Γράφει ο Θανάσης ΜπαντέςΣτο λεξικό του Μπαμπινιώτη στο λήμμα βλάκας έχουμε τον ορισμό: «πρόσωπο που ενεργεί και συμπεριφέρεται με ανόητο τρόπο, ο ηλίθιος», ενώ στο λεξικό του Τεγόπουλου – Φυτράκη ως βλάκας ορίζεται «ο ανόητος» και προτείνονται τα συνώνυμα «χαζός, κουτός, μωρός». Ερευνώντας τη λέξη ανόητος βλέπουμε ότι κατά το Φυτράκη η ετοιμολογία προέρχεται από το στερητικό α και το νους (νοώ), ενώ κατά τον Μπαμπινιώτη από το στερητικό α και το νοητός (που επίσης προέρχεται από το αρχικό ρήμα νοώ). Ο Μπαμπινιώτης μάλιστα επισημαίνει ότι η αρχική έννοια του ανόητος είναι ακατανόητος. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ανόητος είναι αυτός που στερείται νου, λογικής και που κατ’ επέκταση ενεργεί παράλογα. Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν τα εννοιολογικά προβλήματα. Ποια είναι η παράλογη συμπεριφορά; Ποια η λογική; Τι ορίζεται ως λογικό, τι ως παράλογο; Και οτιδήποτε παράλογο πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι βλακώδες; Αναγκαστικά η λογική της καθημερινής συμπεριφοράς δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τους νόμους της πεπατημένης, τους νόμους δηλαδή της συμπεριφοράς της πλειοψηφίας.Με δεδομένο ότι η βλακεία είναι αδύνατο να αποδειχθεί πειραματικά κι ότι το βλακόμετρο δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, τα πράγματα κινούνται αναγκαστικά μέσα σε άκρατη υποκειμενικότητα.
Αν θέλεις να θεωρείσαι λογικός, ακολούθα αυτά που κάνουν οι περισσότεροι. Βρισκόμαστε αναγκαστικά μπροστά στον κοινωνικό μηχανισμό της μίμησης, που οριοθετεί την ευπρεπή συμπεριφορά, τη συμπεριφορά που δε θέλει να προκαλέσει και που φυσικά ορίζεται ως λογική, γιατί αλλιώς δε θα επικρατούσε, αφού δεν θα ήταν δυνατό να υιοθετηθεί το παράλογο ως κανόνας συμπεριφοράς. Γιατί το παράλογο πάει με το χάος, ενώ η τάξη με τη λογική. Υπό αυτούς τους όρους γίνεται αντιληπτό ότι είναι η ίδια η κοινή γνώμη που ορίζει τι είναι λογικό και τι παράλογο, άρα, κατ’ επέκταση, και τι είναι βλακώδες. Η βλακεία μπορεί να οριστεί μόνο μέσα στο περιβάλλον που ανήκει η κάθε πράξη. Ως εκ τούτου μπορεί να ανακατευτεί με πολλές άλλες έννοιες κάνοντας τα ίχνη της ακόμη πιο δυσδιάκριτα. Για παράδειγμα μέσα σ’ ένα περιβάλλον κλεφτών, που ελέγχουν όλους τους μηχανισμούς και ξέρουν καλά ότι ποτέ δε θα λογοδοτήσουν, ο τίμιος φαίνεται ανόητος. Είναι ο αγαθιάρης, αυτός που δεν του κόβει, που δεν καταλαβαίνει πως κινούνται τα νήματα, ο αγαθάγγελος, ο ρομαντικός, ο Δον Κιχώτης, δηλαδή ο απροσάρμοστος. Συνήθως είναι και αυτός που την πληρώνει αποδεικνύοντας εμπράκτως τη βλακεία του. Μέσα στον κόσμο της διαφθοράς η τιμιότητα μετατρέπεται σε βλακεία.
Ομοίως, σ’ έναν κόσμο κυνικό, ο συναισθηματισμός εκλαμβάνεται ως βλακεία, σ’ ένα περιβάλλον τεμπελιάς αυτός που δουλεύει είναι το κορόιδο και πάει λέγοντας. Η έννοια της βλακείας – όπως άλλωστε κι όλες οι έννοιες – λειτουργεί καθαρά συγκριτικά, δηλαδή καθορίζεται από τα κοινωνικά πρότυπα που επικρατούν. Αν τα κοινωνικά πρότυπα είναι στρεβλά, τότε οι έννοιες αναποδογυρίζουν. Υπό αυτό τον όρο η βλακεία καθίσταται έννοια απολύτως μεταβλητή. Θα λέγαμε, σε μια εξωφρενική υποθετική αντιστροφή, ότι σ’ έναν κόσμο ολοκληρωτικής ηλιθιότητας, βλακεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η ίδια η ευφυΐα. (Είναι βέβαιο ότι όποιος προσπαθήσει να πείσει αποβλακωμένους τηλεθεατές ότι τα σήριαλ που βλέπουν είναι βλακείες, θα φάει τα μούτρα του). Τελικώς, στην πράξη, δηλαδή στην καθημερινή – τρέχουσα έννοιά της, βλακεία ορίζεται οτιδήποτε παράταιρο, οτιδήποτε αποκλίνον από τα στερεότυπα, που προβάλλονται όχι ως λογική, αλλά ως φυσιολογική συμπεριφορά. Αν υπολογίσουμε όλους αυτούς τους μηχανισμούς που αποδεδειγμένα κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά – ΜΜΕ, διαφήμιση, μόδα κτλ – βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικότητα εξ’ ολοκλήρου αντιφατική, όπου όλοι αναγνωρίζουν το επίπλαστο της κοινώς αποδεκτής ανθρώπινης δράσης και ταυτόχρονα θεωρούν παράλογο οτιδήποτε στρέφεται ενάντια σ’ αυτό. Κι εδώ ακριβώς η έννοια της βλακείας κατοχυρώνει το επίπλαστο ηθικό περιτύλιγμα που τη συνοδεύει και που την καθιστά ακόμα πιο ρευστή κι ευπροσάρμοστη, έτσι που ο καθένας μπορεί να προσφωνήσει τον καθένα βλάκα. Ακόμη και η επιλογή καφενείου μπορεί να φέρει χαρακτηρισμό: «Εκεί μαζεύονται όλοι οι βλάκες». Ακόμα και η ελάχιστη οδηγική αδράνεια μπροστά στο φανάρι που άναψε πράσινο.


