Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Ὕμνοι Θείων Ἐρώτων



Η μνήμη του αγίου Συμεών του  Νέου Θεολόγου τιμάται στις 12 Οκτωβρίου -παραθέτουμε ένα από τα ποιήματά του
ΕΦΥΓΑ ΜΑΚΡΙΑ Φίλε τοῦ ἀνθρώπου, εἶχα τὴ σκηνή μου στὴν ἔρημο,
ἀπὸ Σένα, τὸν γλυκό μου Κύριο ἔφυγα καὶ κρύφτηκα,
κάτω ἀπ’ τὴ νύχτα χώθηκα τῆς ἀγωνίας νὰ ἐπιβιώσω.
Ἀπὸ κεῖ γέμισα πολλὲς δαγκωματιὲς καὶ τραύματα.
Γύρισα, ἦρθα σὲ Σένα, καὶ στὴν ψυχή μου ὅμως πολλὲς οἱ πληγές. …
Τὸ ἔλεος τῆς χάρης Σου στάλαξε, Θεέ μου,
τὶς πληγές μου ἄλειψε, ἐξάλειψε τὰ ἕλκη,
τὰ μέλη μου συνάρμοσε καὶ σύσφιξε —παράλυσαν—
ἀφάνισε τὶς οὐλές, μὴ μείνει οὔτε μία, Σωτήρα,
τέλεια γιάτρεψέ με ὁλόκληρο, κάνε με ὅπως πρίν,
ὅταν δὲν εἶχα μολυσμὸ οὔτε μώλωπα
οὔτε πληγὴ νὰ αἱμορραγεῖ, οὔτε κηλίδα, Θεέ μου,
εἶχα γαλήνη, χαρά, εἰρήνη καὶ πραότητα,
τὴν ἅγια ταπείνωση καὶ μακροθυμία,
τὸν φωτισμὸ τῆς ὑπομονῆς καὶ πράξεις ὄμορφες,
σὲ ὅλα ὑπομονὴ καὶ δύναμη ἀνίκητη. ….
/amethystosbooks.blogspot.com

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

∽ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος


''Πρέπει νά ἀγωνισθοῦμεν ὅσον δυνάμεθα διά νά ἁγιασθῇ ἀπό τόν Χριστόν ὁ νοῦς μας, καί νά λάβῃ τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅτι διά τοῦτο καί μόνον ὁ Χριστός, Θεός ὤν ἔγινεν Ἄνθρωπος, καί διά αὐτό ἐσταυρώθη, καί ἀπέθανε, καί ἀνέστη. Καί τοῦτο ἤγουν ὁ ἁγιασμός τοῦ νοός, εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ὁποῦ λαμβάνει εἰς τήν παροῦσαν ζωήν, διά νά ἀξιωθοῦν νά λάβουν αὐτήν τήν Θείαν, καί ὑπέρ φύσιν ἀνάστασιν εἰς τήν μέλλουσαν ζωήν, καί τα σώματα τῶν ψυχῶν, ὁποῦ ἀξιώθησαν νά ἀναστηθοῦν ἐδώ. Πρέπει λοιπόν νά διορθώσωμεν πρῶτον τόν νοῦν μας, νά στέκῃ ὅταν προσεύχεται, καί ὅταν διαβάζῃ, καί ὅταν διδάσκεται τά Θεῖα λόγια. Εἰδέ καί δέν διορθώσωμεν τόν νοῦν, ὅλα τά ἄλλα ματαίως γίνονται, καί δέν θέλει λάβῃ προκοπήν ποτέ ἡ ψυχή μας...''


'Τα Ευρισκόμενα Λόγος 9 σελ, 64''


https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Ωρα Πεντηκοστής γιά όλους μας.


Ἐλθέ τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλθέ ἡ αἰώνιος ζωή,
ἐλθέ τό ἀποκεκρυμμένον μυστήριον, ἐλθέ ὁ ἀκατονόμαστος θησαυρός,
ἐλθέ τό ἀνεκφώνητον πρᾶγμα, ἐλθέ τό ἀκατανόητον πρόσωπον,
ἐλθέ ἡ ἀΐδιος ἀγαλλίασις, ἐλθέ τό ἀνέσπερον φῶς,
ἐλθέ πάντων τῶν μελλόντων σωθῆναι ἡ ἀληθινή προσδοκία,
ἐλθέ τῶν κειμένων ἡ ἔγερσις, ἐλθέ τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις,
ἐλθέ ὁ δυνατός, ὁ πάντα ἀεί ποιῶν
καί μεταποιῶν καί ἀλλοιῶν μόνῳ τῷ βούλεσθαι!
Ἐλθέ ὁ ἀόρατος καί ἀναφής πάντῃ ἀψηλάφητος,
ἐλθέ ὁ ἀεί μένων ἀμετακίνητος
καί καθ᾿ ὥραν ὅλος μετακινούμενος
καί ἐρχόμενος πρός ἡμᾶς τούς ἐν τῷ ᾅδη κειμένους,
ὁ ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν,
ἐλθέ τό περιπόθητον ὄνομα καί θρυλούμενον,
λαληθῆναι δέ παρ᾿ ἡμῶν, ὅπερ εἷς,
ἤ γνωσθῆναι, ὁποῖος ἤ ποταπός, ὅλως ἡμῖν ἀνεπίδεκτον.
Ἐλθέ ἡ αἰώνιος χαρά, ἐλθέ τό στέφος τό ἀμαράντινον,
ἐλθέ ἡ πορφύρα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί βασιλέως ἡμῶν,
ἐλθέ ἡ ζώνη ἡ κρυσταλλοειδής καί διάλιθος,
ἐλθέ τό ὑπόδημα τό ἀπρόσιτον,
ἐλθέ ἡ βασίλειος ἁλουργίς καί αὐτοκρατορική ὄντως δεξιά!
Ἐλθέ, ὅν ἐπόθησε καί ποθεῖ ἡ ταλαίπωρός μου ψυχή,
ἐλθέ ὁ μόνος πρός μόνον, ὅτι μόνος εἰμί, καθάπερ ὁρᾷς!
Ἐλθέ ὁ χωρίσας ἐκ πάντων
καί ποιήσας με μόνον ἐπί τῆς γῆς,
ἐλθέ ὁ γενόμενος πόθος αὐτός ἐν ἐμοί
καί ποθεῖν σε ποιήσας με, τόν ἀπρόσιτον παντελῶς!
Ἐλθέ ἡ πνοή μου καί ἡ ζωή,
ἐλθέ ἡ παραμυθία τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς,
ἐλθέ ἡ χαρά καί ἡ δόξα καί ἡ διηνεκής μου τρυφή!


ευχή μυστική του αγίου Συμεών


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2017/05/blog-post_31.html#ixzz4iedUbfSN

https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Σάββατο 22 Απριλίου 2017

Μπορούμε να γίνουμε άγιοι σήμερα;

Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Πολλές φορές ἀκοῦμε τούς χριστιανούς νά λένε: «Ἄν ζούσαμε κι’ ἐμεῖς στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί ἀξιωνόμασταν νά δοῦμε τό Χριστό, ὅπως Τόν εἶδαν ἐκεῖνοι, θά γινόμασταν ἅγιοι, ὅπως ἔγιναν κι’ αὐτοί».
Ὅσοι σκέφτονται ἔτσι, ξεχνοῦν ὅτι Ἐκεῖνος πού μιλοῦσε στόν καιρό τῶν ἀποστόλων, μιλάει καί τώρα. Ἴσως ὅμως καί πάλι νά πεῖ κάποιος: «Μά δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα νά δεῖ κανείς τό Χριστό μέ τά μάτια του, ὅπως Τόν εἶδαν οἱ ἀπόστολοι, καί ν’ ἀκούει μόνο τά λόγια Του ἀπό ἄλλους ἤ νά τά διαβάζει στή Γραφή, ὅπως ἐμεῖς σήμερα».

Κι’ ἐγώ ἀπαντῶ, ὅτι δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τό ἴδιο τό τότε καί τό τώρα. Ἀλλά τό τωρινό εἶναι πολύ μεγαλύτερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἔζησαν οἱ Ἀπόστολοι, κι’ εὐκολότερα μᾶς φέρνει στήν πίστη! Μήν παραξενεύεστε. Μόνο ἀκοῦστε με... 
Τότε ὁ Κύριός μας φαινόταν στούς ἀχάριστους Ἰουδαίους ὡς ἕνας πλάνος καί τιποτένιος ἄνθρωπος, ἐνῶ τώρα κηρύσσεται σέ μᾶς ὡς Θεός ἀληθινός. Τότε ἔτρωγε μέ τελῶνες καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τώρα ὅμως κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τρέφει ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τότε καταφρονιόταν κι’ ἀπό τούς πιό ἀσήμαντους ἀνθρώπους. Τώρα προσκυνεῖται ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί δοξάζει αὐτούς πού Τόν προσκυνοῦν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».

Τότε Τόν θεωροῦσαν σάν ἕναν ἄνθρωπο φθαρτό καί θνητό, πού ἔτρωγε καί ἔπινε καί κοιμόταν καί κοπίαζε καί ἵδρωνε καί γενικά, ἔκανε ὅλα τ’ ἀνθρώπινα. Τότε λοιπόν, καί ὄχι τώρα, ἦταν παράξενο καί δύσκολο ν’ ἀναγνωρίσει κανείς ὡς Θεό Ἐκεῖνον, πού εἶχε αὐτά τά ταπεινά καί ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Γι’ αὐτό καί τόν Πέτρο, πού εἶπε «σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», τόν μακάρισε ὁ Χριστός, λέγοντας: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ Μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».


Ὅποιος λοιπόν δέν ὑπακούει μέ πίστη καί ταπείνωση στό Χριστό, πού μιλάει καί τώρα μεσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του, ὅποιος ἀμφισβητεῖ ἤ ἀπορρίπτει ὅσα εἶπε καί ἔκανε τότε ὁ Χριστός, ἐκεῖνος, ἔστω κι ἄν ἔβλεπε τόν ἴδιο τόν Κύριο νά θαυματουργεῖ καί Τόν ἄκουγε νά διδάσκει, θά ὀλιγοπιστοῦσε.
Τί λέω; Ὄχι μόνο θά ὀλιγοπιστοῦσε, ἀλλά φοβᾶμαι πώς θά γινόταν τελείως ἄπιστος καί θά βλασφημοῦσε τό Χριστό, νομίζοντάς Τον σάν ἀντίθετο ἤ μάγο ἤ τσαρλατάνο, καί ὄχι ἀληθινό Θεό...

Ἄλλοι πάλι λένε: «Ἄν ζούσαμε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων Πατέρων, θ’ ἀγωνιζόμασταν περισσότερο, γιατί, βλέποντας τήν καλή πολιτεία καί τούς ἀγῶνες τους, θά τούς μιμούμασταν. Ἐνῶ τώρα, πού ζοῦμε μαζί μέ ὀκνηρούς καί χλιαρούς καί ἁμαρτωλούς, χωρίς νά τό θέλουμε παρασυρόμαστε μαζί τους στήν ἀπώλεια». Ὅσοι ὅμως τά λένε αὐτά, ξεχνοῦν ὅτι ἐμεῖς βρισκόμαστε σέ λιμάνι ἀσφαλέστερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἦταν οἱ ἅγιοι Πατέρες. 
Γιατί στήν ἐποχή τους ὑπῆρχαν πολλές καί φοβερές αἱρέσεις – φοβερότερες ἀπό τίς σημερινές – καί πολλοί «ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆται», πού πέτυχαν νά πλανέψουν πολλούς ἀνθρώπους καί νά καταστρέψουν τίς ψυχές τους. Αὐτό πού σᾶς λέω, μπορεῖτε νά τό διαπιστώσετε λ.χ. ἀπό τούς βίους τῶν μεγάλων ὁσίων Ἀντωνίου, Εὐθυμίου καί Σάββα, πού ἀγωνίστηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους. Καί ποῦ νά διηγηθῶ τί ἔγινε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων πατέρων Βασιλείου καί Χρυσοστόμου, πού ἦταν γεμάτη ἀπό ζιζάνια τοῦ πονηροῦ;

Βέβαια, ὄχι μόνο τότε, ἀλλά καί τώρα ἔχουμε ν’ ἀντιμετωπίσουμε φοβερά δεινά μέ τούς αἱρετικούς. Πολλοί λύκοι καί πολλά φίδια ζοῦν ἀνάμεσά μας. Ὅμως δέν ἔχουν καμμιά ἐξουσία πάνω μας, γιατί βρίσκονται κρυμμένοι στό σκοτάδι τῆς πονηρίας καί δέν βλάπτουν παρά μόνο ὅσους θεληματικά τούς ἀκολουθοῦν καί αὐτοπροαίρετα βαδίζουν στό δρόμο τῆς καταστροφῆς τους. Ἐκείνους πού βαδίζουν στό φῶς τῶν θείων Γραφῶν καί πορεύονται στή στράτα τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, δέν τολμοῦν νά τούς ἀντιμετωπίσουν, ἀλλά, βλέποντάς τους νά περνᾶνε, ἀπομακρύνονται σάν ἀπό φωτιά.


Ἴσως ὅμως ἀναρωτηθεῖτε: ποιούς αἱρετικούς ἐννοῶ; Μήπως τούς Ἀρειανούς, τούς Εὐνομιανούς, τούς Σαβελλιανούς, τούς Ἀπολλιναριστές ἤ τούς Διοσκουρίτες; Ὄχι, δέν ἐννοῶ αὐτούς, τούς ἀσεβεῖς καί ἄθεους, πού, ζώντας στό σκοτάδι, ἀφανίστηκαν ἀπό τήν πνευματική λάμψη τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν θεόπνευστων συγγραμάτων τους. 


Αἱρετικούς ὀνομάζω ἐδῶ ἐκείνους πού λένε, πώς ἄν ἤμασταν στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων, θά μπορούσαμε νά φυλάξουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά γίνουμε ἅγιοι, ἐνῶ σήμερα ὄχι. 
Αὐτοί πού κάνουν τέτοιες σκέψεις, τολμώντας μάλιστα καί νά τίς διαδίδουν, δέν ἔχουν πέσει μόνο σέ μιά αἵρεση , ἀλλά σ’ ὅλες τίς αἱρέσεις μαζί. Γιατί ὅποιος ἰσχυρίζεται αὐτό τό πράγμα – ὅτι δηλαδή θά ἁγίαζε ἄν ζοῦσε στήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων – ἀνατρέπει ὅλες τίς ἱερές Γραφές καί τά συγγράμματα τῶν Πατέρων. 
Ἄν δηλαδή πιστεύουμε, ὅτι σήμερα εἶναι ἀδύνατο νά πραγματοποιηθοῦν ὅσα ὁρίζει ὁ Θεός, τότε ὅλοι οἱ ἅγιοι, τόσο τοῦ παλαιοῦ καιροῦ ὅσο καί τῶν ἡμέρων μας, πῶς τά κατόρθωσαν;
Καί πῶς ἔγραψαν τόσα πολλά ἀπό τήν πείρα τῆς χριστομίμητης ζωῆς τους, γιά νά νουθετοῦν κι’ ἐμᾶς; Πιστεύοντας λοιπόν καί διακηρύσσοντας τέτοιες πλανεμένες ἀπόψεις, πού διαψεύδονται ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων καί τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο τούς ἑαυτούς μας ὁδηγοῦμε στήν ἀπώλεια, μά καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων τίς ψυχές σπέρνουμε τά ζιζάνια τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς λιποψυχίας. 
Ἔτσι μοιάζουμε στούς Φαρισαίους, στούς ὁποίους εἶπε φοβερά λόγια:«Οὐαί ὑμῖν, ὁδηγοί τυφλοί… ὅτι κλείετε τήν Βασιλείαν τῶν Οὐράνων ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γάρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τούς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν».


Ἄς μή γελιόμαστε. Κι ἄς μήν παίρνουμε στό λαιμό μας καί ἄλλες ψυχές, «πλανῶντες καί πλανώμενοι». 
Μποροῦμε καί σήμερα καί πάντα νά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους στήν προαίρεση, τήν προθυμία, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη.
Γιατί καί οἱ ἅγιοι σάν κι’ ἐμᾶς ἦταν, ἀλλά ἄφηναν τή ζωή τους νά ὁδηγηθεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. 
Ἄς συντριβοῦμε κι’ ἄς χύσουμε καυτά δάκρυα μετάνοιας, γιά νά μαλακώσει ἡ σκληρή, ἡ πέτρινη καρδιά μας. Ἔτσι θά καθαρθοῦμε, ἔτσι θά μοιάσουμε στούς ἁγίους.
Τά δάκρυα αὐτά, πού θά χύσουμε μέ κόπο καί πόνο καί βία, δέν εἶναι πικρά, ἀλλά γλυκά σάν τό μέλι. Ἔτσι τά κάνει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. 
Καί μή μοῦ πεῖτε πώς ὁρισμένοι ἄνθρωποι ἔχουν φυσική ἰδιοσυγκρασία τόσο ψυχρή καί σκληρή, πού δέν μποροῦν νά βγάλουν δάκρυα. Τά δάκρυα εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος, ἐμεῖς βάζουμε τήν προαίρεση καί τή βία.

Ἑπομένως, μ’ αὐτή τήν προϋπόθεση, ὅλοι μποροῦν νά συντριβοῦν καί νά κλάψουν. «Πάντες δάκρυα πάντες κάθαρσιν, πάντες ἀνάβασιν καί τό τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαι», λέει τό θεόπνευστο στόμα τοῦ Θεολόγου Γρηγόριου. Πῶς λέτε τότε ἐσεῖς, ὅτι μερικοί εἶναι ἀπό τή φύση τους σκληροί, καί δέν μποροῦν νά ἔρθουν σέ κατάνυξη, νά πενθήσουν καί νά κλάψουν γιά τίς ἁμαρτίες τους;


Γιά νά καταλάβετε ὅτι εἶναι φυσικό νά κλαίει κάθε ἄνθρωπος, θυμηθεῖτε τά βρέφη, πού μόλις βγοῦν ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας τους, ἀρχίζουν νά κλαῖνε. Κι ἄν δέν κλάψουν, σημαίνει πώς δέν εἶναι ζωντανά. Εἶναι λοιπόν τά δάκρυα φυσικά στόν ἄνθρωπο. Φυσικά καί ἀπαραίτητα.


Ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Στουδίτης ἔλεγε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἄν θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά περάσει τή ζωή του μέ πένθος καί κλάμα, κι’ αὐτά νά τόν συνοδεύουν μέχρι νά πεθάνει. Καί ὅπως τό φαγητό εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά ζήσει τό σῶμα μας, ἔτσι καί τά δάκρυα τῆς μετάνοιας εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ψυχή μας. Ἐκεῖνος πού δέν κλαίει κάθε μέρα – δέν λέω κάθε ὥρα, γιά νά μήν κουραστεῖτε ὑπερβολικά -, ἀφήνει τήν ψυχή του νά πεθάνει ἀπό πείνα καί νά χαθεῖ αἰώνια.


Ἀφοῦ λοιπόν εἶναι φυσικά στόν ἄνθρωπο τά δάκρυα καί τό πένθος, ἄς μήν ἀρνηθοῦμε αὐτό τό καλό της φύσεως. Ἄς ἀποβάλουμε κάθε κακία καί πονηρία καί σκληρότητα, καί ἄς καλλιεργήσουμε μέ προθυμία τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἄς φυλάξουμε τό πένθος μέ προσοχή, σάν ἐντολή τοῦ Κυρίου, μέ τήν ταπείνωση, μέ τήν ἁπλότητα, μέ τήν ἀκακία τῆς ψυχῆς μέ τήν ὑπομονή στούς πειρασμούς, μέ τή συνεχῆ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, προπαντός ὅμως μέ τή συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τή βίωση βαρειᾶς ἐνοχῆς ἀπέναντι στόν Κύριο.


Ὅποιός λοιπόν εἶναι ὀκνηρός καί ἀμελής καί δέν νοιάζεται γιά τή σωτηρία του, ἄς μή λέει πώς εἶναι ἀδύνατο νά σωθεῖ κανείς σήμερα, γιατί ἔτσι κλείνει τήν πόρτα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐράνων καί σέ ἀλλούς ἀνθρώπους. Καί ἡ εὐθύνη του γι’ αὐτό εἶναι ἀνυπολόγιστη. Φυσικά αὐτός, ἀφοῦ θεωρεῖ ἀδύνατη τή σωτηρία, θεωρεῖ ἀδύνατο – ἤ μᾶλλον – περιττό – καί τό πένθος.
Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς καί χριστιανοί, πού πιστεύουν στή σωτηρία ἀλλά ἀπορρίπτουν τό πένθος. Σ’ αὐτούς τονίζω τοῦτο: Ὅποιος λέει πώς εἶναι ἀδύνατο ἤ περιττό νά πενθεῖ καί νά κλαίει κανείς, αὐτός δέν πρόκειται νά καθαρθεῖ. Καί χωρίς κάθαρση, κανένας δέν θά σωθεῖ καί δέν θά δεῖ τόν Κύριο.

Ὅσοι πενθοῦν, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί καί θά παρακληθοῦν:«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται». Ὅσοι δέν πενθοῦν, ἔχουν πέσει στή χειρότερη ἀπ’ ὅλες τίς αἱρέσεις: Νομίζουν ὅτι ἡ σωτηρία μπορεῖ ν’ ἀποκτηθεῖ μόνο μέ τά ἐξωτερικά σχήματα τῆς εὐσέβειας. Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι θά παρασταθοῦμε ὅλοι στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ «Γυμνοί καί τετραχηλισμένοι (ὁλοφάνεροι)», γιά νά πάρει ὁ καθένας μας τό μισθό του σύμφωνα μέ τά ἀλάθητα κριτήρια Ἐκείνου, ὄχι τά δικά μας.


Ἀφοῦ λοιπόν θά βρεθοῦμε γυμνοί μπροστά στόν Θεό, γιατί σκεπάζουμε τό σῶμα μας μέ πολυτελεῖς στολές, μέ λαμπρά ἐνδύματα καί μέ ὡραῖα ὑποδήματα;


Γιατί τρέχουμε νά προϋπαντήσουμε τούς ἄρχοντες;


Γιατί μᾶς ἀρέσει νά μᾶς χαιρετοῦν;


Γιατί ἐπιδιώκουμε τίς πρωτοκαθεδρίες στά ἐπίσημα γεύματα;


Γιατί ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία καί ὁ ἀκόρεστος πόθος νά ἐξουσιάζουμε;


Γιατί τά ὡραῖα σπίτια καί οἱ ὑπηρέτες, πού μᾶς ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἄλλους;


Γιατί τά ἄκαιρα γέλια καί οἱ ἄπρεπες συζητήσεις;…


Γυμνοί, μπροστά στό μεγάλο Κριτήριο!


Ποῦ τότε τό καλό ὄνομα καί ἡ ἁγιοσύνη, πού νομίζουμε πώς ἔχουμε;


Ποῦ οἱ κόλακες καί οἱ ἀνήξεροι, πού μᾶς ὀνομάζουν ἁγίους;


Ποῦ οἱ ὑψηλές θέσεις καί οἱ μεγάλες ἰδέες γιά τόν ἑαυτό μας;


Ποῦ οἱ συγγενικοί δεσμοί;


Ποῦ ἡ δόξα τῶν ἀρχόντων;


Ποῦ ἡ σοφία τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου;


Ποῦ ἡ πεποίθηση πώς εἴμαστε καλύτεροι ἀπό τούς ἄλλους ενω δεν είμαστε ΤΙΠΟΤΑ;

Ποῦ ἡ γλώσσα καί οἱ ρητορεῖες, πού τρέχουν σάν πηγή; «Ποῦ σοφός, ποῦ γραμματεύς, ποῦ συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου;». Τί φόβος καί τρόμος τήν ὥρα ἐκείνη!


Γι’ αὐτό μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού ταπεινωμένος καί συντριμμένος, πενθεῖ καί κλαίει νύχτα καί μέρα μπροστά στόν Θεό. Αὐτός θά καθήσει ὁλόλαμπρος στά δεξιά Του. 
Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος, πού ἀκούει τά λόγια τοῦ Κυρίου καί δέν περνάει ἀνώφελα τή ζωή του, ἀλλά βρίσκεται συνεχῶς σέ κατάσταση μετανοίας. Αὐτός θά ἐλεηθεῖ καί θά ἀπολαύσει στή μέλλουσα ζωή τά ἀνεκλάλητα ἀγαθά τῆς Οὐράνιας Βασιλείας. Αὐτός θά γίνει ἅγιος!



πηγή (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ – “ΟΜΟΛΟΓΙΑ”)
https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Η ημέρα του Κυρίου


Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος 

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
Εἶναι δύσκολο νά μιλήσει κανείς γιά τή μέλλουσα κρίση. Ἐπειδή δέν θά πεῖ γιά τά παρόντα καί ὁρατά, ἀλλά γιά τά μέλλοντα καί ἀόρατα. Καί ἐγώ, πού θά μιλήσω, καί ἐσεῖς, πού θά μέ ἀκούσετε, χρειαζόμαστε πολλές προσευχές καί καθαρότητα τοῦ νοῦ καί φόβο Θεοῦ. Ἐγώ γιά νά μιλήσω σωστά, κι ἐσεῖς γιά ν᾿ ἀκούσετε προσεκτικά. Τό θέμα αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», τότε πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας, θά ἔρθει πάλι, ὄχι ὅμως πιά σά λυτρωτής, μά σάν κριτής, «ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ»Τότε, ὅταν θ᾿ ἀστράψει ἡ ὑπερουράνια λάμψη τῆς Θεότητός Του, ὁ αἰσθητός ἥλιος θά σκεπαστεῖ ἀπό τή λαμπρότητα τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως, τ᾿ ἀστέρια θά σβηστοῦν καί ὅλα θά δώσουν τόπο στόν Ποιητή τους. «Ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανόν εἰς τήν ὑπ᾿ οὐρανόν λάμπει, οὕτως ἔσται καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ». Τότε ὁ Θεός θά τά γεμίσει ὅλα μέ τό φῶς Του, καί θά ᾿ναι πιά, μόνος Αὐτός, Ἡμέρα μαζί καί Θεός.
Ἐνῶ ὅμως γιά τούς δίκαιους καί τούς μετανοημένους ὁ Κύριος θά εἶναι Ἡμέρα ἀνέσπερη, ἀτέλειωτη καί γεμάτη χαρά παντοτινή, στούς ἁμαρτωλούς καί ἀμετανόητους θά εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀθέατος, ἐπειδή στήν παρούσα ζωή δέν φρόντισαν νά καθαριστοῦν, γιά νά δοῦν καί ν᾿ ἀπολαύσουν τό φῶς τῆς δόξας Του. Δίκαια, ἑπομένως, θά τό στερηθοῦν. Γιατί ὁ πανάγαθος Θεός
χάρισε στούς προπάτορές μας – καί διαμέσου αὐτῶν καί σέ μᾶς – τό αὐτεξούσιο, ἔτσι πού νά κάνουμε τό καλό ὄχι μέ γογγυσμό ἤ μέ βία, ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη προαίρεσή μας. Θέλησε καί θέλει νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του μέ χαρά καί προθυμία, ἀφοῦ, ἐκπληρώνοντας πάντα τό ἀγαθό, πραγματοποιοῦμε τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», μοιάζουμε δηλαδή στό ἀπόλυτο Ἀγαθό, σ᾿ Ἐκεῖνον, τόν Θεό, γινόμαστε χαρισματικά Θεοί, κληρονομοῦμε τήν οὐράνια βασιλεία.
Πρῶτοι ὅμως οἱ πρωτόπλαστοι ὑπάκουσαν θεληματικά στό διάβολο, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔχασαν τήν ἐλπίδα νά ἐκπληρώσουν τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» κι ἔγιναν δοῦλοι τοῦ πονηροῦ. Στή συνέχεια κι ἐμεῖς, οἱ ἀπόγονοι τῶν πρωτοπλάστων, ὑποδουλωθήκαμε σ᾿ αὐτό τόν τύραννο, ὄχι μέ καμμιά βία, ἀλλά μέ τή θέλησή μας. Κι αὐτό τό ἔδειξαν φανερά ὅσοι εὐαρέστησαν τό Θεό πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, παραδίνοντας τό θέλημά τους στόν Κύριο καί ὄχι στό διάβολο.
Θέλοντας λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Θεός νά ἐλευθερώσει ἀπό τή σκλαβιά τοῦ διαβόλου ὅσους Τόν εὐαρέστησαν πρίν καί μετά τό Χριστό, καθώς κι ἐκείνους πού θά Τόν εὐαρεστοῦσαν στό μέλλον, μέχρι τή συντέλεια τῶν αἰώνων, καταδέχθηκε νά γίνει ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος, τιμώντας καί δοξάζοντας ἔτσι τό ἀνθρώπινο γένος. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγαθότητα καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας, πού ὄχι μόνο δέν μᾶς τιμώρησε αἰώνια γιά τήν παράβαση τῶν ἀγίων ἐντολῶν Του, ἀλλά, ὄντας ἄφθαρτος καί αἰώνιος, ἔγινε ἄνθρωπος φθαρτός καί θνητός, σάν κι ἐμᾶς. Καί παρουσιάστηκε στή γῆ μέ σάρκα θεοφόρα, ὄχι μόνο μέ τή Θεότητά Του. Γιατί ἡ φανέρωση τῆς Θεότητός Του γίνεται κρίση σ᾿ αὐτούς πού θά φανερωθεῖ. Κι Ἐκεῖνος δέν ἦρθε νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά νά τόν σώσει. Ἄν φανερωνόταν ἡ Θεότητα ὄχι ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλά μόνη Της, θ᾿ ἀφανιζόταν ἡ κτίση ὁλάκερη, γιατί ὅλοι σχεδόν τότε ἦταν κυριευμένοι ἀπό τήν ἀπιστία καί τήν ἁμαρτία. Καί ἡ Θεότητα, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, δέν φανερώνεται σέ κανένα ἄνθρωπο ἄπιστο καί ἐμπαθῆ, τότε δέν φωτίζει, ἀλλά κατακαίει· δέν ζωογονεῖ, ἀλλά τιμωρεῖ.
Ἡ χάρη λοιπόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπρόσιτη καί ἀθεώρητη στούς ἄπιστους καί τούς ἐμπαθεῖς. Στούς ἀνθρώπους ὅμως πού ἐργάζονται τίς ἐντολές μέ πίστη, φόβο Θεοῦ καί ἀληθινή μετάνοια, ἡ χάρη ἀποκαλύπτεται καί συνάμα ἀποκαλύπτει τήν κρίση, πού μέλλει νά γίνει. Αὐτοί βλέπουν τότε κιόλας, νοερά, τήν ἡμέρα τῆς θείας κρίσεως. Καί φωτισμένοι ἀπό τή χάρη, ἀντικρύζουν καθαρά τόν ἑαυτό τους, ποιοί εἶναι καί σέ τί πνευματική κατάσταση βρίσκονται. Κι ἔπειτα βλέπουν ὅλα τους τά ἔργα, τίς σωματικές πράξεις καί τίς ψυχικές ἐνέργειες. Κι ἔτσι κρίνονται καί ἀνακρίνονται μόνοι τους ἀπό τώρα, πρίν κριθοῦν ἀπό τόν Κριτή. Συλλογίζονται ἕνα πρός ἕνα ὅλα τ᾿ ἁμαρτήματά τους. Σκέφτονται πώς ἐξαιτίας τους χωρίστηκαν ἀπό τόν Θεό. Μέμφονται καί καταδικάζουν τούς ἑαυτούς τους καί μετανοοῦν βαθιά καί κάνουν νηστεῖες, ἀγρυπνίες, γονυκλισίες καί ἄλλα ἔργα ἀποδεικτικά τῆς συντριβῆς τους. Καί τότε ἔρχονται σέ κατάνυξη, καί κλαῖνε καί ὀδύρονται καί βυθίζονται μέσα σέ ποταμούς δακρύων. Κι ἔτσι, λίγο-λίγο, ξεπλένονται καί καθαρίζονται, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη. Τοῦτο εἶναι τό δεύτερο βάπτισμα – τό βάπτισμα τῆς μετάνοιας στήν κολυμβήθρα τῶν δακρύων.
Μέ τό βάπτισμα αὐτό ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁλοκάθαρος, «υἱός φωτός καί ἡμέρας». Ἔτσι στή μέλλουσα κρίση δέν κρίνεται, γιατί αὐτοκατακρίθηκε πρωτήτερα· οὔτε ἐλέγχονται τά ἔργα του ἀπό τό φῶς τοῦ Κριτοῦ, γιατί φωτίστηκε ἐδῶ πρωτύτερα· οὔτε καίγεται ἀπό τή φωτιά τῆς κολάσεως, γιατί μπῆκε μόνος του σ᾿ αὐτήν πρωτύτερα· οὔτε θεωρεῖ πώς τότε μόνο θά ἔρθει «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», ἐπειδή ἤδη ἔχει γίνει ὁλόκληρος ἡμέρα φωτεινή κι ὁλόλαμπρη, μέ τή μετάνοια, τήν κάθαρση καί τή μνήμη τοῦ Θεοῦ· οὔτε βρίσκεται πιά μέσα στόν κόσμο ἤ μαζί μέ τόν κόσμο, ἐπειδή νοερά ἔχει βγεῖ ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἐκπληρώνοντας τό λόγο τοῦ Κυρίου: «ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου». Νά γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἰ ἑαυτούς ἐκρίνομεν, οὐκ ἄν ἐκρινόμεθα· κρίνομενοι δέ ὑπό τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μή σύν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν».
Ὅσοι λοιπόν ἕγιναν ἤδη «τέκνα φωτός» καί «υἱοί τῆς μελλούσης ἡμέρας», «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατοῦντες», δέν θά δοῦν καί δέν θά φοβηθοῦν τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, γιατί τή ζοῦν παντοτινά, λουσμένοι στό θεῖο φῶς. Γιά ὅσους ὅμως ζοῦν μέσα στό σκοτάδι τῶν παθῶν, ἡ ἡμέρα ἐκείνη – πύρινη, φοβερή, ὀλέθρια – θά ἔρθει ξαφνικά κι ἀναπάντεχα. Πότε; Ἄγνωστο. «Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν», λέει ὁ Χριστός. «Ὡς παγίς γάρ ἐπελεύσεται ἐπί πάντας τούς καθημένους ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς». Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπληρώνει καί μᾶς συμβουλεύει: «Περί τῶν χρόνων καί τῶν καιρῶν, ἀδελφοί, οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι· αὐτοί γάρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί οὕτως ἔρχεται. Ὅταν γάρ λέγωσιν “εἰρήνη καί ἀσφάλεια”, τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐφίσταται ὄλεθρος καί οὐ μή ἐκφύγωσιν. Ὑμεῖς δέ, ἀδελφοί, οὐκ ἐστέ ἐν σκότει, ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ· πάντες ὑμεῖς υἱοί φωτός ἐστε καί υἱοί ἡμέρας. Οὐκ ἐσμέν νυκτός οὐδέ σκότους. Ἄρα οὖν μή καθεύδωμεν ὡς καί οἱ λοιποί, ἀλλά γρηγορῶμεν καί νήφωμεν… Ὅτι οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεός εἰς ὀργήν, ἀλλ᾿ εἰς περιποίησιν σωτηρίας διά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀποθανόντος ὑπέρ ἡμῶν, ἵνα σύν αὐτῷ ζήσωμεν». Ἀμήν.


(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)
http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Στὸν κάθε πλησίον ὑπάρχει ὁ Χριστός ( Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος )


Ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ σκεπτόμαστε ὅτι στὸν κάθε ἄλλο πιστὸ ὑπάρχει ὁ Χριστὸς καὶ πρέπει νὰ ἔχουμε τόσην ἀγάπη πρὸς αὐτόν, ὥστε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουμε πρὸς χάρη του τὴν ψυχή μας. Δὲν ἔχουμε δὲ δικαίωμα νὰ ὀνομάζουμε ἢ νὰ θεωροῦμε κάποιον κακό, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς βλέπουμε ὅλους σὰν καλούς. Ἂν δεῖς κάποιον νὰ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὰ πάθη, μὴ μισήσεις τὸν ἀδελφό, μὰ τὰ πάθη ποὺ τὸν πολεμοῦν, κι ἂν τὸν δεῖς νὰ τυραννιέται ἀπὸ κακὲς ἐπιθυμίες, πιὸ πολὺ νὰ τὸν σπαχνισθεῖς, μὴ τυχὸν καὶ σὺ πειρασθεῖς, ἀφοῦ εἶσαι τρεπτὸς καὶ εὐάλωτος στὴν εὐπερίστατη ἁμαρτία.


Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος 

 http://dakriametanoias.blogspot.gr/2016/02/blog-post_12.html

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΡΕΤΗ (Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου)


Ἀδελφοί μου, θέλω νά σᾶς μιλήσω γιά κεῖνα τά πράγματα πού συμβάλλουν στήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς,καί ντρέπομαι τήν ἀγάπη σας, γνωρίζοντας τήν ἀναξιότητά μου. Θά προτιμοῦσα νά  σιωπήσω, γιατί δέντολμῶ νά σηκώσω τά μάτια μου καί  ν’ ἀντικρύσω πρόσωπο ἀνθρώπου. Ἡ συνείδησή μου μέ κατακρίνει, καίμέ πληροφορεῖ πώς εἶμαι ἀνάξιος νά γίνω ὀδηγός σας. Λυπᾶμαι πού προκρίθηκα νά ὁδηγῶ ἐσᾶς ἐγώ ὁ ταπεινός, ἐγώ πού εἶμαι κατώτερος ἀπ’ ὅλους σας καί δέν ἔχω λόγο «μεμαρτυρημένο» ἀπό τίς πράξεις μου καίτήν πολιτεία μου. Γνωρίζω καλά πώς ὁ Κύριος δέν μακαρίζει ὅποιον διδάσκει μόνο, μά ὅποιον  ἐφαρμόζειπρῶτα τίς ἐντολές Του καί ὕστερα διδάσκει. «Ὁ ποιήσας καί διδάξας» λέγει, «μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳτῶν οὐρανῶν». Γιατί μόνον ὅσοι ἀκοῦνε ἕνα τέτοιο δάσκαλο, προθυμοποιοῦνται νά τόν μιμηθοῦν. Καί δένὠφελοῦνται ἀπό τά λόγια του τόσο, ὅσο παρακινοῦνται ἀπό τά καλά του ἔργα. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως, νά  μήβλέπετε τή δική μου ραθυμία, ἀλλά ν’ ἀκοῦτε τά προστάγματα τοῦ Θεοῦ καί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίωνΠατέρων. Γιατί οἱ θεοφώτιστοι Πατέρες μας δέν ἔγραφαν καμιά ἐντολή, ἄν πρῶτα δέν τήν ἐφάρμοζαν.

Οἱ ἐντολές λοιπόν τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας δρόμος, πού μᾶς ἀνεβάζει ὅλους στόν οὐρανό, μᾶς ὁδηγεῖ στόνΘεό.
Πολλοί εἶναι οἱ δρόμοι καί οἱ τρόποι, πού φέρνουν τόν ἄνθρωπο στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἤ μᾶλλονοἱ δρόμοι αὐτοί φαίνονται πολλοί ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας, πού χωρίζεται σέ πολλούς, ἀνάλογαμέ τή δύναμη καί τήν προαίρεση τοῦ καθενός.
Λέγοντας δρόμους, ἐννοοῦμε τίς πνευματικές ἀρετές. Προπαντός τίς τρεῖς  μεγάλες ἀρετές, τήν πίστη,τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη, καί ἰδιαίτερα τήν μεγαλύτερη ἀπό ὅλες, τήν ἀγάπη, πού πάνω της θεμελιώθηκανἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα.
Τά ὀνόματα τῆς ἀγάπης εἶναι πολλά, τά ἔργα της ἐπίσης πολλά, τά γνωρίσματά της περισσότερα καί τάἰδιώματά της πάμπολλα. Δέν μπορεῖ κανείς νά  τήν περιγράψει μέ λόγια. Ὅταν θυμᾶμαι τό κάλλος της,εὐφραίνεται ἡ καρδιά μου, γεμίζω μέ γλυκύτητα καί περιέρχομαι σέ ἔκσταση. Ὄταν τή συλλογίζομαι, χάνω τίςσωματικές μου αἰσθήσεις, βγαίνω τελείως ἀπό τήν παρούσα ζωή καί λησμονῶ τά πράγματα τοῦ κόσμου.
Καλότυχος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἀγκάλιασε τήν ἀγάπη τή θεϊκή. Αὐτός δέν θά ἐπιθυμήσει μέ ἐμπάθειακανένα κάλλος ἀνθρώπινο.
Εὐτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐρωτεύθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σαγηνεύθηκε ἀπό τήν ὀμορφιά τηςκαί τήν ἀπόλαυσε μέ πολύ πόθο. Αὐτός θ’ ἁγιασθεῖ στήν ψυχή.
Καλότυχος καί τρισευτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού πόθησε μ’ ὅλη του τήν καρδιά τήν ἀγάπη καίἀλλοιώθηκε ἀπ’ αὐτήν πνευματικά. Αὐτός θά γεμίσει τήν ψυχή του μ’ εὐφροσύνη καί τήν καρδιά του μέ χαράἀνέκφραστη.
Αὐτός πού ἀπέκτησε την ἀγάπη, ἀδιαφορεῖ τελείως γιά τούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. Αὐτός γεμίζει μέτόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἀνεξάντλητος.
Μακάριος καί τρισμακάριος αὐτός πού ἐνστερνίσθηκε τήν ἀγάπη. Μολονότι ἐξωτερικά φαίνεται ἄδοξος,στήν πραγματικότητα εἶναι ἐνδοξότερος ἀπ’ ὅλους τούς ἐνδόξους.
Ἐπαινετός εἶν’ ἐκεῖνος πού ζήτησε τήν ἀγάπη, ἐπαινετότερος ἐκεῖνος πού τή βρῆκε καί μακαριότεροςἐκεῖνος πού τήν ἀγάπησε.
Ὦ ἀγάπη θεία, πού μέσα σου  βρίσκεται ὁ Χριστός! Ἄνοιξε καί σέ μᾶς τήν πόρτα σου, γιά νά δοῦμε τόνΧριστό, πού ἔπαθε γιά μᾶς, καί νά ἐλπίσουμε στό ἔλεός Του. Νά Τόν δοῦμε, γιά νά μήν πεθάνουμε πιά. 
Γέμισετήν ὕπαρξή μας, γιά νά νοιώσουμε τό μυστήριο τῆς ἔνσαρκης οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐσύ πού βίασες τ’ἀβίαστα καί πλουσιόδωρα σπλάχνα τοῦ Κυρίου μας, γιά νά σηκώσει τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔλακαί στη δική μας ταλαίπωρη ψυχή.
Ὦ θεία ἀγάπη, θέλουμε νά σέ γνωρίσουμε καί νά μᾶς γνωρίσεις, γιατί σοῦ εἴμαστε ἄγνωστοι.Κατοίκησε μέσα μας, γιά νά ‘ρθει ὁ Δεσπότης Χριστός νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Μολονότι εἴμαστε ἀνάξιοι, ἔλα νάμᾶς ἁγιάσεις.
Ἀλλά γιά νά σέ νοιώσουμε, πρέπει νά  γνωρίσουμε πρῶτα τόν Χριστό. Μόνον σάν προσπέσουμε στ’ἄχραντα πόδια Του, θά βιώσουμε στή ζωή μας τήν ἀγάπη. Μόνον σάν λυτρωθοῦμε ἀπό τό χρέος τῶνἁμαρτιῶν μας, θ’ ἀρχίσει νά ζεῖ μέσα μας ἡ ἀγάπη.
Ἄς βάλουμε λοιπόν μέσα στήν καρδιά μας τήν ἀγάπη, πού εἶναι «ἡ διδάσκαλος τῶν Προφητῶν, ἡσύνδρομος τῶν Ἀποστόλων, ἡ δύναμις τῶν Μαρτύρων,
 ἡ ἔμπνευσεις τῶν Πατέρων καί ἡ τελείωσις ὅλων τῶνἉγίων».
Ἄς μάθουμε νά δουλεύουμε καί νά ὑποτασσόμαστε στόν Χριστό, γιά ν’ ἀρχίσει ν’ ἀνθίζει μέσα στήνψυχή μας τό λουλούδι τῆς ἀγάπης. Ὁ Χριστός μᾶς ἄνοιξε τό δρόμο, πού πρέπει ν’ ἀκολουθήσουμε γιά νάφτάσουμε στήν ἀγάπη. Ἔγινε φτωχός, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι σέ ψυχικά χαρίσματα.
Ἄς συγχωρέσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιά νά ἀπολαύσουμε τ’ ἀγαθά τοῦ Θεοῦ καί νά δοκιμάσουμε τήγλυκύτητα πού δοκιμάζει ὅποιος ἀκολουθεῖ τόν Θεό τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖνος πού δέν ἀγάπησε τόν Χριστό, τρέχει μάταια καί ποτέ δέν πρόκειται νά Τόν φτάσει, ἄν δένἀγαπήσει πρῶτα τόν ἀδελφό του.
Ἐκεῖνος πού ἔφτασε τήν ἀγάπη, πλησίασε τόν ἴδιο  τόν Χριστό, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι τό πλήρωμα τοῦνόμου Του. Χωρίς ἀγάπη ἡ καρδιά μας εἶναι στείρα καί δέν εὐφραίνεται μέ τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ.
Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν νά βιώσετε τήν ἀγάπη καί νά μήν ἀποκάμετε καί σταματήσετε πρίν τή φτάσετε.Γιατί κάθε ἄσκηση καί κάθε πνευματικός ἀγώνας, πού δέν ἔχει στόχο τήν ἀγάπη, εἶναι μάταιος. Δέν εἶναιδυνατόν νά ἀναγνωρισθεῖ κανείς σάν μαθητής του Χριστοῦ μέ ἄλλη ἀρετή ἤ ἐντολή, παρά μόνον μέ τήνἀγάπη. Τό λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐνἀλλήλοις».
Γιά τήν ἀγάπη ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος κι’ ἔζησε ἀνάμεσά μας καί ὑπέμεινε θεληματικά καί φρικτά πάθη, γιά νά ἐλευθερώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά τόν ἀνεβάσει στούς οὐρανούς.
Γιά τήν ἀγάπη ἔτρεξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκεῖνον τόν ἀτέλειωτο δρόμο, γιά νά βγάλουν ἀπό τόβυθό τῆς εἰδωλολατρείας
 καί νά φέρουν στό λιμάνι τῆς οὐράνιας βασιλείας ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, τραβώντας την μέ τ’ ἀγκίστρια καί τά δίχτυα τοῦ Θείου Λόγου.
Γιά τήν ἀγάπη θυσίασαν μέ προθυμία τή ζωή τους οἱ θεοφόροι διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης, γιά νάδοξασθεῖ ἡ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νά εὐαρεστήσουμε τόν Χριστό μέ τήν ἀγάπη. Ὅταν ἀγαπᾶμε τούς ἀνθρώπουςκαί τόν Θεό, τότε Αὐτός μᾶς προσφέρει τ’ ἀνεκτίμητα δῶρα Του: τήν ΠΙΣΤΗ, τήν ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ καί τήνΕΥΛΑΒΕΙΑ. Μᾶς χαρίζει ἀκόμα τήν ΚΑΤΑΝΥΞΗ καί τά ΔΑΚΡΥΑ, πού καθαγιάζουν τήν ψυχή, καί  μᾶς γεμίζειμέ ΘΕΙΟ ΦΩΣ καί ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ.

(«ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ», Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)
http://orthopraxiaa.blogspot.gr/2015/09/blog-post_17.html

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι σήμερα;


 Ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
Πολλές φορές ἀκοῦμε  τούς χριστιανούς νά λένε:
«Ἄν ζούσαμε κι’ ἐμεῖς στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί ἀξιωνόμασταν νά δοῦμε τό Χριστό, ὅπως Τόν εἶδαν ἐκεῖνοι, θά γινόμασταν ἅγιοι, ὅπως ἔγιναν κι’ αὐτοί». Ὅσοι σκέφτονται ἔτσι, ξεχνοῦν ὅτι Ἐκεῖνος πού μιλοῦσε στόν καιρό τῶν ἀποστόλων, μιλάει καί τώρα. Ἴσως ὅμως καί πάλι νά πεῖ κάποιος: «Μά δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα νά δεῖ κανείς τό Χριστό μέ τά μάτια του, ὅπως Τόν εἶδαν οἱ ἀπόστολοι, καί ν’ ἀκούει μόνο τά λόγια Του ἀπό ἄλλους ἤ νά τά διαβάζει στή Γραφή, ὅπως ἐμεῖς σήμερα».
Κι’ ἐγώ ἀπαντῶ, ὅτι δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τό ἴδιο τό τότε καί τό τώρα. Ἀλλά τό τωρινό εἶναι πολύ μεγαλύτερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἔζησαν οἱ Ἀπόστολοι, κι’ εὐκολότερα μᾶς φέρνει  στήν πίστη!
Μήν παραξενεύεστε. Μόνο ἀκοῦστε με.
Τότε ὁ Κύριός μας φαινόταν στούς ἀχάριστους Ἰουδαίους ὡς ἕνας πλάνος καί τιποτένιος ἄνθρωπος, ἐνῶ τώρα κηρύσσεται σέ μᾶς ὡς Θεός ἀληθινός. Τότε ἔτρωγε μέ τελῶνες καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τώρα ὅμως κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τρέφει ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τότε καταφρονιόταν κι’ ἀπό τούς πιό ἀσήμαντους ἀνθρώπους. Τώρα προσκυνεῖται ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί δοξάζει αὐτούς πού Τόν προσκυνοῦν  «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».
Τότε Τόν θεωροῦσαν σάν ἕναν ἄνθρωπο φθαρτό καί θνητό, πού ἔτρωγε καί ἔπινε καί κοιμόταν καί κοπίαζε καί ἵδρωνε καί γενικά, ἔκανε ὅλα τ’ ἀνθρώπινα. Τότε λοιπόν, καί ὄχι τώρα, ἦταν παράξενο καί δύσκολο ν’ ἀναγνωρίσει κανείς ὡς Θεό Ἐκεῖνον, πού εἶχε αὐτά τά ταπεινά καί ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Γι’αὐτό καί τόν Πέτρο, πού εἶπε «σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», τόν μακάρισε ὁ Χριστός, λέγοντας: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ Μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Ὅποιος λοιπόν δέν ὑπακούει μέ πίστη καί ταπείνωση στό Χριστό, πού μιλάει καί τώρα μεσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του, ὅποιος ἀμφισβητεῖ ἤ ἀπορρίπτει ὅσα εἶπε καί ἔκανε τότε ὁ Χριστός, ἐκεῖνος, ἔστω κι ἄν ἔβλεπε τόν ἴδιο τόν Κύριο νά θαυματουργεῖ καί Τόν ἄκουγε νά διδάσκει, θά ὀλιγοπιστοῦσε. Τί λέω; Ὄχι μόνο θά ὀλιγοπιστοῦσε, ἀλλά φοβᾶμαι πώς θά γινόταν τελείως ἄπιστος καί θά βλασφημοῦσε τό Χριστό, νομίζοντάς Τον σάν ἀντίθετο ἤ μάγο ἤ τσαρλατάνο, καί ὄχι ἀληθινό Θεό…
  Ἄλλοι πάλι λένε: «Ἄν ζούσαμε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων Πατέρων, θ’ ἀγωνιζόμασταν περισσότερο, γιατί, βλέποντας τήν καλή πολιτεία καί τούς ἀγῶνες τους, θά τούς μιμούμασταν. Ἐνῶ τώρα, πού ζοῦμε μαζί μέ ὀκνηρούς καί χλιαρούς καί ἁμαρτωλούς, χωρίς νά τό θέλουμε παρασυρόμαστε μαζί τους στήν ἀπώλεια». Ὅσοι ὅμως τά λένε αὐτά, ξεχνοῦν ὅτι ἐμεῖς βρισκόμαστε σέ λιμάνι ἀσφαλέστερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἦταν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Γιατί στήν ἐποχή τους ὑπῆρχαν πολλές καί φοβερές αἱρέσεις – φοβερότερες ἀπό τίς σημερινές – καί πολλοί «ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆται», πού πέτυχαν νά πλανέψουν πολλούς ἀνθρώπους καί νά καταστρέψουν τίς ψυχές τους. Αὐτό πού σᾶς λέω, μπορεῖτε νά τό διαπιστώσετε λ.χ. ἀπό τούς βίους τῶν μεγάλων  ὁσίων Ἀντωνίου, Εὐθυμίου καί Σάββα, πού ἀγωνίστηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους. Καί ποῦ νά διηγηθῶ τί ἔγινε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων πατέρων Βασιλείου καί Χρυσοστόμου, πού ἦταν γεμάτη ἀπό ζιζάνια τοῦ πονηροῦ;
Βέβαια, ὄχι μόνο τότε , ἀλλά καί τώρα ἔχουμε ν’ ἀντιμετωπίσουμε φοβερά δεινά μέ τούς αἱρετικούς. Πολλοί λύκοι καί πολλά φίδια ζοῦν ἀνάμεσά μας. Ὅμως δέν ἔχουν καμμιά ἐξουσία πάνω μας, γιατί βρίσκονται κρυμμένοι στό σκοτάδι τῆς πονηρίας καί δέν βλάπτουν παρά μόνο ὅσους θεληματικά τούς ἀκολουθοῦν καί αὐτοπροαίρετα βαδίζουν στό δρόμο τῆς καταστροφῆς τους. Ἐκείνους πού βαδίζουν στό φῶς τῶν θείων Γραφῶν καί πορεύονται στή στράτα τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, δέν τολμοῦν νά τούς ἀντιμετωπίσουν, ἀλλά, βλέποντάς τους νά περνᾶνε, ἀπομακρύνονται σάν ἀπό φωτιά.
Ἴσως ὅμως ἀναρωτηθεῖτε: ποιούς αἱρετικούς ἐννοῶ; Μήπως τούς Ἀρειανούς, τούς Εὐνομιανούς, τούς Σαβελλιανούς, τούς Ἀπολλιναριστές ἤ τούς Διοσκουρίτες; Ὄχι, δέν ἐννοῶ αὐτούς, τούς ἀσεβεῖς καί ἄθεους, πού, ζώντας στό σκοτάδι, ἀφανίστηκαν ἀπό τήν πνευματική λάμψη τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν θεόπνευστων συγγραμάτων τους. Αἱρετικούς ὀνομάζω ἐδῶ ἐκείνους πού λένε, πώς ἄν ἤμασταν στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων, θά μπορούσαμε νά φυλάξουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά γίνουμε ἅγιοι, ἐνῶ σήμερα ὄχι. Αὐτοί πού κάνουν τέτοιες σκέψεις, τολμώντας μάλιστα καί νά τίς διαδίδουν, δέν ἔχουν πέσει μόνο σέ μιά αἵρεση , ἀλλά σ’ ὅλες τίς αἱρέσεις μαζί. Γιατί ὅποιος ἰσχυρίζεται αὐτό τό πράγμα – ὅτι δηλαδή θά ἁγίαζε ἄν ζοῦσε στήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων – ἀνατρέπει ὅλες τίς ἱερές Γραφές καί τά συγγράμματα τῶν Πατέρων. Ἄν δηλαδή πιστεύουμε, ὅτι σήμερα εἶναι  ἀδύνατο νά πραγματοποιηθοῦν ὅσα ὁρίζει ὁ Θεός, τότε ὅλοι οἱ ἅγιοι , τόσο τοῦ παλαιοῦ καιροῦ ὅσο καί τῶν ἡμέρων μας, πῶς τά κατόρθωσαν; Καί πῶς ἔγραψαν τόσα πολλά ἀπό τήν πείρα τῆς χριστομίμητης ζωῆς τους, γιά νά νουθετοῦν κι’ ἐμᾶς; Πιστεύοντας λοιπόν καί διακηρύσσοντας τέτοιες πλανεμένες ἀπόψεις, πού διαψεύδονται ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων καί τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο τούς ἑαυτούς μας ὁδηγοῦμε στήν ἀπώλεια, μά καί στῶν ἄλλων ἀνθρώπων τίς ψυχές σπέρνουμε τά  ζιζάνια τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς λιποψυχίας. Ἔτσι μοιάζουμε στούς Φαρισαίους, στούς ὁποίους εἶπε φοβερά λόγια: «Οὐαί ὑμῖν, ὁδηγοί τυφλοί…ὅτι κλείετε τήν Βασιλείαν τῶν Οὐράνων ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γάρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τούς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν».
Ἄς μή γελιόμαστε. Κι ἄς μήν παίρνουμε στό λαιμό μας καί ἄλλες ψυχές, «πλανῶντες καί πλανώμενοι». Μποροῦμε καί σήμερα καί πάντα νά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους στήν   προαίρεση, τήν προθυμία, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Γιατί καί οἱ ἅγιοι σάν κι’  ἐμᾶς ἦταν, ἀλλά ἄφηναν τή ζωή τους νά ὁδηγηθεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄς συντριβοῦμε κι’ ἄς χύσουμε καυτά δάκρυα μετάνοιας, γιά νά μαλακώσει ἡ σκληρή, ἡ πέτρινη καρδιά μας. Ἔτσι θά καθαρθοῦμε, ἔτσι θά μοιάσουμε στούς ἁγίους. Τά δάκρυα αὐτά, πού θά χύσουμε μέ κόπο καί πόνο καί βία, δέν εἶναι πικρά, ἀλλά γλυκά σάν τό μέλι. Ἔτσι τά κάνει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί μή μοῦ πεῖτε πώς ὁρισμένοι ἄνθρωποι ἔχουν φυσική ἰδιοσυγκρασία τόσο ψυχρή καί σκληρή, πού δέν μποροῦν νά βγάλουν δάκρυα. Τά δάκρυα εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος, ἐμεῖς βάζουμε τήν προαίρεση καί τή βία.
Ἑπομένως, μ’ αὐτή τήν προϋπόθεση, ὅλοι μποροῦν νά συντριβοῦν καί νά κλάψουν. «Πάντες δάκρυα πάντες κάθαρσιν, πάντες ἀνάβασιν καί τό τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαι», λέει τό θεόπνευστο στόμα τοῦ Θεολόγου Γρηγόριου. Πῶς λέτε τότε ἐσεῖς, ὅτι μερικοί εἶναι ἀπό τή φύση τους σκληροί, καί δέν μποροῦν νά ἔρθουν  σέ κατάνυξη, νά πενθήσουν καί νά κλάψουν γιά τίς ἁμαρτίες τους;
Γιά νά καταλάβετε ὅτι εἶναι φυσικό νά κλαίει κάθε ἄνθρωπος, θυμηθεῖτε τά βρέφη, πού μόλις βγοῦν ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας τους, ἀρχίζουν νά κλαῖνε.  Κι ἄν δέν κλάψουν, σημαίνει πώς δέν εἶναι ζωντανά. Εἶναι λοιπόν τά δάκρυα φυσικά στόν ἄνθρωπο. Φυσικά καί ἀπαραίτητα.
Ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Στουδίτης ἔλεγε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἄν θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά περάσει τή ζωή του μέ πένθος καί κλάμα, κι’ αὐτά νά τόν συνοδεύουν μέχρι νά πεθάνει. Καί ὅπως τό φαγητό εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά ζήσει τό σῶμα μας, ἔτσι καί τά δάκρυα τῆς μετάνοιας εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ψυχή μας. Ἐκεῖνος πού δέν κλαίει κάθε μέρα – δέν λέω κάθε ὥρα, γιά νά μήν κουραστεῖτε ὑπερβολικά -, ἀφήνει τήν ψυχή του νά πεθάνει ἀπό πείνα καί νά χαθεῖ αἰώνια.
Ἀφοῦ λοιπόν εἶναι φυσικά στόν ἄνθρωπο τά δάκρυα καί τό πένθος, ἄς μήν  ἀρνηθοῦμε αὐτό τό καλό της φύσεως. Ἄς ἀποβάλουμε κάθε κακία καί πονηρία καί  σκληρότητα, καί ἄς καλλιεργήσουμε μέ προθυμία τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἄς φυλάξουμε τό πένθος μέ προσοχή, σάν ἐντολή τοῦ Κυρίου, μέ τήν ταπείνωση, μέ τήν ἁπλότητα, μέ τήν ἀκακία τῆς ψυχῆς μέ τήν  ὑπομονή στούς πειρασμούς, μέ τή συνεχῆ  μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, προπαντός ὅμως μέ τή συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τή βίωση βαρειᾶς ἐνοχῆς ἀπέναντι στόν Κύριο.
Ὅποιός λοιπόν εἶναι ὀκνηρός καί ἀμέλης καί δέν νοιάζεται γιά τή σωτηρία του, ἄς μή λέει πώς εἶναι ἀδύνατο νά σωθεῖ κανείς σήμερα, γιατί ἔτσι κλείνει τήν πόρτα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐράνων καί σέ ἀλλούς ἀνθρώπους. Καί ἡ εὐθύνη του γι’ αὐτό εἶναι ἀνυπολόγιστη. Φυσικά αὐτός, ἀφοῦ θεωρεῖ ἀδύνατη τή σωτηρία, θεωρεῖ ἀδύνατο – ἤ μᾶλλον – περιττό – καί τό πένθος. Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς καί χριστιανοί, πού πιστεύουν στή σωτηρία ἀλλά ἀπορρίπτουν τό πένθος. Σ’ αὐτούς τονίζω τοῦτο: Ὅποιος λέει πώς εἶναι ἀδύνατο ἤ περιττό νά πενθεῖ καί νά κλαίει κανείς, αὐτός δέν πρόκειται νά καθαρθεῖ. Καί χωρίς κάθαρση, κανένας δέν θά σωθεῖ καί δέν θά δεῖ τόν Κύριο.
  Ὅσοι πενθοῦν, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί καί θά παρακληθοῦν:  «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται». Ὅσοι δέν πενθοῦν, ἔχουν πέσει στή χειρότερη ἀπ’ ὅλες τίς αἱρέσεις: Νομίζουν ὅτι ἡ σωτηρία μπορεῖ ν’ ἀποκτηθεῖ μόνο μέ τά ἐξωτερικά σχήματα τῆς εὐσέβειας. Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι θά παρασταθοῦμε ὅλοι στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ «Γυμνοί καί τετραχηλισμένοι (ὁλοφάνεροι)», γιά νά πάρει ὁ καθένας μας τό μισθό του σύμφωνα μέ τά ἀλάθητα κριτήρια Ἐκείνου, ὄχι τά δικά μας.
Ἀφοῦ λοιπόν θά βρεθοῦμε γυμνοί μπροστά στόν Θεό,
î  γιατί σκεπάζουμε τό σῶμα μας μέ πολυτελεῖς στολές, μέ λαμπρά ἐνδύματα καί μέ ὡραῖα ὑποδήματα;
Γιατί τρέχουμε νά  προϋπαντήσουμε τούς ἄρχοντες;
Γιατί μᾶς ἀρέσει νά μᾶς χαιρετοῦν;
Γιατί ἐπιδιώκουμε τίς πρωτοκαθεδρίες στά ἐπίσημα γεύματα;
Γιατί ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία καί ὁ ἀκόρεστος πόθος νά ἐξουσιάζουμε;
Γιατί τά ὡραῖα σπίτια καί οἱ ὑπηρέτες, πού μᾶς ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἄλλους;
Γιατί τά ἄκαιρα γέλια καί οἱ ἄπρεπες συζητήσεις;…
Γυμνοί, μπροστά στό μεγάλο Κριτήριο!
Ποῦ τότε τό καλό ὄνομα καί ἡ ἁγιοσύνη, πού νομίζουμε πώς ἔχουμε;
Ποῦ οἱ κόλακες καί οἱ ἀνήξεροι, πού μᾶς ὀνομάζουν ἁγίους;
Ποῦ οἱ ὑψηλές θέσεις καί οἱ μεγάλες ἰδέες γιά τόν ἑαυτό μας;
Ποῦ οἱ συγγενικοί δεσμοί;
Ποῦ ἡ δόξα τῶν ἀρχόντων;
Ποῦ ἡ σοφία τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου;
Ποῦ ἡ πεποίθηση πώς εἴμαστε καλύτεροι ἀπό τούς ἄλλους ΕΝΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ;
Ποῦ ἡ γλώσσα καί οἱ ρητορεῖες, πού τρέχουν σάν πηγή; «Ποῦ σοφός, ποῦ γραμματεύς, ποῦ συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου;».
Τί φόβος καί τρόμος τήν ὥρα ἐκείνη!
Γι’ αὐτό μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού ταπεινωμένος καί συντριμμένος, πενθεῖ καί κλαίει νύχτα καί μέρα μπροστά στόν Θεό. Αὐτός θά καθήσει ὁλόλαμπρος στά δεξιά Του. Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος, πού ἀκούει τά λόγια τοῦ Κυρίου καί δέν περνάει ἀνώφελα τή ζωή του, ἀλλά βρίσκεται συνεχῶς σέ κατάσταση μετανοίας. Αὐτός θά ἐλεηθεῖ καί θά ἀπολαύσει στή μέλλουσα ζωή τά ἀνεκλάλητα ἀγαθά τῆς Οὐράνιας Βασιλείας. Αὐτός θά γίνει ἅγιος!

http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος δεν συγχωρείται...


pantokratoras10Καθώς και αυτός οπού λέει ότι δεν μπορεί κάποιος στην παρούσα γενιά να γίνει μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, αλλά και αυτός που δυσφημεί τις ενέργειες του Πνεύματος και τις αποδίδει στο αντίθετο πνεύμα, εισάγει νέα αίρεση στην Εκκλησία του Θεού.
Αγαπητοί μου αδελφοί το ιερότατο απόφθεγμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού λέει, ότι «Κάθε αμαρτία και βλασφημία θα συγχωρηθεί στους ανθρώπους, όποιος όμως βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος, δεν θα συγχωρηθεί ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε στον μέλλοντα».
Ας εξετάσουμε λοιπόν ποια είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Βλασφημία λοιπόν κατά του Αγίου Πνεύματος είναι το να αποδίδουμε τις ενέργειές του στο αντίθετο Πνεύμα, καθώς αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος.
Πώς όμως το κάνει κάποιος αυτό; Όταν ή ενώ γίνονται θαύματα δια του Αγίου Πνεύματος, ή ενώ βλέπει κάποιο άλλο θείο χάρισμα σε έναν από τους αδελφούς του -εννοώ δηλαδή, κατάνυξη, δάκρυα, ταπείνωση, θεία γνώση, λόφο της άνωθεν σοφίας ή κάποιο άλλο που χαρίζεται από το Άγιο Πνεύμα σε όσους αγαπούν τον Θεό- ισχυρίζεται ότι αυτό προέρχεται από απάτη του διαβόλου.
Αλλά και όποιος λέει ότι ότι πλανώνται από τους δαίμονες όσοι οδηγούνται από το θείο Πνεύμα ως υιοί του Θεού, και πράττουν τις εντολές του πατέρα τους και Θεού, και αυτός βλασφημεί το Άγιο Πνεύμα που ενεργεί σε αυτούς, όπως ακριβώς δηλαδή έπραξαν κάποτε και οι Ιουδαίοι στον Υιό του Θεού.
Εκείνοι έβλεπαν δαίμονες να διώχνονται από τον Χριστό, και βλασφημούσαν κατά του Αγίου Πνεύματος κι έλεγαν οι αναιδείς με αναίδεια: «Δια του Βεελζεβούλ του άρχοντα των δαιμονίων, βγάζει τα δαιμόνια».
Αλλά μερικοί ενώ τα ακούνε αυτά, δεν τα ακούνε, και ενώ τα βλέπουν, και όλα τα έργα που αναφέρει η θεία Γραφή ότι γίνονται από το Άγιο Πνεύμα και από θεία ενέργεια- σαν να έχασαν τα λογικά τους και απέρριψαν όλη τη θεία Γραφή από την ψυχή τους και απέβαλαν τη γνώση της διανοίας τους που προέρχεται από αυτή- δεν φρίττουν να λένε ότι γίνονται από μέθη και δαιμονική ενέργεια.
Όπως λοιπόν οι άπιστοι και τελείως αμύητοι στα θεία μυστήρια, κι αν ακόμη ακούσουν περί θείας έλλαμψης, κι αν περί φωτισμού της ψυχής και του νου, κι αν περί θεωρίας και απαθείας, κι αν περί ταπείνωσης και δακρύων που ρέουν με την ενέργεια και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αμέσως, σαν να μην μπορούν να αντέξουν την υπερβολική αίγλη και δύναμη των λόγων, επειδή μάλλον σκοτίζονται, παρά φωτίζονται τα μάτια της καρδιάς, αποφαίνονται με θράσος ότι αυτά προέρχονται από την πλάνη των δαιμόνων.
Και δεν φρίττουν ούτε με την κρίση του Θεού, ούτε για την βλάβη που προκαλούν σε όσους την ακούν, αλλά οι θρασείς σε όλους με αναίδεια διακηρύσσουν ότι τίποτε τέτοιο δεν γίνεται από τον Θεό σε κανέναν από τους πιστούς.
Αυτό είναι ασέβεια μάλλον παρά αίρεση.
Αίρεση είναι μεν το να παρεκκλίνει ένας σε κάποιο από τα υπάρχοντα δόγματά μας σχετικά με την ορθή πίστη μας, το να λέει όμως ότι στα τελευταία χρόνια δεν υπάρχουν αυτοί που αγαπούν τον Θεό, ούτε αξιώνονται να λάβουν το Άγιο Πνεύμα και να βαπτιστούν από αυτό ως υιοί του Θεού, ώστε να γίνουν θεοί με γνώση και εμπειρία και θεωρία, ανατρέπει ολόκληρη την οικονομία του Θεού και σωτήρα μας Ιησού Χριστού, και αρνείται φανερά την ανακαίνιση και ανάκληση της φθαρμένης και θανατωμένης εικόνας, που πλάστηκε για να μείνει άφθαρτη και να κληθεί στην αθανασία.
Και όπως δεν είναι ποτέ δυνατόν να σωθεί εκείνος που δεν βαπτίσθηκε δι΄ύδατος και Πνεύματος, έτσι ούτε αυτός που μετά το βάπτισμα αμάρτησε, αν δεν βαπτισθεί άνωθεν και δεν αναγεννηθεί, καθώς ο Κύριος βεβαιώνοντας αυτό, είπε στον Νικόδημο: «Εάν δεν γεννηθεί κανείς άνωθεν, δεν θα εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών» και προς τους αποστόλους πάλι: «ο Ιωάννης βάπτισε με νερό εσείς όμως θα βαπτισθείτε με το Άγιο Πνεύμα».
Αυτός λοιπόν που αγνοεί και το βάπτισμα που έλαβε σε νηπιακή ηλικία μέσα στο νερό, και δεν γνωρίζει καν ότι βαπτίσθηκε, αλλά δέχθηκε με το βάπτισμα με την πίστη μόνο και το αποδυνάμωσε με μύριες αμαρτίες, και αρνείται το δεύτερο- εννοώ αυτό που δίνεται άνωθεν από το Πνεύμα με την φιλανθρωπία του Θεού σε όσους το ζητούν με μετάνοια-, με ποιόν άλλον τρόπο θα μπορέσει ποτέ να σωθεί; Με κανέναν.
Για αυτό σας λέγω, και δεν θα πάψω να λέγω: «Όσοι μολύνατε το πρώτο βάπτισμα με την παράβαση των εντολών του Θεού, να μιμηθείτε την μετάνοια του Δαυίδ και των άλλων αγίων, και με κάθε προσπάθεια με ποικίλα έργα και λόγια να επιδείξετε άξια μετάνοια, ώστε να προσελκύσετε πάνω σας την χάρη του Πνεύματος».
Διότι αυτό το Πνεύμα, αφού κατέλθει πάνω σας, θα γίνει για σας κολυμπήθρα φωτόμορφη, και αφού αγκαλιάσει όλους σας με ανείπωτο τρόπο, θα σας αναγεννήσει και θα σας καταστήσει, από φθαρτούς, άφθαρτους και από θνητούς αθάνατους, και από παιδιά ανθρώπων υιούς του Θεού και θεούς δια της υιοθεσίας και της χάριτος- αν βέβαια και θέλετε να αναδειχθείτε συγγενείς και συγκληρονόμοι των αγίων, και να εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών μαζί με όλους αυτούς.
Όσα θαυμάσια του Θεού είδα, και γνώρισα έμπρακτα και με την πείρα, τα διακηρύσσω ως ευρισκόμενος ενώπιον του Θεού και φωνάζω με δυνατή φωνή: «Τρέξτε όλοι πριν κλειστεί για σας με το θάνατο η θύρα της μετανοίας. Τρέξτε για να προλάβετε πριν από το θάνατο. Βιαστείτε, για να λάβετε. Κτυπήστε ώστε, πριν πεθάνετε, να σας ανοίξει ο Δεσπότης τις πύλες του Παραδείσου και να σας εμφανιστεί. Βιαστείτε να αποκτήσετε μέσα σας συνειδητά τη βασιλεία των ουρανών, η οποία είναι το Άγιο Πνεύμα, και να μη φύγετε από δω χωρίς αυτήν, και μάλιστα, όσοι φαντάζεστε ότι την έχετε μέσα σας χωρίς να το γνωρίζετε, ενώ δεν έχετε τίποτα εξαιτίας της υπερηφάνειας σας».
Πώς λοιπόν, πες μου σε παρακαλώ, μπορεί να δει τον Πατέρα του Χριστού αυτός που δεν απέκτησε νου Χριστού; Διότι λέει: «Εμείς έχουμε νου Χριστού, και με τούτο ξέρουμε ότι ο χριστός είναι μέσα μας, από το Πνεύμα το οποίο μας έδωσε. Διότι δεν λάβαμε πνεύμα δουλείας που φέρει πάλι την κατάσταση του φόβου, αλλά πνεύμα υιοθεσίας, δια του οποίου φωνάζουμε αββά, Πατέρα», και «ο Θεός που είπε να λάμψει φως από το σκοτάδι, αυτός έλαμψε μέσα μας».
Και πάλι «Αν ζητάτε απόδειξη για τον Χριστό ο οποίος μιλά δι' εμού» διότι όπως η γυναίκα δεν χρειάζεται να πληροφορηθεί από άλλον ότι συνέλαβε στην κοιλιά της, αλλά αυτή η ίδια μέσα της αντιλαμβάνεται από το σταμάτημα των αιμάτων, από τα σκιρτήματα του βρέφους εντός της και από την ανορεξία για πολλές τροφές, ότι έχει συλλάβει, έτσι και η ψυχή, όταν ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος κατοικήσει μέσα της, δεν χρειάζεται να το πληροφορηθεί από άλλον.
Η ίδια βλέπει ευθύς να σταματούν τα ακάθαρτα αίματα των συνηθισμένων της παθών και να κόβεται η όρεξη για πολλές τροφές και να μισεί υπερβολικά κάθε ηδονή. Τότε και αυτή που έγινε πνευματοφόρος, μαζί με τον προφήτη λέει στον Θεό: «Για τον φόβο σου Κύριε, συνελάβαμε και νιώσαμε τους πόνους του τοκετού και γεννήσαμε πνεύμα σωτηρίας σου πάνω στη γη». Αυτός όμως που δεν βλέπει μέσα του τον Χριστό να λαλεί, δια μέσου ποιού ή πως θα πει «Αββά ο Πατήρ»; Και αυτός που δεν απέκτησε ενσυνείδητα μέσα του την βασιλεία των ουρανών, πως θα εισέλθει σε αυτήν μετά τον θάνατο;
Αυτός που δεν βλέπει να μένει μέσα του δια του Πνεύματος ο Υιός μαζί με τον Πατέρα, πως είναι δυνατόν στον μέλλοντα αιώνα να βρεθεί μαζί τους, καθώς ο Κύριος είπε: «Πατέρα , θέλω όπου είμαι εγώ, να είναι μαζί μου και εκείνοι που μου έδωσες», και πάλι «Δεν παρακαλώ μόνο για αυτούς αλλά και για εκείνους που θα πιστέψουν με το κήρυγμά τους σε μένα, για να είναι όλοι ένα, καθώς εσύ Πατέρα είσαι ενωμένος με εμένα κι εγώ με σένα, να είναι ενωμένοι και εκείνοι με εμάς. Κι εγώ τους έδωσα τη δόξα που μου έδωσες, για να είναι ένα μεταξύ τους, όπως είμαστε εμείς ένα. Εγώ ενωμένος μαζί τους και εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε να αποτελούν μια τέλεια ενότητα, κι έτσι ο κόσμος να καταλαβαίνει ότι με έστειλες εσύ και τους αγάπησες όπως αγάπησες εμένα».
Απαντήστε μου, παρακαλώ στην ερώτηση: «Τι λοιπόν, ο Πατήρ αγαπά τον Υιό χωρίς να τον γνωρίζει και να τον βλέπει;» Ασφαλώς θα απαντούσατε «Όχι».
Γιατί αν παραδεχθούμε αυτό και δογματίσουμε ότι ο πατέρας και ο υιός δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, η πίστη μας εξαφανίζεται και χάνεται. Και αν εκείνοι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι κι εμείς δεν τους γνωρίζουμε καθόλου.
Αν συμβαίνει αυτό, τότε είμαστε άθεοι μη έχοντας γνώση. Εάν όμως- καθώς εκείνος λέει- «γνωρίζει ο Πατέρας τον υιό και ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα» και ως Θεός συνυπάρχει με τον Θεό και Πατέρα, και ο Πατέρας ομοίως συνυπάρχει με τον Υιό, όπως όταν λέει: «Όπως εσύ Πατέρα είσαι ενωμένος με εμένα και εγώ με εσένα, έτσι και αυτοί να μείνουν ενωμένοι μαζί μου και εγώ μαζί τους» δηλώνει ότι στη μεταξύ τους ένωση είναι καθ΄ όλα ίσοι.
Με την διαφορά ότι η μεν ένωση του Υιού με τον πατέρα είναι φυσική και συνάναρχη, ενώ η δική μας ένωση με τον Υιό γίνεται δια της υιοθεσίας και της χάριτος, όμως όλοι είμαστε ενωμένοι με τον Θεό και αχώριστοι επί το αυτό, καθώς ο ίδιος πάλι λέει: «Εγώ ενωμένος μαζί τους και εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε να αποτελούν μια τέλεια ενότητα» διατί; «για να γνωρίζει ο κόσμος ότι συ με έστειλες και ότι τους αγάπησα καθώς εσύ αγάπησες εμένα» και ο Παύλος λέει: «Τώρα δεν υπάρχει πια Έλληνας και Ιουδαίος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά ο Χριστός είναι τα πάντα και εις πάντας».
Αυτά λοιπόν να τα ακούσετε όσοι νομίζετε ότι είστε πνευματικοί, και να πιστεύετε σε εκείνον που τα λέει, και εμένα που σας μιλώ με τα λόγια της χάριτος και τις δωρεές τις οποίες λαμβάνουν από τον Θεό όσοι με πίστη θερμή προστρέχουν σε αυτόν και πράττουν τις εντολές του, να με απαλλάξετε από κάθε κατηγορία. «Εάν όμως», λέει, «δεν υπάρχει τέτοιος άνθρωπος στους σημερινούς καιρούς, τι απαντάς;»
Γιατί δεν υπάρχει, πες μου; «Διότι», λέει «και να θέλει κάποιος δεν μπορεί να γίνει τέτοιος στους σημερινούς καιρούς, αλλά και εκείνος που δεν θέλει, δεν μπορεί να γίνει».
Εάν λοιπόν ισχυρίζεται ότι και αν θέλει δεν μπορεί, τότε που θα αποδώσουμε το «Όσοι όμως τον δέχτηκαν, τους έδωσε την εξουσία να γίνουν υιοί του Θεού» και το «Εγώ είπα, είσαστε θεοί και υιοί του Υψίστου όλοι σας» και το «Να γίνεσθε άγιοι, διότι εγώ είμαι άγιος».
Εάν όμως αυτός που δεν θέλει δεν γίνεται, βλέπε ότι συ καταδίκασες τον εαυτό σου, με το να μην θέλεις και να μην έχεις την προαίρεση να γίνεις. Γιατί αν θέλεις, μπορείς να γίνεις.
Κι αν εσύ δεν συγκαταλέγεσαι στους αγίους, όμως υπάρχουν πάρα πολλοί, Θεού θέλοντος, τους οποίους εσύ δεν γνωρίζεις. Γιατί αν στην εποχή του Ηλία ο Θεός είχε επτά χιλιάδες που δεν προσκύνησαν τον Βάαλ, πολύ περισσότερο τώρα, που σκόρπισε πλουσιοπάροχα πάνω μας το Άγιο Πνεύμα του. Αν κάποιος δεν πετάξει από πάνω του, όλα όσα τον εμποδίζουν να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών και δεν προσέλθει γυμνός και δεν ζητήσει να λάβει, η αιτία έγκειται σε αυτόν που δεν θέλει κι όχι στον Θεό.
Διότι όπως ακριβώς η φωτιά με σφοδρότητα και φυσιολογικά πλησιάζει τα ξύλα και τα ανάβει, με τον ίδιο τρόπο και η χάρις του παναγίου και προσκυνητού Πνεύματος, ζητεί να αγγίξει τις ψυχές μας για να φωτίσει όσους βρίσκονται στον κόσμο και, δια μέσου των φωτιζόμενων, να κατευθύνει τα βήματα των πολλών, ώστε προχωρώντας και αυτοί καλά να πλησιάσουν στη φωτιά, και ένας ένας ή όλοι μαζί, εάν είναι δυνατόν, να ανάψουν μαζί και να λάμψουν ως θεοί ανάμεσά μας, για να ευλογείται και πληθύνεται το σπέρμα του Θεού του Ιακώβ και πάντα να υπάρχει ο θεοειδής άνθρωπος που θα λάμπει ως φως επάνω στη γη.
Γι΄ αυτό λοιπόν, όπως βλέπετε, φωνάζω προς εσάς, χρησιμοποιώντας τα προφητικά λόγια: «Προσέλθετε προς αυτόν και φωτισθείτε και τα πρόσωπα των συνειδήσεων σας, δεν θα καταισχυνθούν».
Γιατί αφού παραδώσατε τους εαυτούς σας στην ραθυμία και στην αμέλεια και στις επιθυμίες και ηδονές της σάρκας, ισχυρίζεστε ότι σας είναι αδύνατον να καθαρισθείτε με την μετάνοια και να προσεγγίσετε τον Θεό; Και όχι μόνον αυτό, αλλά και ότι τάχα δεν είναι δυνατόν να λάβετε τη χάρη του Πνεύματος του, και με αυτή να αναγεννηθείτε και να υιοθετηθείτε και να ομοιωθείτε με αυτόν;Δεν είναι αυτό αδύνατον, δεν είναι!
Ήταν βέβαια αδύνατον, πριν από την παρουσία του πάνω στη γη από τότε όμως που ευδόκησε να γίνει άνθρωπος και να εξομοιωθεί μαζί μας κατά πάντα εκτός της αμαρτίας ο δεσπότης των όλων Θεός τα έκανε αυτά δυνατά και εύκολα για μας, δίνοντας μας την εξουσία να γίνουμε παιδιά Θεού και συγκληρονόμοι του.
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
http://amethystosbooks.blogspot.gr/