(Γεια σου, πιτσιρίκο,)
Όταν ήμουν μικρός, μου είχαν πάρει καναρίνι για κατοικίδιο. Σκεφτόμουν για λογαριασμό του τη μιζέρια της ζωής στο κλουβί, να τρως ό,τι σου βάζουν, να πίνεις ό,τι σου βάζουν και, όταν σου κλείνουν το φως, να νομίζεις ότι νύχτωσε και να κοιμάσαι.
Θυμάμαι ένα πρωί που βρήκα το κλουβί ανοιχτό γιατί εγώ το είχα ξεχάσει. Και το πουλί ήταν μέσα.
Με το γνωστό κενό βλέμμα, σαν να μην τρέχει τίποτα.
Η πόρτα έκλεισε και δεν ξανάνοιξε.
Δεν ξαναπήρα ποτέ καναρίνια από τότε.
Το γύρισα στις γάτες που τη μία στιγμή σε λατρεύουν και την άλλη σε παρατάνε σύξυλο και εξαφανίζονται. Όμως πάντα σε θυμούνται.
Και σε ανύποπτο χρόνο, όταν αυτές το αποφασίσουν, τις ξαναβλέπεις μπροστά σου.
Είναι αυτό ακριβώς που τις κάνει ξεχωριστές: ότι αποφασίζουν. Δεν δέχονται ως νομοτέλεια το γεμάτο μπολ.
Όταν ήμουν μικρός, μου είχαν πάρει καναρίνι για κατοικίδιο. Σκεφτόμουν για λογαριασμό του τη μιζέρια της ζωής στο κλουβί, να τρως ό,τι σου βάζουν, να πίνεις ό,τι σου βάζουν και, όταν σου κλείνουν το φως, να νομίζεις ότι νύχτωσε και να κοιμάσαι.
Θυμάμαι ένα πρωί που βρήκα το κλουβί ανοιχτό γιατί εγώ το είχα ξεχάσει. Και το πουλί ήταν μέσα.
Με το γνωστό κενό βλέμμα, σαν να μην τρέχει τίποτα.
Η πόρτα έκλεισε και δεν ξανάνοιξε.
Δεν ξαναπήρα ποτέ καναρίνια από τότε.
Το γύρισα στις γάτες που τη μία στιγμή σε λατρεύουν και την άλλη σε παρατάνε σύξυλο και εξαφανίζονται. Όμως πάντα σε θυμούνται.
Και σε ανύποπτο χρόνο, όταν αυτές το αποφασίσουν, τις ξαναβλέπεις μπροστά σου.
Είναι αυτό ακριβώς που τις κάνει ξεχωριστές: ότι αποφασίζουν. Δεν δέχονται ως νομοτέλεια το γεμάτο μπολ.
