Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ




H EKKΛHΣIΑ MΑΣ, αγαπητοί μου, προσεύχεται πάντοτε, προσεύχεται κι αυτή την ώρα. Προσεύχεται εντόνως. στην αγία Γραφή υπάρχει προτροπή του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, που μας συνιστά την έντονο προσευχή· «Aγρυπνείτε», λέει, «εν παντί καιρώ δεόμενοι ίνα καταξιωθείτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι και σταθείναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου» (Λουκ. 21,36). «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε», λέει επίσης ο Kύριος (Mατθ. 26,41). Kαι ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει· «Aδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17). Προσεύχεται η Eκκλησία μας διαρκώς, ανα πάσαν ώρα. Δεν υπάρχει μόνο το κοσμικό ωρολόγιο, Δεν υπάρχει μόνο το ωράριο εργασίας του κόσμου· υπάρχει και το ωράριο προσευχής στο Θεό, η ώρα του Θεού. Προσεύχεται η Eκκλησία το πρωί στον όρθρο, προσεύχεται το μεσημέρι στις ώρες, προσεύχεται το απόγευμα στον εσπερινό, προσεύχεται το βράδυ στο απόδειπνο, προσεύχεται τα μεσάνυχτα στο μεσονυκτικό. Προσεύχεται όλες τις ημέρες. Kάθε ημέρα της εβδομάδος είναι αφιερωμένη σε κάποια μνήμη. H Δευτέρα λόγου χάριν είναι αφιερωμένη στη μνήμη των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων. H Tρίτη στη μνήμη του τιμίου Προδρόμου. H Tετάρτη στην ανάμνηση της προδοσίας. H Πέμπτη στη μνήμη των αγίων Aποστόλων. H Παρασκευή στην ανάμνηση της σταυρώσεως του Xριστού μας. Tο Σάββατο; Kάθε Σάββατο, που χτυπάει η καμπάνα, ο ιερεύς προσεύχεται υπέρ των νεκρών· το Σάββατο είναι ημέρα των νεκρών. Kαι τέλος η Kυριακή, η επίσημος και μεγαλοπρεπής ημέρα, είναι αφιερωμένη στην ανάσταση του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ο οποίος την ημέρα αυτή ανέστη εκ νεκρών και ζει εις τους αιώνας των αιώνων.
      Tην Kυριακή πρέπει να την τιμούμε όλοι. Kαι όμως δεν την τιμούμε. Eάν κρίνουμε από τα έργα μας, από την αισχρά συμπεριφορά που δείχνουμε την ημέρα αυτή, δεν υπάρχει Kυριακή. Ήταν κάποτε η Kυριακή. Tώρα θα έπρεπε να μην την ονομάζουμε Kυριακή, αλλά…διαβολική! Γιατί στον διάβολο την αφιερώνουν οι άνθρωποι. Tα μεγαλύτερα εγκλήματα, όπως βεβαιώνουν στατιστικές της αστυνομίας και των δικαστηρίων, γίνονται την ημέρα αυτή. Έπαυσε στον αιώνα αυτόν να τιμάται η ημέρα του Kυρίου.
      Σήμερα όμως είναι Σάββατο, ημέρα των νεκρών. Aλλά το σημερινό Σάββατο διαφέρει από όλα τα Σάββατα του έτους. Γι αυτό ονομάζεται Ψυχοσάββατο. Tι σημαίνει ψυχοσάββατο; H Eκκλησία μας στρέφεται με ιερά συγκίνηση στους τάφους και ενθυμείται τους νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Oι νεκροί είναι πολλοί. Oι νεκροί, που είναι θαμμένοι εδώ στα κοιμητήρια είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς που βρίσκονται στην πόλη Έχουμε δύο πόλεις· η μία αποτελείται από τους ζώντας, και η άλλη από τους κεκοιμημένους. H μικρα πόλης που αποτελείται από τους ζώντας πόσοι είμεθα; Mερικές χιλιάδες; Eίμεθα μειοψηφία. H μεγάλη πόλης, η απέραντος πόλις, είναι το νεκροταφείο. Πάνω από ένα εκατομμύριο είναι θαμμένοι εκεί μέσα. Eμείς είμεθα η μειοψηφία, αυτοί είναι πλειοψηφία. Aυτούς λοιπόν τους νεκρούς, που καθένας κατά διαφορετικό τρόπο απήλθαν από τον κόσμο τούτο, μνημονεύει σήμερα η Eκκλησία. Άλλοι από αυτούς πέθαναν νήπια ― και αυτά είναι τα μακάρια πνεύματα―, άλλοι πέθαναν γέροντες ασπρομάλληδες. Άλλοι πέθαναν μέσα στο σπίτι, και άλλοι έξω στους δρόμους ή στα βουνά. Άλλοι πέθαναν στην ξηρά, άλλοι στη θάλασσα. Άλλοι πέθαναν με φυσικό θάνατο, άλλοι από διάφορα δυστυχήματα ή τους έφαγαν τα θηρία της ερήμου. Όλους αυτούς ενθυμείται σήμερα η Eκκλησία. Eνθυμείται όμως και κάποιους άλλους. Ποιούς; Σύμφωνα με την παράδοση, πρέπει ο πιστός Xριστιανός, όταν περάσουν τρεις μέρες από το θάνατο, να τελεί μνημόσυνο, τα τριήμερα· όταν περάσουν εννέα ημέρες, τα εννιάμερα· όταν περάσουν σαράντα ημέρες, τα σαράντα κ.λπ.. Έχουν σημασία αυτά. δεν είναι τώρα η ώρα να σας εξηγήσω, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ή στο χρόνο, ή στα τρία χρόνια κ.λπ.. Tώρα δυστυχώς πάνε κι αυτά, λησμονήθηκαν. Tώρα λησμονούν και τους νεκρούς! Αν πάτε στην Iαπωνία, θα δείτε ότι τιμούν πολύ τους νεκρούς. Tα νεκροταφεία τους είναι περιβόλια, άλση ωραιότατα. Kαι όταν βαπτίζονται ή όταν στεφανώνονται, τις σπουδαιότερες δηλαδή στιγμές της ζωής των, οι Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στα νεκροταφεία και προσεύχονται στους τάφους των νεκρών. Eμείς…· θα έλεγα σκληρά λέξη, αλλά δεν την λέω. Kτηνώδης είναι η κατάστασης. Γινήκαμε αγριώτεροι των πάντων. Λησμονήσαμε τους νεκρούς. Xορτάριασαν τα μνήματα. Aπαισία είναι η όψις των νεκροταφείων μας ―πλήν ελαχίστων―, ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια δεν τους πάμε. Παίρνει το παιδί ή το εγγόνι την περιουσία εκείνων, που κοπίασαν για να ζει αυτός τώρα ευτυχής, και δεν τους ανάβει ένα κερί. Yπάρχουν πολλοί κεκοιμημένοι που τους έχουν λησμονήσει οι πάντες. Aλλ’ εδώ είναι το μεγαλείο της Eκκλησίας. Eάν όλος ο κόσμος τους λησμονεί, δεν τους λησμονεί όμως η μάνα· ναί, η μάνα. Ποιά είναι η μάνα, ειδικώς σ’ εμάς τους ΄Eλληνες; Eάν για αλλους λαούς των Bαλκανίων, τους Σέρβους και τους Pουμάνους και τους Bουλγάρους και τους Pώσους που είναι κι αυτοί ορθόδοξοι, εαν γι’ αυτούς η Eκκλησία είναι μια φορά μάνα, για εμάς τους Έλληνες είναι χίλιες φορές μάνα, η «γλυκειά μάνα» μας, όπως έλεγε ο Kρυστάλλης. Αυτή η μάνα λοιπόν δεν λησμονει τα παιδιά της. Αν σε λησμονήσει ο άντρας, σε λησμονήσει η γυναίκα, σε λησμονήσει το παιδί σου, η Eκκλησία δεν σε λησμονεί. Tέτοια αγία ημέρα αναπέμπει δέηση υπέρ όλων των νεκρών, και ιδίως των νεκρών εκείνων τους οποίους λησμόνησαν οι συγγενείς των και δεν τελούν μνημόσυνα. Yπέρ όλων αυτών τελεί σήμερα το μνημόσυνο.
       Aλλα κ’ εμείς οι ζώντες ας προετοιμαζώμεθα για την ημέρα εκείνη, την ημέρα του θανάτου. Mή φανούμε αμελέστεροι από τους ειδωλολάτρες προγόνους μας. Γιατί υπήρχαν προ Xριστού Xριστιανοί, όπως υπάρχουν και μετά Xριστόν ειδωλολάτρες. Προ Xριστού Xριστιανοί; Περίεργο πράγμα! Mάλιστα. Προ Xριστού Xριστιανός ήταν λ.χ. ο Φίλιππος ο Mακεδών, ο ένδοξος βασιλεύς, ο πατέρας του Mεγάλου Aλεξάνδρου. δεν ήτο Xριστιανός βαπτισμένος, αλλ’ όμως τι έκανε; Eίχε ορίσει ένα στρατιώτη του πρωί – πρωί να παρουσιάζεται ενώπιόν του και να του δίνει αναφορά, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, και να του λέει· «Φίλιππε, μέμνησο ότι θνητός ει»· Φίλιππε, θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Tώρα εμείς σβήσαμε ακόμα και τις ταμπέλες των καταστημάτων που κατασκευάζουν φέρετρα, για να μη μας ενοχλεί ο θάνατος. Kαι τις κηδείες τις ονομάσαμε τελετές· «γραφεία τελετών» γράφουν, όχι «γραφεία κηδειών». Kαι όμως ο θάνατος έρχεται. Έρχεται ως αστραπή και κεραυνός, ως τρομακτική βροντή και αιφνίδιος σεισμός. «Όρος φιλοσοφίας», έλεγε ο Aριστοτέλης, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, είναι η «μνήμη θανάτου»· για να εμβαθύνει δηλαδή κανείς στη σοφία, πρέπει να θυμάται το θάνατο. H μνήμη του θανάτου επαναφέρει σε τάξη τον άνθρωπο και δημιουργεί μέσα του κατάνυξη και σωτηρία.
      Tη μνήμη λοιπόν του θανάτου υπενθυμίζει σήμερα η Eκκλησία μας σ’ εκείνους που έρχονται για το Ψυχοσάββατο στην εκκλησία. Ω Ψυχοσάββατο στη Pούμελη, στο Mοριά, στη Mακεδονία, στα νησια τα ευλογημένα, σε κάθε γωνία της Eλληνικής γής! Oλοι την ημέρα αυτή τρέχανε με τα κόλλυβα από νωρίς στην εκκλησία. Tελειώνοντας ευχόμεθα σε όλους· N’ αναπαύσει ο Θεός «εν σκηναίς δικαίων» όλους τους νεκρούς, κ’ εμάς να μας αξιώσει τέλους χριστιανικού, σύμφωνα με την ωραία ευχή της Eκκλησίας μας «Xριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Xριστού». Aμήν.

 † επίσκοπος Αυγουστίνος (ι. ναός Αγίου Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης, Ψυχοσάββατον 12-2-1977)


Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΛΟΥΚΑ ΤΟΝ ΙΑΤΡΟ.


 Απολυτίκιον. Ήχος βαρύς.
Μετεμορφώθης εν τω όρει, Χριστέ ο Θεός, δείξας τοις Μαθηταίς σου, την δόξαν σου καθώς ηδύναντο, λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς, το φως το αΐδιον, πρεσβείαις της Θεοτόκου, Φωτοδότα δόξα σοι.
Κοντάκιον. Αυτόμελον. Ήχος βαρύς.
Επί τού όρους μετεμορφώθης, και ως εχώρουν οι Μαθηταί σου την δόξαν σου, Χριστέ ο Θεός εθεάσαντο, ίνα όταν σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν, ότι συ υπάρχεις αληθώς, τού Πατρός το απαύγασμα.

Η μεγάλη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου μας δίνει την αφορμή να θυμηθούμε τα λόγια του Κυ­ρίου μας Ιησού Χριστού:
«Ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστι; τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ' εμαυτού ου λα­λώ. ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα. Πι­στεύετέ μοι ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί. ει δε μη, διά τα έργα αυτά πιστεύετέ μοι» (Ιωάν. 14, 10-11).

Μεγάλα και αμέτρητα ήταν τα θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: με ένα μόνο λόγο του ανέστησε την κόρη του Ιαείρου, του αρχισυναγώγου, τον γιο της χήρας της Ναΐν, ακόμα και τον Λάζαρο, ο οποίος ήταν στον τάφο τέσσερεις ολόκληρες ημέρες. Με ένα λόγο του μόνο επιτίμησε τους ανέμους και τα κύματα της λίμνης Γεννησαρέτ και έγινε απόλυτη γαλήνη. Με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς γυναίκες και παιδιά, και με τέσσερα ψωμιά τέσσερεις χιλιάδες.

Ας θυμηθούμε πως κάθε μέρα θεράπευε τους ασθενείς, γιατρεύοντας κάθε είδους ασθένεια, έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα από τους δαιμονιζομένους. Πως ξαναέδινε την όραση στους τυφλούς και την ακοή στους κουφούς με ένα μόνο άγγιγμά του. Δεν φτάνουν αυτά;

Όλα αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για τους ανθρώπους οι οποίοι τον ζήλευαν, για τους ανθρώπους για τους οποίους ο μέγας προφήτης Ησαΐας είπε:

«Ακοή ακούσετε και ου συνήτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε. επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσί βαρέως ήκουσαν, και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν, μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι και επιστρέψωσι, και ιάσομαι αυτούς» (Ματθ. 13, 14-15).

Σε όλα αυτά, τα οποία όμως δεν ήταν αρκετά για τους βαρήκοους ανθρώπους και με τα συσκοτισμένα μάτια, πρόσθεσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το μέγα θαύμα της Μεταμορφώσεώς Του στο όρος Θαβώρ. Σ' αυτόν, που έλαμψε με ένα εκθαμβωτικό θείο φως, εμφανίστηκαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας και προσκύνησαν τον δημιουργό του νόμου. Με φόβο και τρόμο έβλεπαν το θαυμαστό αυτό θέαμα οι εκλεκτοί απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης. Και μετά από τη νεφέλη, που τους σκέπασε, ακούστηκε η φωνή του Θεού:

«Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. αυτού ακούετε» (Ματθ. 17, 5).

Οι άγιοι απόστολοι κήρυξαν σ' όλο τον κόσμο, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι «αληθώς, του Πατρός το απαύγασμα».

Ο κόσμος ολόκληρος, όταν το άκουσε, θα έπρεπε να γονατίσει μπροστά στον Κύριο Ιησού Χριστό και να προσκυνήσει τον Αληθινό Υιό του Θεού.

Θα έπρεπε η εμφάνιση στο Θαβώρ των δύο πιο μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η προσκύνηση του Κυρίου Ιησού Χριστού κατά την μεταμόρφωσή του, να κλείσει για πάντα τα βδελυρά χείλη των γραμματέων και των φαρισαίων, οι οποίοι μισούσαν τον Κύριο Ιησού και τον θεωρούσαν παραβάτη του νόμου του Μωυσή. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν πιστεύουν οι Εβραίοι ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας.

Όχι μόνο οι Εβραίοι δεν τον πιστεύουν, αλλά και για πολλούς χριστιανούς όλο και περισσότερο θαμπώνει το θείο φως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ακόμα μικρότερο γίνεται το μικρό ποίμνιο του Χριστού για το οποίο το θείο φως του Χριστού λάμπει με την ίδια δύναμη με την οποίαν έλαμψε στους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τότε στο όρος Θαβώρ.

Όμως να μην απελπιζόμαστε, επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε:

«Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον. ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λουκ. 12, 32).

Η απιστία μεταξύ των λαών έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις και το φως του Χριστού επισκιάστηκε από το σκοτεινό νέφος της αθεΐας. Σήμερα πιο συχνά από ποτέ ενθυμούμαστε το φοβερό λόγο του Χριστού:

«Πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκ. 18, 8).

Να μην απελπιζόμαστε όμως, επειδή Εκείνος, λέγοντας για τα σημεία της δευτέρας παρουσίας του, είπε:

«Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφάλας υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υ­μών» (Λουκ. 21, 28).

Να είναι, λοιπόν, η ζωή σας τέτοια ώστε την φοβερή ημέρα της Κρίσεως να μπορέσουμε να σηκώσουμε το κεφάλι μας και όχι να το σκύψουμε βαθειά απελπισμένοι. Αμήν.


ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ, Ο ΡΩΣΟΣ

ΠΗΓΗ: http://agiostherapon.blogspot.com/2010/08/blog-post_05.html 

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Ναυπάκτου Ιερόθεος: "οι μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων"...



Τον τελευταίο καιρό επιτείνεται μια τάση που παρετηρείτο και παλαιότερα, δηλαδή επικρατεί μια «φρενίτις» μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων και μάλιστα των λειτουργικών ευχών με απρόβλεπτες συνέπειες.
Μια από τις συνέπειες, η χαρακτηριστικότερη, είναι να δημιουργούνται νέες ευχές της θείας Λειτουργίας, με την χρησιμοποίηση ομηρικών λέξεων. Δηλαδή, ενώ μερικές κινήσεις απλοποιούν τις ευχές στην λειτουργική γλώσσα, άλλες τις «εμπλουτίζουν» με ομηρικές λέξεις, πράγμα που δεν έκαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας που γνώριζαν πολύ καλά και τον Όμηρο.
Θεωρώ ότι όλη αυτή η νοοτροπία πρέπει να αντιμετωπισθή από την Ιερά Σύνοδο, γιατί οι αυθαιρεσίες πρέπει να σταματήσουν. Στις ημέρες μας επιχειρείται αυτό που δεν γινόταν επί Τουρκοκρατίας, αν και τότε το μορφωτικό επίπεδο ήταν χαμηλό, ενώ σήμερα υψηλό.
Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που έχουν διατυπωθή από πολλούς εναντίον της μεταφράσεως των λειτουργικών ευχών, ακόμη και τότε που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προσπάθησε να εισαγάγη την παράλληλη ανάγνωση των βιβλικών κειμένων και στην δημοτική γλώσσα και όπως είναι γνωστόν ο ίδιος αντιλήφθηκε την ζημιά που γινόταν στην ενότητα της Εκκλησίας και επανέφερε τα πράγματα στα παραδεδομένα. Πόσον μάλλον θα προκαλέση ζημιά η νέα τάση το να αλλοιώνωνται τα κείμενα της θείας Λειτουργίας, των ιερών Μυστηρίων και άλλων λειτουργικών κειμένων και να εισάγεται η δημοτική γλώσσα όχι παράλληλα με το πρωτότυπο κείμενο, αλλά αποκλειστικά. Κινδυνεύουμε να δούμε σχίσματα μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας μας.
Παρακάμπτοντας πολλά επιχειρήματα κατά της εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας στην θεία Λατρεία που ήδη έχουν διατυπωθή, θα αρκεσθώ μόνον στο να τονίσω ότι μια τέτοια προσπάθεια συνιστά έλλειμμα αληθινής ορθόδοξης θεολογίας, για να μην εκφρασθώ πιο σκληρά. Δείχνει ότι δεν υπάρχει η στοιχειώδης ορθόδοξη θεολογία, η μάλλον με τέτοιες ενέργειες εκφράζεται μια επιφανειακή ορθόδοξη θεολογία, που στηρίζεται στην πρακτική ωφελιμότητα. Η νοοτροπία αυτή ξεκινά από μια ποιμαντική ανάγκη, αλλ' όμως επιλέγεται η πιο εύκολη λύση. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια επιρροή από τον δυτικό σχολαστικισμό.
Ουσιαστικά, αυτή η νοοτροπία συνδέεται με τον «τελευταίο πειρασμό» του Χριστού που αντιμετώπισε επάνω στον Σταυρό από τους παρευρισκομένους εκεί: «σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού... ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ» (Μαρκ. ιε΄ 30-32).
Όπως οι σύγχρονοι του Χριστού Ιουδαίοι, και μάλιστα οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς, ήθελαν να κατεβή ο Χριστός από τον Σταυρό για να πιστεύσουν σε Αυτόν ότι είναι υιός του Θεού, ουσιαστικά ενέπαιζαν τον Χριστό, έτσι και τώρα με την πράξη της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, κατά κάποιον τρόπο, θέλουν να κατεβάσουν την γνώση της θείας Λειτουργίας στο λογικό επίπεδο και όχι στην βίωση του μυστηρίου του Σταυρού. Ο Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ έλεγε: «Ο Σταυρός είναι η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας».
Όμως, όπως ο Χριστός δεν ικανοποίησε αυτό το αίτημα και παρέμεινε στον Σταυρό, σώζοντας έτσι τους ανθρώπους από τον θάνατο, έτσι και εδώ, τηρουμένων των αναλογιών, πρέπει η θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια να παραμείνουν στο ύψος της ορθοδόξου θεολογίας, που είναι εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως, και όχι να κατεβούν στο επίπεδο της νοησιαρχίας, του ορθολογισμού.
Λυπάμαι που κάνω αυτήν την αναφορά, αλλά θα προσπαθήσω να το επεξηγήσω με τα ακόλουθα.

1. Η γλώσσα των συμβόλων.

Μέσα στην θεία λατρεία εκτός από την λεκτική γλώσσα υπάρχει και η γλώσσα των συμβόλων, δια της οποίας γίνονται κατανοητά και όσα δεν μπορούν να κατανοηθούν δια της γλωσσικής διατυπώσεως, η οποία ούτως η άλλως δεν είναι αρκετή για την πλήρη κατανόηση των λεγομένων και γιγνομένων.
Η γλώσσα των συμβόλων βιώνεται με το άναμμα του κεριού, τον ασπασμό των ιερών εικόνων, τις κανδήλες που φωτίζουν με το ιλαρό φως τους, τα ιερά σκεύη και όλα τα ευρισκόμενα και τελούμενα στον Ιερό Ναό, με τον τρόπο που γίνεται η Μικρά και η Μεγάλη Είσοδος, με την τυπική διάταξη των ιερών Ακολουθιών, με τις ιερατικές κινήσεις και ευλογίες κ.α.
Αξίζει να σημειωθή ότι ο Ιερεύς προκειμένου να εκφωνήση την αποστολική ευλογία ή να ειρηνεύση, συγχρόνως ευλογεί και δια της χειρός τους παρευρισκομένους, οπότε η γλώσσα των λέξεων συμπληρώνεται με την γλώσσα των συμβόλων. Υπάρχει δε περίπτωση κάποιος να δη την Χάρη της ευλογίας, όπως συνέβη με έναν Τούρκο, τον Αχμέτ, ο οποίος δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αλλά είδε τον Πατριάρχη να ευλογή και δια της ευλογίας είδε τις ακτίνες της θείας Χάριτος να εκπορεύωνται από την ευλογούσα χείρα του και να κατευθύνωνται στις κεφαλές όλων των παρισταμένων Χριστιανών, εκτός της δικής του, πράγμα που τον έκανε να πιστεύση στον Χριστό, να βαπτισθή και στην συνέχεια να μαρτυρήση.
Μέσα στην θεία Λειτουργία και μόνον με την γλώσσα των συμβόλων μπορεί να συμμετάσχη το μικρό παιδί, ο κωφάλαλος, αλλά και εμείς όταν συμμετέχουμε σε θεία Λειτουργία που γίνεται σε ξένες γλώσσες, τις οποίες δεν κατάνοούμε λογικά. Η ταύτιση της συμμετοχής μας στην θεία Λειτουργία η την λατρεία μόνον με την λεκτική γλώσσα, παραθεωρώντας την σημασία της συμβολικής γλώσσας, ουσιαστικά θεωρεί ότι πολλές κατηγορίες Χριστιανών δεν συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία.
Επομένως, η υποτίμηση της γλώσσας των συμβόλων και η υπερτίμηση της λογικής επεξεργασίας στην μέθεξη της θείας λατρείας αποτελεί σοβαρό θεολογικό πρόβλημα.

2. Η λογικοκρατική θεώρηση της λατρείας.

Η μετάφραση ευχών με σκοπό να κατανοηθή η θεία Λειτουργία, αναποδράστως οδηγεί στην άποψη ότι εκλαμβάνεται η λογική ως κέντρο της εκκλησιαστικής και μυστηριακής ζωής, πράγμα που συνιστά την λογικοκρατία και τον ορθολογισμό.
Λέγοντας αυτά, γνωρίζω ότι άλλο είναι ο ορθός λόγος που είναι απαραίτητος για την συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων, για την συγκρότηση και διάρθρωση της σκέψεως σε λογικά σχήματα, σε προτάσεις και την χρησιμοποίηση των λέξεων, και άλλο είναι ο ορθολογισμός που θεωρεί κέντρο όλων των πραγμάτων την λογική και δι' αυτής ερμηνεύει ακόμη και όσα έχουν σχέση με τον Θεό και τον άνθρωπο.
Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνον την λογική ενέργεια, αλλά έχει και άλλες ενέργειες, όπως την νοερά ενέργεια, την φαντασία, την αίσθηση κλπ. Ακόμη, η λογική δεν είναι πηγή της γνώσεως, ακόμη και για τα ανθρώπινα πράγματα. Γι' αυτό και στην επιστήμη αναπτύχθηκε η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη» που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο «δύο μυαλά», ήτοι η λογική και το συναίσθημα και θεωρεί ότι είναι αναπηρία το να απολυτοποιή κανείς μόνον την λογική. Αυτό αποδεικνύεται και από την απεικόνιση του εγκεφάλου.
Επίσης, στις ημέρες μας αναπτύχθηκε και η λεγομένη υπαρξιακή φιλοσοφία και ψυχολογία, που θεωρούν ότι πέρα από την λογική υπάρχουν και άλλες λειτουργίες στο ανθρώπινο πρόσωπο. Εδώ βρίσκεται και το λάθος του διαφωτισμού, όπως απέδειξε αργότερα ένα άλλο ρεύμα ο ρομαντισμός, και αργότερα η μετανεωτερικότητα, που κατέρριψε την αυθεντία της λογικής.
Εάν αυτό συμβαίνη στα ανθρώπινα πράγματα, πολύ περισσότερο συμβαίνει στην ορθόδοξη θεολογία. Είναι γνωστόν ότι η άποψη ότι κέντρο της θείας γνώσεως είναι η λογική και η επεξεργασία που γίνεται από αυτήν, δημιούργησε τον σχολαστικισμό και όλο αυτό το σχολαστικό-ορθολογικό σύστημα που συναντούμε στον Θωμά τον Ακινάτη και μάλιστα στο έργο του «Summa Theologica».
Διαποτισμένος και ο Βαρλαάμ από τον δυτικό σχολαστικισμό έφθασε σε έναν αγνωστικισμό και ακόμη υποτιμούσε τις Αποκαλύψεις του Θεού και γι' αυτό θεωρούσε τους αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους ανώτερους των Προφητών και των Αποστόλων. Θεωρώντας ότι η λογική είναι το ευγενέστερο στοιχείο του ανθρώπου που δόθηκε από τον Θεό, έθετε σε υποδεέστερη θέση τις οράσεις των Προφητών, που τις θεωρούσε «χείρω της ημετέρας νοήσεως».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κονιορτοποίησε κυριολεκτικά το σημείο αυτό, γιατί, όπως δίδαξε, οι οράσεις των Προφητών, το άκτιστο Φως που είδαν οι Μαθητές στο Όρος Θαβώρ είναι μεγάλη αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού στον άνθρωπο. Οπότε οι αγράμματοι Μαθητές αποδείχθηκαν ανώτεροι από τους φιλοσόφους που είχαν έντονη λογική.
Παρέθεσε μάλιστα πλήθος αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, όπως και το εκπληκτικό χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι οι ορθόδοξοι θεολογούν «αλιευτικώς (όπως οι αγράμματοι Απόστολοι που ήταν αλιείς) και όχι αριστοτελικώς». Είναι δε κλασσικό το απόφθεγμα του ίδιου Αγίου: «θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι (=στοχασθήναι) δε αδυνατώτερον». Δεν μπορεί κανείς με την λογική να κατανοήση τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου και στην συνέχεια η λογική διατυπώνει, όσον είναι δυνατόν, αυτήν την Αποκάλυψη.
Το εκπληκτικό σύγγραμμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «Περί των ιερώς ησυχαζόντων», οι λεγόμενες «Τρεις τριάδες», αναλύει διεξοδικώς το θέμα αυτό και ουσιαστικά έχει κατοχυρωθεί συνοδικά.
Η άποψη ότι απαιτείται η λογική κατανόηση των λειτουργικών κειμένων για να συμμετέχουμε στην θεία λατρεία και να αποκτήσουμε την γνώση του Θεού αποκλείει τους αγραμμάτους από την λατρεία και την θεογνωσία, στερεί τα βρέφη, τα νήπια και τα παιδιά από την λατρεία και την θεία Κοινωνία.
Ο δυτικός σχολαστικισμός είναι εκείνος που οδήγησε στην πρακτική της αποσυνδέσεως του μυστηρίου του Βαπτίσματος από το μυστήριο του Χρίσματος και κατ' επέκταση από το μυστήριο της θείας Κοινωνίας μέχρι την εφηβεία. Η βάση αυτής της πρακτικής είναι ότι για να δεχθή το παιδί το Χρίσμα και να λάβη την θεία Κοινωνία πρέπει να κατανοή με την λογική του τα γινόμενα.
Εμείς χρίουμε τα βρέφη και τα κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, γιατί γνωρίζουμε από την θεολογία μας ότι και τα βρέφη λαμβάνουν την Χάρη του Θεού και πριν αναπτυχθή ο εγκέφαλος και η λογική, αφού και τότε ενεργεί μέσα τους η νοερά ενέργεια. Ακόμη και τα έμβρυα μπορούν να λαμβάνουν το Άγιον Πνεύμα, όπως έγινε με τον Τίμιο Πρόδρομο, που όταν ήταν έμβρυο έξι μηνών έγινε από τότε Προφήτης και κατέστησε και την Μητέρα του Προφήτιδα, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.
Αισθάνομαι ότι μια σχολαστική νοοτροπία επιχειρείται να εισαχθή στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων, ότι πρέπει να καταλαβαίνουμε τα κείμενα λογικά για να συμμετέχουμε, πράγμα που ανατρέπει την βασική θεολογική αρχή περί της διπλής μεθοδολογικής γνώσεως, σύμφωνα με την οποία με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την κτιστή αλήθεια και με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την άκτιστη αλήθεια, τον Θεό, και μετέχει αυτής. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει μια ενιαία αλήθεια για τον Θεό και τον κόσμο, και δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος γνώσεως του Θεού και του κόσμου, όπως υπεστήριζε στην πράξη ο δυτικός σχολαστικισμός.
Επομένως, η λογικοκρατική θεώρηση της θείας Λατρείας εισάγει ένα είδος σχολαστικισμού στην ορθόδοξη θεολογία.

3. Η λογική και νοερά λατρεία.

Συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η λατρεία της Εκκλησίας διαιρείται σε λογική λατρεία και νοερά λατρεία και ο άνθρωπος που ζη πραγματικά μέσα στην Εκκλησία μπορεί να μετέχη παράλληλα και στις δύο λατρείες. Αυτή είναι η βάση του ορθοδόξου ησυχασμού, της ορθοδόξου νηπτικής ζωής. Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου είναι λογική και νοερά. Κατ' επέκταση υπάρχει η λογική λατρεία και η νοερά λατρεία.
Από την παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι τα βρέφη έχουν νοερά ενέργεια, δια της οποίας μπορούν να βλέπουν αγγέλους και αγίους, ενώ δεν έχει ακόμη αναπτυχθή η λογική λειτουργία του εγκεφάλου, που θα τελειοποιηθή αργότερα, καθώς το παιδί θα μεγαλώνη.
Έτσι, κατά την θεία Λειτουργία δεν αρκεί μόνον η ανάπτυξη της λογικής λειτουργίας, αλλά κυρίως η ανάπτυξη της νοεράς λειτουργίας. Δηλαδή, η μετάφραση της αποστολικής ευλογίας στην δημοτική γλώσσα, ως «η Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί σας», δεν θα μπορέση ποτέ να δώση στον άνθρωπο να καταλάβη λογικώς τι είναι Χάρη του Κυρίου, η αγάπη του Θεού Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, τι είναι ο Τριαδικός Θεός και πως μπορούμε να μεθέξουμε της Χάριτός Του.
Αυτή η γνώση είναι θέμα νοεράς καρδιακής εμπειρίας. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για αρραβώνα που δίνεται στην καρδιά: «Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β΄  Κορ. α΄ 21-22).
Άλλωστε, ο Χριστός στους μακαρισμούς Του τόνισε την απαραίτητη προϋπόθεση της καθαρής καρδιάς για την όραση του Θεού και όχι την έξαψη της λογικής: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε΄ 8). Το ίδιο συναντούμε και στις επιστολές των Αποστόλων, όπου γίνεται λόγος για την καρδιά ως προϋπόθεση και βάση της θεοπτίας.
Είναι δε γνωστόν ότι ο Χριστός όταν εμφανίσθηκε στους Μαθητές Του «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ΄ 45). Η γνώση του μυστηρίου που εκφράζεται με λέξεις γίνεται στον νου του ανθρώπου δια της Αποκαλύψεως του Θεού. Αυτό το βλέπουμε εμφανώς στην ευχή προ του Ευαγγελίου: «Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς (τον νου) εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν... Συ γαρ ει ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών...».
Ο βασικός σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να κατανοήση λογικώς τις λέξεις, αλλά να εισέλθη στο βάθος του μυστηρίου, να βιώση και να μεθέξη την κένωση του Υιού και Λόγου του Θεού, δια της αποκαλύψεως του Θεού στην καθαρή καρδιά του. Γι' αυτό και η αποφατική θεολογία είναι «ο Γολγοθάς της ανθρώπινης λογικής».
Αυτό σημαίνει ότι η θεία Λειτουργία, που είναι λογική λατρεία, συνδέεται στενά και με την νοερά λατρεία. Άλλωστε, η Βασιλεία του Θεού για να την οποία κάνουν λόγο πολλοί σύγχρονοι ερμηνευτές και ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι, που είναι η φανέρωση και η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού, δεν είναι υπόθεση λογικής επεξεργασίας, αλλά υπόθεση καθαρού νοός και καθαράς καρδίας.
Τα βρέφη, τα παιδιά και οι Άγιοι συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία, κάνοντας νοερά λατρεία μπορεί να βλέπουν υπερκόσμια χοροστασία, για την οποία ομιλούν οι Άγιοι, μπορεί να βλέπουν αγγέλους, ενώ όσοι στηρίζονται στην λογική κατανόηση των λέξεων έχουν πλήρη άγνοια της γνώσεως του Μυστηρίου.
Στην βιογραφία του αγίου παπα-Νικόλα Πλανά διαβάζουμε ότι ένα παιδάκι που είχε ανεπτυγμένη την νοερά ενέργεια έβλεπε τον λειτουργούντα άγιο παπα-Νικόλα να υπερυψούται του εδάφους, και το φώναξε με ενθουσιασμό στην μητέρα του. Θεωρώ ότι το παιδάκι αυτό μετείχε της θείας Λειτουργίας πραγματικά, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τις λέξεις, ενώ οι άλλοι που πρόσεχαν με την λογική απλώς παρακολουθούσαν. ΄Η για να εκφρασθώ με άλλον τρόπο, δεν μπορώ να αποκλείσω το παιδάκι αυτό από την μέθεξη της λατρείας, επειδή δεν μπορούσε να κατανοήση τις λέξεις. Μάλλον θεωρώ ότι μετείχε της θείας Λειτουργίας καλύτερα από άλλους εγκρατείς φιλολόγους που γνωρίζουν την ετυμολογία και την έννοια των λέξεων.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «η ικανότης ημών εκ του Θεού, ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β΄  Κορ. γ΄ 5-6).
Επομένως, η παραθεώρηση της νοεράς λατρείας συνιστά έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας.
Γενικά, όσοι απλοποιούν τις λέξεις της θείας λατρείας ακόμη και αυτές που έχουν «υψηλό, εννοιολογικό, εικονικό, συμβολικό και βιωματικό επίπεδο» για να γίνουν κατανοητές λογικά αφ' ενός μεν καταστρέφουν τον πολιτισμικό μας πλούτο, αφ' ετέρου δε αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία στην πλήρη έκφρασή της. Η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι σχολαστική, ορθολογιστική, αλλά αποκαλυπτόμενο μυστήριο. Και το μυστήριο δεν κατανοείται απλώς λογικά.
Έτσι, από το γράμμα προχωρούμε στο πνεύμα μέσα από όλη την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι όσοι ακούνε αναλύσεις των γινομένων και πραττομένων στην θεία Λειτουργία –άλλωστε αυτή είναι η αξία του κηρύγματος– η όσοι μετέχουν τακτικά στην θεία Λειτουργία μπορούν να κατανοήσουν ευχερώς και το γράμμα, κυρίως όμως μπορούν να εισχωρήσουν στο πνεύμα με την καθαρότητα της καρδιάς και την γνώση της συμβολικής γλώσσας της Εκκλησίας.
Οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος, ενώ έκαναν μεταγλωττίσεις σε διάφορα πατερικά κείμενα, δεν τόλμησαν να μεταγλωττίσουν τις ευχές της θείας Λειτουργίας και των Μυστηρίων, αν και το διανοητικό επίπεδο του λαού ήταν χαμηλό.
Οπότε, όσοι παραμένουν στο επίπεδο της λογικής κατανόησης των λειτουργικών κειμένων δείχνουν ότι αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία, γι' αυτό κατά τον Μέγα Βασίλειο «τεχνολογούσι και ου θεολογούσι». Δεν χρειάζεται απλώς η λογική κατανόηση των κειμένων η μετάφρασή τους, αλλά η μύηση στην ζωή της Εκκλησίας και στο μυστήριο της κενώσεως του Χριστού και της θεώσεως του ανθρώπου.
Νομίζω ότι μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία.

 

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΘΩΜΑΝ (ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ).



Έρχομαι να καταβάλλω χωρίς άλλο την οφειλή μου. Γιατί κι αν είμαι φτωχός όμως θέλω να αποσπάσω βίαια την ευγνωμοσύνη σας.  Έδωσα την υπόσχεση να σας φανερώσω την απιστία του Θωμά και τώρα έρχομαι να την εκπληρώσω. Τις πρώτες οφειλές πρώτα βιάζομαι να εξοφλώ, για να μη με πνίξουν οι τόκοι που μαζεύονται. Συνεργαστήτε και σεις στην καταβολή του χρέους μου και ικετέψετε το Θωμά, να βάλη στα χείλη μου το άγιο χέρι του, που άγγιξε την πλευρά του Κυρίου, να νευρώση τη γλώσσα μου, για να σας εξηγήση όσα ποθήτε. Κι εγώ παίρνοντας θάρρος από τις πρεσβείες του αποστόλου και μάρτυρα Θωμά διαλαλώ την πρώτη του απιστία και την ύστερη ομολογία, που είναι της  Εκκλησίας κρηπίδα και θεμέλιο.  Όταν μπήκε ο Χριστός στους μαθητάς του, ενώ οι πόρτες ήσαν κλεισμένες και βγήκε πάλι με τον ίδιο τρόπο, ο Θωμάς έλειπε μονάχα.  Ήταν κι αυτό έργο της θείας οικονομίας.η απομάκρυνση του μαθητού να προξενήση περισσότερη ασφάλεια και βεβαιότητα. Γιατί αν ήταν μαζί ο Θωμάς, δε θα είχε βέβαια αμφιβολία.  κι αν δεν είχε αμφιβολία, δεν θα ζητούσε μ  επιμονή. και αν δεν ζητούσε, δε θα ψηλαφούσε. αν όμως δεν ψηλαφούσε, δε θα ωμολογούσε τον Κύριο και Θεο κι αν δεν ωμολογούσε Κύριο και Θεό, το Χριστό, δε θα είχαμε εμείς διδαχθή να τον δοξολογούμε μ  αυτόν τον τρόπο.  Ώστε με την απιστία του ο Θωμάς μας ποδηγέτησε προς την αλήθεια και όταν ήρθε ύστερα σταθεροποίησε την πίστη μας.
 Έλεγαν λοιπόν οι μαθηταί στο Θωμά όταν ήρθε. ΄Εχομε δει τον Κύριο, έχομε δει αυτόν που είπε. εγώ είμαι το φως του κόσμου. έχομε δει αυτόν που είπε εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή και η αλήθεια. και βρήκαμε την αλήθεια των λόγων να λάμπη μέσα στα πράγματα.  ΄Εχομε δει αυτόν που είπε. σε τρεις ημέρες σηκώνομαι, κι αφού είδαμε με τα μάτια μας την ανάσταση προσκυνήσαμε αυτόν που αναστήθηκε. Τον ακούσαμε να μας λέη “ειρήνη σ  εσάς”, κι αλλάξαμε το σκοτισμό της λύπης σε γαλήνια χαρά. Είδαμε τα χέρια του που δέχτηκαν τις αιχμές των καρφιών, είδαμε τα χέρια που κατηγορούν τη λύσσα των θεομάχων σκυλιών, είδαμε τα χέρια που ύφαναν την αφθαρσία μας. Είδαμε και την πλευρά που κραυγάζει καθαρώτερα από κάθε κήρυκα την καλωσύνη του πληγωμένου. Είδαμε την ίδια την πλευρά, που οι άγγελοι υμνούν και οι πιστοί σέβονται και οι δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε και τη θεϊκή πνοη από το θεϊκό στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα που σκορπίζει κάθε χάρη.  Ο εξουσιαστής έδωσε και σ  εμάς εξουσία να συγχωρούμε τα σφάλματα.  Αποκτήσαμε το δικαίωμα να κρίνωμε τους αμαρτωλούς, αφού μας έδωσε τέτοια εντολή.  Αν αφήσετε τις αμαρτίες μερικών, αφήνονται.αν μερικών τις κρατήσετε, κρατούνται. Τετοια βαθειά χαρά πήραμε απ  το Σωτήρα, τέτοια δώρα απολαύσαμε.  Αδύνατο να μην πλουτίσωμε, αφού μας έτυχε τέτοιος Κύριος.  Έμεινε φτωχός μόνο αυτός που δε βρέθηκε μαζί μας. Κι ο Θωμάς τι τους είπε.“ Έχετε δει τον Κύριο; Καλά. Αυτόν που είδατε λοιπόν να τον σέβεστε πιο πολύ. Αυτόν που παρατηρήσατε, να τον κηρύττετε αδιάκοπα.  Εγώ όμως, αν δε δω μέσα στις παλάμες του τα ίχνη των καρφιών και δε βάλω το δάχτυλό μου στο σημάδι απ  τα καρφιά και δε βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δε θα πιστέψω. Κι εσείς δε θα πιστεύατε, αν δεν βλέπατε πρώτα.έτσι κι εγώ αν δεν ιδώ δε θα πιστέψω”. Μείνε, Θωμά, σταθερός στον πόθο σου αυτόν, μείνε σταθερός με επιμονή, για να δης εσύ και να βεβαιωθή η ψυχή μου. Μείνε σταθερός, ζητώντας αυτόν που είπε, “Ζητάτε και θα βρήτε”. Μην προσπεράσης απλώς, ερευνώντας, αν δεν εύρης το θησαυρό που ζητάς, χτύπα μ  επιμονή την πόρτα της αναντίρρητης γνώσης, ώσπου να σου την ανοίξη αυτός που είπε “χτυπάτε και θα σας ανοίξω”.  Αγαπώ το διχασμό των λογισμών σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό.  Αγαπώ τη φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Με χαρά ακούω πολλές φορές τα λόγια σου. αν δε δω στα χέρια του το σημάδι απ  τα καρφιά, δε θα πιστέψω. Γιατί συ απιστείς κι εγώ μαθαίνω να πιστεύω.  Εσύ σκάβεις με το δικέλλι της γλώσσας το θείο σώμα, κι εγώ θερίζω άκοπα τον καρπό και τον μαζεύω για μένα.  Αν δεν ιδώ μ  αυτά μου τα μάτια μέσα στ  άγια του χέρια, τ  αυλάκια που σαν με αλέτρι χάραξαν οι ασεβείς, με κανένα τρόπο δε θα συμφωνήσω με τα λόγια σας.  Αν δε βάλω αυτό μου το δάχτυλο στις λακκούβες των καρφιών, δε θα δεχτώ το καλό μήνυμά σας.  Αν δεν κρατήσω μ  αυτό μου το χέρι την πλευρά εκείνη, που ανύποπτη μαρτυρεί την ανάσταση, δεν μπορώ να πιστέψω τη γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος είναι ισχυρός και βέβαιος, αν δεχτή τη συνηγορία όλων των πραγμάτων. και κάθε λόγος που δεν έχει τη μαρτυρία των έργων είναι χωρίς σημασία και από το στόμα στον αέρα χάνεται. Θα κηρύξω στους ανθρώπους τα θαύματα του Δασκάλου. Πως λοιπόν με τα λόγια να πω αυτά που δεν αντιλήφθηκα με τα μάτια μου; Πως θα κάνω τους άπιστους να πιστέψουν, αυτά που μήτε εγώ δεν τάχω παρακολουθήσει; Να πω στους  Ιουδαίους και στους  Έλληνες ότι έχω δει τον Κύριο μου να τον σταυρώνουν. δεν τον είδα όμως να έχει αναστηθή αλλά μόνο άκουσα. Και ποιός δεν θα περιπαίξη τα λόγια μου; Ποιός δε θα δείξη περιφρόνηση στο κήρυγμά μου;  Αλλο πράγμα είναι ν  ακούσης κάτι και άλλο να το δης, άλλο πράγμα είναι η αφήγηση λόγων κι άλλο η θέα και η εμπειρία των πραγμάτων. 

Έτσι επειδή ο Θωμάς είχε αμφίβολη γνώση, σε οχτώ μέρες ο Δεσπότης ξαναήρθε πάλι στους μαθητάς του που ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί.  Άφησε πρώτα να κατηχηθή ο Θωμάς από τους συμμαθητάς του στις ενδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε να φλογιστή από τη δίψα να τον αντικρύση.κι όταν η ψυχή του άναψε από τον σφοδρό πόθο της θέας του, τότε στην ώρα πάνω ο ποθητός βρήκε αυτόν, που τον ποθούσε.  Όμοια, όπως και πρώτα, με κλεισμένες τις πόρτες το έκανε αυτό και ξανά, όπως και πρώτα, τους είπε.“ειρήνη σ  εσάς”, για να ταυτιστή το πράγμα με το θαύμα και για να βεβαιώση το λόγο των αποστόλων και για να παραστήση την ακρίβεια του δεύτερου ερχομού του.  Έπειτα είπε στο Θωμά. Βαλε το δάχτυλό σου εδώ και ιδές τα χέρια μου. Τι ύψος απέραντης φιλανθρωπίας! Τι πέλαγος αμέτρητης συγκαταβάσεως! Δεν περίμενε την προσέλευση του μαθητού, δεν περίμενε να πλησιάση αυτός που είχε ανάγκη, να παρακαλέση και να επιτυχή ότι ήθελε. Μήτε για λίγο δεν τον στέρησε από την επιθυμία, αλλά ο ίδιος ο αγαπημένος αυτόν που τον αγαπούσε με τη βία τραβούσε κοντά του, ο ίδιος έσυρε στην πληγή το δάχτυλο εκείνου που είχε τον πόθο, ο ίδιος με τη δεσποτική γλώσσα του, τράβηξε το δουλικό χέρι λέγοντας σ  αυτόν. Βαλε το δάχτυλό σου εδώ και ιδές τα χέρια μου.  Άκουσα, Θωμά, απών σαν άνθρωπος αλλά παρών σαν Θεός, ο,τι είπες στους αδελφούς σου.  Ήμουν κοντά σας με τη θεϊκότητά μου και χώρια σας με την ανθρωπίνη φύση μου. Θέλεις να σου υπενθυμίσω τα λόγια που είπες προηγούμενα; Δεν είπες, αν δε δω μέσα στα χέρια του τα σημάδια των καρφιών και δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια των καρφιών και δε βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δε θα πιστέψω; Δε βγήκαν από τα χείλη σου τα λόγια αυτά; Τα λόγια αυτά δε ανταποκρίνονται στους λογισμούς σου; Γι  αυτό ξαναήλθα.για να μην αμφιβάλλης. Γι  αυτό είμαι κοντά σας δεύτερη φορά, γι  αυτά που επιθυμείς έχω φτάσει και τώρα ήρθα για σένα, τον ένα, εγώ που για το χαμένο πρόβατο κατέβηκα από τους ουρανούς χωρίς εν τούτοις να τους αφήσω. Μη διστάσης λοιπόν να μάθης ο,τι ποθείς, μην ντρέπεσαι να κοιτάξης καλά ο,τι θέλεις. Μην αποφύγης να βάλης το δάχτυλό σου στα ίδια τα χέρια μου.  Ανέχομαι και τα περίεργα δάχτυλα, όπως ανέχτηκα τα καρφιά.  Υπομένω την περιέργεια του φίλου, όπως υπόμεινα την κακία των εχθρών. Με σταύρωσαν οι εχθροί μου και δεν αγανάκτησα και δε θα υποφέρω την δική σου εξέταση; Βαλε το δάχτυλό σου εδώ και ιδές τα χέρια μου, που τραυματίστηκαν για σας, για να θεραπεύουν τα χτυπήματα των δικών σας ψυχών.  Ιδές τα χέρια μου και συλλογίσου αν είμαι εκείνος που θεληματικά σταυρώθηκε η κάποιος άλλος.  Ιδές τα χέρια μου, που άφησα να διατηρούν τα σύμβολα της  Εβραϊκής μανίας κι όταν με τη συνηθισμένη αναίδειά τους μου πουν οι  Εβραίοι κατά την ημέρα της κρίσεως ότι εμείς Κύριε, δε σε σταυρώσαμε, τότε θα δείξω σ  αυτούς που με πολέμησαν, τα χέρια μου μ  αυτή τη μορφή και θα ντροπιάσω τους  Εβραίους μόλις τ  αντικρύσουν.  Ιδές τα χέρια μου, και το αληθινό γεγονός της αναστάσεως μου μη νομίσης πως είναι μια φαντασία. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν ομήρους για τον ξαναγεννημό σας. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν ενέχυρα για την ανάστασή σας μέσα από τον τάφο. Κράτησε αυτά τα χέρια, σαν άγκυρα που έπεσε στο βυθό του  Αδη. Καμμιά χειμωνιά της ζωής μη φοβηθής, καμμιά ζάλη του κόσμου ας μη σε ζαλίση. Μη φοβηθής το φύσημα των αντιθέτων ανέμων, ας μη σε ανησυχήσουν οι καταιγίδες κι οι σκόπελοι της θάλασσας των εχθρών. Πέρνα με θάρρος το πέλαγος της ζωής, ταξίδευε κρατώντας την άγκυρα του πνεύματος, ταξίδευε έχοντας μπροστά σου σαν λιμάνι τον ουρανό. Ταξίδευε και να φοβάσαι μόνο της αρνήσεώς μου το ναυάγιο. Περιγέλα το θάνατο σα νεκρό, περίπαιζε τη φθορά σαν ανίσχυρη.  Αποδέχου για χάρη μου το τέλος της ζωής σαν αρχή μιας πιο εσωτερικής ζωής και φέρε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου.  Άντλησε με το χέρι σου από τη βρύση αυτή της ζωής το νάμα που ποθείς, τη δίψα σου ανακούφισε. Φέρε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου. Βαλε το χέρι στο ιατρείο της πλάσης και βγάλε το φάρμακο της επιθυμίας σου. Δέχομαι άγγιγμα χεριού που μ  αγαπά εγώ που δέχτηκα την πληγή της λόγχης. Φέρε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου, για να μπορείς ν  αγωνίζεσαι γι  αυτήν, για να μπορείς ν  αποκριθής σ  αυτούς που πολεμούν την αλήθεια, ότι με είδες μετά την  Ανάσταση και μ  αναγνώρισες και με ψηλάφησες προσεκτικά. Φερε το χέρι σου και βάλτο στην πλευρά μου. Για σένα την άφησα έτσι εγώ που θεράπευσα τα σώματα και τις ψυχές των άλλων. Πρόβλεψα σαν Θεός ότι θα θελήσης να τη δης έτσι και βλέποντας τ  αχνάρια του πάθους στην σάρκα μου θέλησα να θεραπεύσης το πάθος της ψυχής σου. Φέρε το χέρι σου, και βάλτο στην πλευρά μου που τη φύλαξα έτσι με κάποιο σκοπό.  Όταν γυρίσω πάλι από τους ουρανούς και καθίσω σε θρόνο κριτής ζωντανών και νεκρών να ιδούν οι  Εβραίοι κατάματα τα έργα της κακίας τους και μόνοι τους ν  αυτοδικαστούν - και μη φανής άπιστος αλλά πιστός. Κακό η απιστία, κάνει τον νου να βουλιάξη.  Η πίστη τον αναρπάζει στον ουρανό.  Η απιστία τυφλώνει την ψυχή. η πίστη σκορπά το φως της στους λογισμούς. η πίστη και τα αόρατα κατακάθαρα βλέπει, ο άπιστος είναι σ  άγνοια ολοκληρωτική. Μη γίνης  άπιστος αλλά πιστός. Παραμέρισε το νέφος της απιστίας και κοίταξε τις καθαρές ακτίνες της πίστης. Γινου μέσα σε όλους άξιος απόστολος της θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος όπως πρέπει να είναι αυτός που με συνάντησε και είδε τέτοια όπως εσύ.  Όμοια με τους άλλους αποστόλους σε κάλεσα, όμοια μ  αυτούς σε τίμησα, όμοια μ  αυτούς οπλίσου.  Ομοια μ  αυτούς είδες ο,τι είδαν, όμοια μ  αυτούς σου εμπιστεύθηκα σα φίλο, όλο μου το μυστήριο, όμοια μ  αυτούς κήρυξε τη δύναμή μου. Μην πώς πάλι, αφού με είδες μια φορά. Αν δε δω πάλι στα χέρια του τα σημάδια των καρφιών δε θα πιστέψω.  Οσο είμαι μαζί σας άφησε ελεύθερη , όπως θέλεις, την περιέργειά σου.  Όσο έχεις δίπλα σου το ουράνιο κλήμα όλα τα κλαδιά και τα σταφύλια του ερεύνησε. Θ  ανεβώ στους ουρανούς, απ  όπου ήρθα στη γη, θ  ανεβώ, όπου είμαι. Θ  ανεβώ με την ανθρωπίνη φύση μου εκεί απ  όπου για χάρη σας κατέβηκα με τη θεία μου φύση. Θ  ανεβώ μ  αυτό μου το σώμα, αν και χωρίς αυτό ήρθα από κει κι έμεινα εκεί πέρα. Θ  ανεβώ στους κόλπους τους πατρικούς με τη δική σας φύση, αν και είμαι στους κόλπους του πατέρα. Τελείωσα το έργο μου για χάρη του έκανα αυτή την πορεία.

 Αφού άγγιξε λοιπόν ο Θωμάς τα χέρια του Κυρίου και τη θεία πλευρά γέμισε από δειλία και από χαρά μαζί βλέποντας αυτά που επιθύμησε και αμέσως ξεσπά σε ύμνο του Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριε μου και Θεέ μου. Συ είσαι ο Κύριος και ο Θεός. Συ είσαι ο άνθρωπος και ο φιλάνθρωπος. Συ είσαι ξενόφερτος και παράξενος γιατρός της πλάσης. Δεν κόβεις με το νυστέρι τ  άρρωστα μέλη, δεν καις με τη φωτά τις πληγές, δεν μαζεύεις απ  τα βοτάνια την δύναμη των φαρμάκων σου, δε δένεις με ορατούς επιδέσμους τις πληγές που μας αφανίζουν. Διαθέτεις αόρατους επιδέσμους αγάπης, που αόρατα τονώνουν τα καταπονημένα μέλη.  Εχεις λόγο που είναι πιο κοφτερός από το μαχαίρι. έχεις λόγο πιο δυνατό απ  τη φωτιά. έχεις βλέμμα απ  το φάρμακο πιο απαλό. Σαν δημιουργός αγιάζεις χωρίς κόπο το δημιούργημά σου, σαν πλάστης χωρίς να κουραστής μεταπλάθεις τα πλάσματά σου. Συ κατά το θέλημά σου τούς λεπρούς καθάρισες, τούς κουτσούς τούς έκανες να τρέχουν, τούς παράλυτους να σηκώνουν τα κρεβάτια τους, τούς γεννημένους τυφλούς τούς προστάζεις να πετάξουν με νίψιμο το σκοτάδι.  Εξώρισες τούς δαίμονες απ  τά δημιουργήματά σου, με θέλημά σου πιάστηκες απ  τούς εχθρούς και απ  τούς  Εβραίους, τα πάντα δέχτηκες για μένα στο σώμα σου.  Ω Κύριε και Θεέ μου.  Αναγνώρισα τον Κύριο μου, αναγνώρισα τον αλιέα και φύλακά μου, αναγνώρισα το βασιλιά και Κυριο μου.  Ω Κυριε μου και Θεε μου. Πιστεύω Κύριε στην οικονομία σου, πιστεύω στην συγκατάβασή σου, πιστεύω στην ανάληψη από μέρους σου της φροντίδας μου, πιστεύω στον προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στα παθήματα της σάρκας σου, πιστεύω στον τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στην ανάστασή σου. Λοιπόν δεν έχω πια περιέργεια. Πιστεύω, δεν κάνω πια έλεγχο. πιστεύω, δεν στήνω πια τη ζυγαριά του νου. Πιστεύω, δεν έχω πια περιέργεια. Πιστεύω στα μάτια μου και στα χέρια μου. Με δίδαξαν αυτά που είδα να μην κάνω έλεγχο. Ψηλάφησα κι έμαθα να προσκυνώ όχι να φιλονικώ.  Ένα Κύριο και Θεό γνωρίζω, τον Κύριο μου Χριστό.  Ας είναι δεδοξασμένος και δυνατός στους αιώνες.


Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ.




Ζ
οῦμε ἰδιαιτέρως ἐτοῦτες τὶς ἡμέρες τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἑορτάζουμε τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν, τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα. Τὸ πανσεβάσμιο Πάσχα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγάπης, ὅπου τὰ πάντα συγχωροῦνται καὶ οἱ πάντες μονοιάζουμε καὶ φιλιώνουμε. Ὅπου τὰ πάντα λάμπουν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ οἱ πάντες ἀγαλλόμενοι κρατοῦν ὡς ἄγκυρα τὴν ἐλπίδα, γιὰ νὰ πορευτοῦν στὴ ζωή. Καὶ μέσα στὸ θάμπος τῆς ἑορτῆς προβάλλουν οἱ παρουσίες τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐχέγγυο τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐξαγελιῶν Του γιὰ τὴν Ἀνάστασή Του.
Ὁ Χριστὸς κάνει ἔντονη τὴν παρουσία Του, «γιὰ νὰ μὴν λέγουν οἱ χριστομάχοι πὼς δὲν ἀναστήθηκε καὶ νὰ μὴν μένουν οἱ Ἀπόστολοι μόνο μέσα στὴ φαντασία τους πὼς δὲν τὸ εἶδαν ἀναστημένο». Ἔτσι, δὲν ἀφήνει καὶ τὸν ἀπόστολο Θωμᾶ στὶς ἀμφιβολίες του, μήτε στὴν ἀδυναμία του νὰ πιστεύσει. Γιατὶ ὁ Ἀπόστολος συγκαταλέγεται σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ πιστεύσουν μὰ δὲν μποροῦν καὶ ὄχι σ᾿ ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ πιστεύσουν καὶ δὲν θέλουν.
Γιατὶ ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νὰ θέλεις νὰ πιστεύσεις καὶ νὰ μὴ μπορεῖς, ἐπειδὴ ὑπάρχουν οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειες, καὶ ἄλλο πρᾶγμα νὰ μπορεῖς νὰ πιστεύσεις καὶ νὰ μὴ θέλεις. Ἐτοῦτο εἶναι ἐγωϊσμὸς καὶ καθαρὴ δαιμονικὴ ἐνέργεια.
Μπροστὰ λοιπὸν στὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καθὼς ἐξελίχθηκε στὰ ἀνθρώπινα μάτια, καὶ ἔτσι καθὼς ἑρμηνεύτηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους μὲ τὶς ἐπανειλημμένες παρουσίες τοῦ διδασκάλου, ὑπάρχει ἕνας προβληματισμός. Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ προβληματισμός; Στὴ σημερινὴ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον ὅλων τῶν Μαθητῶν, ἀκούγεται νὰ λέγει, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ: «Φέρε ἐδῶ τὸ δάκτυλό σου καὶ δὲς τὰ χέρια μου καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου...».
Ὅμως, λίγες ἡμέρες νωρίτερα, ὅταν εἶχε συναντήσει τὴ μαθήτρια Μαρία κοντὰ στὸν κενὸ τάφο Του καὶ ἐνῶ αὐτὴ προσπάθησε νὰ Τὸν ἀγγίξει, τῆς εἶπε: «Μὴ μὲ ἀγγίζεις!...».
Γιατὶ λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸν μὲν ἀπόστολο Θωμᾶ τοῦ λέγει νὰ Τὸν ἀγγίξει καὶ στὴ μαθήτρια Μαρία «μὴ μὲ ἀγγίζεις»; Μερικοὶ δὲ ποὺ ἐπιφανειακὰ ἐξετάζουν τὰ πράγματα θὰ ποῦν πὼς ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ ἰδιαίτερη μεταχείριση τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως κάτι τέτοιο δὲν συμβαίνει.
Τί συμβαίνει λοιπόν; Ἡ διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ Χριστοῦ στὸν ἀπόστολο Θωμᾶ καὶ τὴ μαθήτρια Μαρία ἐξηγεῖται ὄχι ὡς ἐνέργεια ἰδιαίτερης μεταχείρισης τοῦ ἑνός, μὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς διάφορες προθέσεις καὶ διαθέσεις τῶν δυό τους.
Δηλαδή, τί σημαίνει αὐτό; «Ἡ Μαρία δὲν ἀμφέβαλλε περὶ τοῦ ὅτι ὁ ὁμιλῶν πρὸς αὐτὴ εἶναι ὁ ἐκ τοῦ τάφου ἐπανελθὼν εἰς τὴν ζωὴ Κύριος». Ὅμως, παρ᾿ ὅτι πίστευε στὴν Ἀνάσταση, ἐντούτοις εἶχε μιὰ πλανεμένη ἀντίληψη. Ὅτι τάχατες ὁ Χριστὸς θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ συζεῖ μὲ τοὺς Μαθητὲς ὅπως πρῶτα.
Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀπαγόρευση τῆς Μαρίας ἐπιθυμεῖ νὰ τῆς τονίσει πὼς φυσικὰ θὰ εἶναι μαζί τους συνεχῶς, μὰ ὄχι ὅπως πρίν. Τώρα εἶναι ὁ Ἀναστημένος Χριστός, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ σχέσεις θὰ εἶναι διαφορετικές.
Ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἐξ ἄλλου ἀπιστοῦσε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ζητοῦσε πειστήρια «περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπτὴ πραγματικότητα καὶ ὄχι πλάνη τῆς φαντασίας». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀφήνει νὰ Τὸν ἀγγίξει. Ἔτσι τὸ σφάλμα τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ τελειώνει ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ ἀρχίζει τὸ σφάλμα τῆς μαθήτριας Μαρίας.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔχει τὸ χῶρο της στὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ καλὴ ἀπιστία. Ὅταν ὅμως αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὀρθὴ καὶ καθαρὴ πίστη, τότε σκορπίζονται ὅλα τὰ διλήμματα καὶ ὅλες οἱ ἀμφιβολίες· ἀνοίγεται ἕνας καινούργιος ὁρίζοντας στὴ ζωή μας, ποὺ μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν οὐρανό, ποὺ μένει πάντα ἀνοικτὸς γιὰ ἐμᾶς. Γεννιέται κατόπιν ἀβίαστα ἡ ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη ὄντως, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὅλης διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου Κι αὐτὴ ἡ ὁμολογία μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ταυτόσημη πορεία τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ· δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀπιστία, στὴν πίστη· ἀπὸ τὴν πίστη στὴν ὁμολογία τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ πὼς Αὐτὸς εἶναι «ὁ Κύριος μας καὶ ὁ Θεός μας».

Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ, Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας.
 

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Μεγάλη Τρίτη και Τροπάριο της Κασσιανής...

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος.
Aκολούθησε τον Χριστό, το Σωτήρα της μαζί με τις άλλες μυροφόρες γυναίκες.
Από τότε υπήρξε η ζωή της οσιακή και η Εκκλησία μας την κατέταξε μεταξύ των Αγίων.


Η Αγία πάλι Κασσιανή, - ευτυχώς που κάποιος σήμερα, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης το ανεγνώρισε αυτό, και είπε ότι δεν έχει καμία σχέση η Αγία Κασσιανή με την αμαρτωλή που περιγράφεται στο δοξαστικό, διότι η Αγία Κασσιανή υπήρξε αγία γυναίκα και ποιήτρια.
Συνέθεσε βέβαια αυτό το δοξαστικό των αποστίχων που το ακούσαμε πριν από λίγο με τόση κατάνυξη. Και όχι μόνον αυτό, έγραψε και το δοξαστικό των Χριστουγέννων και κάνα δυο άλλα ακόμα τροπάρια από τη σημερινή εκκλησιαστική (υμνολογία).
Περιγράφει λοιπόν παραστατικά και πολύ ποιητικά και συγχρόνως θεολογικά και υψηλά, την αξία της έμπρακτης μετάνοιας και συνάμα βέβαια το αποτέλεσμα της αγάπης που κι αυτή η μετάνοια …. ώστε να συγχωρηθεί εξ όλων των αμαρτιών αυτής.
Παλαιότερα είχαμε ασχοληθεί με τον βίο της Αγίας Κασσιανής και είχαμε μάλιστα τονίσει πόσο παρεξηγημένη είναι αυτή η Αγία, αλλά από κείνους όμως που θέλουν να πλάθουν μύθους ή να πολεμούν την Εκκλησία.


Θέλω λιγάκι να σταθούμε στις αντιθέσεις που μας παρουσιάζουν τα ιερά αυτά κείμενα όπως τα ακούσατε. Ολόκληρη η σημερινή ακολουθία στέκεται πολύ δραματικά στα δύο αυτά πρόσωπα, για να τονίζει ιδιαιτέρως την μετάνοια και την πράξη της αμαρτωλής γυναίκας. Από τη μια μεριά η μετάνοια της πόρνης και από την άλλη πλευρά η προδοσία του Ιούδα. Και όμως το πρόσωπο του Ιούδα, είναι πολύ γνωστό, ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητάς και Αποστόλους του Κυρίου.
Για τρία ολόκληρα χρόνια ήταν κοντά Του. Και Τον έβλεπε, και Τον άκουγε στη θεϊκή Του διδασκαλία, έβλεπε ολόκληρη τη ζωή Του, ήταν κάθε μέρα μαζί Του, έβλεπε τα πολλαπλά Του θαύματα, και όταν απεστάλη μαζί με τους άλλους δώδεκα Αποστόλους, πήγε και αυτός, και δίδαξε, και πιθανόν δυνάμει της πίστεως και της δυνάμεως στο όνομα του Ιησού Χριστού του Κυρίου του, να έκαμε και θαύματα όπως και άλλοι Απόστολοι, όπως ακριβώς μας το περιγράφουν τα ιερά Ευαγγέλια.
Και έζησε τόσα, τόσα πολλά, που ασφαλώς πολλοί από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης θα ήθελαν και να δούνε και να ζήσουν, όσα είδε και έζησε ο Ιούδας. Και όμως αυτός ο μαθητής και Απόστολος άφησε τον εαυτόν του να παρασυρθεί από βρώμικες σκέψεις που γέννησαν την φιλαργυρία, την κλοπή, το δόλο, την προδοσία, και τέλος ακολούθησε μετά την προδοσία η απελπισία και η αυτοκτονία.
Άλλωστε και η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει ότι ο Ιούδας, «κλέπτης ήν και τον γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζε.
Έτσι βλέπουμε λοιπόν την πρώτη αντίθεση. Την ευωδία που εξέπεμπε η μετάνοια της πόρνης γυναικός, και την δυσωδία που βγήκε από την πράξη της προδοσίας.


Η δευτέρα αντίθεση είναι μεταξύ σκότους και φωτός. Οι καλοί λογισμοί της μετανοίας της γυναικός εκείνης, φώτισαν το νου της και γέμισαν την καρδιά της από αγάπη και μετάνοια, αληθινή μετάνοια όμως. Οι κακοί λογισμοί της φιλαργυρίας σκότισαν το νου του Ιούδα και ακόμα πιο πολύ διαβολοποίησαν τη καρδιά του. Μπήκε δηλαδή ο διάβολος μέσα στην καρδιά του – το λέει και το Ιερόν Ευαγγέλιον. «Εισήλθε δε ο Σατανάς εις Ιούδαν τον επικαλούμενον Ισκαριώτην».


Μία άλλη αντίθεσις είναι το τι κρατάνε στα χέρια τους οι δυο τους. Η αμαρτωλή γυναίκα κρατάει στα χέρια της ένα μυροδοχείο, δηλαδή την ευωδία της μετανοίας, των καλών λογισμών, και έτσι μ’ αυτό το μυροδοχείο πλησιάζει τον Χριστόν. Ο Ιούδας κρατάει στα χέρια του από πρόθεση τα τριάκοντα αργύρια. Με αυτά λοιπόν πρόδωσε τον Κύριο. Αγγελική ευωδία από το ένα μέρος, σατανική κακοσμία από το άλλο μέρος. Έτσι στους αίνους που ακούσαμε πριν από λίγο, προβάλλονται αυτές οι δύο πράξεις που έγιναν ταυτόχρονα την Τετάρτη ημέρα πριν από το Πάσχα.
Μας λέγει λοιπόν το τροπάριο. «Ότε η» - της Αγίας Κασσιανής και αυτό – «ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις».
Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Τις ίδιες ώρες που πολλοί χριστιανοί προσφέρουν στο Σωτήρα Χριστό τη λατρεία τους, με ύμνους και ωδές πνευματικές, δηλαδή, με λίγη αγρυπνία, με λίγη νηστεία στο κατά δύναμιν, με λίγη προσευχή, με λίγη ορθοστασία, με λίγη κακοπάθεια, όσο μπορεί ο καθένας, τις ίδιες ώρες κάποιοι άλλοι, και είναι οι περισσότεροι δυστυχώς, ασεβείς και αθεόφοβοι, βλαστημάνε τον Χριστόν και με τα αμαρτωλά τους έργα και Τον προδίδουν και Τον αρνούνται. Που είναι … «οι δε εννέα πού;», ρώτησε ο Κύριος. Οι δε εννέα που; Πού είναι οι άλλοι ενενήντα εννιά»; Ένας στους εκατό είστε! Καταπατούν τις Ευαγγελικές εντολές, περιφρονούν τα μυστήρια της Εκκλησίας, και παρασέρνουν στο κακό και άλλες αδύνατες ψυχούλες. Έτσι συμβαίνει.


Έχουμε αντίθεση και στο φίλημα. Αφενός μεν το φίλημα της αμαρτωλής μετανοημένης γυναίκας που καταφιλούσε τα άχραντα πόδια του Κυρίου, και έχομε και το φίλημα του Ιούδα. Ο οποίος είπε μάλιστα ότι αυτόν που θα φιλήσω, αυτός είναι ο δάσκαλος. Πιάστε τον. Κι εκεί στον κήπο της Γεθσημανή εγένετο αυτό το έγκλημα. Της προδοσίας το φίλημα. Έψαλαν προηγουμένως οι ιεροψάλτες μας για τον Ιούδα. «Ω της Ιούδα αθλιότητος, εθεώρει την πόρνη φιλούσα τα ίχνη, και εσκέπτετο δόλω της προδοσίας το φίλημα», δηλαδή. Ενώ παρατηρούσε ο άθλιος Ιούδας την μετανοημένη πόρνη να φιλεί τα ίχνη, δηλαδή τα πέλματα των ποδιών του Κυρίου, συγχρόνως εσκέπτετο με δόλο το φίλημα της προδοσίας που θα πρόδιδε τον διδάσκαλό του.


Άλλη αντίθεσις. Πάλι από την υμνολογία. Το άπλωμα. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι η αμαρτωλή γυναίκα απλώνει τα μαλλιά της σαν ζητιάνα της αγάπης και ζητιανεύει την άφεσι των αμαρτιών. Απλώνει όμως και ο Ιούδας τα χέρια του, όχι προς τον Χριστόν, αλλά προς τους εχθρούς του Κυρίου, προς τους Φαρισαίους και Γραμματείς, και γίνεται και αυτός ένας ελεεινός ζητιάνος, ζητιανεύοντας τα τριάκοντα αργύρια. Να λοιπόν πως μας το έψαλαν προηγουμένως οι ψαλτάδες. «Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας τω Δεσπότη, ήπλωσεν και ο Ιούδας τας χείρας τοις παρανόμοις. Η μεν λαβείν την άφεσιν, ο δε λαβείν τα αργύρια».


Χριστιανοί μου είμαστε και εμείς όλοι ζητιάνοι. Και τι ζητιανεύουμε μέσα στη ζωή; Τι ζητιανεύουμε; Το καλό ή το κακό να ρωτήσω; Το δίκαιο ή το άδικο;
Δυστυχώς οι περισσότεροι από μας, ζητιανεύουμε και αρπάζουμε το κακό. Αρπάζουμε την πονηριά και την αδικία και όλων των ειδών τις αισχρές ηδονές.
Ζητιανεύουν οι περισσότεροι με κάθε μέσον, θεμιτό και αθέμιτο, τη συσσώρευση πολλών αγαθών.
Ζητιανεύουν και διψάνε για δύναμη και εξουσία, και καταστρέφουν ολόκληρο τον κόσμον.
Ζητούν ευκαιρίες για να εκδικηθούν τον διπλανό τους. Πιθανόν και τον αδελφό τους, τον συγγενή τους, και δεν ξέρω ποιόν άλλον.
Ή πολλές φορές, ζητιανεύουν για να τους ευχηθούν πολύ πολύ ευγενικά, «απ’ το Θεό να το ’βρουν».
Ζητιανεύουν λοιπόν κάθε ώρα για να κουτσομπολεύσουν και να κατακρίνουν. Και γενικά όλοι είμαστε ζητιάνοι της αμαρτίας. Με μέσα παράνομα και άδικα, με πράξεις αμαρτωλές, με πράξεις διεστραμμένες, με αρνήσεις, με βλαστήμιες και προδοσίες, και με τόσα και τόσα άλλα.


Αλλά εμείς όμως εδώ, που μαζευτήκαμε οι Ορθόδοξοι εδώ χριστιανοί, που παρακολουθούμε έτσι με συγκίνηση την πορεία αυτή προς τον Γολγοθά, μας δίνει πολλή την παρηγοριά, και είμαστε σ’ αυτούς που παρηγορούνται, διότι μας παρηγορεί η Εκκλησία αφού αφιέρωσε ολόκληρη την εκκλησιαστική της υμνολογία, στην πράξη αυτή της αμαρτωλής γυναίκας. Κάναμε πολλές φορές αναλύσεις.
Λοιπόν να ζητιανέψουμε για έλεος και αγάπη.
Να ζητιανέψουμε και μείς όπως και αυτή έλεος, για την άφεση των αμαρτιών μας.
Να ζητιανέψουμε έλεος για να διορθωθεί η ζωή μας, για να φύγουν οι αδυναμίες και τα πάθη μας.
Να ζητιανέψουμε για έλεος και υπομονή, για έλεος και για μετάνοια.
Για έλεος και απομάκρυνση απ’ τη ζωή μας όλα τα κακά του διαβόλου.


Κι ήθελα να τελειώσω μ’ ένα τηλεφώνημα.
- Εσείς είστε ο Τάδε.
- Μάλιστα.
- Θέλω να ζήσω. Θέλω να ζήσω. Μόλις χθες ήρθα από τη Νέα Υόρκη και μού ’παν για σας και θέλω να ζήσω. Σας προσφέρω πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ για να ζήσω. Να ζήσω… Πεθαίνω… Να ζήσω…
- Που μένετε; Πάρτε εκεί τον πατέρα Ηλία και προσφέρετε αυτές τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ σε χίλιες οικογένειες. Και ο Θεός μπορεί να κάνει θαύμα!
- Όχι, δεν πιστεύω σ’ αυτό. Δεν πιστεύω σε τίποτα, ούτε στα μυστήρια, ούτε σε τίποτα, σε τίποτα. Ούτε στην Εκκλησία, ούτε σ’ αυτό που λέτε εσείς μετάνοια, σε τίποτα! Εγώ θέλω μόνο να ζήσω!
- Πως θα ζήσεις χωρίς Θεό; Αφού στον Θεόν πορεύεσαι; Να τώρα η Εκκλησία μας αύριο θα θυμηθεί μια αμαρτωλή, μια πόρνη γυναίκα που σώθηκε κάτω από το βάρος πληθώρας αμαρτιών, - έχεις ακούσει για την Μαρία την Αιγυπτία; Έχεις ακούσει για την Οσία Πελαγία; Πούσαν γυναίκες του δρόμου, και όμως η Εκκλησία μας τις κατέστησε Άγιες και όσιες ύστερα από μετάνοια; Η μετάνοια σώζει!
- Όχι, εσύ θέλω να μου κάνεις ένα θαύμα για να ζήσω!
- Το θαύμα δεν θα γίνει αν δεν μετανοήσεις. Αν δεν καλέσεις εκεί κοντά σου τον πατέρα Ηλία, τον πατέρα Γεώργιο, τον πατέρα Σαράντη, τον πατέρα Νικόλαο, πούναι κει γύρω σου, αυτή τη στιγμή, και να μοιράσεις όλα αυτά τα λεφτά, σε κείνους που έχουν ανάγκη. Να βάψουν σήμερα ένα κόκκινο αυγό για να πουν μεθαύριο «Χριστός Ανέστη». Η αμαρτωλή γυναίκα σώθηκε. Εσύ δεν θα σωθείς, αν δεν μετανοήσεις. Τι να την κάνεις τη ζωή χωρίς μετάνοια και χωρίς Χριστόν;


«Οίστρος ακολασίας», είχε αυτή η γυναίκα. Κι όμως σώθηκε. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα της ψάλει η Εκκλησία, της ψάλει και την ξαναψάλει και την ξαναψάλει, και θα την ψάλει μέχρι της συντελείας των αιώνων. Παράδειγμα προς μίμησιν. Αν θέλουμε να ζήσουμε, να ζήσουμε μέσα στην αιωνιότητα. Όχι να προσφέρουμε λεφτά για να ζήσουμε τώρα. Πόσο άλλο να ζούσε; Αφού ήδη ήταν – δεν ξέρω μπορεί να πέθανε σε λίγες μέρες - ογδόντα ετών. Πόσο ακόμα θα ’θελε να ζήσει;
Χωρίς Χριστόν και χωρίς μετάνοια κανένας δεν μπορεί να ζήσει. Το επαναλαμβάνω. Και εάν εξασκήσουμε το εν χιλιοστό των δακρύων και της μετανοίας αυτής της γυναικός της οποίας ακούσαμε τόσα τροπάρια μαζί και το δοξαστικό, δεν θα σωθούμε.
Αλλά αν χύσουμε όμως ένα δάκρυ, ένα δάκρυ, ένα δάκρυ, θα βρούμε έλεος απ’ τον Θεόν, και θα κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών, όπως την κέρδισε και αυτή έτσι να την κερδίσουμε και μείς,
Αμήν.
..
( Απομαγνητοφωνημένη ομιλία π Στέφανου Αναγνωστόπουλου )

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Σ' αυτούς που λένε ότι "δεν υπάρχει Θεός"!

Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς σέ πνευματικό του παιδί.


Ἕνας συνάδελφός σου σοῦ ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς: "ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ!" Καί αἰσθάνεσαι σά νά σέ χτυπᾶ μέ μαστίγιο.
Κι ἐσύ ἀγωνιᾶς γιά τήν ψυχή του καί τή ζωή του. Καί καλά σκέφτεσαι.
Ἄν δέν ὑπάρχει ὁ Ζῶν κι ὁ Παντοδύναμος Θεός κι ἄν δέν εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό τό θάνατο, τότε ὁ θάνατος εἶναι ὁ μοναδικός κυρίαρχος.
Καί ἡ κάθε ζωντανή ὕπαρξη δέν εἶναι παρά ἕνα κλωτσοσκούφι τοῦ θανάτου. Ἕνα ποντικάκι στό στόμα τῆς γάτας.
Μία φορά, ἀντικρούοντάς τoν, τοῦ εἶπες: "Ὁ Θεός ὑπάρχει. Γιά σένα δέν ὑπάρχει". Καί δέν ἔσφαλες. Γιατί ἐκεῖνοι πού ἀποκόπτονται ἀπό τόν Αἰώνιο καί Ζωοδότη Κύριο ἐδῶ στήν γῆ, ἀποκόπτονται ἀπό τή ζωή τήν πραγματική. Καί ἔτσι οὔτε ἐδῶ, οὔτε στήν ἄλλη ζωή θά γευθοῦν τό μεγαλεῖο του Θεοῦ καί τῆς πλάσης Του. Καί καλύτερα νά μήν εἴχαμε γεννηθεῖ, παρά νά εἴμαστε ἀποκομμένοι ἀπό τόν Θεό.
Ἄν ἤμουν στή θέση σου, θά τοῦ ἔλεγα τά ἑξῆς:
* Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ὀρθότερο θά ἦταν, ἄν ἔλεγες: "Ἐγώ δέν ἔχω Θεό". Διότι τό βλέπεις, ὅτι ὑπάρχουν τόσοι ἄνθρωποι γύρω σου, πού ἔχουν Θεό καί γι' αὐτό διακηρύττουν ὅτι ὑπάρχει Θεός. Λοιπόν, μή λές: "Δέν ὑπάρχει Θεός"! Περιορίσου νά λές: "Ἐγώ δέν ἔχω Θεό"!
* Κάνεις λάθος! Μιλᾶς σάν τόν ἄρρωστο, πού λέει ὅτι δέν ὑπάρχει πουθενά ὑγεία!
* Κάνεις λάθος! Μοιάζεις μέ τόν τυφλό πού λέει: "Δέν ὑπάρχει φῶς στόν κόσμο". Ὅμως φῶς ὑπάρχει. Καί εἶναι διάχυτο παντοῦ. Αὐτός ὁ δυστυχής δέν ἔχει τό φῶς του. Καί θά μιλοῦσε σωστά ἄν ἔλεγε: "Ἐγώ δέν ἔχω μάτια καί δέν βλέπω φῶς".
* Κάνεις λάθος! Μιλᾶς σάν τό ζητιάνο, πού λέει: "Δέν ὑπάρχει χρυσάφι στή γῆ". Μά χρυσάφι ὑπάρχει! Καί ἐπάνω στή γῆ! Καί μέσα στή γῆ! Αὐτός δέν ἔχει χρυσάφι! Τό σωστό θά ἦταν νά ἔλεγε: "Ἐγώ δέν ἔχω χρυσό"!
* Κάνεις λάθος! Μοιάζεις μέ τόν παλιάνθρωπο πού λέει: "Δέν ὑπάρχει καλωσύνη στόν κόσμο". Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά πεῖ: "Ἐγώ δέν ἔχω ἴχνος καλοσύνης μέσα μου".
Αὐτό νά τοῦ πεῖς κι ἐσύ:...
Συνάδελφε, κάνεις λάθος! Λάθος διακηρύττεις ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός! Γιατί, ὅταν κάτι δέν τό ἔχεις ἐσύ καί δέν τό γνωρίζεις ἐσύ, δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει πουθενά κι ὅτι δέν τό ἔχει κανείς! Ποιός σου ἔδωσε τό δικαίωμα νά μιλᾶς ἐκ μέρους ὅλου του κόσμου; Ποιός σου ἔδωσε τήν ἄδεια νά διακηρύττεις, ὅτι τήν δική σου ἀρρώστια τήν ἔχουν ὅλοι; Ὅτι ὅλοι ἔχουν τήν δική σου πλάνη;
Φωνάζεις ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός! Τό διακηρύττεις σέ ὅλον τόν κόσμο! Πολεμᾶς τήν ἀλήθεια!
Ἐκεῖνοι πού δέν θέλουν νά ζοῦν μέ τόν Θεό εἶναι ἐλάχιστοι. Ἀλλά καί γι' αὐτούς ὁ Θεός ὑπάρχει! Τούς περιμένει. Μέχρι τήν τελευταία πνοή σ' αὐτή τή γῆ!
Καί μόνο ἄν δέν φροντίσουν νά μετανοήσουν, ἔστω στήν τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ὁ Θεός στήν ἄλλη ζωή θά πάψει νά ὑπάρχει γι' αὐτούς.
Καί θά τούς διαγράψει ἀπό τό βιβλίο τῆς ζωῆς.
Γι' αὐτό πές του, σέ παρακαλῶ φίλε μου.
Γιά τό καλό της ψυχῆς σου. Γιά τά ἐπουράνια ἀγαθά. Γιά τά δάκρυα πού ἔχυσε ὁ Χριστός καί τίς πληγές πού δέχθηκε γιά ὅλους μας. Ἄλλαξε μυαλό! Μετανόησε!
Διορθώσου! Καί γύρισε στήν Ἐκκλησία μας!


 ΠΗΓΗ: http://orthodoxia-ellhnismos.blogspot.com/2010/03/blog-post_12.html

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Ο Σταυρός του Χριστού και ο Σταυρός του κάθε ανθρώπου. ( Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ).



Ο Κύριος εἶπε στούς μαθητές Του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ' 24).
Τί σημαίνει «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου»; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ»;
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήινης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ἄλλα εὐλαβῆ κατορθώματα, μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα. Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα, ἤ πάθη, πού - στόν κάθε ἄνθρωπο - εἶναι δικά του! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήινου βίου μας.
«Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.
Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» - ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι - ἐάν δέν μεταμορφωθεῖ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ γίνεται «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ εἶναι στερρά πεπεισμένος, ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν (τόν μαθητή) ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός. Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς μοίρας Του στή γῆ καί - γιά τόν λόγο αὐτό - καί στόν οὐρανό.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» γίνεται γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀληθινός μαθητής Του σέβεται καί θεωρεῖ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σάν τόν μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του. Αὐτές οἱ πανίερες ἐντολές γίνονται γι᾽ αὐτόν σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο συνεχῶς σταυρώνει τόν παλαιό του ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» του (Γαλ. ε' 24).
Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι φανερό γιατί, γιά νά λάβουμε τόν σταυρό μας, εἶναι ἀνάγκη ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε προηγουμένως τόν ἑαυτό μας μέχρι καί ν᾽ ἀπολέσουμε ἀκόμα καί τή ζωή μας.
Τόσο βαθιά καί τόσο πολύ ἔχει συνηθίσει στήν ἁμαρτία καί οἰκειώθηκε σ᾽ αὐτήν ἡ πεσμένη στήν ἁμαρτία φύση μας, πού ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν παύει νά ἀποκαλεῖ αὐτή τή φύση ψυχή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
Γιά νά δεχτοῦμε τόν σταυρό στούς ὤμους μας, πρέπει πρῶτα νά πάψουμε νά ἱκανοποιοῦμε τό σῶμα στίς ἰδιότροπές του ἐπιθυμίες παρέχοντάς του μονάχα ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν ὕπαρξή του. Πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἀλήθειά μας εἶναι ἕνα σκληρότατο ψέμα μπροστά στόν Θεό καί ἡ λογική μας εἶναι μιά τέλεια ἀνοησία. Τέλος: ἀφοῦ παραδοθοῦμε στόν Θεό μ᾽ ὅλη τή δύναμη τῆς πίστης μας καί ριχτοῦμε στή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νά ἀπαρνηθοῦμε τό δικό μας θέλημα.
Ὅποιος πραγμάτωσε μιά τέτοια ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἱκανός νά λάβει τόν σταυρό του. Αὐτός μέ ὑπακοή καί ὑποταγή στόν Θεό καί ἐπικαλούμενος τή βοήθειά Του γιά νά ἐνισχυθεῖ ἔναντι τῆς ἀδυναμίας του, ἀτενίζει δίχως φόβο καί ἀμηχανία τή θλίψι πού προσεγγίζει. Ὅποιος ἀπαρνήθηκε τόν ἑαυτό του προετοιμάζεται μεγαλόψυχα καί γενναῖα νά τήν ὑπομείνει, ἐλπίζει ὅτι μέσω αὐτῆς τῆς θλίψεως θά γίνει κοινωνός καί συμμέτοχος τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί φτάνει τή μυστική ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά του, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν πράξη, τήν ἴδια τή ζωή του.
Ὁ σταυρός εἶναι καί παραμένει βαρύς καί καταθλιπτικός, ἐνόσω παραμένει ὁ σταυρός μας. Ὅταν ὅμως μεταμορφωθεῖ σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τότε γίνεται ἀσυνήθιστα ἐλαφρός. «Ὁ ζυγός μου», εἶπε ὁ Κύριος, «χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια' 30).
Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τόν σταυρό στούς ὤμους του, ὅταν παραδέχεται πώς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων πού ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ καταπέμπει.
Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ τότε φέρει καί ὑπομένει τόν σταυρό του σωστά, ὅταν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ θλίψεις πού τοῦ στάλθηκαν εἶναι ἀκριβῶς -αὐτές καί ὄχι ἄλλες- εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ἐν Χριστῷ μόρφωσή του καί τή σωτηρία του.
Τότε φέρουμε καρτερικά τόν σταυρό μας, ὅταν ἀληθινά ἀντιλαμβανόμαστε καί ἀνα γνωρίζουμε τό ἁμάρτημά μας. Σ᾽ αὐτή τή συναίσθηση τοῦ ἁμαρτήματός μας δέν ὑπάρχει καμιά αὐταπάτη. Ὡστόσο, ὅποιος παραδέχεται τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό καί ταυτόχρονα γογγύζει καί μοιρολογάει ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ του, ἀποδεικνύει μ᾽ αὐτό ὅτι μέ τό νά παραδέχεται τήν ἁμαρτία του ἐπιφανειακά, κολακεύει μονάχα τόν ἑαυτόν του καί τόν ξεγελᾶ.
Τό νά ὑπομένουμε καρτερικά τόν σταυρό μας ἀποτελεῖ ἀληθινή μετάνοια.
Ἐσύ, ἀδελφέ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, ἐξομολογήσου στόν Κύριο μέσα στή δικαιοσύνη καί τή χρηστότητα τῶν κριμάτων Του. Μέ τήν αὐτοκατάκριση δικαί ωσε τήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί θά λάβεις ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.
Ἐσύ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, γνώρισε τόν Χριστό - καί θά σοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου.
Ἀπό τόν σταυρό σου δοξολόγησε τόν Κύριο, ἀποκρούοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου κάθε λογισμό μεμψιμοιρίας καί γογγυσμοῦ, ἀπορ ρίπτοντάς τον σάν ἔγκλημα καί σάν βλασφη μία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.
Ἀπό τήν κορυφή τοῦ σταυροῦ σου εὐχαρίστησε τόν Κύριο γιά τήν ἀνεκτίμητη δωρεά - γιά τόν σταυρό σου. Εὐχαρίστησε γιά τό πολύτιμο προνόμιό σου, τό προνόμιο νά μιμεῖσαι τόν Χριστό μέ τά βάσανα καί τό μαρτύριό σου.
Ἀπό τό σταυρό, ὅπου εἶσαι σταυρωμένος, θεολόγησε, γιατί ὁ σταυρός εἶναι τό ἀληθινό καί μόνο σχολεῖο, φυλακτήριο καί ἁγία τράπεζα τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας. Ἔξω ἀπό τόν σταυρό, δίχως τόν σταυρό, δέν ὑπάρχει ζῶσα γνώση Χριστοῦ.
Μή ἀναζητᾶς τή Χριστιανική τελείωση στίς ἀνθρώπινες ἀρετές. Ἐκεῖ δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ τελείωση. Αὐτή εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου μετατρέ πεται σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φέρει τόν σταυρό του μέ ἐνεργό τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη κολασμοῦ. Φέρνει κανείς τό σταυρό του, ὅταν σηκώνει τόν σταυρό του μέ εὐχαριστία πρός τόν Χριστό καί μέ δοξολόγησή Του. Σάν ἀποτέλεσμα αὐ τῆς τῆς δοξολογίας καί εὐχαριστίας μέσα στόν βασανισμένο ἄνθρωπο ἐμφανίζεται ἡ πνευματική παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία αὐτή γίνονται πλουσιώτατη πηγή ἀσύλληπτης καί αἰώνιας χαρᾶς, πού ξεπηδάει μέ χάρη ἀπό τήν καρδιά, ξεχύνεται στήν ψυχή καί στό ἴδιο τό σῶμα.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μονάχα στήν ἐξωτερική του ὄψη, γιά τούς σαρκικούς ὀφθαλμούς, εἶναι πεδίο καί χῶρος σκληρός καί δύσκολος.
Γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού Τόν ἀκολουθεῖ, ὁ σταυρός εἶναι πεδίο καί χῶρος ὑψίστης πνευματικῆς ἡδονῆς καί ἀπολαύσεως. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτή ἡ ἡδονή καί ἀπόλαυση, ὥστε ἡ θλίψη πνίγεται καί σβήνει ὁλότελα ἀπό τήν ἀπόλαυση. Καί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἀκολουθεῖ, αἰσθάνεται μονάχα ἡδονή τήν ὥρα πού βρίσκεται ἀνά μεσα στά πιό σκληρά βάσανα.
Ἔλεγε ἡ νεαρή Μαύρα στόν νεαρό σύζυγό της Τιμόθεο, ὁ ὁποῖος ὑπέμενε φοβερά βασανιστήρια καί πόνους καί τήν καλοῦσε νά δεχτεῖ καί ἐκείνη τό μαρτύριο: «Φοβοῦμαι, ἀδελφέ μου, μήπως τρομάξω, ὅταν θά δῶ τά φοβερά βασανιστήρια καί τόν ἐξοργισμένο ἡγεμόνα, μήπως ἀποκάμω σέ καρτερία καί ὑποκύψω ἐξαιτίας τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας». Ὁ μάρτυρας Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε τότε: «Ἔλπιζε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τά βασανιστήρια θά εἶναι γιά σένα λάδι, πού ξεχύνεται ἀπάνω στό σῶμα σου καί πνεῦμα δρόσου στά κόκκαλά σου, πού θά ἀνακουφίζει ὅλες σου τίς ἀσθένειες».
Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ ἰσχύς καί ἡ δόξα ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Ἁγίων.
Ὁ Σταυρός εἶναι ἰατήρας τῶν παθῶν, ἐξολοθρευτής τῶν δαιμόνων.
Θανάσιμος εἶναι ὁ σταυρός γιά ἐκείνους, πού τόν σταυρό τους δέν τόν μεταμόρφωσαν σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἀπό τόν σταυρό τους γογγύζουν κατά τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Σταυρός εἶναι γιά ἐκείνους πού τόν μέμφονται καί τόν βλασφημοῦν καί παραδί δονται στήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση. Οἱ ἁμαρτωλοί, πού δέν ἐξομολογοῦνται καί δέν μετανοοῦν, πεθαίνουν πάνω στόν σταυρό τους μέ θάνατο αἰώνιο. Μέ τό νά μήν ὑπομένουν καρτερικά ἀποστεροῦνται τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή μέσα στόν Θεό. Τούς ἀποκαθηλώνουν ἀπό τόν σταυρό τους, γιά νά κατέβουν σάν ψυχές στόν αἰώνιο τάφο.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει ἀπό τή γῆ τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ πού 'ναι σταυρωμένος ἀπάνω του. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού 'ναι σταυρωμένος πάνω στό σταυρό του, φρονεῖ τά ἄνω, μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά του ζεῖ στόν οὐρανό καί καθορᾶ τά μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», εἶπε ὁ Κύριος, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».