Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα είναι εμπνευσμένο από τη βυζαντινή Ιστορία. Η Δέλτα, συνδέοντας τα ιστορικά γεγονότα με το μύθο, αφηγείται τις περιπέτειες του Κωνσταντίνου, του Μιχαήλ -δυο νεαρών Βυζαντινών ευγενών- και της Αλεξίας, αναβιώνοντας με μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα του Βυζαντίου «τον καιρό του Βουλγαροκτόνου». Δολοπλοκίες, κατασκοπία, μεγάλοι έρωτες και εκρηκτική δράση, καθώς περιγράφονται με τον απαράμιλλο λυρισμό της Δέλτα, αποτελούν τα στοιχεία του κλασικού αυτού μυθιστορήματος, που είναι και το πιο γνωστό ιστορικό μυθιστόρημα της συγγραφέως.Όλα αρχίζουν το βράδυ του δεκαπενταύγουστου του 1004, όταν οι Βούλγαροι εισβάλλουν στην Αδριανούπολη της Θράκης και κατασφάζουν τον άμαχο και αθώο πληθυσμό, κυριευμένοι από το πάθος τους να κατακτήσουν τα ελληνικά εδάφη. Σ’ αυτήν την επίθεση αιχμαλωτίζουν και το γόνο του αξιωματούχου της πόλης, Κωνσταντίνο, τον εξάδερφο του, Μιχαήλ καθώς και ένα μικρό ορφανό κορίτσι, την Αλεξία.Τα δυο αγόρια, όταν ανδρώνονται στην ξένη χώρα, γίνονται κατάσκοποι για χάρη της πατρίδας τους την οποία υπηρετούν με εξαιρετική γενναιοψυχία και αυταπάρνηση.
Πρόκειται αναμφίβολα για ένα αριστουργηματικό ιστορικό μυθιστόρημα που κερδίζει από τις πρώτες κιόλας σελίδες τον αναγνώστη αφήνοντας τον με τη «γεύση» της εθνικής υπερηφάνειας, της ικανοποίησης και της ανθρώπινης συγκίνησης.
Πηνελόπη Δέλτα - Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου







“Σ’ αυτό το βιβλιαράκι διασκεύασα μερικά παραμύθια που συγκέντρωσαν ο μεγάλος τούρκος λαογράφος Μπορατάβ και οι μαθητές του. Θεώρησα απαραίτητη αυτή τη διασκευή, διότι νομίζω ότι μ’ αυτόν τον τρόπο δίνουν μια πιο σωστή απάντηση στα προβλήματα του καιρού μας. Χωρίς να μιμούμαι την τεχνική γραφή των παραμυθιών, αλλά επωφελούμενος απ’ αυτή, επιχείρησα να γράψω κι εγώ μερικά. Δεν ξέρω αν θα σας αρέσουν, σίγουρα όμως θα σας ευχαριστήσουν εκείνα που μάζεψε ο Μπορατόβ. Όμως τα παραμύθια είναι προτιμότερο να τ’ ακούς παρά να τα διαβάζεις. Ας αρχίσουμε λοιπόν: Μια φορά και έναν καιρό…” Ναζίμ Χικμέτ
Ο Μικρός Πρίγκιπας! Το κλασσικό αριστούργημα του Σαιντ Εξυπερύ που διαβάζεται πάντα με την ίδια συγκίνηση από μικρούς και μεγάλους. Εικονογραφημένο με τις ακουαρέλες του ίδιου του συγγραφέα. Ένας ύμνος στη ζωή, τη φύση, την αγάπη, τη φιλία. Ένα αντίδοτο για τη ματαιδοξία, την πλεονεξία, τα πλούτη και την πειθαρχία της σύγχρονης ζωής.
Δεκατριών χρονών κοριτσάκι ήταν, το 1942, η Άννα Φρανκ όταν άρχισε να γράφει ημερολόγιο σε ένα μικρό λευκό τετράδιο που της δώρισαν για τα γενέθλιά της. Έγραφε χωρίς να γνωρίζει ότι δημιουργούσε το διασημότερο ημερολόγιο στον κόσμο, με εκατομμύρια πωλήσεις σήμερα, μόνον που εκείνη δεν έζησε για να το χαρεί.
“Ξαφνικά η Νέλυ τινάχτηκε προς τα πίσω και σχεδόν ελευθερώθηκε. Απ’ τη μεριά της αποθήκης ο Τζόντι άκουσε ένα διαπεραστικό σφύριγμα σαν ουρλιαχτό, ένα ξύλο που έσπασε κι ύστερα μιαν αντρική φωνή να σκούζει. Η Νέλυ έκανε πίσω και χλιμίτρισε. Όταν ο Τζόντι τράβηξε το χαλινάρι, έτρεξε καταπάνω του με δόντια γυμνά. Αφησε το σκοινί και σύρθηκε στους θάμνους έξω απ’ το διάβα της. Η διαπεραστική κραυγή ακούστηκε πάλι απ’ τις βελανιδιές κι η Νέλυ απάντησε. Μ’ ένα ποδοβολητό, ο επιβήτορας εμφανίστηκε κι όρμηξε προς τα κάτω, σέρνοντας ένα κομμένο σκοινί απ’ το χαλινάρι του. Τα μάτια γυάλιζαν σαν από πυρετό. Τα ανασηκωμένα ρουθούνια του ήταν κόκκινα σαν τη φλόγα. Το μαύρο στιλπνό του δέρμα γυάλιζε μες στη λιακάδα. Ο επιβήτορας κατέβηκε με τόση φόρα, που δεν μπορούσε να σταματήσει όταν έφτασε τη φοράδα. Τ’ αυτιά της Νέλυ έπεσαν πίσω. Στριφογύρισε και τον κλότσησε καθώς την πλεύριζε. Το αρσενικό έκανε πίσω και ξαναγύρισε. Χτύπησε τη φοράδα με την μπροστινή του οπλή, και καθώς εκείνη τρίκλιζε απ’ το χτύπημα, τα δόντια του χάραξαν το σβέρκο της κι έγραψαν ένα ρυάκι αίμα.”
Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον ήταν το πρώτο απίστευτα πετυχημένο βιβλίο στη σταδιοδρομία του Ρίτσαρντ Μπαχ. Απετέλεσε το εκδοτικό φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών και συντροφεύει το Όσα Παίρνει ο Άνεμος στο Πάνθεον των Best Sellers όλων των εποχών, μετά την Αγία Γραφή …. και να φανταστείτε ότι το βιβλίο απορρίφθηκε από 18 εκδότες πριν τελικά εκδοθεί. Θυμάμαι όταν το πρωτοδιάβασα το “ρούφιξα” πραγματικά σε μια μέρα, και ήθελα να το διαβάσω πάλι απ’ την αρχή!
«Τι θα μπορούσα άραγε να κάνω για να μη βαριέμαι τόσο πολύ;» αναρωτιέται η Αλίκη. Ξαφνικά, περνάει μπροστά της ένα κουνελάκι που μιλάει μόνο του! Παραξενεμένη, το ακολουθεί κι αρχίζει να κατρακυλάει μαζί του, να κατρακυλάει ολοένα και πιο πολύ, μέχρι… το κέντρο της γης, τη χώρα των θαυμάτων!