Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πύρινος Ἅγιος. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης



Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πύρινος Ἅγιος. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Προχθὲς τὴν Παρασκευὴ ἤτανε ἡ μνήμη τοῦ προφήτη Ἠλία. Αὐτὸς ὁ ἅγιος ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, καὶ μὲ ὅλο ποὺ ἤτανε ἄνθρωπος, φαίνεται σὰν κάποιο ὑπερφυσικὸ καὶ μυστηριῶδες πλάσμα, ποὺ ἔρχεται καὶ ξανάρχεται στὸν κόσμο. Οἱ Ἰουδαῖοι περιμένανε νὰ ξανἄρθει στὸν κόσμο, γιὰ τοῦτο θαρρούσανε πὼς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἤτανε ὁ Ἠλίας. Καὶ τότε ποὺ ρώτησε ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητὲς τοῦ «Ποιός, λένε, πὼς εἶμαι, οἱ ἄνθρωποι;», τοῦ ἀπαντήσανε πὼς λέγανε πὼς ἤτανε ὁ Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ἀπὸ τοὺς προφῆτες. Ὁ προφήτης Μαλαχίας, ποὺ ἔζησε πολὺ ὑστερώτερα ἀπὸ τὸν Ἠλία, λέγει: «Τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ», καὶ πολλοὶ τὸ ἐξηγήσανε πὼς ὁ Ἠλίας θἄρθη πάλι στὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ θὰ μαρτυρήσει. Σὲ ὅλα μοιάζει μ᾿ αὐτὸν ὁ Πρόδρομος, γι᾿ αὐτὸ οἱ ἀπόστολοι κ᾿ οἱ ἄλλοι Ἑβραῖοι ὑποπτευόντανε μήπως ἤτανε ὁ Ἠλίας ξαναγεννημένος.
Ὕστερα ἀπὸ τὴ Μεταμόρφωση, σὰν κατεβήκανε ἀπὸ τὸ βουνὸ οἱ τρεῖς μαθητάδες μὲ τὸν Χριστό, τὸν ρωτήσανε: «Οἱ γραμματεῖς λένε πὼς ὁ Ἠλίας πρέπει νἄρθει πρῶτα. Ἐσὺ τί λές;» Κι᾿ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίθηκε: «Ὁ Ἠλίας ἔρχεται πρῶτα καὶ θὰ τ᾿ ἀποκαταστήσει ὅλα· ἀλλὰ σᾶς λέγω πὼς ὁ Ἠλίας ἦρθε κιόλας, καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, ἀλλὰ τοῦ κάνανε ὅσα θελήσανε· τὰ ἴδια μέλλεται νὰ πάθει καὶ ὁ γυιὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπ᾿ αὐτούς». Τότε καταλάβανε οἱ μαθητὲς πὼς γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ τοὺς εἶπε (Ματθ. ιστ´, 10). Ρωτήσανε οἱ μαθητὲς τὸν Χριστὸ γιὰ τὸν Ἠλία, ἐπειδὴ τὸν εἴχανε δεῖ πρὶν ἀπὸ λίγο, ἀπάνω στὸ Θαβώρ, νὰ φανερώνεται μαζὶ μὲ τὸν Μωυσῆ, τὴν ὥρα ποὺ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστός, καὶ νὰ μιλᾶ μαζί του, μὲ ὅλο ποὺ εἶχε ζήσει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ 800 χρόνια. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ Σταύρωση, σὰν φώναξε ὁ Χριστὸς «Ἠλὶ ἠλί, λαμὰ σαβαχθανί», κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ποὺ στεκόντανε κοντὰ στὸ σταυρὸ λέγανε πὼς θὰ φώναζε τὸν Ἠλία νὰ τὸν βοηθήσει: «Τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἐστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος» (Ματθ. κζ´, 46). Παντοῦ πλανιέται ὁ ἴσκιος του.

Ὁ προφήτης Ἠλίας γεννήθηκε πρὸ 2767 χρόνια. Πατρίδα τοῦ ἤτανε ἕνας τόπος ποὺ τὸν λέγανε Θέσβη, στὰ σύνορά της Ἀραβίας, κι᾿ ἀπὸ τοῦτο λέγεται Θεσβίτης. Τὸν πατέρα τοῦ τὸν λέγανε Σωβάκ, ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἀαρῶν. Τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε εἶδε ὁ πατέρας του πὼς πήγανε νὰ τὸν χαιρετήσουνε κάποιοι ἄνθρωποι μὲ ἄσπρα ροῦχα καὶ πὼς φασκιώσανε μὲ φωτιὰ τὸ νήπιο καὶ τοῦ δίνανε νὰ φάγει φωτιά. Σὰν μεγάλωσε, ἔγινε ἕνας ἄντρας τρομερὸς κ᾿ ἔτρεχε παντοῦ καὶ ξόρκιζε τοὺς Ἑβραίους νὰ γυρίσουνε στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ποὺ τὸν εἴχανε ἀρνηθεῖ καὶ προσκυνούσανε τὸν Βάαλ. Φωτιὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ δὲν στεκότανε μέρα-νύχτα, ἀλλὰ ὁλοένα μιλοῦσε γιὰ τὴν πίστη τ᾿ ἀληθινοῦ Θεοῦ, γιὰ τοῦτο ὀνομάσθηκε «ζηλωτής»: «Καὶ ἀνέστη Ἠλίας προφήτης ὡς πῦρ, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ὡς λαμπὰς ἐκαίετο» (Σοφ. Σειρὰχ μη´, 1). Φωτιὰ ἔτρωγε νήπιο, μὲ φασκιὲς ἀπὸ φωτιὰ ἤτανε τυλιγμένος, φωτιὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του, φωτιὰ ἔπεσε στὸ θυσιαστήριο μὲ τὴν προσευχή του, φωτιὰ ἔκαψε τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ἀνεβροχιὰ ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεό, φωτιὰ ἤτανε τ᾿ ἁμάξι ποὺ τὸν ἅρπαξε στὸν οὐρανό.

Τὸν καιρὸ ἐκεῖνον ἤτανε βασιλιὰς τῶν Ἑβραίων ὁ Ἀχαάβ, ἄνθρωπος ἀσεβῆς, ποὺ προσκυνοῦσε τὸν Βάαλ, κ᾿ εἶχε γυναίκα τὴν Ἰεζάβελ, μιὰ τίγρη αἱμοβόρα ποὺ κυνηγοῦσε τὸν Ἠλία νὰ τὸν σκοτώσει, ἐπειδὴ δὲν ἔπαυε ἐλέγχοντας τὴν γιὰ τὴν ἀπιστία της καὶ γιὰ τὰ κακουργήματα ποὺ ἔκανε. Καὶ σὲ τοῦτο μοιάζει ὁ Ἠλίας μὲ τὸν Πρόδρομο, ποὺ τὸν κατάτρεχε ἡ Ἡρῳδιάδα. Γιὰ νὰ φανεῖ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὸν παρακάλεσε ὁ Ἠλίας νὰ μὴ βρέξει. Καὶ σφαλίσθηκε ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν ἔπεσε σταλαγματιὰ στὴ γῆ. Κ᾿ ἔγινε λόγος Κυρίου στὸν Ἠλία νὰ πάγει νὰ κρυφθεῖ σ᾿ ἕνα ξεροπόταμο ποὺ τὸ λέγανε Χοράθ. Κι᾿ ὁ Ἠλίας πῆγε στὸ ξεροπόταμο, καὶ τὰ κοράκια τοῦ πηγαίνανε ψωμὶ καὶ κρέας κι᾿ ἔτρωγε, κ᾿ ἔπινε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ στεκότανε στὶς λακκοῦβες τοῦ ξεροπόταμου. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες ξεράθηκε ὁλότελα τὸ ξεροπόταμο καὶ τοῦ λέγει ὁ Θεός: «Σήκω καὶ σύρε σὲ μία πολιτεία ποὺ τὴ λένε Σάρεφθα κοντὰ στὴ Σιδώνα, κ᾿ ἐγὼ θὰ προστάξω μία χήρα γυναίκα νὰ σὲ θρέφει». Πῆγε λοιπὸν καὶ στάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν καστρόπορτα, καὶ βλέπει μία γυναίκα ποὺ μάζευε λίγα ξυλαράκια, κ᾿ ἔκραξε ὁ προφήτης καὶ τῆς εἶπε: «Σύρε καὶ φέρε μου μιὰ στάλα νερὸ νὰ πιῶ». Καὶ πηγαινάμενη ἡ γυναίκα νὰ φέρει τὸ νερό, τῆς φώναξε ὁ Ἠλίας: «Φέρε μου καὶ λίγο ψωμὶ νὰ φάγω». Τοῦ λέγει ἡ γυναίκα: «Ὁ Θεὸς ξέρει πὼς δὲν ἔχω ἄλλο τίποτα παρὰ μονάχα μιὰ δράκα (μονοχεριά) ἀλεύρι στὴν κρήνα (σεντουκάκι) καὶ λίγο λάδι στὸ λαδικό, καὶ μαζεύω τώρα λίγα ξύλα νὰ κάνω μία μικρὴ πίτα νὰ φάγω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου κ᾿ ὕστερα νὰ πεθάνουμε». Τότε τῆς λέγει ὁ Ἠλίας: «Μὴ φοβᾶσαι, μόνο σύρε καὶ κᾶνε καθὼς εἶπα, ἀλλὰ φέρε μου πρῶτα ἕνα κομμάτι πίτα, κ᾿ ὕστερα νὰ φᾶς ἐσὺ καὶ τὰ παιδιά σου· γιατί, νὰ τί λέγει ὁ Κύριος: «Ἀπὸ τὸν κουβά σου δὲν θὰ λείψει τ᾿ ἀλεύρι κι᾿ ἀπὸ τὸ λαδόμπρικό σου δὲν θὰ λιγοστέψει τὸ λάδι, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ στείλω βροχὴ ἀπάνω στὴ γῆ». Πῆγε λοιπὸν ἡ γυναίκα κ᾿ ἔκανε ὅπως τῆς παράγγειλε ὁ Ἠλίας, καὶ τὸν πῆρε στὸ σπίτι της, κι᾿ ἀπὸ κείνη τὴ μέρα δὲ λιγόστεψε τ᾿ ἀλεύρι μήτε τὸ λάδι σώθηκε, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ πέρασε καιρός, ἀρρώστησε βαρειὰ ὁ γυιὸς τῆς χήρας καὶ πέθανε. Κ᾿ ἡ μάνα του ἡ καημένη, ἀπὸ τὴν πίκρα της, εἶπε στὸν Ἠλία: «Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ἦρθες στὸ σπίτι μου γιὰ νὰ τοῦ θυμίσεις τὶς ἁμαρτίες μου καὶ νὰ πάρει τὸ παιδί μου;» Τῆς λέγει ὁ Ἠλίας: «Δῶσε μου τὸ γυιό σου». Τὸν πῆρε λοιπὸν στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν ἀνέβασε στ᾿ ἀνώγι ποὺ κοιμότανε, καὶ τὸν ἔβαλε ἀπάνω στὸ στρωσίδι ποὺ κοιμότανε ὁ ἴδιος καὶ φύσηξε τρεῖς φορὲς στὸ πρόσωπό του κ᾿ ἔκραξε στὸ Θεὸ κ᾿ εἶπε: «Ἂς γυρίσει πίσω ἡ ψυχὴ σὲ τοῦτο τὸ παιδάριο». Κ᾿ ἔγινε καθὼς εἶπε, καὶ ζωντάνεψε τὸ παιδάριο. Τότε φώναξε τὴ μητέρα του καὶ τῆς τόδωσε, λέγοντάς της: «Νά, ζεῖ πάλι ὁ γυιός σου». Κ᾿ εἶπε ἡ γυναίκα: «Τώρα κατάλαβα πὼς εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κι᾿ ὁ λόγος του εἶναι ἀληθινὸς στὸ στόμα σου».

Σὰν περάσανε τρία χρόνια, εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Ἠλία: «Πήγαινε στὸν Ἀχαὰβ καὶ παρουσιάσου μπροστά του, καὶ θὰ δώσω βροχὴ στὸ πρόσωπο τῆς γῆς». Τράβηξε λοιπὸν ὁ Ἠλίας καὶ πῆγε στὰ μέρη τῆς Σαμάρειας, κ᾿ ἤτανε μεγάλη πείνα. Ὁ Ἀχαὰβ εἶχε ἕναν οἰκονόμο τοῦ παλατιοῦ του ποὺ τὸν λέγανε Ἀβδιού, ἄνθρωπο ποὺ πίστευε στὸ Θεὸ καὶ ποὺ προστάτευε τοὺς λίγους ποὺ προσκυνούσανε τὸν ἀληθινὸ Θεό, κ᾿ εἶχε κρύψει ἑκατὸ παπάδες σὲ δυὸ σπηλιὲς καὶ τοὺς ἔθρεφε κρυφά. Εἶπε λοιπὸν μία μέρα ὁ βασιλιὰς στὸν Ἀβδιοὺ νὰ βγοῦνε μαζὶ στὸν κάμπο ἴσως βροῦνε λίγο χορτάρι γιὰ τ᾿ ἄλογά τους νὰ μὴν ψοφήσουνε. Ὁ Ἀχαὰβ τράβηξε ἀλλοῦ, κι᾿ ὁ Ἀβδιοὺ τράβηξε σ᾿ ἄλλο μέρος. Καὶ κεῖ ποὺ περπατοῦσε ὁ Ἀβδιού, βλέπει τὸν Ἠλία, καὶ σὰν τὸν εἶδε τὸν γνώρισε κ᾿ ἔπεσε χάμω καὶ τὸν προσκύνησε κ᾿ εἶπε: «Ἐσὺ εἶσαι, ἀφέντη μου, ὁ Ἠλίας;» Τοῦ λέγει ὁ προφήτης: «Ἐγὼ εἶμαι· μόνο σύρε καὶ πὲς στὸν ἀφέντη σου τὸν Ἀχαὰβ πὼς θέλω νὰ τὸν ἀνταμώσω». Κι᾿ ὁ καημένος ὁ Ἀβδιοὺ στενοχωρέθηκε καὶ τοῦ λέγει: «Ἀφέντη μου, τόσο ἀψηφᾶς τὴ ζωή σου καὶ θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἀχαάβ; Αὐτὸς δὲν ἄφησε τόπο ποὺ νὰ μὴ στείλει νὰ σὲ ζητήσει. Καὶ καλὰ νὰ πάγω νὰ τοῦ πῶ πὼς τὸν θέλεις, μὰ ἂν ἔρθει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ ἁρπάξει καὶ δὲν σὲ βρεῖ ὁ Ἀχαὰβ καὶ πεῖ πὼς τοῦ εἶπα ψέματα, θὰ μὲ σκοτώσει». Τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: «Στ᾿ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πήγαινε νὰ κάνεις ὅπως σοῦ εἶπα καὶ μὴ φοβᾶσαι». Κι᾿ ὁ Ἀβδιοὺ πῆγε νὰ βρεῖ τὸν Ἀχαάβ. Καὶ σὰν εἶδε ὁ βασιλιὰς ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἠλία, τοῦ φώναξε: «Ἐσὺ εἶσαι ποὺ παραπλανᾶς τὸ λαό;» Τοῦ λέγει ὁ Ἠλίας: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ παραπλανῶ τὸ λαό, ἀλλὰ ἐσὺ κ᾿ οἱ δικοί σου ποὺ ἀρνηθήκατε τὸν Κύριο καὶ προσκυνᾶτε τὸν Βάαλ. Λοιπὸν στεῖλε τώρα καὶ σύναξε ὅλους τοὺς παπᾶδες τῶν εἰδώλων, τοὺς παπάδες τῆς ντροπῆς, νἄρθουνε στὸ βουνὸ Καρμήλι». Κι᾿ ὁ βασιλιὰς ἔκανε ὅπως τοῦπε ὁ Ἠλίας. Καὶ σὰν μαζευθήκανε οἱ ἀλλαξόπιστοι, γυρίζει καὶ τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Ὡς πότε θὰ κουτσαίνετε πότε ἀπάνω στόνα ποδάρι καὶ πότε ἀπάνω στάλλο; Ἂν εἶναι θεὸς ὁ Κύριος, πηγαίνετε ξοπίσω του, κι᾿ ἂν εἶναι θεὸς ὁ Βάαλ, πηγαίνετε μαζί του». Κι᾿ ὁ λαὸς δὲν εἶπε τίποτα. Τοὺς λέγει πάλι ὁ Ἠλίας: «Ἐγὼ ἀπόμεινα ὁλομόναχος προφήτης τοῦ Θεοῦ, κ᾿ οἱ παπάδες ποὺ προσκυνᾶνε τὸν Βάαλ εἶναι χίλιοι διακόσοι. Φέρτε λοιπὸν δυὸ μοσχάρια, κι᾿ ἂς πάρουμε ἀπὸ ἕνα κι᾿ ἂς τὰ σφάξουμε κι᾿ ἂς κάνουμε προσευχή, ὁ καθένας στὸ θεό του, κι᾿ ὅποιος θεὸς ρίξει φωτιὰ καὶ κάψει τὸ βόδι, ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀληθινὸς θεός». Κι᾿ ὁ λαὸς φώναξε: «Σωστὸς εἶναι ὁ λόγος σου». Πήρανε λοιπὸν τὸ ἕνα τὸ βόδι οἱ χοτζάδες τοῦ Βάαλ καὶ κάνανε θυσιαστήριο καὶ τὸ σφάξανε καὶ τριγυρίζανε γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ μεσημέρι καὶ βγάζανε μεγάλες φωνὲς καὶ λέγανε: «Ἄκουσέ μας, Βάαλ, ἄκουσέ μας καὶ ρίξε φωτιά». Μὰ ἀδιαφόρετα. Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Φωνάξετε πιὸ δυνατά, γιατὶ μπορεῖ ὁ θεός σας νὰ κοιμᾶται ἢ νἄχει πιάσει κουβέντα». Καὶ κεῖνοι κράξανε καὶ ἱδρώνανε καὶ κόβανε τὰ κρέατά τους μὲ τὰ μαχαίρια καὶ μὲ τὰ χαντζάρια, ὡς τὴν ὥρα ποὺ κόντευε νὰ βασιλέψει ὁ ἥλιος. Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἠλίας: «Παραμερίσατε νὰ κάνω κ᾿ ἐγὼ τὴν προσευχή μου». Πῆρε δώδεκα πέτρες, κατὰ τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, κ᾿ ἔχτισε θυσιαστήριο, κ᾿ ἔσκαψε λάκκο βαθὺν ὁλόγυρα, καὶ λιάνισε τ᾿ ἄλλο βόδι καὶ τὄβαλε ἀπάνω στὰ ξύλα καὶ λέγει στὸ λαό: «Πάρετε τέσσερες καρδάρες νερὸ καὶ χύσετέ τις ἀπάνω στὸ βόδι καὶ στὶς σχίζες τὰ ξύλα». Καὶ τὸ κάνανε. Κ᾿ εἶπε: «Δευτερώσατε!» καὶ δευτερώσανε. Κ᾿ εἶπε: «Τριτέψετε» καὶ τριτέψανε. Καὶ γέμισε νερὸ ὁ λάκκος καὶ ξεχείλισε. Καὶ τότε γύρισε ὁ Ἠλίας κατὰ τὸν οὐρανὸ κ᾿ εἶπε: «Κύριε, ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ἄκουσέ με σήμερα καὶ ρίξε φωτιά, γιὰ νὰ γνωρίσει ἐτοῦτος ὁ λαὸς πὼς ἐσὺ εἶσαι Κύριος ὁ ἀληθινὸς Θεός, καὶ πὼς ἐγὼ εἶμαι δοῦλος δικός σου, καὶ πὼς γιὰ σένα ἔκανα ὅ,τι ἔκανα. Ἄκουσέ με, Κύριε, ἄκουσέ με καὶ ρίξε φωτιά, γιὰ νὰ καταλάβει ὁ λαὸς ὅτι εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινὸς καὶ πὼς ἐσὺ γύρισες τὴν καρδιὰ τοῦ πρὸς ἐσένα». Καὶ παρευθὺς ἔπεσε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ κατάφαγε τὸ βόδι, τὰ ξύλα καὶ τὸ νερὸ καὶ τὶς πέτρες, ἀκόμα καὶ τὸ χῶμα ἔγλειψε ἡ φωτιά. Τότε ὁ λαὸς ἔπεσε καὶ προσκύνησε καὶ φώναξε: «Ἀληθινὰ αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός».

Κι᾿ ὁ Ἠλίας ἔφυγε ἀπὸ κεῖ, ἐπειδὴ ἡ Ἰεζάβελ ἔστειλε νὰ τὸν σκοτώσουνε, καὶ τράβηξε μέσα ἀπὸ βουνὰ καὶ πέτρες νὰ πάγει στὸ βουνὸ Χωρήβ, ποὺ εἶναι κολλημένο μὲ τὸ Σινᾶ. Κι᾿ ἀπὸ τὴν κούραση ἔπεσε μισοπεθαμένος καὶ κοιμήθηκε κάτω ἀπὸ ἕνα δεντρὶ ποὺ τὸ λέγανε οἱ ντόπιοι ραθμᾶν κ᾿ οἱ Ἕλληνες τὸ λέγανε ἄρκευθο, κ᾿ εἶναι σὰν τὸ κέδρο. Καὶ πῆγε ἕνας ἄγγελος καὶ τοῦ εἶπε: «Σήκω καὶ φάγε, γιατὶ ἔχεις πολὺν δρόμο νὰ πάρης». Καὶ σὰν σηκώθηκε, εἶδε κοντὰ στὸ μέρος ποὖχε βάλει τὸ κεφάλι του, ἕνα κριθαρόψωμο κ᾿ ἕνα λαγήνι νερό, κ᾿ ἔφαγε κι᾿ ἀποκοιμήθηκε πάλι. Τρεῖς φορὲς τὸν σήκωσε ὁ ἄγγελος. Καὶ φτάνοντας στὸ Χωρήβ, βρῆκε ἕνα σπήλαιο κοντὰ στὸ μέρος ποὺ εἶχε δεῖ τὸν βάτο ὁ Μωυσῆς ὁποὺ ἄναβε χωρὶς νὰ καίγεται, καὶ μπῆκε μέσα. Κι᾿ ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: «Τί κάθεσαι αὐτοῦ, Ἠλία;» Κ᾿ εἶπε ὁ Ἠλίας: «Ἀγάπησε ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο Παντοκράτορα, γιατὶ σὲ ἀφήσανε οἱ γυιοὶ τοῦ Ἰσραήλ, γκρεμνίσανε τὶς ἐκκλησίες σου, σκοτώσανε τοὺς παπάδες σου, κ᾿ ἐγὼ ἀπόμεινα καταμόναχος καὶ ζητᾶνε νὰ πάρουνε τὴ ζωή μου». Τοῦ λέγει ὁ Κύριος: «Αὔριο θἄβγεις νὰ σταθεῖς μπροστά μου στὸ βουνὸ ἐτοῦτο καὶ θὰ σηκωθεῖ ἄνεμος δυνατός, ποὺ θὰ χαλᾶ τὰ βουνὰ καὶ τὶς πέτρες, ἀλλὰ δὲν θἆμαι ἐκεῖ μέσα· ὕστερα θὰ γίνει σεισμός, μὰ κ᾿ ἐκεῖ δὲν θάμαι· κ᾿ ὕστερα θὰ γίνει φωτιά, κι᾿ οὔτε ἐκεῖ θἆμαι· κ᾿ ὕστερα θὰ σφυρίξει ἕνα λεπτὸ ἀγέρι, κ᾿ ἐκεῖ θἆμαι». Καὶ σὰν τἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἠλίας, βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ σκέπασε τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν προβιὰ ποὺ φοροῦσε. Κι᾿ ἄκουσε πάλι τὴ φωνὴ καὶ τὸν πρόσταξε νὰ γυρίσει πίσω καὶ νὰ πάγει στὴ Δαμασκό. Κ᾿ ἔπιασε νὰ περπατᾶ στὴν ἔρημο σὰν ἀγρίμι. Καὶ φτάνοντας στὴν Παλαιστίνη, εἶδε ἕνα ζευγολάτη ποὺ ὄργωνε τὸ χωράφι του, κι᾿ ὁ Ἠλίας ἔρριξε τὴ γούνα τοῦ ἀπάνω του. Κι᾿ ὁ ξοχάρης ἄφησε τ᾿ ἀλέτρι καὶ τὰ βόδια καὶ πῆγε μαζὶ μὲ τὸν Ἠλία. Αὐτὸς ἤτανε ὁ Ἐλισσαῖος ποὺ γίνηκε μαθητής του, καὶ καταστάθηκε μέγας προφήτης, καὶ δὲν ἀποχωρισθήκανε ὡς τὴ μέρα ποὺ ἅρπαξε τὸ δάσκαλό του ἕνα πύρινο ἁμάξι, καὶ τοὔριξε τὴ γούνα του μὲ τὴν ὁποία χτύπησε τὸν Ἰορδάνη καὶ πέρασε χωρὶς νὰ βραχεῖ.

Ὁ προφήτης Ἠλίας εἶναι πολὺ τιμημένος ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ὅπου νὰ πᾶς θὰ δεῖς ρημοκλήσια του ἀπάνω στὶς κορφὲς τῶν βουνῶν, ἀπὸ τὰ μικρὰ ὡς τὰ μεγάλα. Ὁ ἅγιος Νικόλας φυλάγει τὴ θάλασσα κι᾿ ὁ προφήτης Ἠλίας τὰ βουνά. Μέσα στὰ ρημοκλήσια τοῦ εἶναι ζωγραφισμένος ἀπὸ κείνους τοὺς παληοὺς μαστόρους σὰν τσομπάνος μὲ τὴ φλοκάτα, μὲ μαλλιὰ καὶ γένια ἀνακατεμένα καὶ στριφτὰ σὰν ἀγριόπρινος, γερακομύτης σὰν ἀητός, μὲ μάτια φλογερά. Κάθεται ἀπάνω σὲ μιὰ πέτρα, μπροστὰ σὲ μιὰ σπηλιά, σὰν τὸ ὄρνιο στὴ φωλιά του. Ἔχει ἀκουμπισμένο τὸ κεφάλι του στὴν ἀπαλάμη του, καὶ κοιτάζει κατὰ πίσω, σὰν νὰ ἀκούγει τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ τοῦ μιλᾶ μέσα σὲ κεῖνα τὰ ἄσπλαχνα κράκουρα. Ἀπὸ πάνω του πετᾶ ὁ κόρακας μ᾿ ἕνα κομμάτι κρέας, καὶ χυμίζει κατὰ κάτω νὰ τοῦ τὸ δώσει. Ὅπως εἶναι ζωγραφισμένος μέσα στὸ ρημοκλήσι του, θαρρεῖς πὼς βρίσκεσαι ἀληθινὰ μέσα στὴ σπηλιά του, καὶ ἀκοῦς τὸν ἀγέρα ποὺ βουΐζει στὰ χορτάρια καὶ τὰ ὄρνια ποὺ κράζουνε κόβοντας γύρους ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ βουνό. Κανένα παμπάλαιο θυμιατήρι εἶναι κρεμασμένο δίπλα τοῦ ἀπάνω στὸν καπνισμένον τοῖχο, κανένα κερὶ σβηστὸ στέκεται μπηγμένο στὸν ἄμμο σ᾿ ἕνα μανουάλι βουνίσιο σὰν τὸν ἅγιο ποὺ εἶναι ὁ νοικοκύρης ἐκείνου τοῦ ρημοκλησιοῦ. Κάθε χρόνο, στὶς 20 Ἰουλίου, ἔρχουνται ἀποβραδὺς οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ μὲ τὸν παπά, καὶ τὸν προσκυνᾶνε τὸν προφήτη Ἠλία, ἀνάβουνε τὰ καντήλια, θυμιάζουνε, καὶ ψέλνει κανένας γέρος καὶ λέγει τὰ στιχηρὰ τῆς μνήμης του, καὶ κεῖνος ἀκούγει μὲ τὸ ἄγριο κεφάλι του ἀκουμπισμένο στὸ χέρι του, κι᾿ ὁ κόρακας βαστᾶ τὸ ἴσιο μὲ τὴ βραχνὴ φωνή του: «Χαίροις ἐπίγειε Ἄγγελε καὶ οὐράνιε ἄνθρωπε, Ἠλία μεγαλώνυμε. Χαίροις Ἠλία ζηλωτά, τῶν παθῶν αὐτοκράτωρ. Ὢ τοῦ θαύματος! Ὁ πήλινος ἄνθρωπος, οὐρανοὺς τοῦ βρέχειν ὑετὸν οὐκ ἔδωκεν, καὶ οὐρανοὺς ἀνατρέχει ἐν πυρίνῳ ἄρματι». Καὶ τὴν ἄλλη μέρα, ἅμα τελειώσει ἡ λειτουργία, φεύγουνε οἱ ἄνθρωποι, κι᾿ ὁ Ἠλίας κάθεται πάλι ὁλομόναχος «μονώτατος», βουβός, τυλιγμένος στὴν προβιά του, σὰν ἀγιούπας κουρνιασμένος. Χιλιάδες χρόνια κάθεται ἔτσι, ἄλλες πολλὲς θὰ κάθεται, «ἕως τοῦ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανή».


https://amethystosbooks.blogspot.com

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Οι πέτρες. Πρώτη σύσταση, στερνό απομεινάρι της γης ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ




Οι πέτρες. Πρώτη σύσταση, στερνό απομεινάρι της γης
(Φώτης Κόντογλου)
Πέτρες! Τί εἶναι οἱ πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές. Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης.
Ὡστόσο, μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του. Δὲν κουνιοῦνται ἀπὸ τὸν τόπο τους, δὲν μιλᾶνε. Μὰ θαρρῶ πὼς ἀκοῦνε καὶ πὼς βλέπουνε. Μᾶς βλέπουνε ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κι ὅσα κάνουμε, ἀκοῦνε ὅσα λέμε ἐμεῖς οἱ λιγόζωοι, οἱ ψευτο-κανωμένοι, καὶ μᾶς ἐλεεινολογᾶνε γιὰ τὴν ἀνοησία μας, πὼς τάχα θὰ κυριέψουμε τὸν κόσμο! Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα σὲ κάποια μεριά. Ἀπὸ τότε τὶς πατήσανε χιλιάδες ἄνθρωποι, δίχως νὰ τὶς δώσουνε καμμιὰ προσοχή, κι ὅλοι τους γινήκανε κουρνιαχτός, σὰν νὰ μὴν ᾔρθανε ποτὲς στὸν κόσμο.


Πολλὲς φορὲς κάθουμαι καὶ κοιτάζω τὶς πέτρες ποὺ τυχαίνει νὰ βρίσκουνται μπροστά μου, καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ κοιτάζουνε καὶ κεῖνες μὲ κάποια μυστηριώδη μάτια ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ πὼς κρυφοκουβεντιάζουνε μεταξύ τους καὶ πὼς κρυφογελοῦνε γιὰ τὴν κουταμάρα μας νὰ φανταζόμαστε μεγάλα καὶ τρανὰ πράγματα, νὰ βγάζουμε ὁ ἕνας τ᾿ ἀλλουνοῦ τὰ μάτια καὶ νὰ τὶς στοιβιάζουμε, αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ μᾶς περιγελᾶνε, τὴ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη, ἢ νὰ τὶς πελεκᾶμε γιὰ νὰ κάνουμε ἀγάλματα καὶ ταφόπετρες, γιὰ νὰ τὶς βάλουμε ἀπάνω στὴν κοιλιά μας ἅμα πεθάνουμε! Ἀνατριχιάζω ὧρες-ὧρες, γιατὶ νοιώθω καθαρὰ τὰ γέλια ποὺ κάνουνε κρυφὰ οἱ πέτρες γιὰ τὴν κουταμάρα μας.

*
Ἀπὸ μικρὸς ἀγαποῦσα νὰ μαζεύω βότσαλα στὴν ἀκροθαλασσιά. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ἔχω ἀκόμα. Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ἕνα βράδυ, βρέθηκα κοντὰ στὴν ἀγαπημένη μου τὴ θάλασσα, σὲ μιὰ βορεινὴ ἀκρογιαλιά. Ὁ ἥλιος ἔγερνε στὸ βασίλεμα. Φυσοῦσε λίγο βοριαδάκι, καὶ τὰ κύματα ἔρχονταν ἥμερα ἀπὸ τὸ πέλαγο κι ἀφρίζανε ἀπάνω στὰ χαλίκια. Ἔγινα ἄλλος ἄνθρωπος ἄμα ἄκουσα τὸ ροχαλητὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ μὲ νανούρισε ἀπὸ τὴν κούνια μου. Πῆρα τὸ γιαλό-γιαλό, καὶ τράβηξα κατὰ κεῖ ποὺ ἔβγαινε ἕνας κάβος κ᾿ ἔκλεινε ὁ κόρφος.
Ἀντίκρυ θαμποφαινόντανε, μέσα στὴ ἄχνα της θάλασσας, τὰ βουνὰ τῆς Εὔβοιας. Κατὰ τὸν γραῖγο, ξεχώριζε καθαρὰ ἡ στεριά, μ᾿ ἕναν ἄλλο κάβο, πέρα ἀπὸ τὸν Μαραθῶνα. Παραμέσα στὴ στεριά, βορεινότερα ἀπὸ κεῖ ποὺ στεκόμουνα, μαυρίζανε τὰ ἄγρια μυτερὰ βουνά, ποὺ ξεπετιοῦνται ἀπὸ τὴν Πεντέλη σὰν δυναμάρια. Ὅσο ἥμερο εἶναι αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη μπάντα, ποὺ κοιτάζει κατὰ τὴν Ἀθήνα, τόσο ἄγριο καὶ θυμωμένο εἶναι ἀπὸ τούτη τὴ μεριά, ἀπὸ τὰ βορεινά, σὰν νὰ φοβερίζει τὸ μπουγάζι ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πέρσες γιὰ νὰ τὸ πατήσουν, πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια.
Περπατοῦσα, λοιπόν, γιαλὸ-γιαλὸ καὶ μάζευα πέτρες. Εἶχε χρωματιστὰ χαλίκια λογῆς-λογῆς, μὰ ἡ θάλασσα τὰ ξέπλυνε κι ἀνάβανε τὰ γλυκὰ χρώματα ποὺ εἴχανε. Τὰ κύματα ἀφρίζανε δίπλα μου, βγάζοντας τὴ μυστικὴ βουή τους, ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια ἀνασαμιὰ τῆς θάλασσας, κι ἐγὼ ἔσκυβα κάθε τόσο κι ἔπαιρνα ἕνα χρωματιστὸ λιθάρι, κι ἀφοῦ τὸ κοίταζα καλά, τὸ ἔχωνα στὴν τσέπη μου, σὰ νά ῾τανε κανένα ρουμπίνι ἢ ζουμπρούτι. Κάθε τόσο, κάθιζα χάμω καὶ κοίταζα, μιὰ κατὰ τὰ πέλαγο, μιὰ τὸν θησαυρὸ ποὺ πατοῦσα, τὶς δροσερόχρωμες κεῖνες πέτρες ποὺ στολίζανε τὸ σύνορο τῆς θάλασσας. Ὅπως μὲ χώριζε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πολιτείας κι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες της τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας, γεμίζοντας τ᾿ αὐτιά μου μὲ τὰ μυστικὸ καὶ βαρὺ ἴσο του, τὸ ἴδιο καὶ τὰ χαλίκια μὲ κάνανε νὰ ξεχάσω κάθε τι πολύπλοκο καὶ μάταιο ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος.
*
Μάζεψα κάμποσα βότσαλα καὶ τὰ πῆγα σ᾿ ἕνα μέρος καὶ τὰ φύλαξα. Ὕστερα ξαναγύρισα καὶ μάζεψα κι ἄλλα. Τί ἔμορφα κ᾿ ἐκφραστικὰ χρώματα ποὺ εἴχανε τὰ χαλίκια! «Οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλλετο ὡς ἓν τούτων». Τί παράξενα κόκκινα, κεραμιδιά, βυσσινιά, τριανταφυλλιά, σταχτιὰ λογιῶν-λογιῶν, κίτρινα, ἀσπροκίτρινα, πορτοκαλλιά, μελιά, πρασινογάλαζα, λαδιά, μαῦρα, πρασινόμαυρα!
Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὰ μικρά μου χρόνια, κι ὅσα ἔγραψα τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα μοναχὸς στὸ νησί μου; «Μάζευα ὅ,τι εὕρισκα στὴν ἀκροθαλασσιά, ἕναν κόσμο κοχύλια καὶ τσόφλια, εἴτε χρωματιστὲς πέτρες. Ὅλα αὐτὰ τὰ στόλιζα ἐκεῖ μέσα. Μοῦ ῾καναν μιὰ βαθειὰ ἐντύπωση, ὅσο τίποτα στὸν κόσμο… Ἔστεκα ὧρες καὶ τὰ κοίταζα, σηκωνόμουν κ᾿ ἔβλεπα ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὰ βουνὰ καὶ τὴ θάλασσα». Κι ἀλλοῦ ἔγραφα: «Μιὰ ἄσπρη πέτρα ἀπάνω στὸν ἄμμο, ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ κείτεται στ᾿ ἀκρογιάλι, τραβοῦν τὴν προσοχή μου. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα πράγματα, ἐδῶ μοῦ φαίνονται γεμάτα ἀπὸ ἐνδιαφέρον… Βλέπω τὰ πράγματα ἴσια, χωρὶς ἡ ἐντύπωση νὰ βλαφτεῖ ἀπ᾿ ὅ,τι ἔμαθα νὰ καταλαβαίνω ὡς τώρα, λέγοντας αὐτὰ τὰ δυὸ λόγια: Νερὰ καὶ γῆς. Ἐδῶ κἂν δὲν ὑπάρχουν πλέον ὀνόματα, παρὰ τὰ ἴδια τὰ πράγματα πέφτουν ἀπάνω στὴν ψυχή μου ἀπ᾿ τὸ βάρος τους, ἄγρια κι ἀδιάφορα…».
Καὶ ὅμως, πόσο ἀγαπημένες μοῦ εἶναι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ μάζεψα! Κείτουνται ἐκεῖ χάμω, σωρός, καὶ κανένας δὲν τὶς βλέπει, κανένας δὲν καταδέχεται νὰ τὶς δεῖ. Κ᾿ ἐγώ, σὰν νὰ εἶμαι ὁ μόνος πό ῾χει μάτια γιὰ νὰ δεῖ τὴ μυστηριώδη ἐμορφιά τους.
Σάν γύρισα στὸ σπίτι μου, τὶς ἔβαλα μέσα σ᾿ ἕνα τάσι, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ποὺ εἶχα μαζέψει ἄλλη φορά, κι ἔχυσα μέσα νερὸ γιὰ νὰ μὴν ξεραθοῦνε καὶ ξεθωριάσουν.
«Ἄχ! Τίποτα μέσα στὴν κάμαρα δὲν ἤτανε τόσο ἔμορφο, σὰν καὶ κεῖνες τὶς πέτρες, μήτε οἱ ζωγραφιές, μήτε τὰ κανάτια, μήτε τὸ παλιὸ κιλίμι ποὺ εἶναι στρωμένο χάμω. Ἀληθινὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰπωμένα ὄχι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται».
(“Ευλογημένο Καταφύγιο“, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΑΚΡΙΤΑΣ”)

(Πηγή ηλ. κειμένου: nektarios.gr)
https://anasasismoisotirias.blogspot.com/2018/06/blog-post.html

Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

Ὁ δρόμος τῆς εὐτυχίας


Τοῦ Φώτη Κόντογλου
Ἀπὸ τὴν Συλλογή: Μυστικὰ ἄνθη

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλα ἀχόρταγος. Θέλει νὰ ἀπολαύσει πολλά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ προφτάσει ὅλα. Καὶ γι᾿ αὐτὸ βασανίζεται. Ὅποιος ὅμως, φτάσει σὲ μία κατάσταση, ποὺ νὰ εὐχαριστιέται μὲ τὰ λίγα, καὶ νὰ μὴ θέλει πολλὰ ἔστω καὶ κι ἂν μπορεῖ νὰ τὰ ἀποκτήσει, ἐκεῖνος λοιπὸν εἶναι εὐτυχισμένος. Οἱ ἄνθρωποι δὲν βρίσκουν πουθενὰ εὐτυχία, γιατὶ ἐπιχειροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ ὅποιος χάσει τὸν ἑαυτό του, ἔχει χάσει τὴν εὐτυχία. Εὐτυχία δὲν εἶναι τὸ ζάλισμα, ποὺ δίνουν οἱ πολυμέριμνες ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σιωπηλὴ ἀγαλλίαση τῆς καρδιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως: οὐδὲ ἐροῦσιν, ἰδοὺ ὧδε, ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ. Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».

Ξέρω καλά, τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι. Οἱ ἄνθρωποι, δηλαδή, ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ τὶς διάφορες ματαιότητες. Ὅλα αὐτά, ἀπὸ μακριὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό! Ἀπὸ κοντά, ὅμως, ἀπορεῖς γιὰ τὴν φτώχεια ποὺ ἔχουνε, καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνουνε τὸν εὐτυχισμένο! Κατάδικους, ποὺ κάνουνε τὸν ἐλεύθερο! Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη ἡ ψυχή τους! Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀνύπαρκτη καὶ ἡ «εὐτυχία» τους! Τελείως ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

Ἀλλὰ πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἁλάτι;

Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νὰ μείνεις μοναχὸς μὲ τὸν ἑαυτό σου! Μὴ καταγίνεσαι ὁλοένα μὲ χίλια πράγματα, γιὰ νὰ τὸν ξεχάσεις! Γιατὶ ὅποιος ἔχασε τὸν ἑαυτό του, κάθεται μὲ ἴσκιους καὶ μὲ φαντάσματα μέσα στὴν ἔρημό του θανάτου. Ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, περισσότερο ἀπὸ τὶς πεθαμένες σοφίες τῶν ἀνθρώπων. Περισσότερο ἀπὸ κάθε τιμὴ καὶ δόξα ἐτούτου τοῦ κόσμου. Καὶ μοναχὰ τότε, θὰ χαίρεσαι σὲ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς σου. Κανένας δρόμος δὲν βγάζει στὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ποὺ σὲ καλεῖ πονετικὰ καὶ ποὺ σοῦ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός».

https://amethystosbooks.blogspot.com/

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

«Που Ν’ Ακούσουνε Οι Άνθρωποι Του Καιρού Μας Κουβέντα Για Θεό, Για Ψυχή, Για Άλλη Ζωή!»….

 Â«Î Î¿Ï… ν’ ακούσουνε οι άνθρωποι του καιρού μας κουβέντα για Θεό, για ψυχή, για άλλη ζωή!»....
Πολλοί αναγνώστες μού γράφουνε, παρακαλώντας με, και μά­λιστα ξορκίζοντάς με, να γράψω για να χτυπήσω την ανηθικότητα, που δέρνει την κοινωνία, προ πάντων τη νεολαία, και που «τη σερ­βίρουν τα σινεμά», όπως μου γράφουνε.
Φωνάζουνε: «Υψώσετε τη φωνή σας!».
Ένας σπουδαστής μου γράφει από την Αγγλία:
«Μη σταματήσετε αυτόν τον ωραίον αγώνα, μην πτοηθήτε από τις επιθέ­σεις.
Υπάρχουν βέβαια πολλοί αντίπαλοι, αλλά και πολλοί θαυμα­στές του ωραίου σας έργου.
Σας χρειαζόμαστε για να δώσετε φτε­ρά στις καρδιές μας, που είναι γεμάτες κενό και απαισιοδοξία».
Καημένοι άνθρωποι, πόση σημασία δίνετε στο πρόσωπό μου και σ’ αυτά που γράφω!
Τί φωνή να υψώσω, που είναι βραχνιασμένη και αδύνατη, και χάνεται μέσα στον κυκεώνα της σημερινής ζω­ής;
Όχι φωνή, αλλά και τ’ αστροπελέκι να κρατά στα χέρια του κανένας σήμερα, και να το σφενδονίζει για να κάνει τους ανθρώ­πους ν’ αλλάξουνε δρόμο, πάλι τίποτα δεν θα κάνει.
Ο ίδιος ο ά­γιος Γιάννης ο Πρόδρομος, το ερημοπούλι της ερήμου, που τον φοβόντανε οι αμαρτωλοί, γιατί τους έλεγε «γεννήματα εχιδνών», κι αυτός μάταια φώναζε.
Η φωνή του χανότανε μέσα στην έρημο, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».
Και πότε;
Τον καιρό που υπήρχα­νε ακόμα κάποια αυτιά να τον ακούσουνε, κι απλές καρδιές για να τον καταλάβουνε.
Όχι εμείς που χρειαζόμαστε δασκάλεμα, και που έχουμε τόσα στην καμπούρα μας!
Πώς να γίνουμε δάσκαλοι για τους άλλους;
Γεμίζουμε χαρτιά με μυριάδες λόγια, μα τί το όφελος;
Ο κόσμος τραβά τον δρόμο του και δεν σκοτίζεται από κη­ρύγματα.
Κι αν δώσει προσοχή και κανένας στα γραψίματά μας, μπορεί να θυμώσει που χαλάσαμε την ησυχία του, και να πει πως είμαστε υποκριτές, ψευτογιασμένοι, κουκουβάγιες που βγαίνουνε α­πό τα χαλάσματα του παλιού καιρού.
Σήμερα οι άνθρωποι είναι τέ­τοιοι, που μήτε το κήρυγμα του αγίου Κοσμά του Αιτωλού δεν θάκανε τίποτα.
Λοιπόν, ας το πάρουμε απόφαση.
Το κακό δεν περιορίζεται πια με τίποτα, με κανένα τρόπο, με καμμιά δύναμη.
Όσοι μιλού­νε και γράφουνε για να φέρουνε στον ίσιο δρόμο τους πολλούς που ξεστρατίσανε, ας ξέρουμε πως δέρνουνε τον αγέρα, είναι «αέρα δέροντες», που έλεγε και ο απόστολος Παύλος.
Και άγιος να είναι αυτός, που συμβουλεύει, πάλι δεν θάβρει αυτιά για ν’ ακούσουνε τη φωνή του, όχι άνθρωποι σαν εμάς, που έχουμε οι ίδιοι ανάγκη από δασκάλεμα.
Ναι, ο κόσμος δεν αλλάζει πορεία.
Ας μην περιμένουμε πια τίποτα καλύτερο, θα πηγαίνουμε ολοένα στα χειρότερα.
Ανήφο­ρος πια δεν υπάρχει.
Μοναχά κατήφορος.
Όσοι έχουνε μέσα τους τον φόβο του Θεού, αυτοί οι λίγοι θ’ απομείνουνε, «το μικρόν ποίμνιον» που είπε ο Χριστός.
Κι αν γράφουμε, γι’ αυτούς γράφουμε και για τους ίδιους τους εαυτούς μας που κινδυνεύουμε να αρπα­χτούμε από τα δίχτυα πούναι μπλεγμένοι εκείνοι που θέλουμε να δασκαλέψουνε.
Για να καθόμαστε ανύσταχτοι.
«Όσοι είναι αισιόδοξοι για το μέλλον της ανθρωπότητας, βλέπουνε με άλλα μάτια τον κόσμο, απ’ ό,τι τον βλέπομε εμείς.
Εμείς είμαστε οι γκρινιάρηδες, οι Ιερεμίες, οι Κασσάντρες, και γι’ αυ­τό ο κόσμος μας εχθρεύεται.
Κι έχει δίκιο.
Ο καθένας νοιώθει διαφορετικά τη ζωή, τη χαρά, το καλό και το κακό.
Για τους αν­θρώπους που λέμε πως δεν πάνε καλά, ο σημερινός κόσμος είναι ο πιο θαυμάσιος, η σημερινή ζωή είναι η πιο καλύτερη κι η πιο βλογημένη από όλες που πέρασε ο άνθρωπος.
Η σημερινή νεολαία εί­ναι μεθυσμένη από εκείνο που λέμε εμείς «ανηθικότητα», και που αυτή το λέγει «ελευθερία».
Τί κάθεσαι λοιπόν εσύ και τσαμπουρνίζεις με την ηθική σου;
Γι’ αυτούς είναι το πιο μεγάλο χάρισμα η ανηθικότητα, και μπορούνε να σκοτώσουνε εκείνον που χτυπά την «ελευθερία» τους.
Αιώνες αγωνιζότανε ο άνθρωπος, χωρίς να μπορέσει να την αποχτήσει.
Και τώρα που την έκανε χτήμα του, να την αφήσει για την παλαιοντολογική ηθική μας;
Ποτέ δεν μίσησε άνθρωπος τον άνθρωπο τόσο πολύ, όσο στον καιρό μας.
Και τον μίσησε στ’ όνομα αυτής της «ελευθερίας», που λέγει πως είναι το πολύτιμο απόχτημα της εποχής μας.
Μισημέ­νες είναι οι ηθικές κουκουβάγιες κι οι χριστιανικές μοιρολογήστρες.
Ποτέ ο χριστιανός δεν μισήθηκε όσο σήμερα, ούτε επί Νέ­ρωνα.
Πού ν’ ακούσουνε οι άνθρωποι του καιρού μας κουβέντα για Θεό, για ψυχή, για άλλη ζωή!
Η ψυχή τους έχει παραμορφωθεί ολότελα από τις κάθε λογής ανοησίες που βλέπουμε στον κινημα­τογράφο.
Η ταινία που δεν έχει μέσα της πολλή ανοησία, δεν γνω­ρίζει επιτυχία.
Ανοησία, και ακαλαισθησία, αυτά τα δυο βασιλεύουνε σήμερα.
Είναι απίστευτο το τι ακούγει κανένας για α­στεία στις συναναστροφές που κάνουνε οι νέοι.
Κρυόπλαστα, ασυναρτησίες, μωρολογίες.
Χάθηκε απ’ αυτούς κι η πιο συνηθισμένη εξυπνάδα.
Τα καημένα τα παιδιά, παίρνουνε αφορμή από ένα τί­ποτα, για να χαχανίσουνε.
Τα δέρνει η αμηχανία κι η βαρυεστημάρα κι αυτή είναι η αιτία που τα κάνει να χοροπηδάνε σαν τρελλά, να τσακίζουνε ό,τι βρούνε μπροστά τους, να τα βάζουνε με α­νύποπτους ανθρώπους.
Γι’ αυτά τα πλάσματα η ζωή του ανθρώπου είναι ένα ανιαρό πράγμα δίχως σκοπό, δίχως αληθινή χαρά, δί­χως αγνόν ενθουσιασμό.
Ποιός φταίγει γι’ αυτή την κατάσταση;
Όλοι μας.
Όλοι συνεργήσαμε για να καταντήσει η ζωή έτσι που κατήντησε.
Όλοι δουλέψαμε για να χτισθεί τούτος ο τερατώδης πύργος του Βαβέλ.
Αλλοι κουβαλήσανε για πέτρες τις πετρωμένες και αναίσθη­τες καρδιές τους, άλλοι κουβαλήσανε λάσπη από τα κατάβαθά τους που φωλιάζουνε τα βρωμερά πάθη.
Εκείνος ο παλιός πύργος του Βαβέλ ρήμαξε κι εξαφανίσθηκε.
Μα τούτος θα στέκεται ασάλευ­τος, κι οι άνθρωποι ολοένα θα τον κάνουνε πιο ψηλόν, με σκοπό να χτυπήσουνε τον Θεό.
Εσείς που θλιβόσαστε και πονάτε γι’ αύτη την κατάσταση, καλά κάνετε να λυπόσαστε, μα μην ονειρευόσαστε πως θάρθουνε καλύτερες μέρες για τον κόσμο.
Ο κόσμος τρέχει σαν τρελλός.
Κατά μεν τη δική του γνώμη ανηφορίζει στον θρίαμβο, κατά δε τη δική σας γνώμη κατηφορίζει στα τάρταρα και στον χαμό.
Ποιός από τους δυο έχει δίκιο, μοναχά ο Θεός το γνωρίζει.
Αυτό το τρέ­ξιμο δεν θα πάψει ως την τελευταία μέρα, που θα λάμψει η αλή­θεια και θα δικαιωθούνε όσοι την πιστέψανε σωστά, και μαρτυρήσανε γι’ αυτή και εμπαιχτήκανε γι’ αυτή.
Ίσως νάρχεται κιόλας ο Αντίχριστος.
Τα σημεία και τα τέ­ρατα που προφητεύτηκε πως θα κάνει αρχίσανε να φανερώνουνται.
Η επιστήμη βασιλεύει κι η αθεΐα βασιλεύει μαζί της.
Μια βροντερή φωνή ακούγεται από πάνω, μα την ακούνε μόνο εκείνοι, που έχουνε αυτιά για να την ακούσουνε.
Και λέγει:
«Να, έρχομαι σαν τον κλέφτη.
Καλότυχος εκείνος που ξαγρυπνά και βαστά καθαρά τα φορέματά του.
Ο καιρός είναι κοντά.
Ο ά­δικος ας αδικήσει ακόμα, κι ο βρωμερός ας βρωμισθεί ακόμα, κι ο δίκαιος ας κάνει δικαιοσύνη ακόμα, κι ο άγιος ας αγιάσει ακόμα.
Να, έρχομαι γρήγορα!».
Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

Δοξάζω τόν Θεό πού δώρησε στόν ἄνθρωπο τά γράμματα, γιά νά γράφει στό χαρτί τόν ἀναστεναγμό του. Φώτης Κόντογλου

Φωτογραφία του χρήστη Εκκωφαντική Σιωπή.

Δοξάζω τόν Θεό πού δώρησε στόν ἄνθρωπο τά γράμματα, γιά νά γράφει στό χαρτί τόν ἀναστεναγμό του.

Καθόμουνα καί δούλευα σέ μιά τέτοια ἄκερδη δουλειά, στεναχωρεμένος ἀπό κάθε τι, σέ καιρό πού οἱ ἄλλοι κοιτάζανε μέρα-νύχτα νά μαζέψουνε χρυσάφι, νά καλοπεράσουνε. Στα βουνά βούϊζε ὁ ἄνεμος, περνούσανε ἀπό πάνω μου νέφελα ὀργισμένα. Κ' ἐγώ τρύπωνα στό θαλάμι μου καί φχαριστοῦσα τόν Θεό, σάν καί κεῖνον τόν στρατοκόπο πού γλύτωσε ἀπό τούς ληστές. Ἀκουμποῦσα τό κεφάλι στήν ἀπαλάμη μου καί πήγαινα σέ τόπους ἀγαπημένους, δίχως νά γνοιαστῶ πώς τριγύριζε ὄξ' ἀπό τήν πόρτα μου ὁ κροκόδειλας ὁ φθόνος κ' ἡ ἀλλήθωρη ἀλεπού ἡ ἀχαριστία.

Τά γραψίματά μου εἶναι χαρούμενα καί φτυχισμένα. Ὡστόσο σοῦ λέγω πώς δέ γράφω μέ μελάνι, παρά μέ δάκρυα γράφω. Κανένας δέ μέ βοήθησε σε τοῦτον τόν κόσμο, ἐχτός ἄν εἶναι βοήθεια τά λόγια...

Φώτης Κόντογλου

https://www.facebook.com/ekkofantikisiopi/

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Το βαθύ μυστήριο της Ορθοδοξίας. Ας το διαφυλάξουμε! Φώτης Κώντολου


Το βαθύ μυστήριο της Ορθοδοξίας. Ας το διαφυλάξουμε! Φώτης Κώντολου

Μεγάλο, πολὺ μεγάλο καὶ σπουδαῖο εἶναι ἕνα ζήτημα ποὺ δὲν τοῦ δώσανε σχεδὸν καθόλου προσοχὴ οἱ περισσότεροι Ἕλληνες. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ὅτι ἀπὸ καιρὸ ἀρχίσανε κάποιοι δικοί μας κληρικοὶ νὰ θέλουν καὶ νὰ ἐπιδιώκουν νὰ δέσουν στενὲς σχέσεις μὲ τοὺς παπικούς, ποὺ ἐπὶ τόσους αἰῶνες μᾶς ρημάξανε. Γιατί, στὰ ἀληθινά, δὲν ὑπάρχει πιὸ μεγάλος ἀντίμαχος τῆς φυλῆς μας, κι ἐπίμονος ἀντίμαχος, πού, σώνει καὶ καλά, θέλει νὰ σβήσει τὴν Ὀρθοδοξία. Οἱ δεσποτάδες ποὺ εἶπα πὼς τοὺς ἔπιασε, ἄξαφνα κι ἀναπάντεχα, ὁ ἔρωτας μὲ τοὺς Λατίνους, λένε πὼς τὸ κάνουνε ἀπὸ «ἀγάπη». Μὰ αὐτὸ εἶναι χονδροειδέστατη δικαιολογία καὶ καλὰ θὰ κάνουνε νὰ παρατήσουνε αὐτὰ τὰ ροσόλια τῆς «ἀγάπης», ποὺ τὴν κάνανε ρεζίλι.
Ὁ διάβολος, ἅμα θελήσει νὰ κάνει τὸ πιὸ πονηρὸ παιγνίδι του, μιλᾶ, ὁ ἀλιτήριος γιὰ ἀγάπη. Ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστός, τὸ λέγει κι αὐτὸς κάλπικα, γιὰ νὰ ξεγελάσει. Τώρα, στὰ καλὰ καθούμενα, τοὺς ρασοφόρους μας στὴν Πόλη, τοὺς ἔπιασε παροξυσμὸς τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς Ἰταλιάνους, ποὺ στέκουνται, ὅπως πάντα, κρύοι καὶ περήφανοι καὶ δὲν γυρίζουνε νὰ τοὺς δοῦνε αὐτοὺς τοὺς «ἐν Χριστῷ ἀδελφούς», ποὺ ὅσα τοὺς κάνανε ἀπὸ τὸν καιρὸ τῶν Σταυροφόρων ἴσαμε τώρα, δὲν τοὺς τἄκανε μήτε Τοῦρκος, μήτε Τάταρος, μήτε Μωχαμετάνος. Ἴσως καὶ οἱ δικοί μας νὰ κάνουν ἀπὸ παρεξηγημένη καλωσύνη.
Ὅπως εἶπα, οἱ περισσότεροι δικοί μας δὲν δώσανε καμμιὰ σημασία σ᾿ αὐτὲς τὶς φιλοπαπικὲς κινήσεις, ποὺ εἶναι θάνατος γιὰ τὸ γένος μας καὶ ποὺ τὶς κινήσανε οἱ καταχθόνιες δυνάμεις ποὺ πολεμᾶνε τὸν Χριστὸ καὶ ποὺ μὲ τὰ λεπτά τους ἀγοράζουνε ὅλους, δὲν δώσανε λοιπὸν καμμιὰ σημασία, γιατὶ τὰ θεωροῦνε τιποτένια πράγματα, ἂν δὲν εἶναι κι οἱ ἴδιοι ἀγορασμένοι, ἄξια μοναχὰ γιὰ κάποιους στενοκέφαλους παλιοημερολογίτες καὶ φανατικοὺς ἀποπετρωμένους χριστιανούς. Τώρα τὰ μυαλὰ γινήκανε φαρδειά, καὶ καταγίνονται μὲ ἄλλα κοσμοϊστορικὰ προβλήματα! «Θὰ καθόμαστε νὰ κυττάζουμε τώρα παπάδες κι Ὀρθοδοξίες»; Μὰ αὐτοὺς δὲν τοὺς μέλει κι ἂν ἐξαφανισθεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο κάθε ἑλληνικὸ πράγμα. Καὶ θὰ ἐξαφανισθεῖ ὄχι τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἀμερικανισμὸ ποὺ πάθαμε, ὅσο ἂν γίνουμε στὴ θρησκεία παπικοί. Γιατὶ γι᾿ αὐτοῦ πᾶμε. Παπικὴ Ἑλλάδα θὰ πεῖ ἐξαφάνιση τῆς Ἑλλάδας. Νὰ γιατὶ εἶπα πὼς εἶναι πολὺ σπουδαῖο ζήτημα αὐτὲς οἱ ἐρωτοτροπίες ποὺ ἀρχίσανε κάποιοι κληρικοὶ δικοί μας μὲ τοὺς παπικούς, κι ἡ αἰτία εἶναι τὸ ὅτι δὲν νοιώσανε τί εἶναι Ὀρθοδοξία ὁλότελα, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι δεσποτάδες.
Τὸ κακὸ εἶναι πὼς ὁ λαὸς δὲν πῆρε, καλὰ-καλά, εἴδηση γιὰ τὴ συνωμοσία. Ποιὸς νὰ τὸν πληροφορήσει, ἀφοῦ οἱ γραμματισμένοι τὰ θεωροῦνε αὐτὰ τὰ πράγματα ἀνάξια γιὰ τὴ μοντέρνα σοφία τους, καὶ τρέχουν σημαιοφόροι σὲ κάθε νεωτερισμό;
Ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίσανε οἱ λυκοφιλίες ἀνάμεσα στοὺς δικούς μας καὶ στοὺς παπικοὺς (καὶ σημείωσε πὼς οἱ δικοί μας φαγωθήκανε πρῶτοι νὰ πιάσουνε σχέση μὲ τοὺς Λατίνους σὰν νὰ πήρανε ἀπὸ κάπου διαταγή, κι ὁλοένα μιλᾶνε γιὰ «τὸν διάλογον» μαζί τους, δίχως νὰ ξέρουνε καλὰ-καλὰ τί λένε), ἀπὸ τότε λοιπόν, ἀκοῦμε, κάθε τόσο, κάτι πράγματα θεατρικά, ἄνοστα, ἀνόητα, δίχως καμμιὰ σοβαρότητα, ὅπως εἶναι ἡ λεγόμενη «Διάσκεψις τῆς Ρόδου», τὰ νέα παρεκκλήσια τοῦ Βατικανοῦ, κ.τ.λ. Στὴ Ρόδο πήγανε οἱ δικοί μας μὲ σκοπὸ νὰ πουλήσουν τὴν Ὀρθοδοξία, γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς εἶναι καθυστερημένη μορφὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, δηλαδὴ ἕνας βλάχικος χριστιανισμός, καὶ ν᾿ ἀρχίσουν τὸν «διάλογον», ποὺ νὰ τὸν πάρει ἡ εὐχὴ αὐτὸν τὸν «διάλογον». Καὶ τί κάνανε; Τίποτα! Λόγια πολλὰ καὶ χαμένα, ποὺ νὰ ντρέπεται κι ὁ τελευταῖος Ἕλληνας Ὀρθόδοξος.
Προχθὲς πάλι μάθαμε πὼς ὁ Πάπας ἐγκαινίασε ἕνα νέο περεκκλήσιο στὸ Βατικανὸ καὶ ἔβαλε γιὰ εἰκόνες (μὴ χειρότερα!) τὶς φωτογραφίες τοῦ Πάπα καὶ τοῦ Ἀθηναγόρα, «ὁ ὁποῖος ἵσταται ὄπισθεν τοῦ Ποντίφηκος»! Φαντασθεῖτε παρεκκλήσιο μὲ φωτογραφίες (τί ἀκαλαίσθητα πράγματα!). Ὁ Πάπας λοιπὸν θὰ προσεύχεται μπροστὰ στὶς δικές του φωτογραφίες! Δηλαδὴ τρελλάθηκαν οἱ ἄνθρωποι! Αὐτὰ δὲν τὰ κάνανε μήτε οἱ ἀραπάδες τῆς Ἀφρικῆς. Συλλογίζομαι πόση σοβαρότητα ἔχουν οἱ Μουσουλμάνοι στὴ θρησκεία τους, καὶ ποὺ καταντήσανε τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ αὐτοὶ οἱ ἀθεόφοβοι Ἰταλιάνοι, ποὺ προσκυνᾶνε ἀγάλματα τῆς Παναγιᾶς μὲ κοκκινάδια, μὲ σκουλαρίκια καὶ μὲ δαχτυλίδια. Κι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ποὺ φυλάξαμε τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς εὐσέβειας, τώρα, στὰ καλὰ καθούμενα, πᾶμε νὰ γίνουμε ἕνα μ᾿ αὐτοὺς ποὺ γελοιοποιήσανε τὸν Χριστὸ ὅσο κανένας ἄθεος.
Ἀλλά, ἀπὸ ποῦ νὰ πιάσει κανένας καὶ ποῦ νὰ τελειώσει; Ὅσοι ἤτανε ἕως τώρα ἀδιάφοροι γιὰ τὴ θρησκεία καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, καὶ ποὺ πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς τὶς περιπαίζανε μάλιστα, ὅλοι αὐτοὶ γινήκανε ἔξαφνα παπόφιλοι, καὶ μασᾶνε σὰν μαστίχι τὴν ψεύτικη λέξη «ἀγάπη». Μεγαλύτερο ρεζιλίκι δὲν ἔγινε. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι ποὺ εἴμαστε κολλημένοι ἀπὸ νεότητος στὴν Ἐκκλησία μας, εἴμαστε στενοκέφαλοι, μοχθηροί, γυμνοὶ ἀπὸ ἀγάπη κι ἀπὸ ἀληθινὴ εὐσέβεια. Ἡ μόδα εἶναι τώρα νὰ φαίνεσαι ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἔνοιωσε τὰ «αἰτήματά» της.
Σὲ καιρὸ λοιπὸν ποὺ κάνουνε οἱ δικοί μας αὐτὲς τὶς ὕποπτες ἐρωτοτροπίες μὲ τὸν Πάπα, ἔρχουνται ἀπὸ τὴν ἐπικράτειά του, ἀπὸ τὴ Δύση, πολλὲς ψυχὲς ποὺ ἔχουν ἀπελπισθεῖ ἀπὸ τὴν ψευτιὰ τοῦ παπισμοῦ, καὶ διψοῦνε ν᾿ ἀπογευτοῦνε τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς βαφτίζονται Ὀρθόδοξοι.
Αποσπάσμα από το βιβλίο Μυστικά άνθη (Φώτης Κόντογλου) Εκδόσεις Αστήρ Παπαδημητρίου
«Τί είναι τα «Μυστικά Ανθη»; Ένα στεφάνι, καμωμένο από λουλούδια λογισμών κι αισθημάτων, κομμένα από τον πάντερπνο κήπο της όλης συγγραφικής παραγωγής Του Κόντογλου…»
 (Εκ του προλόγου του εκδότη)
http://www.agiospatrokosmas.gr/2018/05/07/%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%8D-%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B4/

Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

Φώτης Κόντογλου: Χαρμολύπη ἢ τὸ Χαροποιὸν Πένθος


«Ταῦτα λελάληκα ὑμὶν ἴνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμὶν μείνη καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῆ» (Ἰω. ΙΕ’.11). «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτη, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτής• ὅταν θὰ γεννήση τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ὑμεῖς οὒν λύπην μὲν νῦν ἔχετε• πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν.» (Ἰω. ΙΣΤ’. 20).
Ἀληθινὴ κι’ ὄχι ψεύτικη χαρὰ νοιώθει μονάχα ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸ μέσα του, κ’ εἶναι ταπεινός, πράος, γεμάτος ἀγάπη. Ἀληθινὴ χαρὰ ἔχει μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ξαναγεννήθηκε στὴν ἀληθινὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ... Κι’αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ χαρὰ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ ποὺ πονᾶ καὶ θλίβεται γιὰ τὸν Χριστό, καὶ βρέχεται ἀπὸ τὸ παρηγορητικὸ δάκρυο τὸ ὁποῖο δὲν τὸ γνωρίζουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, κατὰ τὸν ἅγιο λόγο ποὺ εἶπε τὸ στόμα τοῦ Κυρίου : «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι...
αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Μάτθ. Ε’. 4), «Καλότυχοι ὅσοι εἶναι λυπημένοι, γιατί αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε.» Κι’ ἀλλοῦ λέγει : «Καλότυχοι ὅσοι κλαῖτε τώρα, γιατί θὰ γελάσετε.» (Λούκ. ΣΤ’. 21). Ὅποιος λυπᾶται καὶ ὑποφέρνει γιὰ τὸν Χριστό, πέρνει παρηγοριὰ οὐράνια καὶ εἰρήνη ἀθόλωτη. Παράκληση δὲν θὰ πεῖ παρακάλεσμα, ἀλλὰ παρηγοριά. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα λέγεται Παράκλητος, δηλαδὴ Παρηγορητής, ἐπειδὴ ὅποιος τὸ πάρει, παρηγοριέται σὲ κάθε θλίψη του καὶ βεβαιώνεται καὶ δὲν φοβᾶται τίποτα. Κι’ αὐτὴ ἡ βεβαιότητα ποὺ δέχεται μυστικά, τὸν κάνει νὰ χαίρεται πνευματικά. Καὶ πάλι λέγει ὁ Κύριος παρακάτω στὴν ἐπὶ τοῦ Ὅρους ὁμιλία : «Μακάριοι ἐστὲ ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ,» (Μάτθ. Ε’, 11). Καὶ κατὰ τὸν μυστικὸ Δεῖπνο εἶπε στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμὶν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται• ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ’ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται.» (Ἰω.ἰστ’ 20). Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ τὰ λένε χαρὲς οἱ ἄνθρωποι, δὲν εἶναι ἀληθινὲς χαρές• μία εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρά, τούτη ἡ ἡ πονεμένη χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ξαγοράζεται μὲ τὴ θλίψη, γιὰ τοῦτο κι’ ὁ Κύριος τὴ λέγει «πεπληρωμένη», δήλ. τέλεια, ἀληθινή, σίγουρη. (Ἰω. ἰστ’ 25). Κι’ ὁ ἅγιος Παῦλος στὶς Ἐπιστολὲς τοῦ λέγει πολλὰ γι’αὐτὴ τὴ βλογημένη θλίψη ποὺ εἶναι συμπλεγμένη μὲ τὴ χαρά: «Ἡ λύπη γιὰ τὸν Θεό, λέγει, φέρνει ἀμετάνοιωτη μετάνοια γιὰ τὴ σωτηρία (δήλ. ἡ λύπη ποὺ νοιώθει ὅποιος πιστεύει στὸν Θεό, κάνει ὥστε ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοιώσει καὶ νὰ σωθεῖ, χωρὶς νὰ ἀλλάξει γνώμη καὶ νὰ γυρίσει πίσω στὴν ἁμαρτία), ἐνῶ ἡ λύπη τοῦ κόσμου φέρνει τὸν θάνατο.» (Κορινθ. Β’ ζ’10). Κι’ ἀλλοῦ λέγει πὼς οἱ χριστιανοὶ φαίνουνται στοὺς ἀσεβεῖς πὼς εἶναι λυπημένοι, μὰ στ’ ἀληθινὰ χαίρουνται :»ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες,» (Κορινθ. Β’ στ’ 10). Ἀπ’ αὐτὴ τὴν παντοτινὴ χαρὰ φτερωμένος ὁ ἅγιος Παῦλος, γράφει ὁλοένα στοὺς μαθητάδες του : «Χαίρετε ἐν Κυρίω πάντοτε!» (Φιλιπ. δ’ 4). «Πάλιν χαρῆτε.» (Φιλιπ. β’28). «Πάντοτε χαίρετε.» (Θεσσαλ. ε. 16). «Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε.» (Κορινθ. Β’. ζ 16).
Μέσα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ εἶναι ὁ ἴσκιος τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἶναι παραστημένα ὅλα σὰν σκεπασμένα, συμβολικά, ὅπως εἶναι ἡ θυσία τοῦ Ἀβραάμ, τύπος τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, οἱ δώδεκα γυιοὶ τοῦ Ἰακὼβ τύπος τῶν δώδεκα ἀποστόλων, κ.λ.π. Ἔτσι καὶ τὸ πικρὸ νερὸ τῆς Μερρᾶς ποὺ τὸ ἔκανε γλυκὸ ὁ Μωυσῆς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, παριστάνει τὴ λύπη τῆς ἁμαρτίας ποὺ τὴν ἄλλαξε ὁ Χριστὸς σὲ χαρά, «εἰς ὕδωρ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον.» Τούτη τὴν πνευματικὴ Χαρὰ ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἐνοίωσε μέσα του κι’ ὁ Δαυΐδ κ’ ἔλεγε: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνας μέ», «Κύριε, μὲ τὴ λύπη ἄνοιξες τὴν καρδιά μου.» Κι’ ἀλλοῦ λέγει: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμὸς καὶ εἰς τὸ πρωΐ ἀγαλλίασις.» (Ψάλμ. κθ’.) καὶ πάλι λέγει : «Κύριος ἐγεννήθη βοηθός μου. Ἔτρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί.» (Ψάλμ. κθ’.) Κι’ ἀλλοῦ λέγει : «Γεύσασθε καὶ ἴδατε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος. Μακάριος ἀνὴρ ὁ ἐλπίζων ἐπ’ αὐτόν.» (Ψάλμ. λγ’.). Κι’ ἀλλοῦ λέγει : «Πολλαὶ αἳ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ρύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος.» (Ψάλμ. λγ’).
Γὶ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ χαρὰ ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς σὲ ὅσους τὸν ἀγαποῦνε καὶ ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ θλίψη, γράψανε πολλὰ καὶ θαυμαστὰ οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τὴ λέγει Χαροποιὸν πένθος καὶ Χαρμολύπη. «Πένθος γιὰ τὸν Θεό, λέγει, εἶναι τὸ νάναι σκυθρωπὴ ἡ ψυχή σου, κ’ ἡ καρδιά σου νὰ ποθεῖ νὰ πικραίνεται, καὶ ν’ ἀποζητᾶ ὁλοένα αὐτὸ ποὺ διψᾶ, κ’ ἐπειδὴ δὲν τὸ βρίσκει, νὰ τὸ κυνηγᾶ μὲ πόνο καὶ νὰ τρέχει ξοπίσω του κλαίγοντας ἀπαρηγόρετα». «Βάστα γερὰ τὴ μακάρια τούτη χαρμολύπη καὶ τὴν ἁγιασμένη κατάνυξη, καὶ μὴν πάψεις νὰ τὴν ἐργάζεσαι μέσα σου, ὡς ποὺ νὰ σὲ κάνει νὰ ὑψωθεῖς ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο, καὶ νὰ σὲ παραστήσει καθαρὸν στὸν Χριστό».»Ὅποιος πορεύεται ἀδιάκοπα μὲ θλίψη, αὐτὸς γιορτάζει ἀκατάπαυστα• κι’ ὅποιος ὁλοένα διασκεδάζει, αὐτὸς μέλλεται νὰ ἀπολάψει θλίψη αἰώνια». «Ἐγὼ λογιάζοντας τὸ λογὴς εἶναι τούτη ἡ θλιμένη κατάνυξη, ἀπορὼ• πῶς γίνεται, κάποιο πράγμα ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, νὰ ἔχει μέσα τοῦ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη περιμπλεγμένα συναμεταξύ τους σὰν τὸ μέλι μὲ τὸ κερὶ .» Αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ξαλάφρωση ποὺ παρηγορὰ τὴν πονεμένη καὶ λυπημένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες της. Αὐτὴ ἡ βοήθεια εἶναι μία θεϊκὴ ἐνέργεια ποὺ ξανανηώνει καὶ καινουργιεύει τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ὁπού κατάπεσε στὴν πίκρα καὶ στὴ σκληρὴ λύπη, καὶ στέκεται καταφαρμακωμένη ἀπὸ τὴν ἀμέτρητη πίκρα της, ἀπελπισμένη ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυά της σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστὴ κι’ ἀνακουφιστική». «Κανένα πράγμα δὲν ταιριάζει μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, ὅσο αὐτὸ τὸ χριστιανικὸ πένθος». « Ὅποια ἐνάρετη ζωὴ κι ἂν κάνουμε, ἂν δὲν ἔχουμε καρδιὰ θλιμένη καὶ πονεμένη, γιὰ μάταιη κι’ ἀδιαφόρετη λογαριάζεται}. Τοῦτο τὸ βλογημένο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητή της ψυχῆς, μία ὄρεξη πονεμένη τῆς καρδιᾶς, ποὺ ζητᾶ μὲ δάκρυα καὶ μὲ μεγάλον πόθο τὸν Θεό».
Κι’ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος λέγει : «Σὰν λυτρωθεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, καὶ σὰν περάσει μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ τὴν πονηρὴ θάλασσα, καὶ βλέπει μπροστά της τοὺς ἐχθρούς της νὰ χάνουνται, στοὺς ὁποίους ἤτανε πρωτήτερα δούλα, ἀναγαλλιάζει μὲ μία χαρὰ ἀνεκλάλητη καὶ δοξασμένη, γιατί παρηγοριέται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ξεκουράζεται στὸν Κύριο. Τότε τὸ πνεῦμα ποὺ ἔλαβε, τραγουδᾶ κάποιο καινούριο τραγούδι μὲ τὸ τύμπανο, ἤγουν μὲ τὸ σῶμα, καὶ μὲ τῆς κιθάρας, ἤγουν τῆς ψυχῆς, τὶς λογικὲς κόρδες καὶ τοὺς λεπτότατους λογισμούς, καὶ μὲ τὸ δοξάρι τῆς θείας χάρης, καὶ ψέλνει ὕμνους στὸν ζωοδότη Χριστό.» «Σὲ τοῦτο οἱ χριστιανοὶ εἶναι διαφορετικοὶ ἀπὸ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, καὶ μεγάλη ἀπόσταση ὑπάρχει ἀνάμεσά τους, γιατί ἔχουνε τὸν νοῦ τους καὶ τὴ διάνοιά τους στὸ οὐράνιο φρόνημα, καὶ καθρεφτίζουνε μέσα τοὺς τὰ αἰώνια ἀγαθά, ἐπειδῆς ἔχουνε τὸ ἅγιον Πνεύμα• γιατί γεννηθήκανε ἄνωθεν κι’ ἀξιωθήκανε νὰ γίνουνε τέκνα τοῦ Θεοῦ μὲ ἀλήθεια καὶ μὲ δύναμη, καὶ κατασταθήκανε σταθεροὶ καὶ στέρεοι κι’ ἀσάλευτοι κι’ ἀναπαυμένοι ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς ἀγῶνες καὶ κόπους, χωρὶς νὰ ταράζονται πιὰ ἀπὸ ἄστατους καὶ μάταιους λογισμούς. Σ’ αὐτὸ εἶναι πιὸ μεγάλοι καὶ πιὸ καλοὶ ἀπὸ τὸν κόασμο, ἐπειδῆς ἔχουνε τὸ νοῦ τους καὶ τὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς τους στὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ ἁγίου Πνεύματος».
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει γιαυτὰ τὰ βλογημένα δάκρυα : «Ἂν δὲν φτάξεις στὰ δάκρυα, μὴν νομίσεις πὼς ἔφταξες κάπου στὴ διαγωγή σου καὶ στὴν πολιτεία σου, γιατί ὡς τὰ τότε, τὸν κόσμο ὑπηρετοῦνε οἱ κρυφοὶ διαλογισμοί σου, δηλαδὴ μὲ τὸν ἔξω ἄνθρωπο κάνεις τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ μέσα ἄνθρωπος εἶναι ἀκόμα ἄκαρπος• ἐπειδὴ ὁ καρπὸς τοῦ ἔρχεται ἀπὸ τὰ δάκρυα. Γιατί σὰν φτάξςεις στὴ χώρα τους, τότε νὰ ξέρεις πὼς βγῆκε ἡ διάνοιά σου ἀπὸ τὴ φυλακὴ τούτου τοῦ κόσμου κι’ ἔβαλε τὸ πόδι της στὴ στράτα τοῦ καινούριου κόσμου,, κι’ ἄρχισε νὰ μυρίζει ἐκεῖνον τὸν καινούριον ἀέρα τὸν θαυμαστόν. Καὶ τότε ἀρχίζουνε νὰ τρέχουνε τὰ δάκρυα, ἐπειδὴ κοντεύει νὰ γεννηθεῖ τὸ πνευματικὸ νήπιο. Γιατί ἡ χάρη, ποὺ εἶναι ἡ μητέρα ὅλων, βιάζεται νὰ γεννήσει στὴν ψυχὴ κάποιον θεϊκὸ τύπο μυστικὰ στὸ φῶς τῆς μέλλουσας ζωῆς. Καὶ σὰν φτάξει ἡ ὥρα νὰ γεννηθεῖ, τότες ὁ νοῦς ἀρχίζει νὰ κινιέται σὲ κάποια πράγματα τοῦ κόσμου, ὅπως ἡ ἀναπνοὴ ποὺ παίρνει τὸ ἀγέννητο μωρὸ μέσα στὴν κοιλιὰ καὶ θρέφεται• κ’ ἐπειδὴ δὲ μπορεῖ νὰ βαστάξει σὲ κάποιο πράγμα ποὺ δὲν εἶναι συνηθισμένο, συνειθισμένο, ἄξαφνα ἀρχίζει νὰ σαλεύει τὸ κορμί του σὰν νὰ θέλει νὰ κλάψει μ’ ἕνα κλάψιμο ἀνακατεμένο μὲ τὴ γλυκύτητα τοῦ μελιοῦ. Κι’ ὅσο θρέφεται τὸ μέσα βρέφος, τόσο περισσότερα δάκρυα ἔρχουνται.» Κι’ ἀλλοῦ γράφει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος: «Πρῶτα δοκιμάζει μὲ πειρασμοὺς ὁ Θεός, ὕστερα δείχνει τὸ χάρισμα. Δόξα στὸν δεσπότη ποὺ μᾶς δίνει τὴν ὑγεία μας μὲ γιατρικὰ στυφά.» Κι’ ἀλλοῦ λέγει: «Ὅλοι οἱ ἅγιοι θλιμένοι μισέψανε ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ• κι’ ἂν οἱ ἅγιοι πενθούσανε καὶ τὰ μάτια τοὺς γεμίζανε πάντα δάκρυα, ὥσπου φύγανε ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, ποιὸς δὲν θὰ κλάψει; Ἡ παρηγοριὰ τοῦ χριστιανοῦ γεννιέται ἀπὸ τὸ κλάψιμο• κι’ ἂν οἱ τέλειοι κ’ οἱ νικηφόροι κλάψανε ἐδῶ κάτω, πῶς θὰ παραδεχτεῖ νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὸ κλάψιμο αὐτὸς ποῦ εἶναι γεμάτος πληγές; αὐτὸς ποὺ ἔχει μπροστά του κειτάμενο τὸ κουφάρι του, καὶ ποὺ βλέπει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτὸ τοῦ νεκρωμένον ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, χρειάζεται καὶ διδασκαλία μὲ ποιὸν λογισμὸ θὰ μεταχειρισθεῖ τὰ δάκρυα;» Κι’ ἀλλοῦ γράφει: «Καλότυχοι ὅσοι εἶναι καθαροὶ στὴν καρδιά, γιατί δὲν περνᾶ ὥρα ποὺ δὲν νοιώθουνε τούτη τὴ χαρὰ τῶν δακρύων, καὶ μέσα σ’ αὐτὴ βλέπουνε τὸν Κύριο. Κ’ ἐνῶ ἀκόμα τὰ δάκρυα εἶναι στὰ μάτια τους, ἀξιώνουνται νὰ θωροῦνε τὰ μυστήριά του μὲ τὸ ὕψος τῆς προσευχῆς τους, καὶ δὲν κάνουνε ποτὲ προσευχὴ ποὺ νὰ μὴν εἶναι βρεγμένη μὲ δάκρυα. Κι’ αὐτὸ εἶναι ποὺ λέγει ὁ Κύριος «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.» Γιατί ἀπὸ τὸ πένθος ἔρχεται κανένας στὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς, γιὰ τοῦτο εἶπε μὲν ὁ Κύριος πὼς αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε, μὰ δὲν ἐξήγησε ποιὰ παρηγοριὰ θὰ παρουνε• γιατί σὰν ἀξιωθεῖ ὁ χριστιανὸς μὲ τὰ δάκρυα νὰ περάσει τὴ χώρα τῶν παθῶν καὶ νὰ φτάξει στὸν κάμπο τῆς καθαρότητας τῆς ψυχῆς, τότε τὸν βρίσκει αὐτὴ ἡ παρηγοριὰ ποὺ δὲν βρίσκεται σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, τότε καταλαβαίνει ποιὰ παρηγοριὰ βρίσκει στὸ τέλος τῆς λύπης, ποὺ τὴν δίνει ὁ Θεὸς μὲ τὴν καθαρότητα σ’ ὅσους θλίβουνται• γιατί δὲν γίνεται νὰ θλίβεται κανένας ἀδιάκοπα καὶ νὰ πειράζεται κι’ ἀπὸ τὰ πάθη, ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ χάρισμα δίνεται σὲ κείνους ποὺ δὲν ἔχουνε πάθη, τὸ νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θλίβουνται. Τὴ βοήθεια ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸ κλάψιμο, κανένας δὲν τὴ γνωρίζει, παρὰ μονάχα ἐκεῖνοι ποὺ παραδώσανε τὶς ψυχὲς τοὺς σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο.» Κι’ ἀλλοῦ λέγει: «Ὁ πλοῦτος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι παρηγοριὰ ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸ πένθος, καὶ ἡ χαρὰ ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν πίστη καὶ ποὺ λάμπει στὰ κατάβαθά της διανοίας.» Καὶ σὲ ἄλλο μέρος γράφει: «Οἱ καλὲς πράξεις ποὺ γίνουνται χωρὶς τὴ λύπη τῆς διάνοιας, εἶναι σὰν ἕνα σῶμα ἄψυχο».
Κι’ ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος λέγει: «Καλότυχος ἐκεῖνος ποὺ μὲ γνώση θὰ ἐπιθυμήσει νὰ κλαίγει, καὶ ποὺ θὰ χύσει δάκρυα μὲ κατάνυξη ἀπάνω στὴ γῆ σὰν καλὰ μαργαριτάρια μπροστὰ στὸν Κύριο».
Πολλὰ γράφει γιὰ τὸ χαροποιὸ πένθος κι’ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «Ἂς ποθήσουμε, λέγει, μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ μᾶς ἐκεῖνα ποὺ μᾶς προστάζει ὁ Θεός, φτώχια πνευματική, ἤγουν ταπείνωση, παντοτινὴ θλίψη, νύχτα καὶ μέρα, ἀπ’ ὅπου ἀναβρύζει κάθε ὥρα ἡ χαρὰ τῆς ψυχῆς κ’ ἡ παρηγοριὰ σὲ κείνους ποὺ ἀγαπᾶνε τὸν Θεό. Γιατί ἀπ’ αὐτὴ τὴ θλίψη ἀποχτιέται κ’ ἡ πραότητα σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται ἀληθινά. Ἀπὸ τὸ πένθος «πεινοῦνε καὶ διψοῦνε τὴν δικαιοσύνη», ἤγουν ὅλες τὲς ἀρετές, καὶ ζητᾶνε πάντα τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ ξεπερνᾶ κάθε νοῦ ἀνθρώπινον. Ἀπὸ τὴν παντοτινὴ θλίψη γίνουνται κ’ ἐλεήμονες καὶ καθαροὶ στὴν καρδιὰ καὶ γεμάτοι ἀπὸ εἰρήνη κ’ εἰρηνοποιοὶ κι’ ἀνδρεῖοι στοὺς πειρασμούς. Ἀπὸ τὸ πένθος μισεῖ κανένας τὰ κακά. Ἀπὸ τὸ πένθος ἀνάβει στὴν ψυχὴ ὁ θεϊκὸς ζῆλος ποὺ δὲν τὴν ἀφήνει πιὰ νὰ ἡσυχάσει ὁλότελα, εἴτε νὰ γυρίσει στὸ κακὸ μαζὶ μὲ τοὺς κακούς. Ἀλλὰ τὴν γεμίζει ἀπὸ ἀνδρεία καὶ δύναμη στὸ νὰ κάνει ὑπομονὴ μέχρι τέλος στοὺς πειρασμούς.» Καὶ σ’ ἄλλο μέρος λέγει: «Πρωτήτερα ἀπὸ τὸ πένθος γιὰ τὸν Θεό, εἶναι ἡ ταπείνωση, κ’ ὕστερα ἀπ’ αὐτὸ ἀκολουθεῖ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη ἀνέκφραστη. Κι’ ὁλόγυρα στὴν ταπείνωση ποὺ γίνεται γιὰ τὸν Θεὸ φυτρώνει ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας• γιατί ὅσο νομίζει κανένας μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ τοῦ τὸν ἑαυτὸ τοῦ πιὸ ἁμαρτωλὸν ἀπ’ ὅλους τους ἀνθρώπους, τόσο πληθαίνει μαζὶ μὲ τὴν ταπείνωση ἡ ἐλπίδα, κι’ ἀνθίζει μέσα στὴν καρδιά του, καὶ τὴν πληροφορεῖ πὼς μέλλει νὰ σωθεῖ μὲ τὴν ταπείνωση. Ὅσο κατεβαίνει κανένας σὲ βάθος ταπείνωσης καὶ καταδικάζει καὶ κατακρίνει τὸν ἑαυτό του γιὰ ἀνάξιο νὰ σωθεῖ, τόσο πικραίνεται καὶ βγάζει πηγὲς ἀπὸ δάκρυα, καὶ κατ’ ἀναλογία μὲ τὰ δάκρυα καὶ μὲ τὴ θλίψη τοῦ ἀναβρύζει στὴν καρδιά του ἡ πνευματικὴ χαρά, καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴ ἀναβρύζει ἡ ἐλπίδα καὶ μεγαλώνει μαζί της καὶ δίνει τὴν πληροφορία βεβαιότερη.» Κι’ ἀλλοῦ γράφει: «Πρέπει κάθε ἕνας νὰ στοχάζεται τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ προσέχει μὲ φρονιμάδα, ὥστε νὰ ἔχει τὸ θάρρος σὲ μονάχη τὴν ἐλπίδα, χωρὶς τὴ λύπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ταπείνωση, οὔτε πάλι νὰ θαρεύεται στὴν ταπεινοφροσύνη καὶ στὰ δάκρυα, χωρὶς τὴν πνευματικὴ ἐλπίδα καὶ χαρὰ ποὺ ἔρχονται μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα.» Κι’ ἀλλοῦ πάλι γράφει: «Γίνεται καὶ λύπη χωρὶς πνευματικὴ ταπείνωση, κι’ ἐκεῖνοι ποὺ θλίβονται ἔτσι, νομίζουνε πὼς αὐτὸ τὸ πένθος καθαρίζει τὶς ἁμαρτίες, ἀλλὰ μάταια πλανιοῦνται, ἐπειδῆς εἶναι στερημένοι ἀπὸ τὴ γλυκύτητα τοῦ πνεύματος ποὺ γίνεται μυστικὰ μέσα στὸ νοερὸ θησαυροφυλάκιο τῆς ψυχῆς καὶ δὲν γεύουνται ἀπὸ τὴ χρηστότητα τοῦ Κυρίου. Γιὰ τοῦτο οἱ τέτοιοι ἄνθρωποι ἀνάβουνε γλήγορα καὶ θυμώνουνε καὶ δὲν μποροῦνε νὰ καταφρονήσουνε ὁλότελα τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου. Μὰ ὅποιος δὲν τὰ καταφρονέσει ὁλότελα τοῦτα, καὶ δὲν ἀποχτήσει μίσος μ’ ὅλη τὴν ψυχὴ τοῦ γι’ αὐτά, δὲν εἶναι δυνατὸ ν’ ἀποχτήσει ποτὲ βέβαιη κι’ ἀδίσταχτη ἐλπίδα πὼς θὰ σωθεῖ, ἀλλὰ τριγυρίζει παντοτινὰ μὲ ἀμφιβολία ἐδῶ κ’ ἐκεῖ, ἐπειδὴ δὲν ἔβαλε θεμέλιο ἀπάνω σὲ πέτρα.» Κι’ ἀλλοῦ λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος: «Τὸ πένθος εἶναι διπλὸ κατὰ τὶς ἐνέργειες: σὰν νερὸ σβύνει μὲ τὰ δάκρυα ὅλη τὴ φλόγα τῶν παθῶν, καὶ ξεπλύνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν μολυσμὸ ποὺ προξενοῦσε στὴν ψυχὴ• καὶ πάλι σὰν φωτιὰ ζωοποιεῖ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος κι’ ἀνάβει καὶ πυρώνει καὶ ζεσταίνει τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἀνάβει στὸν ἔρωτα καὶ στὸν πόθο τοῦ Θεοῦ.» Καὶ σὲ ἄλλο μέρος πάλι γράφει: Ὅποιος συλλογίζεται μὲ αἴσθηση τῆς ψυχῆς πὼς εἶναι ἀνάξιος νὰ δεχτεῖ τὸν Θεὸ καὶ πὼς ἡ πολιτεία του, ὅσο καλὴ κι’ ἂν εἶναι, εἶναι τιποτένια μπροστὰ στὴν πολιτεία τῶν ἁγίων, χωρὶς ἄλλο θὰ πενθήσει μὲ κεῖνο τὸ πένθος ποὺ εἶναι ἀληθινὰ μακαριώτατο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔρχεται κι’ ἡ παρηγοριά, καὶ κάνει τὴν ψυχὴ πραεία• γιατί ἡ χαρὰ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴ θλίψη εἶναι ὁ ἀραβώνας τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.» Κι’ ἀλλοῦ λέγει: «Ὅπου εἶναι ταπεινοφροσύνη, ἐκεῖ εἶναι κι’ ἡ φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι’ ὅπου εἶναι φώτιση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐκεῖ εἶναι καὶ φωτοχυσία τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς μὲ σοφία καὶ γνώση τῶν μυστηρίων του. Κι’ ὅπου εἶναι αὐτά, ἐκεῖ εἶναι κ’ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, κ’ ἡ γνώση τῆς βασιλείας, κ’ οἱ κρυφοὶ θησαυροὶ τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ, ποὺ μέσα τοὺς εἶναι καὶ τὸ φανέρωμα τῆς πνευματικῆς φτώχιας. Κι’ ὅπου εἶναι αἴσθηση πνευματικῆς φτώχιας, ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ χαρούμενο πένθος, ἐκεῖ εἶναι καὶ τὰ παντοτινὰ δάκρυα, ποὺ καθαρίζουνε ἐκείνη τὴν ψυχὴ ποὺ τὰ ἀγαπᾶ καὶ τὴν κάνουνε ὁλόκληρη φωτεινή. Ώ, δάκρυα ποὺ ἀναβλύζετε ἀπὸ θεϊκὸν φωτισμὸ κι’ ἀνοίγετε τὸν οὐρανὸ καὶ μοῦ προξενᾶτε θεϊκὴ παρηγοριά! Γιατί ἀπὸ τὴ χαρὰ κι’ ἀπὸ τὸν πόθο ποὺ ἔχω, λέγω πάλι καὶ πολλὲς φορὲς τὰ ἴδια; Γιατί ὅπου εἶναι πλῆθος δάκρυα μὲ γνώση ἀληθινή, ἐκεῖ εἶναι καὶ λάμψη θείου φωτός, κι’ ὅπου εἶναι λάμψη θείου φωτός, ἐκεῖ εἶναι κι’ ὅλα τὰ καλά, κ’ ἐκεῖ εἶναι τυπωμένη μέσα στὴ καρδιὰ κ’ ἡ σφραγίδα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀπ’ ὅπου προέρχονται ὅλοι οἱ καρποὶ τῆς ζωῆς. Ἀπὸ τὰ δάκρυα γιὰ τὸν Χριστὸ βγαίνουνε τοῦτοι οἱ καρποί, ἡ πραότητα, ἡ εἰρήνη, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ χρηστότητα, ἡ ἀγαθωσύνη, ἡ πίστη, ἡ ἐγκράτεια. Ἀπὸ τὰ δάκρυα βγαίνει τὸ νὰ ἀγαπᾶ κανένας τοὺς ἐχθρούς του καὶ νὰ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ γὶ αὐτούς, τὸ νὰ χαίρεται στοὺς πειρασμούς, τὸ νὰ καυχιέται στὶς θλίψεις, τὸ νὰ στοχάζεται σὰν δικές του τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀλλουνῶν καὶ νὰ κλαίγει γι’ αὐτές, τὸ νὰ βάζει τὴ ζωή του σὲ θάνατο γιὰ τοὺς ἀδελφούς του μὲ προθυμία».
πηγή: Ἑλληνικὴ Δημιουργία, τ.61, 1950 και Μυριόβιβλος

https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Ὅποιος ἀξιώθηκε ν’ ἀγαπήσει τὸ Θεό χωρίζει ἀπὸ τὸν κόσμο



τοῦ Φώτη Κόντογλου


Ὅποιος ἀξιώθηκε ν’ ἀγαπήσει τὸ Θεό, δηλαδὴ ν’ ἀγαπηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, χωρίζει ἀπὸ τὸν κόσμο, ἐπειδὴ δὲν παραδέχεται τὴ σοφία του κι ὁ κόσμος τὸν μισεῖ καὶ τὸν κοροϊδεύει. Τὸν βγάζει τρελὸ γιὰ νὰ μὴ χάσει τὴν πίστη του στὴ δική του λογικὴ καὶ νιώσει τὴ δική του ἀθλιότητα. Ἔτσι θὰ γίνεται στὸν αἰώνα, γιατί δὲ θὰ ξημερώσει ποτὲ ἡ μέρα ποὺ θὰ καταλάβει ὁ κόσμος πὼς αὐτοὶ οἱ τρελοὶ δὲν εἶναι τρελοὶ γιατί τότε θὰ ἔρθει στὴ γῆ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ δὲ θὰ ὑπάρχει κανένας πονηρὸς γιὰ νάναι καὶ τὰ μάτια τοῦ πονηρὰ ἀλλὰ ὅλοι θάναι ἀθῶοι σὰν παιδιά. Μὰ τοῦτο δὲν θὰ γίνει ποτὲ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, ὅπως εἶπε τὸ ἀλάθευτο στόμα τοῦ Κυρίου. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ στοὺς ἀνθρώπους ἁπλὰ καὶ καθαρά, κι ἐμεῖς οἱ πονηροὶ κάνουμε πὼς δὲν καταλαβαίνουμε. Μᾶς ἐξαγόρασε μὲ τὸν θάνατό του, μᾶς ἀνάγγειλε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ μᾶς δίδαξε νὰ ἑτοιμάσουμε τὸν ἑαυτό μας γι’ αὐτή, κι ἐμεῖς γυρίσαμε τὴ διδαχή του στὰ δικά μας θελήματα καὶ δὲν πάψαμε νὰ πιστεύουμε μονάχα σὲ τούτη τὴ ζωὴ

https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Η μελαγχολία τών Παλαιολόγων




Τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα στὸν Μυστρᾶ, τύχαινε πολλὲς φορὲς νὰ βρεθῶ μοναχὸς μέσα στὴν Περίβλεπτο. Τ᾿ ἀπόγεμα ἡ ἐκκλησία σκοτείνιαζε κι ἀγρίευε. Ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὴν σκαλωσιὰ ἄκουγα πατήματα. «Κανένα φάντασμα θὰ περπατᾷ», συλλογιζόμουνα, καὶ γύριζα τὸ κεφάλι μου πάντα κατὰ τὸ μέρος ποὺ στεκόντανε ζωγραφισμένοι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ πολεμάρχοι. Στεκόντανε στὴ σειρὰ ἕνα γῦρο, λίγο ψηλότερα ἀπὸ τὸ χῶμα, οἱ περισσότεροι μὲ βγαλμένα μάτια, τρυπημένοι στὸ στῆθος, πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς κομματιασμένοι ἀπὸ τὶς σπαθιές. Σὲ πολλὰ κεφάλια εἶχε ἀπομείνει γερὸ ἕνα μάτι μοναχά, μὰ κεῖνο τὸ μάτι ἔβλεπε σὰν δέκα ζωντανά.

Μνήσθητί μου, Κύριε! Χρόνια πέρασα μέσα σὲ κείνη τὴν ἐκκλησιά, καὶ μ᾿ ὅλα τοῦτα ἀνατρίχιαζα, σύγκρυο μὲ διαπερνοῦσε. Κεῖνοι οἱ χορταριασμένοι τοῖχοι ἤτανε ζωντανοί, καρδιὲς χτυπούσανε, νεῦρα τανυζόντανε, σπαθιά, σαργίτες, ταρκάσια, σκουτάρια τρίζανε ἀπάνω στὰ κορμιά. «Καὶ ἰδού, σεισμὸς καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ, ἑκάτερον πρὸς τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καὶ εἶδον· καὶ ἰδοὺ ἐπ᾿ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες ἐφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν ἐπ᾿ αὐτὰ δέρμα ἐπάνω. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτὰ τὸ πνεῦμα καὶ ἔζησαν καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγὴ πολλὴ σφόδρα».

Ἐτοῦτοι εἶναι οἱ τελευταῖοι στρατιῶτες τοῦ Παλαιολόγου, τότε ποὺ ἤρτανε καὶ πιάσανε γιὰ μετερίζι τῆς ἀπελιπισίας τὸ φημισμένο βουνὸ τοῦ Ταϋγέτου, σιμὰ στὴν ἀρχαία Σπάρτη. Ἀνεμοδαρμένο ἀπάνου στὸν βράχο, μαραζωμένο, τὰ μάτια τους μελανιασμένα καὶ λαμπερὰ ἀπὸ τὴν θέρμη, ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια καὶ τὴν ἀγωνία. Ἀνατολῖτες, στρατολογημένοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Σηλύβριας, τῆς Μαύρης Θάλασσας, τὴν Ἀγχίαλο, τὴν Καβάρνα, κι ἄλλοι ντόπιοι ἀπ᾿ τὸν Δρόγγο τῶν Σκορτῶν, τὸ Σάλαβρο, τὸ Βοίτουλο, τὴ Μάνη, τὴ Γρεμπενή, τὸν Ἀϊτὸ κ.ἀ., αἵματα παλιά. Δὲν εἶναι στρατιῶτες βαριοί, μὲ κορμιὰ δυνατά. Τὰ χέρια τους καὶ τὰ ποδάρια τους εἶναι κοκκαλιασμένα, τὰ κορμιὰ λιγνά, περπατᾶνε ἐλαφρὰ σὰν φαντάσματα, πολεμιστὲς ἑνὸς βασιλείου ποὺ δὲν εἶναι τούτου τοῦ κόσμου. «Θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου». Σὰν τὸν ἀφέντη τους τὸν Κωνσταντῖνο, ξέρουνε τὸ κακὸ τὸ ριζικό τους.



Κι οἱ ἄλλοι οἱ σύντροφοί τους εἶναι παραπονεμένοι, μὰ τοῦτος εἶναι πολὺ θλιμμένος, φαρμάκι στάζει ἀπὸ τὸ στόμα του. Στέκεται σὰν πουλὶ ἀναφτερουγιασμένο. Στό ῾να χέρι του βαστᾷ ἀλαφρὰ τὸ δοξάρι καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ἀκουμπᾷ ἀπάνω στὸ σπαθί. Ἀπὸ τὸ λαιμό του εἶναι κρεμασμένη ἡ περικεφαλαία πίσ᾿ ἀπὸ τὴν ὡραία κεφαλή του, στὸν ἕναν ὦμο του ἔχει ριγμένο τὸ ταρκάσι μὲ τὶς σαγίτες καὶ στὸν ἄλλον ὦμο τὸ σκουτάρι του.

Ὧρες καθόμουνα καὶ κουβέντιαζα μαζί του σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ δὲ χρειάζεται μηδὲ στόμα γιὰ νὰ τὴ πεῖ, μηδὲ ἀφτί, γιὰ νὰ τὴν ἀκούσει. Τὸν ἄκουγα ποὺ μοῦ μιλοῦσε ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο, σὰν τ᾿ ἀγέρι ποὺ φυσᾷ ἀπάνου στ᾿ ἄγρια χορτάρια πού ῾ναι φυτρωμένα σὲ κάστρο ρημαγμένο, μὰ καταλάβαινα καθαρὰ τί μοῦ ῾λεγε.

Τοῦτος ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι κανένας ἄντρας δυνατός, μὲ κορμὶ ἀντρειωμένο, χεροδύναμος καὶ φοβερός. Τὸ κορμί του εἶναι ἀλαφρὸ καὶ λυγερό, τὰ ποδάρια του ψιλὰ καὶ μακριὰ σὰν τοῦ ζαρκαδιοῦ. Κεῖνα τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν του εἶναι ἴδια κοντύλια ψιλοπελεκημένα, ἴδια ἁγιοκέρια, κι ἀπορεῖς πῶς κρατᾶνε ἄρματα. Τὸ κεφάλι του γέρνει στὸν ὦμο του σὰν τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιο κεφάλι ποιὸ πινέλο νὰ τὸ ζωγράφισε! Ζωγράφος εἶμαι κι ἐγώ, κι ὅμως ἀπορῶ γιὰ τὴν τόση τέχνη. Ἀπὸ ποιὸ μέρος ᾖρθε τοῦτο τὸ χέρι, ποὺ κράτησε τὸ πινέλο, γιὰ νὰ τυπώσει αὐτὰ τὰ πικραμένα μάτια, αὐτὸ τὸ πηγοῦνι, αὐτὸ τὸ στόμα, αὐτὰ τὰ μαλλιά! Τί μυστήριο κρύβεται μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν καθρέφτη π᾿ ἀντιφεγγίζει τὶς χαρὲς ἑνὸς ἄλλου κόσμου! Καὶ τί εὐτυχία γιὰ μᾶς, νὰ φτάξει ἴσαμε τὰ χρόνια μας ἕνα τέτοιο δῶρο ἐξαίσιο! Πρόσωπο γλυκομελάχρινο, ψημένο ἀπὸ τὸν ἥλιο τῆς Ἀνατολῆς, στὰ μέρη ποὺ πολεμοῦσε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὰ μισοσφαλισμένα μάτια του βγαίνει μία ἀντιφεγγιὰ γλυκιά, ἤρεμη καὶ θλιμμένη.

Σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο δὲν βρέθηκε, μηδὲ θὰ βρεθεῖ τέχνη ὅμοια μὲ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ δίνει τέτοιο πάθος καὶ τέτοιο γλυκὸ παράπονο στὰ πλάσματά της. Ὅποιος ἔχει καρδιὰ θερμή, ἐκεῖνος θὰ μὲ καταλάβει. Καμιὰ τέχνη δὲ μεταχειρίστηκε τόσο ἁπλὰ μέσα καὶ καμιὰ τέχνη δὲν ἔπιασε τέτοια πράματα. Ἀπὸ κοντά, τὰ μάτια εἶναι δυὸ πινελιές, μιὰ μαύρη καὶ μίαν ἄσπρη, ἡ μύτη εἶναι καμωμένη μὲ δυὸ ἐλαφρὲς γραμμές! Δὲν εἶναι λοιπὸν μεγάλο μυστήριο; Τί θέλουνε νὰ ποῦνε αὐτοὶ ποὺ μιλᾶνε γιὰ φυσικὰ καὶ γιὰ ἀνατομίες καὶ γιὰ ἐπιστῆμες καὶ γιὰ ὀφθαλμολογίες καὶ τέτοια; Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει μηδὲ φυσικό, μηδὲ ἀφύσικο, μηδὲ τίποτα. Ἐδῶ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἀνεξερεύνητο μυστήριο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πιάσει μηδὲ ὁ σοφὸς Σολομῶντας, μὲ λόγια, μὲ σκολειὰ καὶ μὲ φιλοσοφίες. «Δώρημα τέλειον ἄνωθεν καταβαῖνον ἐκ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων». Φλόγα ἄπιαστη, ἀκατανόητη πνοή!

Ἡ τέχνη τῆς ἀνατολικῆς χριστιανοσύνης εἶναι καθαρὴ θροφὴ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ χαρὰ γιὰ τὰ μάτια. Τὸ ἰδεῶδες της Ἀνατολῆς ἀπέχει ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες τῆς Δύσης ὅσο κι ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὴ γῆ. Μὲ τὸ πάθος ἡ Ἀνατολὴ πέτυχε τὸ ἐξωτικὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ζητᾷ τὸ πνεῦμα σὰν ἐλάφι διψασμένο. Ἡ Δύση ἔκανε ἀνάμεσα στὰ ἔθνη ἐκεῖνα ὅπως ὁ Προμηθέας, καὶ πῆγε τὸ φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ζούσανε στὸ σκοτάδι. Πῆγε καὶ κούρνιασε στὴν ἀϊτοφωλιά, στὸ Τολέδο, Ἀνατολίτης ντερβίσης, κήρυκας τῆς ἐγκράτειας στὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς, βαριεστισμένος ἀπὸ τὰ πανηγύρια τῆς Βενετιᾶς. Ὅπως ἤτανε κατατρεγμένοι οἱ Βυζαντινοὶ ποὺ σκαλώνανε στὰ βράχια τοῦ Μυστρᾶ, ἔτσι κι ὁ Θεοτοκόπουλος πῆγε καὶ φώλιασε στὸ Τολέδο.

http://www.paterikiorthodoxia.com/2012/07/1281.html

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πολυαγαπημένος Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ


Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πολυαγαπημένος Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Κάποιος καλὸς φίλος μου μοῦ χάρισε ἕνα μικρὸ εἰκονισματάκι σὲ σμάλτο ῥούσικο, ἕνα ἐγκόλπιο, ποὺ παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀπὸ τὸ πίσω μέρος εἶναι καπλαντισμένο μὲ βελοῦδο, καὶ φαίνεται πὼς τὸ φοροῦσε κατάσαρκα στὸ λαιμό του κανένας ἅγιος ἄνθρωπος τῆς τσαρικῆς Ῥωσίας.

Μὲ πολλὴ συγκίνηση δέχθηκα αὐτὸ τὸ δῶρο, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι πολὺ ἀγαπητὸς σὲ μένα, ὅπως εἶναι συμπαθέστατος καὶ σὲ ὅσους τὸν ξέρουνε. Κρέμασα λοιπὸν αὐτὸ τὸ εἰκονισματάκι στὸ εἰκονοστάσι μας, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἁγίους, ποὺ τοὺς παρακαλοῦμε στὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς μας, καὶ ποὺ ἀνάμεσά τους ξεχωρίζουνε ὁ ἅγιος Νικόλαος κι᾿ ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, κ᾿ οἱ νέοι ἢ νεοφανεῖς ἅγιοι, ὅπως οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ῥαφαὴλ καὶ Νικόλαος, ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χιοπολίτης, ὁ ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων, ὁ ἅγιος Δαυῒδ ὁ Γέρων, ὁ ἅγιος Νεκτάριος κ.ἄ.

Τὸ σμαλτένιο εἰκονισματάκι ποὺ εἶπα, παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ ποὺ περπατᾶ μέσα στὸ δάσος, ἕνα γεροντάκι σκυφτό, ἀκουμπισμένο στὸ ραβδί του μὲ τὸ δεξὶ χέρι καὶ στ᾿ ἀριστερὸ βαστᾶ ἕνα κομποσκοίνι. Τὸ πρόσωπό του λαμποκοπᾶ ἀπὸ τὴν καλοσύνη, καὶ τὸ ῥασοφορεμένο σῶμα του μὲ τὰ χοντροπάπουτσά του ἔχει μία σεβάσμια κι᾿ ἀξιαγάπητη κίνηση, γεμάτο ἁγιοσύνη καὶ πραότητα.

Αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους, γιατὶ γεννήθηκε στὸ Κοὺρκ κατὰ τὰ 1759 καὶ κοιμήθηκε στὰ 1833, δηλαδὴ ἔζησε στὸν ἴδιον καιρὸ μὲ τὸ δικό μας ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἤτανε Προχόρ, δηλαδὴ Πρόχορος, κ᾿ ἤτανε τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειάς του. Τὰ μεγαλύτερά του ἤτανε ἕνας ἀδελφὸς καὶ μία ἀδελφή. Ὁ πατέρας του ἤτανε πρακτικὸς κάλφας ποὺ ἔχτιζε ἐκκλησιές. Λίγο πρὶν νὰ γεννηθῆ ὁ Προχόρ, ἔπιασε νὰ χτίζη μία μεγάλη ἐκκλησία, μὰ δὲν πρόφταξε νὰ τὴν τελειώση, γιατὶ πέθανε. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα του ἤτανε ἄξια κ᾿ εἶχε μάθει κοντά του κάμποσα ἀπὸ τὴν τέχνη του, κι᾿ ἅμα ἀπόμεινε χήρα, ἀνάλαβε ἐκείνη ν᾿ ἀποτελειώση τὴν ἐκκλησιά. Πολλὲς φορὲς ἔπαιρνε μαζί της καὶ τὸ μικρὸ Προχόρ, ποὺ ἔδειχνε μεγάλη ἀγάπη στὴν τέχνη τῶν γονιῶν του.

Ἀπὸ τότε φανέρωσε ὁ Θεὸς πὼς τὸν προώριζε γιὰ τὸ μεγαλύτερο πνευματικὸ ἀξίωμα ποὺ ὑπάρχει, δηλαδὴ νὰ γίνῃ ἅγιος. Καὶ τὸ φανέρωσε μὲ τοῦτον τὸν τρόπο: Ὁ Προχὸρ ἤτανε ἑφτὰ χρονῶν. Μιὰ μέρα τὸν πῆρε ἡ μητέρα τοῦ μαζί της στὴν ἐκκλησιὰ ποὺ ἔχτιζε. Τὴν ὥρα ποὺ ἀνεβαίνανε στὸ καμπαναριό, ὁ Προχὸρ παίζοντας, σὰν παιδί, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε ἀπὸ τόσο ψηλά, ποὺ θὰ σκοτωνότανε σίγουρα. Μὰ σὰν νὰ τὸν πιάσανε κάποια ἀόρατα χέρια, καὶ δὲν ἔπαθε τίποτα. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔτυχε νὰ περνᾶ ἕνας θεοφοβούμενος ἄνθρωπος ποὺ εἶχε προορατικὴ χάρη, κ᾿ εἶπε στὴ μητέρα του πὼς ὁ Θεὸς ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα, γιατὶ προώριζε τὸ παιδὶ νὰ γίνῃ ἕνας μεγάλος ἅγιος.

Σὰν ἔγινε δέκα χρονῶν, ἀρρώστησε, κ᾿ ἔπαψε νὰ πηγαίνη στὸ σκολειό. Δὲν ἔφτανε ἡ ἀρρώστια, ἀλλὰ στενοχωριότανε περισσότερο ποὺ ἔχανε τὰ μαθήματα, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε πολὺ τὰ γράμματα. Μιὰ νύχτα τὸν ἄκουσε ἡ μητέρα του νὰ μιλᾶ μὲ κάποιον. Σὰν τὸν ρώτησε, τῆς εἶπε πὼς εἶχε δὴ τὴν Παναγία, καὶ πὼς τοῦ εἶπε πὼς θὰ τὸν γιατρέψη. Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Γιατί, ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες μέρες περνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι τοὺς μιὰ λιτανεία μὲ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, κ᾿ ἡ μητέρα τοῦ τὸν πῆγε καὶ τὴν ἀνασπάσθηκε. Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ παιδὶ ἔγινε ὁλότελα καλά.

Ἀπὸ τότε δὲν ἀπόλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, καὶ κάθε μέρα διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο. Κάποτε συναπάντησε στὸ δρόμο ἐκεῖνον τὸν θεοφοβούμενον ἄνθρωπο ποὺ ἔτυχε τὴν ὥρα ποὺ γκρεμνίσθηκε ἀπὸ τὸ καμπαναριό, καὶ μὲ τὸν καιρὸ δέσανε στενὴ φιλία μεταξύ τους. Ὁ ἕνας ἐκμυστηρευότανε στὸν ἄλλον κάποια μυστηριώδη ὁράματα, μὰ δὲν τὰ λέγανε σὲ κανέναν ἄλλον, γιὰ νὰ μὴν τοὺς περιπαίζουνε. Ὡστόσο περνούσανε γιὰ «βλαμμένοι», ὅπως λένε τοὺς εὐλαβεῖς οἱ ἄπιστοι, μὰ ἐκεῖνοι δὲν δίνανε σημασία καὶ κάνανε τὸν ἀπανάγαθον, δηλαδὴ ἤτανε «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί». Στὸν παληὸν καιρὸ σταθήκανε κάποιοι ἅγιοι, ποὺ κάνανε τὸν τρελὸ γιὰ τὸν Χριστό, ὥστε νὰ τοὺς περιφρονοῦνε οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ τοὺς ταπεινώνουνε, κ᾿ ἔτσι νὰ σβήνουν ὁλότελα τὸν ἐγωισμό τους καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά τους. Αὐτὴ ἡ ἄσκηση ἤτανε ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρές, ὅπως οἱ στυλίτες, καὶ γιὰ τοῦτο «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί» ἤτανε πολὺ λίγοι. Ὁ πιὸ σπουδαῖος στάθηκε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ποὺ ἐζοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τοὺς σκύλους, κατὰ τὰ 450 μ.X., ὁ Συμεὼν ὁ Σύρος, ποὺ ἔζησε στὰ 550 μ.X. καὶ δυό-τρεῖς ἄλλοι. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἔλεγε ὑστερώτερα πὼς σὲ τέτοιο σκληρὸ δρόμο ὁ Κύριος δὲν προσκαλεῖ ποτὲ ψυχὲς ἀδύνατες.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὑπῆρχε μεγάλη εὐλάβεια στὴ Ρωσία. Ἕνα πλῆθος ἄνθρωποι εἴχανε τὴν ψυχὴ καὶ τὴ διάνοιά τους γυρισμένη στὸν οὐρανό. Διαβάζανε τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ εἴχανε μεταφρασθῆ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, καθὼς καὶ τὰ μαρτύριά τους, προπάντων τῶν νεομαρτύρων μας ποὺ σφαζόντανε ἢ κρεμιόντανε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἰδιαίτερη ἀγάπη νοιώθανε γιὰ τοὺς ἀσκητάδες ποὺ εἴχανε ζήσει στὴν ἔρημο, προπάντων στὴν Αἴγυπτο, στὴ Συρία καὶ στὴν Παλαιστίνη, μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ σκισμάδες τῶν βουνῶν, τριγυρισμένοι ἀπὸ τὸν ἀτελείωτον ἄμμο. Στὴ χώρα τοὺς ὅμως δὲν ὑπήρχανε τέτοια πράγματα, παρὰ μοναχὰ ἀπέραντα μέρη δασωμένα, ἔρημα καὶ κεῖνα, μὰ ἀντὶ λιοντάρια καὶ κροκοδείλους εἴχανε ἄλλα ἀγρίμια, λύκους, ἀρκοῦδες, τσακάλια κ.ἄ. Ἐκεῖ, μέσα στὰ πυκνὰ δέντρα, κάνανε τὴν καλύβα τους ἀπὸ ξύλα κάποιοι ἀσκητάδες, καὶ μὲ τὸν καιρὸ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέρη χτιζόντανε μοναστήρια.

Ὁ Προχὸρ διάβαζε τέτοια ἀσκητικὰ βιβλία, κ᾿ εἶχε πόθο ν᾿ ἀσκητέψη. Μάζευε στὸ σπίτι τοὺς τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς, κι᾿ ἀντὶ γιὰ παραμύθια ποὺ λέγανε γιὰ νὰ περάσουνε οἱ ἀτελείωτες ὧρες τῆς χειμωνιάτικης νύχτας, τοὺς διάβαζε αὐτὰ τὰ συναξάρια, ἢ τοὺς ἐξηγοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο.

Μὲ τὸν καιρό, ἀποφάσισε νὰ πάγη νὰ προσκυνήση στὸ Κίεβο, σ᾿ αὐτὴ τὴ ρωσικὴ Σιῶν, μὲ τὶς ἀμέτρητες ἐκκλησιὲς καὶ τὰ πολλὰ μοναστήρια. Ἐκεῖ ξομολογήθηκε τὸν πόθο του στοὺς καλόγηρους, καὶ κεῖνοι τοῦ εἴπανε νὰ πάγη νὰ καλογερέψη σ᾿ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκότανε στὸ Σάρωφ, στὴν περιφέρεια τοῦ Κούρκ. Γυρίζοντας στὸ σπίτι του, τὰ εἶπε ὅλα στὴ μητέρα του, καὶ κείνη συμφώνησε μαζί του, τὸν σταύρωσε μὲ ἕναν μπρούτζινο σταυρὸ ποὺ τὸν εἴχανε οἰκογενειακὸ κειμήλιο, καὶ τούδωσε τὴν εὐχή της. Αὐτὸν τὸ σταυρὸ ὁ Προχὸρ τὸν εἶχε μαζί του ὡς ποὺ πέθανε.

Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὸ Κοὺρκ μαζὶ μ᾿ ἄλλους δυὸ φίλους του, ποὺ εἴχανε κι᾿ αὐτοὶ τὸν πόθο νὰ γίνουνε μοναχοί. Τραβήξανε λοιπὸν κ᾿ οἱ τρεῖς μαζί, μ᾿ ἕνα ταγάρι στὸν ὦμο καὶ μ᾿ ἕνα ραβδί, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ Σάρωφ.

Τὸ μοναστήρι ἤτανε χτισμένο ἀπάνω σ᾿ ἕνα ψήλωμα ποὺ τὸ ζώνανε δυὸ ποτάμια, ὁ Σάτης κ᾿ ἡ Σάροβκα. Στὸν τόπο τοῦ μοναστηριοῦ βρισκότανε ἄλλη φορὰ ἕνα παλιὸ κάστρο. Τὸν καιρὸ ποὺ ξεχυθήκανε οἱ Τάταροι στὴ Ρωσία, χτυπήσανε κεῖνο τὸ κάστρο καὶ τὸ πήρανε, καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸ κάθισε ὁ ἀρχηγός τους. Βρεθήκανε σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο κοντάρια, σπαθιά, σαγίτες κι᾿ ἄλλα παλαιὰ ἄρματα. Αὐτὰ τὰ μέρη τὰ βαστάξανε οἱ Τάταροι ὡς ἑκατὸ χρόνια. Ὕστερά τους διώξανε οἱ Ρῶσοι, καὶ κατὰ τὸν πόλεμο γκρεμνίσθηκε τὸ κάστρο καὶ ρήμαξε. Τὸ βουνὸ τὸ πνίξανε τὰ δέντρα ποὺ θεριέψανε, καὶ γίνηκε δάσος ἄγριο, γεμάτο θηρία. Τρακόσια χρόνια δὲν πάτησε ἐκεῖ πέρα ἄνθρωπος, ὡς ποὺ φάνηκε ἕνας ἀσκητὴς Ἰωάννης, κοντὰ στὰ 1700. Μὲ τὸν καιρό, πήγανε κοντά του κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες καὶ γίνηκε μοναστήρι, αὐτὸ ποὺ πῆγε νὰ καλογερέψη ὁ Προχόρ.

Ὁ κανονισμὸς τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε σὰν τὸν κανονισμὸ ποὺ εἴχανε τὰ μοναστήρια στ᾿ Ἅγιον Ὄρος καὶ τ᾿ ἄλλα τῆς Ἀνατολῆς. Ἁπλὸς κι᾿ αὐστηρός. Ἀκτημοσύνη καὶ ἐργόχειρο γιὰ νὰ βγάζουνε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Δουλεύανε καὶ στὰ χωράφια, σπέρνανε, θερίζανε, ἁλωνίζανε. Κάποιοι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε καὶ μαραγκοί, ἄλλοι πάλι ὑφαίνανε στὸν ἀργαλειὸ ἢ κάνανε σχοινιά. Τὰ χειμωνιάτικα ροῦχα τοὺς ἤτανε κανωμένα ἀπὸ προβιές, τὰ καλοκαιρινά τους ἀπὸ καννάβι. Ὁ ἡγούμενος δούλευε σὰν τοὺς ἄλλους, δίνοντας τὸ μάθημα τῆς ταπεινοφροσύνης. Οἱ ἀδελφοὶ ζούσανε μὲ μεγάλη σκληραγωγία, μὲ νηστεία, μ᾿ ἀγρυπνία, μὲ προσευχή. Ὅ,τι εἴχανε, τὸ μοιράζανε στοὺς φτωχούς, γύρω στὸ μοναστήρι. Ἡ ἐλεημοσύνη ἤτανε μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες φροντίδες τους. Στὰ 1776 ἔπεσε πείνα στὸν τόπο, κι᾿ ὁ ἡγούμενος ἄνοιξε τὶς ἀποθῆκες τοῦ μοναστηριοῦ καὶ μοίραζε σιτάρι στοὺς πεινασμένους, ποὺ τρέχανε μερμηγκιὰ στὸ μοναστήρι. Κάθε μέρα περνούσανε ὡς χίλιοι πεινασμένοι.

Ὁ Προχὸρ ἔφταξε στὸ μοναστήρι στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 1779, γεμάτος χαρὰ ἀπὸ τὸ περπάτημα ποὺ ἔκανε μέσα σὲ κείνη τὴν ἁγνὴ φύση. Χτύπησε τὴν πόρτα. Τὸν ὑποδεχτήκανε μὲ προθυμία. Ὁ ἡγούμενος ἤξερε τοὺς γονιοὺς τοῦ Προχόρ, ἐπειδὴ ἤτανε ἀπὸ τὸ Κούρκ, καὶ χάρηκε πολὺ σὰν εἶδε τὸ παιδί τους, καὶ μάλιστα σὰν τοῦ εἶπε πὼς ἤθελε νὰ καλογερέψη. Τότε ὁ Προχὸρ ἤτανε 19 χρονῶν, μεγαλόσωμος, γερός, μὲ ζωηρὰ γαλανὰ μάτια ποὺ καθρεφτίζανε τὴν ἁγνὴ καὶ καθαρὴ ψυχή του. Εἶχε ἀφήσει νὰ μεγαλώσουνε τὰ ξανθὰ μαλλιά του, ποὺ πέφτανε στοὺς ὤμους του, κι᾿ ἀπὸ τότε ἔμοιαζε σὰν ἅγιος. Εἶχε ἀπάνω του τὴ σφραγίδα ποὺ ἔχουνε οἱ λιγοστοὶ ἄνθρωποι, ποὺ γι᾿ αὐτοὺς εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ θέλημα σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀνδρός, ἀλλὰ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἔγινε λοιπὸν ὁ Προχὸρ δόκιμος, κι᾿ ὅλοι οἱ μοναχοὶ τοῦ μοναστηριοῦ θαυμάζανε τὸ μεγάλο ζῆλο του, τὴν εὐλάβειά του καὶ τὴν ταπείνωσή του. Χαρά του ἤτανε νὰ κάνη τὶς πιὸ κοπιαστικὲς καὶ ταπεινωτικὲς δουλειές. Ἡ προσευχὴ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὸ στόμα του, κι᾿ ἀπὸ μέσα του ἔλεγε ὁλοένα τὴν καρδιακὴ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».

Ἀλλά, μ᾿ ὅλη τὴν αὐστηρότητα ποὺ βαστοῦσε ἀπάνω στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή του, στὴ συναναστροφή του ἤτανε πάντα ἀνοιχτόκαρδος καὶ χαρούμενος, «ἐν ἱλαρότητι». Συνήθιζε νὰ λέγη, σὰν γέρασε, πὼς δὲν εἶναι ἁμαρτία τὸ νὰ εἶναι κανένας γελαστὸς καὶ καλόκαρδος. «Τὸ πιὸ φοβερὸ πρᾶγμα γιὰ τὸν χριστιανό, ἔλεγε, εἶναι ἡ ἀπογοήτευση».

Τὸν βάλανε νεωκόρο, καὶ τὸν χειροθετήσανε ἀναγνώστη. Πρῶτος πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ τελευταῖος ἔβγαινε. Διάβαζε ἀκατάπαυστα τὸ Εὐαγγέλιο, ὄρθιος μπροστὰ στὶς εἰκόνες, μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ κατάνυξη. Ἔλεγε: «Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δίνει προσοχὴ στὰ θεϊκὰ λόγια, εἶναι σὰν τὸ φύλακα ποὺ ξαγρυπνᾶ, ψηλὰ στὸν πύργο, ἀπάνω στὴν Ἱερουσαλὴμ τῆς καρδιᾶς του». Ἔλεγε ἀκόμα, σὰν γέρασε, πὼς ἡ ὑπομονὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες χάρες ποὺ ἀποχτᾶ ὁ χριστιανός, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος «ἐν τῇ ὑπομονῇ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». Ὅσο αὐστηρὸς ἤτανε στὸν ἑαυτό του, τόσο ἐπιεικὴς καὶ συγκαταβατικὸς ἤτανε γιὰ τοὺς ἄλλους.

Ἀλλά, ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν κακοπάθηση, ἀρρώστησε. Πρήσθηκε ὅλο τὸ σῶμα του, καὶ κειτότανε στὸ κρεβάτι, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ἀκόμα εἰκοσιενὸς χρονῶν παλληκάρι. Τρία χρόνια ὑπόφερε τοὺς πόνους τῆς σκληρῆς ἀρρώστιας του, μὰ ὁ Θεὸς τὸν δοκίμαζε. Γι᾿ αὐτό, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε μεταλάβει τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, εἶδε νὰ φανερώνεται μπροστά του ἡ Παναγία, μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη. Ἡ Παναγία πῆγε κοντά του κ᾿ εἶπε στοὺς ἀποστόλους: «Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι δικός μας». Ὕστερα ἄγγιξε μὲ τὸ χέρι τῆς τὸν ἄρρωστο, καὶ χάθηκε. Ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα ἔγινε καλά.

Πῆρε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια καὶ πῆγε στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ συνάξη συνδρομές, «ἐλέη», ὅπως τὰ λένε στὰ μοναστήρια. Ἡ μητέρα τοῦ εἶχε πεθάνει. Βρῆκε μονάχα τὸν ἀδελφό του ποὺ εἶχε κληρονομήσει τὴν περιουσία τους, καὶ ποὺ τοῦ ἔδωσε κάμποσα χρήματα γιὰ νὰ χτίση ὁ Προχὸρ μιὰ ἐκκλησιά, κοντὰ στὸ κελλὶ ποὺ πέρασε τὴ βαρειὰ ἀρρώστια του, καὶ ποὺ τὴ γιάτρεψε ἡ Παναγία. Καὶ πράγματι χτίσθηκε, μαζὶ μ᾿ ἕνα σπίτι γιὰ τοὺς ἀρρώστους. Στὸ χτίσιμο βοήθησε κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ Προχὸρ μὲ τὰ χέρια του.

Σὰν γύρισε στὸ μοναστήρι, ἔπιασε τὴν ἴδια ἄσκηση, ὡς ποὺ ἐκάρη μοναχός, μὲ τὸ ὄνομα Σεραφείμ, ποὺ εἶναι τὄνομα ποὺ ἔχουνε τὰ Ἀγγελικὰ Πνεύματα τῆς πρώτης τάξεως, καὶ ποὺ θὰ πῆ «πύρινα». Κατόπι χειροτονήθηκε διάκονος. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, κατὰ τὴ λειτουργία, ποὺ εἶχε πάρει κ᾿ ἐκεῖνος μέρος, εἶδε μέσα στὸ ἅγιο Βῆμα τὸν Χριστό, τριγυρισμένον ἀπὸ ἀρχαγγέλους καὶ ἀγγέλους. Ὁ μακάριος εἶχε δὴ καὶ πολλὰ ἄλλα μεγάλα θαύματα.

Σὰν πέθανε ὁ ἡγούμενος Παχώμιος, ποὺ ἀγαποῦσε τὸν Σεραφεὶμ σὰν παιδί του, πῆρε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸ νέο ἡγούμενο γιὰ νὰ ζήση ἀπομοναχιασμένος. Στὸ δάσος μέσα εἶχε κάνει ἀπὸ ἐλατόξυλα μία καλύβα, μιὰ «ἴσμπα», ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε δόκιμος, καὶ πήγαινε κ᾿ ἔκοβε ξύλα. Σ᾿ αὐτὴ τὴν καλύβα λοιπὸν πῆγε καὶ κλείσθηκε. Ἐκεῖ μέσα προσευχότανε, χωρὶς νὰ τὸν ταράζη κανένας. Ἀργότερα ἔλεγε: «Αἰσθανόμουνα νὰ μὲ σπρώχνη μία ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ δὲν πίστευα πιὰ πὼς ζοῦσα ἀπάνω στὴ γῆ, τόση χαρὰ πλημμύριζε τὴν καρδιά μου».

Μέσα στὰ δάση τοῦ Σάρωφ ὑπήρχανε κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες, ὁ ἕνας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον ὡς δυό-τρία βέρστια. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς γνωρίζανε τὸν πάτερ Σεραφείμ, ἐπειδὴ ἤτανε κι᾿ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Κούρκ. Ἡ δική του καλύβα βρισκότανε σ᾿ ἕνα χαμοβούνι μὲ πυκνὰ δέντρα. Στὸ νοῦ τοῦ ὁλοένα εἶχε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, μέρα-νύχτα συλλογιζότανε τὰ διάφορα ἱστορικὰ τοῦ Κυρίου, μὲ θεϊκὸν ἔρωτα. Κι᾿ ἐπειδὴ βρισκότανε μακριὰ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, γιὰ νὰ θαρρῆ πὼς ζεῖ ἐκεῖ ποὺ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος ὁ Χριστός, ἔδωσε διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ μέρη ποὺ ἔκανε τὴν προσευχή του. Ἕνα μέρος τὸ ὀνόμασε «Ναζαρέτ», κ᾿ ἐκεῖ ἔψελνε τοὺς Χαιρετισμούς, ἕνα ἄλλο, ποὺ εἶχε μία σπηλιά, τὸ εἶπε «Βηθλεέμ», καὶ κεῖ μέσα προσκυνοῦσε τὸν Χριστὸ στὴ φάτνη, ἀνέβαινε σὲ ἕνα ψήλωμα καὶ διάβαζε τὴν «ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία». Μέσα σ᾿ ἕνα λαγκάδι πήγαινε καὶ διάβαζε τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο μὲ τὰ τελευταία λόγια τοῦ Χριστοῦ. Τὸ βασίλειό του εἶχε καὶ τὸ «Θαβώρ», τὸν «Γολγοθά» καὶ τὴ «Γεθσημανή». Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ εἶχε πάντα μαζί του μέσα στὸ ταγάρι του. «Δὲν εὐφραίνεται, ἔλεγε ὑστερώτερα, μοναχὰ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα δυναμώνει». Τὶς ὦρες ποὺ δὲν προσευχότανε, ἔκοβε ξύλα ἢ ἔσκαβε στὸ περιβολάκι του. Τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ κοινωνοῦσε. Τὶς περισσότερες φορὲς τὸν παρακαλούσανε οἱ μοναχοὶ νὰ μὴ φύγῃ ἀμέσως, γιὰ νὰ ἀκούσουνε τὰ ἁγιασμένα λόγια του. Γυρίζοντας πίσω στὴν κέλλα του, ἔπαιρνε παξιμάδι γιὰ ὅλη τὴ βδομάδα. Μὰ πάντα τοῦ περίσσευε. Τόδινε στὰ ἄγρια ζῶα ποὺ ἤτανε οἱ συντρόφοι του, λύκοι, ἀρκοῦδες, τσακάλια, ἀλεποῦδες, σαῦρες, φίδια κι᾿ ἄλλα, καθὼς καὶ στ᾿ ἀγαπημένα τοῦ τὰ πουλιά.

Ὡστόσο, κ᾿ ἕναν τέτοιον Ἅγιο δὲν τὸν ἄφηνε ὁ διάβολος ἀπείραχτον. Τὶς μεγάλες χειμωνιάτικες παγωμένες νύχτες, ποὺ φυσομανοῦσε ὁ ἀγέρας στὰ δέντρα, ἔνοιωθε νὰ σφίγγεται τὸ στῆθος του ἀπὸ τὸ φόβο. Τὸν ἔπιανε ἡ φοβερὴ κατάσταση ποὺ τὴ λένε οἱ ἀσκητάδες «ἀκηδία», δηλαδὴ παράλυση πνευματικὴ κι᾿ ἀπελπισία. Ἔνοιωθε πὼς τὸν πολεμοῦσε «ὁ δαίμων τῆς ἐρήμου», κ᾿ ἔκραζε στὸν Κύριο νὰ τὸν γλυτώσῃ. Διάβαζε ταχτικὰ τὸ Μεσονυκτικό, τὸν Ὄρθρο, τὶς Ὧρες, τὸν Ἑσπερινό, ὅπως παραγγέλνει ἡ μοναχικὴ πολιτεία. Γιὰ νὰ νικήσῃ τὸ φόβο, πήγαινε τὶς νύχτες καὶ στεκότανε ὄρθιος ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο, βαθειὰ μέσα στὸ πυκνὸ καὶ κατασκότεινο δάσος, λέγοντας ὁλοένα: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Χίλια μερόνυχτα προσευχότανε γιὰ νὰ τὸν βοηθήσῃ ὁ Θεὸς νὰ νικήση τὸ σατανᾶ. Τρία χρόνια ὁλόκληρα. Καὶ τότε κατατροπώθηκε ὁ πονηρός, κ᾿ εἰρήνεψε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου. Τρία χρόνια δὲν ἐπῆγε στὸ μοναστήρι, κ᾿ οἱ μοναχοὶ ἀπορούσανε τί ἔτρωγε. Φαίνεται πὼς θρεφότανε μ᾿ ἕνα χορτάρι ποὺ φύτρωνε στὸ δάσος, ἐπειδή, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, τὸ ἔδειξε σὲ μία ἀπὸ τὶς γερόντισσες ἑνὸς μοναστηριοῦ ποὺ βρισκότανε κοντὰ στὸ χωριὸ Ντιβέεβο, καὶ ποὺ τὸν εἴχανε στὰ γερατειά του πνευματικὸν πατέρα. Αὐτὸ τὸ χορτάρι τὄτρωγε χλωρὸ τὸ καλοκαίρι, καὶ τὸ διατηροῦσε ξερὸ γιὰ τὸ χειμώνα.

Πέρασε κάμποσον καιρὸ κλεισμένος στὴν καλύβα του, χωρὶς νὰ μιλᾶ ὁλότελα. Δὲν πήγαινε καθόλου στὸ μοναστήρι. Ἂν τύχαινε νὰ συναπαντήσῃ κανέναν ἄνθρωπο στὸ δάσος, ἔσκυβε τὸ κεφάλι του ἴσαμε τὴ γῆ καὶ περίμενε νὰ περάσῃ γιὰ ν᾿ ἀνασηκωθῇ. Τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ πηγαίνανε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ ποὺ τὸ βάζανε στὸ κατώφλι του, τὶς περισσότερες φορὲς τὸ βρίσκανε ἄγγιχτο. Ἐπειδὴ ἀνησυχούσανε στὴ μονή, ὁ ἡγούμενος πάτερ Νήφων τὸν κάλεσε νὰ γυρίσῃ στὸ μοναστήρι. Ὁ ἅγιος ὑπάκουσε. Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο, κ᾿ ὕστερα σφαλίσθηκε στὸ κελλί του, καὶ δὲν ξαναφάνηκε. Πέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔμεινε κλεισμένος, κατὰ διαταγὴ τῆς Θεοτόκου, ὅπως εἶπε ἀργότερα. Καὶ πάλι ἡ Παναγία τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάψῃ τὸ κλείσιμό του.

Ἂν καὶ πρωτύτερα πηγαίνανε στὸ μοναστήρι πολλοὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, σὰν μαθεύτηκε πὼς ὁ Ἅγιος ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, πληθύνανε οἱ προσκυνητές, ποὺ τρέχανε γιὰ νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ «στάρετς». «Στάρετς» στὰ ρωσικὰ θὰ πῆ «γέροντας», «πνευματικός», «ξομολόγος». Ὁ ρωσικὸς λαὸς εἶχε πολὺν σεβασμὸ στοὺς «στάρετς», ὅπως ὁ δικός μας στοὺς «πνευματικούς». Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ καταλάβαινε τί εἶχε μέσα κάθε καρδιὰ ποὺ τὸν πλησίαζε, γιατὶ εἶχε λάβει τὴ χάρη νὰ εἰσχωρῆ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξομολογιόντανε, θαυμάζανε πὼς ἤξερε τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς τους, πρὶν νὰ τοῦ τὰ ποῦνε. Σ᾿ ὅλους εὐχότανε νὰ ἀποχτήσουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς. Ὁ Ἅγιος εἶχε καὶ προφητικὸ χάρισμα. Σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν πὼς μποροῦσε νὰ γνωρίζη τί εἶχε κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔλεγε: «Τέκνον μου, δὲν λέγω σ᾿ ὅποιον ἔρχεται σὲ μένα τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ ὅ,τι μὲ προστάζει ὁ Θεός». Σ᾿ ὅσους βλογοῦσε ἔδινε κι᾿ ἀπὸ ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ ταγάρι του, βουτηγμένο στὸ κρασί. Συχνὰ τοὺς ἄλειφε μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι τῆς Παναγίας.

Μιὰ μέρα τοῦ πήγανε ἕναν ἄρρωστο, ἕνα νέο παλληκάρι ποὺ τὸ λέγανε Μιχάλη Μαντούρωφ. Ὑπόφερνε ἀπὸ δυνατοὺς πόνους στὰ πόδια καὶ στεκότανε ὄρθιος μὲ δυσκολία. Μόλις εἶδε τὸν Ἅγιο, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν γιατρέψη. Ὁ Ἅγιος τὸν ρώτησε: «Πιστεύεις στὸ Θεό;» καὶ τὸν κοίταξε μὲ διαπεραστικὴ ματιά. «Πιστεύω», ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος. Τότε ὁ στάρετς τοῦ εἶπε νὰ βγάλῃ τὶς μπότες του, ἄλειψε τὰ πόδια του μὲ τὸ λάδι τοῦ καντηλιοῦ καὶ τούδωσε ἕνα-δυὸ κομματάκια ξερὸ ψωμί. Ὕστερά του εἶπε: «Περπάτηξε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Κι᾿ ὁ ἄρρωστος περπάτηξε, φχαριστώντας τὸν Ἅγιο. Κ᾿ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Δὲν σὲ θεράπευσα ἐγώ, τέκνον μου. Μοναχὰ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνῃ θαύματα. Αὐτὸν νὰ εὐχαριστήσῃς».

Ὁ Μαντούρωφ δὲν ἤξερε μὲ τί τρόπο νὰ δείξῃ τὴν εὐγνωμοσύνη του. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἐλευθέρωσε τοὺς σκλάβους του, κι᾿ ἀφιέρωσε ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ κτήματά του στὰ μοναστήρια τοῦ Ντιβέεβο.

Ὓστερ᾿ ἀπὸ τὸν Μαντούρωφ, θεράπευσε ὁ Ἅγιος κι᾿ ἄλλους, παράλυτους, κωφάλαλους, δαιμονιζόμενους, τυφλούς, καὶ μ᾿ ἄλλες ἀρρώστιες. Γύρω ἡ περιφέρεια ἤτανε ἀνάστατη. Ὁ Ἅγιος ἔγινε τὸ καταφύγιο κ᾿ ἡ παρηγοριὰ τῶν δυστυχισμένων.

Προφήτεψε γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ περνοῦσε ὁ λαός του, ὅπως κάνανε οἱ Προφῆτες γιὰ τοὺς Ἑβραίους. Ἡ Ρωσία σπαραζότανε στὸν καιρό του ἀπὸ πολιτικὲς καὶ θρησκευτικὲς ταραχές. Ἔλεγε: «Ὁ λαός μας μάκρυνε ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς σωτηρίας, καὶ τραβὰ κάθε μέρα τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ». Ἔλεγε ἀκόμα πὼς θὰ φεύγανε οἱ σταυροὶ ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες καὶ πὼς θὰ γκρεμνιζόντανε τὰ μοναστήρια. «Θὰ ἔρθη μία θλίψη, ἔλεγε, ποὺ δὲν παρουσιάσθηκε τέτοια ὅμοια ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου. Κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι δὲν θὰ προφταίνουνε νὰ μαζεύουν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τὴ γῆ». Ὅποτε μιλοῦσε γιὰ τέτοια πράγματα, τὸ πρόσωπό του σκυθρώπαζε καὶ πονοῦσε. Ἡ παρηγορία τοῦ ἤτανε ἡ προσευχή. Μέσα στὸ κελλί του δὲν εἶχε μήτε κρεβάτι, μήτε τζάκι, μὲ κεῖνο τὸ κρύο της Σιβηρίας. Εἶχε μοναχὰ ἕνα καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Κάθε βδομάδα διάβαζε μὲ τὴ σειρὰ ἀπὸ τὰ Τέσσερα Εὐαγγέλια, τὴ Δευτέρα ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον, τὴν Τρίτη ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον, τὴν Τετάρτη ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν, τὴν Πέμπτη ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην, τὴν Παρασκευὴ τὴν ἀκολουθία τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τὸ Σάββατο τὴν ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Πάντων, καὶ τὴν Κυριακὴ μεταλάβαινε τὴ Θεία Κοινωνία.

Ἀδιάκοπα παρακαλοῦσε γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν προσευχὴ κι᾿ ἀπὸ τὰ δάκρυά του θύμωνε ὁ διάβολος καὶ τὸν χτυποῦσε στὸ σῶμα. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε πὼς ἐκεῖνα τὰ χτυπήματα καίγανε σὰν τὸ πυρωμένο σίδερο.

Πολλοὶ εἴδανε τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ νὰ στέκεται στὸν ἀγέρα, ἀπάνω ἀπὸ τὴ γῆ. Συχνὰ σκόρπιζε τὴν κακοκαιριά, πρόβλεπε τὴν πείνα κ᾿ εἰδοποιοῦσε τοὺς χωριάτες νὰ κάνουνε τὶς προμήθειές τους, ἔδιωχνε τὶς ἐπιδημίες καὶ πρόλεγε τοὺς πολέμους, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο, καθὼς καὶ μ᾿ ἄλλα σπουδαῖα γεγονότα.

Ὅλη ἡ Ρωσία τὸν εἶχε γιὰ πατέρα καὶ γιὰ προστάτη της, ἀπὸ τ᾿ ἀρχοντικὰ ὡς τὴν πιὸ φτωχὴ ἴσμπα. Πολλὲς φορὲς οἱ προσκυνητὲς φτάνανε τὶς δυὸ χιλιάδες σὲ μιὰ μέρα ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ρωσίας, καὶ γεμίζανε τὸ δρόμο τοῦ Ἀρζαμᾶς ποὺ πήγαινε στὸ μοναστήρι. Ἄλλοι μὲ ἁμάξια, ἄλλοι μὲ καζάκες (ἕλκηθρα), κι᾿ ἄλλοι μὲ τὰ πόδια. Πολλοὶ περπατούσανε ὁλόκληρες βδομάδες.

Τὰ χαράγματα χτυπούσανε οἱ καμπάνες γιὰ τὸν ὄρθρο, ἄνοιγε ἡ μεγάλη ὀξώπορτα, κ᾿ οἱ προσκυνητὲς μπαίνανε μέσα στὴν αὐλή, σὰν ἀληθινὴ θάλασσα. Ὁ Ἅγιος ἔβγαινε σὲ λίγο ντυμένος μὲ ἄσπρο ράσο, καὶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ σὲ κάθε μεριὰ τῆς Ρωσίας ἔβλεπε κανένας στρατεύματα σὲ κίνηση, κι᾿ ὁ μεγάλος δρόμος βρισκότανε κοντὰ στὸ Σάρωφ. Πλῆθος στρατιῶτες μὲ τοὺς ἀξιωματικούς τους πηγαίνανε νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ τοὺς προστατεύῃ στὶς ἐκστρατεῖες τῆς Τουρκίας, τῆς Πολωνίας καὶ τοῦ Ναπολέοντα. Τὸ κήρυγμά του ἤτανε πολὺ ἁπλό: «Δίνε νὰ φάγῃ ὁ πεινασμένος. Δίνε νὰ πιῇ ὁ διψασμένος. Νὰ εἶσαι δίκαιος. Νὰ ἔχῃς εἰρηνικὴ κι᾿ ἀγαθὴ ψυχή».

Στὸ κελλάκι του μέσα ἤτανε ἀναμμένα πολλὰ κεριὰ εἰς μνήμην ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Τὸ καντηλάκι ἔφεγγε πάντα ἀκοίμητο μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἕνα σκαμνὶ κ᾿ ἕνας μικρὸς πάγκος ἤτανε γιὰ τοὺς προσκυνητές. Ἕνα ἄλλο σκαμνάκι ἤτανε τὸ κάθισμά του καὶ τὸ τραπέζι του. Χάμω ἤτανε ἁπλωμένο ἕνα σακκὶ σὲ μίαν ἄκρη, τὸ στρῶμα του. Εἶχε καὶ μία νεκρόκασα στὸ διάδρομο, ποὺ τὴν ἔσκαψε ὁ ἴδιος σ᾿ ἕνα δέντρο, γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του, καὶ κεῖ μέσα κοιμότανε καμμιὰ φορά.

Ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὰ παιδάκια, ποὺ παίζανε μαζί του, σὰν νἄτανε κ᾿ ἐκεῖνος μικρὸ παιδί. Τ᾿ ἀγκάλιαζε, τάσφιγγε στὸ στῆθος του λέγοντας συγκινημένος: «Μικροὶ θησαυροί μου!». Πολλὰ παιδιὰ θεραπεύονταν μ᾿ ἕνα λόγο του, ποὺ δὲν τὸν προσέχανε, πολλὲς φορές, οἱ δικοί τους. Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, ἂς ποῦμε, ἔβλεπε ἕνα ἄρρωστο παιδάκι, ποὺ τὸ φέρανε οἱ γονιοί του, πετσὶ καὶ κόκκαλο. Ἡ ματιὰ τοῦ Ἁγίου ἔπεφτε ἀπάνω του, τὸ ἔπαιρνε στὴν ἀγκαλιά του, τὸ φιλοῦσε κ᾿ ἔλεγε στοὺς γονιούς του: «Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ τὸ κάνῃ καλά», κ᾿ ὕστερα γύριζε πρὸς τοὺς ἄλλους ἀρρώστους. Σὲ λίγο μαθευότανε πὼς ἐκεῖνο τὸ παιδάκι εἶχε γίνει καλά.

Σὰν γύρισε ὁ πάτερ Σεραφεὶμ στὸ μοναστήρι, τρέξανε οἱ καλογρηὲς ἀπὸ τὸ Ντιβεέβο καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ τοὺς πάρη κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγησή του. Ὁ Ἅγιος ὠργάνωσε καλύτερα τὸ μοναστήρι τους, τοῦ ἔδωσε ἕναν καινούργιον κανονισμό, καὶ κυβερνοῦσε τὶς μοναχὲς σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς καὶ τὶς ὑποδείξεις ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Παναγία. Ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐπειδὴ γύρω στὸ Ντιβεέβο εἶχε μεταλλεῖα ποὺ βγάζανε σίδερο, μαζευόντανε ἐκεῖ κάθε καρυδιᾶς καρύδι, μαχαιροβγάλτες, μπεκρῆδες καὶ κάθε παραλυσία. Σιγὰ-σιγά, αὐτὸς ὁ κολασμένος τόπος ἔγινε ἥσυχος κ᾿ εἰρηνικός, μὲ τὴ χάρη καὶ μὲ τὰ κηρύγματα τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. «Ἡ Μεταμόρφωσις, ἔλεγε, μεταμόρφωσε αὐτὸν τὸν τόπο».

Ἡ ἀδελφή του Μιχάλη Μαντούρωφ, Ἑλένη, εἶχε γίνει μοναχή. Εἶχε μαζί της καὶ μία μικρὴ ὑπηρέτρια ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθῆ τὴν κυρά της. Μὰ τὸ κορίτσι ἀρρώστησε ἀπὸ φθίση. Ἡ Ἑλένη τόβαλε στὸ κρεβάτι της καὶ τὸ περιποιότανε νύχτα μέρα. Ὡστόσο, δὲν ἔζησε πολύ, κι᾿ ὁ θάνατός του πίκρανε πολὺ τὴν Ἑλένη, ποὺ ἔνοιωθε πὼς θὰ πέθαινε κι᾿ αὐτὴ γλήγορα. Ἡ μονάχη ἐπιθυμία τῆς ἤτανε νὰ μὴν πεθάνη πρὶν ἀπὸ τὸν πάτερ Σεραφείμ. Ὁ ἀδελφός της, ποὺ ἤτανε διαχειριστὴς τοῦ μοναστηριοῦ, ἔλειπε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ μάθανε πὼς ἤτανε καὶ κεῖνος ἄρρωστος, κ᾿ ἡ Ἑλένη ἔγινε χειρότερα. Εἶπε στὸ γέροντα πὼς ἤθελε νὰ πεθάνη, ἀντὶ τὸν ἀδελφό της. Μὰ σὲ λίγο ταράχθηκε καὶ φώναξε: «Πάτερ, φοβοῦμαι τὸ θάνατο!». Ὁ ἅγιος της εἶπε: «Τί ἔχουμε, τέκνον μου, νὰ φοβηθοῦμε ἀπὸ τὸ θάνατο; Γιὰ μᾶς ὁ θάνατος εἶναι μία αἰώνια χαρά». Τὴ ράντισε μὲ ἁγιασμὸ καὶ τὴν πῆγε ὡς τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ της. Ξάπλωσε στὸ κρεβάτι της καὶ δὲν ξανασηκώθηκε πιά. Ὁ θάνατός της στάθηκε ἁγιασμένος. Κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἀποχαιρέτησε τὶς ἀδελφές, ζητώντας τὲς συγχώρηση, καὶ τὶς παρακάλεσε νὰ τὴν ντύσουν γιὰ τὴν κηδεία της. Πρὶν νὰ παραδώση τὸ πνεῦμα της, εἶπε πὼς ἔβλεπε τὸν Χριστὸ μέσα σὲ πύρινη λάμψη. Οἱ μοναχὲς πιάσανε νὰ κλαῖνε γύρω στὸ σκήνωμα, καὶ πήγανε κλαίγοντας κ᾿ εἴπανε στὸ στάρετς πὼς ἡ Ἑλένη κοιμήθηκε. Κ᾿ ἐκεῖνος τὶς εἶπε: «Ἀνόητα παιδιά μου, δὲν καταλαβαίνετε τίποτα! Λοιπὸν δὲν εἴδατε τὴν ψυχή της ποὺ πέταξε σὰν περιστέρι στοὺς οὐρανούς;»

Μὲ τὸν ἴδιο ἐξαίσιο τρόπο κοιμήθηκε κ᾿ ἡ Μαρία Μιλιούκωφ, μιὰ ἅγια μοναχὴ δεκαεννιὰ χρονῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ἔσκαψε τὴν κάσα τῆς μέσα σ᾿ ἕνα δέντρο δρῦ, κι᾿ ἔδωσε τὸ σάλι του γιὰ νὰ τυλίξουνε τὸ σῶμα της. Οἱ μοναχὲς ξεμπλέξανε τὰ ὡραῖα ξανθὰ μαλλιά της, ποὺ τὰ ἔκρυβε ἡ Μαρία μέσα στὸ καλογερικό της σκέπασμα, καὶ στὰ σταυρωμένα χέρια τῆς ἀκουμπήσανε τὴ Σύνοψη τοῦ πάτερ Σεραφείμ.

Ἡ Μαρία εἶχε μία μικρὴ ἀνηψιά, ποὺ τὴ δίδασκε ἡ Ἑλένη Μαντούρωφ γιὰ νὰ ἀκολουθήση τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε: «Εἶναι ἕνας ἔνσαρκος ἄγγελος. Ὡστόσο δὲν θὰ γίνῃ μοναχή, ἀλλὰ θὰ γίνῃ σύζυγος τοῦ Νικόλα Μοτοβίλωφ». Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Ὁ Μοτοβίλωφ ἤτανε ἕνα ἀρχοντόπαιδο. Ὁ πατέρας του εἶχε μεγάλα κτήματα. Τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε μικρός, πήγαινε κ᾿ ἔπαιζε μὲ τὸν Ἅγιο στὸ κελλί του. Εἶχε πολὺ γερὸ μυαλό, καὶ συχνὰ ἔβαζε σὲ ἀμηχανία τοὺς δασκάλους του μὲ τὶς ἐρωτήσεις του. Σὰν ἔγινε παλληκάρι, ἀγάπησε ἕνα κορίτσι, ποὺ ὁ πατέρας του εἶχε κι᾿ αὐτὸς μεγάλα κτήματα, ποὺ συνορεύανε μὲ τοῦ Μοτοβίλωφ. Ἀλλὰ ὁ Νικόλας ἔπαθε ἄξαφνα μιὰ παράλυση, καὶ κόντεψε νὰ πεθάνη ἀπὸ τὸν καημό του. Μὰ ὁ Ἅγιος τὸν γιάτρεψε. Τοῦ εἶπε, μάλιστα, πὼς δὲν θὰ πάρη ἐκείνη ποὺ ἀγαποῦσε, ἀλλὰ τὴ μικρὴ Ἑλένη Μιλιούκωφ, ποὺ εἴπαμε, ὅπως καὶ τὴν πῆρε. Ἀπὸ τότε πήγαινε ταχτικὰ στὸ μοναστήρι, καὶ μιλοῦσε μὲ τὸ στάρετς. Ἔγραψε μάλιστα καὶ μία θαυμαστὴ συνομιλία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἅγιο, καὶ τὸ χαρτὶ τὸ βρῆκε, ὕστερ᾿ ἀπὸ 70 χρόνια, μετὰ τὸ θάνατό του, ἡ χήρα του Ἑλένη, μέσα στὴν ἀποθήκη τῆς μονῆς, καὶ τὸ ἐμπιστεύθηκε σὲ ἕνα γνωστό της συγγραφέα, ποὺ δημοσίεψε αὐτὲς τὶς σημειώσεις στὴν «Ἐφημερίδα τῆς Μόσχας», στὰ 1903. Αὐτὴ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἔκθεση θὰ τὴ βάλουμε παρακάτω.

Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ συνήθιζε νὰ πηγαίνη στὸ ἐρημητήρι τοῦ ὕστερα ἀπὸ τὸν ἑσπερινό της Κυριακῆς. Συχνὰ καθότανε ἐκεῖ πολλὲς μέρες. Ἐπειδὴ ὑπόφερνε ἀπὸ τὰ πόδια του καὶ κουραζότανε, καθότανε κοντὰ σὲ μιὰ πηγὴ γιὰ νὰ ξεκουραστῆ. Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ περνοῦσε κοντὰ ἀπὸ τὸ νερό, παρουσιάσθηκε μπροστά του ἡ Παναγία, καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι τῆς κατὰ τὸ μέρος ποὺ ἀνάβρυζε ἄλλη φορὰ τὸ νερό. Μονομιᾶς πετάχθηκε ἀπὸ τὸ χῶμα ἕνα συντριβάνι κατακάθαρο νερό, κ᾿ ἡ Θεοτόκος εἶπε στὸν Ἅγιο πὼς ἐκεῖνο τὸ νερὸ θὰ θεράπευε πολλούς.

Ἔχουμε πῆ παραπάνω πὼς ὁ Νικόλας Μοτοβίλωφ εἶχε γράψει κάποιες σημειώσεις ἀπὸ μία συνομιλία του μὲ τὸν ἅγιο Σεραφείμ, ποὺ βρεθήκανε ὕστερ᾿ ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια. Αὐτὴ ἡ συνομιλία ἔγινε κατὰ τὸ τέλος τοῦ Νοέμβρη τοῦ 1831, καὶ τὸ χειρόγραφο βρέθηκε στὰ 1901. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Μοτοβίλωφ:

«Ἤτανε μία συννεφιασμένη μέρα. Χιόνι πολὺ εἶχε σκεπάσει τὴ γῆ, καὶ πέφτανε πυκνὲς οἱ ἄσπρες μπαμπακοῦρες. Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ μ᾿ ἔβαλε νὰ καθίσω δίπλα του, ἀπάνω σ᾿ ἕνα κομμένο δέντρο, σ᾿ ἕνα ξέφωτο μέσα στὸ δάσος. Ὕστερά μου εἶπε: «Ὁ Θεός μου φανέρωσε πὼς στὰ παιδικὰ χρόνια σου ἤθελες νὰ μάθης ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Σὲ συμβουλεύανε νὰ πηγαίνης στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνης τὴν προσευχή σου στὸ σπίτι, νὰ δίνης ἐλεημοσύνη καὶ νὰ κάνης ὅλα τὰ καλὰ τὰ ἔργα, γιατὶ σ᾿ αὐτὰ βρίσκεται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μὰ δὲν σὲ ἱκανοποιούσανε αὐτὰ μοναχά. Λοιπόν σου λέγω πὼς ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, οἱ ἀγρυπνίες καὶ κάθε ἄλλο χριστιανικὸ ἔργο εἶναι πολὺ καλά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι νὰ κάνουμε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ σκοπὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Γνώριζε πὼς κανένα καλὸ ἔργο δὲν φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂν δὲν γίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι μοναχὰ ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἐγὼ τότε τὸν ρώτησα: «Τί ἐννοεῖς, πάτερ, λέγοντας ἀπόκτηση; Δὲν καταλαβαίνω καθαρά». Ὁ Ἅγιος μου εἶπε: «Ἀποκτῶ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ κερδίζω. Ξέρεις τί θὰ πῆ κερδίζω χρήματα. Ἀποκτῶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Στὴ ζωή, οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι ἔχουνε γιὰ σκοπὸ νὰ κερδίσουνε χρήματα, καὶ κεῖνοι ποὺ στέκουνται πιὸ ψηλὰ στὴν κοινωνία, θέλουνε νὰ κερδίσουνε τιμὲς καὶ δόξα. Τὸ νὰ ἀποκτήση κανένας τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι σὰν νὰ κερδίζη ἕνα αἰώνιο ἀπόκτημα, τὴν αἰώνια ζωή, ἕνα θησαυρὸ ποὺ δὲν καταστρέφεται κι᾿ οὔτε χάνεται ποτέ. Κάθε καλὸ ἔργο, ποὺ κάνουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα μας δίνει αὐτὴ τὴ χάρη ἡ προσευχή, γιατὶ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ, πλούσιος ἢ φτωχός, ἄρχοντας ἢ χωριάτης, δυνατὸς ἢ ἀδύνατος, γερὸς ἢ ἄρρωστος, ἐνάρετος ἢ ἁμαρτωλός. Λοιπὸν ἂς συνάξουμε τὸ θησαυρὸ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζητᾶ νάβρη τὴ σωτηρία του καὶ ποὺ μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μπορεῖ μὲ τὶς καλὲς πράξεις νὰ ἀποκτήση τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἐργάζεται μέσα μας καὶ μᾶς εἰσάγει στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ ὅλα τὰ πεσίματά μας, μ᾿ ὅλο τὸ σκοτάδι ποὺ περιζώνει τὴν ψυχή μας, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὸ βάπτισμα, δὲν παύει νὰ λάμπη μέσα στὴν καρδιά μας μὲ τὸ φῶς τῆς μετανοίας. Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ σβήνει ὅλα τὰ σημάδια ποὺ ἀφήσανε τὰ παλιὰ ἁμαρτήματά μας καὶ μᾶς ντύνει μ᾿ ἕνα μανδύα ἄφθαρτον ποὺ εἶναι καμωμένος ἀπὸ τὴ χάρη». Τοῦ λέγω: «Πάτερ μου, μοῦ μιλᾶς γιὰ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πὼς μπορῶ νὰ τὴ δῶ; Τὰ καλὰ τὰ ἔργα τὰ βλέπουμε, μὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πὼς μπορεῖ νὰ τὸ δὴ κανένας; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίσω ἂν βρίσκεται ἢ δὲν βρίσκεται μέσα μου;» Ὁ Ἅγιος μου ἀποκρίθηκε: «Ὅταν κατεβαίνη τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ εἰσχωρεῖ μέσα του, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ μία χαρὰ ἀνέκφραστη, γιατὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μεταμορφώνει σὲ χαρὰ ὅ,τι ἀγγίξει. Φανερώνεται σὰν ἕνα ἀνιστόρητο φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκδηλώνεται ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γνωρίσανε μὲ τὶς αἰσθήσεις τοὺς τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τότε τὸν ρώτησα: «Πῶς θὰ μπορέσω νὰ τὸ δῶ κ᾿ ἐγὼ μὲ τὰ μάτια μου;» Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ὁ πάτερ Σεραφεὶμ ἔβαλε τὰ χέρια του στοὺς ὤμους μου καὶ μοῦ εἶπε: «Τέκνον μου, βρισκόμαστε κ᾿ οἱ δυό μας μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα... Γιατί δὲν θέλεις νὰ μὲ κοιτάξης;» «Πάτερ μου, τοῦ εἶπα, δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω. Τὰ μάτια σου βγάζουνε ἀστραπές. Τὸ πρόσωπό σου ἔχει γίνει πιὸ ἀστραφτερὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ τὰ μάτια μου θαμπώσανε ἀπὸ τὸ φῶς». «Μὴ φοβᾶσαι, τέκνο τοῦ Θεοῦ, εἶπε ὁ γέροντας. Κ᾿ ἐσὺ εἶσαι ὁλόφωτος ὅπως εἶμ᾿ ἐγώ. Γιατὶ βρίσκεσαι μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δῆς μὲ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βλέπεις». Ἔσκυψε ἀπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε σιγανὰ στὸ αὐτί: «Εὐχαρίστησε τὸν Ὕψιστο γιὰ τὴν ἄπειρη καλοσύνη του. Προσευχήθηκα μυστικὰ στὸν Κύριο καὶ εἶπα μέσα μου: Κύριε, ἀξίωσε τὸν νὰ ἰδῆ καθαρὰ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Σου, ποὺ τὴ φανερώνεις στοὺς δούλους σου ὅποτε καταδέχεσαι νὰ παρουσιασθὴς μέσα στὸ μεγαλοπρεπὲς φῶς τῆς δόξης Σου. Κι᾿ ὅπως βλέπεις, ὁ Κύριος ἀμέσως δέχθηκε τὴν προσευχὴ τοῦ τιποτένιου Σεραφείμ. Πόση εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ χρωστοῦμε στὸ Θεὸ γιὰ τοῦτο τὸ ἀνείπωτο δῶρο ποὺ μᾶς ἔδωσε! Μήτε οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου δὲν ἀξιώνονταν πάντα νὰ δοῦνε τέτοια φανερώματα τῆς ἀγαθότητός Του. Λοιπόν, τέκνον μου, κοίταξέ με ἐλεύθερα. Μὴ φοβᾶσαι, ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας».

Τότε πῆρα θάρρος ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ τὸν κοίταξα. Μὰ μ᾿ ἔπιασε τρόμος! Νὰ φαντασθῆς μέσα στὴ σφαίρα τοῦ ἥλιου τὸ καταμεσήμερο, ποὺ λαμποκοπᾶ μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή του, τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου. Βλέπεις νὰ σοῦ μιλᾶ, νὰ σαλεύουνε τὰ χείλια του, βλέπεις τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του ποὺ ἀλλάζει, ἀκοῦς τὴ φωνή του, νοιώθεις τὰ χέρια του ποὺ σὲ κρατοῦνε ἀπὸ τοὺς ὤμους, μὰ δὲν βλέπεις μήτε αὐτὰ τὰ χέρια, μήτε τὸ σῶμα τοῦ συνομιλητῆ σου, ἀλλὰ μοναχὰ μιὰ δυνατὴ φεγγοβολῆ ποὺ σὲ τυφλώνει καὶ ποὺ ἁπλώνει ὁλόγυρα, φωτίζοντας μὲ τὴ λάμψη τῆς τὸ χῶμα καὶ τὶς ἄσπρες μπαμπακοῦρες ποὺ πέφτουνε ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ὁ Ἅγιος μὲ ρώτησε: «Τί αἰσθάνεσαι;» «Εἰρήνη καὶ ἠρεμία, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω», εἶπα. «Τί ἄλλο καταλαβαίνεις, τέκνον μου;» «Μιὰ ἀνείπωτη χαρὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μου». «Αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ αἰσθάνεσαι, τέκνον μου, δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ σὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ γράφει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος· ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν᾿ (A´ Κορ. β´ 9). Ἐμεῖς πήραμε ἕναν ἀρραβώνα μοναχὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά, ἀλλὰ τί θὰ εἶναι ἄραγε ὁλόκληρη ἐκείνη ἡ χαρά; Τί αἰσθάνεσαι ἀκόμα, τέκνο τοῦ Θεοῦ;» «Μιὰ ἀνέκφραστη ζεστασιά». «Μὰ πῶς, τέκνον μου; Βρισκόμαστε μέσα στὸ δάσος, εἶναι χειμώνας, καὶ πατᾶμε ἀπάνω στὸ χιόνι. Ποιὰ λοιπὸν εἶναι αὐτὴ ἡ ζεστασιὰ ποὺ νοιώθεις;» «Εἶναι σὰν ἕνα ζεστὸ λουτρό. Ἀκόμα αἰσθάνομαι μία εὐωδία, ποὺ τὴ νοιώθω γιὰ πρώτη φορά». Ὁ Ἅγιος εἶπε: «Τὸ γνωρίζω, τὸ γνωρίζω, αὐτὸ ἴσια-ἴσια ἤθελα νὰ μοῦ πῆς. Αὐτὴ ἡ εὐωδία εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ζεστασιά, ποὺ μοῦ λές, δὲν εἶναι γύρω μας, ἀλλὰ μέσα μας. Αὐτὴ ζέσταινε τοὺς ἀσκητάδες καὶ δὲν φοβόντανε τὸ χειμωνιάτικο κρύο, γιατὶ ἡ χάρις ἤτανε τὸ ροῦχο ποὺ τοὺς προστάτευε. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε τώρα. Νά, αὐτὸ εἶναι νὰ βρίσκεται κανένας μέσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θὰ θυμᾶσαι τούτη τὴ χάρη ποὺ ἀξιώθηκες; Ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήση νὰ φυλάγης αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν καρδιά σου, γιατὶ δὲν δόθηκε μοναχὰ σὲ σένα νὰ τὰ γνωρίσης, ἀλλά, ἀπὸ σένα, σ᾿ ὁλόκληρον τὸν κόσμο. Πήγαινε λοιπὸν στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας».

Ἔφυγα, καὶ σὰν μάκρυνα λίγο, ἔστρεψα κ᾿ εἶδα πὼς ἐκεῖνο τὸ ἐξαίσιο ὅραμα δὲν εἶχε χαθῆ ἀκόμα. Ὁ γέροντας καθότανε ὅπως ἤτανε στὴν ἀρχή, καὶ τὸ ἀνέκφραστο φῶς, ποὺ εἶχα δὴ μὲ τὰ μάτια μου, τὸν ἔκανε νὰ φεγγοβολᾶ ὁλόκληρος».

Ὁ ἅγιος Σεραφείμ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴ μεγάλη ἀγάπη ποὺ εἶχε ὁ λαὸς γι᾿ αὐτόν, ὡστόσο εἶχε πιῆ καὶ πολλὲς πίκρες. Ὄχι μοναχὰ κάθε ἅγιος θὰ τραβήξη βάσανα, θλίψεις καὶ διωγμούς, ἀλλὰ κι᾿ ὁ κάθε χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὰ χριστιανός, ἂν δὲν περάσῃ ἀπὸ κάποιο μαρτύριο, ἂν δὲν ἀκούσῃ βρισιὲς καὶ συκοφαντίες, ἂν δὲν πάθῃ ἐξευτελισμοὺς καὶ περιπαίγματα, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάδες του: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Οἱ πονηροὶ καὶ σαρκικοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸν χωνεύανε, γιατὶ ὁ κόσμος τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν θαύμαζε. Τὸν κατηγορούσανε κι᾿ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Σάρωφ. Ἀκόμα κ᾿ οἱ μοναχὲς στὸ Ντιβεέβο εἴχανε χωριστεῖ σὲ δυὸ κόμματα, καὶ κομματάρχης στὸ ἕνα, ποὺ μισοῦσε τὸν Ἅγιο, ἤτανε ἕνας νεαρὸς δόκιμος, ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, ποὺ ἔκανε ψεύτικα πὼς ἀγαποῦσε τὸ γέροντά του, ἐνῶ ἔσκαβε τὸ λάκκο του.

Κατὰ τὰ 1831, δυὸ μέρες πρὶν ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ Ἅγιος εἶχε πληροφορία ἄνωθεν πὼς θὰ τοῦ φανερωνότανε ἡ Παναγία τὴ νύχτα τῆς γιορτῆς της. Ἐκείνη τὴ νύχτα πιάσανε τὴν προσευχὴ ὁ Ἅγιος μαζὶ μὲ μιὰ εὐσεβέστατη μοναχὴ Εὐπραξία. Ἄξαφνα, ἐκεῖ ποὺ προσευχότανε, ἄκουσε ἡ Εὐπραξία μιὰ βουὴ καὶ ψαλμωδίες ποὺ ἐρχόντανε ἀπὸ ψηλά. Ὕστερα εἶδε ἕνα θαμπωτικὸ φῶς κ᾿ ἔνοιωσε στὸν ἀγέρα μία γλυκειὰ εὐωδία. Ἀνατρίχιασε σὰν εἶδε τὸν Ἅγιο ν᾿ ἁπλώνη τὰ χέρια του καὶ νὰ φωνάζη «Θεομήτωρ Πανάχραντε!». Ἡ μοναχὴ εἶδε δυὸ Ἀγγέλους ποὺ προπορευόντανε ἀπὸ τὴν Παναγία, κι᾿ ἀπὸ πίσω τῆς ἀκολουθούσανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης καὶ δώδεκα παρθενομάρτυρες. Τὸ κελλὶ ἄστραφτε ἀπὸ ἕνα φῶς οὐράνιο, κι᾿ οἱ τοῖχοι εἴχανε χαθῆ. Τὸ φῶς ἔγινε τόσο δυνατὸ ποὺ ξεπερνοῦσε τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου. Ἡ Εὐπραξία τυφλώθηκε ἀπὸ τὴ φωτοχυσία, κ᾿ ἔπεσε χάμω σὰν κεραυνόπληκτη. Τῆς φάνηκε σὰν νἄκουγε ἀπὸ μακριὰ τὴν Παναγία νὰ μιλᾶ μὲ τὸν Ἅγιο, χωρὶς νὰ καταλαβαίνη τί λέγανε. Μοναχὰ ξεχώρισε τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ εἶπε ἡ Παναγία στὸν ἅγιο Σεραφείμ: «Σύντομα, τέκνον μου, θὰ εἶσαι μαζί μας». Ὕστερα ἡ Θεοτόκος σήκωσε ἀπάνω τὴν Εὐπραξία καὶ τῆς ἔδειξε τὶς ἅγιες μάρτυρες ποὺ ἤτανε μαζί της καὶ ποὺ μαρτυρήσανε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ της, λέγοντάς της: «Μαρτύριο δὲν εἶναι μοναχὰ ἡ θυσία τοῦ σώματος, ἀλλὰ κι᾿ ὁ πόνος ποὺ ὑποφέρει ἡ ψυχὴ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου». Τέσσαρες ὦρες βάσταξε αὐτὴ ἡ ὅραση. Ὁ Ἅγιος εἶπε στὴν Εὐπραξία πὼς ἤτανε ἡ δωδέκατη φορὰ ποὺ εἶδε τὴν Παναγία.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἤτανε ἑβδομήντα τριῶν χρονῶν. Συχνὰ ἔλεγε μοναχός του: «Τὸ σῶμα μου εἶναι πιὰ νεκρό, μὰ ἡ ψυχή μου εἶναι σὰν νὰ γεννήθηκα τώρα». Προαισθανότανε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Προσκάλεσε τὸν πνευματικό του μοναστηριοῦ τοῦ Ντιβεέβο πάτερ Βασίλειο, καὶ τοῦ παράδωσε τὰ ἐπιμάνικά του καὶ τὴν κυβέρνηση τοῦ μοναστηριοῦ.

Ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν ἀποδημία του. Εἶπε νὰ τὸν βάλουνε στὴ νεκρόκασα ποὺ εἶχε ἑτοιμασμένη καὶ νὰ θέσουνε στὸ στῆθος τοῦ τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Σεργίου ποὺ βλέπει νὰ φανερώνεται ἡ Παναγία. Ἔβαλε καὶ μία πέτρα γιὰ σημάδι στὸ μέρος ποὺ ἤθελε νὰ τὸν θάψουνε, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου. Τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1833, ποὺ ἔτυχε Κυριακή, πῆγε στὸ παρεκκλήσι τοῦ νοσοκομείου, ἀνασπάσθηκε ὅλες τὶς εἰκόνες, κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, κι᾿ ἀποχαιρέτησε ὅλους τοὺς πατέρες ποὺ βρισκόντανε τότε στὸ μοναστήρι. Τὸ βράδυ ὁ πάτερ Παῦλος, ποὺ καθότανε στὸ διπλανὸ κελλί, τὸν ἄκουσε νὰ ψέλνη ἀναστάσιμα τροπάρια. Τὴν ἄλλη μέρα, κατὰ τὶς ἐξ τὸ πρωί, πηγαίνοντας ὁ πάτερ Παῦλος στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴ λειτουργία, κατάλαβε μία μυρουδιὰ ἀπὸ καπνὸ νὰ βγαίνη ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Ἁγίου. Χτύπησε τὴν πόρτα, δὲν ἐπῆρε ἀπάντηση. Πῆγε τότε καὶ φώναξε τοὺς γέροντες, κι᾿ ἀνοίξανε τὴν πόρτα, νομίζοντας πὼς ὁ Ἅγιος εἶχε φύγει στὴν ἔρημο, κατὰ τὴ συνήθειά του, κι᾿ ἄφησε τὰ κεριὰ ἀναμμένα. Ἐπειδὴ ἤτανε ἀκόμα σκοτεινά, στὴν ἀρχὴ δὲν εἴδανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε μέσα. Μὰ σὰν ἀνάψανε φῶς, τὸν εἴδανε γονατισμένον μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα ἀπάνω στὸ στῆθος του καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια του. Μπροστά του ἤτανε ἕνα Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό, μὲ τὰ φύλλα καμένα στὶς γωνιές. Τρέξανε νὰ πάρουνε χιόνι γιὰ νὰ τὰ σβήσουνε. Στὴν ἀρχὴ νομίσανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε ἀποκοιμισμένος ἀπὸ τὴν κούραση κι᾿ ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τοῦ ἤτανε ἀκόμα ζεστό. Ἀλλά, σὰν θελήσανε νὰ τὸν ξυπνήσουνε, εἴδανε πὼς ἐκείνη ἡ ἁγιασμένη κι᾿ ἀγγελικὴ ψυχὴ εἶχε πετάξει ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ ἤτανε φυλακωμένη, καὶ πῆγε στὴν ἀληθινὴ ζωή. Τότε θυμηθήκανε μία προφητεία τοῦ γέροντα, ποὺ εἶχε πῆ πὼς μὲ τὴ φωτιὰ θὰ φανερωνότανε ὁ θάνατός του.

Βάλανε τὸ σκήνωμα στὴ νεκρόκασα ποὺ τὴν εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος, καὶ τὸ πήγανε στὴ μεγάλη ἐκκλησία τοῦ μοναστηριοῦ. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα, κ᾿ ἡ ἐκκλησία γέμισε ἀπὸ προσκυνητὲς ποὺ φτάξανε ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, κι᾿ ὅλο φθάνανε καινούριοι. Ὀχτὼ μέρες ἔμεινε τὸ ἅγιο λείψανο γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ προσκυνήσουνε ὅλοι. Ἕνας ἐρημίτης εἶδε, τὰ χαράγματα τῆς 2ας Ἰανουαρίου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ νὰ ἀνεβαίνη μὲ λάμψη στὸν οὐρανό, καὶ τὸ εἶπε στὸν ὑποτακτικό του.

Ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο στὰ 1903, δηλαδὴ ὕστερα ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια, στὶς 19 Ἰουλίου. Κείνη τὴ μέρα χτύπησε ἡ μεγάλη καμπάνα τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ, ποὺ καλοῦσε τοὺς πιστοὺς στὴν τελετή. Παρεκτὸς ἀπὸ τὸ καθολικὸ (τὴ μεγάλη ἐκκλησία), ὅλη ἡ μεγάλη αὐλὴ τῆς μονῆς ἤτανε γεμάτη κόσμο. Ἤτανε βράδυ, κι᾿ ὅλοι βαστούσανε ἀναμμένα κεριά, σὰν νὰ καιγόντανε ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. Ὅλα τὰ μάτια ἤτανε δακρυσμένα σὲ κείνη τὴ μυσταγωγία. Τὰ ἅγια λείψανα ποὺ εὐωδιάζανε, ἤτανε βαλμένα σὲ μία λειψανοθήκη ἀπὸ κυπαρισσόξυλο, μέσα σ᾿ ἕνα μαρμαρένιο κουβούκλιο ποὺ εἶχε στὶς γωνιὲς τοῦ τέσσερα Σεραφείμ. Πολλὰ θαύματα γινήκανε κατὰ τὴν ἀκολουθία καὶ κατὰ τὶς ἄλλες μέρες. Πρὶν νὰ κοιμηθῆ εἶχε κάνει ζωντανὸς 94 θεραπεῖες.

Αὐτὸς εἶναι ὁ βίος, οἱ ἀγῶνες καὶ ἡ μακαρία κοίμηση τοῦ ἁγίου Σεραφείμ, ποὺ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἁγίους της Ρωσίας. Ἡ δόξα του δὲν εἶναι ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρη, ἀλλὰ οὐράνια κ᾿ αἰώνια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔλεγε τὸν ἑαυτό του «φτωχὸ Σεραφεὶμ καὶ ταπεινὸ δοῦλο τῆς Παναγίας». Ὅσα χρόνια κι᾿ ἂν περάσουν, αὐτὸς ὁ πολυαγαπημένος ἅγιος θὰ εἶναι ὁλοζώντανος μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι ἅγιοι κι᾿ ἀγαπημένοι. Μὰ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ εἶναι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἁγίους ποὺ ἤτανε χαρούμενοι σὰν τὰ παιδιά, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».




http://ahdoni.blogspot.gr/2017/01/blog-post_2.html