του Στέλιου Ελληνιάδη
Η Αριστερά ήταν εντελώς απροετοίμαστη πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά για να αντιμετωπίσει αυτό που πρόεκυπτε από τη ροή των πραγμάτων, από τη ραγδαία εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης. Δεν είχε την απαραίτητη κουλτούρα, δεν είχε την αναγκαία πρόνοια, δεν βρισκόταν σε εγρήγορση και υστερούσε απελπιστικά σε οργάνωση και υποδομές. Δεν είχε καν την απαραίτητη βούληση. Ακόμα και η επιλογή δημιουργίας του ΣΥΡΙΖΑ, που αποδείχτηκε καθοριστική, συνάντησε πολύ μεγάλα εσωτερικά εμπόδια και παράδερνε επί χρόνια. Και, δυστυχώς, μέχρι σήμερα, αυτή η καίρια επιλογή, η καταλληλότερη για να συσπειρώσει ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας και να φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση –κάτι το αδιανόητο μέχρι πριν από τρία χρόνια–, εξακολουθεί να κλονίζεται από τα μέσα, γιατί παρέμειναν κυρίαρχες οι παλιές αντιλήψεις που ανέκαθεν πίστευαν ότι η Αριστερά δεν μπορεί ποτέ να ενωθεί πραγματικά ή δεν ήθελαν κατά βάθος να πραγματοποιηθεί αυτή η ένωση ή ανέχονταν μόνο μια σύγκλιση επιφανειακή που θα συντηρούσε τον κατακερματισμό και, το κυριότερο, δεν θα διατάρασσε το συσχετισμό δυνάμεων που συντηρούσε απαράλλαχτη την εσωτερική διάρθρωση της παλιάς Αριστεράς. Κι αυτή δεν είναι μία θέση που περιορίζεται σε έναν άνθρωπο ή μια ομάδα, είναι διάχυτη.
Στην πιο ακραία αντισυριζική μορφή, ο Κουβέλης και οι συν αυτώ ήταν στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι πολύ πρόσφατα, ως πλήρεις αρνητές του ΣΥΡΙΖΑ, εντός του, με ένα ποσοστό της τάξης του 30%. Η αποχώρησή τους έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σαν μία δύναμη που ενώνει, αλλά μαζί με την «ανανεωτική τάση» δεν αποχώρησε και η αντίληψη που στηριζόταν στη διατήρηση των εσωτερικών διαχωριστικών.