Παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες μας να λέμε την προσευχή· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Αυτή την προσευχή όσο συχνά την λέει ο Χριστιανός, τόσο περισσότερο λαμβάνει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ειρήνη στην ψυχή του, φωτισμό στο μυαλό του και δύναμη να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής.
Αυτή την προσευχή δεν μπορεί να την πει κανείς, εάν δεν έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Διότι λέγει ο απόστολος Παύλος, ότι «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α’ Κορ. 12:3).
Δηλαδή, «κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να πει τον Ιησού Χριστό, Κύριο, Θεό, παρά μόνον εάν έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος».
Γι’ αυτό λοιπόν, κάθε φορά που ένας Χριστιανός λέγει τον Χριστό Κύριο, Θεό, αυτό το λέγει επειδή έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Εμείς από πού έχουμε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος;
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η λέξη Ησυχασμός παράγεται από το ρήμα ησυχάζω που σημαίνει βρίσκομαι σε κατάσταση σιγής, ηρεμίας και αυτογνωσίας. Ο ησυχαστής μοναχός, αλλά και λαϊκός, πλημμυρισμένος από θείο έρωτα, προσπαθεί να αποβάλλει κάθε κοσμική ενασχόληση και σκέψη, αποζητά την ησυχία και επικεντρώνεται στη μνήμη του Θεού, λέγοντας αδιάλειπτα την νοερά προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό». Η άσκηση αυτή καθαρίζει την καρδιά από κάθε πάθος και το νου από τους ακάθαρτους λογισμούς, τους οποίους υπαγορεύουν οι δαίμονες. Ο ησυχαστής έτσι αποκτά «νουν Χριστού», όπως είπε ο απόστολος Παύλος. Το μυαλό του, η καρδιά του, οι αισθήσεις του και γενικά ολόκληρη η ψυχοσωματική του υπόσταση γεμίζει από την άκτιστη χάρη και την παρουσία του Θεού, τον καθαρίζει από τους ρύπους της αμαρτίας, τον αγιάζει, τον καθιστά μέτοχο των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Με την συνεχή άσκηση ο ησυχαστής αισθάνεται με τις σωματικές του αισθήσεις, βλέπει με τα σωματικά μάτια του το άκτιστο θείο φως, αυτό το φως που είδαν οι άγιοι απόστολοι στο όρος Θαβώρ.
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Η δεύτερη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια από τις μεγαλύτερες πατερικές μορφές της Εκκλησίας μας, στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (1347-1359). Ο μεγάλος αυτός άνδρας έζησε σε μια πολύ ταραγμένη ιστορική περίοδο για την Εκκλησία μας, κατά την οποία ο κίνδυνος νοθεύσεως της αλήθειας υπήρξε μεγάλος και όπου η ορθόδοξη πνευματικότητα κινδύνευε να αλωθεί από τον δυτικό σχολαστικισμό και η υπεράσπισή της έλαχε στην μεγάλη αυτή πνευματική μορφή.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι ασκούσαν την νοερά προσευχή. Έλαβε σπουδαία μόρφωση κοντά στον ονομαστό δάσκαλο και θεολόγο Θεόδωρο Μετοχίτη. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ εκτίμησε τις ικανότητές του και τον προόριζε για υψηλά κρατικά αξιώματα. Όμως ο Γρηγόριος αδιαφόρησε για τα σχέδια του αυτοκράτορα, διότι από νέος αγάπησε τη μοναχική και ασκητική ζωή. Κατέφυγε καταρχήν στο όρος Παπίκιο στη Θράκη και κατόπιν στο Άγιο Όρος, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του. Ακόμη και μετά την εκλογή του ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης το 1347, ζούσε ως ασκητής.
π. Τ. Η.
Β΄
Καθὼς προχωροῦμε γοργὰ στὸν δρόμο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, καλούμαστε νὰ συνεχίσουμε τὸν πνευματικό μας ἀγῶνα μὲ ἀμείωτη διάθεσι ὡς τὸ τέρμα, παραμερίζοντας τὰ διάφορα ἐμπόδια ποὺ μᾶς βάζῃ ὁ πονηρός, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ νὰ λοξοδρομήσουμε καὶ νὰ χαθοῦμε σὲ ἄλλα ἐπικίνδυνα μονοπάτια, ποὺ ὁδηγοῦν στὸν θάνατο τῆς ψυχῆς μας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν παντοτινὸ χωρισμό της ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἕνα ἀπ’αὐτὰ τὰ ἐμπόδια, ποὺ τὸ συναντᾶμε ὅλοι καθ’ὅλο τὸ μῆκος τῆς ἀγωνιστικῆς μας πορείας εἶναι ὁ πειρασμὸς τῆς ἀνέσεως. Στὴν ὀρθόδοξη πνευματικὴ ζωὴ ἡ ἀποφυγὴ κόπου καὶ ἡ ἐπιδίωξις τῆς ἀνέσεως, τῆς καλοπεράσεως, γενικῶς, θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους κινδύνους γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ πιστοῦ. Ἀντιθέτως, ἡ ὀρθόδοξη παράδοσι, γιὰ μιὰ σωστὴ πνευματικὴ ζωή, προβάλλει τὸν διαρκὴ ἀγῶνα, τὴν κατὰ Θεὸ ἄθλησιν καὶ ὄχι μία κατάστασι ἀπραξίας καὶ ὀκνηρίας.