Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Η γνωριμία μου με τον Φώτη Αγγουλέ

Από προχτές μού 'χει καρφωθεί η επιθυμία να σας διηγηθώ πώς γνώρισα τον Φώτη Αγγουλέ. Κι επειδή ίσως κάποιοι από σας να μη γνωρίζουν (ή, τουλάχιστον, να μη γνωρίζουν πολλά) γι' αυτόν, επιτρέψτε μου να αρχίσω την διήγηση από πολύ παλιότερα. Όσο δε για σας που ήδη αναρωτιέστε "καλά, γνώρισε αυτός τον Αγγουλέ;", δείξτε λίγη υπομονή.
Η σημερινή μας ιστορία αρχίζει κάπου στα 1911, όταν στον Τσεσμέ ο ψαράς Σιδερής Χονδρουλάκης αποκτά επί τέλους, μετά από τρία κορίτσια, τον γυιο που τόσο ήθελε. Μόνο που ο μικρός Φώτης δεν έμελλε να μείνει πολύ στην Μικρασία. Με το που ξεσπάει ο Α' Παγκόσμιος κι οι τούρκοι αρχίζουν να κυνηγούν τους χριστιανούς, ο Σιδερής παίρνει την μεγάλη απόφαση να γίνει πρόσφυγας. Έτσι, το 1914, βάζει την οικογένειά του σ' ένα καΐκι και βγαίνει απέναντι από τον Τσεσμέ, στην Χίο.

Ο Φώτης Αγγουλές (αριστερά) στο κρατητήριο
Ο Φώτης μεγαλώνει ως παραχαϊδεμένο στερνοπούλι κι αυτό τον κάνει ατίθασο και πρώτο στις σκανταλιές. Όταν ο δάσκαλός του στην δευτέρα δημοτικού τον φώναξε στον πίνακα, προφανώς για να τον τιμωρήσει, ο Φώτης πήδηξε από το παράθυρο και δεν ξαναπάτησε σχολείο. Προτίμησε να πάει για δουλειά στο ψαρομανάβικο του πατέρα του. Εκεί, θά 'ταν - δεν θά 'ταν 15 χρόνων, σε μια από τις εφημερίδες που τύλιγαν τα ψάρια διάβασε ένα ποίημα και εντυπωσιάστηκε τόσο ώστε άρχισε να διαβάζει ό,τι έπεφτε στα χέρια του προκειμένου να μάθει γράμματα και να μπορέσει να γράψει κι αυτός ποιήματα.

Λίγο αργότερα, παρατάει το ψαράδικο και πάει μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα Ελευθερία. Ενώ μαθαίνει την δουλειά, συνεχίζει τα διαβάσματά του και σκαρώνει τους πρώτους του στίχους. Στα 18 του τολμά να εκδώσει μια βραχύβια σατιρική εφημεριδούλα με τον τίτλο Καμπάνα και τρία χρόνια αργότερα βγάζει την Μιχαλού. Σ' αυτές τις εφημεριδούλες δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Επειδή καταλαβαίνει ότι η σάτιρα ενοχλεί και θέλει να προφυλάξει την οικογένειά του, δεν υπογράφει ως Χονδρουλάκης αλλά υιοθετεί ένα παλιό παρατσούκλι τού πατέρα του, που θα πει λεβέντης, παλληκάρι: Αγγουλές.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Υπεραστικοί: "Μπήκαν στο χωριό τα ΜΑΤ"




Μπήκαν στο χωριό τα ΜΑΤ, δίπλα στο Ξηροποτάμι
έξι κλούβες με σκυλιά που 'στειλαν τ' αφεντικά.
Σηκωθείτε χωριανοί κι οι γερόντισσες κι οι γέροι,
μπρος στου Δένδια το ασκέρι δείξτε μπόι, λεβεντιά.

Τ' άγρυπνο το δάκρυ αυτό δεν είν' απ' τα δακρυγόνα,
περιμένει μες στα χρόνια άγριο ξεσηκωμό.

Η Μεγάλη Παναγιά κι η Ιερισσός στο πόδι
π' όρμηξαν τούτοι οι διαβόλοι να μας σκιάξουν, χωριανοί.
Οι καμπάνες στα χωριά να σημάνουνε, αδέρφια,
για της εταιρείας τα κέφια, ύδωρ θέλουνε και γη.

Τ' άγρυπνο το δάκρυ αυτό δεν είν' απ' τα δακρυγόνα,
περιμένει μες στα χρόνια άγριο ξεσηκωμό.

Όχι πια λευκές σημαίες σαν τον τόπο μας ρημάζουν,
για τα κέρδη αυτοί σκυλιάζουν, 'μείς για ανθρώπινη ζωή.
Τούτο το στρατό τον ξε'με, χτύπαγε και τους εργάτες,
φοιτητές και ναυτεργάτες, το λαό που αγωνιά.

Τ' άγρυπνο το δάκρυ αυτό δεν είν' απ' τα δακρυγόνα,
περιμένει μες στα χρόνια άγριο ξεσηκωμό.

Πάμε τώρα στις φωτιές και μαζί κι οι μουζικάντες,
ν' αρματώνονται οι καρδιές με νταούλια και φωνές.
Κι οι λεβέντικες καρδιές μας ν' αρματώνουν τις γροθιές,
να ριχτούμε στον αγώνα για το δάσος στις Σκουριές.