Από προχτές μού 'χει καρφωθεί η επιθυμία να σας διηγηθώ πώς γνώρισα τον Φώτη Αγγουλέ. Κι επειδή ίσως κάποιοι από σας να μη γνωρίζουν (ή, τουλάχιστον, να μη γνωρίζουν πολλά) γι' αυτόν, επιτρέψτε μου να αρχίσω την διήγηση από πολύ παλιότερα. Όσο δε για σας που ήδη αναρωτιέστε "καλά, γνώρισε αυτός τον Αγγουλέ;", δείξτε λίγη υπομονή.
Η σημερινή μας ιστορία αρχίζει κάπου στα 1911, όταν στον Τσεσμέ ο ψαράς Σιδερής Χονδρουλάκης αποκτά επί τέλους, μετά από τρία κορίτσια, τον γυιο που τόσο ήθελε. Μόνο που ο μικρός Φώτης δεν έμελλε να μείνει πολύ στην Μικρασία. Με το που ξεσπάει ο Α' Παγκόσμιος κι οι τούρκοι αρχίζουν να κυνηγούν τους χριστιανούς, ο Σιδερής παίρνει την μεγάλη απόφαση να γίνει πρόσφυγας. Έτσι, το 1914, βάζει την οικογένειά του σ' ένα καΐκι και βγαίνει απέναντι από τον Τσεσμέ, στην Χίο.
Ο Φώτης μεγαλώνει ως παραχαϊδεμένο στερνοπούλι κι αυτό τον κάνει ατίθασο και πρώτο στις σκανταλιές. Όταν ο δάσκαλός του στην δευτέρα δημοτικού τον φώναξε στον πίνακα, προφανώς για να τον τιμωρήσει, ο Φώτης πήδηξε από το παράθυρο και δεν ξαναπάτησε σχολείο. Προτίμησε να πάει για δουλειά στο ψαρομανάβικο του πατέρα του. Εκεί, θά 'ταν - δεν θά 'ταν 15 χρόνων, σε μια από τις εφημερίδες που τύλιγαν τα ψάρια διάβασε ένα ποίημα και εντυπωσιάστηκε τόσο ώστε άρχισε να διαβάζει ό,τι έπεφτε στα χέρια του προκειμένου να μάθει γράμματα και να μπορέσει να γράψει κι αυτός ποιήματα.
Λίγο αργότερα, παρατάει το ψαράδικο και πάει μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα Ελευθερία. Ενώ μαθαίνει την δουλειά, συνεχίζει τα διαβάσματά του και σκαρώνει τους πρώτους του στίχους. Στα 18 του τολμά να εκδώσει μια βραχύβια σατιρική εφημεριδούλα με τον τίτλο Καμπάνα και τρία χρόνια αργότερα βγάζει την Μιχαλού. Σ' αυτές τις εφημεριδούλες δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Επειδή καταλαβαίνει ότι η σάτιρα ενοχλεί και θέλει να προφυλάξει την οικογένειά του, δεν υπογράφει ως Χονδρουλάκης αλλά υιοθετεί ένα παλιό παρατσούκλι τού πατέρα του, που θα πει λεβέντης, παλληκάρι: Αγγουλές.
Η σημερινή μας ιστορία αρχίζει κάπου στα 1911, όταν στον Τσεσμέ ο ψαράς Σιδερής Χονδρουλάκης αποκτά επί τέλους, μετά από τρία κορίτσια, τον γυιο που τόσο ήθελε. Μόνο που ο μικρός Φώτης δεν έμελλε να μείνει πολύ στην Μικρασία. Με το που ξεσπάει ο Α' Παγκόσμιος κι οι τούρκοι αρχίζουν να κυνηγούν τους χριστιανούς, ο Σιδερής παίρνει την μεγάλη απόφαση να γίνει πρόσφυγας. Έτσι, το 1914, βάζει την οικογένειά του σ' ένα καΐκι και βγαίνει απέναντι από τον Τσεσμέ, στην Χίο.
![]() |
| Ο Φώτης Αγγουλές (αριστερά) στο κρατητήριο |
Λίγο αργότερα, παρατάει το ψαράδικο και πάει μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα Ελευθερία. Ενώ μαθαίνει την δουλειά, συνεχίζει τα διαβάσματά του και σκαρώνει τους πρώτους του στίχους. Στα 18 του τολμά να εκδώσει μια βραχύβια σατιρική εφημεριδούλα με τον τίτλο Καμπάνα και τρία χρόνια αργότερα βγάζει την Μιχαλού. Σ' αυτές τις εφημεριδούλες δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Επειδή καταλαβαίνει ότι η σάτιρα ενοχλεί και θέλει να προφυλάξει την οικογένειά του, δεν υπογράφει ως Χονδρουλάκης αλλά υιοθετεί ένα παλιό παρατσούκλι τού πατέρα του, που θα πει λεβέντης, παλληκάρι: Αγγουλές.
