Showing posts with label Κουλουφάκος Κώστας. Show all posts
Showing posts with label Κουλουφάκος Κώστας. Show all posts

Sunday, October 12, 2008

Η άγνωστη δίκη της Αριστεράς

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια διένεξη μεταξύ αναθεωρητών και υπερμάχων του «υπαρκτού» σοσιαλισμού που δίχασε στελέχη και διανοουμένους της ΕΔΑ - τον Κύρκο, τον Κουλουφάκο, τον Πατρίκιο, τον Ρίτσο, τον Αυγέρη - αλλά και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» στα τέλη της δεκαετίας του '50

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ

Βρισκόμαστε στα 1959 και η «Επιθεώρηση Τέχνης», το περιοδικό που συσπειρώνει τους λογίους της Αριστεράς, μεσουρανεί. Σε ένα από τα τεύχη εκείνης της χρονιάς ο Μανόλης Φουρτούνης μεταφράζει και δημοσιεύει το διήγημα του σοβιετικού συγγραφέα Ντανιήλ Γκράνιν με τίτλο «Σιωπή», που έμελλε να προκαλέσει όχι μόνο σφοδρές αντιπαραθέσεις και ισχυρούς κλυδωνισμούς στους κόλπους της ΕΔΑ, αλλά και μια πρωτοφανή δίκη εις βάρος του περιοδικού, με «κατηγόρους» που εκπροσωπούν το ενοχλημένο κομματικό κατεστημένο, μεταξύ άλλων τον Μάρκο Αυγέρη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Δημήτρη Φωτιάδη και τον Λεωνίδα Κύρκο. Βέβαια, όπως μαρτυρεί ο Τίτος Πατρίκιος που συμμετείχε στη σύνταξη της «Επιθεώρησης Τέχνης», η στάση των «κατηγόρων» δεν ήταν ενιαία: ο Κύρκος, αν και κύριος εισηγητής, βρισκόταν ολοφάνερα σε δύσκολη θέση, οι Αυγέρης και Φωτιάδης εμφανίστηκαν εξαιρετικά επικριτικοί, ενώ ο Ρίτσος ήταν μεν επικριτικός, αλλά όχι τόσο απόλυτος και επιθετικός όπως ο Αυγέρης - σε αυτόν οι κατηγορούμενοι είχαν εναποθέσει πολλές ελπίδες, καθώς ο ποιητής του «Επιτάφιου» είχε υπάρξει πνευματικός πατέρας για τους περισσότερους από αυτούς. Μετά τη δίκη η συντακτική επιτροπή του περιοδικού υπέβαλε την παραίτησή της και περίμενε. Από τότε πέρασε ενάμισης χρόνος, οι παραιτήσεις δεν σχολιάστηκαν, ούτε απορρίφθηκαν ούτε έγιναν αποδεκτές. Στο τέλος ανακοινώνεται αλλαγή στη σύνθεση της συντακτικής επιτροπής (εκδιώκονται οι Μανόλης Φουρτούνης και Δημήτρης Ραυτόπουλος και επιβάλλεται η εποπτική παρουσία του Δημήτρη Δεσποτίδη). Ηδη ο αρχισυντάκτης και από τα βασικά στελέχη της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστας Κουλουφάκος είχε δεσμευθεί να συντάξει ένα κείμενο-απολογία για την απόφαση να δημοσιευθεί το διήγημα του Γκράνιν στο περιοδικό. Το κείμενο παρέμενε ανέκδοτο επί δεκαετίες - μόνο μερικά αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν το 1973 στον «Ελεύθερο Κόσμο» έπειτα από έρευνα της Ασφάλειας στα γραφεία του περιοδικού -, ώσπου το εντόπισε στο αρχείο του πατέρα του ο γιος του Πέτρος Κουλουφάκος και το έδωσε στη συγγραφέα Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, η οποία επισημαίνει ότι θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα ιδιόρρυθμο πολιτικό-λογοτεχνικό μανιφέστο εδραίωσης ενός εκσυγχρονισμένου λογοτεχνικού κανόνα.

Η αμφισβήτηση του αλάθητου


Κώστας Κουλουφάκος (αριστερά) και Τίτος Πατρίκιος, το 1962, στην ταράτσα του κτιρίου όπου στεγαζόταν η «Επιθεώρηση Τέχνης»


Τι έλεγε όμως το περιώνυμο διήγημα του Γκράνιν, η δημοσίευση του οποίου ενόχλησε κυρίως την εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι και τόσα δεινά προκάλεσε στην Ελλάδα; Η «Σιωπή» - δημοσιεύεται ολόκληρη στο τέλος του βιβλίου ως παράρτημα - αμφισβητούσε ευθέως το αλάθητο των σοβιετικών επιστημόνων και τεχνοκρατών (και κατ' επέκταση του κόμματος), έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν συμβιβασμένο άνθρωπο που διαλέγει την ηρεμία του από την αλήθεια, αδικεί τους άλλους και αγνοεί το γενικότερο συμφέρον. Κύριο θέατρο της σύγκρουσης είναι ο ψυχικός κόσμος του Μινάγεφ, ο οποίος από τη μία αναγνωρίζει το δίκιο της άποψης του Ολκόφσκι και συναισθάνεται την υποχρέωση που έχει ως προϊστάμενος του Ινστιτούτου Ερευνών να δημοσιεύσει το άρθρο του, αλλά από την άλλη μεριά φοβάται να υποστηρίξει την αλήθεια γιατί έτσι θα έρθει σε σύγκρουση με τον πανίσχυρο Ακαδημαϊκό, πράγμα που μπορεί να του στοιχίσει την προαγωγή του ή και άλλες σκοτούρες ακόμη: «- Σας το ζητώ σαν φίλος. Βγάλτε αυτή την κριτική για τον Στρόγεφ, είπε μαλακά ο Μινάγεφ. Μετριάστε ακόμα και τα άλλα. Μετά το δημοσιεύουμε. Ο Ολκόφσκι πετάχτηκε πάνω, κοκκίνισε. Τα μικρά του χέρια σφίχτηκαν σε γροθιά. - Για ποιο πράγμα θα λέει τότε το άρθρο μου; Για τίποτα!, φώναξε με στριγγιά φωνή. Προσπαθήστε να καταλάβετε: πρόκειται για χιλιάδες τόνους καύσιμα που πάνε χαμένα. - Μα πώς μπορείτε... τα ίσια του φρύδια που τα σήκωσε κείνη τη στιγμή έδειχναν μια παιδιάστικη απορία. - Οχι, δε βγάζω ούτ' ένα γιώτα. Σε καμιά περίπτωση. Είναι έλλειψη αρχής». Ας μην ξεχνάμε ότι δεν έχουν περάσει ούτε 13 χρόνια από το 1946, όταν ο Αντρέι Ζντάνοφ είχε αναλάβει μετά τον πόλεμο την πολιτιστική πολιτική του Στάλιν, τη λεγόμενη «ζντανόφστσινα», η οποία παρά τη φιλελευθεροποίηση του Χρουστσόφ, στα 1956, δεν είχε χάσει πολύ από την αρχική της δύναμη. Αλλωστε ήδη από το 1957 η σοβιετική ηγεσία είχε καταγγείλει διά στόματος του ίδιου του Χρουστσόφ το διήγημα του Γκράνιν.

Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε τότε στους κύκλους της ΕΔΑ ήταν και οι ατέλειωτες διαβουλεύσεις της συντακτικής επιτροπής για το αν θα έπρεπε ή όχι να δημοσιεύσουν το διήγημα. Λέει ο Κουλουφάκος: «Τέσσερις ολόκληρους μήνες συζητούσαμε και βασανίζαμε το πράγμα ζυγίζοντάς το απ' όλες τις πλευρές, με αληθινά άγρυπνο το συναίσθημα της καλώς εννοούμενης ευθύνης». Κάτω από αυτές τις γραμμές μπορεί ο οξυδερκής παρατηρητής να ακούσει τον απόηχο των «προληπτικών» προειδοποιήσεων από στελέχη του κόμματος σχετικά με την πολιτική που θα ακολουθούσαν. «Δεν πιστεύω να κάνετε τίποτε αντισοβιετικό» τους είχε, για παράδειγμα, νουθετήσει κάποτε ο Σάββας Σταματιάδης. Ο Τίτος Πατρίκιος, πάλι, θυμάται καλά ότι οι προβληματισμοί της επιτροπής δεν είχαν να κάνουν τόσο με την καταδίκη του διηγήματος από τον Χρουστσόφ όσο με το ίδιο το περιεχόμενό του. Στις πράγματι μακρές συνομιλίες για το θέμα αντίθετος με τη δημοσίευση του διηγήματος εμφανιζόταν ο Κώστας Πορφύρης, όχι τόσο επειδή δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο όσο γιατί προέβλεπε σφοδρές αντιδράσεις. Ως παλαιός «ακροναυπλιώτης», με πείρα στον δογματισμό και στην ακαμψία των παλαιών στελεχών, προειδοποιούσε τους νεότερους της επιτροπής. Μειοψήφησε όταν το θέμα τέθηκε σε ψηφοφορία, όταν ανέκυψαν όμως προβλήματα - όπως λέει ο Πατρίκιος - στάθηκε δίπλα στους συναδέλφους του και προασπίστηκε την απόφαση με σθένος.

Ενας πειθαρχημένος απείθαρχος

Σύμφωνα με τον Φουρτούνη, ο Κουλουφάκος ήταν «ο πιο αναρχικός και συγχρόνως ο πιο πιστός στο κόμμα». Στην απολογία του, την οποία συνέταξε δύο-τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση της δίκης, η αρχικά πειθαρχημένη στάση του μεταβάλλεται, καταλήγοντας σε πικρία και ευθεία κριτική τόσο κατά των πνευματικών αρχηγών του κόμματος όσο και κατά της ηγεσίας του: «Δυστυχώς, φαίνεται πως περίμενα από την πνευματική και την πολιτική ηγεσία του κινήματος περισσότερα πράγματα απ' όσα είχαν τη διάθεση να δώσουν. Αλλά γι' αυτό δεν φταίει ούτε το διήγημα ούτε η δημοσίευσή του». Το κείμενο του Κουλουφάκου, λέει η Ιωαννίδου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατ' εξοχήν κείμενο «πρόσληψης»: αναφέρεται σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, ένα διήγημα, προσπαθώντας να εφαρμόσει στην ανάγνωσή του συγκεκριμένες απόψεις και θεωρίες, ενώ μας επιτρέπει παράλληλα να αναρωτηθούμε για τον τρόπο που έλληνες λογοτέχνες και θεωρητικοί προσέγγιζαν σε μια συγκεκριμένη εποχή τη σοβιετική λογοτεχνία.

Αλλά και συνιστά, θα λέγαμε εμείς, ένα ψυχογράφημα του κομματικού κατεστημένου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αποκαλύπτοντας τη δυσανεξία του σε οποιαδήποτε κριτική και αμφισβήτηση, εννέα μόλις χρόνια πριν από τη 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και τη διάσπαση του ΚΚΕ. Κάτι που καθρεφτίζεται με τρόπο κρυστάλλινο στην παρακάτω αποστροφή του Λεωνίδα Κύρκου από την εισήγησή του στη δίκη: «Ο σκοπός που οι φίλοι της "Επιθεώρησης Τέχνης" δημοσίευσαν το διήγημα του Γκράνιν δεν ήταν η άσκηση κριτικής στα σοβιετικά πράγματα, αλλά η θέλησή τους να βάλουν εναντίον του ελληνικού κινήματος. Η δημοσίευση της "Σιωπής" είναι μια κατ' ευθείαν βολή στην καρδιά εναντίον της ΕΔΑ και της ηγεσίας της. Τα μέλη της συντακτικής επιτροπής έκαναν την πράξη αυτή επηρεασμένα από τις συζητήσεις των τριόδων και με τον τρόπο αυτόν πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της ΕΔΑ που διεξάγουν οι αναθεωρητές με το προσωπείο των πούρων μαρξιστών». Σαράντα επτά χρόνια αργότερα ο Κύρκος σε μια συνέντευξή του θα παραδεχτεί: «... Και ο Κώστας και η ομάδα της "Επιθεώρησης Τέχνης" είχαν δίκιο. Εγώ είχα λάθος. Στην κατοπινή μου πορεία προσπάθησα να το διορθώσω».

Το ΒΗΜΑ, 12/10/2008

Tuesday, October 7, 2008

Η λογοτεχνία στο εδώλιο

Του Παντελή Μπουκάλα, Η Καθημερινή, Tρίτη, 7 Oκτωβρίου 2008

Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου: «Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο. Η δίκη της “Επιθεώρησης Τέχνης” το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008, σελ. 363.

Τον Απρίλιο του 1959 εκδίδεται σε διακόσια αντίτυπα η «Ευθύτης οδών», η τρίτη συλλογή του Αρη Αλεξάνδρου, με ποιήματα γραμμένα στις φυλακές της Αίγινας και της Γυάρου στα χρόνια 1954-1958. Ο τίτλος του πρώτου ποιήματος είναι «Εισήγηση», και μάλιστα μια εισήγηση «a la maniere der Jdanof», σύμφωνα με τη σχετλιαστική σημείωση του ποιητή, κάτι σαν μότο που τίθεται πριν από τους στίχους· μέλος του Π. Γ. του ΚΚΣΕ του Αντρέι Ζντάνοφ, με την αρμοδιότητα να υλοποιήσει την «πολιτιστική πολιτική» του Στάλιν, στο λόγο του «Για την Τέχνη», το 1946, κηρύσσει την υποχρέωση της λογοτεχνίας να υμνεί ως ιδεώδη τη «σοσιαλιστική κοινωνία» και να κατασκευάζει αποκλειστικά «θετικούς ήρωες», θέτει δε εκτός τέχνης (και κατ’ ουσίαν εκτός νόμου) τους «πεσιμιστές», τους «φορμαλιστές», τους «παρακμιακούς» και κάθε λογής ανορθόδοξους και αντικανονικούς.

Αλλά ας ακούσουμε καλύτερα τους δύο πρώτους και τους τρεις τελευταίους στίχους του ποιήματος του Αλεξάνδρου, οι οποίοι, έτσι όπως επαναλαμβάνονται, φαίνεται σαν να σχηματίζουν πνιγηρό βρόχο: «και κατά συνέπεια η ποίηση / είναι μια υπόθεση αντικοινωνική. [...] Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική. / Το κόμμα οι οργανώσεις κυρίως η αγκιτπρόπ / έχουν καθήκον να». Ακριβώς επειδή δεν προσδιορίζεται αυστηρά το «καθήκον» αλλά αφήνεται να καλύπτει τα πάντα, έτσι όπως μένει ανοιχτό αυτό το «να», ο βρόχος γίνεται ασφυκτικότερος.

Εναν-δυο μήνες πριν από την έκδοση της συλλογής του Αλεξάνδρου, και συγκεκριμένα στο τεύχος Φεβρουαρίου-Μαρτίου του 1959, η «Επιθεώρηση Τέχνης», το σπουδαίο περιοδικό της Αριστεράς που εκδιδόταν από το 1954 έως το 1967, δημοσιεύει το διήγημα «Η σιωπή» του Ντανιήλ Γκράνιν, μεταφρασμένο από τον Μανόλη Φουρτούνη. Η βαθύτατη ενόχληση της ηγεσίας της ΕΔΑ οδηγεί, τον Μάιο και τον Ιούνιο του ίδιου έτους, σε μια κομματική δίκη υπό τη σκιά ακριβώς του Ζντάντοφ· ο ίδιος ο αρχισοσιαλρεαλιστής ήταν πια νεκρός αλλά το δόγμα του θριάμβευε παντού, όχι μόνο στην ΕΣΣΔ. Ανάμεσα στους κατηγόρους που απάρτιζαν το έκτακτο κομματοδικείο ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος (αργότερα αποδέχτηκε ότι «είχε κάνει λάθος»), ο Μάρκος Αυγέρης και ο Δημήτρης Φωτιάδης (οι επιθετικότεροι όλων), ο Θέμος Κορνάρος και ο Γιάννης Ρίτσος. Κατηγορούμενοι, από την πλευρά της «Επιθεώρησης Τέχνης», ο Τίτος Πατρίκιος, ο Κώστας Κουλουφάκος, ο Μανόλης Φουρτούνης και ο Κώστας Πορφύρης· ο «συνεργός» Δημήτρης Ραυτόπουλος δικάζεται ερήμην. Μετά τη δίκη η συντακτική επιτροπή υποβάλλει την παραίτησή της, ο Ραυτόπουλος και ο Φουρτούνης απομακρύνονται, ενώ ο Κώστας Κουλουφάκος («ο πιο αναρχικός και συγχρόνως ο πιο πιστός στο Κόμμα» κατά τον Φουρτούνη) αναλαμβάνει να παραδώσει μια έγγραφη «απολογία».

Ποιητής, κριτικός, μεταφραστής και εκδότης ο Κώστας Κουλουφάκος, είχε σταλεί το 1941 από τους Ιταλούς κατακτητές στις φυλακές του Σπολέτο λόγω της αντιστασιακής του δράσης, δραπέτευσε το 1943, διέφυγε στην Αίγυπτο, συμμετείχε στο κίνημα της Μέσης Ανατολής, εξορίστηκε το 1948 και έκανε την «αναμορφωτική» του θητεία στη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη, ενώ η χούντα τον εκτόπισε στη Γυάρο). Την «απολογία του ή «απανταχούσα» τού 1959 ανασύρει τώρα όχι απλώς από την αφάνεια, αλλά από το χώρο του απορρήτου η Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου (γεν. 1966) και την προτείνει σαν αυθεντικό υλικό για την αναψηλάφηση μιας δίκης που σήμερα ενδέχεται να μοιάζει αδιανόητη. Καθόλου περιττή πάντως δεν είναι μια κάποια αναψηλάφηση, όσο εξακολουθούν να υπάρχουν κομματικοί μηχανισμοί που θρησκεύονται στο όνομα του Ιωσήφ (όχι του βιβλικού προφήτη αλλά του θεϊκού Πατερούλη) κι όσο οι αυθεντίες της επαναστατικής ορθότητας εξακολουθούν να εκτοξεύουν τα βαριά μέτρα και σταθμά τους εναντίον των ανορθοδόξων, έχοντας στο αίμα τους «το πρέπον ποσοστό της σταλινίνης», για να θυμηθούμε και πάλι την «Ευθύτητα οδών» του αποφασισμένα αιρετικού Αρη Αλεξάνδρου.

Με σπουδές σλαβικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης η ερευνήτρια, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, προτάσσει εκτενέστατη εισαγωγή όπου εξετάζει την πρόσληψη της σοβιετικής λογοτεχνίας (και της συναφούς «ιδεολογίας», πάντοτε παραδειγματικής και κανονιστικής) στην Ελλάδα στο χρονικό διάστημα 1946-1959. Πέρα από την αναδίφηση στη διευρυνόμενη τον τελευταίο καιρό σχετική βιβλιογραφία, δεν παρέλειψε να αναζητήσει και να συναντήσει τους μάρτυρες που θα μπορούσαν να προσφέρουν διαφωτιστικό υλικό για τη δίκη του 1959, δίκη της λογοτεχνίας και της κριτικής. Αξονας του βιβλίου είναι το πρωτοδημοσιευόμενο ύστερα από μισόν αιώνα απολογητικό υπόμνημα του Κώστα Κουλουφάκου, ενώ αναπαράγεται, στην τοτινή του μετάφραση, το «σοβιετικό διήγημα» του Γκράνιν, «Η σιωπή», η δημοσίευση του οποίου στη Μόσχα είχε εξοργίσει τον Χρουστσόφ, με αποτέλεσμα ο συγγραφέας του να βρεθεί στην απομόνωση, εκδοτικά αποκλεισμένος επί τρία ολόκληρα χρόνια· άλλοι βέβαια είχαν πληρώσει βαρύτερα τη λογοτεχνική τους ανταρσία, ακόμα και με τη ζωή τους.

Τι το ενοχλητικό είχε το διήγημα του Γκράνιν; Την ελευθεροστομία του, τη διεκδίκηση του απλού δικαιώματος των ανθρώπων, έστω ως λογοτεχνικών ηρώων, να λένε τώρα την αλήθεια, αυτή που θεωρούν αλήθεια, να μην πορεύονται από συνειδησιακό συμβιβασμό σε συμβιβασμό φοβούμενοι τους γραφειοκράτες, τους υπουργούς, το κόμμα. «Με πόση χαρά θα ’στελνε στο διάολο κάθε υπολογισμό, κάθε προφύλαξη, για να πει ανοιχτά αυτό που σκεφτόταν. Μα τα χείλη του παρέμεναν σφιγμένα» διαβάζουμε στο διήγημα την εσωτερική και πάντοτε άρρητη σκέψη του προϊσταμένου, του Μινάγιεφ. Σήμερα γράφω αυτό που θέλετε σεις, για να γράψω μια μέρα αυτό που θέλω εγώ», του λέει ο υφιστάμενός του, ο «ξεροκέφαλος, παράξενος κι επικίνδυνος» Ολκόφσκι, που μαθαίνει κι αυτός, παραδειγματιζόμενος, να σιωπά.

Για να υπερασπίσει το δικαίωμα της «Επιθεώρησης Τέχνης» να δημοσιεύσει τη «Σιωπή», ο Κουλουφάκος αναιρεί ένα προς ένα τα επιχειρήματα των κατηγόρων και στοιχειοθετεί, χωρίς υψηγορία και ρητορικά στολίδια πάντως και χωρίς το σκοπό της ανταρσίας, έναν ύμνο στη λογοτεχνία και την κριτική σκέψη. Μιλώντας με τη γλώσσα των αντιδίκων του, εξηγεί ότι δεν θεωρεί το διήγημα αυτό «παρασιώπηση των επιτευγμάτων του σοσιαλισμού» αλλά «επίτευγμά του» · προφανώς έχει άλλους είδους σοσιαλισμό κατά νου, τον απελευθερωτικό και ελεύθερο, όχι τον δογματικό και καταναγκαστικό που επιφυλάσσει λογοκρισία, δίκες και καταδίκες για όσους δεν βλέπουν αυτό που πρέπει να δουν αλλά αυτό που όντως συμβαίνει.

«Ο προοδευτικός συγγραφέας που κάνει σοσιαλιστικό ρεαλισμό είναι υποχρεωμένος να δίνει όχι μόνο την πραγματικότητα όπως είναι αλλά και την πραγματικότητα όπως πρέπει να είναι», είχε κωδικοποιήσει την άποψή του ο Γιάννης Ρίτσος, κατά την ενδοκομματική δίκη. Απάντηση σ’ αυτή την υπεράσπιση της αυτολογοκρισίας δεν έδωσε μόνο ο Κώστας Κουλουφάκος αλλά και ο ίδιος ο Ρίτσος, πολύ αργότερα όμως, με ποιήματά του που δεν δημοσιεύτηκαν παρά μετά το θάνατό του, κι ενώ είχε πια υποστεί και αυτός τις επιθέσεις της κομματικής λογοτεχνικής ορθοδοξίας για τα πεζά του. Αρκούν εδώ οι εξής αυτοκριτικοί στίχοι του Ρίτσου που γράφτηκαν το 1977 αλλά τυπώθηκαν μόλις πέρυσι, στον 14ο τόμο των Απάντων του: «Μεγάλη δυσκολία / το πλάσιμο / των θετικών ηρώων - / όταν αφήσουν χάμου / τις σημαίες / δεν ξέρουν πια / τι να κάνουν τα χέρια τους / ούτε κι εκεί - καλύτερα λοιπόν / καθόλου να μη γίνουν / τ’ αποκαλυπτήρια / αυτού του αγάλματος / και του ποιήματος αυτού».

Monday, September 22, 2008

Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο


Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου

Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο
Η δίκη της «Επιθεώρησης Τέχνης» το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου
Σειρά EK: MAPTYPIEΣ - BIOΓPAΦIEΣ
Τιμή: € 22,00, Σελίδες: 368
Το 1959 ο ποιητής Κώστας Κουλουφάκος καταθέτει ένα απολογητικό υπόμνημα ως απάντηση στη δίκη που έχει οργανώσει η ΕΔΑ κατά της συντακτικής επιτροπής της Επιθεώρησης Τέχνης, με αφορμή τη δημοσίευση του σοβιετικού διηγήματος του Ντανιήλ Γκράνιν «Η Σιωπή». Το διήγημα έχει ενοχλήσει τα κομματικά στελέχη της ΕΔΑ, καθώς αμφισβητεί το αλάθητο των σοβιετικών επιστημόνων και τεχνοκρατών, έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν συμβιβασμένο άνθρωπο, που διαλέγει την ηρεμία του απ' την αλήθεια, αδικεί τους άλλους και αγνοεί το γενικότερο συμφέρον. Ως κατήγοροι στη δίκη εμφανίζονται σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Μάρκος Αυγέρης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Δημήτρης Φωτιάδης και άλλοι. Η απάντηση του Κουλουφάκου είναι ένα κείμενο πάνω από 120 σελίδες. Αποτελεί μια μνημειώδη απολογία της ελεύθερης λογοτεχνικής και κριτικής έκφρασης, μια απόπειρα ανατροπής της δογματικής ακαμψίας στην πρόσληψη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην Ελλάδα, έναν ύμνο στην πρόοδο της ανθρωπότητας, με αρωγούς τη λογοτεχνία και την τέχνη. Αυτό το κείμενο-σταθμός, που παρέμενε για πολλά χρόνια απόρρητο, παρουσιάζεται σχολιασμένο για πρώτη φορά στο βιβλίο της Aλεξάνδρας Δ. Iωαννίδου, αναπληρώνοντας για το ευρύ αναγνωστικό κοινό ένα χάσμα στην πολυκύμαντη ιστορία της λογοτεχνικής κριτικής.
Η Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει σλαβική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, στη Γερμανία, και σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Mακεδονίας. Ασχολείται κυρίως με τη συγκριτική λογοτεχνία, ενώ έχει δημοσιεύσει μελέτες και για τη νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Επίσης, έχει μεταφράσει λογοτεχνικά και θεωρητικά βιβλία από τα ρωσικά, τα γερμανικά και τα πολωνικά.