π. Τ. Η.
Ὅπως μᾶς πληροφοροῦν οἱ Εὐαγγελιστές, ὁ Χριστός, τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἐκείνης ἡμέρας ποὺ ἀναστήθηκε, ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητές Του. Κατὰ τὴν πρώτη αὐτὴ συνάντησι, ὅμως, ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς. Ὅταν πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητὲς τὸ χαρμόσυνο γεγονός, ἐξέφρασε μία δυσπιστία, λέγοντας, ὅτι: «Ἐὰν δὲν δῷ τὰ σημάδια ἀπ’τὰ καρφιὰ καὶ δὲ βάλῳ τὸ χέρι μου στὴ λογχισμένη πλευρά τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ πιστεύσῳ».
Μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες, τὴν ἑπομένη δηλαδή, Κυριακή, ὁ ἀναστημένος Χριστὸς ξαναεμφανίζεται στοὺς μαθητές του, μεταξὺ τῶν ὁποίων βρίσκεται τώρα καὶ ὁ Θωμᾶς, τὸν ὁποῖον, ἀφοῦ καλεῖ νὰ δῇ καὶ νὰ ἀγγίξῃ τὶς πληγές Του, τὸν συμβουλεύει νὰ μὴν ἀμφιβάλῃ, ἀλλὰ νὰ πιστεύσῃ.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, δὲ μᾶς λέει, ἐὰν τελικῶς ὁ Θωμᾶς ἄγγιξε μὲ τὸ χέρι του τὴν λογχισμένη πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὸ βέβαιο εἶναι, ὅτι εἶδε τὶς πληγὲς στὰ χέρια Του. Ποὺ σημαίνει, πὼς ὁ Θωμᾶς μὲ τὶς αἰσθήσεις του ἀπέκτησε τὴν ἐμπειρία, ὅτι ὁ ἀγαπημένος του Διδάσκαλος, ποὺ πέθανε πάνω στὸν σταυρό, τώρα στεκόταν μπροστά του ἀναστημένος. Γι’αὐτὸ καὶ ἀμέσως, γεμάτος χαρὰ ὁ Θωμᾶς, ξεσπᾶ σὲ δοξολογία καὶ ἀναφωνεῖ: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου», ἐνῶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπαντᾶ, πώς: «Πίστευσες ἐπειδὴ μὲ εἶδες! Στὸ ἑξῆς μακάριοι θὰ εἶναι ὅσοι θὰ πιστεύουν σέ ἐμένα χωρὶς νὰ μὲ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους, ὅπως μὲ εἶδες ἐσύ».





