Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Δώμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Δώμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων - Qntm

Μου αρέσει αυτός ο τρόπος μάρκετινγκ, ξυπνάς ένα πρωί, ανανεώνεις τη σελίδα σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο, βλέπεις μπροστά σου μια νέα έκδοση, δεν το ήξερες και δεν το περίμενες το βιβλίο αυτό. Αυτό συνέβη.

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων

Ο τρελός τίτλος, αυτό το δεν υπάρχει σαν να φέρνει στην επιφάνεια την πιθανότητα κάτι τέτοιο να υπήρχε δηλαδή, μια Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων, όποιο και αν είναι το αντικείμενο μιας τέτοιας υποδιεύθυνσης, ο,τι και αν είναι τα αντιμιμίδια.

Το οπισθόφυλλο ελάχιστα σοφότερο με έκανε, όξυνε ωστόσο την περιέργεια, σε τέτοιο βαθμό που πήρε τη θέση του πάνω πάνω στη στοίβα με τα προσεχώς, αναταράσσοντας τον όποιο, εδώ γελάμε, αναγνωστικό προγραμματισμό.

Να ένα δείγμα: «Τα αντιμιμίδια είναι οντότητες που διαγράφουν κάθε ίχνος της παρουσίας τους. Τα αντιμιμίδια μπορεί να τρέφονται από τις πιο αγαπημένες σου αναμνήσεις, από τα πράγματα που σε κάνουν να είσαι αυτός που είσαι».

Σκέφτηκα: αυτό εδώ ή θα είναι τρομερά γαμάτο εγκεφαλικό κάψιμο ή τρελή φλόμπα, που ήταν της μόδας ως λέξη στη γειτονιά τη δεκαετία που μεγάλωσα, εναλλακτικά ακυριά ή μπαρούφα, ακόμα ακόμα. 

Λόγω συνύπαρξης στο Δώμα, το μυαλό μου πήγε στον Λαμπατούτ, σε μια συγγένεια με το υβριδικό του έργο στο οποίο η επιστήμη συνυπάρχει με έναν ιδιαίτερο αφηγηματικό τρόπο, αλλά και την τόσο γοητευτική ευστροφία του, η έλξη που η ευφυΐα γεννά.

Τα παράδοξα, η σειρά που τρέχει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, απέκτησε το τέταρτο μέλος της, το πιο πρόσφατο, το πιο σύγχρονο, το πιο φιλόδοξο ίσως, εξαιτίας της υπεραιχμής στην οποία κινείται.

Αν και οι καιροί έχουν ανεπιστρεπτί περάσει, ακόμα κάτι από τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας διατηρείται, όταν κανείς αναφέρεται στην επιστημονική φαντασία, τι και αν τόσα και τόσα στελέχη της έχουν πια περάσει στο πάνθεον του κλασικού και του κανόνα.

Όταν κάποιος διαβάζει από την προβλήτα του σήμερα για κόσμους μελλοντικούς με βάσεις εκτόξευσης το μακρινό παρελθόν, μπορεί με ασφάλεια να τα αντιμετωπίζει, κάποια αφελή, κάποια προφητικά, πόσο θα μισούσαν οι συγγραφείς αυτό τον τελευταίο χαρακτηρισμό.

Τι συμβαίνει όμως με τη συγχρονία; Μπορεί στη λογοτεχνία, γενικά και αόριστα, το σύγχρονο να φωτίζει αυτό που τώρα συμβαίνει, στην επιστημονική φαντασία, ωστόσο, τα πράγματα μοιάζουν και είναι διαφορετικά.

Θέλω να πω πως σε τέτοιους αλματώδεις τεχνολογικά καιρούς, χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση, παρέα με την οξυδέρκεια, ώστε κάποιος να μπορεί να έχει ικανή επιστασία των εξελίξεων, των συμβάντων, των συνεπειών που αυτά φέρνουν.

Αν προσθέσει κανείς και τη φαντασία, τότε το μείγμα γίνεται, ή μπορεί να γίνει, εκρηκτικά οριακό στη σύλληψη, στην εκτέλεση και, κυρίως, στην πρόσληψη. Αυτό το: μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Μοιάζει και ίσως και να είναι αφελές.

Μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Είναι το σημείο αφετηρίας της προσέγγισης. Εν συνεχεία ακολουθεί: το έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του, ένα ολόκληρο σύμπαν παράλληλο, δεν μας ταξιδεύει σε μια μελλοντικά αόριστη εποχή, βρισκόμαστε εδώ, θεωρητικά όλοι, στην ίδια σελίδα, και όμως.

Αυτό το παιχνίδι με το μυαλό προϋποθέτει μια ταυτόχρονη της φαντασίας και της επιστημονικής γνώσης αφηγηματική ικανότητα, να χτίσεις τον κόσμο, να υποδεχτείς τον αναγνώστη, να τον ξεναγήσεις. Αν εκείνος χαθεί, η παρτίδα σταματά να παίζεται.

Συμβαίνει, με βιβλία όπως αυτό, το εξής: όσο διαβάζεις όλα μοιάζουν με κάποιο παράδοξο τρόπο εξηγήσιμα και ξεκάθαρα, δοκίμασε τώρα να κλείσεις το βιβλίο και να πεις περί τίνος πρόκειται, μάλλον θα νιώσεις, εγώ νιώθω, χαζός, τουλάχιστον.

Ο Κουάντουμ (ψηφιακό ψευδώνυμο του Σαμ Χιουζ) άρχισε να ανεβάζει αυτή την ιστορία σε κάποια διαδικτυακή πλατφόρμα, η επιτυχία ήταν σχετικά μεγάλη, συνέχισε να εμπλουτίζει το περιεχόμενο, μέχρι που έγινε αναλογικό βιβλίο και κυκλοφόρησε.

Τον άθλο της μετάφρασης, η απόδοση ενός νεογνού σύμπαντος στα ελληνικά, ανέλαβε η ικανή Δέσποινα Κανελλοπούλου, την επιμέλεια ο Δημοσθένης Παπαμάρκος με τον Θάνο Σαμαρτζή, πάντοτε πρέπει να μνημονεύονται οι συντελεστές, πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή.

Οι νεολογισμοί, κυρίως αυτοί, που οφείλουν να είναι ακριβείς και ευκρινείς, να μην δημιουργούν περαιτέρω τριβή ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο, η απλότητα με την οποία γίνεται η περιφορά του σύνθετου κόσμου οφείλει να υπηρετείται. 

Η επιστημονική φαντασία, συνήθως, διακρίνεται για τον παραβολικό, έντονα κοινωνικοπολιτικό, χαρακτήρα της, η καλή επιστημονική φαντασία δεν το κάνει αυτό με έναν τρόπο προφανή, στρώνει πολλά στρώματα κάτω από την κειμενική επιφάνεια, επιτρέπει στα ενδεχόμενα να (συν)υπάρξουν. 

Ένα δυνατό μυαλό, μια τρελή φαντασία ή μια οξυδερκής ματιά στον κόσμο γύρω μας, τι από τα δύο άραγε, μάλλον και τα δύο, ταυτόχρονα και σε υψηλό βαθμό, οι φιλόλογοι συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκείς, θα πω και θα το αφήσω εδώ.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν τα όρια της σκέψης και της αντίληψης του αναγνώστη, κάποιους αυτό τους ενοχλεί, αμύνονται επιτιθέμενοι, κάποιους άλλους τους γοητεύουν, τους έλκουν.

Σκέφτομαι τους ήρωες των ιστοριών όπως αυτή, η Μαρί Κιουρί, επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Αντιμιμιδίων του Οργανισμού Αγνώστων για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, που δεν έχουν παρά αναλήψεις από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα προσωπικών στιγμών, διαρκώς βρίσκονται στο καθήκον.

Ήρωες γιατί ενεργούν με βάση μια ηθική δέσμευση απέναντι στο κακό, γιατί είναι έτοιμοι να θυσιαστούν στον αγώνα αυτό, τι και αν ελάχιστα ορατός ένας τέτοιος αγώνας είναι. Ήρωες σε μια εποχή, κάθε εποχή, απομάγευσης.

Η φυσική, κυρίως αυτή, είναι μια δεξαμενή εναλλακτικού ανορθολογισμού, κυρίως γιατί δοκιμάζει τα όρια του ορθού λόγου, της σχέσης αιτίου αιτιατού, κύμα που γλύφει τις ακτές του αντιληπτού κόσμου, οι εξισώσεις και η παρατήρηση κάπου χτυπάνε σε τοίχο, ως εδώ φτάνουμε, αναφωνούν, διόλου ηττημένες δεν ακούγονται.

Ο χρόνος είναι σχετικός, η πραγματικότητα επίσης, αυτό ως θεωρία είναι εύκολο να το παπαγαλίσει κανείς, έχει όμως ρίζες μέσα μας μια τέτοια διατύπωση, σημαίνει κάτι ή είναι απλά λόγος κενός;

Η μνήμη και η λήθη, ακόμα και εδώ, στην υπεραιχμή των πραγμάτων, στην οριακότητα της σκέψης, στο προκεχωρημένο φυλάκιο της φαντασίας, η μνήμη και η λήθη, μαζί ίσως με την αγάπη, ακόμα χορεύουν στην πίστα, γύρω τους εμείς.

Ίσως αυτό να μοιάζει επαναστατικό, ίσως αυτό να είναι προκλητικά επιθυμητό, η δυνατότητα να ξεχνάμε όσα ζήσαμε, να επιστρέφουμε ξανά στην πρώτη μέρα πριν από κάτι, ο Καιρός να έχει μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακόμα και αν μας προσπεράσει να μπορούμε να τον τραβήξουμε πίσω, διατεθειμένοι να καταβάλουμε το τίμημα της λήθης. 

Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό, σκεφτόμουν/έλεγα/ένιωθα όσο διάβαζα το βιβλίο αυτό. Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό σκέφτομαι/γράφω/νιώθω όσο αποπειρώμαι να γράψω κάτι σε αυτή την ψηφιακή γωνιά, κάτι που να διατηρήσει κάτι από την εμπειρία, τουλάχιστον.

Δηλαδή, σκέφτομαι ακόμα, ο τύπος αυτός έχει όλο αυτό το σύμπαν χαρτογραφημένο στο μυαλό του, έχει φωτογραφίες από τα τρομερά αντιμιμίδια που εδώ και ανυπολόγιστους αιώνες κατατρώνε τις αναμνήσεις, επιβιώνοντας μέσα από τη διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας τους;

Η ανάγνωση ενός βιβλίου όπως το Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων αναλογικά είναι ένα τριπάρισμα ψυχότροπο, ο παραβολικός του χαρακτήρας δεν παρουσιάζεται ολόκληρος, απέναντι, ακίνδυνος στην απόσταση του προφανούς διδύμου καλό κακό, αντίθετα, ανακινεί, ανασύρει, παρεμβάλει.

Να υπάρχεις χωρίς τη μαρτυρία κάποιου παρατηρητή, να είσαι ο παρατηρητής που καταβροχθίζει αυτό που τον παρατηρεί, να επιβιώνεις με τον τρόπο αυτό, είσαι ικανοποιημένος, έχεις, άραγε, συνείδηση αυτού;

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Η πηγή των δακρύων - Jean-Paul Dubois

Η πηγή των δακρύων είναι το τρίτο βιβλίο του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά που μεταφράζεται στα ελληνικά. Είχαν προηγηθεί Ο φωτογράφος της Τουλούζης (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης, εκδόσεις Διήγηση) και το Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο (μτφρ. Μαρία Γαβαλά, εκδόσεις Δώμα) για το οποίο είχε τιμηθεί το 2019 με το σημαντικό βραβείο Goncourt.

Ο θεματικός άξονας περιστροφής του μυθιστορήματος είναι γνώριμος και λογοτεχνικά πολυφορεμένος, η ταραχώδης, κακή σχέση γιου πατέρα, ο πρωτοπρόσωπος απολογισμός από τον γιο μετά τον θάνατο του γεννήτορα, παρότι κάθε τέτοια δυάδα, παρά τα όποια κοινά μοτίβα, μοιάζει και ίσως και να είναι στον πυρήνα της μοναδική. Ο Ντυμπουά προσθέτει ένα επεισόδιο-σφήνα, ένα εύρημα καθοριστικό. Ο Πωλ, αφού ταξίδεψε από τη Γαλλία για τον Καναδά με σκοπό να φέρει πίσω το σώμα του νεκρού από φυσικά αίτια πατέρα του, το βράδυ της δεκάτης εβδόμης Μαρτίου του 2031 θα μπει στο νεκροτομείο, θα τραβήξει έξω το συρτάρι και θα τον πυροβολήσει δύο φορές στο κεφάλι. Θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο, από το οποίο και θα υποχρεωθεί σε δωδεκάμηνη ψυχοθεραπεία, ως βασική προϋπόθεση για την αναστολή της ποινής του.

Το εύρημα με τον πυροβολισμό του νεκρού συνεισφέρει διπλά στο μυθιστόρημα. Στο πνεύμα, καθώς η παράλογη αυτή πράξη, που δείχνει ταυτόχρονα προς δύο, φαινομενικά αντιδιαμετρικές, κατευθύνσεις, εκείνη του γκροτέσκο και εκείνη των σκοτεινών υδάτων στον βυθό της ψυχής του Πωλ, το ολοκληρωτικό μίσος για τον πατέρα, την ανάγκη να έχει τον τελευταίο λόγο στον θάνατό του, προσδίδει στο μυθιστόρημα μια παιγνιώδη ίντριγκα. Αλλά και στην αφηγηματική κατασκευή, αφού η ψυχοθεραπεία στην οποία αναγκάζεται ο Πωλ θα αποτελέσει το κυρίως όχημα για την εξέλιξη της πλοκής μέσω της ανάληψης των όσων προηγήθηκαν, το κυρίως κομμάτι του παγόβουνου, δηλαδή.

Η παιγνιώδης αυτή ίντριγκα διατηρεί διαρκώς εν αμφιβόλω τη στάση του συγγραφέα απέναντι στον αφηγητή-ήρωα, που γεννήθηκε στην Τουλούζη και όχι στη Θήβα· τον συμμερίζεται ή τον ειρωνεύεται, τον αγαπά ή τον περιφρονεί, αναρωτιέται συχνά-πυκνά ο αναγνώστης. Ο Ντυμπουά έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί, αλλά και την απαραίτητη μαστοριά, συνδυασμός πρωταρχικής και ύψιστης σημασίας στη συγγραφή. Όμως, δεν αρκείται σε αυτό. Εκείνο που διαφοροποιεί το Η πηγή των δακρύων από άλλες καλλιτεχνικές εκφάνσεις της σχέσης πατέρα-γιου είναι ο ευφυής τρόπος αποφυγής του εγκλωβισμού στο ιδιωτικό της προσωπικής ιστορίας, μένοντας ωστόσο εντός του αφηγηματικού πλαισίου και στα όσα εξ αυτού εκπορεύονται, χωρίς να δοκιμάζει τη διαφυγή σε επικράτειες ψευδοδοκιμιακές ή ψευδοφιλοσοφικές.

Χωρίς, λοιπόν, να χάνει τον έλεγχο της ατομικής ιστορίας του Πωλ, ο Ντυμπουά διαπραγματεύεται τον θάνατο απεκδυόμενος την όποια αλλοτινή, ιδεαλιστική και προσποιητά ηθική, κοινωνική στάση απέναντί του. Όπως κάθε έκφανση της ζωής, έτσι και το τέλος της, άλλο δεν αποτελούν παρά μια οικονομική και πολιτική συνισταμένη, που υποσκελίζει ακόμα και το παρωχημένο πια θέσφατο της δικαίωσης του νεκρού ως αναφέρετο προνόμιο. Σ' αυτή την κατεύθυνση, εκμεταλλεύεται και την επαγγελματική ιδιότητα του Πωλ, που είναι ιδιοκτήτης μιας εταιρείας που παρασκευάζει νεκρικούς σάκους, η οικονομική επιτυχία της οποίας καθορίζεται από την έγκαιρη πρόβλεψη των ανά την υφήλιο θανατηφόρων κινδύνων —πείνα, ασθένειες, πόλεμοι—, ώστε η παραγωγή να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξομειώσεις της ζήτησης και να επιζήσει του σκληρού ανταγωνισμού.

Οι συνάξεις των επαγγελματιών του θανάτου φέρνει στον νου του αναγνώστη το μυθιστόρημα του Ματίας Ενάρ, Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών, ενισχύοντας περαιτέρω την κεντρική κωμικοτραγική αντίφαση ενός επαγγελματία του θανάτου απέναντι στον θάνατο. Η ακριβής πρόζα τού Ντυμπουά, αλλά και η αμφίσημη στάση του απέναντι στον ήρωά του και κατ' επέκταση στα ανθρώπινα, θυμίζει κάτι από Ουελμπέκ, η εικόνα ενός αρλεκίνου που φαινομενικά υπακούει τις εντολές και τις ορέξεις της αυλής, αλλά κατά βάθος της βγάζει τη γλώσσα, παρότι στα καμαρίνια ίσως και να κλαίει.

Η πηγή των δακρύων είναι ένα καλό μυθιστόρημα, αβίαστα προκλητικό και σύγχρονο, που δεν αναλώνεται στη συναισθηματική αναμάσηση της θεματικής πατέρας-γιος. Τη φροντισμένη έκδοση, με τον ταιριαστό πίνακα του Γκόγια στο εξώφυλλο, επιμελήθηκαν οι εκδόσεις Δώμα, τη μετάφραση έφερε εις πέρας με μεράκι η Στέλα Ζουμπουλάκη.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Δώμα

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο πετρίτης - J. A. Baker

Όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό, ένιωσα μια αμφιθυμία έντονη, διάβασα δυο φορές το οπισθόφυλλο για να βεβαιωθώ πως όντως το βιβλίο αυτό ήταν η ημερολογιακή καταγραφή ενός πετρίτη, είδος γερακιού, στην αγγλική ύπαιθρο τη δεκαετία του '60, κατά τη διάρκεια της παραμονής των πουλιών αυτών σε εκείνα τα μέρη. Η αμφιθυμία, ως εκκρεμές σε κίνηση, στη μια άκρη της ταλάντωσης συναντούσε την επικράτεια της δεδομένης επιθυμίας μου για δοκιμή αναγνωσμάτων έξω από την όποια ζώνη άνεσης, στην άλλη άκρη το ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα ένα τέτοιο βιβλίο, με τόσα επιθυμητά αδιάβαστα να με περιμένουν; Τελικά, η απόφαση για ανάγνωση υποβοηθήθηκε, μάλλον υποσυνείδητα, από τη λαχτάρα μου να διαβάζω/ακούω αφηγήσεις εμμονής ή/και μονομανίας με έντονο το στοιχείο του πάθους.

Η οικολογοτεχνία δεν είναι σε καμία περίπτωση καταχώρηση στο αγαπημένο μου μενού. Παρότι ολοένα και πιο επίκαιρη, εγώ αναζητώ κυρίως αστικά περιβάλλοντα στη λογοτεχνία. Υπάρχει, βέβαια, όπως σε κάθε υπό διαμόρφωση αλλά και αίρεση κανόνα, μια, τουλάχιστον, εξαίρεση. Στην περίπτωση αυτή το Walden ή Η ζωή στο δάσος του Θορώ. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανάγνωσης το είχα το βιβλίο αυτό κατά νου, το ημερολόγιο καταγραφής της σποράς πατάτας, ο διαρκής υπολογισμός του κόστους, η θέα του γαλανού ουρανού από θέση ύπτια στο νερό της λίμνης, η άρνηση του συγγραφέα να πληρώσει φόρους που θα πήγαιναν σε έναν ακόμα πόλεμο, η αβίαστη απόλαυση που η ανθρώπινη μοναξιά του προσέφερε.

Αν δεν υπήρχε το πάθος του Μπέικερ, λίγες σελίδες θα άντεχα, ίσως, αν δεν υπήρχε το πάθος αυτό, να μην είχε εκδοθεί ποτέ Ο πετρίτης. Το πάθος υπερκαλύπτει τις όποιες αρετές στη γραφή του ή, για την ακρίβεια, το πάθος του μετασχηματίζεται μέσα από τις λέξεις και τις περιγραφές, μια γλώσσα δουλεμένη αλλά όχι προσποιητή, μια ποιητικότητα γλυκιά και όχι γλυκερή, πάθος εμμονικό, αυτό που γυρεύω καθημερινά. Και άπαξ και η αμφιθυμία καταλάγιασε, και η ανάγνωση μπήκε στις ράγες μιας αργής και νωχελικής περιδιάβασης στο πλευρό του συγγραφέα/αφηγητή/παρατηρητή, η παράδοση υπήρξε άνευ όρων, ένιωθα κι εγώ να είμαι σε εκείνες τις υγρές και τεράστιες εκτάσεις που ακόμα δεν είχα αποτελέσει θήρα της αστικοποίησης, της εξάπλωσης του Λονδίνου, της επίμονης και επίφοβης επέλασης του ανθρώπινου στο φυσικό περιβάλλον.

Η παρατήρηση και η καταγραφή δεν είναι μέρος της ζωής του συγγραφέα εντός των γραμμών του βιβλίου αυτού, ελάχιστα, ως και τίποτα, μαθαίνουμε για εκείνον, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού μένει, πώς κερδίζει τον επιούσιο. Μόνο η παρατήρηση του πετρίτη. Δεν μαθαίνουμε επίσης τίποτα για το τι συμβαίνει μερικά χιλιόμετρα μακριά σε μια περίοδο που μετά το τέλος του πολέμου βρίσκει την Αγγλία σε φάση πλήρους ανάπτυξης. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν για τον Μπέικερ να τα κρατήσει όλα αυτά εκτός, να παραμείνει προσηλωμένος στη γραφή στον ίδιο βαθμό που υπήρξε στην παρατήρηση του πετρίτη. Αυτή η μονομανία λειτούργησε περίφημα, δεν ήταν κάποια παράπλευρη δραστηριότητα της καθημερινότητάς του, αλλά η καθημερινότητά του ήταν εκείνη που πορευόταν παραπλεύρως και στα σκοτεινά τού κυρίου ενδιαφέροντός του.

Ο πετρίτης, σχετικά πρόσφατα, γνώρισε ένα νέο κύμα ενδιαφέροντος. Δεν μου προκαλεί εντύπωση αυτό, έχουμε απομακρυνθεί τόσο από τον φυσικό κόσμο, παρότι τον αλώσαμε και τον καταλάβαμε, σχήμα οξύμωρο η απομάκρυνση δια του πλησιάσματος, που μια κοντινή στο αστικό κέντρο παρατήρηση ενός πουλιού αποπνέει έναν εξωτισμό, σαν να επρόκειτο για την παρατήρηση κάποιου άγριου ζώου σε κάποια δυσπρόσιτη αφρικανική σαβάνα. Επίσης, η προσήλωση σε ένα πάθος, η μη διάσπαση της προσοχής, το μη ανικανοποιητό συναίσθημα, ο θόρυβος, ο όποιος θόρυβος, που προέρχεται από τη φύση και όχι από τον άνθρωπο και τις μηχανές, το δέος που η παρατήρηση ενός ζώου προκαλεί εξαιτίας της μη ματαιότητας της ύπαρξης, της μη βαρεμάρας, όπως παρατηρούσε εύστοχα ο πάσχων από ανίατη βαρεμάρα και ματαιότητα Λεοπάρντι. Όλα αυτά είναι ικανά να προκαλέσουν εντύπωση, ίσως και τότε, τη δεκαετία του '60 να συνέβαινε το ίδιο, αναλογικά πάντα, ίσως και τότε η απόσταση να ήταν ευδιάκριτη. Όπως, ταυτόχρονα, δεν μου προκαλεί εντύπωση η αρνητική, χωρίς να δοκιμάσει να περπατήσει στο πλευρό τού συγγραφέα, στάση του σημερινού αναγνώστη, η ανοικειότητα που νιώθει να τον κατακλύζει και να του γεννά απροθυμία. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ένα δείγμα, μία παράγραφος, ίσως σας προσανατολίσει καλύτερα:

Άφηνε νωχελικά τον άνεμο να την παρασέρνει· απόμακρη, απειλητική. Ισορροπούσε στα 700 μέτρα ύψος, ενώ το άσπρο σύννεφο πίσω της πέρασε και τράβηξε για τη νότια όχθη του ποταμόκολπου. Αργά-αργά οι φτερούγες της μαζεύτηκαν πίσω. Γλιστρούσε στον αέρα τόσο ήρεμα που ήταν σαν να κρεμόταν από τεντωμένο καλώδιο. Αυτή η επικράτηση επί του ανέμου που μούγκριζε, αυτή η μεγαλοπρέπεια κι η ευγενής δύναμη του πετάγματός της μ' έκαναν να βγάλω μια φωνή και να χοροπηδήσω από ενθουσιασμό. Μόλις είχα δει ό,τι ωραιότερο μπορεί να δει κανείς από τους πετρίτες, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσω· δεν θα θελήσω ποτέ να την αναζητήσω ξανά. Φυσικά, δεν ήταν καθόλου έτσι. Ποτέ δεν χορταίνεις.

Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους φανς του Πετρίτη, ένας από εκείνους που συνέβαλαν στην επιστροφή του στο προσκήνιο, πενήντα χρόνια μετά, εν μέσω οικολογικής ανησυχίας –όχι όλων σίγουρα αλλά τι σημασία έχει αυτό– υπήρξε ο Ρόμπερτ Μακφάρλεϊν. Πριν από τέσσερα χρόνια διάβασα το βιβλίο του, Υπογαία (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Μεταίχμιο). Ολοκλήρωνα το τότε κείμενο λέγοντας: Ένα βιβλίο διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα διαβάσει. Αυτό το σχόλιο δεν έχει να κάνει με το μη μυθοπλαστικό, αλλά με το περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί διάφορα μέρη στον πλανήτη, από τους πάγους στον Βόρειο Πόλο μέχρι τις κατακόμβες του Παρισιού, και είχε καταγράψει την οριακή –τουλάχιστον, για εμάς τους μη ριψοκίνδυνους ταξιδευτές– εμπειρία του. Αν κάτι τότε με είχε ενοχλήσει, αυτό ήταν η κάπως γλυκερή ενίοτε γλώσσα που χρησιμοποιούσε, είχα, τότε, σκεφτεί πως ίσως ήταν θέμα της μετάφρασης. Διαβάζοντας τον Πετρίτη, μια ξεκάθαρη, ομολογημένη επιπλέον από τον ίδιο, επιρροή, μπορώ να υποθέσω πως και το πρωτότυπο κείμενο έπασχε από τη γλυκερή γεύση που εκείνη η ανάγνωση άφησε στον ουρανίσκο μου.

Ένα ακόμα νήμα ξεπετάχθηκε μπροστά μου: η Μαρία Ξυλούρη και Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, το πάθος με το οποίο μιλούσε για βιβλία που είχαν να κάνουν με πουλιά και την παρατήρησή τους, η συμβολή της στην έκδοση της Υπογαίας, δεν το θυμάμαι αλλά είμαι σίγουρος πως θα είχε αναφερθεί, ανάμεσα σε άλλα, και στον Πετρίτη.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο και κλείνοντας το κείμενο αυτό, νιώθω την επιθυμία να αναφερθώ στο πάθος του Μπέικερ για να διευκρινίσω, αν όντως χρειάζεται, πως είναι καθάριο και απαλλαγμένο από διάθεση για διδαχή, για προσηλυτισμό, για επίδειξη. Ανόθευτος και πηγαίος ο ενθουσιασμός του, η προσήλωσή του όμοια με εκείνη κάθε ενός που έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον, για εκείνον καθοριστικό και προφανές, και αφήνεται σε αυτό, αντλώντας πρώτιστα ο ίδιος ικανοποίηση από την παρατήρηση και εν συνεχεία από τη γραφή, που λειτουργεί ως ολοκλήρωση της εμπειρίας, το είδος του ερασιτέχνη που τόσο μοιάζει να εκλείπει στις μέρες μας, εκείνου που έλκεται από το πάθος του όπως τα έντομα από το φως. Και αυτό υπήρξε για μένα ο συνδετικός ιστός με το βιβλίο, το πάθος για κάτι που ποσοτικά δεν μπορεί να καταστεί σημαντικό, ειδικά σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου οι αγορές ρυθμίζουν τα δήθεν πάθη και ενδιαφέροντα, και όμως είναι.

Χωρίς να έχω διαβάσει το πρωτότυπο, νιώθω πως η μετάφραση της Ζαχαριάδου υπήρξε υποδειγματική παρά την προφανή δυσκολία να πατήσει κανείς ταυτόχρονα στη βάρκα του μη μυθοπλαστικού και τεχνικού και σε εκείνη της λεπτής λογοτεχνικής αποτύπωσής τους.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Υπογαία περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το πολύ καλό και αδικημένο μάλλον μυθιστόρημα της Ξυλούρη, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί - Helen DeWitt

Το 2002, από τις εκδόσεις Ψυχογιός, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της Έλεν Ντε Γουίτ, Ο τελευταίος Σαμουράι. Δεν το είχα πάρει χαμπάρι, το όνομά της συγγραφέα δεν μου έλεγε κάτι, μέχρι που έπιασα στα χέρια μου τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, σε μετάφραση Μαριλένας Καραμολέγκου, από τις εκδόσεις Δώμα. Είναι αρκετά παράξενο, μου είπε ο Σ. που το είχε κιόλας διαβάσει, με την καλή έννοια, συμπλήρωσε.

Ο τίτλος, ακριβής και παράξενος, κυριολεκτικά έχει να κάνει με την ικανότητα των Άγγλων να καταλαβαίνουν το καλής ποιότητας μαλλί, γνώση που αποτελεί σημαντική παράμετρο της γενικότερης παιδείας καλών τρόπων που έλαβε η δεκαεπτάχρονη, στο αφηγηματικό παρόν της ιστορίας, Μαργκερίτ. Από μικρή εγκλωβίστηκε σε αυτό το σύστημα, για εκείνη ήταν ό,τι υπήρχε, ένας μονόδρομος χωρίς δυνατότητα ελιγμών και αναστροφής, η maman ήταν διαρκώς παρούσα, επιβλέποντας και δίνοντας τις κατάλληλες εντολές, η επισημότητα του κάθε γεύματος, η υψηλή ραπτική, το πιάνο, όλα όσα συνθέτουν τους καλούς τρόπους για μια εκκολαπτόμενη δεσποινίδα. Κατά την παραμονή της στην Αγγλία, οι γονείς θα εξαφανιστούν, το μπαούλο με τα μυστικά θα ανοίξει, ένας λογοτεχνικός ατζέντης θα πετύχει μια φαινομενικά συμφέρουσα συμφωνία, η Μαργκερίτ θα αφηγηθεί την ιστορία της, ως αντάλλαγμα θα λάβει μια δυσθεώρητη προκαταβολή.

Το μέγεθος και η κατασκευή δεν επιτρέπουν περισσότερα να ειπωθούν σχετικά με την πλοκή, ο εύκολος δρόμος για να φανεί η παραξενιά της νουβέλας δεν είναι ανοιχτός. Η περιφερειακή οδός περνάει απαρέγκλιτα από τους σταθμούς της μορφής και του περιεχομένου. Αν υπάρχει κάτι το οποίο εκλείπει από τη νεότερη λογοτεχνία, ως θέμα, ως καμβάς, είναι η υψηλή κοινωνία, η μεγαλοαστική, γνήσια ή φαντασμένη, εκείνη, όπως και να έχει, στην οποία ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο συμπεριφοράς κατέχει θέση αυστηρού εγχειριδίου, η περιδιάβαση στην επικράτεια αυτή, την οποία η Ντε Γουίτ προσεγγίζει με όρους αναπόφευκτου, χωρίς να την κρίνει εμφανώς ως καλή ή κακή, γελοία ή σοβαρή, φέρει κάτι το παλιακό, κάτι το ξεπερασμένο, κάτι που εμείς οι μη μεγαλοαστοί δύσκολα πιστεύουμε πως ακόμα συμβαίνει, έχοντας στο μυαλό μας εικόνες από ξέφρενα πάρτι και θυελλώδεις προσωπικές ζωές των γόνων της, τα φώτα της λογοτεχνίας έχουν ριχτεί πια στα πιο μεσαία και χαμηλά στρώματα, όχι μόνο ως αποτύπωση αλλά και ως προς το συναίσθημα.

Δεν προκαλεί εντύπωση, όχι μεγάλη τουλάχιστον, η υποκρισία και η ψυχρότητα που χαρακτηρίζουν τη σχέση, ο θεός να την κάνει, μητέρας κόρης. Η Ντε Γουίτ ξέρει πως για να λειτουργήσει η κατασκευή πρέπει να σταθεί όσο το δυνατόν πιο απαθής και αμέτοχη, να μη δείξει τη συναισθηματική της παλέτα, να δώσει τον λόγο στη Μαργκερίτ, άλλωστε εκείνη είναι που πρέπει να παραδώσει το προσχέδιο της ιστορίας της, εκείνη έχει υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο, εκείνη ξέρει, τέλος πάντων. Της δίνει χώρο και χρόνο να μιλήσει για όσα εκείνη θεωρεί πως πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην αφήγησή της. Και κάπως έτσι φτάνουμε στον δεύτερο σταθμό της περιμετρικής οδού, εκείνο που στεγάζει τη μορφή.

Συγκρατημένα μεταμοντέρνα κατασκευή, εκεί που η εγκιβωτισμένη συγγραφή του βιβλίου πορεύεται παράλληλα με τις σκέψεις και τα γεγονότα που σχετίζονται με το υπό συγγραφή βιβλίο. Εδώ, στη μορφή, αντίθετα με το περιεχόμενο, η Ντε Γουίτ βρίσκει τον χώρο ώστε να φανερώσει κάποιες από τις προθέσεις της, να ασχοληθεί εκ του ασφαλούς και από σχετική απόσταση με ζητήματα όπως η αυτομυθοπλασία, ο χώρος των εκδόσεων, η ακριβή ζωή, η υποκρισία της υψηλής κοινωνίας, τις σκοτεινές πλευρές της, το χρήμα ως κορωνίδα σε θρόνο μονοθέσιο. Η μορφή είναι αυτή που καθιστά τη νουβέλα παράξενη, με την καλή έννοια. Η μορφή είναι εκείνη που δημιουργεί το αντιστικτικό αντίβαρο στην παλιακότητα του περιεχομένου, κάτι φρέσκο που συμπορεύεται με κάτι το κλασικό, ο ιδιότυπος τρόπος της να πει μια ιστορία που μέρος της έχει ήδη ειπωθεί χρόνια πριν, όταν η λογοτεχνία, οι τέχνες εν γένει, αφορούσαν μια ολιγομελή κάστα ανθρώπων, τα πάθη και τις έριδες, τον τρόπο τους να ζουν και να πορεύονται, τα προβλήματά τους παρά τα μύρια προνόμιά τους, αλλά και μια τάξη τη ζωή της οποίας ένα μέρος του πληβείου πληθυσμού εξακολουθεί να παρακολουθεί σαν ένα παραμύθι, σαν αυτό που είναι, πέρα και μακριά από την καθημερινότητά του.

Η νουβέλα της Ντε Γουίτ, ατμοσφαιρική και παράξενη, διαβάζεται σε λίγο χρόνο, το μέγεθος της εξυπηρετεί τη φαινομενική επιφανειακότητά της. Η Μαργκερίτ δεν μοιάζει με τους σύγχρονους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, η ενσυναίσθηση δεν ανθίζει παρά μόνο ως απόηχος αντανακλαστικού κεκτημένης ταχύτητας, η ταύτιση δύσκολα επιτυγχάνεται, ίσα ίσα, μια απόσταση παραμένει διαρκώς παρούσα ανάμεσα σε εκείνη και τον αναγνώστη, στο όριο της περιφρόνησης ή και της διακωμώδησης, οι καλοί τρόποι του αναγνωστικού υποκειμένου είναι εκείνοι, αν υπάρχουν, που συγκρατούν τον κανιβαλισμό, το γέλιο με τον δείκτη προτεταμένο, ένα τι με νοιάζει εμένα βασιλεύει. Και όμως, ο τρόπος της Ντε Γουίτ προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ουδετεροποίηση, ένα ψυχρό υπό μελέτη δείγμα παρατήρησης, ένα περιβάλλον εργαστηριακό. Υπάρχει κάτι το αντιφατικό, αντιστικτικό το ονόμασα πιο πάνω, μια έλξη απώθηση, ένα ενδιαφέρον αδιαφορία, κάτι το παλιό και κάτι το νέο, κάτι σίγουρα ενδιαφέρον, με τον τρόπο του πάντα, κάτι ξεχωριστό απ' όσα είμαστε συνηθισμένοι να διαβάζουμε, μια εκδοχή ιστορίας που θα έκανε τα βρετανικά ταμπλόιντ να έχουν για εβδομάδες υλικό, η Ντε Γουίτ φλερτάρει με αυτό, άλλωστε η συγγραφική δεξιότητα της Μαργκερίτ δεν είναι υψηλού επιπέδου, το προσχέδιο, αν όντως παραδοθεί, θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να μετατραπεί σε βιβλίο, έστω και αν αυτό το βιβλίο θα απευθύνεται σε ένα μέρος του κοινού των ταμπλόιντ.

Αν θεωρήσουμε την αδιαφορία ως τη μέγιστη κατάρα ενός βιβλίου, τότε σίγουρα του σκοπέλου διέρχεται με άνεση η νουβέλα αυτή, αδιάφορη δύσκολα να φανεί σε κάποιον, κάτι σε αυτή θα είναι ενοχλητικά γοητευτικό, κάτι θα τον καθηλώσει για τη λίγη ώρα που θα διαρκέσει η ανάγνωσή της, ύστερα κάτι θα μείνει, για πόσο, ποιος να ξέρει; Δεν είμαι σίγουρος, ποτέ δεν είμαι αλλά κάνω συχνά υποθέσεις, σχετικά με τις συγγραφικές προσδοκίες, τους στόχους της γραφής, το γιατί να ειπωθεί αυτή η ιστορία με αυτόν τον τρόπο, αυτή η άγνοια επιτείνει ακόμα περισσότερο αυτό το αμφιλεγόμενο αίσθημα κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το τέλος της ανάγνωσης, ίσως συνολικά η αμφιβολία να έγκειται στο αναπάντητο ερώτημα γύρω από το πόσο σοβαρά ή σαρκαστικά στέκεται η συγγραφέας απέναντι στην Μαργκερίτ και τον κόσμο της, από αυτό θα μπορούσε να εξαχθεί ένα κάποιο συμπέρασμα, αν, για παράδειγμα, ο σαρκασμός επικρατούσε, τότε το Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί θα μπορούσε με τον τρόπο του να είναι ένα πολιτικό βιβλίο, μια αναχωρητική της κατάστασης του πλανήτη πραγματικότητα, ένα παράλληλο μικρό σύμπαν που ενώ ο κόσμος καίγεται εκείνο ράβει ταγιέρ. Η απουσία ευθείας κρίσης και η έλλειψη πρόσημου, ο αναγνώστης, που πάντα έτσι και αλλιώς διαβάζει από τη δική του θέση στον κόσμο, νιώθει απελευθερωμένα αβοήθητος σε αυτό το σύντομο ταξίδι, κάτι υπάρχει εδώ, τι όμως;

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ

Μετάφραση Μαριλένα Καραμολέγκου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Μεσούγκα - Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ

Παλιότερα, όταν μια εφημερίδα, δεν θυμάμαι πια ποια, έδινε κάθε βδομάδα ένα βιβλίο από τη σειρά Νόμπελ των εκδόσεων Καστανιώτη, είχα διαβάσει τον Σκλάβο, ένα μυθιστόρημα που διαδραματιζόταν στον 17ο αιώνα. Αρκετά αργότερα διάβασα το Σώσα, που εκτυλίσσεται στη Βαρσοβία λίγο πριν την εισβολή των ναζιστικών δυνάμεων. Και στις δύο περιπτώσεις, παρότι μπορούσα να αναγνωρίσω έντονα συστατικά υψηλής λογοτεχνίας, δεν κατάφερα να συνδεθώ, ένιωθα πως το διακύβευμα δεν ήταν της λογοτεχνικής μου ανάγκης. Στη δυσθεώρητη στοίβα με τα προσεχώς έχω προσθέσει το Εχθροί, μια ερωτική ιστορία, για το οποίο αρκετά άτομα κατά καιρούς μου έχουν μιλήσει με κολακευτικά λόγια.

Όταν κυκλοφόρησε το Μεσούγκα, εξαιτίας των παραπάνω, τσέκαρα το οπισθόφυλλο να δω περί τίνος πρόκειται. Διάβασα: «Με φόντο τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του '50, ο Σίνγκερ πλάθει έναν θίασο "χαμένων ψυχών": ανθρώπων που επέζησαν από το αδιανόητο και τώρα καλούνται να βρουν τρόπο να ζήσουν ξανά, παραδομένοι με μελαγχολικό χιούμορ και νοσηρή ένταση στην επίγνωση πως ο κόσμος είναι ένα απέραντο φρενοκομείο».

Ο Άαρον, μεσήλικας πρωτοπρόσωπος αφηγητής, άλτερ έγκο του συγγραφέα που επιμένει να γράφει στα γίντις, έχει εκδώσει κάποια βιβλία, συνεργάζεται με εφημερίδες, απαντά σε επιστολές και γράφει μυθιστορήματα σε συνέχειες, χαίρει κάποιας φήμης, μια κοπέλα μάλιστα δουλεύει πάνω σε μια διατριβή γύρω από το έργο του, περιφέρεται στη Νέα Υόρκη, συναντά ανθρώπους από το παρελθόν που τους νόμιζε νεκρούς. «Σε δύο χρόνια θα γινόμουν πενήντα χρονών, και ένιωθα ήδη γέρος. Είχα ζήσει δύο παγκόσμιους πολέμους, όλη μου η οικογένεια είχε αφανιστεί, γυναίκες που ήταν κάποτε πολύ κοντά μου είχαν γίνει μια χούφτα στάχτες. Οι άνθρωποι για τους οποίους έγραφα ήταν νεκροί. Κι εγώ ήμουν ένα απολίθωμα από μια εποχή από καιρό τελειωμένη. Μια φορά, όταν ο εκδότης μου με σύστησε σε μια λογοτεχνική ομήγυρη, οι πιο νεαροί ρώτησαν: Μα είστε ακόμα ζωντανός; Εμείς νομίζαμε πως...". Κι ύστερα ζήτησαν συγγνώμη για το σφάλμα τους».

Το έργο του Σίνγκερ, ιδιαιτέρως πλούσιο, πάντοτε με την εβραϊκότητα στο επίκεντρο, θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο γενικές υποκατηγορίες, στα αμερικάνικα, μετά τον πόλεμο, με φόντο τη Νέα Υόρκη, και σε εκείνα που διαδραματίζονται παλιότερα ή και πολύ παλιότερα. Στο Μεσούγκα οι δεδομένες αρετές στην αφήγηση, τους χαρακτήρες και τη γενικότερη κατασκευή, έρχονται να συναντήσουν ένα πιο επιθυμητό από πλευράς μου χωροχρόνο, με την παρουσία ενός μεσήλικα σε κρίση να προσδίδει επιπρόσθετη απόλαυση, αφού αυτή είναι μία από τις λογοτεχνικές μου εμμονές· επιμένω στο ουσιαστικό αυτό παρά την υπερβολή που φέρει. Το μυθιστόρημα γράφτηκε αρχικά στα γίντις, φιλοξενήθηκε σε συνέχειες σε μια εφημερίδα, αργότερα, υπό την επίβλεψή του, μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του νομπελίστα συγγραφέα.

Τρία χρόνια πριν, εκεί που δεν το περίμενα, διάβασα μια ποικιλοτρόπως σημαντική νουβέλα, Ο κόσμος είναι ένας γάμος, του Ντέλμον Σβαρτς, που εκδόθηκε το 1948. Την χαρακτηρίζω σημαντική γιατί, εκτός από την υψηλής στάθμης απόλαυση που μου χάρισε η ανάγνωσή της, υπήρξε καθοριστική για την ευρύτερη πρόσληψη της αμερικανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας, λειτουργώντας σαν ένα άτυπο μανιφέστο, ένας ενδιάμεσος ταμιευτήρας στην πορεία του συγκεκριμένου παραπόταμου, κατέστη έτσι ένα έργο αναφοράς, στο οποίο διαρκώς επιστρέφω.

Ο χαρισματικός Σίνγκερ πετυχαίνει να συνδυάσει ένα πλήθος από αντιθετικά και αντιστικτικά ζεύγη, ενσωματώνοντάς τα στην πλοκή και την αφήγηση, κυρίως σε αυτή, με έναν τρόπο μοναδικό που αποτυπώνει το παλίμψηστο της πόλης και της εποχής, τη μεταπολεμική εμπειρία, το τραύμα αλλά και την ελπίδα, τη μελαγχολία αλλά και την παιγνιώδη διάθεση, την ελευθερία και το χάος, ίσως η σοβαροφάνεια, χωρίς πρόσημο θετικό ή αρνητικό, να είναι εκείνη που κυριαρχεί, εκεί που όλα έχουν σημασία αλλά ταυτόχρονα σκιάζονται από τη ματαιότητα, την απαισιοδοξία που απομυζεί το βάρος της ύπαρξης, τη διαρκή κίνηση και ζωή της μητρόπολης, που προσπαθεί να ξαναπιάσει το νήμα του αμερικάνικου ονείρου, επενδύσεις και λεφτά που γεννούν λεφτά, κομπίνες και απάτες, ανάγκη για αποφυγή της μοναξιάς, δέος απέναντι στο ενδεχόμενο του θανάτου, το κράτος του Ισραήλ που κάνει τα πρώτα του βήματα, απογοητεύοντας ή ενθουσιάζοντας τους Εβραίους ανά την υφήλιο, εκείνοι που μένουν μακριά του, όχι απλώς χωρικά, και εκείνοι που καταφεύγουν εκεί.

Αν είχε σάουντρακ το βιβλίο, θα ήταν φρι τζαζ, αν ήταν ταινία, θα θύμιζε κάτι από τις ασπρόμαυρες Σκιές του Κασσαβέτη, αν ήταν πόλη, δεν θα ήταν άλλη από την πρωταγωνίστρια Νέα Υόρκη. Στο Μεσούγκα ο αναγνώστης δεν θα βρει παρά μόνο ίχνη αντιστοιχίας με το υπόλοιπο έργο του Σίνγκερ, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα σπουδαίο αμερικάνικο μυθιστόρημα, ιδιαιτέρως απολαυστικό, με έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή έμπλεο αντιφάσεων, άρα ανθρώπινο, που αποδεικνύεται ο κατάλληλος ενδιάμεσος ανάμεσα στον συγγραφέα και το έργο. Υπήρξε μια έκπληξη η ανάγνωση αυτή, όχι γιατί αμφέβαλλα στιγμή για τη δεξιότητα του συγγραφέα, αλλά γιατί η ως τώρα επαφή μου με το έργο του μου είχε δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση πως δεν είναι του γούστου μου, βεβαιότητες που καταρρέουν εκκωφαντικά, τι τύχη! Οι Εχθροί, μια ερωτική ιστορία, επανήλθε στα πάνω πατώματα της στοίβας με τα προσεχώς.

υγ. Για το Ο κόσμος είναι ένας γάμος περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα 

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Γουέιντζερ - David Grann

Η πραγματικότητα, ορισμένοι ισχυρίζονται, συχνά ξεπερνά τη φαντασία και η ιστορία του πλοίου Γουέιντζερ μοιάζει να τους δικαιώνει. Για να συμβεί ωστόσο αυτό, απαιτείται ενδελεχής έρευνα και λογοτεχνική ικανότητα, όπως αυτή που επέδειξε ο Ντέιβιντ Γκραν μελετώντας και γράφοντας την ιστορία αυτή, που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1740, όταν το πλοίο υπό βρετανική σημαία απέπλευσε μαζί με άλλα τέσσερα καράβια με αποστολή να εντοπίσουν ένα ισπανικό πλοίο και να αρπάξουν τον θησαυρό που αυτό κουβαλούσε. Δύο χρόνια αργότερα, το πλοίο με τριάντα άντρες, ξεβράστηκε στις ακτές της μητέρας πατρίδας και τα όσα διηγήθηκαν οι αποστεωμένοι ναύτες έμοιαζαν απίστευτα. Ωστόσο, έξι μήνες αργότερα, τρεις ακόμα διασωθέντες ναυτικοί του Γουέιντζερ θα καταφέρουν με ένα αυτοσχέδιο πλοιάριο να φτάσουν ως τις ακτές της Χιλής και από εκεί, μετά από διάφορες περιπέτειες, να βρεθούν στην Αγγλία. Τα όσα ισχυρίστηκαν έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αφηγήσεις των υπόλοιπων ναυτών.

Αυτή είναι η θρυλική ιστορία του Γουέιντζερ που απέπλευσε μετά τιμών και προσδοκιών και επέστρεψε τσακισμένο από την αναμέτρηση με τους ωκεανούς. Ο Γκραν, σε ένα μάλλον αταξινόμητο βιβλίο, εξιστορεί τα όσα συνέβησαν, βασισμένος στην έρευαν αλλά και την ικανή του πρόζα, χαρίζοντας ένα βιβλίο που διαβάζεται αχόρταγα. Το χαρακτηρίζω αταξινόμητο γιατί ενώ είναι ένα ιστορικό βιβλίο, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, παρότι μάλλον ξεχασμένα μετά από τόσα χρόνια, ταυτόχρονα, εξαιτίας της ίδιας της ιστορίας αλλά και της γραφής του Γκραν, φλερτάρει έντονα με τη μυθοπλασία όσο αφορά την αναγνωστική του πρόσληψη.

Οι ναυτικές ιστορίες υπάρχουν από τις απαρχές της παγκόσμιας γραμματείας, θρύλοι, μύθοι και γεγονότα, γίνονται αντικείμενο αφήγησης γοητεύοντας διαχρονικά το αναγνωστικό κοινό. Τα τελευταία αρκετά χρόνια, οι ναυτικές ιστορίες όλο και μειώνονται, δείγμα της προόδου στις μεταφορές αλλά και της πλήρους χαρτογράφησης του κόσμου, μια ακόμα απόδειξη για την απομάγευση που έχει επικρατήσει.

Δεν είναι όμως διόλου τυχαίο και αδικαιολόγητο το γεγονός πως οι ναυτικές ιστορίες, τι και αν δεν γράφονται πια, εξακολουθούν να γοητεύουν και να ιντριγκάρουν συγγραφείς και αναγνώστες, και δεν είναι μόνο η Οδύσσεια και το Μόμπι Ντικ, αλλά και οι ιστορίες του Κόνραντ, ο Ροβινσώνας Κρούσος αλλά και τα βιβλία του συγγραφέα-φάντασμα Μπεν Τρέιβεν ή του Αλβάρο Μούτις, που πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό, ξεχνώντας σίγουρα και άλλα σημαντικά έργα και συγγραφείς.

Η περιπέτεια, και τι περιπέτεια!, είναι μόνο ένα σκέλος των όσων προσφέρει η ανάγνωση του Γουέιντζερ στον σημερινό αναγνώστη που πιθανότατα αγνοεί πλήρως την ιστορία του πλοίου και των ναυτών του. Εκείνα τα χρόνια, Αγγλία και Ισπανία, οι δυο τους κυρίως, έλεγχαν μεγάλο μέρος του κόσμου, δύο υπερδυνάμεις που μάχονταν για την ακόμα μεγαλύτερη επικράτηση, ωθούμενες από κίνητρα πατριωτικά, ή μάλλον, θέτοντας τέτοια κίνητρα ως τον μανδύα κάτω από τον οποίο συναντά κανείς, τι άλλο, παρά το κεφάλαιο που απαιτούσε πρόσβαση σε νέες αγορές και εδάφη. Χιλιάδες άντρες θυσιάστηκαν για τα συμφέροντα, εγκαταλείποντας για μήνες και χρόνια τον τόπο και τους δικούς τους ανθρώπους, όσοι, τέλος πάντων, ήταν τυχεροί και κατάφερναν να επιστρέψουν.

Αλλά και η κοινωνιολογική και ανθρωπολογική μελέτη του απομονωμένου μικρόκοσμου εν πλω, το πού μπορεί να οδηγήσει η πείνα και η εξαθλίωση, το πώς τα βαθιά παραχωμένα ένστικτα έρχονται στην επιφάνεια για να παλέψουν υπό το κέλευσμα της ανάγκης για επιβίωση, και όλα αυτά σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από σκληρή και απόλυτα διακριτή ιεραρχία, ο στασιασμός απέναντι στον ανώτερο, η αμφισβήτηση της αρχής. 

Ο συγγραφέας-αφηγητής δεν καταφέρνει, ή δεν θέλει, να κρύψει τον προσωπικό του εντυπωσιασμό μπροστά σε αυτή την ιστορία, η έρευνα δεν ήταν αρκετή για να τον ξεδιψάσει. Ίσως σε κάποιους αυτό να φανεί ως συγγραφική αδυναμία, για μένα ωστόσο αποτελεί αρετή, αυτό το μοίρασμα του ενθουσιασμού και της περιέργειας ανάμεσα σε συγγραφέα και αναγνώστη, που κάνει το Γουέιντζερ να μοιάζει με παραμύθι, το πάθος του ερευνητή συγγραφέα μεταδίδεται και επιτείνει την επιθυμία για λίγες σελίδες ακόμα, παρότι πολλά από τα στοιχεία της υπόθεσης είναι ήδη γνωστά, πως, για παράδειγμα, κάποιοι από τους ναύτες, παρότι υπέφεραν τα μέγιστα, κατάφεραν τελικά να επιζήσουν και να επιστρέψουν, το πώς είναι μια άλλη αφήγηση, στην παλιά τους ζωή.

Ανάμεσα στο πλήρωμα ήταν και ένας πρόγονος του Λόρδου Μπάιρον, που σε αρκετά ποιήματά του ενσωμάτωσε τις αφηγήσεις του, δείγμα και αυτό της έλξης που οι θαλασσινές περιπέτειες εγείρουν.

Το Γουέιντζερ είναι μια ιστορία καταιγιστικής δράσης, που είναι ωστόσο πραγματική, και αυτό είναι που επιτείνει το δέος του αναγνώστη, ανίκανος όπως είναι να τα αποδώσει όλα σε μια καλπάζουσα φαντασία.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

Στο φάρο - Virginia Woolf

Η κυκλοφορία αυτή από μόνη της αποτελεί ένα εκδοτικό γεγονός, εξαιτίας και της νέας μετάφρασης δια χειρός Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, έκδοση προσεγμένη σε όλα τα επίπεδα, από το εξώφυλλο έως και το επίμετρο, τοποθετημένο ορθά στο τέλος. Και αν για κάποιους, όπως εγώ, ήταν μια τέλεια αφορμή για επιστροφή στη νήσο Σκάυ, χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη και τόσο καθοριστική εν γένει επίσκεψη, όταν το σύμπαν της Γουλφ, βιβλίο βιβλίο, απλωνόταν μπροστά μας, καθορίζοντάς μας εν πολλοίς σε πλείστα επίπεδα, ακόμα πιο σημαντικό, θεωρώ, είναι πως μια νέα κυκλοφορία ενός κλασικού και τόσο σημαντικού κειμένου όπως το Στο φάρο, είναι το γεγονός πως δύναται να αποτελέσει μια κολυμπήθρα βάφτισης για νεότερους αναγνώστες. Ζηλεύω, ξεκάθαρα, στη σκέψη της πρώτης περιδιάβασης στον γουλφικό κόσμο.

Ωστόσο, παρότι η ανάγνωση έγινε και τα αυλάκια που εκείνη η πρώτη ανάγνωση είχε σκαλίσει και με τον καιρό είχαν ξεθωριάσει ανοίχτηκαν εκ νέου και βαθύτερα ενώ ταυτόχρονα η διαχρονική επιρροή της Γουλφ φωτίστηκε ακόμα καλύτερα αφού όλα εκείνα τα βιβλία που μεσολάβησαν έκτοτε στο αναγνωστικό μονοπάτι θα ήταν τόσο διαφορετικά αν υποθέσουμε πως θα είχαν γραφτεί, η απόφαση για το αν θα γράψω ένα κείμενο σχετικά με την ανάγνωση αυτή με βασάνισε. Γύρευα το διακύβευμα ενός τέτοιου κειμένου, κάτι περισσότερο από την παραπάνω εισαγωγή, κάτι περισσότερο από μια ημερολογιακή καταγραφή αναγνωστικής επιστροφής.

Σκεφτόμουν πώς θα ήταν αν είχα σπουδάσει αγγλική φιλολογία και είχα διαβάσει στο πρωτότυπο το σύνολο του γουλφικού κόρπους, ενώ παράλληλα θα είχα εξοικειωθεί με την κριτική προσέγγιση μέσα στα χρόνια, την επίδραση στην αγγλοσαξονική και όχι μόνο λογοτεχνία, τη φεμινιστική προσέγγιση και κριτική ανάγνωση, όλα αυτά θα ήταν σπουδαία. Βέβαια, θα μπορούσα να έχω φοιτήσει στην αγγλική φιλολογία και ποτέ να μην έχω διαβάσει Γουλφ, ούτε αυτό είναι σπάνιο· όπως και να έχει εγώ ένα ταπεινό και βαρετό οικονομικό τελείωσα. Το σκεφτόμουν αυτό γιατί αναρωτιόμουν αν μπορεί σήμερα να γραφτεί ένα κριτικό κείμενο για το Στο φάρο, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από μια συνολική τοποθέτηση εντός του ευρύτερου κόρπους και χωρίς να προσφέρει κάτι καινούριο, μια νέα αναζήτηση, μια νέα διερεύνηση, μια νέα ανάγνωση, ή αν ακόμα παραπέρα θα μπορούσε να σταθεί ένα κριτικό κείμενο χωρίς να περιλαμβάνει μια θεώρηση της μετάφρασης, μια σύγκριση με τις υπόλοιπες που προηγήθηκαν με κορυφή εκείνη του Μπερλή. Αναρωτιόμουν τα παραπάνω και ένιωθα πως η απάντηση είναι όχι. Άσχετα με το γεγονός πως εγώ έτσι και αλλιώς δεν θα έγραφα ένα κριτικό κείμενο, δεν θα το ισχυριζόμουν τουλάχιστον, ήταν μια σκέψη η οποία έμοιαζε να ενισχύει την απόφασή μου να μην καταγράψω την αναγνωστική εμπειρία, υπάρχουν κείμενα που μας υπερβαίνουν, σε όλα τα επίπεδα, αυτό είναι ένα από αυτά, και η ανάγνωση, ως πράξη ενεργητική συχνά μας ευλογεί ορίζοντας τα όρια μας. Ύστερα, κάπως αυθαίρετα και υποκειμενικά, όπως γίνονται συνήθως τα πράγματα δηλαδή, σκεφτόμουν πως της Γουλφ θα της άρεσε η ιδέα ενός κειμένου συνειρμικού βασισμένου στην υποκειμενική και διαισθητική εμπειρία και όχι στην αντικειμενική και διακριτή γνώση, αλλά ένιωσα λίγος ή χωρίς έμπνευση για να το επιχειρήσω.

Υπάρχει ωστόσο ένα μοτίβο εντός του Φάρου που επανέρχεται και έχει να κάνει με τον κύριο Τάνσλυ να ψιθυρίζει στο αυτί της: «Οι γυναίκες δεν ξέρουν να ζωγραφίζουν, οι γυναίκες δεν ξέρουν να γράφουν...», μοτίβο το οποίο διαρκώς με επισκεπτόταν και με έβαζε ξανά και ξανά στη σκέψη γύρω από την υποδοχή του έργου της Γουλφ από τους σύγχρονους κριτικούς και αναγνώστες με δημόσιο λόγο, μια γυναίκα που έγραφε, μια γυναίκα που έγραφε με έναν τρόπο διαφορετικό, για τον οποίο ακόμα δεν υπήρχε η θεωρία, το αποκούμπι του κακού αναγνώστη, αλλά μόνο το συναίσθημα, το ένστικτο, η διαίσθηση, για κάποιους λίγους και η βεβαιότητα, έστω και χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί, έστω πως η λογοτεχνία μπορεί να αποδειχθεί, πως αυτό εδώ ήταν ένα μέγιστο συμβάν στην ιστορία της αφήγησης, πως τίποτα πια δεν θα ήταν ξανά το ίδιο, πως ο κόσμος είχε για πάντα μεταβληθεί, την ίδια στιγμή και μπροστά στα μάτια τους, τι τύχη να ζει κανείς σε τέτοιους καιρούς, και όμως η πλειοψηφία, που ευτυχώς η πλειοψηφία της χάθηκε στη λήθη, ισχυριζόταν μετά βεβαιότητος πως αυτό δεν ήταν λογοτεχνία, δεν ήταν άξιο κριτικής, πως μια γυναίκα δεν μπορούσε να γράψει, πως μια γυναίκα δεν μπορούσε να γράψει με έναν τρόπο διαφορετικό, ακατανόητο, έξω από τη σφαίρα της βεβαιότητας και της παράδοσης, έξω από τη συντήρηση και την ασφάλεια του παρελθόντος. Παρότι ένα μέρος μου τους λυπάται όλους εκείνους που μετά βεβαιότητας ισχυρίζονταν πως αυτό δεν είναι λογοτεχνία, ένα άλλο μέρος μου θυμώνει και μόνο στην ιδέα πως τα βιβλία αυτά κατά τύχη έφτασαν σε χρόνια πιο ύστερα, όταν οι αναγνώστες μπορούσαν να τα διαβάσουν και να αποδεχτούν με δάκρυα την ομορφιά. Δεν το λέω γιατί σκέφτομαι την πίκρα της Γουλφ στην απόρριψη, της Γουλφ και της κάθε Γουλφ, αλλά από προσωπικό συμφέρον, από την έστω και ελάχιστη πιθανότητα να μην είχα διαβάσει Γουλφ επειδή κάποιος βλάκας με προνόμιο αδυνατούσε να διακρίνει την ομορφιά και εκ θρόνου ψηλού το καταδίκασε ως ανοησία, και μόνο με την υποψία για το πόσες Γουλφ χάθηκαν εξαιτίας αυτών.

Ένα μεγάλο μέρος της ιστορία της λογοτεχνίας θα μπορούσε να ειπωθεί με τον ίδιο τρόπο, συγγραφείς και έργα μπροστά από την εποχή τους, που ωστόσο, και αυτό είναι συγκλονιστικό, αποτύπωσαν με τον πλέον ευδιάκριτο και οξυδερκή τρόπο την εποχή τους. Οι όμοιοι τους, οι βλάκες με προνόμιο της κάθε επόμενης εποχής, τώρα επικαλούνται τη Γουλφ για να ισχυριστούν εκείνο που οι πρόγονοί τους έλεγαν ενάντια στη Γουλφ, και αυτό θα ήταν υπερκωμικό αν δεν ήταν εξοργιστικό. Τόσους αιώνες μετά από την πρώτη γραφή και ακόμα να αναγνωρίσουμε στη γραφή, στην τέχνη εν γένει, πως δύναται να υπερτερεί των αναγνωστών, όποια ιδέα και αν εκείνοι έχουν για τον εαυτό τους, τη σκευή τους, την άποψή τους, να προπορεύεται αυτών, να σημαίνει το νέο, το επερχόμενο. Έναν αιώνα μετά και ακόμα το αίτημα για ένα δικό του/της/του δωμάτιο είναι επίκαιρο.

υγ. Για το Ένα δικό σου δωμάτιο περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 7 Απριλίου 2025

Τέσσερα ερωτικά γράμματα - Niall Williams

Πριν από τρία χρόνια, πάντα από τις εκδόσεις Δώμα, που φροντίζουν να «ακολουθούν» τους συγγραφείς που εντάσσουν στον κατάλογό τους, κυκλοφόρησε το Αυτό είναι ευτυχία του Νάιαλ Ουίλλιαμς, ένα βιβλίο που διαβάστηκε αρκετά και αγαπήθηκε ιδιαιτέρως. Προς τα τέλη της περασμένης χρονιάς, ένα ακόμα βιβλίο του γεννημένου το 1958 στο Δουβλίνο συγγραφέα κυκλοφόρησε και πάλι στα ελληνικά είκοσι πέντε χρόνια μετά και αφού έμεινε για καιρό εκτός κυκλοφορίας. Ο λόγος για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, το λογοτεχνικό ντεμπούτο τού Ουίλλιαμς, η αρχή μιας μακράς λίστας βιβλίων που έμελλε να γράψει και να τον καταξιώσουν σε μια δυσπρόσιτων κορυφών λογοτεχνία όπως είναι η ιρλανδική. Και τι ντεμπούτο!

Δύο παράλληλες ατομικές ιστορίες, εκείνη του Νίκολας, σε πρώτο πρόσωπο, που όταν ήταν δώδεκα χρονών είδε τον πατέρα του να εγκαταλείπει την ασφαλή θέση του δημοσίου υπαλλήλου ισχυριζόμενος πως ο Θεός του μίλησε και του ζήτησε να αφιερωθεί στη ζωγραφική, με τη ζωή της οικογένειας του να ανατρέπεται ολοσχερώς· ό,τι υπήρχε ως δεδομένο ξάφνου έγινε φτερό στον άνεμο. Και η ιστορία της Ίζαμπελ, ειπωμένη σε τρίτο πρόσωπο, που μια μέρα είδε τον αδερφό της να χάνει τη μιλιά του και να καθηλώνεται σ' ένα καροτσάκι, από το οποίο μάταια περίμεναν οι γονείς της να σηκωθεί, προσμένοντας ένα θαύμα, φορτώνοντας όλες τους τις προσδοκίες σ' εκείνην.

Σ' ένα ανάπτυγμα σχεδόν τετρακοσίων σελίδων, για τη μεταφορά του οποίου στα ελληνικά «υπεύθυνη» υπήρξε η Δέσποινα Κανελλοπούλου, ο Ουίλλιαμς μαεστρικά καταφέρνει να διανύσει τον χρόνο και να συμπληρώσει τα κομμάτια της μεγάλης εικόνας όπως αυτή θα εμφανιστεί στο τέλος του μυθιστορήματος. Με μια αφήγηση κλασικότροπη, συνέχεια της σπουδαίας ιρλανδικής λογοτεχνικής παράδοσης, εστιασμένη στον άνθρωπο μέσα από τους άρτια δοσμένους χαρακτήρες, όχι μόνο των δύο κεντρικών αλλά και των συμπληρωματικών προσώπων, ο συγγραφέας χαρίζει μια χορταστική αναγνωστική εμπειρία και όλα αυτά στο πρωτόλειο έργο του.

Ισορροπώντας περίτεχνα στην κόψη του συναισθηματισμού, χωρίς να πέφτει και να βυθίζεται στην άβυσσο του μελοδραματισμού, ο Ουϊλλιαμς αφηγείται μια δυνατή ιστορία στην οποία τα πρόσωπα παλεύουν να διαβάσουν και να ερμηνεύσουν τα σημάδια, τις μεγαλύτερες ή μικρότερες ανατροπές, τα σταυροδρόμια που η ζωή τους επιφυλάσσει και εκείνος, ο συγγραφέας, δείχνει όλη την υπομονή και τη φροντίδα που απαιτείται. Άλλωστε, κάθε ζωή, ιδωμένη εκ των υστέρων, άλλο δεν είναι παρά ένα κουβάρι από γεγονότα και συγκυρίες, που η λογική μάταια και άστοχα επιχειρεί να διακρίνει.

Σε μια απόφαση κάπως έξω από την επικράτεια του κλασικού, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του ενός μέρους θα ενωθεί στις τελευταίες σελίδες με τον παντογνώστη αφηγητή, απόφαση τόσο καλά εκτελεσμένη και ομαλή που όχι απλώς δεν ξενίζει τον αναγνώστη, αλλά δεν γίνεται και αντιληπτή παρά μόνο κάποια στιγμή, αρκετές σελίδες αργότερα. Απόφαση καθοριστική για την κατασκευή αλλά και τη συνολική λειτουργία του Τέσσερα ερωτικά γράμματα

Η ιρλανδική ύπαιθρος, τα απομονωμένα και αραιοκατοικημένα νησιά που τη συνθέτουν, ο ωκεανός που βρέχει τις ακτές και εν πολλοίς καθορίζει το κλίμα της αλλά και τη ροπή προς το μεταφυσικό, τους θρύλους και τις δοξασίες που συνοδεύουν εδώ και χρόνια τη ζωή στα μέρη εκείνα, όλα αυτά συντελούν και επιτείνουν την ατμοσφαιρικότητα της ιστορίας αυτής, δικαιολογώντας, γιατί και αυτό στοιχείο ταυτότητας ενός βιβλίου είναι, την επιλογή του σκοτεινού και ανησυχαστικού εξωφύλλου. Και σε μια ευτυχή συγκυρία, λίγο μόλις καιρό πριν, διάβασα ένα από καιρό εξαντλημένο βιβλίο, ένα μικρό αριστούργημα, την Υδάτινη χώρα του Γκράχαμ Σουίφτ. Αυτά τα δύο βιβλία κάνουν έναν όμορφο αναγνωστικό συνδυασμό μεταξύ τους.

Λογοτεχνία ίσως να είναι η τέχνη με την οποία μια ιστορία, που μπορεί να συνοψίσει κανείς σε μερικές μόλις γραμμές, να απλώνεται σε δεκάδες σελίδες. Και ίσως αναγνωστική απόλαυση να είναι όταν η ανυπομονησία για το τι συνέβη τελικά να παραμερίζεται για να δώσει τη θέση της στο πώς συνέβησαν τα πράγματα, στην απόλαυση της διαδρομής, στην ανάγκη για λεπτομέρειες, αναλήψεις, παρεκβάσεις και εσωτερικούς μονολόγους, λεπτομέρειες για ανθρώπους και τοπία. Και ακόμα παραπέρα, όταν το τέλος του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία για έστω λίγο ακόμη, για μια αναγνωστική παράταση. Αν τα παραπάνω όντως ισχύουν, τότε η λογοτεχνία του Ουίλλιαμς είναι σπουδαία.

υγ. Για την Υδάτινη χώρα περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2024

ας πούμε πως είμαι εγώ - Veronica Raimo

Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά, για πρώτη φορά, κάποιο βιβλίο της Βερόνικα Ράιμο (Ρώμη, 1978). Ο λόγος για το ας πούμε πως είμαι εγώ, σε μετάφραση Δήμητρας Δότση από τις εκδόσεις Δώμα, μυθιστόρημα με το οποίο βρέθηκε, παρέα με τη μεταφράστριά του στα αγγλικά, στη μακρά λίστα του Booker Prize International 2024.

Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι Niente di vero που κατά λέξη θα αποδιδόταν ως Τίποτα το αληθινό, στο παιγνιώδες ή προβοκατόρικο πνεύμα του οποίου επιλέχθηκε το ας πούμε πως είμαι εγώ, φράση επιλεγμένη από το βιβλίο. Στέκομαι στον τίτλο επειδή θέλω να σημειώσω αυτή τη διάθεση αυτοϋπονόμευσης από πλευράς Ράιμο, η οποία και διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό το μυθιστόρημά της από το κυρίως σώμα της αυτομυθοπλαστικής λογοτεχνίας που είναι αρκετά της μόδας τα τελευταία χρόνια. Ήδη από τον τίτλο, θέτει το όριο μεταξύ πραγματικότητας και επινόησης, όχι μόνο ως βασικό λογοτεχνικό χαρακτηριστικό, αλλά ακόμα περισσότερο, ως τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το παρελθόν μας, τον τρόπο με τον οποίο συνειδητά ή μη παραποιούμε και προσαρμόζουμε την εμπειρία και το βίωμα στα μέτρα μας. Άλλωστε, επιστρέφοντας στη λογοτεχνία, τι άλλο είναι η μυθοπλασία παρά η απόπειρα για μια καλή –ελπίζει ο εκάστοτε συγγραφέας– κρυψώνα  του προσωπικού;

Σε μια εποχή, που η ψηφιακή της εκδοχή φέρνει σε πρώτο επίπεδο την αυτοαφήγηση και η λογοτεχνία, παρότι ως είθισται να συμβαίνει προπορεύτηκε, τώρα ακολουθεί κατά πόδας, η Ράιμο επιλέγει να κάνει μια προειδοποιητική διευκρίνιση, τίποτα το αληθινό, προλέγει, δεν θα βρείτε εδώ, και, άραγε, πότε μια οποιαδήποτε αφήγηση είναι πλήρως ειλικρινής ή ακριβής; Παράλληλα με την αφήγηση της ιστορίας της, ή επεισοδίων αυτής, η Ράιμο διαπραγματεύεται ακριβώς αυτή τη συνθήκη. Διόλου τυχαία, άλλωστε, δεν τοποθετεί ως πρώτο κεφάλαιο το ακόλουθο: «Όταν σε μια οικογένεια γεννιέται ένας συγγραφέας, λένε πως αυτή η οικογένεια πάει, τέλειωσε. Στην πραγματικότητα, η οικογένεια θα τα καταφέρει μια χαρά, όπως συνέβαινε πάντα, από καταβολής κόσμου, ενώ αυτός που θα 'χει άσχημα ξεμπερδέματα θα 'ναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που θα προσπαθεί μάταια να σκοτώσει μανάδες, πατεράδες και αδέρφια, μόνο και μόνο για να τους ξαναβρεί μπροστά του, αμείλικτα ζωντανούς».

Είναι η κατάρα που οι συγγραφείς κουβαλάνε, κάθε τι που συμβαίνει εντός μυθοπλαστικού πλαισίου να γίνεται δεκτό ως αναπόσπαστο μέρος της βιογραφίας και της κοσμοθεωρίας τους, και όσο το πλαίσιο στενεύει, φτάνοντας στην οικογένεια, τόσο πιο έντονο είναι το φαινόμενο αυτό. Η Ράιμο δεν επιθυμεί να ακολουθήσει έναν παρακαμπτήριο συνηθισμένο δρόμο, δίνοντας άλλο όνομα στην πρωταγωνίστρια ή ακόμα και άλλο φύλο ή διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας, έτσι ώστε να μπορεί μέχρι τέλους να υπεραμύνεται της απουσίας ταύτισης ανάμεσα στο συγγραφικό και αφηγηματικό υποκείμενο. Αντίθετα, πρώτα προειδοποιεί και εν συνεχεία τοποθετεί τον εαυτό της στην ιστορία. 

Έτσι, ο αναγνώστης αποτρέπεται από το να διαβάσει την ιστορία σκεπτόμενος τι είναι πραγματικό και τι επινοημένο, ως κάποιο αξιολογητικό κριτήριο. Κάτι το οποίο λειτουργεί απελευθερωτικά για το μυθιστόρημα, το οποίο εξαρχής αντιμετωπίζεται, ή οφείλει να αντιμετωπιστεί, ως τέτοιο. Η μυθοπλαστική επινόηση της ζωής της συγγραφέως Ράιμο, ο μικροφοβικός πατέρας, η άκρως ελεγκτική μητέρα, ο επίσης συγγραφέας αδερφός, και τα υπόλοιπα πρόσωπα αλλά και καταστάσεις, αποπνέουν, αντίθετα με όσα ο τίτλος ορίζει, μια έντονη αληθοφάνεια. Και εδώ έγκειται μια από τις κύριες αρετές του ας πούμε πως είμαι εγώ, το γεγονός πως δεν κλοτσάει τον αναγνώστη έξω από το ρεαλιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η πλοκή.

Η Ράιμο πετυχαίνει με σχετική άνεση τη συγχρονία, αναπόσπαστο στοιχείο της συγγραφικής της πρόθεσης, καταφέρνοντας να αποτυπώσει τις τελευταίες τέσσερις και κάτι δεκαετίες σε ένα περιβάλλον που είναι οικείο και στον Έλληνα αναγνώστη. Η πρόζα της είναι τόσο δυνατή όσο η ιστορία απαιτεί, δεν βαρυφορτώνει αλλά ταυτόχρονα δεν υποτιμά, δεν χειραγωγεί το συναίσθημα, δεν παρουσιάζει τον εαυτό της τέλειο αλλά ούτε και θύμα, υπακούοντας με συνέπεια στις αρχές που η ίδια έθεσε για το μυθιστόρημά της, όπως η αυτοσαρκαστική διάθεση, για παράδειγμα. Ένα μυθιστόρημα με μέτρο συγκινητικό και αστείο, που διαβάζεται με βουλιμία χωρίς αυτό να συνεπάγεται χαμηλής στάθμης ποιότητα.

Το ας πούμε πως είμαι εγώ έρχεται να προστεθεί στην πολύ καλή σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία που απολαμβάνουμε τα τελευταία χρόνια. Ελπίζω, αργά ή γρήγορα, να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα βιβλία τής Ράιμο. Και αυτή η επιθυμία για περαιτέρω επαφή είναι ίσως η καλύτερη απόδειξη για το πόσο απόλαυσα το βιβλίο αυτό.

υγ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

Η τέχνη της φυγής - Sergio Pitol

Αυτή η κατηγορία βιβλιοφιλικών βιβλίων, όπως συνηθίζουμε να τα αποκαλούμε καλώς (γιατί χαρακτηρίζονται από την αγάπη για τη λογοτεχνία) ή κακώς (γιατί δεν υπάρχει, μάλλον, βιβλιοεθχρική λογοτεχνία), είναι η δική μου αναγνωστική ανάπαυση, ένα συχνό καταλυτικό του εκάστοτε μπλοκαρίσματος ή της πρότερης υψηλής αναγνωστικής στάθμης ή της πάσης φύσεως απελπισίας. Τέτοια βιβλία, όπως αυτό, στο όριο ανάμεσα στο δοκίμιο και την αυτοβιογραφία με τη λογοτεχνία στον πυρήνα, με ξεκουράζουν, αλλά κυρίως αναθερμαίνουν το πάθος και την εξάρτησή μου από την ανάγνωση, μου υπενθυμίζουν πως (και) εκεί βρίσκεται η διέξοδος. Στα παραπάνω συμπυκνώνονται οι προσδοκίες και το μικροκλίμα όταν έπιασα στα χέρια μου το Η τέχνη της φυγής, το πρώτο μέρος της Τριλογίας της μνήμης του Μεξικανού Σέρχιο Πιτόλ.

Κάποια χρόνια πριν, εν μέσω έρωτα κεραυνοβόλου με τον γοητευτικό Ενρίκε Βίλα Μάτας και το σύμπαν του, ακολούθησα πιστά το νήμα που μου άπλωσε, πώς αλλιώς, και διάβασα το μυθιστόρημα του Πιτόλ,  Η συζυγική ζωή. Απογοητεύτηκα. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την ανάγνωση παρά εκείνα που το τότε κείμενο περιλαμβάνει. Η ανάγνωση είναι πάντοτε ένα παιχνίδι έρμαιο στον χρόνο και τον καιρό, τη στιγμή και τη συγκυρία, την ετοιμότητα και τις προσλαμβάνουσες, και εγώ τότε δεν μπόρεσα, παρά τις όποιες αρετές της γραφής του, κάτι που για παράδειγμα αργότερα με τη Λισπέκτορ συνέβη, να αντλήσω απόλαυση από μια ιστορία που θύμιζε, περισσότερο απ' όσο είναι του γούστου μου, σαπουνόπερα, καλογραμμένη και με διάθεση υπονόμευσης, πλην όμως σαπουνόπερα. Άλλο βιβλίο του δεν διάβασα.

Και μια μέρα ξαφνικά, όπως οι εκδόσεις Δώμα συνηθίζουν να κάνουν, εμφανίστηκε στο βιβλιοπωλείο Η τέχνη της φυγής. Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου να το ξεφυλλίσω, να δω περί τίνος πρόκειται, να διατρέξω κάποια τυχαία αποσπάσματα, να πάρω μια γεύση, να αναζητήσω το γιατί ο εκδότης επέλεξε να βγάλει αυτό το βιβλίο· μια ακόμα μέρα στη δουλειά, δηλαδή. Με ανακούφιση, εντάξει, ίσως και να είμαι υπερβολικός, αντιλήφθηκα γρήγορα πως δεν ήταν ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αλλά κάποιου είδους, λιγότερο ή περισσότερο, σύντομα θα αποδεικνυόταν, ιδιότυπο μεμουάρ, εκεί που το βίωμα και η λογοτεχνία συναντιούνται στα φανερά έξω από την κρυψώνα της μυθοπλαστικής συνθήκης, σε πλήρη θέα κάτω από το φως, εκεί που η περασμένη ζωή ανασκαλεύεται αναπόφευκτα, αφού πρόκειται για τη ζωή ενός ανθρώπου της γραφής, με όρους λογοτεχνίας, ανάγνωσης και συγγραφής.

Μου αρέσει να με χαρακτηρίζω αναγνώστη, περισσότερο από κάθε άλλη πιθανή ή απίθανη ιδιότητα. Και όταν αντικρίζω έναν αναγνώστη και συνομιλώ μαζί του, συνήθως περνάω καλά, ανάλογα, βέβαια, και με το πάθος και την ηθική που εκείνος φέρει. Η μοναχική εμπειρία της ανάγνωσης, και πόσο μάλλον της συγγραφής, παρότι στις μέρες μας, λόγω του ψηφιακού, έχει ως ένα βαθμό μεταλλαχθεί, στον πυρήνα της αναντίρρητα διατηρεί την ιδιότητά της αυτή, εκ της οποίας πηγάζει συχνά η ανάγκη για συνάντηση με κάποιο άλλο εξαρτημένο επίσης στη λογοτεχνία πρόσωπο. Έχοντας πιθανότατα μεγάλη ιδέα για όσα αφήνω σε ετούτη την ψηφιακή γωνιά, συχνά σκέφτομαι την ενασχόληση αυτή με όρους αναγνωστικού ημερολογίου, μέσω του οποίου μια εμπειρική και προσωπική λογοτεχνική θεωρία προκύπτει, μια αναγνωστική αισθητική διαμορφώνεται, το αόριστο γίνεται τότε λίγο πιο συγκεκριμένο, οι λέξεις για τις λέξεις εμφανίζονται, ίσως για να καταπέσουν με πάταγο λίγο αργότερα, αλλά όπως και να έχει, προκύπτουν για να οδηγήσουν λίγο πιο βαθιά στη σήραγγα του εαυτού πυρήνα.

Συγγραφικές απόπειρες, όπως αυτή του Πιτόλ εδώ, υποδεικνύουν και υπενθυμίζουν πως η ανάγνωση είναι μια πράξη δυναμική, όχι παθητική και όχι απόλυτα κατανοητή και επεξηγήσιμη, όχι, τουλάχιστον, με τον τρόπο που οι θετικές επιστήμες λειτουργούν. Καλή η φιλολογία και η δοκιμιακή θεωρία, δύσκολα ωστόσο καταφέρνουν να εξηγήσουν το γιατί της ανάγνωσης, την ανάγκη μας να κατανοήσουμε το παράλογο της ύπαρξης μέσα από τις ιστορίες, την ευγνωμοσύνη για εκείνον που ικανοποιώντας μια δική του ανάγκη μας πρόσφερε, σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς εκούσια πρόθεση, το απαραίτητο δεκανίκι για ακόμα μια νύχτα, την άρση του συναισθήματος της μοναξιάς στον ακατανόητο ετούτο κόσμο. Μέσα από τις ιστορίες και την αφήγηση των άλλων ελπίζουμε να κατανοήσουμε λίγο ακόμα τον εαυτό μας, να ικανοποιήσουμε τη διαρκώς παρούσα ανησυχία μας, την ακόρεστη δίψα, την απαλοιφή του χρόνιου άλγους που το καθημερινό πεζό προκαλεί.

Και η υπενθύμιση αυτή είναι άκρως σημαντική και απαραίτητη, όταν η διέξοδος μοιάζει δεδομένη και δεν εκτιμάται δεόντως, όταν έχουμε αμελήσει την τύχη, ναι την τύχη, να έχουμε δημιουργήσει ένα μπούνκερ που συνεχώς διευρύνεται έστω και όχι ανάλογα με την επέκταση του περιρρέοντος ζόφου. Είναι, για να κάνω μια αντιστοιχία, όταν λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και την εκεί ρουτίνα, σωτήρια μεν ρουτίνα δε, θυμάσαι πόσο ανάγκη είχες τη φυγή. Το λογοπαίγνιο προκύπτει μάλλον εύκολα: ο Πιτόλ κατέχει την τέχνη της φυγής.

Ας πω, παρότι το θεωρώ προφανές, πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, κάτι του στυλ πώς να δραπετεύετε μέσα από τη λογοτεχνία, τέτοια βιβλία κυκλοφορούν αρκετά τον τελευταίο καιρό, ούτε, επίσης, ένα άθροισμα λέξεων διδακτικών και βαρυφορτωμένων με ένα σπουδαίο εγώ που όλα τα έκανε σωστά και με σύστημα. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η απόπειρα του συγγραφέα να ανασυνθέσει και να επισκεφτεί συνειδητά τα περασμένα χρόνια τον ρίχνει ξανά και ξανά στα βράχια της τυχαιότητας και του ακατανόητου, ένα πώς τα κατάφερα ιδέα δεν έχω αιωρείται από σελίδα σε σελίδα. Η ευγνωμοσύνη, που μάλλον διαισθητικά αναδύεται, προς τη λογοτεχνία, αλλά και την τέχνη εν γένει, αλλά και στις παρέες, στη φιλία κυρίως, για να μη μιλήσουμε για την τυχαιότητα και την τύχη, και όλες τις υπόλοιπες ραγισματιές και χαραμάδες που θέτουν σε σωτήρια αστάθεια την όποια ορθολογική απόπειρα ερμηνείας και κατανόησης.

Αυτό το πάθος, με τον σεβασμό που το ανεξήγητο γεννά, ο αναγνώστης ως ένα βαθμό το μοιράζεται με τον συγγραφέα, αυτά τα κρακ που κατά καιρούς ακούγονται από το εσωτερικό του κρανίου, όλα όσα πέφτουν από το ίδιο τους το βάρος με το άγγιγμα μιας φράσης απλής, αμελητέας ποσοτικά και ποιοτικά. Και έτσι, ο αναγνώστης αναγνωρίζει δικά του βιώματα, και ας μη συμφωνεί με την κρίση για το ένα ή το άλλο βιβλίο, ποιος νοιάζεται άραγε, δεν είναι αυτό το νόημα, όχι αν δεν είσαι φιλόλογος ή αν ήθελες να είσαι ή αν έτσι έχεις στήσει τη ζωή σου, με αναχώματα ισχυρογνωμοσύνης που αργά ή γρήγορα θα ισοπεδωθούν από το πέρασμα του παράλογου, του ανερμήνευτου, όταν παρότι όλα θα τα έχεις κάνει σωστά το αποτέλεσμα θα είναι αποτυχημένο.

Βιβλία όπως αυτό του Πιτόλ, τα έχουμε ανάγκη περισσότερο ίσως από όσο τα έχει ανάγκη ο ίδιος ο συγγραφέας τους, είναι παράδοξη μια τέτοια σκέψη, το ξέρω, αλλά αυτό νιώθω.

υγ. Για το Η συζυγική ζωή έγραφα πριν από έντεκα χρόνια αυτό.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 20 Μαΐου 2024

Αμερικανική αγωγή - Ben Lerner

Με την Αμερικανική αγωγή, οι εκδόσεις Δώμα συστήνουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν ακόμα συγγραφέα, τον Μπεν Λέρνερ, σε μια εποχή που στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού η συζήτηση για την επόμενη λογοτεχνική μέρα κυριαρχεί, ύστερα και από την πρόσφατη απώλεια του σημαντικού Κόρμακ Μακάρθι, που πρόσθεσε ένα ακόμα, μάλλον δυσαναπλήρωτο, κενό σε μια μακρά αλυσίδα σπουδαίων συγγραφέων, που το έργο τους σημάδεψε τον προηγούμενο αιώνα. Η εμφάνιση, και ως ένα βαθμό η επικράτηση, της αυτομυθοπλασίας από τη μια και οι διαχρονικές απόπειρες –σε βαθμό εμμονικό– για τη συγγραφή του επόμενου μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος από την άλλη θέτουν εν πολλοίς το πλαίσιο στη συζήτηση αυτή, την ίδια στιγμή που τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής «απειλούν» με τυποποίηση τη λογοτεχνική παραγωγή. Ο Λέρνερ, γεννημένος το 1979, ανήκει στη νέα γενιά που διεκδικεί το προνόμιο της συνέχισης της βαριάς αυτής κληρονομιάς, κάτι που μόνο ο χρόνος θα επιβεβαιώσει ή θα απορρίψει.

Στην Τοπήκα του Κάνσας, στη γεωγραφική καρδιά των Ηνωμένων Πολιτειών, μια μικρή πόλη στην οποία με τα χρόνια αρκετοί ειδικοί της ψυχικής υγείας έχουν μαζευτεί, ζει η οικογένεια του Άνταμ Γκόρντον. Ο Άνταμ, τελειόφοιτος του τοπικού λυκείου, ξεχωρίζει στους διάφορους αγώνες ρητορικής που λαμβάνουν χώρα σε τοπικό ή πολιτειακό επίπεδο, έχει όλα τα φόντα, αλλά και τα προνόμια, για ένα υποσχόμενο μέλλον που θα περάσει από τα έδρανα ενός καταξιωμένου πανεπιστημίου. Η Τζέιν, η μητέρα του, είναι μια διάσημη συγγραφέας βιβλίων ψυχολογίας, γεγονός που την τοποθετεί στο επίκεντρο διαφόρων συντηρητικών ομάδων. Ο Τζόναθαν, ο πατέρας του, μοιάζει να είναι συμβιβασμένος με την υπό συζυγική σκιά ζωή του. Η Αμερικανική αγωγή είναι η ιστορία της οικογένειας Γκόρντον, μέσα από την οποία ο Λέρνερ περιδιαβαίνει τις ιδιαιτερότητες του τόπου, αλλά και του χρόνου, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα, όταν έχει ανακοινωθεί με τιμή και δόξα το τέλος της ιστορίας, όταν το αμερικανικό όνειρο έχει πια από καιρό ξεφτίσει.

Χωρισμένο σε κεφάλαια, πότε πρωτοπρόσωπης και πότε τριτοπρόσωπης αφήγησης, με επίκεντρο κάποιο από τα μέλη της οικογένειας Γκόρντον, το μυθιστόρημα του Λέρνερ φλερτάρει με το μυθιστόρημα ενηλικίωσης αλλά και την οικογενειακή σάγκα, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει στέρεους χαρακτήρες σε ένα περιβάλλον αρκετά γνώριμο, παρότι μακρινό και απομονωμένο. Ο Λέρνερ μιλάει για κάτι που γνωρίζει καλά και από πρώτο χέρι, έχοντας γεννηθεί και ενηλικιωθεί στην Τοπήκα τα χρόνια εκείνα. Ο Άνταμ θα μπορούσε να ιδωθεί ως ένα άλτερ έγκο του συγγραφέα, παρότι το μυθιστόρημα δεν διαθέτει κανένα χαρακτηριστικό αυτομυθοπλασίας ή εμφανούς αυτοβιογραφίας. Με σύμμαχο τη γοητευτική του πρόζα, παρότι η αφήγηση κινείται σε ένα μεσαίου μήκους κύμα, χωρίς τρομερές εξάρσεις και υφέσεις, ο συγγραφέας καταφέρνει να διατηρήσει αναλλοίωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, χωρίς να κρατάει κρυμμένους άσσους στο μανίκι, χωρίς να τον εκβιάζει συναισθηματικά, χωρίς να επιχειρεί να τον διδάξει.

Εγκιβωτισμένη στην κυρίως αφήγηση και χωρισμένη σε κομμάτια τοποθετημένα ανάμεσα στα κεφάλαιά της, υπάρχει μια νουβέλα με πρωταγωνιστή τον Ντάρρεν, συνομήλικο του Άνταμ, που βρίσκεται στο αστυνομικό τμήμα μετά από μια έκρηξη βίας που τον οδήγησε στη ρίψη μιας μπάλας του μπιλιάρδου κατά τη διάρκεια ενός πάρτι, με την υποϊστορία του να ξεδιπλώνεται με διαρκείς αναλήψεις από το παρελθόν. Τυπογραφικά, η νουβέλα αυτή μοιάζει με χειρόγραφο, τη στιγμή που ο αναγνώστης έχει ισχυρούς λόγους να υποθέτει πως συγγραφέας της είναι ο ίδιος ο Άνταμ. Το συγγραφικό αυτό εύρημα δεν αναλώνεται στην όποια μεταμοντέρνα πρωτοτυπία του, αλλά επιτρέπει στον ενήλικα πια Άνταμ να κοιτάξει στο παρελθόν, στη γεμάτη σκληρότητα εφηβική ηλικία, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονταν οι συσχετισμοί των δυνάμεων. Αξίζει κανείς, μετά το πέρας της πρώτης ανάγνωσης, να επιστρέψει και να διαβάσει αυτόνομα τη νουβέλα αυτή, κάτι το οποία θα συμβάλλει σε μια πιο ολοκληρωμένη θέαση για την ενδοκειμενική λειτουργία της.

Ο Λέρνερ, πατώντας σε μια πολυετή μυθιστορηματική παράδοση και με εμφανείς τις επιρροές από συγγραφείς όπως ο Φράνζεν ή ο Φορντ, δεν κομίζει κάτι το ρηξικέλευθα νέο, κάτι τέτοιο, άλλωστε, δεν μοιάζει να τον απασχολεί ιδιαιτέρως. Πετυχαίνει ωστόσο να γράψει ένα πολύ καλό μυθιστόρημα, γεγονός πάντοτε καλοδεχούμενο, ιδιαιτέρως απολαυστικό και με μια αφήγηση που διαθέτει έντονο το προσωπικό του στίγμα, ενώ αναδεικνύει την ικανότητά του στη μεγάλη φόρμα. Η Αμερικανική αγωγή ανταποκρίνεται ικανοποιητικά τις επιδιώξεις τού συγγραφέα όπως εκείνες ανιχνεύονται από τον αναγνώστη, αποτυπώνοντας με ακρίβεια το περιβάλλον των Μεσοδυτικών Πολιτειών, της βαθιάς Αμερικής, όπως αυτό σιγοβράζει πίσω από το πέπλο μιας φαινομενικής και μόνο στασιμότητας.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στη στήλη Ανοιχτό βιβλίο στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

MANIAC - Benjamín Labatut

Με το Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, ο Μπενχαμίν Λαμπατούτ έπαψε να αποτελεί ένα ανατέλλον αστέρι της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και είδε το έργο του, αν και ειδολογικά δύσκολα κατατάξιμο, να αναγνωρίζεται, να μεταφράζεται και να εκδίδεται σε πολλές χώρες σε όλον τον κόσμο, με την κριτική και τους αναγνώστες να το υποδέχονται θερμά. Τη σύσταση με το ελληνικό κοινό ανέλαβαν οι εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου. Πρόσφατα, σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοσή του στην ισπανόφωνη αγορά, κυκλοφόρησε το MANIAC, που μοιάζει να είναι το πλέον φιλόδοξο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, έργο τού Λαμπατούτ.

Το MANIAC αποτελείται από τρία μέρη με θεματική και μάλλον χαλαρή σύνδεση, μια συλλογή τριών εκτενών διηγημάτων με μια σχετική αυτονομία, που ως πρωταγωνιστές έχουν τρία σπουδαία και σπάνια μυαλά· τον Αυστριακό φυσικό Πάουλ Έρενφεστ, τον Ούγγρο πολυεπιστήμονα Τζώννυ φον Νόυμαν, και τον Νοτιοκορεάτη Λη Σεντόλ, παίχτη του γκο. Τα διηγήματα τα συνέχει και μια χρονική διαδοχή. Η πρώτη ιστορία φτάνει ως τα ζοφερά χρόνια της έκρηξης του ναζισμού, όταν η κβαντομηχανική ήρθε να ανατρέψει τις ισορροπίες εντός της κοινότητας των φυσικών, ενώ η Αμερική λειτουργούσε ως καταφύγιο για τα λαμπρά επιστημονικά μυαλά. Η ιστορία του φον Νόυμαν κορυφώνεται εν μέσω ψυχρού πολέμου και πυρηνικής φρενίτιδας, όταν τα πρώτα ωάρια υπολογιστικών μηχανών αρχίζουν να γονιμοποιούνται. Για να φτάσουμε κοντά στο σήμερα με την τεχνητή νοημοσύνη να βρίσκεται στο επιστημονικό επίκεντρο και η εξέλιξή της, με τα ερωτήματα για τη χρήση της, να ξεπερνά ακόμα και τις πιο πρόσφατες λογοτεχνικές εικασίες.

Η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, δοκιμάζει από το δικό της μετερίζι την απόπειρα κατανόησης και νοηματοδότησης. Αυτό το κοινό έδαφος με την επιστήμη, που δύσκολα εντοπίζεται με μια πρόχειρη ματιά, επιχειρεί να χαρτογραφήσει ο Λαμπατούτ, αυτά είναι τα μέρη που προκαλούν τη σκέψη του. Εγχείρημα φιλόδοξο, κυρίως λογοτεχνικά, γιατί ενώ ο Λαμπατούτ ακολουθεί παρόμοιο βηματισμό, ένα υβριδικό, δηλαδή, κατασκεύασμα μυθοπλαστικής σύνθεσης που αντλεί έμπνευση από την επιστήμη και πατάει πάνω της, έχοντας καλιμπράρει με ακρίβεια την πυξίδα του, επιχειρεί να βαδίσει σε πιο απαιτητικά μονοπάτια, επιθυμώντας να εξελίξει τον μηχανισμό και να μην εγκλωβιστεί σε μια μανιέρα. Δεν επαναπαύεται στην αυτόφωτη γοητεία της πραγματικότητας της επιστήμης, της οριακής αυτής απόπειρας ερμηνείας του κόσμου, αλλά δίνει ιδιαίτερη φροντίδα στην αφήγηση και τη μυθοπλαστική σύνθεση, επιτρέποντάς τους να ελευθερωθούν από την εγκεφαλικότητα και τη συναισθηματική στειρότητα, με αποτέλεσμα το MANIAC να φλερτάρει ταυτόχρονα με τη λογοτεχνία και την επιστήμη, ισορροπώντας και στις δυο και παραμερίζοντας την όποια αναγνωστική αμηχανία. Η ήδη γνώριμη πρόκληση ενός μυαλού που κατανοεί και μεταπλάθει την υψηλή επιστημονική γνώση, συναντά εδώ, περισσότερο από ποτέ στο έργο τού Λαμπατούτ, την έλξη που γεννά η καλή πρόζα, ενώ επιπρόσθετα υπερκεράζει τον περιορισμό της απεύθυνσης σ' ένα εξειδικευμένο κοινό, χωρίς να υποκύπτει στις σειρήνες της εκλαΐκευσης.

Ο τίτλος της συλλογής φέρει το όνομα ενός από τους πρώτους υπολογιστές που κατασκευάστηκαν ποτέ, και που, καθόλου αναπάντεχα, χρησιμοποιήθηκε κυρίως για στρατιωτικούς σκοπούς, όταν ο κόσμος πλησιάσε κοντύτερα από ποτέ ως τώρα στον πυρηνικό όλεθρο. Το συγκεκριμένο διήγημα, Τζων ή Τα τρελά όνειρα του Λόγου, συνομιλεί με την τελευταία ταινία του Νόλαν για μία ακόμα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα όπως ο Οπενχάιμερ. Ο Λαμπατούτ, μέσα από την εξιστόρηση της ζωής τού φον Νόυμαν, αναδεικνύει μια δυσδιάκριτη, μα καθοριστικής σημασίας, όψη, εκείνη της ηθικής της επιστήμης, που φανερώνει και τον αμφίσημο χαρακτήρα της, καθώς τη στιγμή που προάγει τη γνώση και υπόσχεται ένα καλύτερο μέλλον, ταυτόχρονα, το υπονομεύει και το θέτει σε κίνδυνο. Ο αναχωρητισμός δεν αποτελεί ίδιον μόνο του καλλιτέχνη αλλά και του επιστήμονα. Στο διήγημα αυτό, ο Λαμπατούτ δοκιμάζει μια πολυφωνική αφήγηση προσώπων που βρίσκονταν στον στενό περίγυρο του φον Νόυμαν, αφηγηματική επιλογή που αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργική στη σύνθεση του κεντρικού χαρακτήρα, επιτρέποντας, πέραν της επιστημονικής όψης, να διαφανούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των συναισθηματικών του δεσμών· μια συνήθως παραγνωρισμένη πλευρά των επιστημόνων φωτίζεται.

Το MANIAC μοιάζει να εισάγει ένα νέο υποείδος, αυτό του επιστημονικού ρεαλισμού, σ' ένα αποτέλεσμα αναπάντεχα γοητευτικό, που προκαλεί ίλιγγο, ανοίγοντας στον αναγνώστη νέα παράθυρα αναζήτησης, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει απόλαυση όπως κάνει η καλή λογοτεχνία.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

 
Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Όλα για το τίποτα - Walter Kempowski

Σχετικά πρόσφατα, οι εκδόσεις Δώμα σύστησαν για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν σπουδαίο της γερμανικής λογοτεχνίας, τον Βάλτερ Κεμπόφσκι. Η κυκλοφορία του κύκνειου άσματος του γεννημένου το 1929 συγγραφέα υπήρξε ένα από τα πλέον σημαντικά στιγμιότυπα της εγχώριας βιβλιοπαραγωγής της προηγούμενης χρονιάς. Παρότι η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου έγινε από το γερμανικό πρωτότυπο, για τον τίτλο, επιλέχθηκε εκείνος της αγγλικής έκδοσης (All for nothing) αντί της γερμανικής (Alles umsonst, Όλα μάταια).

Γενάρης, 1945. Το ανατολικό μέτωπο καταρρέει, οι Ρώσοι προελαύνουν. Στο Γκεόργκενχοφ ο αχός της επέλασης ακούγεται καθαρά. Εκεί βρίσκεται το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ. Ο πατέρας, αξιωματικός της Βέρμαχτ, απουσιάζει εδώ και μήνες στην Ιταλία. Η μητέρα, διαρκώς κουρασμένη, μάταια αναζητά την ησυχία. Ο δωδεκάχρονος Πήτερ διάγει έναν βίο μοναχικό, καθώς τα παιδιά του γειτονικού οικισμού δεν είναι του επιπέδου του, ακόμα και τα μαθήματα τα κάνει κατ' οίκον. Γύρω από τον στενό οικογενειακό πυρήνα κινείται μια ομάδα προσώπων, που φροντίζει να μη διαταράσσεται η οικιακή ρουτίνα, να μη λείπει τίποτα παρά την ολοένα και πιο δύσκολη καθημερινότητα. Τα νέα που φτάνουν είναι αντιφατικά, τα καραβάνια των Γερμανών προσφύγων ολοένα και πυκνώνουν, η μητέρα, πατέρα απόντος αρχηγός, καλείται να πάρει μια δύσκολη απόφαση.

Με σημείο αναφοράς το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ, με το πρόθεμα φον να υπονοεί μια, έστω και μακρινή, αριστοκρατική καταγωγή, ο Κεμπόφσκι αργά και σταθερά θα οικοδομήσει τον μικρόκοσμο του Γκεόργκενχοφ, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το πεδίο των μαχών. Η προπαγάνδα ρίχνει βαριά τη σκιά της στην πρόσληψη των πραγματικών γεγονότων, η σκέψη και μόνο για εγκατάλειψη και φυγή αποδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρίδα και τον στρατό που μάχεται σκληρά απέναντι στους Κόκκινους. Ο συγγραφέας, ευφυώς, επιλέγει να γνωρίσει καλά στον αναγνώστη τους ενοίκους του αρχοντικού, πριν επιταχυνθεί η εξέλιξη της πλοκής, καθώς επιθυμεί τη δημιουργία ενός έντονου συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους, ώστε να μικρύνει η απόσταση που χωρίζει την πολυθρόνα του αναγνώστη από το Γκεόργκενχοφ λίγο πριν τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και τα καταφέρνει περίφημα.

Χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς την τεχνική του κολάζ, που τον καθιέρωσε στα προηγούμενα έργα του, εκεί που η προσωπική εμπειρία και η επίσημη ιστορία συνυπάρχουν αρμονικά, ο συγγραφέας εδώ καταφεύγει σχεδόν αποκλειστικά στη μυθοπλασία, αφήνοντας στην άκρη, ως υπόνοια και μόνο, την υποκειμενική μαρτυρία. Η τοποθέτηση του αρχοντικού στο επίκεντρο της πλοκής ως ενός βασικού χαρακτήρα της, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη το σπουδαίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ, Η δοκιμασία (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Καστανιώτης). Εκεί, μέσα από την εναλλαγή των ενοίκων και των ιδιοκτητών ενός σπιτιού, η Γερμανίδα συγγραφέας αναβιώνει με έναν μοναδικό τρόπο όλη τη γερμανική ιστορία του εικοστού αιώνα. Τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Γερμανία.

Στο Όλα για το τίποτα ο Κεμπόφσκι, κινούμενος έκκεντρα του μετώπου της μάχης, καταφέρνει να μεταφέρει τον πολεμικό απόηχο, το κλίμα που επικρατεί σε απόσταση αναπνοής, εκεί που η αγωνία και ο εφησυχασμός ανταγωνίζονται να επικρατήσουν έχοντας συμμάχους τις φήμες, την προπαγάνδα και την έλλειψη γνώσης. Άλλωστε, ποτέ άλλοτε, όσο κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, η ανθρώπινη ζωή δεν λογίζεται τόσο φτηνή και αναλώσιμη. Ο συγγραφέας, παρότι παραδίδει ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο, αρνείται να πάρει θέση, να διαλέξει πλευρά, να βαφτίσει καλούς και κακούς. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι τα βατράχια που την πληρώνουν όταν μαλώνουν τα βουβάλια, η ευκολία με την οποία αλλάζει κατεύθυνση ο άνεμος παρά τις καθησυχαστικές προβλέψεις των πάσης φύσεως μετεωρολόγων.

Το Όλα για το τίποτα είναι ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Και είναι σημαντικό γιατί το ιστορικό και πολιτικό του βάρος δεν συνθλίβει τον λογοτεχνικό αυχένα, πετυχαίνοντας να υψώσει μέσα από τα συντρίμμια υψηλή λογοτεχνία, επιπέδου Χάινριχ Μπελ ή Χανς Έριχ Νόσακ. Ο Κεμπόφσκι ήταν ένας ακόμα Γερμανός συγγραφέας στρατευμένος στον αγώνα ενάντια στη λήθη, ένας συγγραφέας που αξίζει να γνωρίσει κανείς.

υγ. Για τη Δοκιμασία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το έργο του Μπελ εδώ και για εκείνο του Νόσακ εδώ.

(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2023

Κρέας για τους λύκους - Hari Kunzru

Έγιναν έτσι τα πράγματα ώστε πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο αυτό ήδη να έχω ακούσει αρκετά γι' αυτό από αναγνώστες και αναγνώστριες που εμπιστεύομαι την κρίση και τη ματιά τους και ήταν τα όσα άκουσα διφορούμενα και κάλυπταν ένα μεγάλο εύρος συναισθημάτων και αξιολογήσεων, τέτοιο που περισσότερο έθρεψαν τις αμφιβολίες και τις επιφυλάξεις μου, παρά πίστωσαν τον οβολό τους στον λογαριασμό των προσδοκιών. Οι προσδοκίες μου εν πολλοίς είχαν να κάνουν με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μεσήλικα που συνειδητοποιεί πως πια βρίσκεται στο δεύτερο μισό της ύπαρξης, εκεί που τα πράγματα παγιώνονται και οι δεύτερες ευκαιρίες εκλείπουν από το μενού δυνατοτήτων, έστω και ως ψευδαίσθηση της νεανικής πίστης σε έναν παντοδύναμο εαυτό. Σε αυτό το σχήμα ας προστεθεί η ιδιότητα του συγγραφέα που ο αφηγητής φέρει, το γεγονός πως η αφήγηση εν πολλοίς είχε να κάνει με την ποιητική της κατασκευής ενός επόμενου βιβλίου, που θα πετύχαινε να τραβήξει τον συγγραφέα από τα στάσιμα νερά της μη έμπνευσης ή την αποτυχία υλοποίησης των όποιων σπερμάτων αυτής.

Η πρόσκληση από το Κέντρο Ντόιτερ, στο Βάννζεε του Βερολίνου, για μια τρίμηνη υποτροφία συγγραφής, έμοιαζε να είναι η ευκαιρία του αφηγητή να αφήσει πίσω του μια παγιωμένη, παρότι απέξω ευτυχή, ρουτίνα ύπαρξης και να βρεθεί κάπου μακριά από τη Νέα Υόρκη, τη σύζυγο και το παιδί και όσα η μόνιμη ζωή απαιτεί, με μοναδική υποχρέωση να γράψει το ιδιότυπο δοκίμιο που είχε κατά νου σχετικά με τη γερμανική λυρική ποίηση του 19ου αιώνα. Το Κέντρο Ντόιτερ, όραμα ενός εκλιπόντος πλουσίου, στηρίζεται στην ανοιχτότητα, την οποία και επιβάλλει στα μικρά γράμματα του συμβολαίου που οι συμμετέχοντες καλούνται να υπογράψουν πριν από την άφιξή τους εκεί. Ανοιχτότητα που έχει να κάνει με τη συμμετοχή στην καθημερινότητα του κέντρου, τη συνύπαρξη με τους υπόλοιπους υπότροφους, τη συστηματική παρουσία στο κοινό δωμάτιο εργασίας.

Η αφήγηση ξεκινάει ήδη από τη Νέα Υόρκη, την παραμονή του ταξιδιού, με έναν τρόπο εντυπωσιακό που συμπυκνώνει, παρά τη δεδομένη ατομική της ιδιαιτερότητα, μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία τέλματος και υπαρξιακής αγωνίας, για να συνεχίσει με τις πρώτες μέρες στη Γερμανία, τις ιδιαιτερότητες του κέντρου και την απόπειρα του αφηγητή να τις φέρει στα μέτρα του. Ήδη από την άφιξή του η προσδοκία της απόλυτης αφοσίωσης στη συγγραφή αρχίζει να χάνει τη δύναμή της, η αναβολή από μέρα σε μέρα, η δικαιολόγηση πίσω από τη δήθεν αναγκαία έρευνα και τις χρονοβόρες διαδικτυακές διαδρομές, η ανάγκη για αποσύνδεση από τη μέχρι πρότινος ακριβή καθημερινότητά του, η επιθυμία να γνωρίσει το μέρος, αλλά, κυρίως, η κατάθλιψη που αναπόφευκτα τον συνόδευσε ως εκεί, κερδίζουν ολοένα έδαφος, εισάγοντας σύντομα μια νέα καθημερινή ρουτίνα.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση και ο φαινομενικά παροντικός της χρόνος, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο, κατέστησαν την ανάγνωση πυρετική από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Ο Κούνζρου καταφέρνει με δεξιοτεχνία να τυλίξει τον αναγνώστη στον ιστό στον οποίο ο ίδιος ο αφηγητής είναι εγκλωβισμένος, με μαεστρία τον παρασέρνει στην εν πολλοίς υποκειμενικά κατασκευασμένη πραγματικότητα, πετυχαίνοντας να της προσδώσει έναν χαρακτήρα ανοίκειο και εγκεφαλικό, πραγματικότητα της οποίας φαινομενικά και μόνο ο αφηγητής έχει τον έλεγχο. Έτσι, ο αναγνώστης παρασέρνεται παρέα με εκείνον στην πτώση, στον ολοένα και πιο αδιέξοδο εγκλωβισμό, την ώρα που τα φαντάσματα όλο και καταλαμβάνουν τον χώρο που η βύθιση του αφηγητή αφήνει ελεύθερο. Η αληθοφάνεια της πτώσης αυτής, η αφηγηματική της αποτύπωση, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο συγγραφικό επίτευγμα, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ο τρόπος με τον οποίο οι εμμονές κυριαρχούν και που το πραγματικό διαθλάται, καθιστούν τον αφηγητή θύμα του ίδιου του του εαυτού, κλείνοντας ερμητικά τις όποιες εξόδους κινδύνου, διασπώντας το όποιο λογικό ανάχωμα συναντά στην πτώση του.

Δύο άλλα βιβλία θυμήθηκα κατά τη διάρκεια αυτής της πτώσης, Το τρίτο ράιχ, ίσως το πλέον παρεξηγημένο ως προς την αξία του μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο, και το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, το διαβολεμένα σατιρικό μυθιστόρημα του Ενρίκε Βίλα Μάτας. Το Κρέας για τους λύκους αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο μια σύνθεση των δύο. Από τη μια, η καταβύθιση σε μια ιδιόχειρα κατασκευασμένη πραγματικότητα, εκεί που το παιχνίδι στρατηγικής μετατρέπεται σε ταμπλό ύπαρξης για τον ήρωα με την αναβίωση των φαντασμάτων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και από την άλλη η σάτιρα των προγραμμάτων φιλοξενίας, η παρουσία του Μάτας στην διαβόητη έκθεση μοντέρνας τέχνης στο Κάσελ της Γερμανίας, εκεί όπου η έκθεση του εαυτού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μικροκόσμου στον οποίο μεταβάλλεται για κάποια περίοδο η, κατά τα άλλα αδιάφορη, επαρχιακή πόλη.

Οι ενστάσεις που προλόγισα περισσότερο είχαν να κάνουν με την πολιτική θέση του Κούνζρου έτσι όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την αφήγηση, αλλά και τις επιφυλάξεις σχετικά με το αν τελικά η κατασκευή αυτή λειτουργεί και νοηματοδοτείται. Ενστάσεις κατανοητές και αναπόφευκτες θα έλεγα, κυρίως ως προς την πολιτική θέση απέναντι στο κακό, στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το ζήτημα του νεοφασισμού σε σύγκριση με το κομμουνιστικό παρελθόν της Γερμανίας, ή πώς μοιάζει να το διαχειρίζεται τέλος πάντων, σε περίπτωση που η ανάγνωση οδηγήσει στο συμπέρασμα πως η πολιτική πλευρά του βιβλίου αποτελεί κεντρικό άξονα περιστροφής και αναγνωστικής πρόσληψης. Το Κρέας για τους λύκους, έτσι όπως το εξέλαβα εγώ τουλάχιστον, είναι ένα μυθιστόρημα με μανδύα κωμικό, για όσους γελάνε με βιντεάκια ανθρώπινων πτώσεων, με πολιτική απόχρωση για όσους την αναζητούν, όμως, πρωτίστως, και με δεδομένα τα δύο συστατικά ως χροιά, είναι ένα βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημα, κατ' επίφαση αυτομυθοπλαστικό, που πετυχαίνει να διέλθει από σκοτεινές ατραπούς του μυαλού και κρίνοντάς το ως τέτοιο είναι ένα πετυχημένο μυθιστόρημα, με κύριο προσόν την αληθοφάνεια μιας ανοίκειας εμπειρίας αλλά και τη συγχρονία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή εισέρχεται.

Οι όποιες ενστάσεις μου έχουν να κάνουν κυρίως με τον τρόπο που ο Κούνζρου εξέρχεται της αφήγησης, όμως, σε ένα κείμενο παρουσίασης, καλό είναι να μη γίνονται τόσο καθοριστικές αποκαλύψεις επί της πλοκής. Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τον επιθετικό προσδιορισμό πετυχημένο κρίνοντας παραπάνω το μυθιστόρημα, αντί κάποιου πιο ενθουσιαστικού, όπως σημαντικό ή σπουδαίο, για παράδειγμα, και αυτό εν πολλοίς έχει να κάνει με την τελική γεύση που η ανάγνωση μου άφησε, ανάγνωση κατά τα άλλα με τον τρόπο της απολαυστική και φρενήρης. Η απομάκρυνση από το βιβλίο, τις ημέρες αυτές που μεσολάβησαν μέχρι το κείμενο αυτό, αποδείχτηκε τελικά φθοροποιός, παρότι φαινομενικά οι προσδοκίες μου σε μεγάλο βαθμό καλύφθηκαν, απόδειξη πως κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτη συνθήκη αξιολόγησης ενός βιβλίου.

υγ. Για Το Τρίτο Ράιχ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για το Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική εδώ.
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα