Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

"ΠΩΣ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΡΜΕΝΙΟΙ ΕΓΙΝΑΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΕΣ;" (π. Ἱερωνύμου Mayiυyan)



ΠΩΣ  ΟΙ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ  ΑΡΜΕΝΙΟΙ
ΕΓΙΝΑΝ  ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΕΣ;
π. Ἱερώνυμος Mayiυyan
Ἐφημέριος Ι. Ν. Ἄγ. Γεωργίου (Χατζηκώστα)
(Παρεκκλήσιο Ι. Ν. Ἄγ. Ἀσωμάτων Θησείου)
Πρὶν ἀρχίσω τὴν παρουσία τοῦ θέματος θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω ἐκ  βαθέων τὸν σεβαστὸ καὶ ἀγαπητὸ π. Βασίλειο Βολουδάκη τὸν ὁποῖο ἔχω τὴν χαρὰ καὶ εὐλογία νὰ γνωρίσω τελευταία, ἰδίως στὸ πλαίσιο τοῦ σεμιναρίου τῆς Ἐξομολογητικῆς, ποὺ ὀργανώνει τὸ Ἵδρυμα Ποιμαντικῆς Ἐπιμορφώσεως τῆς Ι. Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.
 Ὁ π. Βασίλειος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς γνωριμίας μας μοῦ ἔδειξε τὴν ἀγάπη του καὶ μόλις πληροφορήθηκε γιὰ τὸ παρελθόν μου, ἰδίως γιὰ τὴν ἐπιστροφή μου ἀπὸ τὴ πλάνη καὶ αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ στὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ὀρθοδοξία, ἀμέσως μου ἔκανε τὴν πρόταση νὰ γράψω κάποιο κείμενο, παρουσιάζοντας μία συνοπτικὴ ἱστορία τῆς πατρίδας μου τῆς Ἀρμενίας καὶ νὰ ἀναφερθῶ ἰδίως στὴν πίστη τῶν Ἀρμενίων.


Εἶναι ἡ πρώτη φορά, πού μου δίνεται αὐτὴ ἡ εὐκαιρία νὰ συμμετάσχω μὲ αὐτὸ τὸ εἰδικὸ θέμα στὸ ἐπίκαιρο καὶ πλούσιο περιεχόμενο τοῦ περιοδικοῦ «Ἐνοριακὴ Εὐλογία», τοῦ Ι. Ν. Ἄγ. Νικολάου Πευκακίων.

Στὸ μικρό μου αὐτὸ ἄρθρο δὲν παρουσιάζω μία συστηματικὴ ἱστορία τῆς Ἀρμενίας. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός μου. Θὰ ἀναφερθῶ, ὅμως, σὲ τρεῖς κυρίως χρονολογίες (301, 406 καὶ 451 μ.Χ.) καὶ στὰ γεγονότα ποὺ συνδέονται μὲ αὐτὲς καὶ εἶναι βαρυσήμαντες γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Ἀρμενίας καὶ μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ ἄμεσα.

Γιὰ νὰ ἔχει ὁ ἀγαπητός μας ἀναγνώστης τοῦ Περιοδικοῦ «Ἐνοριακὴ Εὐλογία» μία γενικὴ εἰκόνα τοῦ τόπου καὶ τῆς ἔκτασης τῆς ἱστορικῆς καὶ σημερινῆς Ἀρμενίας, θὰ ποῦμε τὰ λίγα ποὺ ἀκολουθοῦν.

Στὸ Μηναῖο τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου διαβάζουμε: «Τὴ Λ΄  τοῦ αὐτοῦ μηνὸς μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Γρηγορίου τῆς Μεγάλης Ἀρμενίας...». Σήμερα δὲν ὑπάρχει ἡ Μεγάλη Ἀρμενία, ἡ ὁποία εἶχε γεωγραφικὴ ἔκταση ἄνω τῶν 300.000 m². Ἡ τωρινὴ Δημοκρατία τῆς Ἀρμενίας κυριαρχεῖ μόνο στὰ 29.800 m² γεωγραφικὰ ἐδάφη, τὰ ὁποῖα εἶναι λιγότερα ἀπὸ τὸ 1/10 τῆς ἱστορικῆς Ἀρμενίας χωρὶς τὸ Ναγκόρνο (=Ὀρεινὸ) Καραμπάχ, στὸ ὁποῖο θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ μία ἄλλη εὐκαιρία.

Ἡ Μεγάλη Ἀρμενία, πρὶν νὰ κατακτηθεῖ ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, περιελάμβανε ἕνα σημαντικὸ μέρος τῶν ἐκτάσεων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἢ σημερινῆς ἀνατολικῆς Τουρκίας μὲ κοινὰ σύνορα μὲ τὴν Καππαδοκία1, τὸν Πόντο, τὴν Ἀσσυρία, τὴν Γεωργία, τὴν Ἀλβανία τοῦ Καυκάσου, τὴν Περσία, τὴν Μικρὴ Ἀρμενία καὶ ἄλλες κατὰ καιροὺς χῶρες καὶ ἐκτείνετο μέχρι τὴν Κασπία θάλασσα. Ἐνῶ ἡ σημερινὴ Ἀρμενία περιορίζεται στὸ Νότιο Καύκασο, σ’ ἕνα πολὺ μικρὸ κομμάτι τῆς ἱστορικῆς της ἔκτασης καὶ συνορεύει ἀνατολικὰ μὲ τὴν Τουρκία, δυτικὰ μὲ τὸ Ἀζερμπαϊτζᾶν, βόρεια μὲ τὴν Γεωργία καὶ νότια μὲ τὸ Ἰρᾶν.

Οὔτε λίγο οὔτε πολύ, πρόκειται γιὰ τὴν δεύτερη κοιτίδα τῆς ἀνθρωπότητας, κατὰ τὴν Βιβλικὴ διήγηση, ἀφοῦ μετὰ τὸν κατακλυσμό, ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, «...ἐκάθισεν ἡ κιβωτὸς ἐν μηνὶ τῷ ἑβδόμη, ἑβδόμη καὶ εἰκάδι τοῦ μηνός, ἐπὶ τὰ ὅρη τὰ Ἀραρὰτ» (Γέν. 8, 4), ἀπ’ ὅπου καὶ ἀρχίζει μία νέα ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Μέχρι σήμερα ὑπάρχουν γεωγραφικοὶ τόποι, τῶν ὁποίων οἱ ὀνομασίες ἄμεσα ἢ ἔμμεσα σχετίζονται μὲ τὸν ἴδιο τὸν Νῶε. Ὅπως π.χ. ἡ πρώτη κατοικία τῆς εὐλογημένης οἰκογένειας ὀνομάστηκε ἀπὸ τὸν Νῶε Nakhijevan, δηλαδὴ «πρώτη κατοικία», ἢ τὸ ὄνομα τῆς σημερινῆς πρωτεύουσας τῆς Ἀρμενίας Yeravan σημαίνει «τόπος ἐμφανίσεως».

Ἔτσι, μετὰ τὸν κατακλυσμό, ξαναρχίζει ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν ἀπὸ τοὺς τρεῖς γιοὺς τοῦ Νῶε, οἱ ὁποῖοι διασκορπίστηκαν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη κυρίως μετὰ τὸν πύργο τῆς Βαβὲλ καὶ τὴν σύγχυση τῶν γλωσσῶν.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἀρμενικοὺς θρύλους ἀναγνωρίζει ὡς προπάτορα τῶν Ἀρμενίων τὸν Χάϊκ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Torgom (=Θοργάμα), γιοῦ τοῦ Γάμερ, γιοῦ τοῦ Ἰάφεθ. Ὁ Ἰάφεθ ἦταν τρίτος γιὸς τοῦ Νῶε (βλ. Γέν.10, 1-3).

Τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀρμενία συνδέεται ἀρχικὰ μὲ τὰ ὀνόματα δύο Ἀποστόλων Τοῦ «ἐκ τῶν Δώδεκα», τοῦ Θαδδαίου καὶ τοῦ Βαρθολομαίου. Ὁ Θαδδαῖος, ἀδελφός του Ἰακώβου (Μάτθ. 10.1-3, Μάρ. 3.13-19) μαρτυρεῖται ὅτι κήρυξε στὴν Ἀρμενία ἀπὸ τὸ 43-66 μ.Χ καὶ μαρτύρησε στὴν κωμόπολη Shavarshavan τῆς ἐπαρχίας Artaz (σήμερα στὸ βόρειο Ἰρᾶν). Ὁ Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος κήρυξε στὴν Ἀρμενία ἀπὸ 60-68 μ.Χ. καὶ μαρτύρησε στὴν πόλη Ourbanos (σήμερα στὴν Ἀνατολικὴ Τουρκία). Οἱ Ἀπόστολοι φυσικὰ ἵδρυσαν τὶς πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες.

Ἀλλάζει ἐντελῶς τὸ σκηνικὸ στὴν Ἀρμενία στὶς ἀρχὲς τοῦ Δ΄  α. μὲ πρωταγωνιστῆ καὶ Ἰσαπόστολο τὸν Γρηγόριο Πέρση (=γ. Γρηγόριος ὁ Φωτιστῆς). Ὁ Ἀρμένιος βασιλιὰς Tiridat ὁ Γ΄ (=Τιριδάτης (287- 330 περίπου)) τὸ 287 εἶχε τιμωρήσει αὐστηρὰ τὸν Γρηγόριο2, πρῶτα, ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν ἤθελε νὰ θυσιάσει στὴν θεὰ Anahit ὡς ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης μετὰ τὴν νίκη τοῦ κατὰ τῶν Περσῶν, καὶ κατόπιν, ὅταν ἔμαθε ὁ Τιριδάτης τὴν καταγωγή του, ὅτι ἦταν δηλαδὴ ὁ γιὸς τοῦ Anak τοῦ Πέρση, φονιὰ τοῦ πατέρα τοῦ βασιλιᾶ Xosrov A΄  (211-259). Γιὰ νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ, ὁ Τιριδάτης ἔριξε στὸ πηγάδι τοῦ Xor Virap3, ποὺ ἦταν προωρισμένο γιὰ τοὺς καταδικασμένους σὲ θάνατο.

Στὸ πηγάδι αὐτὸ παρέμεινε ὁ Γρηγόριος 13 (κατὰ μερικοὺς 15) ὁλόκληρα χρόνια! Φυσικὰ μὲ θαυμαστὸ τρόπο καὶ μὲ θεϊκὴ παρηγοριὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παραμείνει ζωντανὸς σ’ ἕνα τέτοιο τόπο. Μία χήρα κρυφά του ἔριχνε ἕνα κομμάτι ψωμὶ καθημερινὰ καὶ ἡ παρουσία ἑνὸς Ἀγγέλου ἐνεθάρρυνε τὸν ἐκλεκτὸ μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἑτοίμαζε γιὰ τὴν μεγάλη ἀποστολή του νὰ γίνει φωτιστῆς ἑνὸς λαοῦ.

Στὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ ὁ Τιριδάτης ἦταν φιλικὰ διατεθειμένος πρὸς τοὺς χριστιανοὺς ὑπηκόους του, ἀλλὰ μετὰ ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν Διοκλητιανὸ στράφηκε ἐναντίον τοὺς μὲ διωγμοὺς καὶ μαρτύρια. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ στάση τοῦ ἀπέναντι στοὺς διωκομένους ἀπὸ τὸν Διοκλητιανό, ὅπως στὴν ὁμάδα παρθένων μὲ ἐπικεφαλῆς τὴν Γαϊανή, ποὺ ἦταν ἡ καθηγουμένη καὶ τὴν Ριψιμία (μνήμη στὶς 30 Σεπ. μὲ τὸν γ. Γρηγόριο τὸν Φωτιστῆ). Μετὰ τὸν μαρτύριο τῶν 32 παρθένων στὴν πόλη Vagarshapat, ὁ Τιριδάτης καὶ οἱ αὐλικοὶ συνεργάτες τοῦ ἀρρωσταίνουν καὶ σὲ λίγες μέρες οὐσιαστικὰ δαιμονίζονται. Ἡ ἀδελφή του Τιριδάτη, ἡ Xosrovidoukht (=θυγατέρα τοῦ Xosrov), ἡ ὁποία δὲν συμφωνοῦσε μὲ τὴν στάση τοῦ ἀδελφοῦ της ἔναντι τῶν χριστιανῶν, σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα ἀκριβῶς βλέπει ἕνα ὅραμα ἐπαναλαμβανόμενο 5 φορές, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τοὺς δαιμονιζόμενους μποροῦσε νὰ θεραπεύσει μόνον ὁ Γρηγόριος. Ἔτσι ἐξέρχεται ὁ Γρηγόριος ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ θεραπεύει ὅλους τους δαιμονιζόμενους!

Ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς ὁ ἤδη θεραπευμένος βασιλιὰς σταματάει τοὺς διωγμούς, ἕνα μεγάλο κομμάτι τοῦ λαοῦ τοῦ εὐαγγελίζεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Γρηγόριο καὶ βαπτίζεται. Καὶ ὄχι μόνο αὐτὸ, ὁ Τιριδάτης ἀνακηρύσσει τὸν Χριστιανισμὸ ὡς ἐπίσημη θρησκεία τῆς βασιλείας του4 τὸ 301μ.Χ5 καὶ μὲ τὴν ἄμεση συμπαράστασή του, ὁ γ. Γρηγόριος ἀναδιοργανώνει τὴν ἐπίσημη πλέον Ἐκκλησία τῆς Ἀρμενίας, τῆς ὁποίας καὶ καθίσταται πρῶτος ἐπίσκοπος (=καθολικός). Ἐπειδὴ ὁ Γρηγόριος δὲν ἦταν ἱερεύς, μὲ τιμὲς καὶ βασιλικὴ πομπὴ ὁδηγεῖται στὴν Καισάρεια, ὅπου καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας γ. Λεόντιο καὶ πλέον ὡς ἐπίσκοπος ἐγκαθίσταται στὸ Vagarshapat (σήμερα Echmiadzin) ὡς συνεχιστὴς τοῦ ἔργου τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Θαδδαίου καὶ Βαρθολομαίου.

Ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσω ὅτι ἡ λατρεία στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀρμενίας μέχρι στὶς ἀρχὲς τοῦ Ε΄  α. γινόταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στὰ Ἑλληνικὰ ἀλλὰ καὶ στὰ Συριακά, κυρίως στὶς ἀνατολικές της περιοχές. Ἡ ἀνάγκη τῆς κατανόησης τῆς λατρείας καί, κυρίως, τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαὸ ὁδήγησαν τὸν βασιλιὰ Vramshapuh καὶ τὸν Καθολικὸ γ. Sahak (=Ἰσαὰκ) νὰ σκεφθοῦν λύσεις τοῦ προβλήματος. Ἔπρεπε νὰ μεταφρασθοῦν τὰ ἱερὰ κείμενα στὴν γλώσσα τοῦ λαοῦ.

Ἡ Ἀρμενικὴ γλώσσα ὡς προφορικὴ παράδοση ὑπῆρξε ἀπὸ πολὺ νωρίς, ἀλλὰ δὲν εἶχε γραπτὴ μορφή. Τὸ ποθητὸ καὶ δύσκολο ἔργο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀρμενικοῦ ἀλφαβήτου ἐτέθη στοὺς ὤμους τοῦ Mesrop Mashtoc, ἑνὸς λογίου ἀσκητοῦ κληρικοῦ, μὲ ἄριστη ἑλληνικὴ παιδεία. Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιοδεῖες στὰ γνωστὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς (Ἀμίντ, Ἔδεσσα τῆς Συρίας, Σαμόσατα) ὁ Mesrop Mashtoc μὲ κάποιους μαθητές του, μετὰ ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἔτος 406 δημιούργησε τὸ ἀρμενικὸ ἀλφάβητο μὲ 36 γράμματα6. Ἡ πρώτη φράση, ποὺ μεταφράστηκε στὰ ἀρμενικά, ἦταν τὸ «Γνῶναι σοφίαν καὶ παιδείαν, νοῆσαι τὲ λόγους φρονήσεως» (Παροιμ. 1, 2). Ἀμέσως μεταφράζεται ἡ Ἁγία Γραφή, πρῶτα ἀπὸ τὰ συριακὰ καὶ μετὰ ὁλοκληρώνεται ἀπὸ τὰ ἑλληνικά. Κατόπιν μεταφράζονται τὰ λατρευτικὰ βιβλία, ἔργα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων (Ἀποστολικοὶ Πατέρες, Μέγας Ἀθανάσιος, Καππαδόκες κ.ο.κ ) καὶ τῶν φιλοσόφων (Πλάτωνος, Ἀριστοτέλη κ.λ.π). Ο Ε΄  αἵ. γιὰ τὸν ἀρμενικὸ πολιτισμὸ θεωρεῖται ὁ «χρυσοὺς αἰών».

Φθάνουμε στὸ 451 μ.Χ. Γιὰ τὴν Ἀρμενία καὶ τὸ λαὸ της μία πολὺ σημαντικὴ χρονολογία. Οἱ Ἀρμένιοι καλοῦνται νὰ ὑπερασπισθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ ἐνώπιον τῶν ἀλλοθρήσκων. Οἱ Πέρσες μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν βασιλιὰ τοὺς Ἰσδιγέρδη Β΄ (438-457) θέλουν νὰ ἐπιβάλλουν τὸν Ζωροαστρισμὸ (=πυρολατρεία) στὴν Ἀρμενία7. Οἱ Ἀρμένιοι ἤδη εἶχαν ἀρνηθεῖ μία τέτοια πρόταση τοῦ Πέρση βασιλιᾶ Σαπὼρ τοῦ Β΄  (310-378) νωρίτερα καὶ εἶχαν ὑπερασπισθεῖ μὲ μάχη τὴν πίστη τοὺς τὸ 339 μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν στρατάρχη Vache Mamikonyan. Ἡ δεύτερη μάχη ὑπὲρ τῆς πίστεως παίρνει πιὸ μεγάλες διαστάσεις τὸ Μάϊο τοῦ 451. Αὐτὴ τὴ φορὰ στὸ Avarayr, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸ στρατάρχη Bardan Mamikonyan, οἱ Ἀρμένιοι ἀπέδειξαν στὸν ἀλλόθρησκο κατακτητή, ὅτι ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ζωή τους καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τοὺς τὴν ἀφαιρέσει, ὅσο δυνατὸς καὶ ἂν εἶναι. Ἡ μνήμη τῶν ἠρωϊκῶς πεσόντων μαρτύρων (1036) ὑπὲρ τῆς Πίστεως καθιερώθηκε ἀργότερα ὡς ἑορτὴ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀρμενίας.

Τὸ δεύτερο σημαντικὸ γεγονὸς τὸ 451 συνδέεται μὲ τὴν Δ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Νὰ ποῦμε ἐπιγραμματικὰ ὅτι ἡ Σύνοδος συγκλήθηκε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Μονοφυσιτισμό, τὴν αἵρεση τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ ὁποῖος πίστευε, ὅτι ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση δὲν ἔχει πλέον δύο φύσεις, ἀλλὰ μόνο μία, τὴν Θεία, μέσα στὴν ὁποία διαλύθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ἀπορροφήθηκε ἀπὸ τὴν θεότητά Του, σὰν σταγόνα στὸν ὠκεανό. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ Εὐτυχοῦς ἦταν ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ συνοδικῶς.

Στὸν Μονοφυσιτισμὸ κατάντησε ὁ Εὐτυχὴς ἀπὸ μία ἀκραία ἑρμηνεία τῆς Χριστολογίας τοῦ γ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου ἦταν συνεργάτης στὸν ἀγώνα του ἐναντίον τοῦ Νεστοριανισμοῦ. Ἡ διδασκαλία τοῦ Νεστορίου καταδικάστηκε ἀπὸ τὴν Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Ἐφέσου (431) μὲ πρωταγωνιστῆ καὶ πρόεδρο τῆς Συνόδου τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας. Ὁ Νεστόριος πίστευε, ὅτι ὑπάρχουν δύο διαφορετικὰ πρόσωπα στὸ Χριστό, ἐφ’ ὅσον ἔκανε διαχωρισμὸ τῶν δύο φύσεων τοῦ Κυρίου (τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης) καὶ δεχόταν, ὅτι οἱ φύσεις ἔχουν ἐνωθεῖ «ἠθικῶς» μόνο. Κατὰ τὸν Νεστόριο ὑπάρχουν δύο Χριστοί, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὅτι ἡ Μαρία γέννησε μόνο τὸν ἄνθρωπο Χριστὸ καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι τὸν Θεὸ Λόγο. Ἄρα, ἔλεγε ὁ Νεστόριος, δὲν μποροῦμε νὰ ἀποκαλοῦμε τὴν Μαρία Θεοτόκο, ἀλλὰ «ἀνθρωποτόκο» ἢ «Χριστοτόκο». Η Δ' Οἰκοιμενικὴ Σύνοδος μὲ τὸ Χριστολογικὸ της Ὄρο οὐσιαστικὰ ἀντιμετώπισε ὄχι μόνο τὸν Μονοφυσιτισμό, ἀλλὰ ἀπέκλεισε καὶ τὸν Νεστοριανισμό. Ἔτσι ὁ Χριστός, κατὰ τὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας, ἔχει δύο φύσεις, οἱ ὁποῖες «ἀσυγχύτως», «ἀτρέπτως» ἀχωρίστως καὶ «ἀδιαιρέτως» ἔχουν ἐνωθεῖ στὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου (καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσις).

Συνήθως ὑποστηρίζεται ἀπὸ μία σημαντικὴ μερίδα τῶν Ἀρμενίων μελετητῶν, κυρίως ἱστορικῶν, ὅτι στὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας δὲν μποροῦσαν νὰ συμμετάσχουν οἱ Ἀρμένιοι λόγω τῆς μεταπολεμικῆς κατάστασης, ποὺ εἶχε ἐπέλθει στὴν χώρα μετὰ ἀπὸ τὸν σφοδρὸ ἀγώνα τους κατὰ τῆς περσικῆς εἰσβολῆς. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα8. Δὲν ἀποτελεῖ ἄλλωστε αὐτὸ δικαιολογία γιὰ τὴ μὴ ἀποδοχὴ τῆς Συνόδου. Εἶναι γεγονός, ὅτι οἱ Ἀρμένιοι δὲν συμμετεῖχαν οὐσιαστικὰ οὔτε στὶς δύο προηγούμενες Οἰκουμενικὲς Συνόδους τῆς Κωνσταντινουπόλεως (381) καὶ τῆς Ἐφέσου (431), ἀλλὰ ἀποδέχθηκαν τὶς Ἀποφάσεις των, ἐπειδή, ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, δὲν βρῆκαν τίποτε, ποὺ νὰ ἀντίκειται στὴν πίστη τους.

Οἱ Ἀρμένιοι παραμένουν στὴν ὀρθὴ πίστη τῶν Πατέρων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι νὰ ἀρνηθοῦν ὁριστικά, στὴν δεύτερη σύνοδο τοῦ Ντβίν9 (553-555), τὸ Χριστολογικὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνας καὶ ἔτσι νὰ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐδῶ σταματάει ἡ Ὀρθοδοξία τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας10.

Βασικά, παρερμηνεύουν τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ τὴ φράση του «μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» καὶ ὑποστηρίζουν ὅτι μετὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων ὑπάρχει μία ἑνωμένη φύση στὸ Χριστὸ καὶ ἔτσι καταλήγουν σὲ μία «σύνθετη φύση». Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ ὁ ὅρος «σύνθετος φύσις» σημαίνει ὅτι χάνουν τὰ ἰδιώματα οἱ δύο φύσεις ποὺ ἑνώνονται. Ἀκόμα καὶ σήμερα οἱ Ἀρμένιοι θεολόγοι ὑποστηρίζουν ὅτι, λέγοντας «μία φύση», ἡ Ἀρμενικὴ ‘‘ἐκκλησία’’ ἐννοεῖ τὴν «ἄρρηκτη ἕνωση τῶν δύο φύσεων».

Γιατί ὅμως τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Ἀρμενικῆς ‘‘ἐκκλησίας’’ δὲν δέχθηκε τὴν Δ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο; Ἐπειδή:

α. Κατ’ ἐπίδρασιν τῶν ἤδη μονοφυσιτῶν Σύρων πίστευαν, ὅτι μὲ τὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας ἀναβίωσε ὁ Νεστοριανισμός.

β. ερμήνευσαν –καὶ ἀκόμα δυστυχῶς συνεχίζουν νὰ ἐρμηνεύουν– λανθασμένα τὴν Χριστολογία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ ἰδίως τὴν γνωστή του φράση «μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη»11.

γ. αγνόησαν τὸν «Ὄρο τῶν Διαλλαγῶν» (433) μεταξύ του ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ Ἰωάννη Ἀντιοχείας. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἔχει τεράστια σημασία γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα ἀντιχαλκηδόνια-μονοφυσιτικὴ πορεία τῆς Ἀρμενικῆς ‘‘ἐκκλησίας’’.

Λεπτομερῆ ἀνάλυση δὲν θὰ κάνω ἐδῶ. Ἂν χρειασθεῖ θὰ δοῦμε στὸ μέλλον. Νὰ τονίσω ὅμως, ὅτι οἱ μονοφυσίτες Ἀρμένιοι ἔχουν μία ἰδιάζουσα μορφὴ Χριστολογίας, ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ δεχθοῦν τὴν διδασκαλία τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας καὶ τὸν καταδίκασαν ὡς αἱρεσιάρχη στὴν ἄρμενο-συριακὴ ἑνωμένη σύνοδο τοῦ Manazkert (726). Ἐπίσης δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν Διόσκορο ὡς «ἅγιο».

Ὅλες οἱ ἄλλες θεωρίες, ποὺ στηρίζονται στὶς πολιτικὲς σκοπιμότητές12 τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς Χαλκηδόνας ἀπὸ τοὺς Ἀρμενίους, ναὶ μὲν μαρτυροῦνται στὶς πηγές, ἀλλὰ δὲν συνέβαλαν στὴν ὁριστικὴ ἀπόφαση.

Οἱ προσπάθειες τῶν βυζαντινῶν γιὰ τὴν ἕνωση τῆς ἀποκομμένης ἤδη Ἀρμενικῆς ‘‘ἐκκλησίας’’ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἔφεραν καρπούς, ὅπως καὶ οἱ ἀνεπίσημοι (1964, 1967,1970 καὶ 1971) καὶ οἱ ἐπίσημοι διάλογοι (1985, 1989, 1990 καὶ 1993) τοῦ 20ου α. μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων.

Πρώτη φορὰ γραπτῶς σημειώνω καὶ τονίζω τὴν προσωπική μου ἄποψη καὶ –γιατί ὄχι– καὶ τὴν ἐμπειρία μου γιὰ τὰ θέματα τῆς πίστεως, κατ’ ἀκρίβειαν τοῦ δόγματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐν γένει Παραδόσεως Αὐτῆς ὡς δόγματος Ἀληθείας καὶ τρόπου ζωῆς, σὲ σχέση μὲ τὴν πίστη τῆς Ἀρμενικῆς ‘‘ἐκκλησίας’’.

Ὅποιος ἀμερόληπτα, ἀπροϋπόθετα καὶ ἀντικειμενικὰ μελετήσει τὰ κείμενα (δογματικὰ καὶ μὴ) τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ τῆς Ἀρμενικῆς παραδόσεως, ἀπὸ τὸ σχίσμα (οὐσιαστικὰ καὶ ὁριστικὰ μετὰ τὸ 553-555 μ.Χ. τῆς συνόδου τοῦ Ντβὶν) ἕως καὶ σήμερα, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἀντιληφθεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια καὶ τί οὐσιαστικὰ πρεσβεύει κάθε πλευρά. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἀντιληφθεῖ τὸ χάσμα ἑρμηνείας τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Ἀρμενικῆς παραδόσεως. Τὸ γράφω καὶ τονίζω αὐτὸ μὲ ὑπευθυνότητα γνωρίζοντας καλὰ τὴν ζωὴ καὶ τὴν θεολογία τῆς Ἀρμενικῆς ‘‘ἐκκλησίας’’.

Τελειώνοντας αὐτὸ τὸ μικρό μου ἄρθρο θὰ ἤθελα νὰ καταθέσω τὴ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτῶν, ὅτι ὄχι μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι, μὲ συνεχεῖς, δυστυχῶς, ὑποχωρήσεις στὴν πίστη, ὄχι μόνο δὲν βοήθησαν τοὺς ἀδελφούς μας νὰ καταλάβουν τὴν βασικὴ καὶ ὀντολογικῶς ἀληθινὴ καὶ ἀμετάκλητη Χριστολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς Δ΄ καὶ ΣΤ΄, ἀλλὰ καὶ τῆς συνόλου Παραδόσεως καὶ ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπορρέει φυσικὰ ἀπὸ τὰ σωτήρια δόγματα, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς ὁδήγησαν στὸ μεγάλο ἀδιέξοδό της λεπτῆς καὶ πολλὲς φορὲς ἀνεπανόρθωτης ἐκ δεξιῶν πλάνης.

Κλείνοντας, θέτω μερικὲς παρατηρήσεις καὶ προβληματισμούς.

1. Μήπως εἶναι τυχαῖο, ὅτι μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἄρνηση τῆς Δ΄ καὶ τῶν λοιπῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων (=ἄρνηση Ὀρθοδοξίας καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ὀρθοπραξίας) σταδιακὰ ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται στὴν Ἀνατολικὴ κυρίως Ἀρμενία13 ὁ ἀσκητικὸς καὶ κυρίως ὁ ἡσυχαστικὸς μοναχισμός, ποὺ ἔχει σκοπὸ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ θέωση, ὅπως παρατηροῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ὀργανωμένης Μοναχικῆς Πολιτείας (Δ΄ α.) ἕως καὶ σήμερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία;

Σημειωτέον ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ἀρμενία, σχεδὸν πάντοτε μετὰ τὴν ἅλωση τῆς βασιλείας τῶν Bagratouni (885-1045), ἐξ’ ὁλοκλήρου βρισκόταν ὑπὸ τὸν ἔλεγχο ἀλλοθρήσκων (Ὀθωμανῶν καὶ Περσῶν) ἀπὸ τὴν μία καὶ αὐστηρῶν ἀντιχαλκηδονίων14 μονοφυσιτῶν ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἡ στάση αὐτὴ εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ αὐτὴν τῶν δυτικῶν περιοχῶν τῆς Ἀρμενίας, οἱ ὁποῖες ἄμεσα καὶ ἔμμεσα ἐπικοινωνοῦσαν μὲ τοὺς βυζαντινοὺς καὶ ἔτσι εἴχαμε ὄχι μόνο Ὀρθόδοξες ἐπαρχίες μὲ ἀρμενικὸ πληθυσμὸ κατὰ τὸ πλεῖστον (π.χ. στὴ Θεοδοσούπολη) καὶ μοναστικὲς ἀδελφότητες, ἀλλὰ καὶ ἁγίους ἀρμενικῆς καταγωγῆς (καταγεγραμμένους ἢ μὴ) στὸ ὀρθόδοξο ἑορτολόγιο καὶ στοὺς Συναξαριστὲς, π.χ ὁ Μέγας Εὐθύμιος (20 Ἰαν.). Οἱ ἅγιοι ποὺ δὲν γιορτάζονται ἐπίσημα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἤδη ἦταν στὸ ἀρμενικὸ ἑορτολόγιο, δὲν εἶναι καὶ λίγοι καὶ μάλιστα ἐξέχουσες προσωπικότητες, ὅπως σχεδὸν ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Γρηγορίου Φωτιστῆ, ὅπως οἱ δύο γιοὶ του, ὁ γ. Ἀριστακὲς καὶ ὁ γ. Βροτανὲς μέχρι τὸν γ. Σαχάκ.

2. Ποιὸς ἰσχυρίζεται  ὅτι τὸν 20΄ α. ἐνδιέφερε σοβαρὰ τὴ διοίκηση τῆς Ἀρμενικῆς ‘‘ἐκκλησίας’’, ὁ θεολογικὸς διάλογος, ἐκτὸς ἐλαχίστων μεμονωμένων φωνῶν, ὅπως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Tiran Nersoyan. Προσωπικὰ δὲν τὸν γνώρισα. Γνωρίζω ὅμως ἀπὸ κάποια γραπτά του, ὅτι ἤθελε πολὺ τὴν ἕνωση, βάσει τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος τῶν Δ΄ καὶ ΣΤ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

3. Ποῦ ὑπάρχουν στὴν Ἀρμενικὴ γλώσσα τὰ κείμενα τῶν κοινῶν Δηλώσεων τοῦ διαλόγου γιὰ νὰ ἐνημερωθεῖ ὁ λαὸς γιὰ τὸ σοβαρὸ αὐτὸ θέμα καὶ νὰ πεῖ τὴν γνώμη του; Πρὶν 6-7 χρόνια ἔψαχνα τὰ κείμενα τῶν Δηλώσεων στὰ Ἀρμενικὰ γιὰ νὰ μελετήσω σχετικὰ μὲ τὸ θέμα γιὰ μία πανεπιστημιακή μου ἐργασία καὶ δὲν βρῆκα τίποτε πουθενά (!) ἐνῶ ἡ τελευταία κοινὴ Δήλωση εἶχε γίνει τὸ 1993 στὸ Σαμπεζὺ καὶ ἡ τελευταία ἐπίσημη συνάντηση μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκηδονίων ἔγινε τὸ 1998 στὴ Δαμασκό. Ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐνημερωθεῖ ὁ ἀρμενικὸς λαὸς καὶ ἰδίως οἱ ἐνδιαφερόμενοι;

4. Μήπως εἶναι τυχαῖο, ὅτι σήμερα δὲν ὑπάρχουν στὰ Ἀρμενικὰ οὔτε καν τὰ Πρακτικὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν τριῶν πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Ἢ μήπως εἶναι τυχαῖο ὅτι δίνεται στὶς ἀποφάσεις αὐτὲς μία πολιτικοφιλοσοφικὴ ἑρμηνεία;

5. Μήπως εἶναι πάλι τυχαῖο, ὅτι μὲ τὴν ἄρνηση τῶν Συνόδων ἡ Ἀρμενικὴ ‘‘ἐκκλησία’’ καταντάει μία ἐθνοφυλετικὴ ὁμολογία στὴν ὁποία προστίθενται καινοτομίες ὅπως ἡ χειροτονία καὶ τὸ χρίσμα τοῦ Ἀρμενίου καθολικού15 καὶ ἡ χρήση τοῦ ἀζύμου κατὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας;

6. Μήπως εἶναι τυχαῖο, ὅτι δὲν τελεῖται οὐσιαστικὰ τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας (=ἐξομολόγηση16) καὶ ἔπαψαν αἰῶνες τώρα τὰ κωλύμματα τῆς ἱερωσύνης;

Μποροῦν νὰ προστεθοῦν ἀκόμα πολλὰ «μήπως», ἀλλὰ γιὰ τὴν ὥρα θέλω νὰ σταματήσω ἐδῶ...

Οἱ προσωπικές μου μαρτυρίες (καὶ ὄχι μόνο δικές μου) στὸ μέλλον θὰ καταγραφοῦν πιὸ ἐπιστημονικὰ καὶ μὲ ἀνάλογες παραπομπὲς καὶ σημειώσεις γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ βοηθήσουμε πρῶτα τους συμπατριῶτες μας, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὄντως ψάχνουν κάτι ἀληθινὸ καὶ γνήσιο στὴν πίστη καὶ δὲν εἶναι αὐτοὶ λίγοι, ποὺ ἐπιστρέφουν στὴν Ὀρθοδοξία, κυρίως στὴν Ρωσία καὶ Γεωργία, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους θεολόγους ποὺ ὄντως θέλουν τὴν ἕνωση, νὰ ἀγωνισθοῦν ὑπὲρ μίας ἑνώσεως ἀληθινῆς καὶ ὄχι σύνθεσης μὲ τοὺς Μονοφυσίτες, ὅπως πολὺ ὀρθὰ παρατηροῦν ἀρκετοὶ ὀρθόδοξοι θεολόγοι (π.χ ὁ Παναγιώτης Ι. Μπούμης, Ὁμότ. Καθηγητὴς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν στὸ βιβλίο του «Ἡ ἕνωση (ὄχι σύνθεση) μὲ τοὺς Μονοφυσίτες» ἔκδ. Ἁρμὸς 2007).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Σημειωτέον ὅτι οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ἀρμένιοι ζούσανε πλάϊ-πλάϊ πάνω ἀπὸ 40 αἰῶνες: ἄλλοτε φιλικὰ καὶ ἀδελφικὰ διατεθειμένοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο μὲ συνεργασία, ἀλληλοκατανόηση καὶ ἀλληλοβοήθεια κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ὅπως οἱ Ρωμαῖοι, Πέρσες, Ἄραβες, Μογγόλοι καὶ Τοῦρκοι, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε τὰ ξένα καὶ δικά τους συμφέροντα τοὺς κάνανε ἐχθροὺς εἴτε σὲ πολιτικὸ ἐπίπεδο στὴν ἀρχαιότητα, εἴτε σὲ πολιτικὸ-ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο κυρίως στὸ Βυζάντιο μετὰ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας εἴτε σὲ πολιτικὸ-ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο κυρίως στὸ Βυζάντιο μετὰ τὴν Δ΄  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας.

2. Ὁ Γρηγόριος ἤδη εἶχε βαπτισθεῖ στὴν Καισάρεια ἀπὸ μικρὴ ἡλικία. Στὸ παλάτι τοῦ Ἀρμενίου βασιλιᾶ Τιριδάτη εἶχε σπουδαία θέση, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν χριστιανός.

3. Καὶ σήμερα ὑπάρχει τὸ πηγάδι αὐτὸ ὡς τόπο πιὰ προσευχῆς καὶ προσκύνησης, ἁγιασμένο μὲ τὸν ἀγώνα τοῦ ἄγ. Γρηγορίου.   

4. Δὲν θὰ μιλήσω ἐδῶ γιὰ τὶς ἀρνητικὲς πλευρὲς αὐτῆς τῆς πράξεως γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες (ἀνάμιξη τοῦ κράτους στὰ ἐσωτερικὰ καὶ δογματικὰ ἀκόμα ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας πολλὲς φορὲς μὲ ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία) μὲ τὰ δικά μας κριτήρια σήμερα. Τότε τέτοιες πράξεις θεωροῦνταν μία νίκη τῆς Ἐκκλησίας κ.τ.λ.

5. Σημειωτέον, ὅτι στὸ Βυζάντιο μόνο στὸ τέλος τοῦ Δ΄ αἵ. ὁ Χριστιανισμὸς κηρύχτηκε ὡς ἐπίσημη θρησκεία τοῦ κράτους ἐπὶ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου. Ἐνῶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μὲ τὸ γνωστὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313) ἀναγνωρίζει τὸν Χριστιανισμὸ ὡς μία ἀπὸ τὶς θρησκεῖες τῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ (ἀνεξιθρησκία).

6. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι μὲ τὸ πρῶτο γράμμα τοῦ ἀρμενικοῦ ἀλφαβήτου ἀρχίζει ἡ λέξη Astvadz(=Θεὸς) καὶ μὲ τὸ τελευταῖο ἡ λέξη Qristos (=Χριστός).

7. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ τῶν Περσῶν εἶχε βασικὸ στόχο μέσω τῆς ἐπιβαλλόμενης θρησκείας νὰ ἀποκόψουν τὴν Ἀρμενία ἀπὸ τὴν Δύση, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ ἔτσι νὰ ἔχουν ἕνα πολὺ σημαντικὸ σύμμαχο ἐναντίον τῶν βυζαντινῶν.

8. Τὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου ἀποδεικνύουν τὸ ἀντίθετο. Ἀρκετοὶ ἐπίσκοποί της Βυζαντινῆς κυρίως Ἀρμενίας ἔχουν ὑπογράψει κάτω ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου. Καὶ ἐπιπλέον στὸ διάστημα τῆς Συνόδου βρίσκονται στὴν Κωνσταντινούπολη ἀρκετοὶ καὶ σπουδαῖοι μαθητὲς τοῦ γ. Mesrop, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ πατέρας τῆς Ἀρμενικῆς ἱστοριογραφίας, μετέπειτα ἐπίσκοπος καὶ ὑπερασπιστὴς τῆς Χαλκηδόνας ὁ ἅγιος Movses Xorenaci.

9. Κάποιοι ὑποστηρίζουν, ὅτι στὴ πρώτη σύνοδο τοῦ Ντβὶν (506) ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀρμενίας μὲ τὶς Ἐκκλησίες ἀκόμα τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Ἀλβανίας τοῦ Καυκάσου πῆραν μία ἀντιχαλκηδόνια στάση, ἀλλὰ δὲν φαίνονται ἐκεῖ καθαρὰ τὰ πράγματα, ἂν ὄντως καταδίκασαν τὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας καὶ τὸν περίφημο Τόμο τοῦ Πάπα Λέοντα.

10. Στὸ ἑξῆς θὰ χρησιμοποιήσω τὴν λέξη Ἐκκλησία ἐντὸς εἰσαγωγικῶν καὶ μικρογράμματη γραφή, ἀναφερόμενος στὸ σύνολο τῶν Ἀρμενίων ὡς μονοφυσιτῶν πιά, ἐπειδὴ μὲ τὴν ἄρνηση τῆς Δ΄  Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
11. Εἶναι γνωστό, ὅτι ἢ φράση αὐτὴ δὲν ἦταν ἀρχικά του Κυρίλλου, ἀλλὰ ἀποδίδεται στὸν Ἀπολλιναριο Λαοδικείας, ὁ ὁποῖος ἑρμήνευε αἱρετικὰ τὰ λόγια αὐτά.

12. Ὅτι δηλαδὴ οἱ Πέρσες καὶ ἀργότερα οἱ Ἄραβες προσπαθοῦσαν συνεχῶς νὰ κρατήσουν μακριά τους Ἀρμενίους ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἕνωση μὲ τὸ Βυζάντιο.

13. Ἡ ἱστορικὴ Ἀνατολικὴ Ἀρμενία περιέλαβε ὅλη τὴν σημερινὴ Δημοκρατία τῆς Ἀρμενίας σὺν τὸ Ναγκόρνο (=ὀρεινὸ) Καραμπάχ, τὸ Ναχιτζεβᾶν (βρίσκεται σήμερα στὴν ἔκταση τοῦ Ἀζερμπαϊτζᾶν), ἕνα κομμάτι τοῦ σημερινοῦ βορείου Ἰρᾶν καὶ ἄμεσες περιοχὲς γύρω ἀπὸ τὸ ρος Ἀραράτ.

14. Πολλὲς φορὲς ἡ ἀπόκλισή τους ἀπὸ τὸν μετριοπαθῆ μονοφυσιτισμὸ σὲ ἀκραῖες ἐκφάνσεις καὶ ἑρμηνεῖες τοῦ (=Εὐτυχιανισμὸς) ἀνάγκαζε τὴν ἐπέμβαση τῆς ἐπίσημης Ἀρμενικῆς «ἐκκλησίας».

15. Συνήθως ἐκλέγεται ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους. Τὸν ἐκλεγμένο ἤδη ἐπίσκοπο καθολικὸ οἱ Ἀρμένιοι τὸν χειροτονοῦν καὶ χρίουν.  

16. Οἱ Ἀρμένιοι ἀπὸ τὸν 15ο α. στὴν ἐξομολόγηση, ποῦ γίνεται ὁμαδικά, χρησιμοποιοῦν ἕνα κείμενο, στὸ ὁποῖο καταγράφονται (ἴσως;) ὅλες οἱ ἁμαρτίες καὶ πρέπει ὅλοι νὰ τὶς ἀκούσουν καὶ στὸ τέλος κάθε παραγράφου νὰ ποῦνε «ἥμαρτον».

Περιοδ. . Ν. γ. Νικολάου, Πευκακίων-θηνν, «Ἐνοριακὴ Εὐλογία»,
Τεῦχος Ἰουνίου-Ἰουλίου Ἀριθμ. Τεύχους 108-109.

 http://www.egolpion.com/armenioi_monofusites.el.aspx

Γιά το ίδιο θέμα δείτε και το παρακάτω: :
http://www.oodegr.com/oode/thriskies/monofysites/den_einai_orthodoksoi_1.htm


 Γ
Γ

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Τό κατά Γιανναρᾶ εὐαγγέλιον. Κριτική στό βιβλίο του: «᾿Ενάντια στή θρησκεία»


Τό κατά Γιανναρᾶ εὐαγγέλιον.
Κριτική στό βιβλίο του: «᾿Ενάντια στή θρησκεία».

Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη,
ἐφημερίου ῾Ιεροῦ Ναοῦ῾Αγ. Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς

  (Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «᾿Ορθόδοξος Τύπος» ἀπό 6-4-07 ἕως 4- 5-07).


Εκπληξη καί θλίψη ἔνιωσα καθώς διάβαζα τό τελευταῖο βιβλίο  τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ «᾿Ενάντια στή θρησκεία» (ἐκδ. ῎Ικαρος, Δεκέμβριος 2006). ῾Ο κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς (ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς κ. Γ.) εἶναι γνωστός ἀπό τό παρελθόν γιά τίς θέσεις του περί προγαμιαίων σχέσεων -θέσεις ἀντίθετες μέ τή διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας μας-, καθώς καί μέ τίς μειωτικές θέσεις του γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἁγ. Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, θέσεις οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀντικρουσθεῖ δημοσίως ἀπό ἔγκριτα πρόσωπα.
Στό ὡς ἄνω βιβλίο ὁ κ. Γ. θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τούς πάντες καί τά πάντα. Τά βάζει μέ τούς ῾Ιερούς Κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας μας, τήν ῾Ιερά της Παράδοση, τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας καί τά πατερικά κείμενα, τούς ὀρθόδοξους κληρικούς, τήν ῾Αγία Γραφή, τό πλήρωμα τῆς ᾿Εκκλησίας γιά δῆθεν δαιμονοποίηση τῆς σεξουαλικότητας, ἀκόμα καί μέ τή Φιλοκαλία.
῾Ο κ. Γ. δέν διστάζει ἀκόμα νά ἐκφέρει καί θέσεις πού ἀγγίζουν τά ὅρια τῆς βλασφημίας. Βλέπει ὅτι τά ῾Ιερά Μυστήρια καταντοῦν  ἱεροπραξίες πού ἀντί γιά χάρη μεταδίδουν ἕνα εἶδος μαγικῆς ἐνέργειας(!). Στρέφεται κατά τοῦ ᾿Αειπαρθένου τῆς Θεοτόκου, ὁμιλεῖ ὑποτιμητικά γιά τή λαϊκή εὐσέβεια, τή θεολογική γλῶσσα τῆς ᾿Εκκλησίας. Χρησιμοποιεῖ τήν Ψυχολογία καί τούς ἐπιμέρους κλάδους της γιά νά καυτηριάσει διάφορα «θρησκευτικά ψυχοπαθολογικά φαινόμενα» καί ἄλλες «ἐξωφρενικές» θέσεις δίνοντάς τους «ἐπιστημονικό γιανναρικό μανδύα» (!)
῾Ο κ. Γ. κινεῖται στό διπολικό σχῆμα θρησκευτικότητα καί ἐκκλησιαστικό γεγονός τά ὁποῖα καί ἀντιδιαστέλλει. ῾Ορίζει ὡς θρησκευτικότητα «καταγωγικά ἔμφυτη ὁρμή, ἀνάγκη ἐνστικτώδη, γι᾿ αὐτό καί ἐξ ὁρισμοῦ ἀτομοκεντρική». ῾Η θρησκευτικότητα «ἀποτελεῖ γνώρισμα τῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου (χαρακτηρίζει τήν ἀνθρώπινη φύση καθόλου)»  καί «ὡς ἔκφανση τοῦ ἐνστίκτου τῆς αὐτοσυντήρησης, ἡ θρησκευτικότητα  ἀποβλέπει νά θωρακίσει τό ἄτομο ἀπέναντι στήν ἀνασφάλεια καί στίς φοβίες πού γεννάει ἡ ἄγνοια, στόν τρόμο καί στόν πανικό γιά τόν θάνατο. Θωρακίζει ἡ θρησκεία τό ἄτομο μέ μεταφυσικές  "πεποιθήσεις", μέ "ἠθικές" ἀρχές, , μέ σιγουριά γιά αἰώνια παράταση τῆς ὕπαρξής του. Τρέφει τό ὑπερεγώ, προσφέρει αὐτοπεποίθηση, ἡδονική αὐταρέσκεια, ἱεροποιημένο ναρκισσισμό». Καί καταλήγει: «Τό θρησκευτικό ἄτομο εἰδωλοποιεῖ τήν νοητική του ἱκανότητα, λατρεύει τίς δυνατότητες τῆς λογικής».
Στό ἀντίποδα τῆς θρησκευτικότητας βρίσκεται τό "ἐκκλησιαστικό γεγονός", «῾Η πρόσκληση "ἔρχου καὶ ἴδε" (᾿Ιω. α΄, 48). Δηλαδή ἕνα κάλεσμα νά μετάσχει ὁ ἄνθρωπος σέ συγκεκριμένες σχέσεις, σχέσεις κοινωνίας τῆς ζωῆς, σέ κοινό ἄθλημα  ἀτομικῆς τοῦ καθενός αὐθυπέρβασης καί αὐτοπροσφορᾶς. Μέ στόχο ἐκείνη τή γνώση πού προκύπτει ὅταν ἀγαπάει κανείς» (σ. 64). Σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο θά ἀποφανθεῖ: «Γιά τόν μέτοχο τοῦ ἐκκλησιαστικού γεγονότος δέν ὑπάρχουν a priori ἀλήθειες, δοξασίες νοητικά ὑποχρεωτικές, δέν ὑπάρχουν προϋποθετικές ἀρχές (ἐπίσης νοητικά ἐπιβαλλόμενες), κωδικές μέθοδοι ἑρμηνείας, νομικά προκαθορισμένες διατάξεις συμπεριφορᾶς» (σ. 68).
῞Οπως καταλαβαίνουμε, μιά τέτοιου εἴδους "γιανναρική ἑρμηνεία" τοῦ ἐκκλησιαστικού γεγονότος ἀνοίγει τίς πύλες γιά τήν κατάργηση κάθε εἴδους φραγμῶν, εἴτε "δόγματα" εἶναι αὐτά, εἴτε "ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων", εἴτε "ἐντολές τῆς  "Αγίας Γραφῆς", εἴτε "πατερικές παρακαταθῆκες", εἴτε "ἐπιταγές τῆς ᾿Ιερᾶς Παραδόσεως". ῞Ολα αὐτά ἔχουν ἕνα χαρακτῆρα νομικισμοῦ, "θωρακίζουν τό ἐγώ μέ  βεβαιότητες" καί ὁδηγοῦν σέ "δογματική νοησιαρχία"  (σ. 99)(!) Κατά τον κ.Γ. εἶναι κάποιος "χριστιανός" ἐπειδή «μετέχει στό ἐκκλησιαστικό γεγονός ὡς μέλος συγκεκριμένου εὐχαριστιακοῦ σώματος» καί ὄχι «ἐπειδή ἀτομικά "πιστεύει" στά δόγματα τοῦ "Χριστιανισμοῦ" καί στίς ἠθικές ἐντολές του –οἱ "χριστιανικές ἀρχές" εἶναι ἀτομικές του πεποιθήσεις» (σ. 100). ῞Ολο τό βιβλίο τοῦ κ. Γ. οἰκοδομεῖται στό αὐθαίρετο σχῆμα θρησκευτικότητα-ἐκκλησιαστικό γεγονός, σχῆμα πού τοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά ἐκφέρει ἕνα πρωτοφανές σύστημα ἰδεῶν, ἐντελῶς ξένων ἀπό τήν καινοδιαθηκική καί πατερική θεολογία καί ἀπό τή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας.
῾Ο κ. Γ. εἶναι κάτι μεταξύ θεολογοῦντος φιλοσόφου καί φιλοσοφοῦντος θεολόγου.  Χρησιμοποιεῖ ἕναν θελκτικό λόγο, σέ πολλά σημεῖα κρυπτογραφικό καί δίσημο καί  ἔχει καταφέρει γιά ἀρκετές δεκαετίες νά θαυμάζεται ἀπό πολλούς ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ "ἐκκλησιαστικά περιβάλλοντα" ἀρεσκόμενα σέ τέτοιου εἴδους κουλτουριάρικες διατυπώσεις τοῦ "ἐκκλησιαστικού γεγονότος". Στόν κύκλο του ἀνήκουν νεωτερίζοντες κληρικοί, φιλοσοφοῦντες θεολόγοι, μορφωμένοι ἄνθρωποι μέ ὑπερβατικές ἀναζητήσεις καί "ἀνοικτό πνεῦμα", ἀκόμη  καί νέοι, πού δυστυχῶς ἐπηρεάζονται ἀπό τίς περί ἠθικῆς ἀπόψεις του. Στό κύκλο του δέν ἀνήκουν ἁπλοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, πού εὐτυχῶς γι᾿  αὐτούς, δέν τόν καταλαβαίνουν.
Γιά νά ποῦμε καί τοῦ στραβοῦ τό δίκιο, κατά καιρούς ἔχει ἐκφράσει καί πολύ σωστές θέσεις-ὅπως π.χ. στό θέμα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας-, πού ὅμως ἀκυρώνονται καί χάνονται μέσα ἀπό τίς ἀπαράδεκτες θέσεις πού ἐκφράζει στό συγγραφικό του ἔργο. Στή συνέχεια θά δοῦμε καί θά σχολιάσουμε ὁρισμένες  ἀπαράδεκτες θέσεις πού ἀναφέρονται στο βιβλίο του Κατά τῆς θρησκείας.
Οἱ ῾Ι. Κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας στό στόχαστρο.  ᾿Ενοχλεῖ τόν κ. Γ. ἡ "ραγδαία αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Κανόνων πού ἀναφέρονται σέ γενικές  περιπτώσεις ἀτομικῶν ἁμαρτημάτων» (σ. 114). Κατηγορεῖ τούς Κανόνες ὡς "ἄσχετους μέ τό εὐ-αγγέλιο τῆς ᾿Εκκλησίας, σχετικούς μᾶλλον μέ ἀκρότητες θρησκευτικοῦ πουριτανισμοῦ".
᾿Αφοῦ ἀναφερθεῖ εἰρωνικά σέ ὁρισμένους ἄσχετους κατ᾿ αὐτόν Κανόνες, κριτικάρει ἀφ᾿ ὑψηλοῦ τούς ῾Ιερούς Κανόνες καί ἀποφθέγγεται σαρκαστικά: «Βρίθουν οἱ Κανόνες ἀπό τίς πιό ἀπίθανες διαστροφές, ἐξιδιασμένες ἐπινοήσεις ἀσελγημάτων-ποικιλότροπα ἐφευρήματα κτηνοβασίας, αἱμομιξίας, ὁμοφυλοφιλίας, αὐνανισμοῦ. ᾿Επεκτείνονται καί σέ εὐρύτατο πεδίο κοινωνικῶν ἐγκλημάτων:τοκογλυφίας, ἐπιορκίας, τυμβωρυχίας, κλοπῆς. Θεσμοποιοῦν ἀπαιτήσεις ἄμεμπτης κοινωνικῆς διαγωγῆς, κυρίως τῶν κληρικῶν, ἀντικειμενοποιοῦν καί ἐκνομίζουν προϋποθέσεις ἐγκυρότητας μυστηρίων, ἰδιαίτερα τοῦ γάμου, ἐπιμένουν σέ λεπτομερῆ προγραμματισμό τῶν σεξουαλικῶν σχέσεων τῶν συζύγων» (σ. 115).
Μᾶς κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὁ σκανδαλισμός του γιά θέματα σχετικά μέ τή σεξουαλικότητα, ὅπως θά φανεῖ καί παρακάτω, γεγονός πού ὑποδηλώνει ἄτομο μέ ἔντονα καταπιεσμένες τραυματικές ἐμπειρίες-ὅπως ὁ ἴδιος ἔχει γραπτῶς διακηρύξει-, τίς ὁποῖες δέν ξεπέρασε καί τίς βγάζει στά κείμενά του μέ μιά ἀπροκάλυπτη ἐπιθετικότητα. Σκανδαλίζεται ἐπίσης ὁ κ. Γ. μέ Κανόνες «πού ἀπαιτοῦν τήν ἀποχή ἀπό τή συζυγική σχέση πρίν καί μετά τή θεία κοινωνία. ᾿Αρνοῦνται τήν ἱερωσύνη σέ ὅποιον ὑπέστη στή παιδική του ἡλικία βιασμό. Τήν ἀρνοῦνται καί σέ ὅποιον εἶχε σχέση ἐρωτική  ἐξώγαμη, ἔστω κι ἄν ἔζησε μετάνοια πού τόν ὁδήγησε σέ χάρισμα θαυμάτων, ἀκόμα καί ἀνάστασης νεκρῶν» (σ. 116). ῾Ο χαρακτηρισμός μάλιστα ὁρισμένων κανόνων γιά «τόν παράλογα στυγνό ἠθικισμό τους» (σ. 211) μᾶς ἀφήνει ἄναυδους: πῶς μπορεῖ ἕνα,  ὑποτίθεται μέλος τῆς ὀρθόδοξης ᾿Εκκλησίας,  νά ἐκφράζει τόσο ἔντονα τόν ἀποτροπιασμό του γιά τούς ῾Ιερούς Κανόνες, πού ἡ ἴδια ἡ ᾿Εκκλησία θέσπισε κι ἔχουν οἰκουμενικό κῦρος;
Οἱ ῾Ιεροί Κανόνες «βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο τῆς πτώσεως νά μένει σέ ἑνότητα καί ἁρμονική σχέση μέ τούς ἀδελφούς του στήν ᾿Εκκλησία, δέν τόν στεροῦν ἀπό τήν ἐλευθερία του, ἀλλά τόν βοηθοῦν νά τήν βιώσει. ῾Υποδεικνύουν στόν πιστό τά ὅρια τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐκτός τῶν ὁποίων ὑπάρχει τό χάος. Ρυθμίζουν τίς  μεταξύ τῶν διαφόρων χαρισματούχων λειτουργῶν καί τάξεων αὐτῆς σχέσεις, ὥστε πάντες νά ἐργάζονται ἁρμονικά  διά τήν αὔξηση τοῦ ἑνός σώματος τοῦ Χριστοῦ» ( ᾿Αρχ. Γεωργ. Καψάνη, ῾Η ποιμαντική διακονία κατά τούς ῾Ιερούς Κανόνας, ἐκδ. ῎Αθως, Πειραιεύς 1976, σελ. 74, 75, σέ ἐλεύθερη ἀπόδοση). Τά διάφορα ἐπιτίμια ἔχουν θεραπευτικό χαρακτῆρα γιά τόν πληγωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο, ὅπως τά ὑποστηρίγματα πού τίθενται στά νεαρά φυτά γιά ἕνα χρονικό διάστημα, ὥσπου νά δέσει τό δένδρο καί νά μπορεῖ νά σταθεῖ ὄρθιο ἀπό μόνο του. ᾿Εναπόκειται στούς διακριτικούς πνευματικούς τό πῶς θά τά χρησιμοποιήσουν, λαμβάνοντας σέ κάθε περίπτωση ὑπ᾿ ὄψη τους τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῶν διαφόρων προσώπων (ἐξατομικευμένη ποιμαντική). ᾿Ακραῖες περιπτώσεις ἐλαχίστων ἀδιάκριτων πνευματικῶν δέν μπορεῖ νά λαμβάνονται ὡς κανόνας πού χαρακτηρίζει τό σύνολο.
᾿Αμφισβητεῖται ἡ ῾Ιερά Παράδοση. Ο κ. Γ. θεωρεῖ ὅτι ἡ ῾Ι. Παράδοση ἀντικειμενοποιεῖται «σάν δεύτερη (μαζί μέ τήν ῾Αγία Γραφή) πηγή "ἀλαθήτου" (σ. 90). Θεωρεῖ ὅτι «ἡ εἰδωλοποιήση τοῦ παρελθόντος ὁρίζει τή μόνη "ὀρθή δόξα", τήν ὀρθοδοξία. Οἱ γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι εἶναι ἀξιόμισθοι "ὑπερασπιστές", "φύλακες", "φρουροί" τῆς Παράδοσης». Καί καταλήγει: «῎Ετσι, ὅσο θρησκειοποιεῖται βαθμιαῖα τό ἐκκλησιαστικό γεγονός, ἐπιβάλλεται καί θεσμικά ἡ Παράδοση σάν πηγή τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας καί πίστης» (σ. 172). ῾Η προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. β΄, 15) μέ τήν ὁποία ἡ ῾Ι. Παράδοση χαρακτηρίζεται ὡς ἰσόκυρος καί ἰσοστάσιος πρός τήν ῾Αγ. Γραφή πηγή τῆς χριστιανικῆς πίστεως δέν φαίνεται νά συγκινεῖ τόν κ. Γ.
῾Ο Καθηγητής κ. Νικ. Μητσόπουλος θέτει τά πράγματα στή σωστή τους βάση: «῾Η ῾Ιερά παράδοσις ἑρμηνεύει καί συμπληρώνει τήν ῾Αγίαν Γραφήν. ῾Ο ἑρμηνευτικός χαρακτήρ τῆς ῾Ιερᾶς Παραδόσεως συνίσταται εἰς τήν ἐπεξήγησιν τῶν δυσχερῶν χωρίων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί γενικῶς τήν προσφοράν εἰς τούς πιστούς-μέλη τῆς  ᾿Εκκλησίας τοῦ ἀναγκαίου φωτός πρός διακρίβωσιν καί κατανόησιν τοῦ περιεχομένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς» (Θέματα ᾿Ορθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, σελ. 30, Ἀθήνα 1984).
῾Ο κ. Γ. χαρακτηρίζει -ὅπως καί ἄλλοι- τήν ἀγάπη καί ἐμμονή τῶν πιστῶν στήν παράδοση ὡς φονταμενταλισμό, προσδίδοντας μειωτικούς χαρακτηρισμούς σέ κληρικούς καί λαϊκούς. ᾿Επιτέλους, μέσα στήν ᾿Εκκλησία μας δέν κάνουμε ὅ, τι μᾶς κατέβη. ῾Υπάρχουν ὅρια τά ὁποῖα ἔθεσαν οἱ Πατέρες μας, ὅρια σεβαστά καί ἀπαρασάλευτα. ῾Η περίεργη ἐμμονή μερικῶν στόν ἀρχέγονο χριστιανισμό καί ἡ παράλληλη ἀκύρωση τῆς πατερικῆς παραδόσεως θυμίζει Προτεσταντισμό. Γιά ἐμᾶς πρότυπα βίου καί διδαχῆς εἶναι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ὄχι οἱ «οἱ μεγάλοι ἐπιστήμονες τοῦ προτεσταντικοῦ χώρου» (!) τούς ὁποίους ἐκθειάζει ὁ κ. Γ. (σ. 137). Σύμφωνα μέ τόν πατρολόγο καθηγητή κ. Στυλ. Παπαδόπουλο: «Οἱ Πατέρες δημιούργησαν ὡς ἐμπνευσμένοι διαμορφωτές τή θεολογία, τό φρόνημα καί τό ἦθος τῆς ᾿Εκκλησίας καί τοῦ Χριστιανισμοῦ» (Πατρολογία Α, σελ. 69, ἔκδ. Β΄, ᾿Αθήνα 1982).
Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας βρίσκονται διαρκῶς στό στόχαστρο τοῦ κ. Γ. :  «Τό "κριτήριον ἀληθείας" εἶναι ἀντικειμενοποιημένο: εἶναι τά κείμενα τῶν Πατέρων, κάθε παραμικρή φράση  ἀπό αὐτά τά κείμενα, ἔστω καί ἀποσπασμένη ἀπό τό νοηματικό της πλαίσιο. Εἶναι τό λειτουργικό τυπικό ἀκριβῶς ὅπως τό συγκρότησαν οἱ Πατέρες. Εἶναι οἱ Κανόνες πού συνέταξαν οἱ Πατέρες....» (σ. 267). Παντοῦ χύνεται τό δηλητήριο, ἡ ρετσινιά, ἡ ἀμφισβήτηση. Σάν τήν σουπιά πού χύνει τό μελάνι καί θολώνει τό νερό. ῞Ολα μιά θολούρα, ἕνα μπέρδεμα. ῎Αρα τό μόνο κριτήριο ἀληθείας πού ἀπομένει -ἀφοῦ ἔχουμε γκρεμίσει ὅλα τά ἄλλα- εἶναι τό κριτήριο τοῦ κ. Γ.
Τά πατερικά κείμενα ἔχουν γιά μᾶς μεγίστη ἀξία καί δέν τά ἀπομονώνουμε ἀπό τούς δημιουργούς τους, τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς ᾿Εκκλησίας μας. ᾿Εν προκειμένω εἶναι πολύ διαφωτιστικά καί ὅσα μᾶς λέγει ὁ καθηγητής κ. Στυλ. Παπαδόπουλος: «Πατήρ καί Διδάσκαλος τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ὁ φορέας τῆς Παραδόσεως καί τοῦ ἤθους τῆς ᾿Εκκλησίας, πού ἐξ ἀφορμῆς μεγάλης θεολογικῆς κρίσεως φωτίζεται ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα καί ἐκφράζει θεολογικά εὐρύτερη ἐμπειρία τῆς ἀληθείας, μέ ἀποτέλεσμα νά συμβάλει ἀποφασιστικά στήν ἀντιμετώπιση τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στήν ἀλήθεια καί ἄρα στή σωτηρία» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 77).
᾿Αντικληρικό πνεῦμα. ᾿Από τήν "κρισάρα" τοῦ κ. Γ. περνοῦν ὅλοι οἱ κληρικοί, ἐπίσκοποι καί πρεσβύτεροι, πνευματικοί καί μοναχοί. Οἱ ἐπίσκοποι στήν πρώτη γραμμή: «῾Η  "ἀρχιερατική" συμπεριφορά τοῦ ἐπισκόπου διαστρέφει τήν εὐχαριστιακή πραγματικότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος σέ θρησκευτικό θέαμα καί ἀκρόαμα, συναισθηματικά καταναλώσιμη ἀτομική ἱκανοποίηση  ἄσχετη μέ τήν ἀλλαγή τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως» (σ. 166).  Πάλι τό ἴδιο μοτίβο. ᾿Απολυτοποιοῦνται μεμονωμένα παραδείγματα καί τακτικές καί κατηγοροῦνται συλλήβδην ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι. ῾Ορισμένες φορές φτάνει σέ ἐξωφρενικές παρερμηνεῖες: (ὁ ἐπίσκοπος) «πολυχρονίζεται κατά κόρον ἀπό τούς χορούς τῶν ψαλτῶν (μέ τήν αὐτοκρατορική ἐπευφημία: "εἰς πολλὰ ἔτη δέσποτα") καί θυμιάζεται ὡς εἰδωλικό ξόανο ἀπό τούς διακόνους» (σ. 164, 165). ῞Οπως ξέρουμε, ὁ ἐπίσκοπος εἶναι "εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ", ἑπομένως,  κάθε τιμή πού ἀποδίδεται εἰς αὐτόν δέν ἀναφέρεται στό συγκεκριμένο  πρόσωπο, ἀλλά "ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει", δηλαδή στόν Δεσπότη Χριστό. ῎Αρα ἡ ἔκφραση "εἰδωλικό ξόανο" εἶναι, τό λιγότερο, πού μποροῦμε νά ποῦμε,  ἀτυχής .
Τόν ἐνοχλοῦν οἱ βαρύτιμες στολές τῶν ἀρχιερέων πού μοιάζουν μέ αὐτές «βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων ἤ μεσαιωνικῶν βασιλέων». Παρατηρεῖ (στούς ἐπισκόπους): «χρυσά σκῆπτρα, πεποικιλμένες μέ πολύτιμους λίθους μῆτρες καί τιάρες, χρυσοσμάλτινα ἐγκόλπια καί ἐπίστήθιους σταυρούς, ἡγεμονικούς μανδύες μέ μακρά σερνάμενη οὐραία κατάληξη, μεταβάλλουν τούς λειτουργούς σέ ἐξωπραγματικές φιγοῦρες ἄλλοτε πανσθενῶν ἡγεμόνων...» (σ.136). ῾Η περιγραφή γαργαλιστική. ῾Ο στόχος στά ἐξωτερικά σχήματα. Προσωπικά, λίγο μέ ἀπασχολεῖ ἡ μακριά οὐρά τοῦ ἀρχιερατικοῦ μανδύα. ᾿Εκεῖνο πού ἀπαιτῶ καί περιμένω  ἀπό τόν κάθε ἐπίσκοπο εἶναι νά ὀρθοτομεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας, νά μήν κάνει ἐκπτώσεις στήν ὀρθόδοξη πίστη,  νά μήν συμπλέει μέ τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς, νά εἶναι στό πλευρό τῶν ἀδικημένων, νά μήν κάνει ἐπιλεκτική κριτική τῶν κακῶς κειμένων, νά εἶναι ταπεινός ἐσωτερικά.
῎Ας μήν μᾶς διαφεύγει ὅτι οἱ ἐπίσκοποί μας, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ἱερός Χρυσόστομος,  βρίσκονται στήν πρώτη γραμμή τῆς μάχης καί φροντίζουν γιά τίς ὑποθέσεις ὅλων μας. «῾Ο διάβολος ἐξοπλίζεται ἐναντίον τους σφοδρότερα. Γιατί καί στούς πολέμους πρίν ἀπ᾿ ὅλους τούς ἄλλους ἐπιχειρεῖ ὁ ἐχθρός νά καταβάλει τόν στρατηγό» (Ε.Π.Ε. 23, 80).  ῞Ολοι θυμόμαστε τούς τηλεοπτικούς εἰσαγγελεῖς, πού πρίν λίγο καιρό ἔβαλαν κατά τῶν ἐπισκόπων μέ δῆθεν σκοπό τους τήν κάθαρση. Ἡ ζημιά πού προξένησαν στίς ψυχές τῶν πιστῶν ἦταν τεράστια, ὅπως ὅλοι μας τό ἔχουμε διαπιστώσει. Οἱ δημοσιογράφοι συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα χτύπησαν ὄχι τά πρόσωπα, ἀλλά τόν θεσμό. ῾Επομένως, ὁποιαδήποτε  κριτική πού δέν τήν χαρακτηρίζει ἡ ἀγωνία καί ὁ πόνος γιά τήν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καταντᾶ ἐπιζήμια καί δίνει εὔκολη τροφή στά στόματα τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν πού καραδοκοῦν. 
Τόν ἐνοχλεῖ τόν κ. Γ. καί ἡ ἐξωτερική περιβολή τοῦ κληρικοῦ, ἡ "ἄθικτη τριχοφυΐα", "τό περσικό ἀντερί", "ὁ φαρδομάνικος τουρκικός τσουμπές", πού τά βλέπει νά «λειτουργοῦν ὡς στολή ἐξουσιαστικοῦ λειτουργήματος», ὅτι ἔχουν χάσει τόν ἀρχετυπικό τους συμβολισμό τῆς ἀφιέρωσης καί ἀποτελοῦν συντήρηση ἑνός νεκροῦ τύπου «πού καλύπτει ἀνάγκες ἄλλες, ψυχολογικές, ὁρμέμφυτες» (σ. 180, 181). ᾿Ακολουθεῖ προφανῶς ὁ κ. Γ. τή γραμμή νεωτεριστῶν κληρικῶν, πού θά ἤθελαν τόν κληρικό "γαμπρό εὐρωπαϊκοῦ τύπου", πού θά παντρεύεται γιά δεύτερη φορά, ἄν χηρέψει ἤ πάρει διαζύγιο, μέ ὅλα "τά ἀξεσουάρ" ἑνός ὑποψήφιου γαμπροῦ.
Τό δογματικό ὑπόβαθρο μᾶς τό παρέχει ὁ κ. Γ. : «Ἡ ἀπαγόρευση δευτέρου γάμου σέ κληρικούς πού χήρεψαν ἀποτελεῖ προκλητικό δεῖγμα δαιμονοποίησης τῆς σεξουαλικότητας μέσα στίς "ὀρθόδοξες" ἐκκλησίες». (σ. 201, 202). Τήν πλέον ἀποστομωτική  ἀπάντηση στόν κ. Γ. τήν δίνει ὁ ᾿Αρχ. π. Σαράντης Σαράντος, τόσο μέ τήν ἀρθρογραφία του ἐπί τοῦ θέματος,  ὅσο καί μέ τή μαρτυρική ζωή του. 
῞Οσον ἀφορᾶ στό θέμα τῆς ἐνδυμασίας τῶν κληρικῶν, θέμα πού κατά καιρούς ἀνακινοῦν ὁρισμένοι "γνωστοί ἄγνωστοι",  οἱ ὁποῖοι  θέλουν μέ τό στανιό νά μᾶς ἀπογυμνώσουν ἀπό τό ὀρθόδοξο μαρτυρικό  ράσο μας, θά ἤθελα νά ὑπενθυμίσω στόν κ. Γ. τά λόγια τοῦ ἁγ. Νεκταρίου στόν νεαρό τότε ῎Αγγελο Νησιώτη, ὅταν προσῆλθε νά φοιτήσει στήν Ριζάρειο Σχολή: «Σέ ἐξορκίζω εἰς τόν Ριζάρην, τά ράσα πού θά φορέσῃς ἐδῶ, δέν θά τά βγάλῃς  εἰς ὅλην σου τήν ζωήν».  ᾿Ακόμα καί ὁ Φώτης Κόντογλου, πού τόν ἀναφέρει ὁ κ. Γ. μέ θαυμασμό στό βιβλίο του, εἶχε γράψει χαρακτηριστικά: ῾Οπότε τυχαίνει νά συναπαντήσω κανένα παπᾶ...στέκουμαι καί τόν θαυμάζω γιά τή μεγαλοπρέπειά του, γιά τό ἐπιβάλλον καί μαζί γιά τή σεμνότητα πού ἔχει ἡ ὄψη του, καί γιά τήν ἐμπιστοσύνη πού δίνει τό παρουσιαστικό καί ἡ ἀμφίεσή του. ῾Ιερό πρόσωπο!... Ἄς ρωτήσουνε τούς ξενητεμένους ῞Ελληνες τί χαρά καί τί κατάνυξη νιώθουνε ὅταν ἀντικρύσουν, στίς χῶρες πού ζοῦν, κάποιο ἱερέα μας μέ γένεια καί  μέ ράσο». ᾿Από προσωπική μου ἐμπειρία θά ἤθελα νά ἀναφέρω τόν θαυμασμό πού δείχνουν τά μικρά παιδιά ὅταν ἀντικρύσουν κάποιον ἱερέα μέ γένεια, ράσο καί καλυμαύχι: «Μαμά, ὁ Χριστούλης», ἀναφωνοῦν μέ τήν παιδική τους ἁπλότητα. "᾿Εκ στόματος νηπίων" διδασκόμαστε τόν ἀναγωγικό χαρακτῆρα τῶν συμβόλων: ὁ ἱερέας μέ τήν ὅλη του περιβολή καί διαγωγή ἀνάγει τούς πιστούς ἐπί τό πρωτότυπον, τόν ἴδιο τόν Χριστό.
Γι΄ αὐτό καί  δέκα ὀκτώ πρεσβυτέρες, ἀποφασισμένες γιά ὅλα, δηλώνουν ἐπιγραμματικά: «᾿Εμεῖς, συστοιχοῦσες στούς ἱερεῖς συζύγους μας, ἐπ᾿ οὐδενί θά θέλαμε νά ἀφαιρέσουν ἔστω καί ἕνα ἀπό ὅσα συναποτελοῦν τήν ἱερατική τους ἀμφίεση, ἀκόμη κι ἄν ὑποστοῦμε διώξεις καί ταλαιπωρίες» ( Γιά περισσότερα δές: «Τό ράσο τοῦ ἱερέως καί ἡ σημασία του», κείμενο ὑπογεγραμμένο ἀπό δέκα ὀκτώ πρεσβυτέρες,  Περ. Θεοδρομία, ᾿Ιανουάριος- Σεπτέμβριος 2002, τεύχη 1-3,  σελ. -308-313). 
Τόν ἐνοχλεῖ τόν κ. Γ. πού  ὁρισμένοι «εἰδωλοποιοῦν» -πάντα κατ᾿  αὐτόν-τήν  Παράδοση, πού βασανίζονται (κλῆρος καί λαός) ἀπό τήν ἐμμονή τους σέ λεπτομέρειες, πού σέ "ὀρθόδοξα περιβάλλοντα" οἱ λεπτομέρειες αὐτές «λειτουργοῦν ὡς κανονιστική ἀπαίτηση "γνησιότητας", ἀφορμή γιά τήν ἄσκηση ἐλέγχου ἤ τρομοκρατίας τῶν πολλῶν ἀπό κάποιους σαβοναρολικούς ὑπερασπιστές τῆς "παράδοσης"» (σ. 180). Δέν ξέρω ποιούς ὑπονοεῖ μέ αὐτούς τούς κολακευτικούς χαρακτηρισμούς ὁ κ.  Γ., ἀλλά μοῦ κάνει ἐντύπωση πῶς αὐτός ὁ ὑπερασπιστής τῆς σκέψεως καί τοῦ κριτικοῦ λόγου, δέν ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα ἔκφρασης καί ἀσκήσεως ἐλέγχου σέ μιά δημοκρατική ᾿Εκκλησία, ὅπως εἶναι ἡ ᾿Ορθόδοξη. Εὐτυχῶς, ἡ στυγνή ἀπολυταρχία χαρακτηρίζει ἄλλα θρησκευτικά περιβάλλοντα, ὄχι ὅμως καί τόν ὀρθόδοξο χῶρο.
῞Οσο γιά αὐτό τό :"τρομοκρατία τῶν πολλῶν" μοῦ θυμίζει ὁρολογία ἀπό τόν χῶρο τῆς πολιτικῆς καί καλό θά ἦταν νά μᾶς πεῖ ποιοί τρομοκρατοῦν καί  ποιούς. ῎Αν ἐννοεῖ ὅτι ὁποιοσδήποτε μπορεῖ νά λέει ὁτιδήποτε,  χωρίς  δημόσιο ἔλεγχο,  τότε θά πρέπει νά ἀλλάξει τόν τίτλο τῆς ραδιοφωνικῆς ἐκπομπῆς του ἀπό: «᾿Ασκήσεις κριτικῆς σκέψης» σέ: «᾿Ασκήσεις ἐλεγχόμενης σκέψης».
᾿Εμμονή στή σεξουαλικότητα. Τό θέμα "σεξουαλικότητα"  καλύπτει ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Γ. Τό ἀνάγει σέ θέμα ὕψιστης σημασίας. Μᾶς ὁμιλεῖ γιά «γενιές ὁλόκληρες παγιδευμένες ἀθέλητα στόν βασανισμό τοῦ νομικισμοῦ, , στήν ἀναπηρία τοῦ ἀνέραστου βίου», γιά «γενιές πού ταύτισαν τόν ἔρωτα μέ τόν τρόμο τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀρετή μέ τήν ἀπέχθεια γιά τό ἴδιο τους τό σῶμα,...» (σ. 117, 118). ᾿Αφιερώνει ὁλόκληρο κεφάλαιο μέ τίτλο: "Δαιμονοποίηση τῆς σεξουαλικότητας". Κάνει στατιστικές καί οἱ μετρήσεις του δείχνουν: «μεγάλο ἀριθμό ἐγγάμων ὀρθόδόξων Χριστιανῶν πού, ἐνῶ θέλουν καί ἀγωνίζονται νά ζήσουν μέ τόν τρόπο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἄθλησης, βασανίζονται σαδιστικά καί ἀπάνθρωπα ἀπό "ποιμένες" ἐξομολόγους συνεπεῖς στή δαιμονοποιήση τῆς σεξουαλικότητας» (σ. 197, 198). Στή συνέχεια,  μᾶς λέει ὅτι αὐτοί οἱ ποιμένες-ἐξομολόγοι, πού φορτώνουν ἐκβιαστικά τόν ψυχισμό τῶν ἐξομολογουμένων μέ "τρομακτικές ἐνοχές",  ἐπιδίδονται σέ ἐρωτήσεις τοῦ τύπου: «Πόσα χρόνια διαρκεῖ ὁ γάμος σας καί πόσα παιδιά ἔχει ἀποφέρει» (!). Καί καταλήγει: «οἱ "ἔνοχοι" ἀποκλείονται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική μετοχή στό ἐκκλησιαστικό σῶμα» (σ. 198). Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Γ. διαθέτει ἐκπληκτικές ἱκανότητες ἐκκλησιαστικοῦ ντεντέκτιβ, πού παρακολουθεῖ καί καταγράφει τίς "ἀπόρρητες ἐξομολογήσεις" μεγάλου ἀριθμοῦ ἐγγάμων ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Δηλαδή ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἕναν σύγχρονο Καλβίνο,  πού ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀπενεχοποίηση μεγάλου ἀριθμοῦ ἐγγάμων ἀπό "σεξουαλικές δαιμονοποιήσεις".
῾Η σεξουαλικότητα πού τόσο "ἀπολυτοποεῖ" ὁ κ. Γ. εἶναι φαινόμενο, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, μεταπτωτικό. «῾Ο ᾿Αδάμ καί ἡ Εὔα, ἐάν ἀπό τή ἀρχή ὑπήκουον, ἐάν ἔδειχναν ἐγκράτεια διά τήν ἡδονήν τοῦ ξύλου, δέν θά ἀδυνατοῦσε ὁ Θεός νά εὕρῃ ὁδόν διά τῆς ὁποίας θά ηὔξανε τό ἀνθρώπινον γένος» (Ε.Π.Ε. 29, 494-495). Δέν θά ἀναφερθοῦμε ἄλλο στίς περί "σεξουαλικότητας" θεωρίες τού κ. Γ. γιατί τό θέμα ἀγγίζει τά ὅρια τοῦ κωμικοῦ.
᾿Αμφισβητεῖ ἀκόμα καί τήν θεοπνευστία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς. Γράφει σχετικά: «(Τό ἄτομο πού θρησκειοποεῖ τό ἐκκλησιαστικό γεγονός) ἐπινοεῖ μιά ἀντικειμενικά ἀλάθητη πηγή, τῆς ἀλήθειας, δηλαδή τῆς ἐγκυρότητας τῶν διατυπώσεων: ῾Η ἐγκυρότητα ἀντικειμενοποιεῖται στήν "πηγή", δηλαδή σέ συγκεκριμένο εἴδωλο, σέ ἱερό ταμπού ,  ὅπως σέ ὅλες τίς πρωτόγονες θρησκεῖες. "Πηγή" τῆς ἀλήθειας ἀναδείχνεται ἕνα γραπτό κείμενο, ἡ ῾Αγία Γραφή: Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. ῾Η ἐγκυρότητά της θεωρεῖται ἀναμφισβήτητη (πρόκειται γιά "ἀλάθητο" κείμενο), ἐπειδή συντάχθηκε μέ ὅρους θεοπνευστίας. (σ. 87, 88). Τί νά ποῦμε; Μένουμε ἄναυδοι σέ μιά τέτοια ἀντορθόδοξη θεώρηση. ῾Απλῶς ὑπενθυμίζουμε τά αὐτονόητα. ῾Η ἴδια ἡ ῾Αγία Γραφή μᾶς  διδάσκει τήν θεοπνευστία ὡς οὐσιαστικό γνώρισμά της μέ δύο κλασικά χωρία: α) «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν... (Β΄ Τιμ. γ΄, 16)  &  β) «Οὐ γὰρ θελήματι  ἀνθρώπου ἠνήχθη ποτε προφητεία, ἀλλ᾿ ὑπὸ Πνεύματος ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι ἀπὸ Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ.  α΄, 21).
῾Ο ἀείμνηστος καινοδιαθηκολόγος καθηγητής ᾿Ιω. Παναγόπουλος, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιά τή σοβαρότητα, τό ἦθος καί τήν ἐπιστημονική του κατάρτιση,  μᾶς λέει χαρακτηριστικά: «῾Ο ὅρος θεοπνευστία διακρίνει συνεπῶς ριζικά τήν ῾Αγία Γραφή ἀπό κάθε ἄλλο γραπτό κείμενο τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας». ῾Ο ἴδιος μᾶς ὁριοθετεῖ τήν πατερική παράδοση ἐπί τοῦ θέματος: «Κατά κανόνα τόν θεῖο λόγο τῶν ἱ. συγγραφέων τόν ἀποδίδουν (οἱ Πατέρες) στήν ἔλλαμψη ἤ τήν "ἁφή" τοῦ ἁγ. Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐπιδημεῖ σ᾿ αὐτούς, στό βαθμό πού ἦταν γι᾿ αὐτούς χρήσιμο, καθιστᾶ τόν νοῦ τους διορατικώτερο καθώς ἐπίσης τήν ψυχή καί τό σῶμα τους λαμπρότερα. ῾Η θεοπνευστία δηλ.  δέν ἀφορᾶ μόνο τήν νοητική λειτουργία τοῦ ἱεροῦ συγγραφέα, ἀλλά ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή του. Εἶναι γεγονός "ἐπισκοπῆς Θεοῦ", χριστοφάνειας ἤ ἐπιδημίας τοῦ Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀνυψώνει  τίς ἀνθρώπινες βιολογικές λειτουργίες σέ ἀνώτερο ἐπίπεδο καί ἁγιάζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο. Συνεπῶς ἡ θεοπνευστία δέν εἶναι πρόσκαιρη κατάσταση, ἀλλά μόνιμη, ζωτική σχέση μέ τόν προσωπικό τριαδικό Θεό» (Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη,  σελ. 440, 441, ᾿Αθήνα 1995). 
Δέν τήν γλιτώνει οὔτε ἡ Φιλοκαλία τῶν ῾Ιερῶν Νηπτικῶν Πατέρων. Θεωρεῖ ὁ κ. Γ. ὅτι τά κείμενα  τῆς  Φιλοκαλίας «ἀνταποκρίνονται στόν θρησκευτικό ἀτομοκεντρισμό τοῦ ᾿Ορθοδοξισμοῦ». Βρίσκει ὅτι ἡ ἄνθολόγηση τῶν κειμένων αὐτῶν στόχευε σέ μιά ἀτομοκεντρική προοπτική. Σέ ἄλλο σημεῖο φτάνει στή "φωτισμένη" διαπίστωση: «῾Η μετοχή στό ἐκκλησιαστικό γεγονός (στό εὐχαριστιακό σῶμα πού πραγματοποιεῖ δυναμικά τόν Τριαδικό τρόπο τῆς ὑπάρξεως)  ἀγνοεῖται ἐντελῶς στίς σελίδες τῆς Φιλοκαλίας-δέν ὑπάρχει οὔτε ὑπαινιγμός ὅτι εἶναι αὐτή ἡ μετοχή πού συνιστᾶ τήν εὐαγγελική σωτηρία». Προχωρεῖ μάλιστα καί σέ τολμηρότερες διαπιστώσεις: «῾Ο στόχος-τρόπος τῆς φιλοκαλικῆς θεωρίας καί πρακτικῆς ἐμφανίζεται καθαρά ἀτομοκεντρικός: «῎Αν ὁ νοῦς κατέλθει στήν καρδία, μέ τήν ἐπίμονη ἀτομική  (ψυχοσωματική) γυμναστική τῆς ἄσκησης, ὁ ἄνθρωπος ἔχει σωθεῖ-δέν χρειάζεται τίποτε ἄλλο» (σ. 299, 300). ῾Η ἄσκηση στήν ὀρθόδοξη παράδοση δέν εἶναι αὐτοσκοπός. Κέντρο καί σκοπός  ὅλων τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ κοινωνία μετά τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν Εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
῾Η εἴσοδος ὅμως αὐτή δέν γίνεται ἄνευ κόπου καί ἔντονης προσπάθειας. ῾Ο Κύριός μας μᾶς τό ἔχει πεῖ: «῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν»  (ἀπόδοση ὑπό Παν Τρεμπέλα: κερδίζεται διά τῆς βίας καί ἐκεῖνοι πού μεταχειρίζονται σπουδήν καί βίαν ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ των  τήν ἁρπάζουν γρήγορα...) (Ματθ. ια΄, 12). ῾Επομένως,  καί ἡ κατ᾿ ἰδίαν προσευχή καί ἡ νηστεία, ἡ συγχώρηση τῶν ἀδελφῶν μας καί ἡ ἀμνησικακία καθώς  καί ἡ σωματική ἄσκηση ἀποβλέπουν σ᾿ αὐτήν τήν "βία", πού ἀφορᾶ, ὅπως καί νά τό κάνουμε, στόν καθένα ἄνθρωπο χωριστά, δίχως κατ᾿ ἀνάγκη αὐτό νά δηλώνει ἀτομοκεντρισμό.
῾Η συμμετοχή τοῦ σώματος δέν ἀποτελεῖ "γυμναστική τῆς ἄσκησης", ὅπως ἀφ᾿ ὑψηλοῦ τήν κριτικάρει ὁ  κ. Γ. Οἱ μετάνοιες π.χ. κρύβουν ἕνα βαθύτερο νόημα. Λέγονται μέ ταυτόχρονη ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ ὅσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας στή Φιλοκαλία: «Κλίσεις γονάτων μὴ παραιτοῦ· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ  γόνυ κλίνειν ἡ πτῶσις τῆς ἁμαρτίας εἰκονίζεται, ἔμφασιν ἐξαγορεύσεως παρεχομένη· (=καί γίνεται ἕνα εἶδος ἐξομολογήσεως) ἐκ δὲ τοῦ ἀνίστασθαι ἡ μετάνοια ὑποσημαίνεται, (=ἐνῶ μέ τήν ἀνόρθωση ὑποδηλώνεται ἡ μετάνοια), ἐπαγγελίαν βίου τοῦ κατ᾿ ἀρετὴν αἰνιττομένη· (=καί συμβολίζεται ἡ ὑπόσχεση γιά ἐνάρετο βίο) ἑκάστη δὲ γονυκλισία τελείσθω μετὰ τῆς νοερᾶς τοῦ Χριστοῦ ἐπικλήσεως· ἵνα ψυχῇ καί σώματι προσπίπτων τῷ Κυρίῳ, τὸν τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων Θεόν εὐδιάλλακτον ἀπεργάσῃ» (Φιλοκαλία, τ. Δ΄, σ. 11, ἔκδ. ᾿Αστέρος).
῾Ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ σύγχρονος αὐτός ἱερός πατήρ, - ὁ ὁποῖος μᾶς ἄφησε ἐκπληκτικές ἐμπειρίες, ἀπόρροια τῆς συμμετοχῆς του  στό "εὐχαριστιακό γεγονός"- συνδέει τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ -τήν ἀτομοκεντρικοῦ χαρακτῆρος κατά τόν κ. Γ. -  μετά τῆς Θείας Λειτουργίας σέ μιά ἀδιάρρηκτη σχέση: «᾿Ενθυμοῦμαι ὅτι ἡ ἐπίκλησις τοῦ Ὀνόματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ συνωδεύετο μετά τῆς ἀοράτου ἐλεύσεως Αὐτοῦ τοῦ ᾿Ιδίου· ἀπό τῆς στιγμῆς δέ ἐκείνης τό θαυμαστόν τοῦτο ῎Ονομα, ἀλλά καί τά ἄλλα ὀνόματα τοῦ Θεοῦ, ἔτι πλεῖον ἤ πρότερον ἀπέβησαν δι᾿ ἐμέ ἀγωγοί ἑνώσεως μετ᾿ Αὐτοῦ. Κατ᾿ ἐκεῖνον τόν καιρόν ἤμην ἤδη ἱερεύς. ῾Η τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας ἔλαβεν ὡσαύτως ἄλλον χαρακτῆρα: ῏Ητο οὐχί μόνον πρᾶξις εὐλαβείας, καθαρᾶς ἐξ ἀμφιβολιῶν πίστεως, ἀλλά δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναι μου αἴσθησις τοῦ Γεγονότος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ῞Οστις τελεῖ τό μυστήριον. Τότε ᾐσθάνθην βαθέως τό νόημα καί τήν πραγματικότητα, ἅτινα περικλείονται εἰς τούς λόγους τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: "Σὺ εἶ ὁ χαρισάμενος ἡμῖν οὐρανίων μυστηρίων ἀποκάλυψιν" (εὐχή προσκομιδῆς). Ὄντως ὁ Κύριος καί εἰς ἡμᾶς, τούς ἐσχάτους πάντων τῶν ἀνθρώπων, ἀποκαλύπτει τό μυστήριον τῆς ἱερουργίας.» (Περί Προσευχῆς, σελ. 170, ἔκδ. ῾Ι. Μ. Τίμίου Προδρόμου, ῎Εσσεξ ᾿Αγγλίας, 1993). 
᾿Ακολουθία Θείας Μεταλήψεως: ὑπηρετεῖ ἐγωτικές ἐπιδιώξεις ! ῾Η ἐφευρητικότητα τοῦ κ. Γ. δέν ἔχει ὅρια. ᾿Εγκλωβισμένος στό διπολικό, ὅπως εἴπαμε,  σχῆμα: θρησκευτικότητα-ἐκκλησιαστικό γεγονός, προχωρεῖ σέ "διανοητικά ἀτοπήματα". Γράφει: «Τά κείμενα (ὕμνοι καί εὐχές) πού συγκροτοῦν τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως, ἔχουν ὅλα ὅσα  στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται γιά νά τά χαρακτηρίσουμε ὅτι σκοπεύουν μόνο στήν ἐξασφάλιση ἀτομικῶν ὠφελημάτων καὶ ἐγγυήσεων. Εἶναι κείμενα πού ὑπηρετοῦν ἐγωτικές ἀποκλειστικά ἐπιδιώξεις, ἀμνήστευσεις σφαλμάτων, ἐξιλασμοῦ, κάθαρσης, "ἁγιασμοῦ". Δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή νύξη πού νά μᾶς ἐπιτρέπει  νά συμπεράνουμε ὅτι τά αἰτούμενα δέν ἐξαντλοῦνται στή δικαίωση ἤ θωράκιση τοῦ ἐγώ» ( σ. 133).
῾Η ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως ἐντάσσεται στήν προετοιμασία-προπαρασκευή τοῦ πιστοῦ γιά τή συμμετοχή του στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Τήν ἀναγκαιότητα αὐτῆς τῆς προετοιμασίας τοῦ πιστοῦ  μᾶς τονίζει ὁ κ. ὁ κ. ᾿Ανδρ. Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος σέ σχετική ἐργασία του σχολίασε καί ἑρμήνευσε τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταληψεως: «῾Ο πιστός, ἔχοντας συναίσθηση τῆς σοβαρότητας τοῦ πράγματος (τῆς προσελεύσεως στό φοβερό μυστήριο τοῦ Θεοῦ), πρέπει νά προσέλθει ὅσο γίνεται πιό καθαρός στά ῞Αγια, γιά νά δεχτεῖ  μέσα του τόν ἄνθρακα τῆς φύσης τοῦ Θεοῦ.  Μέ ταπείνωση καί μετάνοια, μέ φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη καί μέ πίστη ζωντανή στήν ἀλήθεια τοῦ μυστηρίου, κυρίως ὅμως μέ ἀνεξικακία καί εἰρήνευση στή σχέση του μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, πρέπει νά προσέρχεται στή μετάληψη τῶν θείων μυστηρίων, γιά νά ἔχει "ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον". ᾿Αλλιώτικα, ὅταν προσέρχεται ἀνέτοιμος καί ἀπαράσκευος ἀντί ζωῆς κοινωνεῖ τόν θάνατο καί τήν αἰώνια καταδίκη του» ("Γεύσασθε καὶ ἴδετε", σελ. 7, ἔκδ. Α΄ 1998, ᾿Αποστ. Διακονία).  ᾿Ασφαλῶς ὁ κ. ᾿Ανδρ. Θεοδώρου πού ἀσχολήθηκε μέ τό τήν ἑρμηνεία τῆς Θ. Μεταλήψεως δέν διεῖδε ὅτι "ὑπηρετεῖ ἐγωτικές ἐπιδιώξεις". Αἰῶνες τώρα ἑκατομμύρια πιστῶν προετοιμάζονται γιά τή συμμετοχή τους στή Θεία Εὐχαριστία διαβάζοντας τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θ. Μεταλήψεως, χωρίς νά ἔχουν τούς δισταγμούς καί προβληματισμούς πού ἐξέφρασε ὁ κ. Γ. Γιατί κ.  Γ. τόσος σκεπτικισμός; ῾Ο π. Πορφύριος, ὁ χαρισματικός αὐτός  γέροντας τῶν ἡμερῶν μας, τονίζει τό ρόλο τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως στόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν: «Οἱ λειτουργικές προσευχές, οἱ ὁποῖες φαίνονται τυπικές, ὅταν λέγονται μέ νόημα καί προσοχή, γίνονται δικές σας. Τήν ᾿Ακολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως , ὅταν τή διαβάσει καί ὁ πιό ἁμαρτωλός, ἁγιάζεται πολύ». Καί καταλήγει:  «῎Ετσι γίνεται ἡ καλλιέργεια, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. "᾿Αναίμακτα". Δηλαδή ἀχρηστεύει ὁ ἄνθρωπος τόν παλαιό ἑαυτό του. Τόν ἀχρηστεύει χωρίς πόλεμο. Δέν τόν ἐξοργίζει, ἀλλά τόν ἀχρηστεύει καί ἀναπτύσσει τόν καινό ἄνθρωπο μέσα του». ( Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλιβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 341, ἔκδ. ῾Ι. Μ. Χρυσοπηγῆς Χανίων Κρήτης, 2003).   Χιλιάδες χιλιάδων ἀνθρώπων διαβάζουν τόσους αἰῶνες τώρα τίς Εὐχές τῆς Θείας Μεταλήψεως καί δέν τίς ἀμφισβήτησε κανείς. Μόνο ὁ κ. Γ.  ἀμφιταλαντεύεται γιά τήν ἀξία καί τό περιεχόμενό τους. 
᾿Αμφισβητεῖ τούς φημισμένους χαρισματικούς γέροντες.  Μέ μαεστρία ρίχνει τό δηλητήριό του: «Στόν ἰδεολογικοποιημένο ὀρθοδοξισμό, ἀντίθετα, παραθεωροῦνται ἤ περιφρονοῦνται οἱ θεσμοί,  καί μετατίθεται ἡ ἐμπιστοσύνη στήν ἀξιοπιστία καί αὐθεντία ἀτόμων. Ἄν ἐμφανιστεῖ, λ.χ.,  μιά καινοφανής διδασκαλία, οἱ πιστοί τοῦ ὀρθοδοξισμοῦ δέν θά προσφύγουν σέ συνοδικό θεσμό πού θά κρίνει, μέ βάση τήν ἐμπειρία κάθε εὐχαριστιακοῦ σώματος, ἄν πρόκειται γιά αἵρεση. Θά προστρέξουν σέ κάποιο φημισμένο "γέροντα", καί στό ἀτομικό του χάρισμα-αὐτός θά τούς προσφέρει "ἀντικειμενικές" βεβαιότητες  ἰδεολογικά (δηλαδή ψυχολογικά) ἐγγυημένες» (σ. 288). (Σημείωση: Κατά  τόν κ. Γ. ᾿Ορθοδοξισμός εἶναι ἡ μετατροπή τοῦ ἐκκλησιαστκοῦ γεγονότος σέ ἰδεολογία).
῾Ο κ. Γ. χρησιμοποιεῖ μιά εὐλογοφανῆ μέθοδο. ᾿Οχυρώνεται πίσω ἀπό τόν "συνοδικό θεσμό"-καί  "τήν ἐμπειρία τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος", λές καί οἱ χαρισματικοί γέροντες εἶναι ἐκτός ᾿Εκκλησίας. Μιλάει δῆθεν μέ σεβασμό γιά τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς,  τή στιγμή πού σέ ἄλλα σημεῖα τοῦ βιβλίου του τούς ἀμφισβητεῖ καί τούς ρίχνει τή ρετσινιά τῆς θρησκειοποίησης. Τί σεβασμό μπορεῖ νά ἔχει πρός τούς ἐπισκόπους,  πού συγκροτοῦν μία , ἔστω, τοπική σύνοδο, ὅταν γιά  τούς ἴδιους τούς ἐπισκόπους λέει συλλήβδην ὅτι: «προέρχονται ἀπό χαμηλό κοινωνικό καί μορφωτικό περιβάλλον»   καί ὅτι τούς χαρακτηρίζει "ἡ σεξουαλική στέρηση". «Στέρηση πού  (συχνά ἤ κατά κανόνα) δέν τήν ἐπέλεξαν ἐπειδή εἶχαν κλίση γιά βίο μοναχοῦ καί ἀσκητῆ, οὔτε ἀπό πόθο γιά ἔνταξη σέ κοινό ἄθλημα κοινωνίας:σέ μοναστικό κοινόβιο. ᾿Αλλά δέχτηκαν τή σεξουαλική στέρηση προγραμματικά ὡς προϋπόθεση καριέρας: ἀνόδου σέ ἐξουσιαστικά θρησκευτικά ἀξιώματα» (σ. 165, 166).    Μπαίνει στά μύχια τῶν καρδιῶν τῶν ἐπισκόπων καί ἀποφθέγγεται ὡς "χαρισματικός γέροντας".
Τολμάει νά τά βάλει μέ ἁγιασμένες στή συνείδηση "τοῦ εὐχαριστικοῦ σώματος" μορφές. Εἰρωνεύεται τούς σύγχρονους ἁγίους  γέροντες καί  «χείλεσιν ἀμφιλάλοις» ἐπιχειρεῖ νά πλήξει τά «φωτόμορφα τέκνα τῆς ᾿Εκκλησίας» ὡς δῆθεν παρέχοντες "βεβαιότητες ψυχολογικῆς φύσεως". ῾Ο "πολύφθογγος αὐτός ρήτωρ" θά ἔπρεπε νά σιγᾶ ἐνώπιον τούς σεβαστῶν αὐτῶν μορφῶν, οἱ ὁποῖοι στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ἅγιοι ἐν οὐρανοῖς. ῾Η ἐπίδρασή τους στόν σύγχρονο ἐκκλησιαστικό βίο εἶναι πλέον ἐμφανής καί ἀδιαμφισβήτητη. 
Στά ὅρια τῆς Βλασφημίας: Τό ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου ὑποδηλώνει ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότητας συνιστᾶ ἀκαθαρσία. Γράφει σχετικά: «῞Οτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότητας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνεται ὄχι μόνο μέ τίς εὐχές πού διαβάζονται στή λεχώ, ὄχι μόνο μέ τήν ἀπαγόρευση μετοχῆς στήν Εὐχαριστία (ἤ καί εἰσόδου στό ναό) τῶν γυναικῶν κατά τήν περίοδο τῶν ἐμμήνων. Βεβαιώνεται καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος ἔμεινε καί μετὰ τόκον Παρθένος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τόκος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τὰς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τή σωματική (ἀνατομική) της παρθενία» (σ. 200, 2001). ῾Η Θεοτόκος ἐγέννησε τόν Κύριο ὄντας Παρθένος, ἀσπόρως, χωρίς τήν συμβολή ἀνδρός, ὅπως προφητεύθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη: «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν» (῾Ησ. ζ΄, 14) καί ὅπως τῆς προεμήνυσε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ: «Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». (Λουκ. ι΄, 35).  ῞Οπως εὔστοχα ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός: Αὐτό τό πνεῦμα τήν καθάρισε καί τῆς «παρέσχε δύναμιν δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος, ἅμα δὲ καὶ καὶ γεννητικήν».  (᾿Ιω. Δαμασκηνοῦ , ῎Εκδ. ᾿Ακριβής τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως, Ε.Π.Ε. 1, 284).  «῾Ο Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται», ὁ Κύριος σαρκώνεται διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στά σπλάγχνα τῆς Παρθένου Μαρίας "ἀδιαφθόρως".
῞Οπως μᾶς διδάσκει καί ὁ μακαριστός π. ᾿Αντώνιος ᾿Αλεβιζόπουλος: «῾Ο Χριστός ἔλαβε τήν ἀνθρωπίνην φύσιν καί τήν ἐθεράπευσε καί ἔγινε διά τόν ἄνθρωπον ὁ "νέος ᾿Αδάμ", ἡ "νέα ῥίζα". ῞Ομως ἡ νέα αὐτή ρίζα ἐβλάστησεν εἰς τά σπλάγχνα τῆς Παρθένου Μαρίας». Καί συνεχίζει: «(῾Ο Χριστός), μόνος δέν ἐκληρονόμησε τήν ἁμαρτωλήν φύσιν τοῦ ᾿Αδάμ. Τοῦτο, διότι δέν κατήγετο ἀπό ἐκεῖνον. ᾿Εγεννήθη ἀπό τήν Παρθένον Μαρίαν ἐκ Πνεύματος ῾Αγίου. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον πιστεύομεν ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία ἔμεινε καί κατά τήν γέννησιν καί μετά ἀπό αὐτήν Παρθένος, ὑπῆρξε δηλαδή ἀειπάρθενος. Τοῦτο δέν ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν, ἀλλά βασική διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τήν σωτηρίαν. ῾Ο Χριστός εἶναι "ἡ νέα ρίζα", δέν εἶναι δυνατόν νά κατάγεται ἀπό τήν "παλαιά ρίζαν" τοῦ ᾿Αδάμ. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον ἡ Μαρία, διά νά εἶναι Θεοτόκος, πρέπει νά εἶναι Παρθένος». (᾿Εφόδιον ᾿Ορθοδοξίας, σελ. 124, 126, ἔκδ. ᾿Αποστ. Διακονίας, 1974).  Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ κ. Γ. «τί μεγαλειωδέστερο ἐξασφαλίζει ἡ διατήρηση τῆς ἀνατομικῆς παρθενίας τῆς Θεοτόκου καί μετά τόν τόκετο» (σ. 201).
Κατά τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο «ὁμολογοῦμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον διὰ τὸ τὸν Θεὸν Λόγον σαρκωθῆναι καὶ ἐνανθρωπῆσαι καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἑνῶσαι ἑαυτῷ τὸν ἐξ αὐτῆς ληφθέντα ναόν». ῾Ο καθηγητής κ. Νικ. Μητσόπουλος θά παρατηρήσει: «῾Ομοῦ μετὰ τοῦ ὅρου "Θεοτόκος" ἀποδίδομεν εἰς τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου καί τό ἀειπάρθενον, ὡς ἐμμέσως συναγόμενον ἐκ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως (τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, δηλ. τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης)». ῾Ο ἴδιος καθηγητής μᾶς ἀναφέρει ὅτι «ἀρχαῖοι αἱρετικοί καί σύγχρονοι ἑτερόδοξοι ὄχι μόνον ἠρνήθησαν καί ἀρνοῦνται τήν ἀειπαρθενίαν τῆς Θεοτόκου, ἀλλά καί ἐπιχειροῦν  νά στηρίξουν τήν κακοδοξίαν των ἐπί χωρίων τινῶν τῆς «῾Αγίας Γραφῆς» (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 151, 152). ῾Ο ἴδιος καθηγητής ἀναφέρει τά χωρία αὐτά καί τά ἀντικρούει σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἑρμηνευτική παράδοση (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 153, 154). Θά ὁλοκληρώσουμε τό θέμα μας μέ τά σοφά καί ἀποκαλυπτικά λόγια τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ πού μᾶς τονίζει ὅτι ἡ παρθενία τῆς Θεοτόκου πρέπει νά νοεῖται ὡς ἀειπαρθενία: «Μένει τοίνυν καὶ μετὰ τόκον παρθένος ἡ Ἀειπάρθενος οὐδαμῶς ἀνδρὶ  μέχρι θανάτου προσομιλήσασα... πῶς γὰρ ἄν Θεὸν γεννήσασα καὶ ἐκ τῆς τῶν παρακολουθημάτων πείρας τὸ θαῦμα γνωρίσασα ἀνδρὸς συνάφειαν κατεδέξατο· ἄπαγε οὐ σωφρονοῦντος λογισμοῦ τὰ τοιαῦτα νοεῖν μὴ ὅτι καὶ πράττειν» (μετάφραση: Πῶς δηλαδή θά κατεδέχετο τήν συνένωσιν  μέ ἄνδρα ἐνῷ ἐγέννησε τόν Θεόν καί ἐγνώρισε τό θαῦμα μέ τήν πεῖραν τῶν σημείων πού ἔχουν ἀκολουθήσει; Μή βλασφημῇς· ὄχι μόνον δέν εἶναι γνώρισμα συνετῆς σκέψεως νά σκέπτεται τέτοια, ἀλλά οὔτε νά τά κάνει) (ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 484-487). 

᾿Αμφισβητεῖ τόν ᾿Αδάμ ὡς ἱστορικό πρόσωπο, ὅπως τόν ἐμφανίζει ἡ βίβλος καί ὑποστηρίζουν οἱ Πατέρες. ῾Επομένως, ἄν κατά τόν κ. Γ. δέν ὑπῆρξε ὁ ᾿Αδάμ ὡς ἱστορικό πρόσωπο,  τότε τά περί πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων, προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί συνεπειῶν του στήν ἀνθρώπινη φύση ἀνάγονται στό χῶρο τοῦ μυθικοῦ. ῎Ετσι ἀνατρέπεται ὅλη ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία καί σωτηριολογία, ἐφ᾿ ὅσον δέν ὑπῆρξε γενάρχης τοῦ ἀνθρώπινου γένους! Τά συμπεράσματα εἶναι δικά σας.
Κρύβεται ἐπιμελῶς σέ ἐκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Εἴχα ἀκούσει τόν κ. Γ. σέ ραδιοφωνική ἐκπομπή τῆς Πειραϊκῆς ᾿Εκκλησίας (Κυριακή 4-2-07 καί ὥρα   12 μεσημβρινή), ὅπου ὁ παρουσιαστής, προφανῶς καταγοητευμένος ἀπό τό βιβλίο του, ἔκανε στόν κ. Γ. ἐρωτήσεις μέ σκοπό νά τό κάνει γνωστό στό εὐρύτερο ἐκκλησιαστικό κοινό. ῾Ομολογώ ὅτι ὁ λόγος τοῦ κ. Γιανναρᾶ ἦταν καταπληκτικός καί  δέν ἀνέφερε ἐπιμελῶς (;) κανένα ἀπό τά ἐπίμαχα σημεῖα πού ἀναπτύξαμε πιό πάνω. Τότε δέν εἶχα διαβάσει τό βιβλίο του καί δέν μποροῦσα νά ὑποψιαστῶ αὐτά πού ἔγραφε. ῎Αν τολμοῦσε καί τά ἔλεγε αὐτά σέ ἐκκλησιαστικό ραδιοφωνικό σταθμό, θά ἔσπαζε προφανῶς τό τηλεφωνικό κέντρο!
Εἶναι ἀρκετά τά σημεῖα πού δέν ἀναφέραμε ἀπό τό βιβλίο τοῦ κ. Γ. καί τά ὁποῖα μᾶς βρίσκουν κάθετα ἀντίθετους.
Θά κλείσω μέ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τόν γέροντα Σωφρόνιο,  πολύ ἀποκαλυπτικό γιά τήν περίπτωσή μας: «῾Η ἀνθρωπίνη ἐπιστήμη παρέχει τό μέσον διά τήν ἔκφρασιν τῆς ἐμπειρίας, ἀλλά εἶναι ἀδύνατον νά μεταδώσῃ τήν γνῶσιν, ἥτις ἀληθῶς σώζῃ, ἄνευ τῆς συνεργίας τῆς χάριτος. ῾Η γνῶσις τοῦ Θεοῦ εἶναι γνῶσις ὀντολογική καί οὐχί ἀφῃρημένη-θεωρητική. Χιλιάδες καί χιλιάδες ἐπαγγελματιῶν θεολόγων λαμβάνουν τά ἀνώτατα πτυχία, ἐνῷ ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ Πνεύματος παραμένουν κατ᾿ οὐσίαν εἰς βαθεῖαν ἄγνοιαν. Καί τοῦτο, διότι δέν ζοῦν συμφώνως πρός τάς ἐντολάς τοῦ Χριστοῦ· ἕνεκα δέ τούτου στεροῦνται τοῦ φωτός τῆς θεογνωσίας. ῾Ο Θεός εἶναι ἀγάπη. Καί ἡ ἀγάπη αὕτη ἀποκτᾶται διά τῆς ὁδοῦ τῆς μετανοίας...»  (Περί Προσευχῆς, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 229, 230). 

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α Ἡμερίδος Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς... (28 Ἀπριλίου 2010).

 
Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Τ Α
μερίδος . Μητροπόλεως Πειραις
Θέμα: «"Πρωτεο", Συνοδικότης & νότης τς κκλησίας»
(Στάδιο Ερήνης καί Φιλίας, 28 πριλίου 2010).


«Τό παπικό ‘’Πρωτεῖο’’ δέν ἔχει θεολογική βάση οὔτε ἁγιοπνευματική καί ἐκκλησιολογική νομιμοποίηση. Στηρίζεται σαφῶς σέ κοσμικοῦ χαρακτῆρος νοοτροπία ἐξουσίας». 
Αὐτό μεταξύ ἄλλων προέκυψε ὡς συμπέρασμα ἀπό τήν Θεολογική Ἡμερίδα, πού διοργάνωσε μέ ἐπιτυχία καί μεγάλη συμμετοχή κληρικῶν καί λαϊκῶν ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πειραιῶς στό Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας(αἴθουσα Μελίνα Μερκούρη) στίς 28 Ἀπριλίου 2010.

Τήν ἡμερίδα ἐτίμησε μέ τήν παρουσία του ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμος καί ἐκήρυξε τήν ἔναρξή της. Παρέστησαν ἐπίσης οἱ Σεβ. Μητροπολίτες Κυθήρων κ.κ. Σεραφείμ καί Γλυφάδας κ.κ. Παῦλος καί ὁ Θεοφιλ. ἐπίσκοπος Μαραθῶνος κ.κ. Μελίτων. 

Τό θέμα της « ‘Πρωτεῖο’’, Συνοδικότης καί Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας» ἀναπτύχθηκε σέ δύο συνεδρίες ἀπό ἑπτά εἰσηγητές, τούς ἑξῆς κατά σειράν: Σεβ. Μητροπολίτη Πειραιῶς κ.κ. Σεραφείμ, Ἱερομόναχο Λουκᾶ Γρηγοριάτη, Καθηγητή Ἀριστείδη Παπαδάκη (University of Maryland), Πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Μεταλληνό, Πρωτοπρεσβύτερο Θεόδωρο Ζήση, Πρεσβύτερο Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο καί καθηγητή Δημήτριο Τσελεγγίδη.

Ἀπό τίς εἰσηγήσεις καί τήν ἐπακολουθήσασα συζήτηση προέκυψεν ὅτι: Ἡ ἑνότητα ἀνήκει στή φύση τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ καί ἐν Χριστῷ κοινωνίας. Ἡ ἀληθής Ἐκκλησία εἶναι μία. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἐκδοχές της θεσμικές ἤ χαρισματικές ἔχει σαφῶς ἁγιοπνευματική βάση. Παρέχεται μυστηριακῶς, συντηρεῖται ὅμως, καλλιεργεῖται καί ἐκφαίνεται κατεξοχήν εὐχαριστιακῶς.
Σύμφωνα μέ τήν «Ὁμολογία Πίστεως» τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1727 «Οὐδεμίαν ἄλλην ἥντινα οὖν κεφαλήν ἀποδέχεται ἐν αὐτῇ τῇ Ἀνατολική Ἐκκλησία, εἰμή τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν μόνον παρά τοῦ Πατρός δοθέντα κατά πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ καί θεμέλιον τόν αὐτόν». Κατά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία δέν νοεῖται «Πρῶτος» γενικά καί ἀόριστα χωρίς τήν παρουσία τῆς συγκεκριμένης συνόδου μιᾶς ἐπαρχίας.
Ὁ θεσμός τῶν πρεσβείων τιμῆς (αὐτός εἶναι ὁ ὅρος, πού χρησιμοποιεῖ ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παράδοση σέ ἀντίθεση μέ τόν μεταγενέστερο ὅρο «πρωτεῖον» πού χρησιμοποιοῦν οἱ παπικοί) ἐκφράζει καί διασφαλίζει τήν ἑνότητα καί τήν συνοδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πενταρχία τῶν πατριαρχικῶν θρόνων εἶναι ἡ μορφή, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε στόν θεσμό τῶν πρεσβείων τιμῆς κατά τήν πρώτη χιλιετία.
Ἡ ἐξουσία τοῦ «πρώτου», ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τά πρεσβεῖα τιμῆς, εἶναι καρπός τῆς συνοδικότητος, ἐνῶ ἡ ἐξουσία πού άρχισε να οἰκειοποιείται ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης ήδη από τήν πρώτη χιλιετία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καταλύσεως τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας.
Στήν Ἐκκλησία τῆς α´ χιλιετίας δέν ὑφίστατο «θείῳ δικαίῳ» παπικό πρωτεῖο δικαιοδοσίας καί ἐξουσίας ἐφ᾽ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία εἶχε τό δικαίωμα νά ἀποφασίζει τά τῆς διοικήσεώς της καί χωρίς τόν πάπα καί ἀκόμα περισσότερο καί παρά τή δική του ἔντονη ἀντίθεση καί οἱ ἀποφάσεις της αὐτές εἶχαν καθολική ἰσχύ.
Μετά τό σχίσμα τό 1054 ἡ αὐξανόμενη ἀξίωση τῶν παπῶν γιά πρωτεῖο ἐξουσίας ἐφ’ὅλης τῆς ἐκκλησίας ἀνατρέπει πλήρως τήν ἁγιοπνευματική δομή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, σχετικοποιεῖ καί πρακτικῶς καταργεῖ τή Συνοδικότητα ὡς ἁγιοπνευματική λειτουργία τοῦ σώματος αὐτοῦ καί εἰσάγει τό κοσμικό φρόνημα σ᾽ αὐτήν, ἀκυρώνει τήν ἰσοτιμία τῶν ἐπισκόπων, ἰδιοποιεῖται τήν ἀπόλυτη διοικητική ἐξουσία ἐφ᾽ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, παραμερίζοντας οὐσιαστικά τόν Θεάνθρωπο καί τοποθετώντας ὡς ὁρατή κεφαλή της Εκκλησίας ἕναν ἄνθρωπο. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐπαναλαμβάνει θεσμικά πλέον τό προπατορικό ἁμάρτημα.
Ἡ ἀληθινή ἑνότητα ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἑνότητα στήν πίστη στήν λατρεία καί τήν διοίκηση. Αὐτό εἶναι τό πρότυπο ἑνότητος στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, τήν ὁποία συνεχίζει ἀπαράλλακτα καί καθολικά ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία. Ἡ μέθοδος τῆς Οὐνίας εἰσάγει ψεύτικη ἑνότητα καί στηρίζεται σέ αἱρετική ἐκκλησιολογία, διότι ἐκτός τοῦ ὅτι ἐπιτρέπει πολυμορφία στήν πίστη καί τήν λατρεία, ἐξαρτᾶ τήν ἑνότητα ἀπό τήν ἀναγνώριση τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα, πού εἶναι θεσμός ἀνθρωπίνου δικαίου, καί ἀνατρέπει τό συνοδικό πολίτευμα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι θεσμός θείου δικαίου. Ἡ πολυμορφία γίνεται δεκτή μόνο σέ δευτερεύοντα θέματα τοπικῶν παραδόσεων καί ἐθίμων.
Μετά τήν Α´ Βατικανή Σύνοδο (1870) καί κυρίως τήν Β’ (1962-1964) τό παπικό πρωτεῖο δέν ἀποτελεῖ μιά ἁπλή διοικητική διεκδίκηση, ἀλλά οὐσιῶδες δόγμα πίστεως ἀπολύτως ὑποχρεωτικό γιά τή σωτηρία τῶν πιστῶν. Ἡ ἄρνησή του ἐπισύρει τό ἀνάθεμα τῆς Α´ Βατικανῆς Συνόδου, ἡ ἰσχύς τοῦ ὁποίου παραμένει καί μετά τή Β´ Βατικανή.
Ὅπως ἐτόνισε στήν εἰσήγησή του ὁ οἰκοδεσπότης τῆς ἡμερίδος Σεβ.Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ «Διά τῆς αἱρετικῆς καί βλασφήμου δοξασίας τοῦ Πρωτείου ἐξουσίας τοῦ ἐπισκόπου Ῥώμης καί τῶν ἐξ αὐτῆς προελθόντων πνευματικῶν ἐπακολούθων (ὡς τό «ἀλάθητον» τοῦ Πάπα καί ὁ ἀπολυταρχικός - μοναρχικός δεσποτισμός του ἐφ' ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῆς ὑπ' αὐτόν θρησκευτικῆς κοινωνίας), ὁ Παπισμός ἐξελίχθη, εἰς ἀπολυταρχικόν - μοναρχικόν σύστημα μυστικιστικῆς κοσμοθεωρίας καί διαστροφῆς αὐτῆς ταύτης τῆς ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπεδείχθη νέος Ρωμαϊκός - Φραγκικός ἐθνισμός (paganismus) ὑπό πνευματικήν μεταμφίεσιν, ἀφῄρεσε τήν μυστικήν ἐλευθερίαν ἐν Χριστῷ ἑκάστου μέλους αὐτῆς καί ἀπέβη τό ἀναπόφευκτον καί μοιραῖον αἴτιον τῆς εἰς ἑκατοντάδας διαφόρων αἱρέσεων ἐκ¬πτώσεως ἐκ τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς καί τό ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον τῆς δυνατότητος ἐπιστροφῆς αὐτῶν». 
Κατά τήν ἐκτίμηση τῶν συνέδρων ἡ προσπάθεια τοῦ συγχρόνου θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν γιά τήν ἀποκατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πρέπει ὁπωσδήποτε, πέραν τῆς ἀποβολῆς τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν τῆς Ρώμης (Φιλιόκβε, κτιστῆς Χάριτος, ἀλαθήτου, καθαρτηρίου κ.λπ.), νά στοχεύῃ καί στήν ὁριστική ἀποβολή τοῦ παπικοῦ πρωτείου καί ὄχι σέ κάποια κοινῶς ἀποδεκτή ἐπανερμηνεία του.
Τέλος κρίνεται ἀπαράδεκτο καί δέν γίνεται ἀποδεκτό ὡς «πρότυπο γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους κοινωνίας» τό συγκρητιστικό πλαίσιο τῆς «ἑνότητος ἐν τῇ ποικιλίᾳ».

ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: http://www.imp.gr/Nea.htm