Showing posts with label Ροΐδης Εμμανουήλ. Show all posts
Showing posts with label Ροΐδης Εμμανουήλ. Show all posts

Friday, January 6, 2017

Εμμανουήλ Ροΐδης: Ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς μας

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28 Ιουλίου 1836 – 7 Ιανουαρίου 1904) ήταν σημαντικός λογοτέχνης και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από τους πιο πνευματώδεις συγγραφείς που παρουσιάστηκαν στα ελληνικά γράμματα, ενώ το έργο του καλύπτει πολλά διαφορετικά είδη, όπως το μυθιστόρημα, το διήγημα, τις κριτικές μελέτες, κείμενα πολιτικού περιεχομένου, μεταφράσεις και χρονογραφήματα.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής γονείς από την Χίο, τον Δημήτριο Ροΐδη και την Κορνηλία το γένος Ροδοκανάκη. Το 1841 η οικογένειά του μετακόμισε στην Ιταλία λόγω του διορισμού του πατέρα του σε μεγάλο εμπορικό οίκο της εποχής, με έδρα τη Γένοβα, και αργότερα λόγω της υπηρεσίας του ως Γενικού Προξένου της Ελλάδας. Σε ηλικία δεκατριών ετών, και ενώ οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στο Ιάσιο, ο Ροΐδης επέστρεψε στην Ερμούπολη, όπου σπούδασε εσωτερικός στο φημισμένο ελληνοαμερικανικό λύκειο Χρήστου Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του ήταν ο λόγιος, συγγραφέας και έμπορος Δημήτριος Βικέλας και μαζί εξέδιδαν μια εβδομαδιαία χειρόγραφη εφημερίδα με τον τίτλο Μέλισσα...
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: https://www.timesnews.gr

Friday, September 2, 2011

Ροΐδης στα ιταλικά, 117 χρόνια μετά


  • ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ»
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Εκατόν δεκαεφτά χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, το απολαυστικό διήγημα του Εμμανουήλ Ροΐδη (1836-1904) «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» μεταφράστηκε στα ιταλικά από τις εκδόσεις «Αιώρα» (σε μετάφραση Αντρέα Μάτζα).
Η "Πάπισσα Ιωάννα" του Εμμανουήλ Ροΐδη έχει ήδη εκδοθεί και εκτιμηθεί στην ΙταλίαΗ "Πάπισσα Ιωάννα" του Εμμανουήλ Ροΐδη έχει ήδη εκδοθεί και εκτιμηθεί στην ΙταλίαΚάλλιο αργά παρά ποτέ.
«Il matrimonio: paradiso ο inferno?», «Ο γάμος: παράδεισος ή κόλαση;», αναρωτιέται ο τραγελαφικά ζηλιάρης Συριανός σύζυγος και μαζί οι αναγνώστες τού δυστυχώς διαχρονικού σατιρικού βιβλίου με τη λαγαρή γλώσσα του Ροΐδη. Ο δυστυχής ήρωας ξεκινά τον απολαυστικό μονόλογό του χαμηλοφτερουγισμένος, με τη φράση: «Εντρέπομαι να το ομολογήσω». Τι; «Επέρασαν οκτώ μήνες αφ' ότου υπανδρεύθην και είμαι ακόμη ερωτευμένος με την γυναίκα μου, ενώ ο κυριώτερος λόγος διά τον οποίον την επήρα ήτο, ότι δεν μου ήρεσκε διόλου η κατάστασις ερωτευμένου. Δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη αρρώστια τόσον βασανιστική. Ούτε όρεξιν είχα, ούτε ύπνον, ούτε διάθεσιν να εργασθώ ή να διασκεδάσω. Εκτός της Χριστίνας, όλα τα άλλα τα εύρισκα άνοστα, ανάλατα, ανούσια και πληκτικά».

Saturday, October 23, 2010

Ενας σημαντικός βιογράφος του Ροΐδη

  • Ανδρέας Μ. Ανδρεάδης
  • Ροϊδικά μελετήματα 1911-1934
  • φιλολογική επιμέλεια: Παν. Μουλλάς
  • Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σ. 283, ευρώ 18
Ο Ανδρέας Μ. Ανδρεάδης (1876-1935) υπήρξε μία εξαιρετικά κινητική προσωπικότητα του τέλους του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Σπούδασε Νομικά στο Παρίσι και Οικονομικά στο Λονδίνο και επιστρέφοντας το 1902 στην Ελλάδα εξελέγη υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ τρία χρόνια αργότερα έγινε καθηγητής της Δημοσίας Οικονομίας και Στατιστικής. Ο Ανδρεάδης δεν περιορίστηκε στα δημόσια οικονομικά. Ασχολήθηκε με την ιστορική έρευνα, στο πεδίο της οικονομίας, αλλά και της λογοτεχνίας, των καλών τεχνών και της μουσικής, και ήταν δραστήριος θεατρικός κριτικός. Θιασώτης εκ παραλλήλου των φιλελεύθερων αστικών αξιών, ο Ανδρεάδης υπερασπίστηκε τον θετικισμό, τις προόδους της επιστήμης και τις λελογισμένες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Γιος Κρητικού και ανιψιός του Ροΐδη από τη μεριά της μητέρας του Κορνηλίας (το γένος Ροδοκανάκη), ο Ανδρεάδης ήταν και ο πρώτος εκδότης των μεταθανατίων απάντων του, υπό τον σοφό τίτλο (μια και δεν επρόκειτο για άπαντα, αλλά για ένα είδος ευρισκομένων) «Εργα» (1911-1914). Ο ανιψιός δεν φρόντισε μόνο για τη συγκέντρωση και την έκδοση των κειμένων του Ροΐδη. Από τον θάνατό του μέχρι και το 1934 (επί μία ολόκληρη τριακονταετία) έγραψε και μίλησε προς πάσα κατεύθυνση για τον αγαπητό θείο, έχοντας όλη τη σχετική προπαρασκευή και προπαιδεία.

Χάρη στην πρωτοβουλία του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, τα ροϊδικά μελετήματα του Ανδρεάδη (η βιογραφία του Ροΐδη και της Κορνηλίας Ροδοκανάκη, τα εισαγωγικά σημειώματα για τις επιμέρους ενότητες των «Εργων», όπως και τρία άρθρα του στα περιοδικά «Les Balkans» και «Νέα Εστία») συγκεντρώνονται τώρα σ' έναν κομψό τόμο, του οποίου τη φιλολογική επιμέλεια, όπως και τα προλεγόμενα, ανέλαβε ο Παν. Μουλλάς (ο τόμος τυπώθηκε λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του και η δουλειά του για τον Ανδρεάδη εκπροσωπεί την τελευταία ολοκληρωμένη εργασία του).
  • Ισόρροπο πνεύμα
Παρακολουθώντας τα εισαγωγικά σημειώματα και την αρθογραφία, είναι εύκολο να διαπιστώσουμε το ισόρροπο πνεύμα και τη σωστή, πάντα ευθύβολη κρίση του Ανδρεάδη, που κατορθώνει να θίξει όλα σχεδόν τα ζητήματα (λογοτεχνικά, γλωσσικά, πολιτικά και ιδεολογικά) που απασχόλησαν τον Ροΐδη: επισημαίνει τη σύγκρουσή με τον Αγγελο Βλάχο για το αν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ελληνικής λογοτεχνικής ζωής επέτρεπε την άνθηση μιας ποίησης αξιώσεων, υπενθυμίζει την αποστροφή του για την ελληνική ηθογραφία, που οδηγούσε τον πεζό λόγο σε σωστή παράλυση, υποδεικνύει με ενάργεια τον διχασμό του ανάμεσα στην πίστη του στη γενική αξία της δημοτικής και στη δική του αδυναμία να ξεφύγει από την καθαρεύουσα (με δεδομένο ότι η δημοτική δεν μπορούσε ακόμη να ανταποκριθεί στις ανάγκες της λόγιας έκφρασης) και αναφέρεται διά μακρών στις σατιρικές του μάχες και την πολιτική του συμπαράταξη με τον Χαρίλαο Τρικούπη, σε συνδυασμό με την πικρία του για τη μόνιμη αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Ο Ανδρεάδης ξέρει καλά την προσωπικότητα του θείου, έχει διεξέλθει συστηματικά το έργο του και τίποτε απ' όσα λογαριάζει τόσο για την προσωπικότητα όσο και για το έργο δεν μοιάζει άστοχο. Οπως, όμως, προσφυώς παρατηρεί ο Μουλλάς, η μελετητική του ικανότητα έχει ένα όριο: τη διακηρυγμένη απροθυμία του (λόγω έλλειψης αρμοδιότητας ή βαθύτερης, πραγματικής αδυναμίας) να μπει σε ουσιαστική συζήτηση για τον Ροΐδη (γύρω, φέρ' ειπείν, από θέματα όπως η χρήση της γλώσσας ή η λογοτεχνική εμβέλεια της «Πάπισσας Ιωάννας») και να καταφέρει μια συντεταγμένη παρέμβαση στα πολυσχιδή όσο και απολύτως κρίσιμα πεπραγμένα του θείου. Ανάλογη είναι η στάση του Μουλλά απέναντι και στις βιογραφίες του Ροΐδη και της Κορνηλίας. Πρώτον, μητέρα και γιος δεν συσχετίζονται δυναμικά, προκειμένου να προκύψει ο οργανικότερος δεσμός μεταξύ τους, και δεύτερον, η βιογραφία του Ροΐδη προσπαθεί να τον αποκαταστήσει στα μάτια μιας κοινωνίας, στο εσωτερικό της οποίας λοιδορήθηκε ανελέητα και κατ' επανάληψιν, αλλά δεν αναδεικνύει και, το κυριότερο, δεν ερμηνεύει την ιδιοφυΐα του, που συνδύασε τη σάτιρα, την κριτική στάση και τον ορθολογισμό με μιαν αμιγώς δαιμονική παρόρμηση (κάτι από Πόε και μαζί Μποντλέρ ή Ντοστογιέφσκι).
  • Μια σχεδόν μυθιστορηματική αφήγηση
Ο Μουλλάς δεν έχει διόλου άδικο ως προς την τελευταία του παρατήρηση, αλλά διατηρώ μια καλύτερη εντύπωση για τη βιογραφία τόσο της μητέρας όσο και του γιου. Κι εδώ δεν πρόκειται μόνο για τον υποβλητικό χαρακτήρα μιας σχεδόν μυθιστορηματικής αφήγησης, που αναγνωρίζει ο Μουλλάς στα δύο βιογραφικά σημειώματα, αλλά και για κάποιες πολύ πιο συγκεκριμένες αρετές. Κατ' αρχάς ο Ανδρεάδης προβάλλει γοητευτικά το συλλογικό πάνω στο προσωπικό: τις ιστορικές τύχες, για παράδειγμα, του ελληνικού εμπορικού κόσμου του 18ου και του 19ου αιώνων, που συνταιριάζονται λειτουργικά με τις περιπέτειες της μάνας και τον επαγγελματικό προσανατολισμό του γιου. Υστερα, ο ανιψιός πετυχαίνει και κάτι άλλο, που παραπέμπει ευθέως στη σύγχρονη αντίληψη περί βιογραφίας: μιλώντας για τον βίο, δεν παραλείπει κάθε τόσο να τον αναπλάθει μέσα από τα ζητούμενα του έργου. Ο Ανδρεάδης ρίχνει από αυτή την άποψη συχνά πολλές και διάφορες σκιές στο πρόσωπο του Ροΐδη (απομονωμένος, οξύθυμος, ιδιότροπος), που αποκαλύπτουν όχι κάποια χαρακτηρολογική παραξενιά του, αλλά τη δυσφορία στην οποία τον εγκλώβιζε η θέση του στην ελληνική λογοτεχνία και κοινωνία: θέση που προκαλούσε με την ευρωπαϊκή αγωγή και την προωθημένη καλλιτεχνική της συγκρότηση έναν κόσμο που καλώς ή κακώς έμενε κλεισμένος στο καβούκι του και αντιμετώπιζε ως απειλή οτιδήποτε έτεινε να αγνοήσει την πεπατημένη. Τέλος, ο Ανδρεάδης δεν μπλέκεται σε καμία περίπτωση (ως προς αυτό ο Μουλλάς δεν θα διατυπώσει την παραμικρή αμφιβολία) στα δίχτυα του οικογενειακού ρομάντζου: δεν παρασύρεται από τον συναισθηματισμό και δεν ξεπέφτει ποτέ στην άχαρη δεοντολογία του συγγενικού καθήκοντος, ενώ την ίδια ώρα δεν αφήνει την αφήγησή του να αδειάσει από το ζεστό αίμα της προσωπικής επαφής. Σε μια γραμματεία όπου η βιογραφία αποτελεί μέχρι και σήμερα terra incognita, ο Ανδρεάδης προλαβαίνει να αναδειχθεί σε σημαντικό βιογράφο μιας από τις κορυφαίες συγγραφικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα. Δεν είναι λίγο.

Sunday, October 3, 2010

Ο Ροΐδης κάνει την έκπληξη

  • Ανοίγει την Τρίτη η 62η Διεθνής Εκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης με τα γνωστά τερατώδη μεγέθη της. Τιμώμενη χώρα η Αργεντινή. Τι (δεν) στέλνει η Ελλάδα

Μέσα στην πανδαισία των αριθμών για τον εκδοτικό κλάδο είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς σημεία της κρίσης στη Φραγκφούρτη. Οι παρόντες εκθέτες είναι όμως κατά 300 λιγότεροι από πέρυσι, τα προϊόντα κατά 25%. Σε πολλά μέρη του κόσμου η βιβλιοπαραγωγή κινείται με πιο αργούς ρυθμούς, στις ΗΠΑ ειδικά η εκδοτική βιομηχανία γνωρίζει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της. Παρά το ότι το έντυπο βιβλίο κυριαρχεί ακόμη στην Ευρώπη, τα ηλεκτρονικά προϊόντα θα παρουσιαστούν αρκούντως στη Φραγκφούρτη. Η έκθεση θα είναι διάσπαρτη με λεγόμενα hot spots, σημεία συνάντησης του έντυπου με το ηλεκτρονικό βιβλίο. Και φυσικά το κοινό που έχει είσοδο στην έκθεση μόνο το Σαββατοκύριακο θα έρθει σε επαφή με τους 1.000 συγγραφείς που αναμένονται συνολικά στη Φραγκφούρτη, από τον Τζόναθαν Φράνζεν, του οποίου το τελευταίο βιβλίο «Ελευθερία» μόλις κυκλοφόρησε στα γερμανικά, ως τον Γκύντερ Γκρας που παρουσιάζει το τρίτο μέρος της αυτοβιογραφίας του, και την Ινγκριντ Μπετανκούρ, πρώην υποψήφια για το προεδρικό αξίωμα στην Κολομβία, που έρχεται με το βιβλίο που έγραψε για την εξαετή ομηρεία της στα χέρια των αριστερών ανταρτών. Τιμώμενη χώρα είναι εφέτος η Αργεντινή και η λογοτεχνία της, μια χώρα που γιορτάζει τα 200 χρόνια της ανεξαρτησίας της, μια χώρα που γνώρισε μια στυγνή δικτατορία (1976-1983), μια χώρα που έζησε την οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία το 2002. Η Αργεντινή όμως διαθέτει και δύο λογοτεχνικούς ογκόλιθους που διευκολύνουν την πορεία της προς τη Φραγκφούρτη, τους πολυμεταφρασμένους και στα ελληνικά Χόρχε Λουίς Μπόρχες και Χούλιο Κορτάσαρ. Γι΄ αυτό και οι γερμανικοί εκδοτικοί οίκοι προετοίμασαν απλόχερα την υποδοχή της μεταφράζοντας και εκδίδοντας εφέτος 200 νέα βιβλία, ενώ η ίδια η τιμώμενη χώρα στέλνει στην Εκθεση Βιβλίου 60 συγγραφείς της. Το περίπτερο της Αργεντινής υλοποιεί μια ουτοπία, την περίφημη «Βιβλιοθήκη της Βαβέλ» του Μπόρχες, θέλει να οδηγήσει τον επισκέπτη σε ένα ομιχλώδες τοπίο με άπειρες εκπλήξεις πίσω από αλλεπάλληλα παραπετάσματα. 

Το φόντο της πρόσφατης πολιτικής και οικονομικής ιστορίας της χώρας δεν είναι μόνο προπέτασμα καπνού για να προσελκύσει τους ατζέντηδες του βιβλίου και το κοινό. Στη Φραγκφούρτη δεν φιλοξενείται απλώς αυτές τις ημέρες μια έκθεση πολιτικής γελοιογραφίας από την Αργεντινή και μια δεύτερη με φωτογραφίες για την ανοιχτή ακόμη πληγή των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που «εξαφανίστηκαν» την εποχή της δικτατορίας. Η στρατοκρατία, ο πόλεμος των Φόκλαντ και η οικονομική κρίση τροφοδοτούν με θέματα και εμπλουτίζουν τη λογοτεχνία, το ένα τρίτο τουλάχιστον των βιβλίων που μεταφράστηκαν εφέτος στα γερμανικά. Η κριτική επισήμανε κιόλας τη μεγάλη τέχνη του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες. Στο βιβλίο του «Η τυφλή ακτή», που μόλις μεταφράστηκε και στα ελληνικά, οι ιστορίες ενός άντρα και μιας γυναίκας που συναντώνται τυχαία είναι αναπόσπαστα δεμένες με οικείους και φίλους που «εξαφανίστηκαν» επί δικτατορίας.

Στο βιβλίο του «Ηθική Διαπαιδαγώγηση» ο Μάρτιν Κόχαν περιγράφει αριστοτεχνικά την ατμόσφαιρα σε ένα πρότυπο γυμνάσιο αρρένων την εποχή του πολέμου για τα νησιά Φόκλαντ αναδεικνύοντας τον κομφορμισμό της αργεντίνικης κοινωνίας σε πείσμα του διαδεδομένου στερεότυπου ότι ο τράχηλος του Αργεντινού ζυγό δεν υποφέρει. Και η Κλαούντια Πινιέιρο στο βιβλίο της «Η Ελενα ξέρει» διηγείται την ιστορία μιας βαριά άρρωστης μητέρας και της κόρης της που έχει τάσεις αυτοκτονίας, μια αλληγορία για τις φοβίες των μικροαστικών στρωμάτων στην Αργεντινή σε μια εποχή βαθμιαίας οικονομικής κατάρρευσης. Στην ανακάλυψη συναρπαστικών βιβλίων από την Αργεντινή πρωτοστατούν μεσαίοι και μικροί πλην τολμηροί ελβετικοί εκδοτικοί οίκοι, αυτοί εξάλλου που κάποτε ανακάλυψαν και τελικά επέβαλαν και τον Πέτρο Μάρκαρη.
  • Ενας Συριανός μας σώζει
Μικροί τολμητίες ήταν και οι δύο οίκοι που κυκλοφόρησαν εφέτος στα γερμανικά δύο κλασικά ελληνικά βιβλία,ο Εphelant της Βιέννης το «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και ο Βuntehunde του Ρέγκενσμπουργκ το «Τελευταίο αντίο» του Βασίλη Βασιλικού. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον και συζήτηση όμως προκάλεσε ο ελβετικός οίκος Μanesse εκδίδοντας μια επιλογή πεζών του Εμμανουήλ Ροΐδη με τίτλο «Ο σύζυγος το μανθάνει τελευταίος».Η κριτική γοητεύθηκε αμέσως από το βιβλίο αυτό που διάβασε όχι μόνο σαν δείγμα γραφής ενός μεγάλου σατιρικού,αλλά και σαν σπουδή στη νεοελληνική κακοδαιμονία,σαν προάγγελο της σημερινής κρίσης.Είναι πολλές οι ενδείξεις ότι οι γερμανικοί οίκοι θα ήταν διατεθειμένοι σήμερα να εκδώσουν ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία που έμμεσα θα έδιναν απαντήσεις στα πολλά ερωτήματα του γερμανικού κοινού για την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας.

Το ερώτημα είναι ποιος θα τους τα προτείνει.Την τελευταία διετία το Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού προτείνει όντως ελληνικά βιβλία σε γερμανούς εκδότες κατά τη διάρκεια της έκθεσης στη Φραγκφούρτη.Εφέτος που μετά την «ελληνική κρίση» οι ξένοι εκδότες διψούν περισσότερο,το ΕΙΠ κατελήφθη από άγχος μήπως οι επιλογές του δεν είναι «αντικειμενικές» και έτσι θα προτείνει αποκλειστικά και μόνο τα βιβλία που έχουν τιμηθεί με τα Κρατικά Βραβεία και τα βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω».

Ελληνικές εκπλήξεις δεν αναμένονται στη Φραγκφούρτη.Το εθνικό περίπτερο θα είναι εφέτος μικρότερο από ό,τι συνήθως λόγω της οικονομικής στενωπού,αλλά επαρκές για να φιλοξενήσει εκτός από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών και το ΕΙΠ, επίσης τον ΕΟΤ που θα διαφημίσει και θα δωρίσει πακέτα ταξιδιών στην όμορφη χώρα μας και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.Εξω από τον ελληνικό αυτόν θύλακα θα βρίσκεται σε εξέλιξη επί τέσσερις ημέρες η μεγαλύτερη αγοραπωλησία πνευματικών δικαιωμάτων στον κόσμο.

Ο κ. Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artid=358228&dt=03/10/2010#ixzz11HYvovjB

Tuesday, March 24, 2009

Ο Ροΐδης έκανε τον έξυπνο για να εντυπωσιάσει


Ο Εμμ. Ροΐδης πίστευε ότι ένα έργο έπρεπε «να αρέσκη εις τους πολλούς και συγχρόνως εις τους ολίγους, ήτοι τους ειδήμονας»

Ο Εμμ. Ροΐδης πίστευε ότι ένα έργο έπρεπε «να αρέσκη εις τους πολλούς και συγχρόνως εις τους ολίγους, ήτοι τους ειδήμονας»
  • Τον παιγνιώδη και παιχνιδιάρη Εμμανουήλ Ροΐδη της «Πάπισσας Ιωάννας» διαβάζει τελείως σοβαρά ο συγγραφέας, που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Σταύρος Κρητιώτης. Πρόκειται για τον πανεπιστημιακό που μας είχε προϊδεάσει για τις λογοτεχνικές του επιλογές με το πρώτο του μυθιστόρημα «Σελίδες σκόπιμα λευκές» («Γαβριηλίδης», 2001). Με το δεύτερο μακράς πνοής πεζογραφικό του έργο, «Το μηνολόγιο ενός απόντος» («Πόλις», 2005), προκάλεσε μεγάλο ντόρο γύρω από το όνομά του. Οχι μόνο για τη μεταμοντερνιστική τεχνική του βιβλίου του -με πάμπολλες αναφορές σε κείμενα της σύγχρονης ελληνικής εφημεριδογραφίας και κριτικογραφίας- αλλά και για την άρνησή του να αποκαλύψει το πραγματικό του όνομα και να φωτογραφηθεί.
  • Ο Σταύρος Κρητιώτης επανέρχεται τώρα με μία «δύσκολη» μελέτη, τελείως επιστημονική: «Τα συρτάρια της γνώμης του. Αγνωστες παραθεματικές τεχνικές του Εμμανουήλ Ροΐδη». Μ' αυτό το βιβλίο εγκαινιάζεται η σειρά «Επί των κειμένων» των εκδόσεων «Τόπος». Ο Κρητιώτης αναζητεί στο ροΐδειο έργο στρεβλωμένα παραθέματα, παραποιημένες παραπομπές, αμφίσημα λάθη, αναγραμματισμούς και λογοκλοπές. Ολα τα προηγούμενα τεχνάσματα -κατά τον μελετητή- πλέκουν μια πυκνή διακειμενική «υπόθεση» που οικοδομεί ένα δεύτερο πολλαπλών αναγνώσεων κείμενο.
Στα δύο προηγούμενα βιβλία σας «παίζατε» με τα λογοτεχνικά είδη, δημιουργώντας ένα παστίς με πολλά στοιχεία παρωδίας. Στη μελέτη σας για τον Ροΐδη τραβάτε το ριντό και αποκαλύπτετε τις πηγές του έργου του. Το βασικό σας συμπέρασμα ποιο είναι;
  • «Μέσα από στρεβλωμένα παραθέματα, παραποιημένες παραπομπές, αναγραμματισμούς και λογοκλοπές, ο φιλοπαίγμων κ. Εμμ. Ροΐδης είχε πλέξει μια λαθραία γραφή για να περάσει κρυφά ευφυολογήματα στους αναγνώστες και να πετύχει αυτό που όλη του τη ζωή επεδίωκε: την αναγνώριση των ικανοτήτων του από τους καλλιεργημένους ανθρώπους του καιρού του. Στρέβλωσε παραθέματα για να οικοδομήσει λογοπαίγνια για αναγνώστες ικανούς να διαπλεύσουν τη θάλασσα της διακειμενικότητας και να αλιεύσουν τους "φιλολογικούς μαργαρίτας" που είχε θάψει στον βυθό της. Παραποίησε παραπομπές, οδηγώντας σε υποκρυπτόμενα ευφυολογήματα. Χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμα στην εφημερίδα "Ασμοδαίος" αναγραμματισμούς, όπως το "Οικονόμος Κενοβαρελίδης", που σατιρίζει έναν νόμο για τα καπηλειά και αναγραμματιζόμενο γίνεται "νόμος βλακός ένοικε Ροΐδη". Η λαθραία του γραφή μού έδωσε ξεκάθαρα λοιπόν την εντύπωση μιας λογοτεχνίας λογοπαιγνίων και γρίφων. Η "Πάπισσα Ιωάννα" είναι ένα λογοτεχνικό έργο σπαρμένο με γρίφους. Ενα απέραντο κρυφό παιχνίδι. Και με ενδιέφερε να ανακαλύψω τα τοπία αυτού του παιχνιδιού».
Εκτιμάτε ότι ο Ροΐδης είναι από τους πρώτους μοντερνιστές Ελληνες μυθιστοριογράφους λόγω της μεγάλης ευρωπαϊκής παιδείας του ή ότι ο μοντερνισμός του ήταν κυρίως μία ιδιοσυγκρασιακή επιλογή;
  • «Οι τεχνικές του απορρέουν από μια ιδιοσυγκρασιακή επιλογή, που τυχαίνει, όμως, σήμερα, χάρη στον τρόπο πραγμάτωσής της, να τον καθιστά πρόδρομο των μετανεωτερικών λογοτεχνών. Η μειονεξία, που ένιωθε σε κάποιους σημαντικούς τομείς της λογοτεχνίας ("δεν ησθάνετο εαυτόν ποιητήν") τον ωθούσε συχνά σε μια επίδειξη της ευφυΐας του».
Τα πολλά ψευδώνυμα που χρησιμοποιεί ισοδυναμούν με διαφορετικά προσωπεία ή επιχειρεί να ανακαλύψει τους διαφορετικούς εαυτούς που κουβαλάει εντός του;
  • «Τα ψευδώνυμα του Ροΐδη στήνουν ρόλους θεατρικούς, υπενθυμίζοντας διαρκώς στον αναγνώστη πως όλα είναι πεποιημένα, τεχνητά. Στη σάτιρα επικρατούν ούτως ή άλλως οι μεταμφιέσεις και οι πλαστοπροσωπίες. Ωστόσο δεν έγραψε με ψευδώνυμο την "Πάπισσα Ιωάννα". Και στην τεράστια πλειονότητά τους τους τα ψευδώνυμά του εμφανίζονται μόνο μία φορά, και πάντα στην εφημερίδα "Ασμοδαίος". Κι αυτό επειδή κάθε σχεδόν ψευδώνυμο του ήταν αναγραμματισμός ενός κρυφού μηνύματος σχετικού με το περιεχόμενο του αντίστοιχου άρθρου».
Γιατί παριστάνει τον έξυπνο -όπως έχει επισημάνει ο καθηγητής Γιώργος Π. Σαββίδης- σε μια γαλαρία την οποία περιφρονούσε;
  • «Η ανάγκη του Ροΐδη για αναγνώριση από τους καλλιεργημένους ανθρώπους της εποχής του, που θα εντυπωσιάζονταν από εξεζητημένα τεχνάσματα και τεχνικές, τον έκανε να παριστάνει συνεχώς τον έξυπνο και τον εκκεντρικό, να ευφυολογεί. Η απρόσμενη επιτυχία, όμως, της "Πάπισσας" τον ανάγκασε να ασχοληθεί και με το ευρύ κοινό και τις αντιδράσεις του στο έργο του, καθιστάμενος έτσι θύμα της επιτυχίας του, αφού αναμείχθηκε σε διαμάχες και σκάνδαλα. Ο ίδιος, ούτως ή άλλως, θεωρούσε ότι ένα έργο έπρεπε "να αρέσκη εις τους πολλούς και συγχρόνως εις τους ολίγους, ήτοι τους ειδήμονας"».
Οταν μεταφράστηκε στα ελληνικά, το 1895, η «Πάπισσα Ιωάννα» του Ιταλού ιστορικού Ε. Mezzabotta, γιατί εξοργίστηκε τόσο πολύ ώστε να κατατρυπήσει την έκδοση με ψαλίδι και χαρτοκόπτη;
  • «Επειδή ο Τύπος της εποχής είχε συγκρίνει τις δύο "Πάπισσες", αποκαλώντας τες "τα περιεργότερα δίδυμα προϊόντα της συγχρόνου φιλολογίας". Φαίνεται πως ο Ροΐδης θεωρούσε το δικό του έργο πολύ σημαντικό και μοναδικό επίτευγμα».
Επιλέγει να αναθεωρήσει κάθε έκδοσή της «Πάπισσας». Προς τι αυτό το συνεχές βάσανο;
  • «Πίστευε πιθανότατα πως "εν έργον εποίησα, και πάντες θαυμάζετε". Ηταν περήφανος για το ουσιαστικότερο έργο του, το μοναδικό του μυθιστόρημα, και ήθελε να το τελειοποιήσει, οδηγούμενος σε προσθαφαιρέσεις "και ένεκα βαθυτέρας μελέτης και ένεκα παρατηρήσεων πεφωτισμένων φίλων". Η μεγάλη επιτυχία της, ιδίως στο εξωτερικό, και τα σκάνδαλα που δημιουργήθηκαν, τον έκαναν να απαλείψει πολλά από τα πιο άσεμνα ή άκομψα εδάφια κατά τις διάφορες αναθεωρήσεις. Λάτρευε το ότι ήταν το επίκεντρο της προσοχής, για αυτόν ακριβώς τον λόγο όμως επιθυμούσε και να απαλείψει τις όποιες αδυναμίες του αρχικού κειμένου».
Οταν χρησιμοποιεί ξένες πηγές έχει την τάση, όπως σημειώνετε χαρακτηριστικά, να τις αλλοιώνει και να τις παρωδεί. Τι προσπαθεί να επιτύχει;
  • «Η "Πάπισσα Ιωάννα" είναι ουσιαστικά ένας πολύ έξυπνα δομημένος κέντρωνας, όπως δείχνει η προέλευση των ψηφίδων του. Η χρήση κειμένων άλλων συγγραφέων για το στήσιμο της ήταν τελικά πολύ πιο εκτεταμένη απ' όσο ισχυρίζονταν τότε οι αντίπαλοί του. Η συρραφή των δανείων έγινε τόσο τέλεια, όμως, ώστε να είναι παντελώς αόρατη. Οι αναλογίες της δόμησης αυτής με το στήσιμο πολλών μετανεωτερικών έργων είναι συναρπαστικές».*
  • Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 24/03/2009