Λέμε για τους ανθρώπους ότι είναι καλοπερασάκηδες, με την κακή έννοια. Ότι συσσωρεύουν χρήματα και τα ξοδεύουν για αυτοκίνητα, ταξίδια και εξοχικά, που σημαίνει ότι είναι λάτρεις της ιδιοκτησίας, της επίδειξης και της αδιαφορίας για το διπλανό τους. Αλλά γενικεύοντας δεν έχουμε πάντα δίκιο ή, εν πάση περιπτώσει, συχνά δεν βλέπουμε αυτή την κατάσταση πραγμάτων κι από άλλες σκοπιές που μπορεί είτε να κάνουν ακόμα αυστηρότερη την κριτική μας ή να τη σχετικοποιήσουν και να την απαλύνουν.
Το σκεφτόμουν έντονα αυτό καθώς άκουγα τον Δημήτρη Πουλικάκο, πάνω από ένα τσάι με κονιάκ στην πλατεία Βικτωρίας, να μου λέει ότι λείπει από τους ανθρώπους ο ζωτικός χώρος. Κι όμως, αυτή η σημαντική διαπίστωση συνήθως δεν υπεισέρχεται στους παράγοντες που διαμορφώνουν την κρίση μας για τον τρόπο που ζουν πολλοί συμπολίτες μας οι οποίοι δεν ανήκουν στην μειοψηφούσα τάξη που διασφαλίζει απεριόριστο χώρο για τον εαυτό της και στριμώχνει τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στον ελάχιστο.
Όταν ήμασταν παιδιά, είχαμε γειτονιές που ήταν ζωντανές. Είχαμε αλάνες για να κυνηγιόμαστε, να παίζουμε μπάλα ή να κάνουμε ποδήλατο. Τα μισά οικόπεδα ήταν άχτιστα κι όταν θέλαμε μεγαλύτερη άπλα πηγαίναμε στον τεράστιο ελεύθερο χώρο μπροστά στη Σχολή Ευελπίδων, πάνω από το Πεδίο του Άρεως ή ανεβαίναμε στα νταμάρια, στα Τουρκοβούνια, που ξεκινούσαν από το Πολύγωνο, περνούσαν πάνω από την Άνω Κυψέλη και το Ψυχικό, προσπερνούσαν το Γαλάτσι, που είχε ακόμα κήπους, καλλιέργειες και πρόβατα, κι έφταναν μέχρι το τέλος της Φιλοθέης.
