Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Μοναχός έσωσε τη μητέρα του απο την κόλαση!



Ό επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη. Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.

Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.

Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:
-Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη “πελατεία” και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.

Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.
Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.
Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:

–Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.
Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.’ Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.

Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».

Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.

Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα.

-Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. ‘Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου.
Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε:

-Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!’ Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.

Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.

Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός έναιι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.
Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.
Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:

-Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!

Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι “έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!”

-Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…

Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.

-Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.
Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.
Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.

Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:

-Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία
Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ’ αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.

–Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.

Κι εκείνος μου είπε:

–Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:

-Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.

-Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την “βρώμα” κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία.
 Από το βιβλίο: "ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.",
π. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ.

πηγή: http://oparadeisos.wordpress.com  και

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

«Τι πας να κάμεις παιδί μου, τι πας να κάμεις;»...


«Τι πας να κάμεις παιδί μου, τι πας να κάμεις;»


Κάποτε, όπως μου διηγείτο στα παιδικά μου χρόνια ο παπα-Θόδωρος, ο ιερεύς που με βάπτισε, κάλεσαν κάποιο βράδυ τον παππού του, που ’ταν και αυτός ιερεύς με το όνομα παπα-Γιώργης, για να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Ετοιμάστηκε ο παππούς ιερεύς, παίρνοντας μαζί του τον εγγονό του, Θεόδωρο, για να κρατάει το φαναράκι αναμμένο και να πηγαίνει έτσι μπροστά. Πήγε στην εκκλησία, πήρε το Άγιο Ποτήριο με τη Θεία Κοινωνία, αφού προηγουμένως φόρεσε το πετραχήλι του και έβαλε στους ώμους του τον αέρα. Έτσι γινόταν τα παλιά χρόνια. Μπροστά πήγαινε ο μικρός, ο Θοδωρής, με το φαναράκι και ένα μικρό θυμιατό. Ήταν χειμώνας και οι δρόμοι ήσαν έρημοι και το κρύο πολύ. Σε μια στροφή του δρόμου, συναντούν μια σκοτεινή σιλουέτα - μόλις φαινόταν. Ο ιερεύς ούτε καν την πρόσεξε διότι όλη η προσοχή του ήταν στραμμένη στο Άγιον Ποτήριον και στη φύλαξη των Τιμίων Δώρων, του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εκείνη η σκιά ήταν γυναίκα, σταμάτησε απότομα και έντρομη. Ο παπάς, χωρίς να δώσει σημασία, προχώρησε στο δρόμο του. Πήγε στο σπίτι του αρρώστου και τον κοινώνησε. Σε λίγο γύρισε πίσω από τον ίδιο δρόμο και άρχισε να σιγοβρέχει. Κάτω ο δρόμος ήταν γεμάτος λασπόνερα. Και βλέπει σε μια στιγμή μια γυναίκα, γονατιστή μέσα στις λάσπες και στα νερά, να κλαίει με λυγμούς. Ήταν η ίδια, που είχε συναντήσει πριν.
- Στάσου παπά μου, του λέει, μην προχωρήσεις άλλο.
Σταμάτησε ο ιερεύς έκπληκτος και κείνη άρχισε με λυγμούς να διηγείται τα εξής που τάκουσε και ο μικρός ο Θεόδωρος, ο μετέπειτα παπα-Θόδωρος, που είχε σταματήσει και κείνος.
- Εγώ προηγουμένως παπά μου πήγαινα να αμαρτήσω. Να λερώσω το στεφάνι μου. Όταν, όμως, έφτασες κοντά μου, βγήκε μια φωνή από τη Θεία Μεταλαβιά, προφανώς βέβαια απ’ το Άγιο Ποτήριο, και μου είπε «Τι πας να κάμεις παιδί μου, τι πας να κάμεις;» Η φωνή ήταν τόσο γλυκειά αλλά και τόσο πονεμένη, που λύγισα, ντράπηκα. Και έπεσα στα γόνατα και άρχισα να κλαίω, να κλαίω και να κλαίω μέχρι τώρα. Παπά μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με την αμαρτωλή, και συνέχισε να κλαίει με λυγμούς.
Και κείνος ο απλοϊκός αλλά αγιασμένος λευΐτης του χωριού, ακούμπησε στο κεφάλι της το Άγιο Ποτήριο, ναι, πάνω στο κεφάλι της, και της είπε:
- «Λελυμένη και συγκεχωρημένη, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. Μόνον μηκέτι αμάρτανε».
Επανέλαβε τους λόγους του Κυρίου που είπε προς την μοιχαλίδα γυναίκα, που την είχαν πιάσει επ’ αυτοφόρω, όπως μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, τα ίδια εκείνα λόγια: «Μηκέτι αμάρτανε». Και κίνησε να φύγει. Φεύγοντας, την άφησε γονατιστή και την άκουσε βέβαια να λέγει εκεί όπως ήταν γονατιστή, «Θεέ μου, συγχώρεσέ με». «Θεέ μου, συγχώρεσέ με την αμαρτωλή, Χριστέ μου, ελέησέ με, Θεέ μου συγχώρεσέ με, ντρέπομαι», και άλλα πολλά τέτοια όμοια. «Και σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με συγχώρεσες, δεν θα το ξανακάμω».

Αλήθεια τι θαύματα μπορεί να κάμει ο Θεός, για να σώσει, έστω και μια ψυχή. Τι θαύματα… Μετά την απόθεση της Θείας Κοινωνίας στην Αγία Πρόθεση, λέγει ο παπα-Γιώργης στον εγγονό του:
- Έως ότου πεθάνουμε, και εγώ και αυτή δυστυχισμένη γυναίκα, δε θα μιλήσεις ποτέ, παιδί μου.
Και συνέχισε ο παπα-Θόδωρος:
- Στέφανε, παιδί μου, η αληθινή μετάνοια και η πίστις κάνουν θαύματα. Και τα κάνουν πάντοτε, και σήμερα! Tα πιο πολλά δεν τα ξέρουμε.
Άραγε, τι μάθημα ήθελε να μου δώσει εμένα; Το μικρό παπαδάκι, που βρισκόμουν μέσα στο Άγιο Βήμα. Τι μάθημα; Το θαύμα; Την πρόνοια του Θεού για το πεσμένο πλάσμα του; Τη δύναμη της μετανοίας; Το ευόλιστον της ανθρώπινης αδυναμίας; Τι απ’ όλα αυτά; Ή όλα μαζί;


Απομαγνητοφωνημένα κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου.
 

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

"Εις τον άγιον Ιεράρχην Νεκτάριον" (+ 9 Νοεμβρίου).





 π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Η εκκλησία μας σήμερα τιμά αδελφοί μου, πανηγυρικά τιμά τη μνήμη του Αγίου Νεκταρίου, Επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού.
Ασκήτευσε στην Αίγινα και το 1920 ίδρυσε την Ιερά Μονή, τη γνωστή σημερινή Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος.
Από μικρός ο Άγιος υπήρξε αγνός και καθαρός.
Στις σπουδές του άριστος μαθητής, φοιτητής, ακαδημαϊκός, και στη προσωπική του ζωή όσιος.
Στη μοναχική που καθιέρωσε, υπήρξε μάρτυς του πόνου, και του αναιμάκτου μαρτυρίου της συνειδήσεως.
Σαν διδάσκαλος και ιεροκήρυκας υπήρξε προφήτης και απόστολος.
Μέσα στην ιεροσύνη και ως διάκονος και ως πρεσβύτερος, και ως επίσκοπος υπήρξε μια συνεχή προσφορά θυσίας, προς τον αμαρτωλό άνθρωπο.
Ύστερα από τον άδικο κατατρεγμό του, και την εξορία του από την Αλεξάνδρεια, εδώ στην Ελλάδα, κατάφερε με την δύναμη και τη Χάρη του Χριστού μας, να διδάξει στη πατρίδα μας την αληθινή βιωματική μυστική ζωή της ορθοδόξου εκκλησίας, δηλαδή να ξεχωρίσει από τον παρωχημένο σκοταδισμό και τις δυσειδαιμονίες της εποχής του, την ατόφια διδασκαλία τη μυστική, της εκκλησίας της ορθοδόξου.
Να αναγεννήσει λίγο το πνεύμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και να ξαναφέρει στην επιφάνεια τα θέματα περί προσευχής.
Αφού ξεχώρισε ο Άγιος κατά πρώτον λόγον τον άνθρωπο, από τον χριστιανό άνθρωπο,
- εννοείται βέβαια με τα κηρύγματα και τα γραπτά του κείμενα – κατόπιν ζωγράφισε τον χριστιανό.
Πώς είναι με το κάθε πάθος χωριστά, και πως είναι όταν κοσμείται από τις αρετές του Θεού.
Και τέλος δίδει και τον χριστιανό, που κατακτάται ολόκληρος από τη θεία χάρη.
Όλα αυτά περιγράφονται άριστα σε ένα βιβλίο του, που το κυκλοφόρησε ως «Γνώθι σ’αυτόν».
Είναι αυτό που έλεγε ο Απόστολος Παύλος και το οποίον είπε και το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, «Ζώ δε ουκέτι εγώ, Ζεί δε εν εμοί Χριστός».

Στην καρδιά μας, όχι ο άνθρωπος που αγαπάμε, σύζυγος, παιδιά, γονείς, αδέλφια, αλλά ο ΧΡΙΣΤΟΣ.
Πρώτα ο Χριστός και ύστερα ο αγαπημένος ή η αγαπημένη.
Αγάπη στον πρώτον, τον Θεόν, εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος, διανοίας, αλλά και αγάπη στον δέυτερον ως σεαυτόν, δηλαδή να τον αγαπάς όπως τον εαυτόν σου και τίποτα περισσότερο.
Στην καρδιά μας ο Χριστός και όχι ο χρυσός.

Η προτεραιότητα, μας συμβουλεύει ο Άγιος Νεκτάριος, είναι ο Χριστός, το Άγιον θέλημά Του, η εκκλησία και τα μυστήριά της, και ύστερα ακολουθούν οι κοσμικές γνώσεις, η καριέρα, το επάγγελμα, και να προχωρήσουμε λίγο παρακάτω στην αμαρτωλή εξουσία και δύναμη, στις επιστήμες, στον αμαρτωλό πλούτο, στην παλικαριά, στην πρωτιά, στην διεστραμμένη τέχνη, στην τελειομανία και τόσα άλλα που μας απομακρύνουν απ' το Χριστό.
Και όταν βασιλεύσει ο Χριστός και η ειρήνη στην καρδιά μας, τότε την πλούσια αυτή ευλογία, απλόχερα την δίνουμε στον άνδρα μας, στη γυναίκα μας, στα παιδιά μας, στους γονείς μας και στον κάθε πλησίον.
Αυτόν τον πλούτον, της θείας χάριτος, που έχει και κοσμεί τη καρδιά μας, ΕΥΚΟΛΑ εμείς την μοιράζομε, τη δίνουμε, η την μοιραζόμαστε αν θέλετε, με τον σύντροφο της ζωής μας, και την οικογένειά μας και με τον κάθε συνάνθρωπό μας.
Σε ασύγκριτο βαθμό, τον σκορπούσε αυτόν τον πνευματικό πλούτο, της θεία χάριτος, ο Άγιος Νεκτάριος, στο πλήρωμα της εκκλησίας, πολύ δε περισσότερον ως διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, στους σπουδαστές της, καθώς αργότερα και στις μοναχές της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος
που ίδρυσε ο ίδιος στην Αίγινα.

Χριστιανοί μου,
η ζωή του Αγίου Νεκταρίου από τότε που έγινε επίσκοπος Πενταπόλεως, ήτο γεμάτη πίκρες, φθόνους, συκοφαντίες, προδοσίες, εξορίες, κατατρεγμούς, πειρασμούς και θλίψεις, και αρρώστιες πολλές.
Διαβάστε το βίο, κυκλοφορούν σε πολλά φυλλάδια και θα τον δείτε και θα θαυμάσετε.
Αλλά και η ΥΠΟΜΟΝΗ του όμως, ήτο απροσμέτρητος, Ιώβειος, αγόγγυστος, και Αγία, γι αυτό και ήτο όλος φώς, και όλος δόξα, και αυτό το φώς δεν ήτο ένας απλός φωτισμός του νου.
Αλλά άκτιστον ουράνιον φώς, που τον κάλυπτε ορατά ολόκληρον, και τον γέμιζε από ειρήνη, αγάπη, δόξα και δύναμη πίστεως, αυτήν που χρειαζόμαστε, στις δύσκολες ημέρες που έρχονται, όποιες κι αν είναι αυτές.
Το άκτιστον φώς, ως ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, πηγάζει μέσα από τις ΚΑΘΑΡΕΣ καρδιές, διότι μέσα σ’ αυτήν βασιλεύει ο Χριστός, ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ η βασιλεία του Θεού, βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος στην Αγία Γραφή, όπου ο Χριστός εκεί και το ανέσπερον, άκτιστον φώς, όπου ο Χριστός εκεί και ο Παράδεισος, εκεί και η βασιλεία Του.
Στον Άγιο Νεκτάριο, καρδιά και νους, ήταν ένα πράγμα, γι αυτό, επαναλάμβανε συχνά, «ζεί δε εν εμοί Χριστός, ζώ δε ουκέτι εγώ, ζεί δε εν εμοί Χριστός».

Όταν το 1962 μ' αξίωσε ο Θεός και πήγα για πρώτη φορά στον Άγιο Νεκτάριο, μόλις είχε αγιοποιηθεί, πρίν ένα χρόνο, δύο, συνάντησα εκεί, μια μοναχή Θεοδώρα, η οποία μάλιστα μας είχε και η ίδια, αγιογραφήσει τον Άγιο Νεκτάριο, όπως ακριβώς ήταν, όπως ήταν, -την έχουμε αυτήν την εικόνα, -
εκείνη η ευλογημένη ψυχούλα η μοναχή, μου εκμυστηρεύτηκε κάτι, αχ πάτερ μου λέει,
"Τι απέραντη ουράνια και ακατάληπτη ευτυχία, με καταλαμβάνει σε κάθε Θεία Λειτουργία του Αγίου, όταν βεβαιώνεται, ότι ακουμπάει η ψυχή μου, πνευματικά ακουμπάει η ψυχή μου στο στήθος του Χριστού, μέσω του Αγίου, ως άλλος αγαπημένος μαθητής απόστολος και Ευαγγελιστής του Κυρίου, Ιωάννης… "
Και ρώτησα εγώ, "και πώς γίνεται αυτό", -μεσάνυχτα εγώ τότε από τέτοια πράγματα-, να, μας έμαθε να λέμε και το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Όταν λοιπόν από τις πολλές φορές που το λέγω στη Θεία Λειτουργία, χωρίς να το καταλάβω, από μόνο του το κεφάλι μου γέρνει αριστερά, και σκύβει σκύβει και ακουμπά προς το μέρος της καρδιάς, όπως ακριβώς, διδάσκεται και η εφαρμογή, η πρακτική εφαρμογή της νοεράς προσευχής.
Και άλλοτε το βιώνω, το ίδιο πράγμα νοιώθω δηλαδή εκείνη τη στιγμή που γέρνει, το κεφάλι μου προς το μέρος της καρδιάς, γέρνει η ψυχή μου και ακουμπά στο στήθος του Κυρίου.
Και άλλοτε αυτό το βιώνω, στη Θεία Κοινωνία όταν επιστρέφω στη θέση μου.

Για κοιτάξτε τώρα ένα παράξενο πράγμα, την Κυριακή του Αγίου Δημητρίου, μια ψυχή από σάς, -είναι εδώ,- δε λέω άνδρας γυναίκα, λέω μόνο μια ψυχή, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, είδε λοιπόν γύρω μας, εδώ μέσα στο ναό, να παρευρίσκονται, -η ψυχή εννοεί,- όχι τα μάτια, όχι τα σωματικά μάτια, η ψυχή ένοιωσε την ώρα που έλεγε την ευχή και είχε κλειστά τα μάτια, ότι γέμισε από τους Αποστόλους, τον Πέτρο, τον Παύλο, τον Ιωάννη, τον Ιάκωβο, τον Ανδρέα και άλλους.
Επίσης τον Άγιο Νεκτάριο, τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, τον Μέγα Βασίλειο, τον Άγιο Χαράλαμπο, και άλλους πολλούς. Επίσης τον Άγιο Γεώργιο, πρώτα βέβαια τον Άγιο Δημήτριο, ήταν και του Αγίου Δημητρίου, τον Άγιο Στέφανο, τον Άγιο Μηνά, τον Άγιο Αρτέμιο και άλλους …
Εκατομμύρια μαρτύρους, μαζί με την Αγία Βαρβάρα, την Αγία Αικατερίνη την Αγία Παρασκευή, την Αγία Ειρήνη και άλλους και άλλους και άλλους …
Επίσης αισθάνθηκε και ολόκληρον τον αόρατο κόσμο, των αγγέλων και αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ, Θρόνων και Κυριοτήτων, και πάνω από όλους την Υπεραγία Θεοτόκο.
Εκείνη τη στιγμή, είδε να φεύγουν από δω μπροστά, κάτι παιδάκια, τα οποία τα αναγνώρισε γιατί ήταν εδώ καθισμένα, Ήταν η Λυδία της Ξένιας, ήταν ο Στέφανος ο δικός μου και ο Μηνάς, ήταν ο Μιχαλάκης του κυρίου Κώστα, και της Θυμίας, ήταν ο Τιμόθεος του κυρίου Λευτέρη, ήταν η Δήμητρα, -πού είναι η Δήμητρα;- , ήταν η Γεωργία της κυρίας Νίκης, ήταν μια Μαρία και άλλοι.
Τα οποία φύγαν όλα μαζί άνοιξε ο χώρος των ανδρών, εν μέσω των αποστόλων πήγαν στο θρόνο του Κυρίου, όπου εκάθητο ο Κύριος και έπεσαν στην αγκαλιά Του.
Τα παιδιά έπεσαν στην αγκαλιά Του, τα παιδάκια, τα άκακα, κάτω από δύο χρονών,
Δε θα θυμώνετε…
Αχ χριστιανοί μου πόσο θάθελα όλοι και εμείς, και σείς και μείς οι λειτουργοί του Υψίστου που σήμερα είμαστε τρείς, ο πατής Παναγιώτης, ο πατήρ Αντώνιος και εγώ ο βρωμερός, και ο καθένας χωριστά, να ένοιωθε, να ζήσει, να ζούσε, να βίωνε, με τρόπο καθαρά πνευματικό και ακατάλυπτο – ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ – όχι με το νού, όχι με φαντασίες, όχι με ψευδοφάνιες,
όχι με ψευδοκαταστάσεις και ανατριχιάσματα, όχι, αλλά με ουράνια θεωρία, να μπορεί να βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, την καρδιά του, να ακουμπά, στο θεανθρώπινο στήθος του Κυρίου μας, εδώ.
Και στη συνέχεια να καταφιλά, όπως εκείνα τα παιδάκια, που ακουμπούσαν στο στήθος Του, πώς όλα μαζί δεν ξέρω, και ύστερα άρχισαν να του φιλούν τα χεράκια και τα πόδια τα πανάχραντα του Κυρίου,
να μπορούσαμε και μείς νοερά, να το κάνομε αυτό όπως τόκανε στην πραγματικότητα και ο Μέγας Παϊσιος.
Θα αισθανόμασταν τότε ανέκφραστη μακαριότητα, "τι ευτυχία Θεέ μου" θα λέγαμε,
Δεν τα βιώνουμε όμως …
Να γιατί εκκλησιαζόμεθα, να γιατί εκκλησιαζόμαστε, Φύγαν όλοι οι νεαροί στην ηλικία των 14, 15, 16,
Τι πάς εκκλησία, αφού δε καταλαβαίνεις, πώς θα καταλάβει το ξερό σου το κεφάλι;
Αφού δε προσεύχεσαι.
Αφού σε όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, δε λές Χριστέ μου ελέησέ με, βοήθησέ με το σκοτισμένο μου μυαλό!
Σάμπως το λένε οι γονείς για τα παιδιά;
Εδώ βιώνουμε την ανθρώπινη τραγωδία μας, την αμαρτωλότητά μας, αλλά βιώνουμε όμως και την ελπίδα της σωτηρίας μας.

Αυτά πρόσφερε ο Άγιος Νεκτάριος σε κάθε Λειτουργία, στην Αγία Τριάδα στην Αίγινα, και όταν ο Άγιος λειτουργούσε, δεν συνέβαιναν μόνο αυτά που μου είπε και μου αποκάλυψε η αδελφή Θεοδώρα και το βρήκα ύστερα από 48 χρόνια αυτό το πράγμα γραμμένο σε ένα τριμμένο χαρτί, αλλά και στο Χερουβικό Ύμνο και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, έμπαινε ολόκληρος μέσα σε ένα φώς, τόσο φώς που δεν τον έβλεπε η γερόντισσα Μαγδαληνή που ήταν διάκονος τότε του Αγίου Νεκταρίου σύμφωνα με την μαρτυρία.

Φοβερόν το μυστήριον, και όλο αυτό το μεγαλείο της αποκαλύψεως της θείας λαμπρότητος,
εισέρχεται μυστικά στις καρδιές όλων μας όσων τις έχουν ανοικτές.
Από τα απροσπέλαστα εκείνα μυστήρια των ουρανίων Θείων Λειτουργιών του Αγίου Νεκταρίου, είθε ο Άγιος να δίδει, να δωρίζει σε όλους εμάς που εκκλησιαζόμαστε σε κάθε ναό της χώρας, μετά φόβου Θεού, πίστεως, αγάπης, υπομονής και ταπεινού φρονήματος, λίγες στιγμές Θεέ μου, λίγες, λίγες, λίγες στιγμές, λίγα δευτερόλεπτα, μας φτάνουν, λίγα δευτερόλεπτα, έστω και πέντε, να μας χαρίσει τη θεία μακαριότητα που ζούσε εκείνος, μπροστά στην Αγία Τράπεζα όταν έκανε ή όταν έκανε προσευχή, με τη βεβαιωμένη ελπίδα ότι θα τύχουμε όλοι μας, την σωτηρία μας, δυνάμει του θείου ελέους και της Σταυρικής Του Θυσίας.  Αμήν.

 
π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

ΠΗΓΗ: http://agia-varvara.blogspot.com/2008/10/blog-post_09.html 
 

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Μεγάλη Τρίτη και Τροπάριο της Κασσιανής...

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος.
Aκολούθησε τον Χριστό, το Σωτήρα της μαζί με τις άλλες μυροφόρες γυναίκες.
Από τότε υπήρξε η ζωή της οσιακή και η Εκκλησία μας την κατέταξε μεταξύ των Αγίων.


Η Αγία πάλι Κασσιανή, - ευτυχώς που κάποιος σήμερα, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης το ανεγνώρισε αυτό, και είπε ότι δεν έχει καμία σχέση η Αγία Κασσιανή με την αμαρτωλή που περιγράφεται στο δοξαστικό, διότι η Αγία Κασσιανή υπήρξε αγία γυναίκα και ποιήτρια.
Συνέθεσε βέβαια αυτό το δοξαστικό των αποστίχων που το ακούσαμε πριν από λίγο με τόση κατάνυξη. Και όχι μόνον αυτό, έγραψε και το δοξαστικό των Χριστουγέννων και κάνα δυο άλλα ακόμα τροπάρια από τη σημερινή εκκλησιαστική (υμνολογία).
Περιγράφει λοιπόν παραστατικά και πολύ ποιητικά και συγχρόνως θεολογικά και υψηλά, την αξία της έμπρακτης μετάνοιας και συνάμα βέβαια το αποτέλεσμα της αγάπης που κι αυτή η μετάνοια …. ώστε να συγχωρηθεί εξ όλων των αμαρτιών αυτής.
Παλαιότερα είχαμε ασχοληθεί με τον βίο της Αγίας Κασσιανής και είχαμε μάλιστα τονίσει πόσο παρεξηγημένη είναι αυτή η Αγία, αλλά από κείνους όμως που θέλουν να πλάθουν μύθους ή να πολεμούν την Εκκλησία.


Θέλω λιγάκι να σταθούμε στις αντιθέσεις που μας παρουσιάζουν τα ιερά αυτά κείμενα όπως τα ακούσατε. Ολόκληρη η σημερινή ακολουθία στέκεται πολύ δραματικά στα δύο αυτά πρόσωπα, για να τονίζει ιδιαιτέρως την μετάνοια και την πράξη της αμαρτωλής γυναίκας. Από τη μια μεριά η μετάνοια της πόρνης και από την άλλη πλευρά η προδοσία του Ιούδα. Και όμως το πρόσωπο του Ιούδα, είναι πολύ γνωστό, ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητάς και Αποστόλους του Κυρίου.
Για τρία ολόκληρα χρόνια ήταν κοντά Του. Και Τον έβλεπε, και Τον άκουγε στη θεϊκή Του διδασκαλία, έβλεπε ολόκληρη τη ζωή Του, ήταν κάθε μέρα μαζί Του, έβλεπε τα πολλαπλά Του θαύματα, και όταν απεστάλη μαζί με τους άλλους δώδεκα Αποστόλους, πήγε και αυτός, και δίδαξε, και πιθανόν δυνάμει της πίστεως και της δυνάμεως στο όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου του, να έκαμε και θαύματα όπως και άλλοι Απόστολοι, όπως ακριβώς μας το περιγράφουν τα ιερά Ευαγγέλια.
Και έζησε τόσα, τόσα πολλά, που ασφαλώς πολλοί από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης θα ήθελαν και να δούνε και να ζήσουν, όσα είδε και έζησε ο Ιούδας. Και όμως αυτός ο μαθητής και Απόστολος άφησε τον εαυτόν του να παρασυρθεί από βρώμικες σκέψεις που γέννησαν την φιλαργυρία, την κλοπή, το δόλο, την προδοσία, και τέλος ακολούθησε μετά την προδοσία η απελπισία και η αυτοκτονία.
Άλλωστε και η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει ότι ο Ιούδας, «κλέπτης ήν και τον γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζε.
Έτσι βλέπουμε λοιπόν την πρώτη αντίθεση. Την ευωδία που εξέπεμπε η μετάνοια της πόρνης γυναικός, και την δυσωδία που βγήκε από την πράξη της προδοσίας.


Η δευτέρα αντίθεση είναι μεταξύ σκότους και φωτός. Οι καλοί λογισμοί της μετανοίας της γυναικός εκείνης, φώτισαν το νου της και γέμισαν την καρδιά της από αγάπη και μετάνοια, αληθινή μετάνοια όμως. Οι κακοί λογισμοί της φιλαργυρίας σκότισαν το νου του Ιούδα και ακόμα πιο πολύ διαβολοποίησαν τη καρδιά του. Μπήκε δηλαδή ο διάβολος μέσα στην καρδιά του – το λέει και το Ιερόν Ευαγγέλιον. «Εισήλθε δε ο Σατανάς εις Ιούδαν τον επικαλούμενον Ισκαριώτην».


Μία άλλη αντίθεσις είναι το τι κρατάνε στα χέρια τους οι δυο τους. Η αμαρτωλή γυναίκα κρατάει στα χέρια της ένα μυροδοχείο, δηλαδή την ευωδία της μετανοίας, των καλών λογισμών, και έτσι μ’ αυτό το μυροδοχείο πλησιάζει τον Χριστόν. Ο Ιούδας κρατάει στα χέρια του από πρόθεση τα τριάκοντα αργύρια. Με αυτά λοιπόν πρόδωσε τον Κύριο. Αγγελική ευωδία από το ένα μέρος, σατανική κακοσμία από το άλλο μέρος. Έτσι στους αίνους που ακούσαμε πριν από λίγο, προβάλλονται αυτές οι δύο πράξεις που έγιναν ταυτόχρονα την Τετάρτη ημέρα πριν από το Πάσχα.
Μας λέγει λοιπόν το τροπάριο. «Ότε η» - της Αγίας Κασσιανής και αυτό – «ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις».
Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Τις ίδιες ώρες που πολλοί χριστιανοί προσφέρουν στο Σωτήρα Χριστό τη λατρεία τους, με ύμνους και ωδές πνευματικές, δηλαδή, με λίγη αγρυπνία, με λίγη νηστεία στο κατά δύναμιν, με λίγη προσευχή, με λίγη ορθοστασία, με λίγη κακοπάθεια, όσο μπορεί ο καθένας, τις ίδιες ώρες κάποιοι άλλοι, και είναι οι περισσότεροι δυστυχώς, ασεβείς και αθεόφοβοι, βλαστημάνε τον Χριστόν και με τα αμαρτωλά τους έργα και Τον προδίδουν και Τον αρνούνται. Που είναι … «οι δε εννέα πού;», ρώτησε ο Κύριος. Οι δε εννέα που; Πού είναι οι άλλοι ενενήντα εννιά»; Ένας στους εκατό είστε! Καταπατούν τις Ευαγγελικές εντολές, περιφρονούν τα μυστήρια της Εκκλησίας, και παρασέρνουν στο κακό και άλλες αδύνατες ψυχούλες. Έτσι συμβαίνει.


Έχουμε αντίθεση και στο φίλημα. Αφενός μεν το φίλημα της αμαρτωλής μετανοημένης γυναίκας που καταφιλούσε τα άχραντα πόδια του Κυρίου, και έχομε και το φίλημα του Ιούδα. Ο οποίος είπε μάλιστα ότι αυτόν που θα φιλήσω, αυτός είναι ο δάσκαλος. Πιάστε τον. Κι εκεί στον κήπο της Γεθσημανή εγένετο αυτό το έγκλημα. Της προδοσίας το φίλημα. Έψαλαν προηγουμένως οι ιεροψάλτες μας για τον Ιούδα. «Ω της Ιούδα αθλιότητος, εθεώρει την πόρνη φιλούσα τα ίχνη, και εσκέπτετο δόλω της προδοσίας το φίλημα», δηλαδή. Ενώ παρατηρούσε ο άθλιος Ιούδας την μετανοημένη πόρνη να φιλεί τα ίχνη, δηλαδή τα πέλματα των ποδιών του Κυρίου, συγχρόνως εσκέπτετο με δόλο το φίλημα της προδοσίας που θα πρόδιδε τον διδάσκαλό του.


Άλλη αντίθεσις. Πάλι από την υμνολογία. Το άπλωμα. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι η αμαρτωλή γυναίκα απλώνει τα μαλλιά της σαν ζητιάνα της αγάπης και ζητιανεύει την άφεσι των αμαρτιών. Απλώνει όμως και ο Ιούδας τα χέρια του, όχι προς τον Χριστόν, αλλά προς τους εχθρούς του Κυρίου, προς τους Φαρισαίους και Γραμματείς, και γίνεται και αυτός ένας ελεεινός ζητιάνος, ζητιανεύοντας τα τριάκοντα αργύρια. Να λοιπόν πως μας το έψαλαν προηγουμένως οι ψαλτάδες. «Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας τω Δεσπότη, ήπλωσεν και ο Ιούδας τας χείρας τοις παρανόμοις. Η μεν λαβείν την άφεσιν, ο δε λαβείν τα αργύρια».


Χριστιανοί μου είμαστε και εμείς όλοι ζητιάνοι. Και τι ζητιανεύουμε μέσα στη ζωή; Τι ζητιανεύουμε; Το καλό ή το κακό να ρωτήσω; Το δίκαιο ή το άδικο;
Δυστυχώς οι περισσότεροι από μας, ζητιανεύουμε και αρπάζουμε το κακό. Αρπάζουμε την πονηριά και την αδικία και όλων των ειδών τις αισχρές ηδονές.
Ζητιανεύουν οι περισσότεροι με κάθε μέσον, θεμιτό και αθέμιτο, τη συσσώρευση πολλών αγαθών.
Ζητιανεύουν και διψάνε για δύναμη και εξουσία, και καταστρέφουν ολόκληρο τον κόσμον.
Ζητούν ευκαιρίες για να εκδικηθούν τον διπλανό τους. Πιθανόν και τον αδελφό τους, τον συγγενή τους, και δεν ξέρω ποιόν άλλον.
Ή πολλές φορές, ζητιανεύουν για να τους ευχηθούν πολύ πολύ ευγενικά, «απ’ το Θεό να το ’βρουν».
Ζητιανεύουν λοιπόν κάθε ώρα για να κουτσομπολεύσουν και να κατακρίνουν. Και γενικά όλοι είμαστε ζητιάνοι της αμαρτίας. Με μέσα παράνομα και άδικα, με πράξεις αμαρτωλές, με πράξεις διεστραμμένες, με αρνήσεις, με βλαστήμιες και προδοσίες, και με τόσα και τόσα άλλα.


Αλλά εμείς όμως εδώ, που μαζευτήκαμε οι Ορθόδοξοι εδώ χριστιανοί, που παρακολουθούμε έτσι με συγκίνηση την πορεία αυτή προς τον Γολγοθά, μας δίνει πολλή την παρηγοριά, και είμαστε σ’ αυτούς που παρηγορούνται, διότι μας παρηγορεί η Εκκλησία αφού αφιέρωσε ολόκληρη την εκκλησιαστική της υμνολογία, στην πράξη αυτή της αμαρτωλής γυναίκας. Κάναμε πολλές φορές αναλύσεις.
Λοιπόν να ζητιανέψουμε για έλεος και αγάπη.
Να ζητιανέψουμε και μείς όπως και αυτή έλεος, για την άφεση των αμαρτιών μας.
Να ζητιανέψουμε έλεος για να διορθωθεί η ζωή μας, για να φύγουν οι αδυναμίες και τα πάθη μας.
Να ζητιανέψουμε για έλεος και υπομονή, για έλεος και για μετάνοια.
Για έλεος και απομάκρυνση απ’ τη ζωή μας όλα τα κακά του διαβόλου.


Κι ήθελα να τελειώσω μ’ ένα τηλεφώνημα.
- Εσείς είστε ο Τάδε.
- Μάλιστα.
- Θέλω να ζήσω. Θέλω να ζήσω. Μόλις χθες ήρθα από τη Νέα Υόρκη και μού ’παν για σας και θέλω να ζήσω. Σας προσφέρω πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ για να ζήσω. Να ζήσω… Πεθαίνω… Να ζήσω…
- Που μένετε; Πάρτε εκεί τον πατέρα Ηλία και προσφέρετε αυτές τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ σε χίλιες οικογένειες. Και ο Θεός μπορεί να κάνει θαύμα!
- Όχι, δεν πιστεύω σ’ αυτό. Δεν πιστεύω σε τίποτα, ούτε στα μυστήρια, ούτε σε τίποτα, σε τίποτα. Ούτε στην Εκκλησία, ούτε σ’ αυτό που λέτε εσείς μετάνοια, σε τίποτα! Εγώ θέλω μόνο να ζήσω!
- Πως θα ζήσεις χωρίς Θεό; Αφού στον Θεόν πορεύεσαι; Να τώρα η Εκκλησία μας αύριο θα θυμηθεί μια αμαρτωλή, μια πόρνη γυναίκα που σώθηκε κάτω από το βάρος πληθώρας αμαρτιών, - έχεις ακούσει για την Μαρία την Αιγυπτία; Έχεις ακούσει για την Οσία Πελαγία; Πούσαν γυναίκες του δρόμου, και όμως η Εκκλησία μας τις κατέστησε Άγιες και όσιες ύστερα από μετάνοια; Η μετάνοια σώζει!
- Όχι, εσύ θέλω να μου κάνεις ένα θαύμα για να ζήσω!
- Το θαύμα δεν θα γίνει αν δεν μετανοήσεις. Αν δεν καλέσεις εκεί κοντά σου τον πατέρα Ηλία, τον πατέρα Γεώργιο, τον πατέρα Σαράντη, τον πατέρα Νικόλαο, πούναι κει γύρω σου, αυτή τη στιγμή, και να μοιράσεις όλα αυτά τα λεφτά, σε κείνους που έχουν ανάγκη. Να βάψουν σήμερα ένα κόκκινο αυγό για να πουν μεθαύριο «Χριστός Ανέστη». Η αμαρτωλή γυναίκα σώθηκε. Εσύ δεν θα σωθείς, αν δεν μετανοήσεις. Τι να την κάνεις τη ζωή χωρίς μετάνοια και χωρίς Χριστόν;


«Οίστρος ακολασίας», είχε αυτή η γυναίκα. Κι όμως σώθηκε. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα της ψάλει η Εκκλησία, της ψάλει και την ξαναψάλει και την ξαναψάλει, και θα την ψάλει μέχρι της συντελείας των αιώνων. Παράδειγμα προς μίμησιν. Αν θέλουμε να ζήσουμε, να ζήσουμε μέσα στην αιωνιότητα. Όχι να προσφέρουμε λεφτά για να ζήσουμε τώρα. Πόσο άλλο να ζούσε; Αφού ήδη ήταν – δεν ξέρω μπορεί να πέθανε σε λίγες μέρες - ογδόντα ετών. Πόσο ακόμα θα ’θελε να ζήσει;
Χωρίς Χριστόν και χωρίς μετάνοια κανένας δεν μπορεί να ζήσει. Το επαναλαμβάνω. Και εάν εξασκήσουμε το εν χιλιοστό των δακρύων και της μετανοίας αυτής της γυναικός της οποίας ακούσαμε τόσα τροπάρια μαζί και το δοξαστικό, δεν θα σωθούμε.
Αλλά αν χύσουμε όμως ένα δάκρυ, ένα δάκρυ, ένα δάκρυ, θα βρούμε έλεος απ’ τον Θεόν, και θα κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών, όπως την κέρδισε και αυτή έτσι να την κερδίσουμε και μείς,
Αμήν.
..
( Απομαγνητοφωνημένη ομιλία π Στέφανου Αναγνωστόπουλου )

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Σκότωσα το παιδί μου!



π. ΣΤΕΦ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ.

Στη δεκαετία που ήμουν στον Άγιο Βασίλειο Πειραιώς, γύρω στα 1975-76, σε μιά Μαιευτική κλινική, μεταβαίνει μιά νεαρά κυρία, 27 περίπου ετών, και συναντά τον Διευθυντή της κλινικής, που ήταν γνωστός Γυναικολόγος, και του ζητά να κάμει τη γνωστή επέμβαση της εκτρώσεως έναντι μεγάλης αμοιβής. Ο γιατρός-μαιευτήρας, που ήταν άνθρωπος του Θεού, αρνήθηκε και της είπε:
Κυρία μου, η κλινική μου είναι φωλιά ζωής και δεν θα την κάνω σήμερα «σφαγείο».
-Είναι δικαίωμά μου, εγώ το ορίζω και εγώ θα το ρίξω.. Άλλωστε, σεις θα πληρωθείτε καλά. Μου φτάνει το ένα παιδί, άλλο δεν χρειάζομαι.
-Δεν γίνομαι συνένοχος στην αμαρτία σας. Μου το απαγορεύει ο όρκος που έδωσα ως γιατρός και η συνείδησίς μου! Ανταπάντησε ο ευσυνείδητος Γυναικολόγος. Και η ευκατάστατη κυρία έφυγε νευριασμένη, για να βρει άλλο γιατρό για την άμβλωση.
Από τότε πέρασαν δύο χρόνια. Ένα πρωϊνό ο γιατρός δέχθηκε στο ιατρείο του την επίσκεψι μιάς μαυροφορεμένης γυναίκας. Του φάνηκε γνωστή και την θυμήθηκε. Μαζί της ήταν και ο σύζυγός της, γνωστός μεγαλοεπιχειρηματίας.
-Γιατρέ, με θυμάστε; Είπε αργά και με πόνο η κυρία.
-Ναι, σας θυμάμαι. Αλλά γιατί φοράτε μαύρα και είστε τόσο καταβεβλημένη;
-Γιατρέ, με τιμώρησε ο Θεός! Μετά την έκτρωση, που έκανα τότε σε άλλη κλινική, ύστερα από ένα δίμηνο έχασα το μονάκριβο παιδί μου, τριών ετών, από καλπάζουσα λευχαιμία. Και που δεν πήγαμε, μέχρι την Αμερική φθάσαμε χωρίς κανένα αποτέλεσμα... Αργότερα είδα και τα χειρότερα. Λόγω της εκτρώσεως, υπέστη ζημιά η μήτρα μου και τώρα δεν μπορώ να κάνω παιδί, γι’ αυτό και ήρθα σε σας, για να με βοηθήσετε. Έσκυψε το κεφάλι της και άρχισε να κλαίει.
-Μη κλαίς κυρία μου. Θα προσπαθήσω ως γιατρός να σας βοηθήσω. Επιθυμώ όμως να κάνετε κάτι, που είναι σοβαρό και που θα βοηθήσει αποτελεσματικά στην ψυχοσωματική σας θεραπεία.
-Ό,τι θέλετε γιατρέ!
-Θα πάτε εντός της εβδομάδος πρώτα σ’ ένα καλό Πνευματικό, Εξομολόγο και μετά θα κάμετε αυτές τις ιατρικές εξετάσεις.
Πράγματι η κυρία πήγε (τότε ήταν ο Πνευματικός πατήρ Γεώργιος Πικριδάς, πολύ γνωστός και με κύρος) και τους έβαλε «κανόνα»:
με την κληρονομιά που θα έδιναν στο τρίχρονο αγοράκι που έχασαν, θα έκτιζαν μια νέα πτέρυγα σ’ ένα νοσοκομείο, όπου ήθελαν. Θα έκαναν όσα παιδιά θα τους χάριζε ο Θεός, χωρίς αναστολές και δισταγμούς. Θα εκκλησιάζονται, θα προσεύχονται, θα μελετούν την Αγία Γραφή, και θα μετέχουν στα μυστήρια της εκκλησίας, επίσης θα κάνουν αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους.
Πράγματι τήρησαν τις υποδείξεις του Πνευματικού και ύστερα από πέντε μήνες έμεινε έγκυος η κυρία και γέννησε ένα αγοράκι που πήρε το όνομα του πρώτου παιδιού της. Ακολούθησαν και άλλα τέσσερα. Συνολικά τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Και από τότε η κυρία αυτή κλαίει... από χαρά και ευτυχία!


Από το βιβλίο του π. Στεφ. Αναγνωστόπουλου, «ΠΝΕΥΜ. ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΥΣ», σελ.150.

ΠΗΓΗ: http://agiabarbarapatras.blogspot.com/2010/03/blog-post_9842.html