸ ἱερὸ βῆμα, νοῦ της τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, σῶμα τὸ ναό. Γιατί εἶναι εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου, γινωμένου κατὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ.(21) Ἔτσι μὲ τὸ ναό, ὅπως μὲ σῶμα, προβάλλει τὴν ἠθικὴ φιλοσοφία• μὲ τὸ ἱερὸ βῆμα, ὅπως μὲ ψυχή, ἀναπτύσσει πνευματικὰ τὴ φυσικὴ θεωρία• μὲ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ὅπως μὲ νοῦ, φανερώνει τὴ μυστικὴ θεολογία.(22).
Ἔλεγε ἀκόμα,(23) ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι, Ἐκκλησία μυστική, ποὺ μὲ τὸ σῶμα του, ὅπως μὲ ναό, λαμπρύνει τὴν πρακτικὴ ἱκανότητα τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἐνάρετη ἄσκηση τῶν ἐντολῶν σύμφωνα μὲ τὴν ἠθικὴ φιλοσοφία• μὲ τὴν ψυχή του, ὅπως μὲ ἱερὸ βῆμα, προσφέρει μὲ τὸ λόγο στὸ Θεό τοὺς ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις προερχόμενους λόγους κατὰ τὴ διενέργεια τῆς φυσικῆς θεωρίας, ἀφοῦ δεχθοῦν τὴν καθαρὴ πνευματικὴ περιτομὴ τῆς ὕλης• καὶ μὲ τὸ νοῦ, ὅπως μὲ θυσιαστήριο, μὲ ἄλλη πολύλογη καὶ πολύφθογγη σιγή, προσκαλεῖ τὴν πολυύμνητη μέσα στὰ ἄδυτα τῆς σκοτεινῆς κι ἀκατανόητης μεγαλοφωνίας σιγὴ τῆς θεότητας. Καὶ ποὺ τὴν οἰκειώνεται, ὅσο γίνεται στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴ μυστικὴ θεολογία καὶ γίνεται ὅπως πρέπει νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ ἔγινε ἄξιος νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ ὁ Θεὸς καὶ ποὺ σφραγίστηκε μὲ τὶς ὁλόφωτες λάμψεις του.

Ὑποσημειώσεις

20. Στὸ κεφ. Γ' ὁ ἅγιος Μάξιμος βλέπει καὶ τὴν Ἐκκλησία ποὺ ἔχει σὰν ἱερατικό χῶρο (ἱερὸ βῆμα) τὸν οὐρανὸ καὶ σὰν ναὸ τὴ γῆ, σὰν σύμβολο τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου καθ' ἑαυτόν. Αὐτὴ ἡ θεώρηση εἶχε σὰν πλαίσιο τὴν κοσμολογία τοῦ καιροῦ του, ποὺ δὲν ἔβλεπε ὅτι ὁ αἰσθητὸς οὐρανὸς ἦταν ἐπίσης σχηματισμένος ἀπὸ ἄστρα παρόμοια μὲ τὴ γῆ. Σήμερα, ὁ αἰσθητός κόσμος θἀ μποροῦσε νὰ θεωρηθῆ ὅτι συμβολίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μόνον ἄν αὐτὸς θεωροῦνταν σὰν ναός, σὲ σχέση μὲ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα σὰν ἱερατικὸ χῶρο. Γιατί τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα εἶναι τὸ ἐσωτερικό, τὸ ἁγιαστικὸ μέρος τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Ἡ ἄποψη αὐτὴ περιέχεται ἐν σπέρματι στὸ κεφ. Δ', μέσα στὸ ὁποῖο ὁ ἅγιος Μάξιμος θεωρεῖ τὴν Ἐκκλησία σὰν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, θεωρημένο ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο σὰν ναός τοῦ πνεύματός του, δὲν μπορεί νὰ νοηθῆ ἔτσι, παρὰ μόνο σὲ σύνδεσμο μὲ ὁλόκληρο τὸν αἰσθητό κόσμο.

21. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Κατ' αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα εἶδος ἄνθρωπος καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία Ἐκκλησία. Ἡ εἰκόνα δὲν εἶναι οὔτε αὐτὴ τὴ φορὰ χωρισμένη ἀπὸ τὸ πρότυπο. Ἡ Ἐκκλησία, σὰν εἰκόνα ἀνθρώπου, περιέχει τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁ ἄνθρωπος, σὰν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, περιέχει τὸ Θεὸ καὶ ἀντιστρόφως. Στὴ θεώρηση αὐτή, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ δέχεται τὴν ἐπίδραση τοῦ Θεοῦ, παίρνοντας διαστάσεις καὶ ὕψος ἀπεριόριστο. Ὁ ἄνθρωπος, σὰν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀπεριόριστο ὑποκείμενο, ποὺ σκέπτεται καὶ ἐνεργεῖ καί, ἐξαιτίας τῆς ὁμοιότητάς του μὲ τὸ Θεό, μετέχει ὅλο καὶ πιὸ πολύ, μὲ τὶς ἀρετές, στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κι ἐκείνη ἐπίσης, ἀπεριόριστο ὑποκείμενο, ποὺ γνωρίζει καὶ ἐνεργεῖ καὶ μετέχει ὅλο καὶ πιὸ πολὺ στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, βοηθῶντας τὰ μέλη της σ' αὐτὴ τὴν κατεύθυνση ἢ μὲ τὴν συνεισφορὰ τῶν μελῶν της σ’ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα καὶ τὴν ἐξύψωση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της μέσα στὸ Θεό, μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη, κάνει τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἕνα εἶδος μοναδικὸ ὑποκείμενο, ποὺ προχωρεῖ στὴν ὁμοίωση μὲ τὸ Θεό, στὸ μέτρο τῆς προόδου τῶν μελῶν της σ' αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα. Ὁ ἱερατικὸς χῶρος (ἱερὸ βῆμα) τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ψυχῆς, γιατί μέσα στὴν ψυχὴ κινοῦνται οἱ σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ καλοῦνται ν' ἀνεβάσουν τὸν ἄνθρωπο στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἐξαγιασμό• τὸ θυσιαστήριο εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ νοῦ, γιατί ὁ νοῦς, εἶναι ὁ ἀβυσσαλέος χῶρος, ὅπου φανερώνεται ὁ ἀκατανόητος Θεός, ὅπου γίνεται αἰσθητὴ ἡ ἀβυσσαλέα παρουσία τοῦ Θεοῦ (Εὐάγριος, Πρακτικὰ κεφάλαια, 70• P.G. 40, 1244, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Νείλου τοῦ Σιναΐτη). Καὶ ὁ ναὸς εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ σώματος, ποὺ καλεῖται νὰ ἁγιασθῆ μὲ τὴν ἱερατικὴ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, ποὺ δοξάζει τὸ Θεὸ τὸν ἄπειρο, στὸν ὁποῖο πλησιάζει μὲ τὸ νοῦ ὑψωμένο στὸ ἄπειρο ἢ μὲ τὸ σκεπτόμενο ὑποκείμενο, ποὺ ὑψώνεται πέρα ἀπὸ τὴ σκέψη. Πρέπει νὰ ἀναφέρωμε ὅτι στὰ κεφάλαια, στὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸν ἄνθρωπο σὰν Ἐκκλησία, βλέποντας τὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ ἀβυσσαλέα ἀνθρώπινα βάθη, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀφήνει τὸ Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη κι ἀκολουθεῖ τὸν Εὐάγριο.

22. Ὁ ἄνθρωπος, θεωρημένος σὰν Ἐκκλησία, ἀσκεῖ μὲ τὸ σῶμα, σὰν μὲ ναό, τὴν πρακτικὴ φιλοσοφία, μὲ τὴν ψυχή, σὰν μὲ ἱερατικὸ χῶρο, πραγματοποιεῖ τὴν πνευματικὴ θεωρία, τέλος μὲ τὸ νοῦ, σὰν μὲ θεῖο θυσιαστήριο, εἰσδύει μέσα στὴ μυστηριώδη γνώση τοῦ Θεοῦ. Στὴ θεωρία τῶν τριῶν αὐτῶν πνευματικῶν ἀναβαθμῶν, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀκολουθεῖ ἐπίσης τὸν Εὐάγριο. Ἀλλὰ οἱ δύο πρῶτοι ἀναβαθμοὶ μπορεῖ νὰ ἔχουν πραγματοποιηθῆ χωρὶς σύνδεσμο μὲ τὸν κόσμο. Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία εἶναι φιλοσοφία ἀποκτημένη μὲ ἔργα δικαιοσύνης, καθαρὰ καὶ λογικά, μέσα στὰ ὁποῖα ἐκφράζεται ἡ καθαρὴ καὶ λογικὴ σχέση ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὸ σῶμα του πρὸς τὸν κόσμο ἢ ἡ καθίδρυση τῆς βασιλείας τοῦ λόγου πάνω στὸ σῶμα. Μὲ τὴ φυσικὴ θεωρία συλλαμβάνονται οἱ ἔννοιες τῶν πραγμάτων, ἐλευθερωμένες ἀπὸ τὴν παραφθορά, ποὺ τοὺς ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες μας. Μόνο ἀπὸ τὸν πρῶτο ἀναβαθμὸ (τὸν πιὸ χαμηλό) ὑψωνόμαστε στὸ δεύτερο (Εὐάγριος, Λόγος Περὶ Προσευχῆς, κέφ. 51, 56, 57, κλπ. P. G. 79,1165-1200). «Ὥστε καλόν ἐστι πρὸ τῆς τελείας ἕξεως, μὴ ἅπτεσθαι τῆς φυσικῆς θεωρίας, ἵνα μὴ λόγους ἐπιζητοῦντες πνευματικοὺς ἐκ τῶν ὁρωμένων κτισμάτων, λάθωμεν πάθη συλλέγοντες» (Πρὸς Θαλάσσιον 49, P.G. 90, 460 Α). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία εἰσδύει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ βωμὸ τοῦ ἀβυσσαλέου ὕψους ποὺ ὑπάρχει μέσα του, δηλαδὴ μὲ τὸ νοῦ, εἶναι ἕνα εἶδος ἄμορφης γνώσης, ἢ μιὰ «ἄπειρη ἄγνοια». (Μ. Viller - Κ. Rahner Aszese und Mystik in der Väterzeit, Freiburg I. Br. 1939, σελ. 97 - 98).

23. Ἐξήγηση πιὸ συγκεκριμένη εἶναι αὐτὴ ποὺ δίνεται τώρα. Σ' αὐτήν, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἑνώνει σφιχτὰ τὸ ἐνεργητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς μὲ τὸ σῶμα, διακρίνοντας ἀμοιβαῖα τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ γνωστικὸ μέρος. Στὴ δεύτερη αὐτὴ ἐξήγηση ὁ ἅγιος Μάξιμος δείχνει στὴν πραγματική τους οὐσία τὴν ἠθικὴ φιλοσοφία, τὴ φυσικὴ θεωρία καὶ τὴ μυστικὴ θεολογία. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐξήγηση αὐτή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι μυστικὴ Ἐκκλησία, γιατί μὲ τὸ σῶμα, σὰν μὲ ναό, κοσμεῖ τὸ ἐνεργητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς ἠθικῆς φιλοσοφίας, ἐκπληρώνοντας τὶς ἐντολές• μὲ τὴν ψυχή, σὰν μὲ ἱερατικὸ χῶρο, ὑψώνεται στὴν κατάσταση τῆς θεωρίας τῶν λογισμῶν, ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὴν αἰσθητικότητα, προσφέροντάς τους μὲ τὸ λόγο στὸ Θεό, ἀφοῦ ἀπομακρύνη ἀπὸ αὐτοὺς — κι ἔτσι τοὺς καθαρίση — ὅ,τι ὑλικὸ ὑπάρχει σ' αὐτούς. Ἐδῶ, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου θεωρεῖται, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὅτι προσανατολίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα πρὸς τὸν κόσμο, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὅτι προσανατολίζεται ἀπὸ τὸ λόγο πρὸς τὸ Θεό, ἔτσι ὅπως οἱ ἱερεῖς ἁγιάζουν ἀπὸ ἕνα μέρος τὸ λαὸ τοῦ ναοῦ κι ἀπὸ τὸ ἄλλο δέχονται τὶς προσφορὲς ποὺ προσάγονται ἀπὸ τὸ λαό, τὶς ἁγιάζουν καὶ τὶς προσφέρουν στὸ Θεό. Ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει χωρισμός, ὅπως δὲν ὑπάρχει κι ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ Θεό. Μέσα στὸν ἄνθρωπο, θεωρημένο σαν Ἐκκλησία, συναντᾶται ὁ κόσμος μὲ τὸ Θεὸ μὲ τὴν πράξη τοῦ ἀνθρώπου ἔτσι, ὅπως αὐτὰ συναντῶνται μέσα καὶ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ οἰκοδομήματος καὶ τὴν ἔννοια τῆς κοινότητας. Ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν ἐκκλησία χωρὶς Θεό, ὅμοια δέν μποροῦμε νὰ τὴν δεχθοῦμε δίχως κόσμο. Ὁ Θεὸς δὲ θέλει, νὰ προσέρχεται σ' αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος μὲ ἄδεια χέρια, ἀλλὰ νὰ εἶναι τὰ δῶρα του μαζεμένα ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ καθαρμένα. Ὁ πιστός, ἁγιάζοντας τὸ σῶμα του, ἁγιάζει τὶς πράξεις του ποὺ κατευθύνονται πρὸς τὸν κόσμο, ἁγιάζει τὸν κόσμο καί, μέσα στὸ λόγο του, ἁγιάζει, προσφέροντάς τες στὸ Θεό, τὶς αἰσθήσεις του, τὶς ἀντιλήψεις του, τὶς εἰκόνες του, ὑψώνοντάς τες στὸ βαθμὸ τῆς φυσικῆς θεωρίας. Ὁ λόγος δὲν ἔχει καθαρὰ διανοητικὸ νόημα, ἀλλὰ νόημα ἠθικοθρησκευτικό. Σὲ κυριολεξία, μόνο ὁ λόγος ὁ καθαρμένος καὶ καθαρτικός, μὲ τὸν προσανατολισμό του σὲ κεῖνο ποὺ εἶναι πίσω ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, μπορεῖ νὰ δῆ, μὲ τρόπο ποὺ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ πάθη, τὸ ἀληθινὸ νόημα τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων. Ἔτσι ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἀκολουθῶντας τὸν Εὐάγριο, βλέπει ἀνάμεσα στὴν πρακτικὴ φιλοσοφία καὶ τὴ φυσικὴ θεωρία στενὸ σύνδεσμο, γιατί καὶ μὲ τὶς δύο ὁ ἄνθρωπος σὰν Ἐκκλησία παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν κόσμο σὰν προσφορὰ καθαρμένη. Ἀλλὰ σὲ ποιὸ σύνδεσμο βρίσκονται αὐτὲς μὲ τὴ μυστικὴ θεολογία ἢ μὲ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νοῦ πού, ἔχοντας τὴ θέση θυσιαστηρίου, εἶναι ὑψωμένος πέρα ἀπὸ κάθε διανοητικὸ περιεχόμενο; Δὲν προκύπτει ἐδῶ ἕνα χάσμα ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸν κόσμο, πρὸς χάρη τῆς συνάντησης μὲ τὸ Θεό; Κι ἂν αὐτὸ τὸ χάσμα προκύπτη πράγματι, τί νόημα ἔχει ὁ δεσμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν κόσμο πάνω στοὺς δύο πρώτους βαθμούς; Ὁ ἅγιος Μάξιμος δίνει μόνο μία ὑπονοούμενη ἀπάντηση σ' αὐτὴν τὴν ἐρώτηση. Καὶ ἡ ἀπάντηση δὲ συνίσταται, ὅπως θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ περιμένη, στὴ βεβαίωση, ὅτι γιὰ ν' ἀποσπασθῆ, στὸν τρίτο βαθμό, ὁλότελα ἀπὸ τὸν κόσμο, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ λεπτύνη κατ' ἀρχὰς αὐτὸ τὸ δεσμὸ ἐπάνω στοὺς δύο πρώτους βαθμούς. Ἡ ἀπάντηση ἔχει χαρακτῆρα παραβολικό• μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὑψωμένο πάνω ἀπὸ τὶς αἰτίες τῶν πραγμάτων, περιέχεται ὁ πλοῦτος τους καὶ αὐτὸς ὁ πλοῦτος τὸν κάνει ἱκανὸ νὰ λάβη τὸ θεϊκὸ πλοῦτο. Μὲ τὸ νοῦ, σὰν μὲ θυσιαστήριο, λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὁ ἄνθρωπος καλεῖ μὲ μιὰ σιωπὴ ποὺ μιλᾶ καὶ φθέγγεται, τὴν πολυύμνητη σιωπὴ τοῦ ἀκατανόητου καὶ ἄγνωστου Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἀβύσσους ἀδιείσδυτες κι ἑνώνεται μὲ τὸ Λόγο, ὅσο εἶναι δυνατὸ στὸν ἄνθρωπο, μέσα σὲ μία μυστηριακὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, διαποτισμένη ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες Του. Ὁ ἄνθρωπος, ὑψωμένος στὸ βαθμὸ αὐτό, αἰσθάνεται ὅτι ἡ τέλεια σιωπὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὰ ὕψη σὲ συνάντησή του εἶναι βαρειὰ ἀπὸ ἄπειρα περιεχόμενα, ἄπειρες μελωδίες, γιατί τὰ περιεχόμενα αὐτὰ εἶναι μιὰ ἀληθινὴ μουσικὴ μὲ τὸν ἀνείπωτο ρυθμό της. Ἀλλὰ συλλαμβάνει αὐτὴ τὴ σιωπὴ τὴ γεμάτη ἀπὸ ἄπειρη ὁμιλία καὶ μουσική, μόνο ἂν δημιουργηθῆ μέσα στὸν ἴδιο μιὰ παρόμοια σιγὴ βαρειὰ ἀπὸ ὅλα τὰ περιεχόμενα καὶ ὅλες τὶς ἐμπειρίες, ποὺ ἔχει συγκεντρώσει ὡς τότε, τὶς ὁποῖες ἒχει μελετήσει μὲ τὸν ὄχι συγκεχυμένο λόγο τῶν παθῶν. Μόνο ἂν ἔχη ὑψωθῆ μὲ τοὺς λόγους του, σὲ μιὰ σιωπηλὴ σύλληψη αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τοὺς λόγους του συναντᾶ τὴ δίχως λόγους σιωπὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὰ ὕψη.

Πηγή:myriobiblos και paterikiorthodoxia
https://amethystosbooks.blogspot.gr/2016/10/blog-post_795.html

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία (Β')


Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.


Συνέχεια από: Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Β'. Γύρω ἀπὸ τὸ πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκόνα τοῦ κόσμου τοῦ συγκροτημένου ἀπὸ ὁρατὲς κι ἀόρατες ὀντότητες

Μ' ἕνα δεύτερο συμβολισμὸ τῆς θεωρίας του, ἔλεγε, ὅτι ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ εἶναι τύπος καὶ εἰκόνα ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι συγκροτημένος ἀπὸ ὁρατὲς κι ἀόρατες ὀντότητες. Γιατί ἐπιδέχεται τὴν ἴδια μ' ἐκεῖνον καὶ ἕνωση καὶ διάκριση.(18)

Ἐκείνη δηλαδὴ κατὰ τὴν κατασκευή της ἀποτελεῖ ἑνιαῖο οἰκοδόμημα, θὰ δεχθῆ ὡστόσο τὸ διαφορισμὸ μὲ βάση κάποιο γνώρισμα, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ θέση καὶ τὸ σχῆμα καὶ θὰ διαφοροποιηθῆ στὸ χῶρο, ποὺ εἶναι προωρισμένος γιὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λειτουργοὺς μόνο, ποὺ τὸν λέμε ἱερὸ βῆμα (ἱερατεῖο), καὶ στὸ χῶρο ποὺ εἶναι ἀνοιχτὸς γιὰ νὰ εἰσέλθουν ὅλα τὰ πιστὰ πλήθη καὶ ποὺ τὸν λέμε ναό. Παραμένει ὡστόσο μία κατὰ τὴν ὕπαρξη, χωρὶς νὰ συμμερίζεται τὴ διαίρεση τῶν μερῶν της, ποὺ ὀφείλεται στὴ διαφορὰ ποὺ αὐτὰ ἔχουν μεταξύ τους. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἴδια τὰ μέρη, μὲ τὴν ἀναφορά τους πρὸς τὴ δική της ἑνότητα, τ' ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ὀνομαστικὴ διαφορά τους καὶ δείχνει τὴ μεταξὺ τῶν δύο ταυτότητα. Κι ἐνῷ ὑπάρχουν ἀμοιβαῖα τὸ ἕνα γιὰ τὸ ἄλλο φανερώνει τί ἀποτελεῖ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο γιὰ τὸν ἑαυτὸ του• δείχνει τὸ ναὸ ἱερὸ βῆμα κατὰ τὴ δύναμη, ἐπειδὴ ἀποκτᾶ ἱερότητα μὲ τὴν ἀναφορὰ τῆς μυσταγωγίας πρὸς τὸ ἱερὸ τέλος της. Καὶ πάλι κατ' ἀντιστροφὴ δείχνει τὸ ἱερὸ βῆμα ναό, ἐπειδὴ κατὰ τὴ διεξαγωγὴ τῆς μυσταγωγίας αὐτῆς ἔχει τὸ ναὸ ὡς ἀρχή του. Καὶ ἡ Ἐκκλησία μέσα στὰ δύο μένει μία καὶ ἡ ἴδια.

Ἔτσι κι ὁ κόσμος ὁλόκληρος τῶν ὄντων, ποὺ προῆλθε δημιουργικὰ ἀπὸ τὸ Θεό, μοιράζεται στὸ νοητὸ κόσμο, ποὺ τὸν ἀπαρτίζουν νοερὲς κι ἀσώματες ὀντότητες, καὶ σ' αὐτὸν ἐδῶ τὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ σωματικό, ποὺ ἔχει μὲ τρόπο μεγαλοφυῆ συνυφανθῆ ἀπὸ πολλὰ εἴδη καὶ φύσεις. Ὅλος ὁ κόσμος, μ' αὐτὴ τὴ χειροποίητη, φανερώνεται μὲ σοφία πὼς εἶναι μιὰ κατ' ἄλλο τρόπο ἀχειροποίητη Ἐκκλησία. Εἶναι ἱερὸ βῆμα, ἐπειδὴ περιέχει τὸν ἄνω κόσμο, ποὺ ἔχει παραδοθῆ στὶς ἄνω δυνάμεις• κι εἶναι ναός, ἐπειδὴ περιέχει τὸν κάτω, ποὺ ἔχει παραχωρηθῆ σ' ἐκείνους, ποὺ τοὺς ἔλαχε ἡ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων.

Κι εἶναι πάλι ἕνας ἑνιαῖος κόσμος, ποὺ δὲν ὑφίσταται τὴ διαίρεση τῶν μερῶν του, ἀλλὰ ἀντίθετα καὶ τῶν ἴδιων τῶν μερῶν του τὴ διαφορά, σύμφωνα μὲ τὴν ἀτομική τους φύση, τὴν περιορίζει μὲ τὴν ἀναφορὰ του πρὸς τὴν ἴδια του τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἄρνηση τῆς διαιρετότητάς του. Μᾶς δείχνει ὅτι ταυτίζονται ἀμοιβαῖα μεταξύ τους καὶ μ' αὐτόν, χωρὶς σύγχυση κι ὅτι εἰσέρχονται ὁλόκληρο τὸ ἕνα μέσα σὲ ὁλόκληρο τὸ ἄλλο. Καὶ σὰν μέρη καὶ τὰ δύο μαζί, ὁλοκληρώνουν τὸ σύνολο τοῦ κόσμου καὶ σύμφωνα μὲ τὸν κόσμο αὐτὸν σὰν σύνολο, ὁλοκληρώνονται τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο σὰν μέρη κατὰ ἑνότητα καὶ ὁλικότητα. Ὁλόκληρος δηλαδὴ ὁ νοητὸς κόσμος μέσα σὲ ὁλόκληρο τὸν αἰσθητὸ φαίνεται ὅτι ἀποτυπώνεται κατὰ τρόπο μυστικὸ μὲ συμβολικὲς μορφές, γιὰ ὅσους ἔχουν τὴ δύναμη νὰ βλέπουν. Καὶ ὁλόκληρος ὁ αἰσθητὸς κόσμος βρίσκεται μέσα σὲ ὁλόκληρο τὸ νοητὸ ἁπλοποιημένος σὲ λόγους κατὰ τὴ γνωστικὴ ἐνέργεια τοῦ νοῦ. Βρίσκεται ὁ αἰσθητὸς μέσα στὸ νοητὸ μὲ τοὺς λόγους κι ὁ νοητὸς μέσα στὸν αἰσθητὸ μὲ τοὺς τύπους. Καὶ εἶναι τὸ ἔργο τους ἕνα, σὰ νὰ ἤτανε ἕνας τροχὸς μέσα σὲ ἄλλον τροχό, λέει ὁ θαυμάσιος τῶν μεγάλων ὁραματιστὴς Ἰεζεκιήλ, μιλῶντας, νομίζω, γιὰ τοὺς δύο κόσμους. Ἀλλὰ κι ὁ θεῖος Ἀπόστολος λέει σχετικά: Οἱ ἀόρατες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου γίνονται ὁρατές, ὅταν νοηθοῦν μὲ βάση τὰ δημιουργήματά του. Κι ἂν γίνωνται ὁρατὰ ὅσα δὲ φαίνονται μὲ τὴ δύναμη ἐκείνων ποὺ φαίνονται, ὅπως ἔχει γραφῆ, πολὺ περισσότερο μὲ ὅσα δὲ φαίνονται θὰ γίνουν νοητὰ ὅσα φαίνονται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ὑψώνουν τὸ πνεῦμα τους στὴν πνευματικὴ θεωρία.(19) Γιατί ἡ συμβολικὴ θεώρηση τῶν νοητῶν μὲ βάση τὰ ὁρατὰ εἶναι ἡ πνευματικὴ γνώση καὶ νόηση τῶν ὁρατῶν μὲ βάση τὰ ἀόρατα. Ἐπειδὴ πρέπει ὅσα δηλώνουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο νὰ ἔχουν ἀληθινὲς ὁπωσδήποτε καί ὁλοφάνερες τὶς μεταξὺ τοὺς δηλώσεις καὶ ἄθικτη ὅποια σχέση θεμελιώνεται ἐπάνω τους.


Ὑποσημειώσεις

18. Ἂν στὸ κεφ. Α’ ὁ ἅγιος Μάξιμος ἔχη παρουσιάσει τὴν Ἐκκλησία σὰν κοινωνία μέσα στὸ Χριστό, σὰν εἰκόνα τῆς ἕνωσης τοῦ Θεοῦ μὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, στὸ κέφ. Β' παρουσιάζει τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τοὺς πιστοὺς συγκεντρωμένους σ' αὐτό, σὰν εἰκόνα ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας, σὰν εἰκόνα τῆς ἕνωσης καὶ τῆς διάκρισης ἀνάμεσα στὴν τάξη τῶν σωματικῶν ἢ ὁρατῶν ὄντων καὶ τῶν ἀσώματων ἢ ἀόρατων ὄντων. Τὸ ἐσωτερικό της Ἐκκλησίας ἔχει χῶρο προωρισμένο γιὰ τοὺς ἱερεῖς (ἱερὸ βῆμα) καὶ χῶρο προωρισμένο γιὰ τοὺς λαϊκοὺς πιστοὺς (ναός). Μὰ καὶ τὰ δύο αὐτὰ μέρη, μὲ ὅσους βρίσκονται σ' αὐτά, εἶναι συνδεδεμένα μεταξύ τους καὶ συμπληρώνονται, συνιστῶντας ἑνότητα καὶ παίρνοντας ἕνα μόνο ὄνομα μὲ τὴν ἀναφορά τους στὸν ἴδιο καὶ μοναδικὸ σκοπὸ καὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε μέρος εἶναι, τὴν ἴδια ὥρα, ἀμοιβαῖα ὅ,τι εἶναι τὸ ἄλλο μέρος. Ὁ ναὸς εἶναι ἱερὸ βῆμα δυνάμει, μὲ τὴν προχώρηση πρὸς τὸ σκοπὸ ποὺ εἶναι ἡ ἁγιαστικὴ πράξη, καὶ τὸ ἱερὸ βῆμα εἶναι ναὸς ἐνεργείᾳ, ἐπειδὴ μέσα στὸ ναὸ ἀρχίζει ἢ ἁγιαστικὴ δράση του. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὁ δημιουργημένος κόσμος διαιρεῖται σὲ κόσμο νοητό, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀσώματα ὄντα, καὶ σὲ κόσμο αἰσθητό, ποὺ συγκροτεῖται ἀπὸ πολλὰ εἴδη καὶ ὑπάρξεις καὶ εἶναι σὰν μιὰ ἄλλη ἀχειροποίητη Ἐκκκλησία. Ἔχει σὰν ἱερὸ βῆμα τὸν ἄνω κόσμο, προωρισμένο γιὰ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις καὶ σὰν ναὸ τὸν κόσμο ἐδῶ κάτω, προωρισμένο γι' αὐτοὺς ποὺ ζοῦν μὲ τὶς αἰσθήσεις. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ κόσμος ἢ ἡ ἀχειροποίητη αὐτὴ Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ ἐπίσης μιὰν ἑνότητα μὲ τὴν ἀναγωγὴ ὅλων στὴν ἑνότητά της, ποὺ ἑνώνει ὅλα τὰ στοιχεῖα χωρὶς νὰ τὰ συγχέη. Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἔχει περιγράψει πρὶν ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὴν ὁμοιότητα ἀνάμεσα στὸν ἱερατικὸ χῶρο τοῦ κόσμου καὶ τὸν ἱερατικὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, λέγοντας ὅτι πρῶτος εἶναι ὁ κόσμος τῶν ἀγγέλων. Ὁ ἅγιος Μάξιμος περιγράφει τὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ σύνολο κόσμο καὶ στὴ σύνολη Ἐκκλησία.

19. Ἔχομε δώσει πιὸ πάνω στὴν ἰδέα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τὸ ἑξῆς νόημα: ὅπως τὰ μέρη ἑνὸς ὀργάνου ἀναφέρονται στὸ λόγο τοῦ ὀργάνου ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τους, καὶ ὅπως τὰ ὄργανα ἀναφέρονται στὸ λόγο τοῦ ὀργανισμοῦ καθὼς στὴν ἑνιαία αἰτία τους ποὺ τὰ κρατεῖ ἑνωμένα, ἔτσι κι ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἀναφέρονται στὸν ἑνοποιημένο λόγο τοῦ σύνολου ὁρατοῦ κόσμου. Ὁ ἅγιος Μάξιμος προσθέτει ἐδῶ ὅτι ἐπίσης τὰ δύο κύρια μέρη τοῦ κόσμου, τὸ ὁρατὸ μέρος καὶ τὸ ἀόρατο ἢ ἀγγελικό, ἀναφέρονται στὸ λόγο τους σὰν σὲ ὅλο συνθεμένο ἀπὸ δύο μέρη. Ἀλλὰ ὅπως δύο ὄργανα ἔχουν τὸ λόγο τῆς συμπληρωματικότητάς τους σ' ἕνα ἀνώτερο λόγο, κι ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ὁ κοινὸς λόγος τους, ὅμοια ὁ συμπληρωματικὸς λόγος τῶν δύο μερῶν εἶναι λόγος ἀνώτερος σὲ σχέση μ’ αὐτά, ἕνας λόγος ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ αὐτά. Καθένα ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ μέρη βρίσκεται, ἐξαιτίας τοῦ λόγου του, ὁλόκληρο μέσα σὲ ὁλόκληρο τὸ ἄλλο μέρος. Δὲν εἶναι χωρισμένα, ἀλλὰ συμπληρώνονται μὲ τὸ λόγο τοῦ ὅλου, μέσα στὸν ὁποῖο βρίσκονται. Ἔχομε διαπιστώσει ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος βλέπει ἀνάμεσα στὰ δύο μέρη τῆς χειροποίητης Ἐκκλησίας μιὰ δυναμικὴ σχέση. Βλέπει, ἀκόμα, μιὰν ἀλληλεπίδραση ἀνάμεσα στὴν τάξη τῶν ἀγγέλων καὶ στὴν ὁρατὴ τάξη τοῦ κόσμου. Ἡ ἀλληλεπίδραση αὐτὴ συνίσταται πρώτιστα σὲ μιὰ συμβολικὴ ἀποκάλυψη σύνολου τοῦ ἀγγελικοῦ κόσμου μέσα στὰ σύμβολα τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, γιὰ ὅσους εἶναι ἱκανοὶ νὰ δοῦν' ὅμοια συνίσταται στὴν ἐμπλοκὴ σύνολης τῆς ἀγγελικῆς τάξης μέσα στὴ σύνολη νοητὴ τάξη μὲ τοὺς γνωστοὺς νοητικὰ λόγους, ἀπὸ μέρους τῆς νοητῆς τάξης. Κάθε ἀγγελικὸς νοῦς συγκρατεῖ μέσα του τοὺς λόγους ὅλῶν τῶν αἰσθητῶν πραγματικοτήτων, ἐπάνω στοὺς βαθμοὺς τῆς νόησης, πιὸ ψηλὰ πάντα καί, ἄρα, σὲ μιὰ ἀμοιβαιότητα μεταξύ τους, καθὼς τὰ συγκρατοῦν σ' ἕνα ἐπίπεδο κατώτερο καὶ σὲ μιὰ πρόοδο συνεχῆ καὶ μὲ κοινὸ τρόπο ἐπίσης οἱ ἀνθρώπινες διάνοιες. Ἔτσι ἡ αἰσθητὴ τάξη περιέχεται μέσα στὴν ἀγγελικὴ τάξη μὲ τοὺς λόγους καὶ ἡ ἀγγελικὴ τάξη ἀποκαλύπτεται μέσα στὴν αἰσθητὴ τάξη μὲ τὶς εἰκόνες (τύπους). Καὶ τὸ ἔργο τους εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό• ἡ γνώση τοῦ ἴδιου περιεχομένου καὶ ἡ διατήρηση μέσα σ' αὐτὸ σὰν «ἕνας τροχὸς μέσα σὲ τροχό» Ἰεζεκ. Ι, 16). Μὰ γιὰ νὰ φαίνωνται τὸ ἕνα μέσα στὸ ἄλλο αὐτὰ τὰ δύο μέρη τοῦ κόσμου, πρέπει νὰ παραμένουν σὲ σχέση ἁρμονικῆς ἰσορροπίας, ποὺ προϋποθέτει μιὰ κοινὴ αἰτία ποὺ συνεχίζει νὰ τὰ συγκρατῆ. Ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲ δείχνει ἀκριβέστερα σὲ τί συνίσταται ἡ σχέση αὐτή. Ἀλλὰ ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ποὺ τοῦ ἔχει δανείσει τὴν ἰδέα τοῦ συνδέσμου ἀνάμεσα στὴν ἀγγελικὴ τάξη καὶ τὴν τάξη τὴν ἐκκλησιαστική, βλέπει τὴ σχέση αὐτὴ ὄχι μόνο σὰν μιὰ ἀμοιβαία κατανόηση, ἀλλὰ ἐπίσης σὰν μιὰ κίνηση ἀμοιβαίας προσέγγισης, μὲ τὴν κοινὴ προσέγγισή τους μέσα στὸ Χριστό. Καὶ ἒχομε κάθε λόγο νὰ πιστεύωμε ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος δέχεται καὶ αὐτὴν ἐπίσης τὴ σχέση αὐτοῦ τοῦ δυναμικοῦ τύπου ἀνάμεσά τους. Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης λέγει: «Ὡς ἡ θεολογία τοῖς θιασώταις ἡμῖν παραδέδωκε, καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς, ὁ θεαρχικώτατος νοῦς καὶ ὑπερούσιος, ἡ πάσης ἱεραρχείας, ἁγιαστείας τε καὶ θεουργίας ἀρχὴ καὶ οὐσία, καὶ θεαρχικωτάτη δύναμις, ταῖς τε μακαρίαις καὶ ἡμῶν κρείττοσιν οὐσίαις ἐμφανέστερον ἅμα καὶ νοερώτερον ἐλλάμπει, καὶ πρὸς τὸ οἰκεῖον αὐτὰς ἀφομοιοῖ κατὰ δύναμιν φῶς• ἡμῶν τὲ τῷ πρὸς αὐτὸν ἀνατεινομένῳ καὶ ἡμᾶς ἀνατείνοντι τῶν καλῶν ἔρωτι, συμπτύσσει τὰς πολλᾶς ἑτερότητας, καὶ εἰς ἑνοειδῆ καὶ θείαν ἀποτελειώσας ζωήν, ἕξιν τε καὶ ἐνέργειαν, ἱεροπρεπῆ δωρεῖται τῆς θείας ἱερωσύνης τὴν δύναμιν• ἐξ ἧς ἐπὶ τὴν ἁγίαν ἐρχόμενοι τῆς ἱερατείας ἐνέργειαν, ἐγγύτεροι μὲν αὐτοὶ γινόμεθα τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς οὐσιῶν τῇ κατά δύναμιν ἀφομοιώσει τοῦ μονίμου τε καὶ ἀνεξαλλάκτου τῆς αὐτῶν ἱερᾶς ἱδρύσεως, καὶ ταύτην πρὸς τὴν μακαρίαν Ἰησοῦ καὶ θεαρχικὴν αὐτὴν ἀναβλέψαντες». (Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Ρ. G. 3. 372 Α-Β).
https://amethystosbooks.blogspot.gr/2016/10/blog-post_87.html

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία


Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.


Περιεχόμενα

Προοίμιο

Πῶς γίνεται ὁ σοφὸς σοφώτερος, ὅταν λάβη κάποια ἀφορμή, καὶ πῶς ὁ δίκαιος προκόβει στὴ γνώση, ὅταν μάθη, ὅπως ἀναφέρει ἡ θεία Παροιμία, σὺ ὁ ἴδιος, πιὸ σεβαστέ μου ἀπ' ὅλους, μοῦ ἔδειξες ὁλοκάθαρα μέσα στὴν ἴδια μου τὴν ἐμπειρία. Μοῦ ἔμαθες ἔμπρακτα ὅσα μὲ σοφία ὑποδηλώνει ὁ θεῖος λόγος. Μὲ ἄκουσες νὰ ἐκθέτω κάποτε, ὅπως μποροῦσα, ἐπιτροχάδην, μιὰ ἐπιτομὴ τῶν θαυμαστῶν μυστικῶν θεωριῶν ἑνὸς ἄλλου μεγάλου γέροντα, μὲ ἀληθινὴ σοφία στὰ θεῖα, σχετικὰ μὲ τὴν ἁγία Ἐκκλησία καὶ τὴν ἁγία σύναξη, ποὺ πραγματοποιεῖται σ' αὐτή. Καὶ περισσότερο ἀπὸ ὅσο ὁ δάσκαλος ἀπὸ τὸ μαθητή, μοῦ ἐζητοῦσες ἀμέσως μὲ ἐπιμονὴ νὰ σοῦ κάνω γραφτὴ ὅλων αὐτῶν τὴν ἔκθεση. Ἤθελες νὰ ἔχης τὸ γραφτὸ σὰν ἀντιφάρμακο τῆς λήθης καὶ τῆς μνήμης ἐνισχυτικό, ἐπειδή, ἔλεγες, βρίσκει στὸ χρόνο αὐτὴ τὸ φυσικό της δαμαστή. Ἀνεπαίσθητα, ἔλεγες, μὲ τὴν παρέμβαση τῆς λήθης, μπορεῖ αὐτὸς ν' ἀφαιρέση τοὺς τύπους καὶ τὶς εἰκόνες ὅποιου μέσα μας βρίσκεται καλοῦ. Γι' αὐτὸ ἔχει ἀνάγκη ἡ μνήμη ὁπωσδήποτε ἀπὸ ἕνα μέσο νὰ τὴν ἀνανεώνη, τὸ μέσο ἐκεῖνο πού, φυλάγοντας παντοτινὰ ἀκμαία τὴ δύναμη τοῦ λόγου, ἔχει ἀπὸ τὴ φύση του τὴν ἰδιότητα νὰ συντηρῆ τὴ μνήμη ἀνεπηρέαστη κι ἀπαραμείωτη. Πόσο τώρα εἶναι σοφώτερο, ἀπὸ τὴν ἁπλῆ ἀκρόαση, νὰ ἐπιζητῆς καὶ τὴ μόνιμη ἐξασφάλιση ὅσων ἄκουσες, τὸ ξέρει βέβαια κάθε ἄνθρωπος, ποὺ λίγο μόνο νοιάζεται γιὰ τὴ λογικὴ εὐγένειά του καὶ δὲν εἶναι ὁλότελα ξένος ἀπὸ τὴν οἰκειότητα μὲ τὸ λόγο.

Κι ἐγὼ δίσταζα στὴν ἀρχή, θέλοντας ν' ἀποφύγω —θὰ σᾶς πῶ τὴν ἀλήθεια— τὸ ζήτημα τοῦ λόγου. Ὄχι πὼς δὲν ἤθελα, ἀγαπημένοι μου, νὰ σᾶς προσφέρω μὲ κάθε τρόπο κατὰ τὴ δύναμή μου ὅ,τι ποθούσατε. Μοῦ ἔλειπε ἡ χάρη, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ τοῦτο τοὺς ἂξιους• κι ἀκόμα δὲν εἶχα τὴν ἐμπειρία τῆς τέχνης ποὺ ἀπαιτεῖται καὶ τῆς τριβῆς μὲ τὸ λόγο. Εἶχα ζήσει στὴν ἀφάνειά μου κι ἤμουν ὁλότελα ἀμύητος στὴν τέχνη τῶν λόγων, ποὺ ὅλη τους ἡ χάρη βρίσκεται στὴν ἀπαγγελία τους μόνο κι εἶναι μεγάλη χαρὰ τῶν πολλῶν νὰ προσδιορίζουν τὴν ἀκουστικὴ ἡδονή τους κι ἄς μὴν ὑπάρχη πολλὲς φορὲς στὸ βάθος τίποτα ποὺ ν' ἀξίζη. Φοβόμουν ἀκόμα —γιὰ νὰ πῶ τὸ πιὸ σπουδαῖο καὶ τὸ πιὸ ἀληθινὸ— μήπως μὲ τὴ μηδαμινότητα τοῦ λόγου μου προσβάλω τὸν ὑψηλὸ καὶ λόγο καὶ στοχασμὸ τοῦ μακαριστοῦ ἐκείνου γέροντα. Ὑποχώρησα ὅμως ἀργότερα στὴν ὁρμὴ τῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι ἀπ' ὅλα πιὸ δυνατή, καὶ δέχθηκα θεληματικὰ τὴν ἐντολή της. Προτίμησα νὰ μὲ περιγελάσουν οἱ δύσκολοι ἐξαιτίας τῆς ὑπακοῆς μου γιὰ τὸ θράσος καὶ τὴν ἀπαιδευσία μου, παρὰ νὰ νομίσετε σεῖς ὅτι, μὲ τὴν ἀναβολή μου, δὲ θέλω νὰ σᾶς βοηθήσω μὲ ὅλη τὴν προθυμία μου σὲ κάθε καλό. Τὴ φροντίδα γιὰ τὸ πῶς θὰ μιλήσω τὴν ἄφησα στὸ Θεό, ποὺ εἶναι ὁ μοναδικὸς ποὺ θαυματουργεῖ καὶ ποὺ βάζει στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τὴ γνώση καὶ δυναμώνει τὴ γλῶσσα τῶν μουγγῶν, βρίσκει διέξοδο στὰ ἀδιέξοδα, σηκώνει τὸν πεσμένο ἀπὸ τὸ πέσιμό του καὶ τὸ φτωχὸ τὸν ὀρθώνει ἀπὸ τὴν κόπρο του, ἐννοῶ τὸ σαρκικὸ φρόνημα καὶ τὸ δύσοσμο βοῦρκο τῶν παθῶν. Ἀπ' αὐτὸ σηκώνει ὅποιον ἒχει ταπεινὴ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του κι εἶναι φτωχὸς ἀπὸ κακία καὶ ἄπορος ἀπὸ διάθεση πρὸς αὐτήν. Ἤ, ἀντίθετα, ρίχνει αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀκόμα πλεγμένος στὸ νόμο τῆς σάρκας καὶ στὰ πάθη καὶ γι' αὐτὸ εἶναι φτωχὸς κι ἄπορος τῆς χάρης, ποὺ φέρνει ἡ ἀρετὴ κι ἡ γνώση.(1)

Ὁ πανάγιος κι ἀληθινὰ θεοφάντωρ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης στὴν πραγματεία του γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Ἱεραρχία ἔχει συλλάβει κι ἐξηγήσει ἀντάξια στὴ μεγαλωσύνη τοῦ νοῦ του τὰ σύμβολα ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴν τελετὴ τῆς ἁγίας σύναξης. Γι' αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχωμε ὑπ' ὄψη ὅτι ὁ λόγος μας δὲν ἐκθέτει τὰ ἴδια πράγματα, οὔτε προχωρεῖ ἀπὸ τοὺς ἲδιους δρόμους. Ἀποτελεῖ τόλμημα καὶ θράσος καὶ πλησιάζει τὴν ἀνοησία νὰ θελήση κανένας νὰ δοκιμασθῆ στὰ ἴδια μ' ἐκεῖνον, ἐνῷ δὲν μπορεῖ νὰ εἰσχωρήση σ' αὐτὰ καὶ νὰ τὰ κατανοήση. Κι ἀκόμα νὰ προβάλη σὰν δικά του ἐπιτεύγματα, ὅσα μυστήρια φανερώθηκαν θεϊκὰ σ' ἐκεῖνον μονάχα μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος. Θὰ ἐκτεθοῦν ἐδῶ ὅσα, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι τὰ ἔχει ἐκεῖνος φιλάνθρωπα περιλάβει στὴν ἔκθεσή του, ἔχουν οἱ ἄλλοι ἀπὸ θέληση τοῦ Θεοῦ παραλείψει νὰ ἐκθέσουν καὶ νὰ γυμνάσουν ἔτσι κατὰ τὴν ἐπιθυμία τους τὴν ἴδια τους διάθεση γιὰ τὰ θεῖα• κι ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα γίνεται γνωστὴ σ' ἐμᾶς, σύμμετρα νοημένη, ἡ ὁλόφεγγη ἀκτινοβολία τῶν τελουμένων καί, πιασμένους στὸ δίχτυ τοῦ πόθου της, μᾶς κρατάει κοντά της. Τοῦτο γιὰ νὰ μὴ μείνουν ὁλότελ' ἀργοὶ οἱ μεταγενέστεροι καθ' ὅλη τὴ χρονικὴ διάρκεια τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἐπειδὴ δὲ θὰ ἔχουν τὸ λόγο ποὺ μισθώνει στὴν καλλιέργεια τῆς θείας ἐκείνης ἀμπέλου, στὴν πνευματικὴ ἐργασία μέσα στὴν πνευματικὴ ἄμπελο, καὶ ἐπιστρέφει τὸ πνευματικὸ δηνάριο τῆς θεϊκῆς κι ἀληθινὰ βασιλικῆς εἰκόνας, συλημένο στὴν αὐγὴ τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν πονηρὸ μὲ ἀπάτη κατὰ τὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς.

Δὲν ὑπόσχομαι ἀκόμα ὅτὶ θὰ ἐκθέσω μὲ τὴ σειρά, ὅλὰ ὅσα εἶδε στὴ μυστικὴ θεωρία του ὁ μακάριος γέροντας,(2) οὔτε τοὺς ἴδιους τοὺς λόγους του, ὅπως τοὺς ἐννοεῖ ὁ ἴδιος κι ὅπως τοὺς διατύπωσε. Ἐκεῖνος ἦταν φιλόσοφος καὶ δάσκαλος ὅλης τῆς σοφίας, ποὺ ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀρετὴ καὶ τὴ μακρόχρονη καὶ συστηματική του ἀπασχόληση καὶ τριβὴ μὲ τὰ θεῖα, ἀπελευθέρωσε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ὕλης κι ἀπὸ τὶς φαντασίες, ποὺ αὐτὴ προξενεῖ. Ἦταν τὸ πνεῦμα του δίκαια λουσμένο στὶς θεϊκὲς λάμψεις καὶ γι' αὐτὸ μποροῦσε ν’ ἀντικρύζη κατάματα ὅσα δὲ βλέπουν οἱ πολλοὶ κι ὁ λόγος του ἦταν ἀκριβέστατος ἐξηγητὴς τῶν στοχασμῶν του. Σὰν τὸν καθρέφτη, ποὺ δὲν τὸν σκοτεινιάζει ἡ κηλίδα κανενὸς πάθους κι ἔχει τὴ δύναμη νὰ κρατήση καὶ ν' ἀποκαλύψη γνήσια ὅσα οἱ ἄλλοι μήτε νὰ στοχαστοῦνε δὲν μποροῦν. Κι ἔτσι μποροῦσαν οἱ ἀκροατὲς νὰ βλέπουν ὅλο τὸ νοῦ πάνω στὸ ὄχημα τοῦ λόγου• νὰ παρουσιάζωνται ὅλα ὅσα νοήθηκαν ὁλοκάθαρα μὲ ὅλο τὸ νόημά τους καὶ νὰ τὰ δέχονται μεταφερμένα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ λόγου. Θὰ σᾶς ἐκθέσω ὅσα διασώζει ἡ μνήμη μου κι ὅσο μπορεῖ ἡ σκέψη μου νὰ παρακολουθήση θαμπὰ κι ἀκόμα πιὸ θαμπὰ ὁ λόγος μου νὰ διατυπώση. Θὰ μιλήσω ὅμως μ' εὐλάβεια, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ρίχνει φῶς στὰ σκοτεινά. Καὶ δὲν πρέπει, θαρρῶ, νὰ νομίζετε, σεῖς ποὺ γνωρίζετε νὰ κρίνετε ὀρθά, ὅτι κατ' ἄλλο τρόπο καὶ σκέφτομαι κι ἔχω τὴ δυνατότητα νὰ μιλῶ ἀπὸ ὅ,τι μπορῶ πραγματικὰ νὰ σκέφτωμαι καὶ νὰ λέγω κι ἀπ' ὅ,τι δίνει ἡ θεία χάρη
σύμφωνα μὲ τὴ δύναμη, ποὺ κατὰ πρόνοια μοῦ ἀναλογεῖ, ἀκόμα κι ἂν ἐκεῖνος, πού μοῦ παράδωσε τὰ μυστικὰ αὐτὰ κι ἔγινε δάσκαλός μου, φτάνη σὲ ὕψος ἀφάνταστο. Τὸ νὰ ζητῆς ἴσο ἀποτέλεσμα ἀπὸ κείνους, ποὺ δὲν εἶναι ἴσοι στὴν ἀρετὴ καὶ τὴ γνώση, δὲν ἀπέχει, νομίζω, ἀπὸ τὴν προσπάθεια μερικῶν νὰ δείξουν, ὅτι ἡ σελήνη φωτίζει ἴδια μὲ τὸν ἥλιο κι ἀπὸ τοὺς ἄλλους ποὺ βιάζουν, ὅσα δὲν εἶναι ἴδια σὲ ὅλα, νὰ συμφωνήσουν σὲ ὅλα μεταξύ τους. Πρᾶγμα ἀδύνατο κι ἀκατόρθωτο.

Ἂς προηγῆται ὁ Θεὸς σὲ ὅσα λέμε καὶ σκεφτόμαστε, ὁ μοναδικὸς νοῦς ὅσων νοοῦν καὶ ὅσων νοοῦνται,(3) ὁ λόγος ὅσων λέγουν καὶ ὅσων λέγονται,(4) ἡ ζωὴ ὅσων ζοῦνε κι ὅσων ζωοποιοῦνται,(5) ποὺ εἶναι καὶ γίνεται τὰ πάντα γιὰ τὰ πάντα,(6) γι' αὐτὰ τὰ ἴδια ποὺ εἶναι καὶ γίνονται καὶ ποὺ γιὰ τὸν ἑαυτό του μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶναι καὶ δὲ γίνεται τίποτα ἀπ' ὅσα ἀναφέρονται σὲ κάποιο ἀπ' αὐτά, ποὺ εἶναι καὶ γίνονται, ἀφοῦ δὲν εἶναι καθόλου κατὰ τὴ φύση τῆς ἴδιας τάξης μὲ κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα.(7) Γιὰ τοῦτο δέχεται πιὸ πολὺ ν' ἀποδίδεται σ' ἐκεῖνον, σὰν συγγενικώτερο πρὸς τὴ φύση του, τὸ μὴ εἶναι, ἐπειδὴ ὑπερβαίνει τὸ εἶναι.(8)

Γιατί —ἂν εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ μᾶς νὰ γνωρίσωμε τὴ διαφορὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν δημιουργημάτων— εἶναι ἀνάγκη ν' ἀποτελῆ θέση γιὰ τὸν πέρ' ἀπὸ τὰ ὄντα ὅ,τι εἶναι ἀφαίρεση γιὰ τὰ ὄντα• κι ἀντίθετα, ὅ,τι ἀποτελεῖ θέση γιὰ τὰ ὄντα, νὰ εἶναι ἀφαίρεση γιὰ τὸν πέρ' ἀπ' αὐτά•(9)καὶ νὰ θεωροῦνται ὅτι εἶναι ἰσχυροὶ γι' αὐτὸν οἱ δυὸ χαρακτηρισμοί• καὶ πάλι, ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς δύο δὲν εἶναι ἰσχυρὸς γι' αὐτὸν —τὸ εἶναι καὶ τὸ μὴ εἶναι, θέλω νὰ πῶ.(10) Εἶναι ἰσχυροὶ κι οἱ δύο, ἐπειδὴ ὁ καταφατικὸς βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶναι δημιουργὸς τῶν πάντων. Κι ὁ ἀποφατικὸς ἀποφάσκει, κατὰ τὸ λόγο τῆς ὑπερβατικότητας τοῦ εἶναι τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα.(11) Καὶ πάλι ὅμως, δὲν εἶναι, κανένας ἰσχυρὸς γι' αὐτόν, γιατί κανένας δὲν παριστάνει ἐκεῖνον, ποὺ ζητοῦμε τί εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν οὐσία καὶ τὴ φύση του.(12) Γιατί εἶναι φυσικὸ κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα καὶ λεγόμενα κι ἀπὸ τὰ μὴ ὄντα καὶ μὴ λεγόμενα νὰ μὴν εἶναι παραπλήσιο μ' ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖο—εἴτε ὡς ὂν εἴτε ὡς μὴ ὂν— δὲν ἔχει κατὰ τὴ φύση στὸ σύνολό του αἰτιακὸ σύνδεσμο.(13) Γιατὶ εἶναι ἁπλῆ κι ἄγνωστη κι ἀπρόσιτη σ' ὅλους ἡ ὕπαρξή του(14) καὶ ἀνερμήνευτη ὁλότελα καὶ πέρα ἀπὸ κάθε κατάφαση κι ἀπόφαση.(15) Αὐτὰ γιὰ τὸ σημεῖο τοῦτο. Ἀλλὰ ἂς προχωρήσουμε στὸ προκείμενο θέμα τοῦ λόγου μας.


Ὑποσημειώσεις

1. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θεωρεῖ ὅτι γιὰ τὴν κατανόηση καὶ ἔκθεση τῶν ὑψηλῶν ἐννοιῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Λειτουργίας εἶναι ἀναγκαία ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ὑψωθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος καὶ τὸ βόρβορο τῶν παθῶν. Καὶ δὲν ἔχει μόνο ἡ κατάσταση ἁμαρτίας ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ κατάσταση ἡ ἐλεύθερη ἀπὸ ἁμαρτία. Ἡ κατανόηση τῶν θείων μυστηρίων δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ μιὰ θεωρητικὴ στάση, ἀλλὰ πρώτιστοι ἀπὸ τὴν ἠθικὴ καθαρότητα καὶ τὴ βοήθεια τῆς χάριτος. Ὁ διαποτισμένος ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα συγκεντρώνει ὁρατὲς πραγματικότητες, τὰ πάθη (Πρὸς Θαλάσσιον 49, P.G. 90, 453 C). Ἡ σωματικὴ ἐπιθυμία τὸν σπρώχνει νὰ προσκολληθῆ μὲ τρόπο ὑπερβολικὸ στὴ σαρκικὴ ἐπιφάνεια τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων καὶ νὰ τοὺς δώση μιὰν ἀποκλειστικὴ σχεδὸν ἀξία. Γιατί αὐτὸς δὲν μπορεῖ νὰ δῆ πέρα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτή.

2. Ὁ συγγραφέας ἀναγγέλλει ὅτὶ δὲ θὰ ἐξηγήση ὅλες τὶς ἀλήθειες ποὺ ἐκφράζει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης στὸ ἔργο του «Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας» πάνω στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ Λειτουργία, γιατί δὲν μπορεῖ νὰ φτάση ὣς τὸ ὕψος τῆς διάνοιας ἐκείνου. Θὰ ἀναλύση μόνο τὶς ἰδέες ποὺ μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐπίσης, πρὸς πνευματική τους ἄσκηση. Ἡ διάνοια τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη μπόρεσε νὰ τὶς περιλάβη ὅλες, γιατί ἦταν ἕνας καθρέφτης, ποὺ δὲν ἐμποδιζόταν ἀπὸ καμμιὰ κηλίδα πάθους. Ἐνῶ αὐτός, ὁ συγγραφέας τοῦ ἔργου αὐτοῦ, δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν καθαρότητα, γιὰ νὰ μπορέση νὰ τὶς κατανοήση καὶ νὰ τὶς μεταδώση στοὺς ἀναγνῶστες. Φαίνεται ἐδῶ ἡ σεμνότητα καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη τοῦ ἁγίου Μαξίμου.

3. Ἡ πρόταση δὲν πρέπει νὰ γίνη ἀντιληπτὴ μὲ νόημα πανθεϊστικό, ποὺ ταυτίζει μὲ τὸ Θεὸ τὰ ὑποκείμενα ποὺ διανοοῦνται καὶ ὁμιλοῦν καὶ ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς κατανόησης καὶ τῆς διατυπωμένης μετάδοσης. Αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὴ διάκριση ποὺ ἀκολουθεῖ: Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ νοῦς ἐκείνων ποὺ νοοῦν καὶ τὸ νόημα ἐκείνων ποὺ ἔχουν νοηθῆ, μὲ τὴν ἰδιότητά του τῆς αἰτίας τῆς νόησης ὅλων τῶν ὑποκειμένων καὶ τοῦ περιεχομένου ὅλων τῶν νοήσεων. Εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ὑποκειμένων ποὺ νοοῦν κι ὅλων τῶν περιεχομένων ποὺ γίνονται νοητὰ σὰν ἀντικείμενα. Εἶναι ἡ αἰτία, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἐδημιούργησε, ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ὑποκείμενο ποὺ νοεῖ καὶ νόημα ποὺ νοεῖται, νόηση ὑπέρτατη καὶ δημιουργική.Εἶναι τὸ ὑποκείμενο, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ κατὰ τὸ ὁποῖο ἔχουν δημιουργηθῆ ὅλα τὰ ὑποκείμενα, καὶ τὸ νόημα ποὺ περιέχει ὅλα τὰ νοήματα, ὅσα ἔλαβαν ὕπαρξη μὲ τὴ δημιουργία.

4. Μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς ἐκφράζεται ἡ σύνθεση ἀνάμεσα στὴν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐνεργητικότητά του μέσα στὴ δημιουργία. Ὁ Θεὸς εἶναι πέρα ἀπὸ τὴ διάκριση ἀνάμεσα στὸ ὑποκείμενο ποὺ ὁμιλεῖ καὶ στὸ ἐκφρασμένο περιεχόμενο, πραγματοποιώντας καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ἔχει ὅμως δημιουργήσει, προκαλεῖ καὶ διατηρεῖ στὴν ὕπαρξη τὴ λειτουργία τοῦ λόγου τοῦ ὑποκειμένου καὶ τὸ περιεχόμενο, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται τὸ ὑποκείμενο ποὺ ὁμιλεῖ. Δημιουργεῖ, ὑποκινεῖ καὶ διατηρεῖ μέσα στὴν λειτουργία τοῦ ὁμιλεῖν τὸ ὑποκείμενο ποὺ ὁμιλεῖ, καθ' ὅσον Αὐτὸς ἀπευθύνεται σ' αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος ὁμιλεῖ, ἐπειδὴ πρέπει ν' ἀπάντηση στὸ Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ ὁμιλεῖ πρῶτος καὶ κάθε λόγος προκαλεῖ τὴν ἀπάντηση σὰν δεύτερο λόγο. Σὲ κάθε λόγο, ποὺ ἀπευθύνεται ἀπὸ κάποιον σὲ ἄλλον, περιέχεται ὁ λόγος ἐκείνου σὰν ἀπάντηση, καὶ σὲ κάθε λόγο —ἀπάντηση περιέχεται ὁ λόγος— πρόσκληση, δηλαδὴ ὁ πρῶτος λόγος. Ὁ ἄνθρωπος ὁμιλεῖ, ἐπειδὴ ὀφείλει ν' ἀπαντήση στὸ Θεό, ἐπειδὴ ἔχει δημιουργηθῆ καί διατηρηθῆ ἀπὸ τὸ συνεχῆ λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι μία πρόσκληση.Ἔχοντας μέσα του τὸ λόγο σὰν συνεχῆ ἀπάντηση, ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐπίσης μέσα του τὸ Λόγο σὰν πρόσκληση, τὸ Λόγο ποὺ τὸν προκαλεῖ νὰ ὁμιλῆ ἀπαντῶντας.

5. Τὸ δημιουργημένο ὑποκείμενο δὲ νοεῖ καὶ δὲν ὁμιλεῖ μόνο, καὶ ἡ πραγματικότητα δὲ νοεῖται καὶ δὲ λέγεται μόνο, ἀλλὰ τὸ ὑποκείμενο ἐπὶ πλέον ζῆ• ζῆ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Ἤ, καθ' ὅσον ζῆ τὸν κόσμο, ζῆ τὸν ἑαυτό του. Νοεῖ καὶ ὁμιλεῖ, στὸ μέτρο ποὺ ζῆ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν πραγματικότητα. Ἂν ἡ νόηση καὶ ἡ πράξη τοῦ ὁμιλεῖν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, τὰ νοούμενα καὶ ἐκφραζόμενα περιεχόμενα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐγγράφωνται μέσα στὴ δημιουργία ἐπάνω σὲ δύο ἐπίπεδα,τὸ ἀγγελικὸ καὶ τὸ ἀνθρώπινο, καί, ἄν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι πράγματι ἡ νόηση καὶ τὰ νοούμενα νοήματα ἐπάνω στὰ δύο αὐτὰ ἐπίπεδα εἶναι ἴδια, ἡ ζωὴ ἐγγράφεται μέσα στὴ δημιουργημένη τάξη σὲ περισσότερα ἐπίπεδα οὐσιῶν• στὸ ἀγγελικὸ ἐπίπεδο, στὸ ἐπίπεδο τῶν ψυχοφυσικῶν ὄντων, στὸ ἐπίπεδο τῶν ζώων καὶ τῶν φυτῶν. Καὶ ἡ ζωὴ στὸ καθαρὰ βιολογικὸ καὶ φυτικὸ ἐπίπεδο οὔτε νοεῖ οὔτε αὐτονοεῖται. Μὲ δεδομένο ὅμως ὅτι τὸ βιολογικὸ γίνεται νοητὸ καὶ μετέχει στὴ νόηση στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ κανεὶς νὰ πῆ ὅτι μὲ τὸ βιολογικὸ ὄν ἄνθρωπος γίνεται νοητὴ καὶ μετέχει στὴ νόηση ὁλόκληρη ἡ κατηγορία τοῦ βιολογικοῦ.

6. Ὅ,τι εἶναι καὶ γίνεται σὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλα ἔχει τὴν αἰτία του, τὸ ὑπόδειγμα καὶ τὸ στήριγμἀ του μέσα στὸ Θεό. Καὶ ὁ Θεὸς κατεβαίνει στὴν κατάσταση ἐκείνου ποὺ ὑπάρχει καὶ γίνεται, γιὰ νὰ κάνη δυνατὴ τὴν ὕπαρξη καὶ τὸ γίνεσθαι ὅλων.

7. Ὁ Θεός, ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν ὕπαρξη καὶ τὸ γίνεσθαι, γίνεται αἰτία τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ γίνεσθαι γι'αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν καὶ γίνονται καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν ἴδιο δὲν εἶναι οὔτε ὑπάρχων, οὔτε γινόμενος. Ἐὰν ἦταν ἔτσι γιὰ τὸν ἑαυτό του, θὰ βρισκόταν ἐξ αἰτίας τῆς φύσης του αὐτῆς στὸ ἐπίπεδο τῶν κτισμάτων. Μ' αὐτό, ὁ ἅγιος Μάξιμος περνᾶ ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ ὅλα, στὴν ἰδέα τῆς ἀνέκφραστης (ἀποφατικῆς) ὑπερβατικότητας τοῦ Θεοῦ.

8. Γι' αὐτό, εἶναι καταλληλότερη γιὰ τὸ Θεὸ ἡ ἔκφραση «δὲν ὑπάρχει», ἐπειδὴ εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν ὕπαρξη. Ὁ ἅγιος Μάξιμος βεβαιώνει ἐδῶ, μὲ σαφήνεια, τὸν ὑπερβατικὸ χαρακτῆρα τοῦ Θεοῦ, υἱοθετῶντας, τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζεται ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Ἀφοῦ συγκέντρωσε στὶς παραπάνω γραμμὲς τὴν καταφατικὴ σκέψη τοῦ Διονυσίου, ποὺ τὴν ἔχει ἀναπτύξει στὸ «Περὶ Θείων Ὀνομάτων», στὶς λέξεις αὐτὲς καὶ σ' ἐκεῖνες ποὺ ἀκολουθοῦν συγκεντρώνει τὴν ἀποφατικὴ σκέψη του.

9. Ἐξηγῶντας γιὰ ποιὸ λόγο ἡ ἔκφραση «μὴ εἶναι» εἶναι καταλληλότερη γιὰ τὸ Θεό, ὁ ἅγιος Μάξιμος δηλώνει ὅτι γενικὰ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ στὰ δημιουργήματα βρίσκεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ βεβαίωση ἐκείνου ποὺ εἶναι πέρ' ἀπὸ τὴν ὕπαρξη σημαίνει τὴν ἄρνηση ἐκείνων ποὺ ὑπάρχουν καὶ ἡ βεβαίωση ἐκείνων ποὺ ὑπάρχουν σημαίνει τὴν ἄρνηση ἐκείνου ποὺ εἶναι πέρ' ἀπὸ τὴν ὕπαρξη.

10. Οἱ παραπάνω γραμμὲς ἔδιναν τὴν ἐντύπωση ὅτι αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν καὶ ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἀλληλοαποκλείονται μὲ ριζικὸ τρόπο. Τώρα ὁ ἅγιος Μάξιμος παραλλάσσει τὴ σκέψη του• ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ γίνη νοητὸς οὔτε ὡς ὑπάρχων κυριολεκτικὰ οὔτε ὡς μὴ ὑπάρχων κυριολεκτικά. Τόσο ἡ ὕπαρξη, ὅσο καὶ ἡ ἀνυπαρξία του, μποροῦν νὰ νοηθοῦν κυριολεκτικά, μποροῦν ὅμως καὶ νὰ μὴ νοηθοῦν. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἁπλᾶ μὴ ὑπάρχων. Ἡ ἀνυπαρξία του δὲν μπορεῖ νὰ νοηθῆ ἔτσι, ὅπως θὰ νοοῦσε κανένας τὴν ἀνυπαρξία τῶν κτισμάτων. Οὔτε ὅμως καὶ ἡ ὕπαρξή του μπορεῖ νὰ νοηθῆ ὅπως ἡ ὕπαρξη τῶν κτισμάτων. Ὑπάρχει ἕνας ἀλληλοαποκλεισμος ἀνάμεσα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχουν τὰ κτίσματα, ὄχι ὅμως κι ἀνάμεσα στὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ στὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ὁ κόσμος. Ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὅπως ἐπίσης κι ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὀνομάζοντας τὰ κτίσματα «τὰ ὄντα», δείχνει μ’ αὐτὸ ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς «ὁ ὤν» δὲν εἶναι ὁ πιὸ κατάλληλος γιὰ τὸ Θεό. Ἀπ' τὸ ἄλλο μέρος, ὀνομάζοντας τὸ Θεὸ «ἐκεῖνος ποὺ ὑπάρχει ἀληθινά», (ὁ ὄντως ὤν), δείχνει ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς ν' ἀρνηθῆ στὸ Θεὸ τὴν ὕπαρξη. Ἡ μὴ-ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ σὲ σχέση μὲ τὶς ὑπάρξεις, «τὰ ὄντα», σημαίνει περισσότερο τὴν «ὄντως οὖσαν ὕπαρξιν» ἢ τὴν ὑπέρ-ὕπαρξη, μιὰ ὕπαρξη καθ' ἑαυτὴ καὶ ἀνεξάντλητη. Ὁ Θεὸς ἐκπροσωπεῖ τὸ μυστήριο τῆς κατ' ἐξοχὴν ὕπαρξης, ἐκείνης ποὺ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τὴ βιώσωμε οὔτε νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε, μιᾶς ὕπαρξης πού, στὸ μέτρο ποὺ διαφοροποιεῖται ἐξαιτίας τοῦ ἀβυσσαλέου χαρακτῆρα της ἀπὸ τὴ δική μας ὕπαρξη, διαφοροποιεῖται συνάμα ἀπὸ αὐτὴ μὲ τρόπο ποιοτικὸ καὶ μπορεῖ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ νὰ ὀνομαστῆ «μή-ὕπαρξη».

11. Ὁ ἅγιος Μάξιμος καθορίζει, πρῶτα - πρῶτα, τὴν ἰδιαίτερη ἔννοια ποὺ ἔχει ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ μή-ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, σχετίζοντάς τον μὲ τὰ κτίσματα. Ὁ Θεὸς εἶναι «ὑπάρχων» μὲ ἰδιαίτερη ἔννοια, ἀφοῦ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὕπαρξης τῶν κτισμάτων καὶ εἶναι«μὴ ὑπάρχων», καθόσον πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε ὅτι εἶναι ἡ αἰτὶα τῶν κτισμάτων, γιατί, ἐξ ἄλλου, ξεπερνᾶ τὴν ἰδιότητα αὐτή. Ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερο νόημα ποὺ ἔχει ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ μή-ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ δὲν προκύπτει ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μή-ὕπαρξή του ἢ ἀποδυνάμωση καθεμιᾶς ἀπ' αὐτές, παρὰ ἕνα ξεπέρασμα τῆς ἔννοιας, ποὺ ἔχει ἡ ὕπαρξη τῶν κτισμάτων, δίχως χωρισμὸ ἀπ' αὐτήν. Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει χωρὶς περιστροφὴ ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης: «δέον... μὴ οἴεσθαι τὰς ἀποφάσεις ἀντικειμένας εἶναι ταῖς καταφάσεσιν (Περὶ Μυστικῆς Θεολογίας P.G. 3, 1000).

12. Περνῶντας στὸν προσδιορισμὸ τοῦ μὴ ἰδιαίτερου νοήματος ποὺ ἔχει ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ μὴ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ὁ ἅγιος Μάξιμος δείχνει ἀκόμα πιὸ ἀνάγλυφα τὴν ὑπερβατικότητα ποὺ χαρακτηρίζει τὴ θεία ὕπαρξη. Μήτε ἡ ἔννοια «ὕπαρξη» μήτε ἡ ἔννοια «μὴ ὕπαρξη» εἶναι σὲ κυριολεκτικὸ νόημα κατάλληλη γιὰ τὸ Θεό, γιατί καμμιὰ ἀπ' αὐτὲς δέ μᾶς παρουσιάζει τὴν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μὲ τὴν οὐσία καὶ τὴ φύση του. Ὁ Θεὸς ξεπερνᾶ ὄχι μονάχα τὶς βεβαιωτικὲς (καταφατικές) ἀλλ' ἀκόμα καὶ τὶς ἀρνητικὲς (ἀποφατικές) κατηγορίες μας, παρόλο ποὺ αὐτὸ δὲ σημαίνει ἀποδυνάμωση τῆς ἀποφατικότητας σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ Θεό.

13. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἔχει δείξει παραπάνω τὸν ὑπερβατικό, ἀποφατικὸ χαρακτῆρα τοῦ Θεοῦ, σὲ γενικὲς γραμμὲς σύμφωνα μὲ τὸ Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, ἀλλὰ μ' ἕνα προσωπικὸ τρόπο. Προσωπικὴν αἰτιολόγηση τῆς ἀποφατικῆς αὐτῆς ὑπερβατικότητας δίνει καὶ στὸ σημεῖο ποὺ ὑπομνηματίζομε τώρα, μὲ τὴν ἰδέα ὅτὶ δὲν μποροῦμε ν'ἀποδώσωμε στὸ Θεὸ κανένα χαρακτηριστικὸ φυσικῆς αἰτίας, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ὕπαρξη τῶν κτισμάτων. Οὔτε ἡ ὕπαρξη, οὔτε ἡ μὴ ὕπαρξη τῶν κτισμάτων συνδέεται μὲ τὸ Θεὸ μὲ κάποιο φυσικὸ τρόπο. Δὲν αἰτιολογεῖ μὲ τρόπο φυσικὸ ἢ ἀναγκαῖο οὔτε τὴν ὕπαρξη, οὔτε τὴ μὴ ὕπαρξη τῶν κτισμάτων. Γενικά, ἡ ὕπαρξη ἢ ἡ μὴ ὕπαρξη δὲν ἔχει τὴ σημασία μιᾶς φυσικῆς ἢ ἀναγκαίας αἰτίας ἐπάνω σ'αὐτόν. Γι' αὐτό, δὲν μποροῦμε νὰ καθορίσωμε τὸ Θεό, ξεκινῶντας ἀπὸ μία αἰτία ἢ ἕνα ὁποιοδήποτε ἀποτέλεσμα. Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ δημιουργήση ἀποτελέσματα μὲ τρόπο ἐλεύθερο, ἀλλὰ ἡ οὐσία καὶ ἡ ὕπαρξή του εἶναι ἀπεριόριστα διαφοροποιημένες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα αὐτά. Δὲν μποροῦμε νὰ ἐντάξωμε τὸ Θεὸ σὲ κάποιο σύστημα κατὰ τὸν τύπο τῶν πανθεϊστικῶν φιλοσοφικῶν συστημάτων. Αὐτὸ τὸ νόημα τῆς ὑπερβατικότητας τοῦ Θεοῦ ὑπονοεῖ τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία Του.

14. Ἀπὸ ὅσα ἐλέχθηκαν προκύπτει μὲ φυσικὸ τρόπο ὁ χαρακτῆρας ὁ «ἀκατανόητος» καὶ «ἀνεξήγητος» ποὺ ἔχει ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἔτσι «ἀπρόσιτος» στὸ δημιούργημα, παραιτημένο στὶς δυνατότητές του. Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μάξιμος θέτει μπροστὰ ἀπ' αὐτὲς τὶς ἀπόψεις γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄποψη τῆς «ἁπλότητας». Μέσα στὸ Θεὸ ὅλες οἱ ἀπόψεις τῆς πραγματικότητας ἑνώνονται. Ἡ ἁπλότητά του εἶναι ἡ πηγὴ τῶν διαφοροποιήσεων τῆς δημιουργίας. Ξεπερνᾶ ὅλες τὶς γνωστικὲς κατηγορίες μας, βεβαιωτικὲς καὶ ἀρνητικές. Εὐθὺς μόλις πᾶμε νὰ τοῦ δώσωμε ἕνα ἢ περισσότερα ὀνόματα, φανερώνεται ἡ ἀνεπάρκεια ὅλων τῶν ὀνομάτων. Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε διαφοροποιημένη συνύπαρξη ἰδιοτήτων καὶ πέρα ἀπὸ κάθε ἀριθμὸ ἰδιοτήτων.

15. Σ' αὐτὲς τὶς λέξεις ὁ ἅγιος Μάξιμος συνοψίζει κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη (Περὶ Μυστικῆς Θεολογίας P. G. 3, 1033) τὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ,ποὺ ἔχει ἐκτεθῆ στὴν τελευταία παράγραφο τῆς εἰσαγωγῆς τῆς «Μυσταγωγίας».

Πηγή:myriobiblos και paterikiorthodoxia
Αρχαίο κείμενο

Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.


Συνέχεια από: Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

A'. Πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἡ ἅγια Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα καὶ τύπος τοῦ Θεοῦ

Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ μακάριος ἐκεῖνος γέροντας, κατὰ ἕνα πρῶτο συμβολισμὸ τῆς θεωρίας του, ὅτι ἡ ἅγια Ἐκκλησία εἶναι τύπος κι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἔχει τὸ ἴδιο μ' αὐτὸν ἔργο κατὰ τὴ μίμηση καὶ κατὰ τὴ μορφή.(16)


Ἀφοῦ ἐδημιούργησε δηλαδὴ ὁ Θεὸς τὰ πάντα μὲ τὴν ἄπειρη δύναμή του καὶ τὰ ἔφερε στὴν ὕπαρξη, τὰ συγκρατεῖ, τὰ συνενώνει καὶ χαράζει τὰ ὅριά τους. Συνδέει μὲ τὴν πρόνοιά του τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του, καὶ τὰ νοητὰ καὶ τὰ αἰσθητά. Καὶ κρατῶντας μαζὶ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὰ πάντα, στὰ ὁποῖα εἶναι αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος, ἐνῷ κατὰ τὴ φύση βρίσκονται σὲ διάσταση, τὰ κάνει νὰ συγκατανεύουν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο σύμφωνα μὲ μιὰ τάση τους, τὴν τάση πρὸς αὐτόν, σὰν βασικὴ ἀρχὴ τῆς σχέσης. Σύμφωνα μ' αὐτὴν ὁδηγοῦνται ὅλα σὲ μιὰ ταυτότητα κίνησης καὶ ὕπαρξης, ποὺ ἀποκλείει τὴν κατάλυση καὶ τὴ σύγχυση. Κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα, προβαδίζοντας, δὲ στασιάζει ἐναντίον κάποιου ἄλλου, οὔτε ἀποσπᾶται ἀπ' αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὴ διαφορὰ ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση καὶ τὴν κίνησή του. Συμφύονται ὅλα μαζὶ μὲ ὅλα χωρὶς νὰ συγχέονται, σύμφωνα μὲ τὴν ἀκατάλυτη σχέση καὶ φύλαξη τῆς μοναδικῆς ἀρχῆς κι αἰτίας, ποὺ καταργεῖ κι ἐπισκεπάζει ὅλες τὶς σχέσεις, ποὺ θεωροῦνται ἰδιαίτερες μεταξὺ ὅλων ἀνάλογα μὲ τὴ



φύση καθενὸς ἀπὸ τὰ ὄντα. Ὄχι μὲ τὸ νὰ τὶς καταστρέφη καὶ νὰ τὶς ἀναιρῆ καὶ νὰ τὶς κάνη νὰ μὴν ὑπάρχουν, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ τὶς νικᾶ καὶ νὰ λάμπη ἀπάνωθέ τους, ὅπως ἀκριβῶς τὸ σύνολο πάνω ἀπὸ τὰ μέρη του ἤ καὶ μὲ τὸ νὰ παρουσιάζεται σὰν αἰτία τοῦ συνόλου αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, καὶ τὸ ἴδιο τὸ σύνολο καὶ τὰ μέρη τοῦ συνόλου, εἶναι φυσικὸ νὰ φαίνωνται καὶ νὰ ὑπάρχουν, γιατί ἔχουν ὁλάκερη τὴν αἰτία τους νὰ λάμπη ἀπάνωθέ τους. Κι ὅπως ὁ ἥλιος ξεπερνᾶ τὴ λάμψη τῶν ἄστρων καὶ στὴ φύση καὶ στὴ δύναμη, ἔτσι κι αὐτά, σὰν ἀποτελέσματα μιᾶς αἰτίας, δείχνουν τὴν αἰτία τους αὐτὴ νὰ καλύπτη ὅλη τὴν ὕπαρξή τους. Γιατί, ὅπως τὰ μέρη προέρχονται ἀπὸ τὸ ὅλο, ἔτσι εἶναι φυσικὸ καὶ τὰ αἰτιατὰ νὰ ἀντλοῦν τὴν ἰσχύ τους ἀπὸ τὴν αἰτία καὶ νὰ γνωρίζωνται ἀπ' αὐτὴ καὶ ν' ἀφήνουν τὴν ἀτομικότητά τους ν' ἀδρανῆ, ὅταν, πιασμένα μέσα στὴν ἀναφορὰ πρὸς τὴν αἰτία, λάβουν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ποιότητα ἐκείνης, σύμφωνα μὲ τὴν ἀδιάσπαστη, ὅπως εἴπαμε, δύναμη ποὺ ἔχει ἡ σχέση τους μ' αὐτήν. Ἀφοῦ τὰ πάντα μέσα στὰ πάντα εἶναι ὁ Θεός, ποὺ μὲ ἀπέραντο μέτρο ὑπερβαίνει τὰ πάντα, θὰ γίνη ὁρατὸς ὁλομόναχος σὲ ὅσους ἔχουν καθαρὴ σκέψη. Τοῦτο θὰ γίνη, ὅταν ὁ νοῦς, καθὼς ἀναλογίζεται θεωρητικὰ τοὺς λόγους τῶν ὄντων, σταματήση στὸν ἴδιο τὸ Θεό, σὰν αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος τῆς δημιουργίας καὶ τῆς γένεσης ὅλων, ἕνα βυθὸ ἀδιάστατο ποὺ περιέχει τὰ πάντα.


Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ θ' ἀποδειχθῆ ὅτι ἐνεργεῖ ἀνάμεσά μας, ὅπως ὁ Θεός, ἀρχέτυπο ἐκεῖνος κι ἐκείνη εἰκόνα του. Εἶναι βέβαια πολλοὶ κι ἀμέτρητοι σχεδὸν στὸν ἀριθμὸ οἱ ἄνδρες κι οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ διαφέρουν καὶ κατὰ τὸ φῦλο καὶ κατὰ τὴ μορφή, τὴν ἐθνικότητα καὶ τὶς γλῶσσες, τὶς περιπέτειες τῆς ζωῆς, τὶς ἡλικίες, τὶς γνῶμες, τὴν τέχνη, τοὺς τρόπους, τὶς συνήθειες, τὰ ἐπαγγέλματα. Καὶ στὶς ἐπιστῆμες πάλι καὶ στ' ἀξιώματα, στὶς τύχες, στοὺς χαρακτῆρες, στὶς διαθέσεις διακρίνονται μεταξύ τους καὶ διαφέρουν πολὺ ὅσοι ἔρχονται σ' αὐτὴ καὶ δέχονται ἀπ' αὐτὴ τὴν ἀναγέννησή τους καὶ τὴν ἀναδημιουργία τους μὲ τὴ δύναμη τοῦ πνεύματος. Δίνει ὅμως σ' ὅλους αὐτοὺς καὶ χαρίζει μία κατὰ ἴσο μέτρο θεϊκὴ μορφὴ καὶ θεῖο ὄνομα, καὶ νὰ προέρχωνται καὶ νὰ ὀνομάζωνται ἀπὸ τὸ Χριστό. Τοὺς δίνει ἀκόμα τὴ μία ἁπλῆ κι ἀσύνθετὴ κι ἀδιαίρετη σχέση ποὺ δημιουργεῖ ἡ πίστη, ποὺ τὶς πολλὲς κι ἀναρίθμητες διαφορές, ποὺ καθένας ἔχει, μήτε κὰν ὅτι ὑπάρχουν δὲν ἐπιτρέπει νὰ γίνη γνωστό, ἐπειδὴ ὅλα γενικὰ σ' αὐτὴν κατευθύνονται καὶ συναντιοῦνται. Μέσα σ' αὐτὴν κανένας τίποτα ἐντελῶς δὲν ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ κοινὸ γιὰ χάρη δική του. Ὅλοι συμφύονται ὁ ἕνας μὲ τοὺς ἄλλους καὶ συνδέονται μέσα στὴ μία ἁπλῆ κι ἀδιαίρετη χάρη καὶ δύναμη τῆς πίστης.(17) Ἤτανε, λέει, ὅλων ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ μία, ὥστε ἀπὸ διάφορα μέλη νὰ εἶναι ὡστόσο καὶ νὰ φαίνεται ἕνα σῶμα ἄξιο ἀληθινὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀληθινῆς κεφαλῆς μας.


Στὸ σῶμα αὐτό, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναῖκα, οὔτε Ἰουδαῖος καὶ Ἕλληνας, οὔτε περιτομὴ κι ἀκροβυστία, οὔτε βάρβαρος οὔτε Σκύθης, οὔτε δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος. Ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ μέσα στὰ πάντα εἶναι Αὐτὸς ποὺ μὲ τὴ μία κι ἁπλῆ πάνσοφη δύναμη τῆς καλωσύνης του περικλείει τὰ πάντα μέσα του, σὰν ἕνα κέντρο ἀπὸ εὐθεῖες, ποὺ ἀκτινωτὰ ξεκινοῦν ἀπ' αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἴδια ἁπλῆ κι ἑνιαία αἰτία καὶ δύναμη. Δὲν ἀφήνει τὶς ἀρχὲς τῶν ὄντων ν' ἀπομακρυνθοῦν μαζὶ μὲ τὰ τέλη τους, περιορίζοντας κυκλικὰ τὶς προεκτάσεις τους καὶ ὁδηγεῖ πρὸς τὸν ἑαυτὸ του τὶς διακρίσεις τῶν ὄντων, ποὺ ὁ ἴδιος ἐδημιούργησε. Δὲ θέλει ν' ἀποξενωθοῦν ὁλότελα μεταξύ τους καὶ νὰ γίνουν ἐχθρικὰ τὰ πλάσματα καὶ τὰ δημιουργήματα τοῦ ἑνὸς Θεοῦ καὶ νὰ μὴν ἔχουν σχετικὰ μὲ τί καὶ ποῦ νὰ παρουσιάσουν τὴ φιλία καὶ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ταυτότητα μεταξύ τους, ὁπότε θὰ κινδυνέψη, μὲ τὸ χωρισμό τους ἀπὸ τὸ Θεό, νὰ μεταπέση τὸ εἶναι τους στὸ μὴ εἶναι.


Εἶναι, λοιπόν, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καθὼς εἴπαμε, ἡ ἁγία Ἐκκλησία, γιατί πραγματοποιεῖ τὴν ἴδια ἕνωση ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ποὺ κάνει κι ὁ Θεός, ἀκόμα κι ἄν τυχαίνη νὰ εἶναι διαφορετικοὶ στὰ ἰδιώματα κι ἀπὸ διαφορετικοὺς καὶ τόπους καὶ τρόπους ἐκεῖνοι, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν γίνονται μὲ τὴν πίστη ἕνα σῶμα. Τὴν ἕνωση αὐτή, κατὰ φυσικὸ τρόπο τὴν πραγματοποιεῖ ὁ Θεός, χωρὶς νὰ προκαλῆται σύγχυση στὴν οὐσία τῶν ὄντων. Τὴ διαφορὰ μεταξύ τους, ὅπως ἒχει δειχθῆ, τὴν ἀμβλύνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴν ταυτότητα μὲ τὴν ἀναφορὰ καὶ τὴν ἕνωση μὲ τὸν ἑαυτό του, σὰν αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος.



Ὑποσημειώσεις
16. Ἀφοῦ ἔδειξε στὴν εἰσαγωγὴ πῶς ὁ Θεός, μολονότι ὑπερβατικός, παρουσιάζεται μέσα στὴν ὕπαρξη καὶ μέσα στὴν κίνηση τῶν ὅλων, ὁ ἅγιος Μάξιμος δηλώνει τώρα ὅτι ἡ Ἐκκλησία, σ' ἕνα πρῶτο πνευματικὸ συμβολισμό, φαίνεται σὰν τύπος καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ μίμηση τῆς ἐνέργειάς του. Παρουσιάζει στὴν ἀρχὴ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού, ἀφοῦ ἐδημιούργησε τὰ πάντα, τὰ συγκρατεῖ, τὰ συνδέει τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του, ἄν καὶ εἶναι διάφορα κατὰ τὴ φύση. Ἐξηγῶντας ἔπειτα πῶς ὁ Θεὸς τὰ κρατεῖ ὅλα συνδεδεμένα, ὁ ἅγιος Μάξιμος χρησιμοποιεῖ τρεῖς ἒννοιες• τὴν ἔννοια τῆς σχέσης, τοῦ ὅλου καὶ τῆς αἰτίας τοῦ ὅλου. Μὲ τὴ σχέση μεταξύ τους, κρατιοῦνται μέσα σὲ μιὰ συμφωνία καὶ ἑνότητα κίνησης καὶ ἀδιατάρακτης ὕπαρξης, σὲ τρόπο ποὺ κανένα πρᾶγμα δὲν ἀντιτίθεται σ’ αὐτὴ τὴν ἑνιαία κίνηση καὶ δὲ χωρίζεται ἀπὸ αὐτὴ στ' ὄνομα τῆς διαφορᾶς ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση του.Ὅλα εἶναι ἑνωμένα, δίχως σύγχυση μ' αὐτὴ τὴ μοναδικὴ σχέση. Ἡ ἑνιαία αὐτὴ σχέση περιέχει καὶ καλύπτει ὅλες τὶς ἐπὶ μέρους σχέσεις, ποὺ τὶς κρατεῖ μαζί, σύμφωνα μὲ μιὰ ἰδιαίτερη συγγένεια ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση τους. Δὲν τὶς ἀλλοιώνει καὶ δὲν τὶς καταστρέφει, παρὰ τὶς νικᾶ καὶ ὑψώνεται πάνω ἀπ' ὅλες, ὅπως τὸ ὅλο πάνω ἀπὸ τὰ μέρη του. Εἶναι δύσκολο νὰ ποῦμε σὲ τί συνίσταται ἡ σχέση αὐτή. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ δὲν προστίθεται στὰ δημιουργήματα σὰν κάτι ἐξωτερικό, γιατί τὴν ἴδια ὥρα ξεκινᾶ κι ἀπ' αὐτὰ ἐπίσης καὶ τὰ ἑνώνει μεταξύ τους καὶ μὲ τὸ Θεό. Εἶναι σὰν ἕνας λόγος ἢ σὰν ἕνα ποιητικὸ αἴτιο τοῦ ὅλου σὲ ὅλα, καὶ περιέχει ὅλους τους λόγους καὶ τὶς αἰτίες τῶν μερῶν. Τὰ κύτταρα ἑνὸς ὀργάνου ἔχουν τὴν αἰτία ἢ τὸν ἀνώτερο λόγο στὸ ὄργανο ποὺ ἀποτελοῦν μέρη του, τὰ ὄργανα στὸν ὀργανισμό, οἱ ὀργανισμοὶ στὰ εἴδη τους, τὰ εἴδη στὴν ἀνταπόκριση μεταξύ τους, ποὺ εἶναι ἕνας λόγος ποὺ τὰ περιβάλλει. Καὶ ἔτσι, ὁλόκληρο τὸ σύμπαν ἔχει τὴν αἰτία του πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ αἰτία δὲν ἔχει πιὰ μιὰ αἰτία πάνω ἀπ' αὐτὴν• δὲν εἶναι δημιουργημένη, γιατί δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ πολλαπλασιάση, πηγαίνοντας στὸ ἄπειρο, τὴ σειρὰ αὐτὴ τῶν ὁλοτήτων καὶ τῶν ἀνωτέρων αἰτίων. Αὐτὴ ἡ ἔσχατη αἰτία ὑπερβαίνει ὅλες τὶς δημιουργημένες αἰτίες. Μὲ τὴν αἰτία τοῦ ὅλου ὑπάρχει καὶ σχηματίζεται τὸ ὅλο καὶ τὰ μέρη του• τὰ ἴδια τὰ μέρη παρουσιάζουν τὴν αἰτία τοῦ ὅλου σὰν αἰτία ποὺ τὰ περιλαμβάνει. Ἔτσι, ὅπως ὁ ἥλιος περιλαμβάνει στὸ φῶς του τὴ φύση καὶ τὴ δύναμη τῶν ἄστρων, ὅμοια ἡ αἰτία ἢ ὁ λόγος τοῦ ὅλου καλύπτει τοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες τῶν μερῶν τὰ μέρη εἶναι καὶ ἐξηγοῦνται ἀπὸ τὸ ὅλο, ὅπως τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὰ αἴτια, καὶ οἱ ἰδιότητές τους περιέχονται, χάρη στὴν ἀναφορά τους, στὴν αἰτία τοῦ ὅλου, ποὺ ἀποτυπώνεται σ' αὐτά. Ἔτσι, ἀφοῦ τὸ πᾶν εἶναι μέσα σὲ ὅλα, ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρα πάνω ἀπὸ ὅλα, εἶναι ὁ μόνος ποὺ γίνεται ὁρατὸς μέσα σὲ ὅλα, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴ σκέψη καθαρή. Στὶς τελευταῖες γραμμὲς τῆς παραγράφου Ι τοῦ κεφαλαίου Α', εἰσάγοντας τὴν ἔννοια «λόγος», ὁ ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι ὁ νοῦς, ἐξετάζοντας τοὺς λόγους τῶν δημιουργημάτων μέσα στὸ σύνδεσμό τους, φτάνει στὸ Θεό, τὴν αἰτία, τὴν ἀρχή, τὸ σκοπό, τὸν ἀδιάστατο κόλπο τῶν ὅλων. Γιατί τὰ ὄντα ἀποτελοῦν ἕνα ἁρμονικὸ σύνολο ἐννοιῶν, ἀσώματων λόγων. Δὲν εἶναι πράγματα ὑλικά.


17. Ἐδῶ ὁ ἅγιος Μάξιμος κάνει ἀκριβῆ παραλληλισμὸ ἀνάμεσα στὴν ἐνέργεια τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀφορᾶ στὰ μέλη της, καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Βέβαια καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία ἐπίσης ἀσκεῖται ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὰ μέλη της εἶναι μιὰ ἐνισχυμένη μορφὴ τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Μ' αὐτὴν τὴν ἐνισχυμένη ἐνέργεια ὁ κόσμος γίνεται καλύτερος καὶ δραστηριοποιεῖται ὁλοένα. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει πάντα εἰκόνα τοῦ θείου Ἀρχετύπου, γιατί παρουσιάζεται σὰν τὸ ὁρατὸ μέσο καὶ μ' αὐτὴν ἀσκεῖται ὁρατά, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ ἀόρατη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ξαναγεννᾶ πνευματικὰ τὰ μέλη της μέσα στὴν πολλαπλῆ ποικιλία καὶ ἀποτυπώνει σ’ αὐτά, μὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ποικιλία, μία μόνη θεία μορφή, ἕνα μόνο ὄνομα ποὺ δείχνει τὴν ὕπαρξή τους ἐν Χριστῷ. Ἂν τὰ μέρη τοῦ δημιουργημένου σύμπαντος κρατιοῦνται μέσα στὴν ἑνότητα τοῦ ὅλου καὶ μέσα στὸ σύνδεσμο μὲ τὸ Θεό, μὲ τὴ σχέση τῆς αἰτίας, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας κρατιοῦνται ἑνωμένα μὲ τὴ σχέση τῆς πίστης, ποὺ τὴν ἔχει δώσει καὶ τὴ συγκρατεῖ ἡ χάρη. Καὶ τὸ ὅλο ποὺ σχηματίζουν εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Υἱὸς τοῦ ἐνσαρκωμένου Θεοῦ, ποὺ ἔγινε γι' αὐτὸ ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στὸ Χριστό, ἑνώνονται τώρα μὲ τρόπο πιὸ στενὸ οἱ ἄνθρωποι οἱ χωρισμένοι ἀπὸ τὴν ἐθνικότητα, τὸ φῦλο, τὴν ἡλικία, κι Ἐκεῖνος τοὺς κλείνει στὸν ἑαυτό του, στὸ ὄνομα τῆς ἴδιας αἰτιακῆς ποιότητας καὶ μοναδικῆς δύναμης μὲ τὴν ἴδια τὴν ἄπειρα σοφὴ δύναμη τῆς καλωσύνης, μὲ τὴν ὁποία ὅλα ὁδηγοῦνται καὶ κρατιοῦνται μέσα στὴν ἑνιαία ὕπαρξη τοῦ δημιουργημένου σύμπαντος. Μέσα στὸ Χριστό, ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει τὰ δημιουργήματα νὰ γίνουν ὁλοκληρωτικὰ ξένα μεταξύ τους καὶ χωρισμένα ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ νὰ ξεπέσουν γι' αὐτὸ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη, μὴ ἔχοντας πιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὸ σύνδεσμο ποὺ τὰ ἐνώνει μὲ τὸ Θεό. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐπαναλαμβάνει ἐδῶ τὴν εἰκόνα τοῦ κέντρου καὶ τῶν γραμμῶν ποὺ ξεκινοῦν ἀπ' αὐτό, τοῦ κεφαλαίου τοῦ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν»: «Τὶς ἡ περὶ ἐμὲ σοφία κ.λ.π.» (P.G. 91, 1068 - 1084). Ἀλλὰ ἐδῶ ἐφαρμόζει αὐτὴ τὴν εἰκόνα στὸ σύνδεσμο τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ Χριστό, πρᾶγμα ποὺ δὲν κάνει στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν». Κατὰ συνέπειαν, ὁ Χριστὸς δὲν κάνει γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἔργο διάφορο ἀπὸ τὸ ἔργο ποὺ ἐκτελεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὸ τελειοποιεῖ, ξεκινῶντας ἀπὸ ἕνα μικρὸ κύκλο ἀνθρώπων, μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐπεκτείνη αὐτὴ τὴν ἐνισχυμένη μορφὴ τοῦ ἔργου του ἐπάνω σ' ὅλη τὴ δημιουργία. Ἡ Ἐκκλησία φέρνει σὲ πέρας τὴν ἴδια ἐνέργεια τῆς ἑνοποίησης τῶν πιστῶν, ποὺ ἐκτελεῖ ὁ Θεὸς πάνω στὰ δημιουργήματα, συγκεντρώνοντάς τα γύρω του, σὰν αἰτία καὶ σκοπός, μὲ τὴν ἀναφορὰ τους σ' Αὐτόν. Ἡ «ἕνωση» ὅλων μέσα στὸ Θεό, εἴτε μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ σὰν αἰτίας ὅλων μέσα σ' ὁλόκληρο τὸ σύμπαν, εἴτε μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο, μέσα στὸ σύμπαν καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς ἐξαφάνιση τῶν διαφορῶν ἀνάμεσα στὰ δημιουργήματα. Γιατί μέσα στὴ διαίρεσή τους ἐμφωλεύει γι' αὐτὰ ὁ κίνδυνος νὰ χάσουν τὴν ὕπαρξη.

Πηγή: paterikiorthodoxia.com
http://amethystosbooks.blogspot.gr/2016/10/blog-post_25.html