Showing posts with label Κριτική. Show all posts
Showing posts with label Κριτική. Show all posts

Saturday, June 13, 2015

Γιώργος Βέης: «Παντού» - κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Δημοσιεύτηκε: diastixo Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Ο Γιώργος Βέης προσθέτει και την έβδομη ψηφίδα στις άλλες έξι λαμπερές που συνθέτουν το ψηφιδωτό της πεζογραφίας του. Και μάλιστα το πιο παράξενο και φαντασμαγορικό. Αλλά πάλι, τι είναι παράξενο και φαντασμαγορικό στα τόσα και τόσα που έχει δει και έχει καταγράψει; Πάντως, πέρα από κάθε παραθετικό –περισσότερο, πολύ περισσότερο– η Σιγκαπούρη, η πόλη λέων ως λέων γιγαντώνεται, ζει και φέρεται.

Tuesday, March 3, 2015

Δεκάδες συγγραφείς, πανεπιστημιακοί κατά της αγωγής Ν.Κοτζιά στην Athens Review of Books

«Υπερασπιζόμαστε τον κριτικό λόγο»


Δεκάδες πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, επιστήμονες με κείμενο που υπογράφουν υπερασπίζονται το δικαίωμα στην κριτική  και την ελευθερία του λόγου, με αφορμή  την αγωγή  που έχει υποβάλει ο νυν υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς κατά της  Athens Review of Books .

Με αυτήν ζητεί «αποζημίωση» 250. 000 ευρώ εξαιτίας της δημοσίευσης μιας επιστολής αναγνώστη ο οποίος τον χαρακτήριζε ως «τον πιο ακραίο και φανατικό, σκληρό και αμείλικτο κνίτη της γενιάς μας/του, έναν πραγματικό γκαουλάιτερ του σταλινισμού.

Sunday, February 8, 2015

Τιμωρημένες, αλλά και τιμωροί

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8/2/2015

  • ΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ
    Τα άγρια περιστέρια
    εκδ. Καστανιώτη
Κ​​αθόλου αθώες περιστερές, αλλά ούτε και εξαγριωμένες. Οι διηγηματογραφικές ηρωίδες της Νίκης Αναστασέα ισορροπούν επισφαλώς μεταξύ ενοχής και αθωότητας, προσπαθώντας, όχι πάντα επιτυχώς, να κατασιγάσουν πάθη, φοβίες και επιθυμίες. Κοινή τους τυραννία είναι η αγάπη. Το ανεπίδοτο πλεόνασμά της, το έλλειμμά της, η στρέβλωσή της, η απώλειά της. Η λαχτάρα τους να προσφερθούν ολοσχερώς αλλά και να αγαπηθούν, παρεμποδίζεται είτε από συμφορές, που έχουν στομώσει κάθε συναίσθημα, είτε από ψυχικές κακώσεις, που έχουν αποφράξει την καρδιά τους. Βαριά τραυματισμένες και ανείπωτα πικραμένες, οχυρώνονται μέσα σε ζοφερούς, πνιγηρούς χώρους, παρατηρώντας λοξά τη ζωή να εκτυλίσσεται μακριά τους, αποκλεισμένες από αυτή και ωστόσο για πάντα απροστάτευτες.

Friday, September 20, 2013

Μαρσέλ Ράιχ - Ρανίτσκι: Πέθανε ο «Πάπας» της γερμανικής λογοτεχνικής κριτικής

  • Υπήρξε μια από τις πλέον σεβαστές προσωπικότητες στην πολιτιστική ζωή της μεταπολεμικής Γερμανίας 
  • Μπέκος Γρηγόρης, ΤΟ ΒΗΜΑ:  19/09/201 


Μαρσέλ Ράιχ - Ρανίτσκι: Πέθανε ο «Πάπας» της γερμανικής λογοτεχνικής κριτικής


Ο Μαρσέλ Ράιχ - Ρανίτσκι, εξέχουσα μορφή της γερμανικής λογοτεχνικής κριτικής , απεβίωσε την Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου στη Φραγκφούρτη. Ήταν 93 ετών - νωρίτερα μέσα στη χρονιά είχε διαγνωσθεί ότι έπασχε από καρκίνο του προστάτη. Εθεωρείτο ο «Πάπας της λογοτεχνίας» (Literaturpapst) και μια από τις πλέον σεβαστές προσωπικότητες στην πολιτιστική ζωή της μεταπολεμικής Γερμανίας. H εφημερίδα «Süddeutsche Zeitung» έγραψε ότι ήταν «ο άνδρας που μας δίδαξε πώς να διαβάζουμε» (der Mann, der uns das Lesen Lehrte). Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ δήλωσε ότι «χάσαμε έναν απαράμιλλο φίλο της λογοτεχνίας, αλλά και της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Θα μας λείψει αυτός ο παθιασμένος και υπέροχος άνθρωπος».

Saturday, February 14, 2009

Επαρχιωτισμός και κριτική (2)

  • Νάσος Βαγενάς | ΤΟ ΒΗΜΑ|Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
Με την επιφυλλίδα μου της 16ης Νοεμβρίου («Επαρχιωτισμός και κριτική») σχολίαζα μια χαρακτηριστική περίπτωση επαρχιωτισμού στη λογοτεχνική κριτική μας. Καθώς η περίπτωση εκείνη ήταν ατομική- αναφερόμουν σε έναν συγκεκριμένο κριτικό- σήμερα θα ολοκληρώσω την εικονογράφηση αυτού του κριτικού φαινομένου με τον σχολιασμό μιας συλλογικής έκφρασής του. Αναφέρομαι στην πρόσφατη επίσκεψη του Τέρρυ Ηγκλετον στην Ελλάδα και στη δεξίωσή της από την, αυτοπροσδιοριζόμενη ως, αριστερή λογοτεχνική κριτική. Η υποδοχή του πολυσχιδούς Βρετανού διανοητή από τον Τύπο ήταν γενικά ενθουσιώδης. Εκεί όμως που η επίσκεψη έλαβε νόημα μεσσιανικό και η υποδοχή της τη μορφή διπλής Κυριακής των Βαΐων ήταν το ένθετο των «Αναγνώσεων» της Αυγής, το οποίο αφιέρωσε στον Ηγκλετον δύο τεύχη του (21 και 28 Δεκεμβρίου), με πλήθος ελληνικών κειμένων για το έργο του, κείμενα του ίδιου του Ηγκλετον και μια μακρότατη συνέντευξή του. Υπό την αιγίδα των «Αναγνώσεων» φαίνεται να έγινε και η κύρια διάλεξη του Ηγκλετον στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, αφού η επίσημη παρουσίαση του ομιλητή έγινε από συνεργάτη του ενθέτου, το οποίο και δημοσίευσε το κείμενό της.

Για όσους από τους παρευρεθέντες στη διάλεξη ο κριτικός νους λειτουργεί ακόμη- και ήταν πολύ λίγοι, αφού η ομιλία διακοπτόταν κάθε τόσο από θερμά χειροκροτήματα- η διάλεξη, με τον πολλά υποσχόμενο τίτλο «Το τέλος της κριτικής», ήταν μια απογοήτευση. Ο επαρχιωτισμός της όλης εκδήλωσης έγινε αισθητός ήδη από την αρχή, με τον ξαναμμένο παρουσιαστή ειρωνευόμενο τους επικριτές του υψηλού φιλοξενουμένου, ιδιαίτερα τον πρίγκηπα της Ουαλλίας, «που κάποτε χάρισε στον Ηγκλετον τον υπέροχο χαρακτηρισμό “dreadful”», και τον Ελληνα πανεπιστημιακό «που τις προάλλες σύστηνε τον Ηγκλετον ως νεοζντανοφικό». Το περιεχόμενο της παρουσίασης δικαίωνε, βέβαια, τον πρίγκηπα, αφού, όπως ο αγαθός αρχοντοχωριάτης του Μολιέρου που έκανε ανεπιγνώστως πρόζα, έτσι και ο πανάγαθος παρουσιαστής έκανε νεοζντανοφισμό χωρίς να το ξέρει. Διότι τι άλλο παρά ένα νεοζντανοφικό λογοτεχνικό κριτικό παρουσίαζε περιγράφοντας τον Ηγκλετον ως έναν κριτικό για τον οποίο «το ζητούμενο δεν είναι η συνέπεια της μεθόδου αλλά η συνέπεια του πολιτικού σκοπού» και εκθειάζοντας την «ακτιβιστική “αυθάδεια” του κριτικού του λόγου»; Περιγραφή στην οποία ανταποκρίθηκε πλήρως ο Ηγκλετον με την, κατά τα άλλα, νεφελώδη, περί παντός του επιστητού, διάλεξή του.

Εσωσε την τιμή της κριτικής μας ο σχολιασμός της διάλεξης από την Ελισάβετ Κοτζιά στην Καθημερινή (7 Δεκεμβρίου). «Υπήρξε», γράφει, «κάτι περισσότερο από απογοητευτική, δημιουργώντας ένα δυσάρεστο αίσθημα κίβδηλου». Συνέβαλε, θα προσέθετα, σε αυτό και η νεοαποικιακού τύπου εκπολιτιστική αντιμετώπιση από τον Ηγκλετον του ιθαγενούς ακροατηρίου.

Αλλά τον εντονότερο κριτικό επαρχιωτισμό απέπνεε η θρησκευτική ευλάβεια του Αφιερώματος των «Αναγνώσεων». Ενώ ακόμη και οι μαθητές του Ιησού αμφισβητούσαν ενίοτε τις επιλογές του Διδασκάλου, οι εν Ελλάδι απόστολοι του Ηγκλετον παρέθεταν περικοπές από την παλαιά διαθήκη του έμφορτοι ιερού δέους. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ξόρκισαν την πρόσφατη στροφή του ρωμαιοκαθολικά αναθρεμμένου Ηγκλετον προς θέσεις τις οποίες ο ίδιος μαχόταν ως αντιδραστικές και λοιδορούσε επί ολόκληρες δεκαετίες. Γράφει ο ένας: «Η “μεταφυσική στροφή” του Ηγκλετον» (ο οποίος τώρα, με την καινή διαθήκη του - με το βιβλίο του Μετά τη θεωρία, 2003· και όχι μόνο με αυτό- διαχωρίζοντας τη θέση του από τους άλλους κήρυκες της αντιουσιοκρατικής Θεωρίας, υπερασπίζεται τις ιδέες της αντικειμενικότητας και της απόλυτης αλήθειας) «δεν σαλπίζει άτακτη υποχώρηση από τις ιδεολογικές του αναφορές», απλώς «στρέφει το βλέμμα σε αγωνίες μάλλον ασυνήθιστες για τη ριζοσπαστική θεωρία». «Δεν σημαίνει», διαβεβαιώνει ο άλλος, «συντηρητική στροφή, νοσταλγική επιστροφή στον καθολικισμό ή προσχώρηση στον χρεωκοπημένο φιλελεύθερο ανθρωπισμό, αλλά ακριβώς το αντίθετο, μια απόπειρα για την ανάδειξη του θεμελιακού ηθικού και στοχαστικού πυρήνα της μαρξιστικής σκέψης» (ως εάν ο Ηγκλετον όλο τον προηγούμενο καιρό αγωνιζόταν να αναδείξει κάτι άλλο, και ως εάν οι ουσίες, προς τις οποίες έχει τώρα στραφεί, βρίσκονται στον πυρήνα της μαρξιστικής σκέψης).

Ενδεικτικό της σύγχυσης του Αφιερώματος είναι ότι περιέλαβε- αντιφατικώς- και ένα απόσπασμα από τη διάλεξη του Ηγκλετον στα Γιάννενα, με θέμα την ποίηση, και ένα άρθρο της Αθηνάς Βογιατζόγλου, σχολιασμό του πρόσφατου βιβλίου του Ηγκλετον Ηow to Read a Ρoem (2006)- τα μόνα ενδιαφέροντα κείμενα του Αφιερώματος. Αλλά οι θέσεις αυτής της διάλεξης, περιεχόμενες στο βιβλίο, που είναι προϊόν της στροφής του συγγραφέα του- εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον τους- δεν είναι διαφορετικές από εκείνες της, προΘεωρητικής, Νέας Κριτικής, τις οποίες χλευάζουν οι «Αναγνώσεις» και μυκτήριζε ο Ηγκλετον προηγουμένως.

Προοδευτική κριτική είναι το να κρίνεις με το μυαλό σου, όχι με το μυαλό των άλλων. Η άκριτη μεσσιανοποίηση του Ηγκλετον και η καθησυχαστική παρανάγνωση των πρόσφατων βιβλίων του είναι συμπτώματα βαρείας μορφής κριτικού επαρχιωτισμού και συντηρητικής σκέψης.
  • Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επικράνθη

Διακρινοντας

Αναδημοσιεύω απόσπασμα κριτικής: «Ισως φανεί παράξενο σε όσους παρακολουθούν την κριτικογραφία της ότι η Ε.Κ. έγραψε ένα βιβλίο που καταπιάνεται με ιδέες· γιατί οι κριτικές της είναι αυστηρά προσηλωμένες στην αισθητική αποτίμηση των λογοτεχνικών έργων (με τα δικά της κριτήρια, εννοείται) και ελάχιστα ή καθόλου δεν ασχολούνται με το πώς αυτά διαλέγονται με το διανοητικό περιβάλλον τους. Στην πραγματικότητα όμως η «στροφή» της έρχεται φυσιολογικά. Κριτικός με εξαιρετικά αναλυτική, ορθολογική σκέψη και στέρεη επιχειρηματολογία, την οποία δεν μπορείς να προσπεράσεις εύκολα ακόμα και όταν διαφωνείς μαζί της, η Κ. δεν είναι από εκείνους τους εστέτ που αερολογούν για την τέχνη σαν να ήταν εκτόπλασμα. Απλώς οι αισθητικές εκτιμήσεις της βασίζονται σε ορισμένες άρρητες και ασχηματοποίητες ώς πρόσφατα αντιλήψεις για τις σχέσεις της λογοτεχνίας (της λογοτεχνίας όχι γενικά, αλλά ως ιστορικά προσδιορισμένου φαινομένου) με τον κόσμο. Αυτές οι αντιλήψεις παίρνουν τώρα, με το εκτενές δοκίμιό της, συγκεκριμένη και σύνθετη μορφή. Και είναι πολύ ενδιαφέρουσες…» Κι ακόμα: «Η Κ. έχει πλήρη επίγνωση, και το δηλώνει στην εισαγωγή, ότι η αντιστικτική μέθοδός της αναπόφευκτα οδηγεί σε σχηματοποιήσεις. Αλλά ας μη μας κάνει η σχολαστική λεπτολογία να χάνουμε το δάσος βλέποντας μόνο τα δέντρα. Η ουσία είναι ότι το σχήμα που εκθέτει η κριτικός, με τη γνωστή αξιοθαύμαστη συλλογιστική συνέπεια και ενάργεια λόγου, είναι πειστικό και, από τη σημερινή σκοπιά, πολύ αποκαλυπτικότερο από τις παλιές ιδεολογικές κατηγοριοποιήσεις».

H Ε.Κ. είμαι εγώ. Και τα παραπάνω θερμά λόγια που εξαίρουν την αυστηρή προσήλωσή μου στην αισθητική αποτίμηση, την αναλυτική ορθολογική μου σκέψη, την στέρεη επιχειρηματολογία μου, τη γνωστή αξιοθαύμαστη συλλογιστική μου συνέπεια και τις ενδιαφέρουσες αντιλήψεις μου ανήκουν στον Δημοσθένη Κούρτοβικ – γραμμένα σε κριτικό του σημείωμα που δημοσίευσε στα «ΝΕΑ» στις 5.8.2006 για τη μελέτη μου «Ιδέες και αισθητική. Μεσοπολεμικοί και μεταπολεμικοί πεζογράφοι». Ανήκουν, δηλαδή, στο ίδιο πρόσωπο που δυο χρόνια αργότερα (στις 9.8.2008, στις 15.11.2008 και στις 7.2.2009) δημοσίευσε στην ίδια εφημερίδα τρία κείμενα που με εμφανίζουν ως χείριστο δείγμα «εστετίστικα» εφησυχασμένης ακρισίας και ρυπαρότατης προσωπικής ιδιοτέλειας στον χώρο της σύγχρονης κριτικής. Τι μεσολάβησε; Πριν από αρκετά χρόνια είχα δημοσιεύσει μια επαινετική κριτική για το μυθιστόρημά του «Η νοσταλγία των δράκων» το οποίο είχα βρει πρωτότυπο στη σύλληψη και καλλιτεχνικά ώριμο στην εκτέλεση του, έργο («Καθημερινή», 11.6.2000). Την περασμένη άνοιξη δημοσίευσα μια αρνητική κριτική για το μυθιστόρημα «Τι ζητούν οι βάρβαροι» αναπτύσσοντας τα σοβαρά προβλήματα σύνθεσης, που κατά τη γνώμη μου εμφανίζει το τελευταίο του βιβλίο («Καθημερινή», 18.5.2008). Ο Κούρτοβικ επικράνθη και με κατηγορεί ότι ασκώ «καθεστωτική κριτική» – ότι ασκώ κριτική όχι με τα αισθητικά και ιδεολογικά μου κριτήρια, αλλά ιδιοτελώς για να εξυπηρετήσω κάποιο καθεστώς. Αν πίστευε πράγματι όσα επαινετικά έγραψε για μένα πριν από δύο χρόνια, δεν μπορεί να ισχύουν όσα με μέμφεται σήμερα. Αν πάλι τα έγραψε προσδοκώντας σε κάποια φιλόφρονα ανταπόδοση –προκειμένου να εξυπηρετήσει το καθεστώς του δικού του εαυτού– καλύτερα να το είχε αποφύγει. Ας επιστρέψουμε τώρα στη δουλειά μας.

Ο Αργύρης Χιόνης αποτελεί αξιόλογο μέγεθος στα ελληνικά Γράμματα. Η σαραντάχρονη ποιητική παρουσία του, το ειδολογικό εύρος της μεταφραστικής εργασίας του και η πρωτοτυπία της πεζογραφικής δουλειάς του φανερώνουν έναν ευαίσθητο, επινοητικό και ταυτόχρονα συστηματικό εργάτη της γλωσσικής κατασκευής. Τα έντεκα διηγήματα της συλλογής «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, σελ. 126) φιλοδοξούν να προσφέρουν, όπως ο ίδιος εξηγεί στον πρόλογό του, παραμυθία σε όσους βρίσκονται σε ασύμβατη σχέση προς τα δεσμά της πραγματικής τους ηλικίας. Εμπνευσμένα από τις αφηγήσεις της Κρητικής μαμάς και της νησιώτισσας γιαγιάς του, παραπέμπουν πολύ συχνά στα μαγικά παραμύθια της ελληνικής λαϊκής παράδοσης (όπως άλλωστε και τα εμπνευσμένα σχέδια της Εύης Τσακνιά). Τα πνευματώδη μάλιστα ακροτελεύτια επιμύθια διανθίζουν τα κείμενα με πολύ χιούμορ. Δεν είναι ωστόσο όλα τα πεζογραφήματα εξίσου σημαντικά, καθώς στη συλλογή αυτή ο αφηγητής περισσότερο μοιάζει να ταυτίζεται με τον φυσικό παραμυθά που δεν αφήνει καμιά ευκαιρία προκειμένου να εξιστορήσει, παρά με τον καλλιτέχνη που καταναγκαστικά σβήνει επιλέγοντας αυστηρά μόνο εκείνα που ταιριάζουν στο όραμά του. Κείμενα, ωστόσο, όπως «Το οριζόντιο ύψος», το «Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει» ή το «Αλφειός συν Αρεθώνι» παραπέμπουν στα αξέχαστα πεζά της παλαιότερης συλλογής του «Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς» (1995) και της πιο πρόσφατης «Οντα και μη όντα» (2006).

  • Tης Eλισαβετ Kοτζια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009

Saturday, February 7, 2009

Ασήκωτα μυγάκια και ελαφρές χρυσόμυγες στο σπαθί τους

Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009


Σε άρθρο μου που δημοσιεύτηκε σ΄ αυτή τη στήλη στις 15.11.2008 έθετα το ζήτημα της καθεστωτικής λογοτεχνικής κριτικής. Νομίζω ότι περιέγραψα με αρκετή σαφήνεια το περιεχόμενο που της δίνω· όχι δηλαδή με θεωρητικολογίες και ισοπεδωτικά ιδεολογήματα (του τύπου: κάθε κριτικός που γράφει σε εφημερίδα «του συστήματος» είναι καθεστωτικός), αλλά με την επισήμανση δια παραδειγμάτων μιας σειράς αντιλήψεων και πρακτικών που χαρακτηρίζουν μια ορισμένη ομάδα κριτικών. Συγκεκριμένα, καταλόγιζα σ΄ αυτή την ομάδα: α) τάση διείσδυσης σε όλα τα θεσμικά όργανα του χώρου του βιβλίου, συχνά με ολοφάνερα οπορτουνιστικό πνεύμα (βλ. π.χ. επιτροπή του Βραβείου Αναγνωστών ή παλινδρομήσεις του ίδιου κριτικού ανάμεσα στην επιτροπή των κρατικών βραβείων και σε επιτροπές άλλων, υποτίθεται διαφορετικής λογικής βραβείων)· β) σχηματισμό «καρτέλ» ανάμεσα σε αυτούς τους κριτικούς, ή ορισμένους από αυτούς, για την αποτελεσματικότερη προώθηση κάποιων συγγραφέων και τον παραγκωνισμό άλλων (ιδίως σε ψηφοφορίες για βραβεύσεις βιβλίων)· γ) μια αντίληψη για τον ρόλο τους (αποτυπωμένη ανάγλυφα στα ίδια τα θεωρητικά γραπτά τους) που αίρει τον κριτικό πάνω από το λογοτεχνικό κείμενο και τον κάνει από στενό συνομιλητή στεγνό δικαστή ή βαθμολόγο με τυποποιημένα κριτήρια· και δ) ευνοϊκή μεταχείριση μιας λογοτεχνίας εφησυχασμού, ιδιώτευσης και αυτάρεσκων παιγνίων, με αντίστοιχη αγνόηση, υποβάθμιση ή υπέρμετρα σκληρή αντιμετώπιση βιβλίων που είναι πιο ανοιχτά στον κόσμο, πιο φρέσκα στον προβληματισμό τους και αμφισβητούν κυρίαρχες ή εθιμικές δοξασίες.
Δύο από τους εγκαλούμενους κριτικούς απάντησαν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο. Ο ένας (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 28.11.2008) με μια έκθεση περί του τι κάνει, θεωρητικά, ένας κριτικός, λες κι αυτό ήταν το θέμα («απαντά όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς να απαντήσει ο καθεστωτικός κριτικός που περιγράφει ο Κούρτοβικ», σχολίασε κάποιος στο διαδίκτυο, ο οποίος μάλιστα κράτησε κατά τα άλλα ουδέτερη στάση)· ο άλλος (Αλέξης Ζήρας, στο τεύχος Ιανουαρίου 2009 του Διαβάζω ) με μια εξ ολοκλήρου προσωπική επίθεση εναντίον μου, η οποία, πέρα από τις χονδροειδείς και ψευδείς κατηγορίες της (υπάρχει απάντησή μου στο τρέχον τεύχος του περιοδικού), αντιπαρερχόταν και αυτή τις δικές μου αιτιάσεις. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, δεν υπήρξε απάντηση.
Αισθάνομαι πως αυτό συνέβη όχι επειδή τους αποστόμωσα με εκείνο το άρθρο, αλλά μάλλον επειδή θεωρούν ότι αυτά που εγώ βρίσκω σκανδαλώδη είναι ασήμαντα ή αυτονόητα, τόσο για τους ίδιους όσο και γενικότερα για τα ήθη του χώρου, άρα δεν αξίζει τον κόπο να τα συζητάμε. Νά εδώ ένας από τους λόγους που με ωθούν προς αυτή την εξήγηση: στην κατακλείδα της «ανοιχτής επιστολής» που μου απεύθυνε από το Διαβάζω, ο Αλέξης Ζήρας δέχτηκε ως υπόθεση εργασίας ότι δύο κριτικοί προσυνεννοούνται για να κατεδαφίσουν το βιβλίο ενός συγγραφέα που αντιπαθούν· και αμέσως επιτρέπει στον εαυτό του το απίστευτο σχόλιο «Ε, και λοιπόν;»!!!
Μήπως όμως πρόκειται εδώ για εκφραστική αδεξιότητα, για ένα τυχαίο lapsus; Για να δούμε. Στις 28 και 29 Νοεμβρίου 2007 έγινε στην Αθήνα ένα συνέδριο με θέμα «ΜΜΕ και λογοτεχνία», οργανωμένο από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης. Τα πρακτικά του εκδόθηκαν από τους διοργανωτές σ΄ έναν τόμο με τίτλο ΜΜΕ και λογοτεχνία - το παρόν και το μέλλον μιας συμπόρευσης. Στην τελευταία συνεδρία, που ήταν αφιερωμένη στην κριτική, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τους Αλέξη Ζήρα, Ελισάβετ Κοτζιά, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Παντελή Μπουκάλα. Εκεί, απεύθυνα στους τρεις πρώτους την ερώτηση με ποιο σκεπτικό δέχτηκαν να συμμετάσχουν σε κάτι τόσο οξύμωρο όσο μια κριτική επιτροπή για το... Βραβείο Αναγνωστών.
Ο Αλέξης Ζήρας απάντησε αυτολεξεί: «Εγώ να πω κάτι ελάχιστο: εγώ νομίζω ότι ήταν ένα ακόμη βραβείο. Δεν νομίζω ότι είναι κάτι πέραν αυτού [...] Κοιτάξτε, τώρα δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά ξέρετε πολύ καλά ότι όλες αυτές οι διαδικασίες [οι επιλογές των υποψήφιων για βράβευση βιβλίων] έχουν κάτι το διαβλητό. Το ξέρετε. Δεν χρειάζεται να το πω εγώ, το ξέρουν όλοι» (σελίδες 267 και 268 των πρακτικών). Ο Ζήρας, δηλαδή, αφού προβάλει ως επιχείρημα ότι το Βραβείο Αναγνωστών είναι απλώς ένα ακόμη βραβείο (σαν να μας λέει: πώς ήταν, λοιπόν, δυνατό να λείπω από αυτό;), ομολογεί ότι δέχτηκε να συμμετάσχει σε μια διαβλητή διαδικασία, γιατί «το ξέρουν όλοι» ότι έτσι γίνεται πάντα! Ούτε lapsus, λοιπόν, ούτε παρεξήγηση. Ο Ζήρας είναι σαφέστατος και συνεπής στην πεποίθησή του ότι οι «διαβλητές διαδικασίες» είναι ο κανόνας σ΄ αυτό τον χώρο, επομένως δεν χρειάζεται να ενοχλούμαστε και να απέχουμε από αυτές!
Μια ιδιότυπη επιβεβαίωση των καταγγελιών μου προήλθε από την Ελισάβετ Κοτζιά, στην ειδική έκδοση για το βιβλίο στο φύλλο της Καθημερινής με ημερομηνία 14.12.2008. Αυτή ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα, αν και έμμεση, απόκριση στο άρθρο μου. Ούτε παραγγελία μου να ήταν! Η Ελισάβετ Κοτζιά, «προβάλλοντας αντίσταση», όπως γράφει, «στην καταναλωτική βουλιμία που συνήθως απαξιώνει το λογοτεχνικό βιβλίο με τη λήξη της τρέχουσας σεζόν», ξεχωρίζει και προτείνει δέκα μυθιστορήματα από την παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας. Τι το κατακριτέο υπάρχει σ΄ αυτό; Απολύτως τίποτα. Θα μπορούσε κανείς μάλιστα να το επαινέσει, ως ιδέα. Οι επιλογές της κριτικού, βέβαια, είναι σε αρκετές περιπτώσεις παράξενες έως προκλητικές, αλλά αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της, οπότε ούτε εκεί βρίσκεται το σκάνδαλο.
Πού βρίσκεται τότε; Στον κραυγαλέο, κανονιστικό υπότιτλο που δίνει η κριτικός στο κείμενό της και ο οποίος διαλαλεί ότι όσα ακολουθούν είναι «΄Οσα ξεχώρισαν από την ελληνική παραγωγή και άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου » (η έμφαση δική μου). Το διαβάζουμε και το ξαναδιαβάζουμε, μη πιστεύοντας στα μάτια μας, αλλά έτσι ακριβώς το λέει. Η Ελισάβετ Κοτζιά, σαν να διαθέτει το εντελώς μοναδικό προνόμιο να παίρνει πληροφορίες από το μέλλον, αποφαίνεται ότι τα δέκα βιβλία που διάλεξε, ανάμεσά τους μυθιστορήματα της τελευταίας τριετίας- τετραετίας, άντεξαν ήδη στη δοκιμασία του χρόνου! Ούτε εγώ δεν θα μπορούσα να φανταστώ μια τόσο επιθετική, τόσο αλαζονική έκφραση καθεστωτικής νοοτροπίας, όπου ένας κριτικός αναγορεύει τις προσωπικές εκτιμήσεις του σε συντελεσμένη ετυμηγορία της αιωνιότητας!
Περίμενα από τους κριτικούς αυτής της ομάδας να μου ζητήσουν εξηγήσεις για τον ισχυρισμό μου ότι η ίδια η κριτικογραφία τους είναι καθεστωτική· ότι πριμοδοτεί μια λογοτεχνία εφησυχασμού, ιδιώτευσης και ανώδυνου εστετισμού· ότι επιδαψιλεύει μονίμως επαίνους σε ισχυρούς συγγραφείς (ισχυρούς όχι μόνο λόγω της λογοτεχνικής φήμης τους, αλλά και, ίσως ακόμα περισσότερο, λόγω της θεσμικής εξουσίας τουςπανεπιστημιακοί, πρόεδροι ιδρυμάτων κ.λπ.)· ότι είναι γαντζωμένη σε μια ακαδημαϊκή, περιχαρακωτική αντίληψη για τη λογοτεχνία και αντιμετωπίζει με δυσπιστία έως εχθρότητα νεότερες τάσεις στο μυθιστόρημα, που το επανασυνδέουν με τη ζωή και τον στοχασμό, αποτυπώνοντας καινούργιους, κριτικούς προβληματισμούς με κοινωνικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, οικολογικό κ.λπ. περιεχόμενο. Δεν μου ζήτησαν οι παραπάνω κριτικοί τέτοιες εξηγήσεις. ΄Ισως δεν τις χρειάζονταν, ίσως τις φοβούνταν. ΄Εστω και απρόκλητος, λοιπόν, θα δώσω εδώ μερικές από αυτές, με όση συντομία επιβάλλει η στενότητα του χώρου.
Το ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα, απαξιωμένο παλαιόθεν από τους εν λόγω κριτικούς ως «παραλογοτεχνία», έχει γίνει το κατ΄ εξοχήν κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας, και μάλιστα με έντονα διερευνητικό και κριτικό χαρακτήρα, δεν έγινε αποδεκτό ούτε καν αντιληπτό από αυτούς παρά μόνον όταν το είχαν αντιληφθεί και αποδεχτεί όλοι οι άλλοι (και όταν ο Μάρκαρης έγινε πρόεδρος του ΕΚΕΒΙ!). Το ότι η λεγόμενη επιστημονική φαντασία, που τη θεωρούσαν και αυτή «παραλογοτεχνία», μπορεί να είναι το όχημα ή το πρόσχημα για πολύ σοβαρούς και σύνθετους προβληματισμούς, εκτός από προχωρημένη λογοτεχνία, είναι κάτι που δεν τους απασχόλησε ποτέ πριν ο Δοξιάδης και ο Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ προσεχτούν διεθνώς. Και αν σε αυτές τις δύο περιπτώσεις η πίεση των γεγονότων τούς ανάγκασε να κάνουν, μουδιασμένα, μια κάποια στροφή, σε πλήθος άλλες εμμένουν στην εχθρότητά τους προς ό, τι μυρίζει πραγματολογία, στοχασμό, πολιτικότητα με την ευρεία έννοια και απομακρύνεται από την «καθαρή λογοτεχνία», σύμφωνα με τον εκπληκτικό όρο που επινόησε η Ελισάβετ Κοτζιά για να εγκωμιάσει το τελευταίο μυθιστόρημα του Θανάση Χειμωνά.
Έτσι, ενώ δοξάζονται ξομπλιαστές ασημαντολογίες γύρω από τον ιδιωτικό μικρόκοσμο, υποτιμήθηκε ο αιρετικός, ποιητικός ιστορικός στοχασμός του Βασίλη Γκουρογιάννη· περιφρονήθηκαν τα πρώτα μυθιστορήματα του Μίμη Ανδρουλάκη, που, συνδυάζοντας με σπαρταριστό τρόπο μυθοπλασία και δοκίμιο, έφερναν στη λογοτεχνία μας έναν φρέσκο αέρα σύγχρονου προβληματισμού· αγνοήθηκε το πιο ώριμο μυθιστόρημα για την ελληνική τρομοκρατία, Η μανία με την άνοιξη του ΄Αρη Μαραγκόπουλου· προσπεράστηκε η ανατρεπτική σάτιρα του Νίκου Κουνενή, όπως παλιότερα του πρόωρα χαμένου Κώστα Κοντοδήμου· σνομπαρίστηκε ο τρυφερός, σπαρακτικός αναρχισμός του Σάκη Σερέφα· απορρίφθηκε με υποχονδριακή αυστηρότητα ένα από τα πιο πρωτότυπα, ζωντανά και οικουμενικής πνοής ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, οΜεγάλος Αμπάι του Μιχάλη Μοδινού. Θα μπορούσα να προσθέσω πλήθος άλλα παραδείγματα.
Οι περιπτώσεις του Μοδινού και του Ανδρουλάκη υποδεικνύουν, ανάμεσα σε πολλές συναφείς, ένα άλλο γνώρισμα της καθεστωτικής κριτικής για την οποία μιλάω: την αλλεργία της σε «εξωγενείς» συγγραφείς, δηλαδή συγγραφείς που δεν ανήκουν στο εγχώριο, κλειστό λογοτεχνικό σινάφι και δραστηριοποιούνται κυρίως σε άλλους χώρους ή άλλες χώρες. ΄Ενας από αυτούς είναι ο Βασίλης Αλεξάκης, επειδή ζει τον περισσότερο καιρό στη Γαλλία και δημοσιεύει τα βιβλία του πρώτα εκεί. Το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα μ.Χ., δεν υπήρξε μόνο πολύ δημοφιλές· ήταν επίσης πολύ καλογραμμένο και πραγματευόταν με κριτική οξυδέρκεια, παρά την απλή (αλλά όχι απλοϊκή) γραφή του, το καίριο θέμα της «ελληνοχριστιανικής» ταυτότητας. Η καθεστωτική κριτική το αγνόησε και αυτό.
Μόνον υπό έναν όρο μπορεί ένας εξωγενής συγγραφέας να γίνει αποδεκτός, και μάλιστα να υμνηθεί, από αυτούς τους κριτικούς: να διαθέτει (όπως και άλλοι) θεσμική δύναμη! ΄Οσο πιο κοντά μάλιστα βρίσκεται στην κορυφή της εξουσίας, τόσο ασφαλέστερη είναι η μόνιμη ευμένειά τους. ΄Ετσι, οι καθεστωτικοί κριτικοί, που κατά τα άλλα δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί της μοντερνιστικής αισθητικής τους, δεν δίστασαν να βραβεύσουν τον Νίκο Θέμελη για το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Ανατροπή, να συμπεριλάβουν το τρίτο, την Αναλαμπή, στα δέκα που «άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου» (βλ. Ελ. Κοτζιά στο πιο πάνω άρθρο της) και να επιφυλάξουν την αβρότερη μεταχείριση στα υπόλοιπα δείγματα της προωθημένης λογοτεχνίας του...

Sunday, November 23, 2008

Η έκπτωση της κριτικής

Ο Βρετανός θεωρητικός Τέρι Ιγκλετον δίνει τρεις διαλέξεις στην Ελλάδα

Της Αθηνας Βογιατζογλου*

Ο Τέρι Ιγκλετον, o διασημότερος Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας των ημερών μας, έρχεται αύριο στην Ελλάδα, προκειμένου να δώσει τρεις διαλέξεις: «The death of criticism?» («Ο θάνατος της κριτικής;» – 24/11, στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών με διοργανωτές το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του ΕΙΕ και το Βρετανικό Συμβούλιο), «What is Poetry» («Τι είναι η ποίηση;» – 25/11, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, προσκεκλημένος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του εκεί Τμήματος Φιλολογίας) και «The meaning of life» («Το νόημα της ζωής» – 1/12, στην αίθουσα Δρακοπούλου του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσκεκλημένος του UADPhilEcon -Διδακτορικού Προγράμματος στις Οικονομικές Επιστήμες του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε συνεργασία με το Iδρυμα Σάκη Καράγιωργα, το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ και το Βρετανικό Συμβούλιο, στο πλαίσιο της ετήσιας διάλεξης στη μνήμη του Κοσμά Ψυχοπαίδη). Ο Βρετανός μελετητής επισκέπτεται τη χώρα μας για τρίτη φορά.

Συγγραφέας δεκάδων μελετών λογοτεχνικής, πολιτισμικής και πολιτικής κριτικής (αλλά και δημιουργός ενός μυθιστορήματος, αρκετών θεατρικών έργων, καθώς και του σεναρίου της ταινίας του Derek Jarman «Βιτγκενστάιν»), ο ακαταπόνητος Ιγκλετον δεν παύει να μας εκπλήσσει με τη φρεσκάδα της σκέψης και τον θεματικό και –ενίοτε– ιδεολογικό πρωτεϊσμό του. Στην Ελλάδα, είναι γνωστότερος για την «Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας» (1983, Οδυσσέας 1989), που έχει πουλήσει σχεδόν 1.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως, αλλά και για το πρώιμο έργο του «Μαρξισμός και λογοτεχνική κριτική» (1976- Υψιλον 1981), καθώς και για το πιο πρόσφατο και πολυσυζητημένο «Μετά τη θεωρία» (2003, Μεταίχμιο 2007). Δημιουργικότερος από ποτέ στα μέσα της έβδομης δεκαετίας της ζωής του (γεννήθηκε στο Μάντσεστερ το 1943), ο Ιγκλετον δημοσίευσε την τελευταία τριετία τρία βιβλία, που δεν έχουν μεταφραστεί ακόμη στα ελληνικά: «How to Read a Poem» (2006), «The Meaning of Life» (2007) και «Trouble with Strangers: A Study of Ethics» (2008).

Απαξίωση

Στις επικείμενες ομιλίες του για την ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική στα Ιωάννινα και την Αθήνα, ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας θα αναπτύξει πρόσφατους προβληματισμούς του, που κατατίθενται κυρίως στο βιβλίο του «How to Read a Poem». Ηδη, στο πρώτο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου (οι είκοσι πέντε πρώτες σελίδες του οποίου δημοσιεύτηκαν, σε μετάφραση της Νίνας Μπούρη, στο τριακοστό τεύχος του περιοδικού «Ποίηση» στα τέλη του 2007) ο Βρετανός στοχαστής θέτει το κεντρικό για τη συλλογιστική του ερώτημα: «Το τέλος της κριτικής;», καθώς διαπιστώνει την εντεινόμενη έκπτωση της κριτικής στη μετανεωτερική, έντονα καπιταλιστική εποχή μας. Σε έναν ταχύρρυθμο και εικονικό κόσμο, όπου η παράδοση, η ανάμνηση, το ίδιο το βίωμα τείνουν, ως αξίες, να καταργηθούν, είναι αναμενόμενο να έχει απαξιωθεί η μελέτη της λογοτεχνίας.

Μεταμοντέρνοι θεωρητικοί, εξάλλου, όπως ο Ντε Μαν, μας θυμίζει ο Τέρι Ιγκλετον, αμφισβήτησαν τη δυνατότητα της ποίησης, μιας κατεξοχήν μεταφορικής γλώσσας, να εκφράσει αλήθειες (άρα, συμπεραίνει κανείς, έθεσαν υπό αμφιβόλω και τη δυνατότητα της κριτικής να μιλήσει για την ποίηση με όρους ηθικούς ή κοινωνικούς). Η σύγχρονη λογοτεχνική κριτική, επισημαίνει ο Ιγκλετον, απoκομμένη από τις αρχαιοελληνικές ρίζες της, αδυνατεί σήμερα να επιτελέσει τις δύο παραδοσιακές λειτουργίες της: τη συστηματική ανάλυση της λογοτεχνικής μορφής και τον κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό. Τη δεύτερη αυτή λειτουργία, συνεχίζει ο μελετητής, έχουν αναλάβει στις μέρες μας οι πολιτισμικές σπουδές, οι οποίες, όμως, συχνά εγκαταλείπουν την προσεκτική τυπολογική ανάλυση της λογοτεχνίας (εξού και η ανικανότητα που διαπιστώνει ο ίδιος στους φοιτητές του –και, φοβάμαι, δεν είναι ο μόνος– να αντιμετωπίσουν την ποίηση ως σημαίνουσα μορφή). «Το σύνθημα της ριζοσπαστικής λογοτεχνικής κριτικής είναι λοιπόν σαφές: Εμπρός, επιστροφή στην αρχαιότητα!», καταλήγει ο Ιγκλετον. Επιστροφή, δηλαδή, στην εποχή κατά την οποία η τέχνη του λόγου ήταν τόσο ζήτημα μορφής όσο και πολιτικής στάσης.

Ολοκληρωμένη γλώσσα

Να γιατί ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας με δυναμική πολιτική άποψη, όπως ο Τέρι Ιγκλετον, αφιερώνει αίφνης ένα ολόκληρο βιβλίο στην ποίηση, αναλύει τις περίπλοκες σχέσεις μορφής και νοήματος, σχολιάζει με εμβρίθεια ζητήματα μετρικής, μεταφορικής λειτουργίας ή στίξης και, γενικώς, αναδεικνύεται σε έναν γεμάτο ευαισθησία και γνώση εραστή της ποίησης: γιατί, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, «υπάρχει πολιτική της φόρμας και πολιτική του περιεχομένου. Η φόρμα δεν είναι περισπασμός από το ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά ένας τρόπος πρόσβασης σε αυτό». Και η πράξη της ποιητικής γραφής, όσο ιδιωτική και αν είναι, προϋποθέτει τη συλλογική ανταπόκριση και έχει επιπτώσεις στον τρόπο που ζούμε. Οντας «η πιο ολοκληρωμένη μορφή ανθρώπινης γλώσσας που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς», η ποίηση μάς χαρίζει και πάλι την εμπειρία της γλώσσας, μια εμπειρία που έχουμε χάσει στον σημερινό κόσμο «του άμεσα ευανάγνωστου». Επιτρέποντας στην υπόγεια ζωή μας να αναδυθεί μέσα από τις «διεισδυτικές ακρίβειές της», η ποίηση, όπως εύστοχα και τολμηρά υπογραμμίζει ο Ιγκλετον, μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα που ανοίγεται στις μέρες μας ανάμεσα σε έναν «αναιμικό» ορθολογισμό και μια πληθώρα «δελεαστικές αλλά επικίνδυνες» μορφές ανορθολογισμού.

Η στροφή του Ιγκλετον προς τη μελέτη του ποιητικού λόγου δεν είναι τόσο απρόσμενη όσο πιθανότατα θα θεωρήσουν όσοι δεν έχουν διαβάσει τις (αμετάφραστες στα ελληνικά) μελέτες του για τον Γέητς και άλλους Ιρλανδούς ποιητές το 1998. Η στροφή αυτή συμβαδίζει, εξάλλου, με τις μετά-τη-θεωρία αναζητήσεις ενός αριστερού στοχαστή, ο οποίος, αντιδρώντας στην κρίση του μετανεωτερικού πολιτισμού, επιστρέφει σε αξίες όπως η ηθική, η αλήθεια και η αισθητική.

Ιnfo

-Ο Τέρι Ιγκλετον θα δώσει τρεις διαλέξεις στην Ελλάδα, στις 24/11 στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, στις 25/11 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και την 1/12, στην αίθουσα Δρακοπούλου του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

  • * Η κ. Αθηνά Βογιατζόγλου είναι επίκουρος καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων.

Sunday, November 16, 2008

Επαρχιωτισμός και κριτική

Ν. ΒΑΓΕΝΑΣ

Σε μια παλαιότερη επιφυλλίδα μου (14.7.1996) περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά του επαρχιωτισμού στη λογοτεχνική κριτική επιχείρησα να δώσω μια τυπολογία του. Έλεγα ότι υπάρχουν δύο είδη κριτικού επαρχιωτισμού: ο επαρχιωτισμός της επαρχίας και ο επαρχιωτισμός που παράγεται από τον φόβο του επαρχιωτισμού της επαρχίας. Παρατηρούσα ότι ο πρώτος είναι φαινόμενο φυσιολογικό, που έχει το ελαφρυντικό της ειλικρίνειας (ο κριτικός γνωρίζει τα όριά του, δεν επιχειρεί να τα ξεπεράσει)· και ότι ο δεύτερος οδηγεί σε μια συμπεριφορά επίπλαστη, η οποία χαρακτηρίζεται από την άκριτη, αδέξια και συχνά γελοία μίμηση των τρόπων της κριτικής πρωτεύουσας. Και κατέληγα στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος είναι η βαρύτερη μορφή του κριτικού επαρχιωτισμού.

Καθώς σ' εκείνη την επιφυλλίδα η τυπολογία μου διατυπωνόταν συνοπτικά, σήμερα θα προσπαθήσω να περιγράψω τα χαρακτηριστικά της βαρύτερης μορφής, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί άγχος του κριτικού επαρχιωτισμού. Προς τούτο θα σχολιάσω το παρακάτω χωρίο από ένα πρόσφατα δημοσιευμένο κείμενο (Αυγή, 8.6.2008):

«Υπάρχει μια μείζων αυτοκριτική, που δεν έχει ακόμα γίνει. Αφορά τον βαθύτατο συντηρητισμό της αριστερής αισθητικής, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις άλλες τέχνες. Καλώς αναγνωρίζονται στις μέρες μας κριτικοί της Επιθεώρησης Τέχνης που αντιστάθηκαν στην κομματική γραμμή. Λέει όμως κανείς ότι αντιστάθηκαν στο όνομα μιας Βικτωριανής αισθητικής και μιας παράλληλης αντίδρασης στον ριζοσπαστικό μοντερνισμό; Σύγκρινε κανείς τη δουλειά τους με τα γραφτά σύγχρονών τους στη Δύση, να δει πόσο οι Ελληνες ήταν κοντά στον Λήβις και μακριά από τον Ραίημοντ Γουΐλλιαμς; Γιατί δεν λέμε ποτέ ότι δεν είχαν ιδέα για τον Ρωσικό Φορμαλισμό και τη Σχολή της Φρανκφούρτης;».

Τα κύρια συμπτώματα του εν λόγω άγχους, που εμφανίζονται κυρίως σε κριτικούς της λογοτεχνικής περιφέρειας, είναι η φαντασιωσική αντίληψη της κριτικής πραγματικότητας συνοδευόμενη από έντονη απαρέσκεια για τον κριτικό επαρχιωτισμό της πατρίδας τους και από ψευδαίσθηση κριτικού μεγαλείου. Το παραπάνω χωρίο είναι τυπικό προϊόν αυτού του άγχους. Περιγράφει ένα κριτικό τοπίο ανύπαρκτο στη Δύση την εποχή της Επιθεώρησης Τέχνης, συντεθειμένο από αντιφάσεις και πραγματικά λάθη συνήθη στις νευρωσικές καταστάσεις. Διότι κατά την περίοδο της έκδοσης του περιοδικού (Ιανουάριος 1955 - Φεβρουάριος 1967) ο Ρωσικός Φορμαλισμός και η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν ουσιαστικά άγνωστα στους δυτικούς συγχρόνους του, ενώ ο Ρ. Γουΐλλιαμς δεν ήταν ακόμη εκείνος τον οποίο εννοεί το χωρίο.

Η συνομιλία των δυτικών κριτικών με τον Ρωσικό Φορμαλισμό αρχίζει τη δεκαετία του 1970, μετά τη μετάφραση στα γαλλικά από τον Τ. Τοντορόφ (1965) της «ανθολογίας» του Φορμαλιστικών κειμένων, από την οποία, κυρίως, τα κείμενα αυτά έγιναν γνωστά και μεταφράστηκαν στις άλλες δυτικές γλώσσες (ιταλικά: 1968· αγγλικά: 1969· γερμανικά: 1969-72· ισπανικά: 1982). Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960, επίσης, αρχίζουν να μεταφράζονται και να γίνονται διεθνώς γνωστά τα έργα των εκπροσώπων της Σχολής της Φρανκφούρτης, ενώ η απήχησή τους στην ίδια τη Γερμανία δεν ήταν μεγάλη πριν από τα φοιτητικά γεγονότα του 1968. Οσο για τον γεννημένο το 1921 Ρ. Γουΐλλιαμς, που αρχίζει να δημοσιεύει τα βιβλία που θα τον αναδείξουν το 1958 (Culture and Society) και το 1961 (The Long Revolution), αυτός, όπως γράφει το 1981 ο Τ. Ηγκλετον, στην ίδια την πατρίδα του «ανακαλύπτεται βαθμιαία τις δύο τελευταίες δεκαετίες» (1961-1981). Αναρωτιέται κανείς ποιοι εκτός Βρετανίας δυτικοί κριτικοί «ήταν κοντά του» κατά την περίοδο της Επιθεώρησης Τέχνης.

Ακόμη: αν οι κριτικοί της Επιθεώρησης Τέχνης αντιστάθηκαν στην κομματική γραμμή εν ονόματι μιας Βικτωριανής αισθητικής, δεν μπορεί να ήταν κοντά στον Λήβις, γιατί ο Λήβις ήταν ένας από τους σφοδρότερους επικριτές της Βικτωριανής αισθητικής και από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του Ελιοτ και του Πάουντ, δηλαδή των κύριων ανατροπέων αυτής της αισθητικής. Ούτε βέβαια ο Λήβις ήταν «μακριά από τον Ραίημοντ Γουΐλλιαμς», ο οποίος αναγνώριζε ότι ο Μαρξ και ο Λήβις ήταν οι διανοητές που επέδρασαν περισσότερο στη σκέψη του.

Ομως ο επαρχιωτισμός του συγγραφέα του παραπάνω χωρίου δεν βρίσκεται τόσο στην ευφορία του για τις συγκεκριμένες μεγαλειώδεις ζυμώσεις που πιστεύει ότι λαμβάνουν χώρα στη Δύση την εποχή της Επιθεώρησης Τέχνης. Βρίσκεται κυρίως στην αφ' υψηλού, παραληρηματική, επίκρισή του των αντιδογματικών κριτικών του περιοδικού, που - είναι βέβαιος ότι - δεν κατόρθωσαν να υπερβούν τον κριτικό επαρχιωτισμό τους και να συμπορευτούν, όπως ο ίδιος, με τη Δύση. Τι κι αν οι ζοφερές μετεμφυλιακές συνθήκες στην Ελλάδα εκείνη την εποχή - η κρατική καταδίωξη της Αριστεράς, αλλά και η αντίδραση του κομματικού της ιερατείου σε κάθε αναθεωρητική τάση - καθιστούσαν την ομαλή επικοινωνία των αντιδογματικών κριτικών με τα κριτικά δρώμενα της Δύσης (πραγματικά και φανταστικά) ιστορικά ανέφικτη;

Είναι φυσικό η έλλειψη ιστορικής αίσθησης του συγγραφέα του χωρίου, Βασίλη Λαμπρόπουλου, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, να μην εμποδίζει τον ιστορικό Αντώνη Λιάκο να τον χαρακτηρίζει «φιλόλογο διεθνούς διαμετρήματος». Διότι ο επαρχιωτισμός της μεταμοντέρνας λογοτεχνικής κριτικής μας είναι αδιαχώριστος από τον επαρχιωτισμό της μεταμοντέρνας ιστοριογραφίας μας, ο οποίος επίσης θάλλει τον τελευταίο καιρό στις νεοελληνικές σπουδές.

  • Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το ΒΗΜΑ, 16/11/2008

Wednesday, November 12, 2008

Κορυφαίος κριτικός μπροστά στον «θάνατο της κριτικής»


Ο 65χρονος επιφανής καθηγητής λογοτεχνίας και θεωρητικός πολιτισμικών σπουδών Τέρι Ιγκλετον, ο οποίος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ και το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ιρλανδίας, Galway, θα βρεθεί στην Αθήνα για δύο διαλέξεις.

Ο Τέρι Ιγκλετον, γνήσιος απόγονος της ριζοσπαστικής Αριστεράς και από τους επίμονους αρνητές του μεταμοντερνισμού
Υπό την υψηλή επιστασία του British Council, θα δώσει την πρώτη, με θέμα «Ο θάνατος της κριτικής», τη Δευτέρα 24 Νοεμβρίου (8 μ.μ.), στο αμφιθέατρο Λεωνίδας Ζερβός του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Βασ. Κωνσταντίνου 48). Είναι μια συνεργασία του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Η δεύτερη διάλεξη, με θέμα «Το νήμα της ζωής», αφιερωμένη στη μνήμη του Κοσμά Ψυχοπαίδη, θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου (7 μ.μ.), στο Αμφιθέατρο Δρακόπουλος του Κεντρικού Κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πανεπιστημίου 30). Αυτή συνδιοργανώνεται από το Διδακτορικό Πρόγραμμα στις Οικονομικές Επιστήμες του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Ιδρυμα Σάκη Καράγιωργα και την Ελληνική Συνομοσπονδία Συνδικάτων.

Γνήσιος απόγονος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο Τέρι Ιγκλετον πιστεύει ακόμη ότι το στοίχημα του σοσιαλισμού δεν χάθηκε, ενώ είναι από τους επίμονους αρνητές του μεταμοντερνισμού. Ανοιξε διάλογο με το έργο μαρξιστών στοχαστών, όπως των Λούκατς, Αλτουσέρ, Μασρέ, Μπένγιαμιν, Μπαχτίν, και αξιοποίησε στο έργο του διάφορες θεωρίες από τον φεμινισμό μέχρι την ψυχανάλυση. Συχνά-πυκνά προτείνει τον παραδοσιακό ρόλο της κριτικής ή της κουλτούρας ως έναν τρόπο για τον επαναπροσδιορισμό τους στο παρόν, αλλά και ως υπενθύμιση για τον ζωτικό και καίριο ρόλο που διαδραμάτισαν στο παρελθόν.

Σημαντική είναι η συνεισφορά του στο θέμα της τρομοκρατίας, για την οποία έχει διατυπώσει την ακόλουθη αιρετική άποψη: «Η τρομοκρατία, όπως και πολλά άλλα φαινόμενα που θεωρούνται πανάρχαια, είναι σύγχρονο εφεύρημα. Ως πολιτική ιδέα αναδύθηκε επί Γαλλικής Επανάστασης - πράγμα που στην πράξη σημαίνει ότι η τρομοκρατία και το σύγχρονο δημοκρατικό ιδεώδες είναι δίδυμα».

Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα εξής έργα του: «Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας» («Οδυσσέας»), «Μετά τη θεωρία» («Μεταίχμιο»), «Ιερός τρόμος» («Πατάκης»), «Η ιδεολογία του αισθητικού» («Πολύτροπον»), «Η έννοια της κουλτούρας» («Πόλις»), «Οι αυταπάτες της μετανεωτερικότητας» («Καστανιώτης»), «Μαρξ» («Ενάλιος»), «Ο μαρξισμός και η λογοτεχνική κριτική» («Υψιλον»).

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/11/2008

Thursday, September 4, 2008

ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΖΩΗ - ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΣΤΑΜΑΤΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗ

Μια αφορμή είναι όσα ο Κώστας Κατσουλάρης στο "Διαβάζω" για το βιβλίο «Βίλα Κομπρέ» του Αλέξη Σταμάτη, για να σταθούμε για λίγο και να σκεφτούμε τι είναι τέλος πάντων αυτή η μικρή μας πόλη των ιδεών! Δεν μας πέφτει λόγος αν ο Αλέξης έκανε ό,τι έκανε με τις "διακειμενικές αναφορές" στο μυθιστόρημά του. Η επίκληση των εγκωμίων της "συντριπτικής πλειοψηφίας των κριτικών", δεν έχει πλέον νόημα στην εποχή μας, αφού γνωρίζουμε ότι ΟΛΑ πλέον κατασκευάζονται!
Αυτά που γράφει ο Κατσουλάρης έχει κάθε δικαίωμα να τα επικαλεσθεί και να κρίνει με όποιον τρόπο αυτός θεωρεί ότι τεκμηριώνεται η άποψή του ότι ο Αλέξης αξιοποίησε στο βιβλίο του σειρά «δανείων» από το έργο του
Κόπολα Αποκάλυψη Τώρα, καθώς και αυτούσιες φράσεις δανεισμένες, από τον Άμλετ στην απόδοση του Γιώργου Χειμωνά. Ο Κατσουλάρης όμως ανιχνεύει και την «πιο ακατέργαστα "διακειμενική" οικειοποίηση ολόκληρων φράσεων-κλειδιά από το μυθιστόρημα Ελίζαμπεθ Κοστέλο του Κουτσί. Εδώ, σε ορισμένα σημεία, ο Σταμάτης έχει προβεί σε κανονικό copy-paste», επισημαίνει ο κριτικός και παραθέτει συγκεκριμένες φράσεις. Είναι ένα «διακειμενικό παιχνίδι;». «Θα πρέπει να υπάρχει ένα όριο σ' αυτή τη διαδικασία», σχολιάζει ο κριτικός.

Η απάντηση του Αλέξη είναι πως ένα από τα θέματα που τον αφορούν στη "Βίλα Κομπρέ" είναι - όπως γράφτηκε στην Ελευθεροτυπία - η δημιουργική συνομιλία με τον Άμλετ, τις Μεγάλες Προσδοκίες και την Καρδιά του σκότους του Κόνραντ. Οι αναφορές είναι φυσικά πάμφωτες και εκούσιες και δηλώνονται με "κλειδιά" εγκατεσπαρμένα στην αφήγηση. Και επιπλέον σημειώνει υπάρχει και μια μικρή αναφορά συνολικά 38 λέξεων στην Ελίζαμπεθ Κοστέλο του Κουτσί. Στο κομμάτι της Αφρικής, θέλοντας να τονίσω -λέει ο Αλέξης - τη διαχρονικότητα ενός "χοϊκού" ήρωα, χρησιμοποιώ μια πασίγνωστη φράση του Μοντέν, όπως αποδόθηκε από τον Κουτσί, συν άλλη μία. Οι αναφορές που χρησιμοποιώ είναι τόσο πρόδηλα διακειμενικές, σε σημείο που να ισχύει εκείνο που λέμε στην καθομιλουμένη, "και για όσους δεν κατάλαβαν"...
Εγώ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑ! Βεβαίως δεν είμαι κριτικός, όπως οι Χατζηβασιλείου, Δημητρούλια κ.ά. που ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ και δεν θεώρησαν ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, που αγγίζει την ουσία της λογοτεχνικής μας ζωής. Η λογοτεχνική ζωή εν Ελλάδι, σε μεγάλο βαθμό είναι ψευδεπίγραφη! Υπάρχουν οι άνθρωποι του πνεύματος, αλλά υπάρχουν και οι μπασιμπουζούκοι του πνεύματος, όπως θα έγραφε αν ζούσε σήμερα ο
Αιμίλιος Χουρμούζιος, ένας κριτικός που τσεκούρωνε. Σήμερα, δίχως να ισοπεδώνω, θέλω να πω ότι η λεγόμενη "κριτική" είναι μια χρεοκοπημένη υπόθεση. Πρέπει αυτοί που ασκούν κριτική να έχουν μεγάλα αποθέματα ανιδιοτέλειας και ανεξαρτησίας γνώμης για να είναι σε θέση να κρίνουν απροκατάληπτα και να μην πέφτουν σε παγίδες.
Η μικρή μας πόλη των ιδεών έχει χορτάσει από τις παρε
ΐστικες ιστορίες. Εννοώ αυτό που καταλάβατε. Την ιστορία τη γράφουν οι παρέες [ο Σαββόπουλος δεν το έλεγε;] και μας κούρασαν. Βαρεθήκαμε την αθεράπευτη μωρία των "κυκλωμάτων". Δεν θα πω τώρα τα ονόματα - γιατί τα "κυκλώματα" έχουν ονόματα και λίγο-πολύ είναι γνωστά. Η λέξη "κυκλώματα" που χρησιμοποιω είναι πολύ παλιά και φορτισμένη με το συναισθηματισμό κάποιων πνευματικών ανθρώπων που δεν κατάφεραν να επιβιώσουν στα υψηλά ράφια της λογοτεχνικής ζωής και πάντοτε επικαλούνταν... εχθρούς. Κι εγώ όταν άκουγα διάφορες τέτοιες αιτιάσεις, γελούσα. Έπρεπε να φορτωθώ κάποια χρόνια στην πλάτη, να δουλέψω σ' αυτό το χώρο και να καταλάβω πολλά.
Έχω να πω ότι για όλους η ζωή είναι μια οδύσσεια. Για άλλους η οδύσσεια αυτή είναι άγονη και γι' άλλους γόνιμη. Ο καθένας έχει τον τρόπο του για να μπορέσει να καταγραφεί τ' όνομά του στις σελίδες της Γραμματολογίας. Θ' αναρωτηθείτε: Ποιας Γραμματολογίας, όταν τη γράφουν αυτοί που έχουν τη δύναμη; Έγραφε κάπου ο
Ανατόλ Φρανς [κι αυτό το επικαλείται ο Άγγελος Τερζάκης στο Sic transit gloria] πως παρά τ' απατηλά φαινόμενα, οι βασικές καταστάσεις της ζωής επαναλαμβάνονται αδιάκοπα κι ότι μια μητέρα που θηλάζει το μωρό της σήμερα, προσφέρει την ίδια ακριβώς εικόνα όπως στον καιρό του Ομήρου! Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Όμηρος έκανε "διακειμενικές αναφορές" στην "Ιλιάδα" και στην "Οδύσσεια"; Εν πάση περιπτώσει ό,τι κι αν έκανε, τα έργα του είναι αθάνατα. Λέτε και του Αλέξη Σταμάτη το έργο να έχει την τύχη των ομηρικών επών - προς μεγάλη απογοήτευση του Κατσουλάρη;

Monday, July 14, 2008

Ο «ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ» ΤΟΥ ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

Ο προφήτης της μετανεωτερικής Ευρώπης
Ο «Αντίχριστος» του Φρίντριχ Νίτσε και ο «πολιτισμός της απαισιοδοξίας κατά της οργανωμένης σε πίστη Εκκλησίας»

Του πρ. Γεωργιου Μεταλληνου*

Friedrich Nietzsche: «Ο αντίχριστος - Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού». Εισαγωγικά: Κωνσταντίνος Δ. Δεληκωσταντής. Μετάφραση - Προλεγόμενα - Σημειώσεις - Γλωσσάριο: Βαγγέλης Δουβαλέρης, Φιλολογική Θεώρηση: Δημήτρης Πολυχρονάκης, Γενική Επιμέλεια - Επίμετρο: Κωνσταντίνος Ιωάν. Μπελέζος. Εκδόσεις «Ιδεόγραμμα», Αθήνα 2007, 228 σελ.

Ο Φρίντριχ Νίτσε (1844-1900) υπήρξε ένα από τα πιο σπινθηροβόλα, αλλά και τραγικά συνάμα, πνεύματα της Γερμανίας και αυθεντικός εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής διανόησης στο β΄ μισό του 19ου αιώνα. Στα έργα του (π.χ. «Η Γένεση της Τραγωδίας», «Τάδε έφη Ζαρατούστρας», «Πέραν του καλού και του κακού», «Ο Αντίχριστος») αποτυπώνονται η εκπληκτική eruditio και το οξύ πνεύμα του, αλλά και τεκμηριώνεται ο χαρακτηρισμός του ως «προφήτη του θανάτου του Θεού» -κύριο μοτίβο της δυτικής χριστιανικής Θεολογίας στα μέσα του 20ού αιώνα- και «κήρυκα της παρούσας ζωής», που τη θεωρούσε ως τη μόνη πραγματική.

Το παρουσιαζόμενο εδώ έργο προσφέρεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από μια ομάδα διακεκριμένων διακόνων του πνεύματος, οι οποίοι κατά αγαθή συγκυρία αυτοσυστρατεύθηκαν σε αυτή την προσπάθεια.

Στον συνάδελφο κ. Κων. Δεληκωσταντή οφείλουμε το εισαγωγικό κείμενο με τίτλο «Friedrich Nietzsche: Χριστιανική και νεωτερική ηθική», μια πολύ προσεγμένη εισαγωγή στη σκέψη και το φιλοσοφικό υπόβαθρο του Ν.

Ο μεταφραστής κ. Β. Δουβαλέρης προτάσσει Προλεγόμενα, ενώ η μετάφρασή του, η οποία προδίδει επαρκή γνώση του συνολικού έργου του φιλοσόφου, ακόμη και των πικρών προσωπικών του εμπειριών, μένει πιστή στο πρωτότυπο, διασώζει την πυκνότητα της γλώσσας του, αλλά και τον δυναμικό παλμό της σε καθαρά ελληνικά.

Ακολουθούν τα κείμενα του Γερμανού φιλόλογου και φιλοσόφου: «Νόμος κατά του Χριστιανισμού» και ως Παράρτημα της ελληνικής έκδοσης: Α΄ Από τα Κατάλοιπα της περιόδου 1887-1888 και Β΄ Συμπληρωματικά κείμενα από τα έργα: «Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα, Αυγή και Ecce Homo».

Το Γλωσσάριο ξένων όρων και φράσεων αποδεικνύεται χρήσιμο ακόμη και για τον εθισμένο στο νιτσεϊκό λόγο αναγνώστη.

Στον κ. Κων. Μπελέζο οφείλουμε τη γενική επιμέλεια του τόμου, καθώς και το Επίμετρο που κατακλείει το βιβλίο και έχει τίτλο «Αντίχριστος και Φρ. Νίτσε: Η μετανοηματοδότηση του χριστιανισμού». Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνευτική προσέγγιση των θεολογικών προϋποθέσεων του Ν., με εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο του όρου «αντίχριστος» στην ιουδαϊκή και τη χριστιανική γραμματεία.

Ολες οι παραπάνω συμβολές συγκλίνουν σε μια (κριτική μεν, αλλά οπωσδήποτε) θετική αποτίμηση του προκλητικού (κατά τα άλλα) έργο του Ν... [συνεχίζεται, Η Καθημερινή, 15/07/2008]

ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΕΤΤΟΣ: «ΣΥΝΕΒΗ»

Σπύρος Βρεττός: «Συνέβη». Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2007.

Με την τελευταία του συλλογή «Συνέβη» ο Σπύρος Βρεττός ολοκληρώνει μία τριλογία που ξεκίνησε με το «Ανιστόρητο» και συνεχίστηκε με την «Πράξη απλή». Οπως και στα προηγούμενα έργα του ο συγγραφέας, μέσω της μετάπλασης της ιστορίας σε μύθο, δημιουργεί τις δομές όπου τα διασκορπισμένα θρύψαλα των (συχνά τραγικών) γεγονότων που συμβαίνουν καθημερινά βρίσκουν μία σύνθεση που μας επιτρέπει να τα ερμηνεύσουμε χωρίς προκαταλήψεις. Μέσα στον καθρέφτη του μύθου, όντως, η ιστορία πολλαπλασιάζει τις όψεις της και φανερώνει πλευρές αλλιώς μισοκρυμμένες στην επίσημη ιστοριογραφία και στη δημοσιογραφία που προσπαθούν να αποδώσουν μία κατεψυγμένη εικόνα της τρέχουσας πραγματικότητας.

Δύο είναι οι βασικοί άξονες της εν θέματι συλλογής, δύο και άρρηκτα συνδεδεμένοι: το διφορούμενο της εξουσίας και η μετανάστευση των λαών. Ηδη στην «Πράξη απλή» το βλέμμα του ποιητή εστιαζόταν στη διπρόσωπη όψη της εξουσίας, στη μάσκα και στο δέρμα της, για να καταφύγουμε σε ποιητική αντίθεση του Γιάννη Δάλλα. Στα ποιήματα «Μεταστροφή ενός ηγεμόνα» και «Ειρωνεία 2003» της συλλογής «Συνέβη», οι πρωταγωνιστές αναρωτιούνται για την ουσία της πρώην εξουσίας τους, βλέπουν το κενό που χάσκει πίσω της και αντιλαμβάνονται την απάτη που τόσον καιρό ήταν όργανα στα χέρια άλλων: «... τον είπαν δαιδαλώδη / πως δεν μπορούν τάχα μέσα του / βαθιά να δουν. / Κι αυτός ρωτά: μα ήμουν ο βυθός τους;».

Ετσι αναρωτιέται ο ηγέτης που «Στην αρχή τον προώθησαν / Με όπλα και χρήμα κι εξουσία». Ενας ηγέτης πίσω από τον οποίο διαφαίνονται οι σκιές των πολλών δικτατόρων και τυράννων, πιστών φυλάκων της παγκόσμιας τάξης μέχρι την αλλαγή των πολιτικών συνθηκών που τους μετέτρεψε μονομιάς από φίλους σε εχθρούς. Ο άλλος άξονας της συλλογής είναι η μοίρα των ανιστόρητων προσώπων, των μεταναστών, σιωπηλοί πρωταγωνιστές αυτοί μιας τεράστιας τραγωδίας που διαδραματίζεται καθημερινά μπροστά στα μάτια μας. Ο Βρεττός είχε ήδη στραφεί σε αυτή τη σκηνή (βλ. «Σαρκασμό 1997» και «Μέρες του 1995» στο «Ανιστόρητο» και «Παρείσακτος ηθοποιός», στην «Πράξη απλή»). Τώρα όμως αυτό το φαινόμενο παίρνει μυθική διάσταση, μετατρέπεται σε σύγχρονο τραγικό μύθο. Στον μικρό κύκλο πέντε ποιημάτων με τον γενικό τίτλο «Μήδεια» ο Βρεττός «διαβάζει» τη μοίρα των μεταναστών υπό το φως του έξοχου αρχαίου μύθου περί της άθλιας τύχης των αλλοδαπών. Το σάπιο καράβι που φέρνει σε ξένη πατρίδα τα παιδιά της Μήδειας δεν είναι παρά τα καράβια με τα οποία καθημερινά χιλιάδες πρόσφυγες φτάνουν στη Δυτική Ευρώπη. Είναι σημαντική η αλλαγή του μύθου στον Βρεττό. Η Μήδεια δεν σκοτώνει τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον Ιάσονα, αλλά τα διώχνει με ένα σαπιοκάραβο χωρίς σημαία. Και ποιος ξέρει αν αυτό δεν θα είναι χειρότερο και από τον θάνατο;

Η συλλογή μας παρουσιάζει έναν ποιητή ώριμο πλέον, στην ποιητική και στην εκφραστική του αντίληψη. Ο Βρεττός ξέρει ότι τα «πράγματα βαραίνουν προς τα εκεί όπου τονίζονται και οι λέξεις τους». Η πραγματικότητα κρύβεται πίσω από την υλική διάσταση των λέξεων που μπορούν έτσι να γίνουν το όχημα προς την αλήθεια ή προς το ψέμα. Από εκεί και ο διλημματικός χαρακτήρας αυτής της γλώσσας: «να πω ή να μην πω, να φανερώσω ή να φανερωθώ;». Λογοπαίγνια που εκμεταλλεύονται τους εκφραστικούς χυμούς των λέξεων και ξεσκεπάζουν την αμφίρροπή τους μυσία: «Στη λέξη Μήδεια μου φάνηκαν δύο σακάτικα αριθμητικά: μία και δύο». Αλλά και οι παρηχήσεις και οι (κάποτε ψεύτικες) ομοιοκαταληξίες: «Την εξουσία του, ιδέστε τον, ασκεί / στου φουσκωμένου ίσκιου το ασκί».

Η γλώσσα εισχωρεί στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, χάρη σε ασυνήθιστες λεκτικές συζεύξεις και πρωτόγνωρες τολμηρές εικόνες, που συχνά συμπυκνώνουν τη βασική έννοια του ποιήματος μέσα σε μίαν αλληγορία: «Τα όρη μαστιγώνοντας να την αφήσουν να περάσει / μα και το αίμα μαστιγώνοντας / να το διαβεί κι αυτό πλωτό». Ο Βρεττός, λοιπόν, αποδεικνύεται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του, λόγω και της προσπάθειάς του να δώσει νέες προοπτικές και νέες σημασίες στην ελληνική ποιητική γλώσσα. [Του Massimo Cazzulo, Η Καθημερινή, 15/07/2008]

Sunday, July 6, 2008

Η ΓΙΟΝΑ ΜΙΚΕ ΠΑΪΔΟΥΣΗ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Γιόνα Μικέ Παϊδούση: Κόκκινος επιτάφιος. Εκδ. Βιβλιόραμα 2008, σελ. 336, τιμή: 17 ευρώ

Γράφει ο Ηλίας Νικολακόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Βιβλιοδρόμιο, 05/07/2008
Επονίτες των Διδύμων στην είσοδο του πατρικού σπιτιού της Γιόνας Μικέ  Παϊδούση. Η συγγραφέας διακρίνεται στο κέντρο με τη λευκή ποδιά
Επονίτες των Διδύμων στην είσοδο του πατρικού σπιτιού της Γιόνας Μικέ Παϊδούση. Η συγγραφέας διακρίνεται στο κέντρο με τη λευκή ποδιά

Οι μνήμες από τη δεκαετία του ΄40, παρ’ όλο που έχουν ήδη περάσει εξήντα χρόνια, εξακολουθούν να παραμένουν ολοζώντανες, τουλάχιστον για όσους έζησαν την ηρωική αλλά και δραματική εκείνη περίοδο. Ιδιαίτερα σε ορισμένες περιοχές, όπως η Πελοπόννησος, όπου οι εμφύλιες συγκρούσεις πήραν τη μορφή ενός ανελέητου ολοκληρωτικού πολέμου, με άταφους ακόμη νεκρούς.

Σε έναν άταφο νεκρό, τον αδελφό της, είναι αφιερωμένο το αφήγημα της Γιόνας Μικέ Παϊδούση. Με αυθεντικό και χειμαρρώδη λόγο, σε σημείο που ορισμένες φορές δυσχεραίνει την ανάγνωση, μεταφέρει τη βιωμένη εμπειρία της από τα χρόνια της Κατοχής στην Ανατολική Αργολίδα. Νεαρή και μορφωμένη κοπέλα, κόρη γιατρού και φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, εγκαταλείπει την Αθήνα μετά την είσοδο των Γερμανών και επιστρέφει στο χωριό της, τα Δίδυμα, όπου «επικρατούσε κακομοιριά και μοιρολατρία (...) με ανθρώπους υποταγμένους στις ανάγκες της ζωής και όργανα των κεφαλών του χωριού» (σελ. 14-16). Με τη συμπαράσταση λιγοστών ανθρώπων, όπως ο δάσκαλος του χωριού, συγκροτεί ένα πρώτο πυρήνα του ΕΑΜ, κερδίζοντας σιγά σιγά την εμπιστοσύνη αρκετών νέων.
Η ανάπτυξη του ΕΑΜ και οι νέες ιδέες που έφερνε, ήταν φυσικό να αντιμετωπιστούν με επιφύλαξη και δυσπιστία από τον συντηρητικό μικρόκοσμο του χωριού, κυρίως από αυτούς που συγκροτούσαν την άτυπη κοινωνική και πολιτική ηγεσία του. Άλλωστε, όλη η περιοχή της Αργολίδας αποτελούσε προπύργιο των φιλοβασιλικών κομμάτων, τα οποία είχαν συγκεντρώσει το 72% των ψήφων στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές. Μόνη προοδευτική παρουσία- περιθωριοποιημένη και μειοψηφική - ήταν οι οπαδοί του Κόμματος Φιλελευθέρων, ενώ το ΚΚΕ, ειδικά στην επαρχία Ερμιονίδος (Κρανίδι, Δίδυμα, Ερμιόνη), ήταν παντελώς ανύπαρκτο (1 ψήφος σε 3.111 έγκυρα το 1936). Από αυτό το καταπιεσμένο δυναμικό των Φιλελευθέρων τροφοδοτήθηκε κατά κύριο λόγο η ανάπτυξη του ΕΑΜ, όπως συνέβη και στις περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου. Γεγονός που προκάλεσε την αντισυσπείρωση των παραδοσιακών αντιπάλων τους, που είχαν συνηθίσει να εξουσιάζουν σταθερά στην περιοχή.
Η αντιπαράθεση αυτή, που παρέμεινε αρχικά σε λανθάνουσα μορφή, οξύνθηκε το καλοκαίρι του 1943, όταν οι πρώτοι αντάρτες του ΕΛΑΣ- άλλοι από την Κορινθία και άλλοι από την Κυνουρία- έκαναν την εμφάνισή τους στο χωριό Δίδυμα, το οποίο, με την αποχώρηση των Ιταλών, τον Σεπτέμβριο του 1943, μετατράπηκε σε αντάρτικη βάση (σελ. 94).
Η Γ.Μ. Παϊδούση, παρ΄ όλο που συμμετείχε ενεργά στην οργάνωση του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ, καταγράφει με εντυπωσιακή αντικειμενικότητα τις αρνητικές όψεις αυτής της παρουσίας- διαφοροποιώντας μάλιστα τους αντάρτες του Πάρνωνα («δάσκαλοι, φοιτητές και δημόσιοι υπάλληλοι») από τους αντάρτες της Κορινθίας, που «σχεδόν αγράμματοι και σχεδόν ακοινώνητοι» και δεν είχαν κερδίσει τη συμπάθεια του χωριού. Το κρίσιμο μάλιστα γεγονός, που άρχισε να κάνει την ατμόσφαιρα «αποπνικτική» ήταν το στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχε οργανωθεί και λειτουργούσε στη Μικρή Σπηλιά, λίγο έξω από το χωριό. «Είχε γίνει κοινό και ανομολόγητο μυστικό πως γίνονταν εκτελέσεις κρατουμένων (...) κι εγώ ύστερα από κάποια τέτοια είδηση ένιωθα να απομακρύνομαι ψυχικά από την Οργάνωση» (σελ. 82-
83 και 102-103).
Και η καταιγίδα δεν άργησε να ξεσπάσει. Στο πλαίσιο εκτεταμένων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που άρχισαν στα μέσα Μαΐου, γερμανικά στρατεύματα, ενισχυμένα με Τάγματα Ασφαλείας από το Ναύπλιο και την Κόρινθο, εισέβαλαν τον Ιούνιο του 1944 στα Δίδυμα, συλλαμβάνοντας και δολοφονώντας τα πιο γνωστά μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Η συγγραφέας, που σώθηκε χάρη στον ερωτευμένο γκεσταπίτη (βλ. παραπλεύρως), χρόνια μετά έψαξε και έμαθε τα ονόματα εκείνων που έφεραν τους Γερμανούς στο χωριό. Αλλά και τους καταδότες που τους είχαν εφοδιάσει με ονομαστικές καταστάσεις, καθώς και εκείνους που επικροτούσαν λέγοντας: «Πόσοι είναι οι κομμουνιστές στο χωριό; Πενήντα, εξήντα; Να τους κρεμάσουν όλους να ησυχάσουμε» (σελ. 150). Και παραθέτει όλα αυτά τα ονόματα χωρίς φόβο και χωρίς πάθος.
Μετά την εκατόμβη που προκάλεσε η γερμανική εκκαθαριστική επιχείρηση, οι Εαμικές οργανώσεις δεν ανασυγκροτήθηκαν ποτέ. Άλλωστε, σύντομα οι Ταγματασφαλίτες πέρασαν στο μπράτσο τους το περιβραχιόνιο του ΕΔΕΣ (σελ. 197), και εξακολούθησαν να κυριαρχούν στην περιοχή.
Αντίστοιχη ήταν η κατάσταση και στη γειτονική Τροιζηνία. Και όταν εφτά Επονίτες- πέντε αγόρια και δυο κοπέλες- με επικεφαλής τον μεγαλύτερο αδελφό της συγγραφέως, φοιτητή της Νομικής, προσπάθησαν να ξαναστήσουν μια οργάνωση στο Κάτω Φανάρι, δολοφονήθηκαν άγρια στην πλατεία του χωριού και τα πτώματά τους πετάχτηκαν σ΄ έναν ασβεστόλακκο. «Στο χωριό λουφάξανε όλοι. Άλλοι από φόβο, άλλοι από ντροπή» (σελ. 335). Και η σιωπή αυτή κράτησε πάνω από εξήντα χρόνια. «Όσο υπήρχε ο ασβεστόλακκος σκέφτηκα να βάλω επάνω του μια πλάκα μ΄ έναν σταυρό. Με αποτρέψανε άνθρωποι που ήξεραν τα πράγματα από την περιοχή λέγοντάς μου ότι η πλάκα δεν θα έμενε για πολύ στη θέση της, θα την καταστρέφανε και θα την αφανίζανε» (σελ. 12).
Οι εμφύλιες συγκρούσεις στην Αργολίδα, κατά το τελευταίο έτος της Κατοχής, με την έκταση που πήραν και τη βιαιότητα που τις χαρακτήρισε, αποτελούν εμβληματικό σημείο αναφοράς στη σύγχρονη στρατευμένη δεξιά ιστοριογραφία. Είτε με τη θεωρητική κατασκευή που εμφανίζει τα Τάγματα Ασφαλείας ως θύματα της «κόκκινης τρομοκρατίας» (Στ. Καλύβας) είτε με τη λιγότερο απαιτητική λογοτεχνική εκφορά της (Στ. Περράκης). Το βιβλίο της Γ.Μ. Παϊδούση δεν έχει στόχο να αντιπαρατεθεί ευθέως σ΄ αυτή την «αναθεωρητική» προσέγγιση της Ιστορίας. Αποτελεί μια κατάθεση ψυχής στη μνήμη του αδελφού της και των υπόλοιπων συντρόφων της νιότης της που «ετελεύτησαν εν στόματι μαχαίρας», γιατί υπερασπίστηκαν δύσκολα ιδανικά σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Και αν στο πάθος που διατρέχει την εκφορά του λόγου της διακρίνονται έντονα τα σημάδια του τραύματος, πώς αλλιώς θα μπορούσε να σπάσει μια εξηντάχρονη σιωπή;

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Ο ΠΗΤΕΡ ΧΟ ΝΤΕΙΒΙΣ ΣΤΟΧΑΖΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ


Ρeter Ηo Davies: Το Κορίτσι από την Ουαλία. Μτφ. Χρύσα Τσαλικίδου, Εκδ. Πόλις, 2008, σελ. 450, τιμή: 20 ευρώ

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, ΤΑ ΝΕΑ, Βιβλιοδρόμιο, 05/07/2008
Οι σκηνές παράδοσης του Κάρστεν στο «Κορίτσι από την Ουαλία»,  θυμίζουν το τεράστιο μονοπλάνο της απόβασης στην «Εξιλέωση» που  σκηνοθέτησε ο Τζο Ράιτ
Οι σκηνές παράδοσης του Κάρστεν στο «Κορίτσι από την Ουαλία», θυμίζουν το τεράστιο μονοπλάνο της απόβασης στην «Εξιλέωση» που σκηνοθέτησε ο Τζο Ράιτ

Το «Κορίτσι από την Ουαλία» γίνεται αφορμή για έναν συγγραφέα της νεώτερης Βρετανικής γενιάς να στοχαστεί πάνω στην ιστορία του εικοστού αιώνα και να αναζητήσει απαντήσεις τόσο στα προσωπικά του ερωτήματα όσο και σε εκείνα που θέτει το είδος της γραφής που επέλεξε να γράψει: το μυθιστόρημα.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελειώνει. Η Γερμανία ηττάται και, ανάμεσα στα ερείπια της Έρημης Ευρώπης, σέρνονται οι πρόσφυγες, οι εξόριστοι και οι αγνοούμενοι, οι αληθινοί ήρωες του πολέμου που μπορεί να ανήκουν είτε στους νικητές είτε και στους νικημένους. Όσο για τους αγνοούμενους, μπορεί και σε κανέναν. Η δεκαεπτάχρονη Έστερ βιώνει αυτές τις συνέπειες- σε μικρογραφία- στο μικρό χωριό της Ουαλίας, όπου ζει με τον βοσκό πατέρα της. Εκείνη δουλεύει τα απογεύματα στην παμπ, συνηθισμένη στις φωνές και τις αντρικές χειρονομίες. Μετά τον θάνατο της μητέρας της μεγάλωσε σαν αγοροκόριτσο, γλωσσού τη θεωρούνε κι εκείνη δεν διστάζει να βρίζει στα ουαλικά παρά τη δυνατότητά της να μιλήσει και αγγλικά, τη γλώσσα των «εχθρών». Στην Ουαλία, στο χωριό με τις κέλτικες ρίζες, ο εχθρός είναι από μέσα, ο εθνικισμός σαρώνει τον τόπο ώστε να θεωρείται μεμπτό το να μιλάς στην παμπ στον Εγγλέζο στρατιώτη που ήρθε να φτιάξει το στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στην κορυφή του λόφου, στην παλιά κατασκήνωση.
Η Έστερ θα τα φτιάξει με τον μιναδόρο στο τάγμα των σκαπανέων, τον Κόλιν. Ο Ρυς, ο πρώτος της έρωτας, θεωρείται από καιρό αγνοούμενος πολέμου κι εκείνη εύκολα πέφτει στα χέρια του Εγγλέζου, με αποτέλεσμα η πρώτη τους ερωτική επαφή να θυμίζει περισσότερο βιασμό παρά τη σωματική κατάληξη μιας συναισθηματικής σχέσης. Όταν θα φύγει ο Κόλιν, το στρατόπεδο θα γεμίσει με Γερμανούς αιχμαλώτους κι ανάμεσά τους ο δεύτερος βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Κάρστεν. Ο δεκαοχτάχρονος Κάρστεν, προτού ξεσπάσει το μακελειό, δούλευε με τη μητέρα του στη δική τους πανσιόν, στο Τόρφχαουζ, στους πρόποδες του Μπρόκεν. Κατατάχτηκε στον στρατό, πιστεύοντας στον Χίτλερ, όμως δεν μπόρεσε να αμυνθεί στο μετερίζι του. Σήκωσε ψηλά τα χέρια και παραδόθηκε χρησιμοποιώντας τα αγγλικά που ήξερε. Τώρα, πίσω από τα σύρματα του στρατοπέδου, έχει να αντιμετωπίσει έναν διπλό χλευασμό: από τη μια των συγκρατουμένων του για δειλία και από την άλλη τις κοροϊδίες των πιτσιρικάδων που έρχονται απ΄ έξω και τους πετάνε ό,τι βρεθεί μπροστά τους.
Η Έστερ πρώτη φορά στη ζωή της αντικρύζει Γερμανό, τον άλλον εχθρό. Δεν τρομάζει ακόμη και όταν εκείνος τη ρωτάει «Γιατί προδίδεις την πατρίδα σου;». Όταν ο Κάρστεν θα δραπετεύσει, θα τον φιλοξενήσει ανάμεσα στα ζώα, θα βάλει τα σκυλιά να εξοικειωθούν με τη μυρωδιά του. Το ειδύλλιο θυμίζει παλιά μυθιστορήματα, τις Μεγάλες Προσδοκίες με τον μικρό Πιπ και τον δραπέτη ή την Τες του Τόμας Χάρντυ. Εκεί πάει το μυαλό μας, μόνον που ο συγγραφέας δεν μας αφήνει να χαρούμε τα αυτονόητα, προδίδοντας την ηρωίδα του, καθώς τη βάζει να τα διαβάζει. Κάποια στιγμή εμφανίζεται για ανακρίσεις στο στρατόπεδο ο Ρόδεραμ, ανακριτής των Εγγλέζων, μισο-εβραϊκής καταγωγής, που εγκατέλειψε τη Γερμανία και δουλεύει για τις Βρετανικές Υπηρεσίες. Το μυθιστόρημα ξεκινάει μ΄ αυτόν, με μια σφιχτοδεμένη κινηματογραφικά σκηνή, όπου ανακρίνει τον φοβερό Ρούντολφ Ες, που διέφυγε στην Ουαλία. Ο Ες αναγνωρίζει την ταυτότητα του ανακριτή του, άρα θα κάνει το παν να κατηγορήσει τον διώκτη του. «Όμως οι Εβραίοι μπορούν να είναι Γερμανοί; ανταπαντά ο Ρόδεραμ», αρνούμενος την εβραϊκή του ρίζα.
Τέτοιου είδους ερωτήματα εγείρει στο πρώτο του μυθιστόρημα ο Βρετανός Πήτερ Χο Ντέιβις, από πατέρα Ουαλό και μητέρα Κινέζα. Προσπαθεί να επανατοποθετήσει τη δική του καταγωγή, επιλέγοντας να ζήσει στην Αμερική και να διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν. Αυτό το «διπλό ταυτόχρονα» κάνει και το γράψιμό του διφορούμενο, κάπως μετέωρο αλλά καθόλου προβλέψιμο. Το 2003 συμπεριελήφθη στους «20 καλύτερους νέους συγγραφείς» του λογοτεχνικού περιοδικού Granta, παρέα με τη Ζέιντι Σμιθ, τον Άντριου Ο΄Χέιγκαν, την Α.Λ. Κένεντι.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας.
ΑΝΤΙ-ΗΡΩΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

Ο ΆΜΟΣ ΟΖ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΟΣΥΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Σοφία Νικολαΐδου, ΤΑ ΝΕΑ, Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008
Φωτογραφία
«Να λοιπόν οι κυριότερες ερωτήσεις: Γιατί γράφεις; Γιατί γράφεις ειδικά μ΄ αυτόν τον τρόπο; (...) Τι σκέφτεται η σύζυγός σου για τις γυναικείες μορφές στα βιβλία σου; (...) Οι ιστορίες σου είναι αυτοβιογραφικές ή δημιουργήματα της φαντασίας σου; Και το κυριότερο, όντας καλλιτέχνης, πώς και η προσωπική σου ζωή δεν είναι αυτό που θα ονομάζαμε θυελλώδης;». Το βιβλίο του Άμος Όζ, Η νύχτα του συγγραφέα, ξεκινά με καταιγισμό ερωτήσεων. Είναι οι συνήθεις, ανιχνευτικές, τρομοκρατικές, φιλοπερίεργες ερωτήσεις που απευθύνουν αναγνώστες σε συγγραφείς.
Ο Άμος Οζ είναι γέννημα-θρέμμα Ισραηλινός. Η μητέρα του αυτοκτόνησε, όταν ο συγγραφέας ήταν 12 ετών. Στα 15 του, ο Άμος έκανε την επανάστασή του: πήγε να ζήσει σε κιμπούτς, άλλαξε το επίθετό του σε Οζ (που στα εβραϊκά σημαίνει «ισχύς»). Μέχρι σήμερα, ο 69χρονος συγγραφέας έχει γράψει 18 βιβλία, όλα στα εβραϊκά, και πάμπολλα άρθρα. Είναι γνωστός για τους αγώνες που έδωσε για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή.
Η υπόθεση του βιβλίου έχει ως εξής: ένας συγγραφέας πρόκειται να παραστεί σε μια τιμητική λογοτεχνική βραδιά που διοργανώθηκε προς τιμήν του. Κάθεται σε ένα καφενείο, τρία τέσσερα τετράγωνα μακριά από το κτίριο της εκδήλωσης, και προσπαθεί να συγκεντρωθεί σε πιθανές ερωτήσεις που θα του απευθύνουν. Τελικά, φτάνει αργοπορημένος. Στο σχετικό σχόλιο του αρμόδιου κοινοτικού υπαλ λήλου, ψιθυρίζει μισοαστεία μισοσοβαρά «θα μπορούσατε ν΄ αρχίσετε χωρίς εμένα».
Ο Άμος Οζ δεν αναπτύσσει γενικόλογες θεωρίες περί συγγραφής. Χρησιμοποιεί την εργαλειοθήκη της αφήγησης, για να παρουσιάσει την ιδιοσυστασία του συγγραφέα. Αναδεικνύει τα πολλαπλά εναλλακτικά νήματα της αφήγησης. Αποκαλύπτει τον τρόπο, με τον οποίο γκαζώνει η συγγραφική φαντασία, τα καύσιμά της. Έτσι λοιπόν, από το βιβλίο παρελαύνουν σερβιτόρες και τερματοφύλακες, αναπληρωματικές Μις και μπράβοι, υπάλληλοι και τσιράκια, ποιητές και δόκτορες, κουτσομπόληδες αναγνώστες και ορκισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας, παλιοί παιδαγωγοί, βουλευτές και ανήλικοι επίδοξοι συγγραφείς. Αποτελούν το κοινό της εκδήλωσης ή πλάσματα που συναντά τυχαία ο συγγραφέας εκείνο το βράδυ και τους δίνει ζωή. Μυθιστορηματική ζωή, που θα μπορούσε να είναι και δική τους.
Ο συγγραφέας κοιτάζει τους πάντες από μακριά, κλέβει σουσούμια και κατασκευάζει τις ιστορίες του. Ζει ένα ερωτικό βράδυ με μια συνεσταλμένη αναγνώστρια. Δίνει συγγραφικές συμβουλές στο αγόρι που του στέλνει τα ποιήματά του: «Να γράφεις λες κι εκείνος που γράφει τα ποιήματα και το αγόρι που υποφέρει δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος αλλά δύο άνθρωποι διαφορετικοί, κι εκείνος που γράφει βλέπει το αγόρι που υποφέρει με ψυχρότητα, από μακριά και με μια δόση ειρωνείας. Προσπάθησε, για παράδειγμα, να γράψεις σαν να σας χωρίζουν εκατό χρόνια...».

Friday, May 23, 2008

ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ...


  • Αισθητά βελτιωμένος είναι ο νέος κύκλος της εκπομπής «Βιβλία στο κουτί» (ΕΤ1) που προβάλλεται κάθε Τετάρτη τα μεσάνυχτα, λες και βιβλιόφιλοι είναι μόνον όσοι πάσχουν από αϋπνία. Το βιβλίο στην τηλεόραση είναι είδος σχεδόν εξωτικό και, επομένως, οι λιγοστές σχετικές εκπομπές πρέπει να θεωρούνται πολύτιμες. Μια εκπομπή για το βιβλίο πετυχαίνει όταν καταφέρνει να την αγαπήσουν ακόμα και οι μη συστηματικοί αναγνώστες. Π.χ., την εκπομπή του Ηλία Μαμαλάκη την απολαμβάνουν και άτομα που δεν ξέρουν να τηγανίσουν ένα αβγό - και ούτε πρόκειται να μάθουν. Προκειμένου μια εκπομπή για το βιβλίο να γίνει ελκυστική, δεν αρκεί η λογιοσύνη των συντελεστών της, αλλά χρειάζεται και ένας πειστικός «βιβλιομάγειρας», ικανός να μεταδώσει τον ενθουσιασμό του στον τηλεθεατή. Οι παρουσιαστές της εκπομπής (οι καλλιεργημένοι και έμπειροι δημοσιογράφοι Κατερίνα Σχινά, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και Μανώλης Πιμπλής), όπως και η σκηνοθέτις της, η δίκαια παινεμένη Πένυ Παναγιωτοπούλου, φαίνεται να γνωρίζουν ότι ο τηλεθεατής δεν είναι σαν τον πειθαρχημένο ακροατή που βγαίνει από το σπίτι του και πηγαίνει σε μια αίθουσα για να παρακολουθήσει μια διάλεξη... [Μαριάννα Τζιαντζή, Η Καθημερινή, 23/5/2008]

Θα έλεγα ότι εν πολλοίς συμφωνώ. Ωστόσο, η εκπομπή που παρουσιάζουν «οι καλλιεργημένοι και έμπειροι δημοσιογράφοι» δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Κι αυτό αποδεικνύεται ίσως από τα νούμερα τηλεθέασης. Αν είχε τηλεθέαση η εκπομπή θα την έβαζαν σε ώρα που όλη η οικογένεια είναι στημένη μπροστά στο μαγικό κουτί. Η τηλεόραση είναι, όπως γνωρίζουν, «μέσο μαζικής επικοινωνίας». Συνεπώς δεν ισχύουν οι προδιαγραφές που βάζουν για την οργάνωση της εκπομπής και οι οποίες (προδιαγραφές) είναι ίδιες μ' εκείνες που «βολεύουν» την οργάνωση ενός εντύπου ή σελίδων μιας εφημερίδας.
Το βιβλίο στην τηλεόραση είναι είδος κατατρεγμένο! Αυτοί που αγαπούν το βιβλίο και ενδιαφέρονται να μάθουν γι' αυτό, δεν περιμένουν την τηλεόραση να τους ικανοποιήσει τις επιθυμίες τους. Οι μεγάλες εφημερίδες και τα καθ' ύλην αρμόδια περιοδικά (λογοτεχνικά κ.ά.) ενημερώνουν σε μεγάλο βαθμό. Μια εκπομπή για το βιβλίο στην τηλεόραση πρέπει να κάνει προσπάθειες να κλείσει το χάσμα και όχι να το μεγαλώσει μεταξύ του βιβλίου και του κοινού. Και αναφέρομαι στο ανυποψίαστο κοινό και όχι στο υποψιασμένο το οποίο παρακολουθεί τα σχετικά με τα ΓΡΑΜΜΑΤΑ από τις πολιτιστικές σελίδες της εφημερίδας που αγοράζει ή από το περιοδικό το οποίο ενδεχομένως αγοράζει σε τακτά διαστήματα (Η Λέξη, Το Δέντρο, Διαβάζω, Εντευκτήριο κ.ά.).
Μπορούν οι υπεύθυνοι της εκπομπής να αποδείξουν ότι πολλαπλασίασαν το βιβλιόφιλο κοινό; Η εκπομπή λειτουργεί ως ένα «πολιτιστικό» άλλοθι για τη διεύθυνση της ΕΡΤ. Δηλαδή, έχει εκπομπή ΚΑΙ για το βιβλίο! Οι συντελεστές της εκπομπής που αναφέρει η Μ. Τζιαντζή είναι αξιόλογοι και ως άνθρωποι και ως επαγγελματίες - δεν ξέρω όμως αν είναι «επαγγελματίες» της τηλεόρασης. Και να πάω σ' ένα άλλο ζήτημα που έχει μια κάποια σημασία: Ποιος είναι ο στόχος της εκπομπής; Κάνω το ερώτημα διότι δεν έτυχε ν' ακούσω ή να διαβάσω.
Κάποτε έκανα μια καθημερινή «εκπομπή» τριών λεπτών περίπου στην ΕΡΤ, με τον τίτλο «ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ». Έβγαινε ο συγγραφέας και μιλούσε ο ίδιος για το βιβλίο του. Δείχναμε το πρόσωπό του και το εξώφυλλο του βιβλίου του. Πέρασαν από την «εκπομπή» αυτή δεκάδες συγγραφείς. Θεωρούσα ότι τουλάχιστον στο κρατικό «μέσο», όλοι έχουν δικαίωμα πρόσβασης κι επιπλέον όλοι όσοι προχωρούν στο εγχείρημα της έκδοσης ενός βιβλίου ή τουλάχιστον οι περισότεροι, αξίζουν την προβολή.
Τα κριτήρια της ποιότητας ενός έργου δεν είναι ίδια για όλους. Με ποια λογική θα δεχτώ ότι, λόγου χάρη, το μυθιστόρημα του Κούρτοβικ είναι αξιοπρόσεκτο και το δικό μου δεν είναι ούτε για... ξεφύλλισμα; Ο Κούρτοβικ (εκτιμώ τη δουλειά του και δεν έχω κάτι προσωπικό) είναι εξαιρετικός κριτικός. Αυτό φτάνει κι εκεί, άλλωστε, δείχνει να έχει επίδοση, αν και πολλές φορές έχουμε διαφορετική άποψη. Θέλω να πω ότι δεν μπορεί και στην τηλεόραση να ανακυκλώνεται η ίδια νοοτροπία που τη βρίσκουμε διάχυτη στις εφημερίδες...
Θα ήθελα πράγματι να ήξερα τα στοιχεία ενός απολογισμού της συγκεκριμένης εκπομπής («Βιβλία στο κουτί»). Πόσοι συγγραφείς έχουν μιλήσει, μεταφραστές, εκδότες κ.λπ. Και το λέω αυτό διότι έκανα μια λογοτεχνική απόπειρα και κατάλαβα ότι είμαι περιορισμένος πλέον στις καταδικασμένες περιπτώσεις των ελληνικών γραμμάτων. Άλλο τι σκέφτομαι εγώ για τον εαυτό μου ή πώς βλέπω το επίπεδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας... Βεβαίως ποτέ δεν θα δεχόμουν ότι είμαι ένας άσημος συγγραφίσκος που αγωνιά να δει τ΄όνομά του να φιγουράρει σε λίστες και στις σελίδες όπου οι κριτικοί παρουσιάζουν εκείνα που θα βάλουν σε λίστες! Έλεγε ο Ρίλκε ότι «ένα έργο είναι ωραίο όταν έχει γεννηθεί από μια ανάγκη»!
Πάντως έχω αρχίσει να πιστεύω ακράδαντα ότι ο χώρος της λογοτεχνίας μας είναι περικυκλωμένος από την ασυδοσία των "χαρισματικών" και ορισμένων ελαφροσυνείδητων κριτικών, οι οποίοι δίχως ενδοιασμούς αναγορεύουν κάποιους σε θαυματοποιούς και άλλους σε καταστροφείς...
Θα επανέλθω