
Του Κώστα Βαξεβάνη
Στις τρεις περίπου δεκαετίες που κάνω αυτή τη δουλειά, δεν έχω δει άλλη φορά εισαγγελική έρευνα που να αφορά τόσο σοβαρή υπόθεση όπως αυτή της προσπάθειας χρηματισμού του βουλευτή Χαϊκάλη, που να τελειώνει τόσο γρήγορα, τόσο πρόχειρα και χωρίς καμιά διερεύνηση ακόμη και των πραγματικών περιστατικών. Επίσης δεν έχω δει τόσο μικρό εισαγγελικό πόρισμα για τόσο μεγάλη υπόθεση που μερικές ώρες μετά τη συγγραφή του να γίνεται φεϊγ βολάν στα Μέσα Ενημέρωσης.
Δεν έχω καμιά εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Έχω εμπιστοσύνη στους ανθρώπους της Δικαιοσύνης που κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ο Εισαγγελέας Παναγιωτόπουλος δεν την έκανε. Και θα μου επιτρέψει όπως αυτός διατηρεί το δικαίωμα της “ελεύθερης κρίσης του Εισαγγελέα” την οποία χρησιμοποιεί ως επιχείρημα ακόμη και για να βγάζει τέτοια εισαγγελικά πορίσματα με τα οποία ανθυπομειδιούν και τα μάρμαρα του Εφετείου, να διατηρώ και εγώ την ελεύθερη κρίση του δημοσιογράφου και την απλή λογική που προσπαθώ όσο μπορώ να διαφυλάξω μέσα στην προσπάθεια αντιστροφή της που γίνεται καθημερινά.
Η εισαγγελική έρευνα “μπάζει” και νομικά και σε ό,τι αφορά τα τεχνικά της στοιχεία. Ο Εισαγγελέας, όπως γράψαμε από την πρώτη στιγμή πέταξε στο καλάθι των αχρήστων το αποδεικτικό υλικό των βίντεο. Η μη αποδοχή του υλικού ως νόμιμου, ήταν η βάση της απαλλαγής του Αποστολόπουλου και έγινε με την επιφανειακή πρόταξη των νόμων και των αδικημάτων. Δηλαδή στην εισαγγελική λογική, υπήρξε ένα αδίκημα και ένα αποδεικτικό υλικό από παράνομη καταγραφή, άρα το συμπέρασμα είναι πως έπρεπε να απορριφθεί.
Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν ένα απλό αδίκημα, αλλά μια προσπάθεια να πληγεί το δημόσιο συμφέρον, να παραχαραχθεί η λαϊκή βούληση όπως αυτή εκφράζεται από τις εκλογές και να απειληθεί το Σύνταγμα. Είχαμε λοιπόν όπως καλά γνωρίζει ο κύριος Εισαγγελέας, λόγους Δημοσίου συμφέροντος τους οποίους δεν προέταξε για να κάνει αποδεκτό το υλικό. Συμπεριφέρθηκε ως να επρόκειτο για ένα αδίκημα χωρίς δημόσια διάσταση και πολιτικές προεκτάσεις.
Σαν να κατέγραφε ένας σύζυγος τη σύζυγο και το υλικό πήγε στον Εισαγγελέα. Ο κύριος Παναγιωτόπουλος γνώριζε επίσης πως υπάρχει η απόφαση 277/2014 του Αρείου Πάγου, η οποία σε αντίστοιχη περίπτωση νομιμοποίησης τέτοιου υλικού, θεωρεί πολύ απλά πως όταν η καταγραφή δεν αφορά προσωπικά θέματα αλλά τη δημόσια σφαίρα και τη λειτουργία των προσώπων μέσα σε αυτή, το υλικό είναι νόμιμο.
Το δεύτερο νομικό φάουλ, όπως λένε συνάδελφοι του κυρίου Παναγιωτόπουλου, είναι ότι κλείνει την υπόθεση και δεν ασκεί δίωξη, παρότι υπάρχει παραδοχή του αδικήματος. Δηλαδή ενώ και ο Χαϊκάλης και ο ίδιος ο Αποστολόπουλος παραδέχονται πως υπήρξε πρόταση χρηματισμού, ο Εισαγγελέας δεν ασκεί δίωξη, αλλά κάνει την παραδοχή πως η προσπάθεια αυτή του Αποστολόπουλου ήταν για καλό σκοπό. Για να δείξει δηλαδή στον Καμμένο και την κοινωνία ότι ο Χαϊκάλης σκόπευε να ξεπουληθεί. Βέβαια ο Αποστολόπουλος ούτε στον Καμμένο το είπε αυτό ούτε σε κάποιο Εισαγγελέα αλλά ο κύριος Παναγιωτόπουλος το αποδέχεται ως αληθές. Δηλαδή είναι σαν να λέμε πως κάποιος ο οποίος οδηγείται στον κύριο Παναγιωτόπουλο για απόπειρα ανθρωποκτονίας για παράδειγμα, αν δηλώσει στον Εισαγγελέα πως την απόπειρα την έκανε για να δείξει στο θύμα πως η ζωή είναι σκληρή, για να τον εκπαιδεύσει στις δυσκολίες, τότε ο κύριος Παναγιωτόπουλος δεν θα του ασκήσει δίωξη αλλά θα αποδεχθεί την καλή πρόθεση. Είναι μια ενδιαφέρουσα νομική αντίληψη και πρωτότυπη.
