Η σημασία του συνεδρίου έγκειται επίσης και στο γεγονός ότι στην Ελλάδα είναι λίγα τα συνέδρια στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών που γίνονται με ανοικτή ανακοίνωση-πρόσκληση στο Διαδίκτυο. Πολλοί νέοι επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό δεν έχουν αρκετές ευκαιρίες να παρουσιάσουν την έρευνά τους υποβάλλοντας περίληψη της ανακοίνωσής τους προς κρίση. Το συνέδριο της ΕΕΝΣ προσφέρει κάθε τέσσερα χρόνια αυτήν την ευκαιρία, όπως και τα αντίστοιχα της Αυστραλιανής Εταιρείας και αυτό της Αμερικανικής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (ΜGSΑ), που διεξάγεται κάθε δύο χρόνια (το 21ο έγινε πέρυσι στο Βανκούβερ και το επόμενο έχει ήδη ανακοινωθεί για το 2011 στη Νέα Υόρκη). Με αυτά τα συνέδρια, τις ιστοσελίδες, τις ηλεκτρονικές λίστες και τα διεθνώς έγκυρα περιοδικά («Journal of Μodern Greek Studies», «Βyzantine and Μodern Greek Studies»), οι Εταιρείες και τα Τμήματα Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού επιτελούν σημαντικό έργο και δίνουν το καλύτερο παράδειγμα μιας ανοιχτής επιστημονικής κοινότητας, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει ακόμη δική της Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών. Ως εκ τούτου, δεν συμμετέχει επίσημα στην ΕΕΝΣ, η οποία δεν έχει άτομα-μέλη, όπως η αντίστοιχη αμερικανική, αλλά αποτελεί ομοσπονδία εθνικών εταιρειών.
Πολλοί κατά καιρούς εκδηλώνουν ειλικρινές ενδιαφέρον για το πώς η Ελλάδα μπορεί να στηρίξει τις νεοελληνικές σπουδές (ΝΣ) στο εξωτερικό, ενίοτε όμως αγνοούν ή παραβλέπουν την προσφορά των τμημάτων ΝΣ του εξωτερικού στην ίδια την Ελλάδα, αν λάβουμε υπόψη ότι τροφοδότησαν ελληνικά πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και τη μέση εκπαίδευση με πολλούς νέους επιστήμονες, οι οποίοι είτε εκπόνησαν τη διδακτορική τους διατριβή είτε ολοκλήρωσαν τις μεταπτυ χιακές σπουδές τους σε επίπεδο «μάστερ» σε αυτά. Ολες οι φιλοσοφικές σχολές στην Ελλάδα διαθέτουν μέλη ΔΕΠ που έχουν εκπονήσει τις διατριβές τους σε τμήμα ΝΣ της Αγγλίας, ενώ επί χρόνια τα τμήματα ΝΣ της Ευρώπης και της Αμερικής εμπλούτιζαν τον ακαδημαϊκό χώρο με νέες προσεγγίσεις, μελέτες, εκδόσεις ή μεταφράσεις και έδιναν την ευκαιρία σε αρκετούς έλληνες πανεπιστημιακούς να περάσουν σε αυτά την εκπαιδευτική τους άδεια. Ας μη μας διαφεύγει εξάλλου ότι σχεδόν οι μισές από τις πιο έγκυρες Ιστορίες και Εισαγωγές στη Νεοελληνική Λογοτεχνία έχουν γραφτεί από νεοελληνιστές του εξωτερικού.
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε την «ελληνοποίηση» των νεοελληνικών σπουδών στο εξωτερικό με την εξαγωγή αποσπασμένων εκπαιδευτικών ή πανεπιστημιακών από την Ελλάδα και την ελλιπή στήριξη νέων και πολλά υποσχόμενων ξένων νεοελληνιστών. Ενώ παλαιότερα υπήρχαν αρκετοί αξιόλογοι νεοελληνιστές μη ελληνικής καταγωγής, ο αριθμός αυτός μειώνεται ραγδαία, καθώς δεν υπήρξε καμιά συστηματική προσπάθεια στήριξής τους με διδακτορικές και μεταδιδακτορικές υποτροφίες ή fellowships.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι νεοελληνικές σπουδές στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια θα συρρικνωθούν. Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις περί αυτού, καθώς την επόμενη χρονιά θα κλείσει το Νεοελληνικό Τμήμα στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης και σε τρία χρόνια, εκτός απροόπτου, αυτό του Κέιμπριτζ. Αλλά και η τύχη των γερμανικών τμημάτων στην Αγγλία δεν προδιαγράφεται καλύτερη. Κάποιοι απαισιόδοξοι θεωρούν ότι σε όλη τη Βρετανία σε μερικά χρόνια μπορεί να μείνουν μόνο τρία ή τέσσερα τμήματα γερμανικών σπουδών. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για την πολυπληθέστερη χώρα της ΕΕ και την ισχυρότερη οικονομία της. Οπότε τη σταδιακή εξαφάνιση των νεοελληνικών σπουδών πρέπει να τη δούμε στο ευρύτερο πλαίσιο της παρακμής της διδασκαλίας των ευρωπαϊκών γλωσσών (με εξαίρεση τα ισπανικά και τα πορτογαλικά, λόγω Λατινικής Αμερικής) και την ανάδειξη των γλωσσών και των πολιτισμών των αναδυόμενων αγορών της Ασίας. Με την υποχώρηση των νεοελληνικών σπουδών εκτός Ελλάδας δεν θα πληγεί τόσο η προώθηση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού (ίσως αναπληρωθεί εν μέρει από τη ραγδαία πρόοδο του Διαδικτύου και της ηλεκτρονικής επικοινωνίας) όσο θα λείψει αυτή η διαφορετική και «ανοικειωτική» ματιά που προσέφεραν. Και αυτήν τη ματιά έχουν περισσότερο ανάγκη οι μικρές χώρες και τα εκπαιδευτικά τους συστήματα, καθώς είναι δύσκολο να αναπληρωθεί εκ των ένδον.
- Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας.

Εγραφα σε προηγούμενη επιφυλλίδα μου (29 Ιουνίου, 2008), με αφορμή το πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, ότι η έγκυρη και ενημερωμένη στις τρέχουσες επιστημονικές εξελίξεις έρευνα είναι αυτή η οποία θα στηρίξει τις Νεοελληνικές Σπουδές στο μέλλον, στο διεπιστημονικό της διάλογο με άλλα αντικείμενα σπουδών. Ο αριθμός των φοιτητών που σπουδάζουν Ελληνικά από μόνοι τους δεν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον, γιατί όλες οι αξιολογήσεις πλέον επιμένουν στην ποιοτική έρευνα και ως εκ τούτου δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς πρέπει να ενισχύουν τα πανεπιστήμια του εξωτερικού που έχουν να επιδείξουν και σοβαρή έρευνα στον χώρο των Νεοελληνικών Σπουδών.Η χρηματοδότηση ή η ίδρυση εδρών ή κέντρων Κλασικών ή Βυζαντινών Σπουδών στο εξωτερικό από την ελληνική πολιτεία ή από ιδιώτες αποβαίνει άκαρπη, αν βέβαια ο στόχος είναι η ενίσχυση του ενδιαφέροντος για την ελληνική γλώσσα και η τόνωση του πολιτισμικού προφίλ της σημερινής Ελλάδας. Το βασικό λάθος που κάνουν πολλοί Ελληνες, αλλά και η ελληνική πολιτεία, είναι ότι βλέπουν τις Νεοελληνικές Σπουδές στο εξωτερικό με βάση είτε τις ελληνικές ιδεοληψίες (π.χ. την άποψη περί ελληνικού Βυζαντίου ελάχιστοι ξένοι τη συμμερίζονται) ή το τι ισχύει στα ελληνικά πανεπιστήμια, προσπαθώντας άγαρμπα να προσαρμόσουν τις διεθνείς εξελίξεις στα εγχώρια δεδομένα. Ετσι, νομίζουν ότι ενισχύοντας τις Κλασικές ή τις Βυζαντινές Σπουδές στο εξωτερικό ενισχύουν το ενδιαφέρον για την Ελλάδα, ενώ ελάχιστοι είναι οι ξένοι μελετητές που συνδέουν τα κλασικά γράμματα με τη σημερινή Ελλάδα. Το κάνουν μόνο όταν τους συμφέρει ή θέλουν να αποκομίσουν κάτι. Είναι, άλλωστε, σύνηθες αγγλόφωνα πανεπιστήμια να προκηρύσσουν θέσεις με αντικείμενο «Greek History», εννοώντας φυσικά μόνο την αρχαία ιστορία, γιατί τη νεώτερη απλούστατα την αγνοούν.Εχω την άποψη ότι αν θέλουμε να επανασυνδεθεί η Ελλάδα με τις Κλασικές ή τις Βυζαντινές Σπουδές, τότε πρέπει η χρηματοδότηση να αφορά δραστηριότητες εντός Ελλάδας που θα προσελκύουν αλλοδαπούς. Ενώ στην Αγγλία, για παράδειγμα, προσφέρονται προγράμματα θερινών μαθημάτων εκμάθησης αρχαίων και μεσαιωνικών ελληνικών (ή όπως ανιστόρητα και προκλητικά τα ονομάζουν «βυζαντινών ελληνικών»), με ακριβά μάλιστα δίδακτρα, στην Ελλάδα από όσο ξέρω δεν προσφέρεται κανένα είτε από κάποιο πανεπιστήμιο είτε από άλλον φορέα. Ενώ θα έπρεπε να υπάρχουν κοινές προσπάθειες με ξένα ιδρύματα ή πανεπιστήμια για την οργάνωση τέτοιων θερινών μαθημάτων, ελάχιστα πράγματα γίνονται προς την κατεύθυνση αυτή. Αν μάλιστα τέτοια μαθήματα προσφέρονταν με χαμηλά δίδακτρα και ήταν υψηλού επιπέδου, τότε η Ελλάδα θα προσέλκυε τα καλοκαίρια ξένους φοιτητές Κλασικών, Μεσογειακών και Βυζαντινών Σπουδών. Ετσι, θα διευκολυνόταν και η στενότερη σύνδεση αυτών των σπουδών με τη νεότερη Ελλάδα.Είμαι της γνώμης ότι μόνο για Νεοελληνικές Σπουδές θα έπρεπε να φεύγουν ενισχύσεις εκτός της χώρας, ενώ για Κλασικές ή Βυζαντινές Σπουδές θα έπρεπε να επενδύονται εντός, ώστε να προσελκύονται αλλοδαποί φοιτητές Αρχαίας Ιστορίας ή Αρχαιολογίας, οι οποίοι έχουν συχνά την υποχρέωση να κάνουν ένα study tour 15 ημερών και αν υπήρχαν οι κατάλληλες διευκολύνσεις θα προτιμούσαν πιο εύκολα την Ελλάδα από την Τουρκία, την Αίγυπτο ή την Τυνησία. Αν ένας αλλοδαπός ερευνητής θα ήθελε να κάνει έρευνα στην Ελλάδα, σε τις ξενώνες θα μπορούσε να μείνει, σε ποιες βιβλιοθήκες θα έκανε έρευνα, ποιους θα μπορούσε να συμβουλευθεί για αρχειακή έρευνα ή ανασκαφική εργασία; Μόνο τα ξένα ινστιτούτα στην Ελλάδα από όσο ξέρω παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες και όχι ελληνικά ιδρύματα ή πανεπιστήμια.Παρά τα ποσά που ξοδεύτηκαν από διάφορους φορείς ή τις ποικίλες επιχορηγήσεις από κοινοτικά κονδύλια, δεν έχουμε ακόμη ελκυστικά και σύγχρονα εγχειρίδια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Ελάχιστο υλικό υπάρχει στο Διαδίκτυο, ενώ έγκυρα DVD σε ξένες γλώσσες με θέματα ελληνικού πολιτισμού ή Ιστορίας είναι ανύπαρκτα, σε μια εποχή που η εικόνα συμπληρώνει το βιβλίο στην επαφή με την Ιστορία μιας χώρας. Βάσεις δεδομένων για νεοελληνικά θέματα ή συγγραφείς δεν υπάρχουν. Είναι πιο εύκολο να βρει κανείς από αγγλόφωνες βάσεις δεδομένων τι γράφτηκε για έναν σύγχρονο έλληνα συγγραφέα στα αγγλικά, αλλά όχι στα ελληνικά. Τα ηλεκτρονικά περιοδικά ή οι έγκυρες ιστοσελίδες για την ελληνική λογοτεχνία, την ελληνική Ιστορία και τον ελληνικά πολιτισμό είναι ελάχιστα ή πάσχουν από έλλειψη φαντασίας, ενώ άλλο ερευνητικό υλικό προσβάσιμο μέσω Διαδικτύου είναι πενιχρότατο.Ακόμα, ένα κίνητρο για νέους και φοιτητές που θα ήθελαν να γνωρίσουν την Ελλάδα καλύτερα και να ζήσουν ένα διάστημα σε αυτή είναι τα λεγόμενα placements, δηλαδή θέσεις προσωρινής εργασίας που δίνουν τη δυνατότητα στους αλλοδαπούς νέους να γνωρίσουν εργαζόμενοι την Ελλάδα. Ενώ αρκετές χώρες έχουν αναπτύξει αυτό τον θεσμό, η Ελλάδα σε αυτόν τον τομέα δεν έχει να επιδείξει κάτι και έτσι ένας νέος που θα ήθελε να συνδυάσει δουλειά και γνώση της χώρας για ένα έτος ή έξι μήνες δεν έχει τέτοιες ευκαιρίες. Δεν αρκούν οι κατασκηνώσεις για τους ομογενείς ή οι θερινές υποτροφίες που και φέτος δόθηκαν με το ζόρι από το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά χρειάζονται μοντέρνοι τρόποι προσέλκυσης των νέων φοιτητών.Η προσφορά μαθημάτων και η ευκολία διεξαγωγής έρευνας στην Ελλάδα είναι τελικά αυτές που θα φέρουν ικανούς ξένους μελετητές στη χώρα. Οσο υψώνονται εμπόδια και πρακτικά προβλήματα διαμονής, βιβλιοθηκών, αρχείων ή έρευνας τόσο θα απομακρύνονται οι νέοι, κατευθυνόμενοι προς χώρες που δεν τους προβάλλουν τέτοια προσκόμματα. Για τούτο και η υπόθεση των Νεοελληνικών Σπουδών δεν αφορά μόνο το τι γίνεται στο εξωτερικό αλλά και το τι γίνεται στο εσωτερικό.