Thursday, August 8, 2013
Μια αναφορά στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο
Thursday, October 15, 2009
Ημερίδα για τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο
Εκδήλωση μνήμης αλλά και εκδήλωση υπόμνησης μιας σημαντικής παρουσίας των γραμμάτων μας, του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου είναι η Ημερίδα που πραγματοποιείται την Τετάρτη 21 του μηνός (7 μ.μ.) στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη 1 και Βασ. Σοφίας) με θέμα "Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008). Πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής", την οποία οργανώνουν τα "Ελληνικά Γράμματα" απ' τα οποία κυκλοφορούν τα βιβλία του.
Για την παρουσία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, στο έργο του οποίου αναμείχθηκαν περίτεχνα δυο λογοτεχνικές και πολιτισμικές παραδόσεις, η ελληνική και η ρωσική, θα αναφερθούν ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας "Ο Αλεξανδρόπουλος και ο καημός της Ιστορίας. Τα αρματωμένα χρόνια και τα χρόνια της περίσκεψης", η πανεπιστημιακός Έρη Σταυροπούλου "Αντον Τσέχωφ-Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: Μια συνάντηση", η φιλόλογος, κριτικός Ευγενία Κριτσέφσκαγια "Πανιά φορτσάτα" της ποίησης του Όσιπ Μαντελστάμ σε απόδοση του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου", η σύντροφος της ζωής του και συνοδοιπόρος στη διαδρομή στα γράμματα, πανεπιστημιακός Σόνια Ιλίνσκαγια "Λίγα λόγια για τα δυο τελευταία βιβλία της "Βιβλιοθήκης Μήτσου Αλεξανδρόπουλου", η δημοσιογράφος Ελένη Σκάβδη "Η πόλη θυμάται" και η υπεύθυνη λογοτεχνίας στα Ελληνικά Γράμματα Ελένη Κεχαγιόγλου "Τα πολλαπλά συγγραφικά πρόσωπα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Η "Βιβλιοθήκη" του στα "Ελληνικά Γράμματα". [Η ΑΥΓΗ: 15/10/2009]
Saturday, October 10, 2009
Στα κύματα ψυχής του Τσέχωφ
- Δεκαπέντε διηγήματα μεταφρασμένα αριστοτεχνικά από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο
«Ο Αντρέι Αντρέγεβιτς Σίντοροφ έλαβε κληρονομιά από τη μητέρα του τέσσερις χιλιάδες ρούβλια κι αποφάσισε ν’ ανοίξει μ’ αυτά τα χρήματα βιβλιοπωλείο. Ενα τέτοιο μαγαζί ήταν απολύτως απαραίτητο στον τόπο. Από τις προλήψεις και την αγραμματοσύνη η πόλη μαράζωνε: οι ηλικιωμένοι δεν ξέρανε παρά το χαμάμ, οι δημόσιοι υπάλληλοι χαρτοπαίζανε και πίνανε βότκα, οι κυρίες με τα κουτσομπολιά τους, η νεολαία δίχως ιδανικά και τα κορίτσια να μη σκέφτονται παρά το γάμο και τα μπλιγούρια τους, οι άντρες να δέρνουνε τις γυναίκες τους, κι έξω στους δρόμους να σεργιανάνε πέρα-δώθε τα γουρούνια. “Ιδέα, περισσότερη ιδέα!” σκεφτόταν ο Αντρέι Αντρέγεβιτς. “Ιδέα!”. Νοίκιασε τον κατάλληλο χώρο, πήγε στη Μόσχα, έφερε από κει σωρό παλιούς και νέους συγγραφείς και πάρα πολλά μαθητικά εγχειρίδια, τα ταχτοποίησε στα ράφια. Τις πρώτες μέρες δεν φάνηκε ούτε ένας πελάτης. Ο Αντρέι Αντρέγεβιτς καθότανε πίσω από τον πάγκο, διάβασε Μιχαϊλόφσκι και προσπαθούσε να κάνει σκέψεις μόνο τίμιες και καθαρές. Οταν δηλαδή του ερχόταν σε μια στιγμή η ιδέα ότι καλό θα ’τανε να έχει τώρα μπροστά μια τσιπούρα με πουρέ, αμέσως ένιωθε τη σκέψη του να διαμαρτύρεται: “Πολύς υλισμός!”....».
Ετσι αρχίζει ένα από τα δεκαπέντε -τα περισσότερα πρωτομεταφραζόμενα στην Ελλάδα- διηγήματα του Αντον Τσέχωφ (με τον τίτλο «Ιστορία μιας εμπορικής επιχείρησης») σ’ ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη Δευτέρα από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα». Είναι μία από τις τελευταίες λογοτεχνικές δουλειές που ολοκλήρωσε, πριν φύγει από τη ζωή, ο συγγραφέας και μεταφραστής Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Τίτλος αυτής της έκδοσης είναι «Πόσο αργεί να ξημερώσει...». Πρόκειται για μια έκδοση που στοχεύει όχι μόνο στους πολλούς αναγνώστες που έχει ήδη παντού (και στην Ελλάδα) ο Αντον Τσέχωφ, αλλά και σε νέους, σε όσους δεν είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν το ύφος γραφής αυτού του συγγραφέα που «είναι, όπως τον βλέπουμε στις φωτογραφίες πίσω από τα γυαλάκια του, σύμπτωση ανεπανάληπτη ανθρώπινης κατανόησης, έτοιμης να σε πλησιάσει, αφού όμως σταθεί λίγο πιο εκεί να σε δει καλύτερα, έκφραση αναμφισβήτητα φιλική, όσο και συγκρατημένη, εξεταστική, μα δίχως άλλο καλοπροαίρετη, συμπονετική...», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει στην εισαγωγή του ο Μ. Αλεξανδρόπουλος.
Και πράγματι, προσθέτοντας και δεκαπέντε ακόμα διηγήματα του Τσέχωφ σε όσα έχουν όλα τα προηγούμενα χρόνια μεταφραστεί στα ελληνικά (και είναι πολλά και από πολλούς εκδότες), έχουμε την ευκαιρία να ξαναδούμε έναν συγγραφέα που «ξεφλουδίζει» αργά τις αντιδράσεις των ανθρώπων, την ψυχοσύνθεσή τους, αποκαλύπτει και κρίνει μ’ έναν ιδιαίτερο δικό του τρόπο τις επιλογές τους, τη γοητεία τους από τις υλικές απολαύσεις.
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε αυτά τα δεκαπέντε διηγήματα με βάση το συγγραφικό ύφος του Τσέχωφ, θέλοντας να δείξει στον σύγχρονο αναγνώστη «το πώς κυματίζει το ύφος στο αφηγηματικό έργο του Τσέχωφ», όπως σημειώνει. Τα δεκαπέντε διηγήματα της συλλογής κοιτάζουν τη ζωή μεσοαστών, μικροαστών ή φτωχών ανθρώπων στη Ρωσία των τελευταίων χρόνων του 19ου αιώνα, ανθρώπων που ταλαντεύονται συνήθως ανάμεσα σε όσα η συνείδησή τους τούς επιβάλλει ή σε όσα τα υλικά αγαθά τους παρασύρουν. Στο διήγημα που μέρος του προδημοσιεύουμε σήμερα, ο ήρωας αφού δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα οικονομικά μόνο με το βιβλιοπωλείο, αρχίζει να το εμπλουτίζει με διάφορα άλλα αντικείμενα. Στην αρχή συναφή με το βιβλίο, την ανάγνωση και τη γραφή και μετά με εντελώς άσχετα, όσα όμως ζητούν οι καταναλωτές-πελάτες του. Κάποια στιγμή αυτά που συμπιέζονται στα ράφια είναι το αρχικό προϊόν: τα βιβλία. «Είναι από τους καλύτερους εμπόρους της πόλης. Πουλάει πιατικά, ταμπάκο, κατράμι, σαπούνι, υφάσματα, βαφές και ψιλικά είδη, όπλα, δέρματα, χοιρομέρια». Τηρουμένων των αναλογιών, ο Αντον Τσέχωφ περιέγραφε το 1892 τα σύγχρονα «καταστήματα πολιτισμού».
- Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 10/10/2009
Sunday, November 2, 2008
«Άυπνη νύχτα. Όμηρος...»
ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ, Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σελ. 182
Το τελευταίο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου είναι αφιερωμένο σ’ ένα πολύ «δικό του» άνθρωπο, με τον οποίον είχε εντονότερη «προσωπική» σχέση από εκείνη ενός συγγραφέα με τον ήρωα του. Το έγραψε όχι σαν βιογραφία, αλλά περισσότερο σαν αυτοβιογραφία, και πολλές περιόδους τις διαβάζεις σαν να διαβάζεις για τη ζωή και το έργο του ίδιου του Αλεξανδρόπουλου:
«...αυτό που εννοεί ο Μαντελστάμ ως ελληνικό χριστιανικό θάνατο είναι το εισιτήριο στην αθανασία για εκείνον που θα κερδίσει το λαχνό - με τη ζωή του, τους κόπους και τα έργα του, με τον ιδρώτα του προσώπου του και της ψυχής του, του πνεύματός του. Αυτή η διέξοδος, η λύτρωση και η σωτηρία, είναι η μόνη που διαθέτει ο άνθρωπος όταν το αξίζει». (σελ. 33)
Ο Μήτσος μετέφρασε δύο ποιητές, τον Αλεξάνδρ Πούσκιν και τον Όσιπ Μαντελστάμ. Αφήνω στην άκρη τον Αλεξάνδρ Γκριμπογιέντοφ και την καταπληκτική μετάφραση του θεατρικού του Συμφορά από πολύ μυαλό και στέκομαι στα «μικρού μήκους» αριστουργήματα, που μόνο σε λίγους και εκλεκτούς επιτρέπουν να τα μεταφυτέψουν από το οικείο, πρωτογενές χώμα, σ’ ένα άλλο, ξένο. Πιστεύω πως η επιλογή του Μήτσου δεν ήταν τυχαία: και ο Πούσκιν, και ο Μαντελστάμ εμφανίστηκαν στη ρωσική ποίηση ως ολοκληρωμένοι, ώριμοι, παρ’ όλη τη νιότη τους, ποιητές.
«Ο Όσιπ Μαντελστάμ και ο Πούσκιν. Δεν μπορώ να βρω σ’ αυτούς ούτε περίοδο προϊστορίας, ούτε περίοδο ανωριμότητας... Τους δέχεσαι -με έκπληξη, αλλά υπάκουα- αμέσως, σε όλο τους το μέγεθος και με τους δικούς τους όρους», λεει ο γνωστός ρώσος φιλόλογος Σεργκέι Αβέριντεσεφ στο κείμενό του «Γιατί άραγε ο Μαντελστάμ;». Η κορυφαία (θανάσιμη) πράξη για τον Πούσκιν ήταν η μονομαχία με τον Νταντές, ενώ για τον Μαντελστάμ οι στίχοι του για τον Στάλιν.
Ετούτη η χρονιά είναι επετειακή: 70 χρόνια πριν, στο σιβηρικό στρατόπεδο Δεύτερο Ποτάμι, στην άκρη του κόσμου, πέθανε μόλις 47 ετών Όσιπ Μαντελσταμ. Πέθανε νέος, κι όμως βαθιά γέρος. Γέρασε πολύ γρήγορα, ακόμα κι εξωτερικά, ακόμα πριν τη προσαγωγή του στη Λουμπάνκα, στα άδυτα της Ασφάλειας, ακόμα πριν τη πρώτη του εξορία στο Βορόνεζ. «Είμαι έτοιμος να πεθάνω», είπε ο Μαντελστάμ στην Άννα Αχμάτοβα μετά από την ανάγνωση του ποιήματος για τον Στάλιν. Κι ήταν όντως έτοιμος: ιδού η αντίθεση ανάμεσα στην ασυντέλεστη (εξωτερική) και τη συντελεσμένη (ποιητική, αλλά πάνω από όλα ανθρώπινη) όψη.
Θα επιτρέψω στον εαυτό μου να ισχυριστεί, πως αυτή ακριβώς η αντίθεση, η πνευματική ακεραιότητα του Μαντελστάμ μέσα στο γελοίο περίβλημα, ήταν η αιτία να γράψει ο Μήτσος το βιβλίο του. Εξ ου και η ανοιχτόχρωμη γραμμή στο πρόσωπο του ποιητή στο εξώφυλλο του βιβλίου: γι’ αυτήν νομίζεις πως ευθύνεται η κακή ποιότητα της φωτογραφίας, η γραμμή όμως φωτίζει και ενώνει τα μάτια του Μαντελστάμ και τα μάτια του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.
Το βιβλίο χωρίζεται αυστηρά σε τρία μέρα: το πεζό, Διαδρομές και αναγνωρίσεις, όπου ο συγγραφέας και μεταφραστής γνωρίζει στον αναγνώστη τον ποιητή, ένα μικρό φωτογραφικό άλμπουμ με τίτλο «...πιο τίμιο - η μορφή του» (δηλαδή, εκείνη η ασυντέλεστη όψη), και τέλος η ποιητική συλλογή Σιδερένιος κόσμος ξαναμαγεμένος, αποτελούμενη από 46 ποιήματα, μεταφρασμένα από τον Αλεξανδρόπουλο στη διάρκεια όλης του τη ζωής, δηλαδή ένα ποίημα για κάθε χρόνο ζωής του ποιητή.
Όπως μας θυμίζει ο συγγραφέας, ο Μαντελστάμ έγραψε στη ζωή του περί τα 500 ποιήματα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, η περίφημη Πέτρα, που φέρει τα διαπιστευτήρια του ποιητή, εκδόθηκε το 1913. Μπορούμε να πούμε πως η «ποιητική» ζωή του Μαντελστάμ κράτησε 25 χρόνια, άρα έχουμε 20 ποιήματα για κάθε έτος. Δύσκολη και άδικη αριθμητική, γιατί στη ζωή του ποιητή υπήρχε μια περίοδος όπου οι στίχοι δεν έβγαιναν. «Προς τα εκεί ωθούσε η φορά των πραγμάτων από το 1928 και εδώ. Ποιήματα δεν έγραφε, οι στοίχοι είχαν στερέψει...» (σελ. 59). Το 1928 τυπώνεται η τελευταία, εν ζωή, ποιητική του συλλογή.
Η βιογραφία του ποιητή έχει ελάχιστα στοιχεία μιας συνηθισμένης βιογραφίας: μόνο ημερομηνία και τόπος γέννησης και θανάτου. Όλα τα υπόλοιπα σταθμά της είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ποίηση, ακόμα και ο γάμος του ποιητή με την Ναντέζντα Χάζινα και η κατοπινή έγγαμη ζωή συντελούνται σύμφωνα με τους νόμους της ποίησης. Η νεαρή γυναίκα αδιαμαρτύρητα αποδέχεται τους κανόνες της νομαδικής και χωρίς ανέσεις ποιητικής ζωής, προσηλυτίζεται στην ποιητική θρησκεία, ανεβαίνει μαζί του στον ποιητικό αλλά και στον αληθινό Γολγοθά.
Οι λεπτομέρειες της βιογραφίας του ποιητή είναι κρυμμένες μέσα στην αφήγηση για την ποιητική διαμόρφωση του Μαντελστάμ, όπως πίσω από τους συνειρμούς και τις παραπομπές στους στίχους του ποιητή κρύβεται η πολυδιάστατη εικόνα του Μαντελστάμ-ανθρώπου. «Στα ποιήματά του οι συνειρμοί είναι όπως οι σταυροί στα χριστιανικά νεκροταφεία», λεει ο Αλεξανδρόπουλος (σελ. 256)
Οι σταθμοί (και οι σταυροί) της ζωής του ποιητή είναι οι ποιητικές συλλογές, και ως γενέθλιο έτος του μπορεί να θεωρηθεί το 1913, χρόνος έκδοσης της Πέτρας, όπου ο Μαντελστάμ αποκαλύπτεται: «Για ετο γιαβ» («Το εγώ μου είναι το είναι μου». Ακόμα και ο θάνατός του ποιητή έμεινε στη σφαίρα της μυθολογίας: γνωρίζουμε πού πέθανε, αλλά ουδείς γνωρίζει πότε ακριβώς και από τι.
Η αφήγηση για τη ζωή και το έργο του Μαντελστάμ αποτελεί ένα ολοκληρωμένο λογοτεχνικό έργο. Αφήνει την εντύπωση σημειώσεων στα περιθώρια των ποιητικών συλλογών, που ο συγγραφέας κρατούσε όλη του τη ζωή, ενός ημερολογίου χωρισμένου σε μικρές περιόδους, που ξεκουράζουν, δίνουν τη δυνατότητα να συνεχίσεις το διάβασμα απ’ οποιοδήποτε σημείο, χτίζονται γύρω από ένα ξεχωριστό θεματικό πυρήνα.
Σαν τα τουβλάκια του Jenga: ένας έμπειρος παίκτης μπορεί να βγάλει όσα τουβλάκια θέλει, χωρίς να τσακιστεί όλο το οικοδόμημα.
Δύο είναι οι εξαιρετικά δύσκολοι, για τους μελετητές του έργου του Μαντελστάμ, σταθμοί της ζωής του: η σχέση του ποιητή (ή καλύτερα η ανυπαρξία της) με τον Μαξίμ Γκόρκι, ο οποίος, παρόλο που βοήθησε και έσωσε τόσους και τόσους λογοτέχνες στα δύσκολα χρόνια μετά την επανάσταση, δεν έδωσε ούτε δάκτυλο βοηθείας στην λιμοκτονούσα οικογένεια Μαντελστάμ, και με τον Μπορίς Πάστερνακ, που στην κρίσιμη για τη μοίρα του Μαντελστάμ τηλεφωνική συνομιλία με τον Στάλιν δεν υπερασπίστηκε τον φίλο και συνάδελφό του.
Τον πρώτο καταδίκασε η Ναντέζντα Μαντελστάμ στα βιβλία των αναμνήσεών της, τον δεύτερο -με περισσότερο ή λιγότερο μένος- οι θαυμαστές του Μαντελστάμ, καταλογίζοντας στον Πάστερνακ ακόμα και προδοσία. Ο Αλεξανδρόπουλος δεν προσπερνά ούτε τη μία σχέση ούτε την άλλη: «Όσο ξέρει κανείς τον Γκόρκι, μπορεί μόνο ν’ αναφερθεί στη φήμη και στη βοή, τη Βοή του Χρόνου, που είχαν πια δημιουργήσει οι διώκτες του Μαντελστάμ γύρω από το όνομά του...» (σελ. 55). Όσον αφορά τον Πάστερνακ, ο Αλεξανδρόπουλος θυμίζει στους επικριτές του την εποχή που ζούσε: αν ο Πάστερνακ απαντούσε καταφατικά στην ερώτηση του Στάλιν, για το αν ο Μαντελστάμ είναι μεγάλος ποιητής, μετά από το απαξιωτικό ποίημα που έγραψε εκείνος για τον «πατέρα των λαών», θα ρίσκαρε το κεφάλι του. Αλλά ποιος, εκείνα τα χρόνια, μπορούσε να παινευτεί για την απόλυτη ακεραιότητά του;
Ο Αλεξανδρόπουλος, που ήρθε στη Σοβιετική Ένωση μόλις 11 χρόνια μετά το θάνατο του Μαντελστάμ, βίωσε και ο ίδιος την εποχή που «η μάσκα και το πρόσωπο του συγγραφέα γινόταν ένα». Παρόλο που η εποχή στην οποία αναφέρεται παρέχει πλούσιο υλικό για σχόλια, ο συγγραφέας, που έζησε τα γεγονότα και τις συμπεριφορές, και, το κυριότερο, τα φιλοσόφησε, χρησιμοποιεί πολύ προσεκτικές πινελιές, χωρίς υστερίες και εντυπωσιασμούς, χωρίς βεβιασμένες κρίσεις: «Ο κόσμος της διανόησης ή απλά πίστευε και ακολούθησε ή δεν πίστευε και πάλι ακολούθησε» (σελ. 52).
Ο Αλεξανδρόπουλος, μεταφράζοντας τους στίχους του Μαντελστάμ, επιχείρησε κάτι παραπάνω από μια απλή «παράλληλη προσέγγιση». Διατήρησε το πλούτο της γλώσσας και των συνειρμών του ποιητή, διατήρησε τη μουσική, και, όπου ήταν δυνατόν, διατήρησε και τη ρίμα: «Άυπνη νύχτα. Όμηρος. Πανιά φορτσάτα./ Πήγα ως τη μέση διαβάζοντας τη λίστα/ των καραβιών, τρανό κοπάδι, καραβάνι γερανών/ έναν καιρό σηκώθηκε στον ουρανό της Ελλάδας». Δεν είναι μόνο ελληνικοί στίχοι, αλλά και μαντελστάμικοι.
Το όνομα του Μαντελστάμ αποκαταστάθηκε μόλις το 1956, και μόλις το 2001, στην πόλη Βλαντιβοστόκ, στον τόπο της τελευταίας εξορίας και του θανάτου του, ανεγέρθη το πρώτο μνημείο του ποιητή. Για την ώρα, το πρώτο μνημείο στη μνήμη του Μαντελστάμ στην Ελλάδα το έστησε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, τοποθετώντας τον ποιητή όχι τόσο στη σειρά των επιφανών φιλελλήνων, όσο των πραγματικά εμπνευσμένων από την Ελλάδα και τον ελληνισμό λογίων και ποιητών.
- Η Ευγενία Κριτσέφσκαγια είναι κλασική φιλόλογος
Wednesday, May 21, 2008
«Αντίο» στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο
![]() |
Τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, από μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ, αποχαιρέτησε ο βουλευτής Κώστας Καζάκος. Μεταξύ άλλων, παραβρέθηκαν οι: Αλέξης Σπάθης, Γιάννης Δάλλας, Μάνος Ζαχαρίας, Ευτύχης Μπιτσάκης, Αλκη Ζέη, Ζωή Βαλάση, κ.ά. [Ριζοσπάστης, 22/5/2008]
Tuesday, May 20, 2008
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΜΗΤΣΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟ
![]() |
Ξεκινώντας από τα έμπεδα της Καλαμάτας περνά, στις αρχές του 1948, στα Γιάννενα. Βαδίζοντας νύχτα στα βουνά, φορτωμένος με φαρμακευτικά και άλλα είδη, φτάνει στο Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ στην Ηπειρο. Μετέχει στις μάχες και γράφει στην εφημερίδα του ΓΑ, «Καθημερινά Νέα». Αρχές Σεπτέμβρη του 1948 τραυματίζεται βαριά. Χειρουργείται στο νοσοκομείο Αργυροκάστρου. Επιστρέφοντας στο ΓΑ, μετέχει στη σύνταξη των «Καθημερινών Νέων», γράφει τις «Ριπές», τις πολεμικές ανταποκρίσεις και με τον Πάνο Δημητρίου επιμελείται την περιοδική έκδοση «Ειρήνη», που απευθυνόταν στους στρατιώτες του κρατικού στρατού, διακηρύσσοντας την ανάγκη συναδέλφωσης των αντιμαχομένων παιδιών του λαού. Κάλυψε δημοσιογραφικά την επίσκεψη του Πωλ Ελυάρ και άλλων Γάλλων διανοουμένων στο Γράμμο - Βίτσι. Δημοσίευσε κείμενά του στην εφημερίδα του ΔΣΕ «Προς τη Νίκη».
[Ριζοσπάστης, 21/5/2008]
ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ: "ΚΟΜΒΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ...
![]() |
Ο πεζογράφος Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. |
Tα εφηβικά και νεανικά του χρόνια σφραγίστηκαν με τη συμμετοχή του στην Aντίσταση, οργανωμένος καθώς ήταν στο EAM Nέων από το 1942. Mε το ψευδώνυμο Σφυρής έστελνε χρονογραφήματα («Pιπές») στα «Kαθημερινά Nέα». Στα τέλη του 1949 διέφυγε στις ανατολικές χώρες, αρχικά στο Bουκουρέστι και από το 1956 στη Mόσχα όπου παρέμεινε έως τον επαναπατρισμό του το 1975. Tο 1953 καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Iωαννίνων τρις εις θάνατον και το 1957 γνωρίστηκε στη Mόσχα με τη Σόνια Iλίνσκαγια, δευτεροετή φοιτήτρια τότε στο κλασικό τμήμα της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ και το δύο χρόνια μετά παντρεύτηκαν. Aπέκτησαν ένα παιδί, την Oλγα. Στο έργο του Mήτσου Aλεξανδρόπουλου -το οποίο επανεκδίδεται από τα «Eλληνικά γράμματα»- αναμίχθηκαν δύο λογοτεχνικές και πολιτισμικές παραδόσεις, η ελληνική και η ρωσική.
Tο ρωσικό κεφάλαιο της δουλειάς του ολοκληρώθηκε με τη μυθιστορηματική βιογραφία του «O Tολστόι» (2007) και με ένα αφιέρωμα στην τραγική περίπτωση του Pώσου ποιητή Oσιπ Mαντελστάμ -το «Όσιπ Mαντελστάμ». Tο συνολικό έργο του πεζογράφου, δοκιμιογράφου και μεταφραστή Mήτσου Aλεξανδρόπουλου είναι πολυσχιδές, από το διήγημα έως το ταξιδιωτικό. Mερικά από τα πιο γνωστά του έργα αποτελούν οι «Aρμένηδες», «Tο ψωμί και το βιβλίο. O Γκόρκι», «Nύχτες και Aυγές», «Aυτά που μένουν», «Σκηνές από το βίο του Mάξιμου του Γραικού», ενώ το «Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι» (Mάρτιος 2008) είναι το τελευταίο του βιβλίο. H κηδεία του θα γίνει την Tετάρτη 21 Mαΐου, στις 15:00 το μεσημέρι, στο A΄ Nεκροταφείο Aθηνών. [TOY ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑϊΛΑΚΗ, Ημερησία, 20/5/2008]
Monday, May 19, 2008
ΜΗΤΣOΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛOΣ: «Ήρωές μας ήταν οι διανοούμενοι»
«Εφυγε» ο λογοτέχνης Μήτσος Αλεξανδρόπουλος
| |
ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ: «Σίγησε» η σπουδαία πένα του...
![]() |
Η Γενική Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα, μαθαίνοντας το θάνατο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, απέστειλε στην οικογένειά του το ακόλουθο συλλυπητήριο τηλεγράφημα: «Εκφράζω τη θλίψη μου για το θάνατο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, διακεκριμένου κομμουνιστή λογοτέχνη, που στάθηκε επί δεκαετίες στο πλευρό του λαού, με την πένα και το γενικότερο αγώνα του. Θερμά συλλυπητήρια».
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
25/12/1999
13/6/1999
12/11/1997
Απεβίωσε ο συγγραφέας Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

Μια μεγάλη προσωπικότητα της νεοελληνικής λογοτεχνίας ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, από τους κορυφαίους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών. Άφησε την τελευταία του πνοή, τα ξημερώματα της Δευτέρας 19 Μαΐου, στο νοσοκομείο «Ερρίκος Ντυνάν», ύστερα από μάχη με την επάρατη νόσο.
Η κηδεία του, πολιτική και χωρίς επικηδείους, σύμφωνα με επιθυμία του, θα γίνει την Τετάρτη 21 Μαΐου, στις 3 μ.μ., στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε στην Αμαλιάδα στις 26 Μαΐου 1924. Τα εφηβικά και νεανικά του χρόνια σφραγίστηκαν με τη συμμετοχή του στην Αντίσταση, οργανωμένος καθώς ήταν στο ΕΑΜ Νέων από το 1942. Το 1948 πέρασε στους αντάρτες του αρχηγείου Ηπείρου. Με το ψευδώνυμο Σφυρής έστελνε χρονογραφήματα (Ριπές) στα «Καθημερινά Νέα», που έβγαζαν στο αρχηγείο οι Βασίλης Άνθης και Κώστας Τσανάκας. Στα τέλη του 1949 διέφυγε στις Ανατολικές χώρες, αρχικά στο Βουκουρέστι και από το 1956 στη Μόσχα όπου παρέμεινε έως τον επαναπατρισμό του το 1975. Το 1953 καταδικάστηκε από το στρατοδικείο Ιωαννίνων τρις εις θάνατον.
Η συμμετοχή του στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, διαμόρφωσε μία στάση ζωής και έργου, οδηγούμενη από ηθικό αίσθημα κοινωνικής ευθύνης και την επιθυμία της προσφοράς. Απ' αυτή τη σκοπιά πρέπει να δει κανείς την ομολογία του: «… αισθάνομαι πως έγραφα συνέχεια το ίδιο βιβλίο», κι ας μην υπάρχει πουθενά ίχνος επανάληψης σε «ρυθμούς, θέματα, μορφές, τον τρόπο της γραφής…». Μαζί με την εκκινητήρια ώθηση άφηνε να τα ρυθμίζει αυτά η στοχαστική ενατένιση της ροής του χρόνου.
Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ως το τελευταίο έτος και, μετά στην προσφυγιά πια, στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο της Μόσχας. Το 1957 γνωρίστηκαν στη Μόσχα με τη Σόνια Ιλίνσκαγια, δευτεροετή φοιτήτρια τότε στο κλασικό τμήμα της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ, και το 1959 παντρεύτηκαν. Απόκτησαν ένα παιδί, την Όλγα Αλεξανδροπούλου.
Στο έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου αναμίχθηκαν δύο λογοτεχνικές και πολιτισμικές παραδόσεις, η ελληνική και η ρωσική. Το δημιουργικό δέσιμό του με τον ρωσικό πολιτισμό και η μεγάλη σειρά σχετικών έργων του δεν είχαν ως μόνο στόχο τη μεταβίβαση της αποκτημένης γνώσης, προέκυψαν και πορεύτηκαν μέσα στον πνευματικό αναβρασμό της εποχής σαν μια δική του ανταπόκριση, δική του πρόταση ερμηνείας, όπως το επιχειρούσε και στα άλλα του βιβλία. Το ρωσικό κεφάλαιο της δουλειάς του ολοκληρώθηκε με τη μυθιστορηματική βιογραφία του «Ο Τολστόι» (2007) και με ένα αφιέρωμα στην τραγική περίπτωση του Ρώσου ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ - το «Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι» (Μάρτιος 2008) είναι το τελευταίο του βιβλίο.
Το συνολικό έργο του πεζογράφου, δοκιμιογράφου και μεταφραστή Μήτσου Αλεξανδρόπουλου είναι πολυσχιδές, από το διήγημα ως το ταξιδιωτικό.
Διηγήματα
Αρματωμένα χρόνια (Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις 1954), Μια πρόσφατη ιστορία (ΠΛΕ 1962), Λευκή ακτή (ΠΛΕ 1966), Φύλλα φτερά (Διογένης 1977, Πολύτυπο 1983), Η ένατη πληγή (Κέδρος 1986), Επιστροφές (Ελληνικά Γράμματα 1999)
Μυθιστορήματα
Νύχτες και αυγές (ΠΛΕ 1961-1963, Θεμέλιο 1963-1965, Κέδρος 1979, Σύγχρονη Εποχή 1987, Ελληνικά Γράμματα 2000), Σκηνές από το βίο του Μάξιμου Γραικού (Δίφρος 1976, Σύγχρονη Εποχή 1982, Ελληνικά Γράμματα 2002), Τα θαύματα έρχονται στην ώρα τους (Εκδ. Καρανάση 1976, Σύγχρονη Εποχή 1988), Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό (Κέδρος 1980), Αυτά που μένουν (Δελφίνι 1994, Ελληνικά Γράμματα 2000), Στο όριο (Ελληνικά Γράμματα 2003)
Βιογραφικές Μυθιστορίες
Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι (Σύγχρονη Εποχή 1980, Ελληνικά Γράμματα 2004), Περισσότερη ελευθερία. Ο Τσέχοφ (Σύγχρονη Εποχή 1981), Ο μεγάλος αμαρτωλός. Ο Ντοστογέφσκι (Κέδρος 1984), Ένας άνθρωπος μια εποχή. Ο Αλέξανδρος Γκέρτσεν (Γνώση 1989), Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα (Ελληνικά Γράμματα 2000), Ο Τολστόι (Ελληνικά Γράμματα 2007)
Ταξιδιωτικά
Από τη Μόσχα στη Μόσχα. Ταξίδι στο Βόλγα (ΠΛΕ 1971, Εκδόσεις Καρανάση 1976), Οι Αρμένηδες. Ταξίδι στη χώρα τους και στην ιστορία τους (Κέδρος 1982)
Μελέτες
Αντίσταση-Δημοκρατία. Επιλογή άρθρων (Κέδρος 1975), Πέντε Ρώσοι Κλασικοί (Σύγχρονη Εποχή 1975 και 1979, Ελληνικά Γράμματα 2006), Η ρωσική λογοτεχνία. Από τον 11ο αιώνα μέχρι την Επανάσταση του 1917 (Κέδρος 1978-79), Μια συνάντηση. Σεφέρης-Μακρυγιάννης (Πολύτυπο 1983), Ο βασιλιάς που πέθανε (Πολύτυπο 1990), Δαίμονες και δαιμονισμένοι. Επιστροφές στον Ντοστογέφσκι (Δελφίνι 1992), Ο Τολστόι, ο Σαίξπηρ και οι τρελοί (Δελφίνι 1996)
Μεταφράσεις
Εμμανουήλ Καζακέβιτς: Το γαλάζιο τετράδιο. Εχθροί (Θεμέλιο 1965, ΠΛΕ 1966, Θεμέλιο 1977), Η εκστρατεία του Ίγκορ (Κέδρος 1976, 1996), Ο Βίος του Πρωτόπαπα Αββακούμ (Κέδρος 1976, 1996), Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης από τους Τούρκους (Κέδρος 1978, 1996), Γιούρι Ολέσα: Οι τρεις χοντροί (Κέδρος 1978), Αλέξανδρος Γκριμπογέντοφ: Συμφορά από το πολύ μυαλό (Δωδώνη 1990), Αλέξανδρος Πούσκιν: Η ντάμα Πίκα (Σύγχρονη Εποχή 1991), Μικρές τραγωδίες (Αθήνα 1991), Ο χάλκινος καβαλάρης (Δελφίνι 1995), Νικολάι Γκόγκολ: Η μύτη (Κέδρος 1994), Αντόν Τσέχοφ: Εχθροί (Κέδρος 1994), Φιόντορ Ντοστογέφσκι: Μπομπόκ (Κέδρος 1995), Αλέξανδρος Πούσκιν: Άλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία… (Ποταμός 2004), Αντόν Τσέχοφ: Ανιαρή ιστορία (Ελληνικά Γράμματα 2005)
ΤΙΜΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ:
-Πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό αντιστασιακού διηγήματος «Κορυσχάδες» του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης (1963).
-Διεθνές λογοτεχνικό βραβείο «Γκόρκι» (Μόσχα 1979) για τις μελέτες του και τις μεταφράσεις από τη ρωσική λογοτεχνία.
-Κρατικό βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας (1981) για το έργο του «Το ψωμί και το βιβλίο. Ο Γκόρκι».
-Λογοτεχνικό βραβείο «Τουμανιάν» (Αρμενία, Ερεβάν 1985) για το βιβλίο του «Αρμένηδες» που μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα αρμενικά το 1984.
-Μεγάλο Κρατικό βραβείο Λογοτεχνίας 2001 για το σύνολο του έργου.
-Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας (2002) για την απόδοση από τα ρωσικά στα ελληνικά του έργου «Εκστρατεία του Ίγκορ».






