Ο απόγονος του ηρωικού κρητικού αγωνιστή ανθρακωρύχου Λούη Τίκκα εξιστορεί: «Πώς ο Ροκφέλερ δολοφόνησε τον πρόγονό μου»
Αναδημοσίευση από το Έθνος, 11/04/2016, της Κατερίνας Ροββά
«Αυτός μια μέρα να ξέρεις ή θα γίνει πολύ μεγάλος ή θα φάει το κεφάλι του», έλεγε ο παππούς μου για τον Λούη Τίκα.![]() |
| Ο Λούης Τίκας (τρίτος από αριστερά) με το άστρο του αρχηγού των ανθρακωρύχων φωτογραφίζεται με εκπροσώπους του Ροκφέλερ |
Τελικά συνέβησαν και τα δύο. Ο Λούης, που έμελλε να γίνει ένας θρύλος της εργατικής τάξης, ήταν αδελφός του. Ένας πάρα πολύ έξυπνος νέος που είχε γεννηθεί το 1886, με αίσθημα δικαιοσύνης, ανήσυχος, που διάβαζε ό,τι βιβλίο έπεφτε στα χέρια του και η γη της Κρήτης δεν τον χωρούσε. Όταν αποφάσισε να πάει στην Αμερική για να αναζητήσει την τύχη του, ο παππούς μου δεν τον άφηνε. Η γιαγιά μου επέμενε. «Άστον να ανοίξει τα φτερά του» του έλεγε. Και πήγε.
Ήταν 25 Μαρτίου 1906». Με τα λόγια αυτά ο κ. Γιώργος Σταυρουλάκης διηγείται στο «Έθνος» την ιστορία του προγόνου του που το 1913 πρωταγωνίστησε ως αρχηγός των Ελλήνων ανθρακωρύχων μαζί με άλλες 26 εθνικότητες στην τεράστια απεργία του Συνδικάτου Ενωμένων Ανθρακωρύχων Αμερικής στο Κολοράντο. Μια απεργία που κορυφώθηκε στις 20 Απριλίου 1914 με τη Σφαγή του Λάντλοου και την άγρια δολοφονία του Λούη Τίκα, άλλων συνδικαλιστών και γυναικόπαιδων που διεκδικούσαν ανθρώπινες συνθήκες ζωής από την πολιτειακή Εθνοφρουρά.
Ήταν η εποχή που η αμερικανική οικονομία προσπαθούσε να ξεφύγει από τον κύκλο της ύφεσης, συνθλίβοντας ακόμη περισσότερο τα στοιχειώδη δικαιώματα των εργατών: 14 ώρες δουλειάς, μεροκάματα που δεν εξασφάλιζαν τα αναγκαία για τη διαβίωση, απουσία μέτρων ασφαλείας, φτώχεια και βαθιά εκμετάλλευση.
