Showing posts with label Ιστορικός Συμβιβασμός. Show all posts
Showing posts with label Ιστορικός Συμβιβασμός. Show all posts

Tuesday, June 17, 2014

Στον Berlinguer μέσω Sokal γίνεται;




Η Εφημερίδα των Συντακτών έχει μια ενδιαφέρουσα σειρά παρεμβάσεων με τίτλο "Αριστερά πρώτη δύναμη: και τώρα τι;". Από τη σειρά είδα δυο παρεμβάσεις οι οποίες έχουν μια ιδιαίτερη αξία: του προσκείμενου στο ΚΚΕ Γ.Μαργαρίτη και του προσκείμενου στον Συριζα Κ.Τσουκαλά

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Μαργαρίτης κάνει μια πολύ πιο διαυγή και μεθοδολογικά επίκαιρη  ανάλυση .Αντίθετα  στο κείμενο του Κ.Τσουκαλά υπάρχουν  μια σειρά από  επιχειρήματα με ένα κειμενικό τέχνασμα , ως εάν να προσπαθεί να τεκμηριώσει ένα συμπέρασμα κυριολεκτικά δια της τεθλασμένης.

Ο Γ.Μ. ορθά και εύλογα πριν απαντήσει στο ερώτημα , ανατοποθετεί ένα θεμελιακό ερώτημα: Τι ονομάζεται " αριστερά";

Η απάντηση του είναι σαφής:

Ονομάζει αριστερά το ιδεολογικό πολιτικό ρεύμα που θεμελιώνεται στη μαρξιστική παράδοση και ανάλυση και κυρίως στην "εργασιακή θεωρία της αξίας". Επομένως κινήματα που προκρίνουν προγράμματα, επιχειρηματικότητας που αρρήτως αποδέχονται τον "ανταγωνισμό" και  δεν προτάσσουν το καθολικό αίτημα για σύγκρουση με το νόμο της αξίας (στην μαρξιστική ανάγνωση) δεν είναι αριστερά. Ο Μαργαρίτης επεκτείνει την ανάλυση του για τα ευρωπαϊκή τεκταινόμενα και με βάση το δικό του κριτήριο αποσυνδέει τον Συριζα από την "αριστερά". Ανεξάρτητα με το αν υιοθετεί κανείς  όλη την ανάλυση του ΓΜ αυτή είναι ριζική και ιστορική γιατί δεν δραπετεύει από το θεμελιακό ερώτημα.

Αντίθετα στο κείμενο του Τσουκαλά υπάρχει μια περίτεχνη αφήγηση, μέσω μιας επεξεργασμένης γλώσσας, η οποία χωρίς να το ονοματίζει προκρίνει μια «ασταθή συμμαχία του Συριζα  με τις δυνάμεις της μεταπολιτικής σούπας» . Το κείμενο του ΚΤ είναι χαρακτηριστικό δείγμα ενός ρεύματος που ουσιαστικά  προετοιμάζει τον «Ιστορικό Συμβιβασμό» όχι στην Μπερλιγκουεριανή ρητή αναφορά αλλά στην ελληνική «άρρητη» υπαινικτική εκδοχή της. Ας δούμε  πως η περίτεχνη «τεχνική» γλώσσα του ΚΤ ψηλαφεί , οριοθετεί συνεχώς τον «συμβιβασμό» αλλά δεν θέλει να τον "αναλάβει".

Κατ’ αρχάς ο ΚΤ απορρίπτει την έννοιας της «γενικής  βούλησης» , ως εκλογικό αποτέλεσμα την οποία εκτιμά ως οντολογικά πλασματική. Όπως αναφέρει «αντίθετα αυτό που υπάρχει είναι η «λαϊκή ετυμηγορία ως  εκφορά». Ο ΚΤ κάνει μια δημιουργική μεταφορά του προβληματισμού για την διαφορά «ομιλίας- εκφοράς» από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο. Έτσι περιορίζει τις εκλογές στο αυθεντικό, ιστορικά και κρατικά προσδιορισμένο περιεχόμενο τους που είναι η εκλογή και απαρίθμηση ευρωβουλευτών. Επομένως το μόνο που τεκμαίρεται είναι ότι « ο σταθερός μεταπολιτευτικός δικομματισμός έχει εκπνεύσει». Η απόρριψη είναι  επιγραμματική σχεδόν αφοριστική: «Ακόμα και αν «ομιλεί», ο λαός δεν «αποφαίνεται»» .Η ανάδειξη της διαφοράς «εκφοράς – απόφανσης» είναι οριακή   καθώς μεταφέρει τον προβληματισμό που αφορά άτομα υποκείμενα σε συλλογικότητες. Η μεταφορά του ΚΤ  γίνεται για να αποδείξει ότι η συγκεκριμένη «ομιλία» ( εκλογές)  δεν είναι φωνητική εκφώνηση αλλά ιστορικά και κρατικά αυστηρά προσδιορισμένη διαδικασία, η οποία δεν δύναται ούτε να «ομιλήσει» ούτε να «αποφανθεί» αλλά να επιλέξει ευρωβουλευτές. Στην γραμμή της Ντερινταικής κριτικής ενός συλλογικού «φωνοκεντρισμού»  ο ΚΤ συνεχίζει.

Περιγράφει το σύγχρονο πολιτικό παιχνίδι ,για το οποίο «το κύριο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η στρατηγική αμηχανία και αβεβαιότητα όλων (bold LLS)  των παικτών». Στην ανάλυση της αστάθειας του παιγνίου ο ΚΤ δεν διασαφηνίζει ποτέ αν σε αυτό περιλαμβάνεται ή όχι η Συριζαική αριστερά. Οι έννοιες Δεξιά ,  Αριστερά οι οποίες σύμφωνα με τον ΚΤ σχετικοποιούνται και ρευστοποιούνται σήμερα, δεν ευρίσκονται σε εισαγωγικά ,η δε ανάπτυξη της σχετικής παραγράφου γίνεται ως εάν η πλαστικότητα του πολιτικού παιγνίου αφορά και την αριστερά. Μπορούμε υποθέσουμε ότι αυτό είναι μια ασάφεια του κειμένου καθώς στην συνέχεια , του κειμένου η Αριστερά φαίνεται να είναι ο σταθερός εμμενής πόλος εκτός του «συνεχούς ιμάντα Möbius .(1)

Ο ΚΤ συνεχίζει όμως με μια  τοπολογική μετατόπιση. Ενώ το τοπολογικό πολιτικό συνεχές κατ’ αρχάς ορίζεται ως  ο χώρος του δικομματισμού , αυτό γίνεται ο τόπος όλου του πολιτικού παιγνίου : «Σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια καλείται να παίξει τον ιστορικό της ρόλο η Αριστερά» .Συνεχές , άμορφος, ρευστός δεν είναι ο χώρος του δικομματισμού αλλά όλος ο τόπος της πολιτικής δηλαδή περιλαμβάνει και την Αριστερά. Με την τοπολογική αυτή μετατόπιση δεν είναι η «βούληση» της αριστεράς που την ωθεί σε συμβιβασμούς αλλά ο τόπος εντός του οποίου  λειτουργεί. Έτσι η  ενδεχόμενη κυβέρνηση της «σταθερής»  αριστεράς θα συνεργαστεί αναγκαστικά με τους «πόλους της μεταπολιτικής σούπας» , δηλαδή τους «υπερβατικούς» οι οποίοι δεν κατονομάζονται . «Ελιά» «Ποτάμι»;    (ερωτήματα LLS).  Το αναγκαστικό αυτό ενδεχόμενο ο ΚΤ προσομοιάζει με «τετραγωνισμό του κύκλου» γιατί η «σταθερή αριστερά» θα συμβιβάζεται με τους «ασταθείς» δηλαδή θα βρεθεί σε ένα πλαίσιο ευνοϊκότερο   για τον αντίπαλο. Δηλαδή στην ανάπτυξη του κειμένου ο ΚΤ μάλλον οριοθετεί τον προσανατολισμό της αριστεράς με βάση ένα εξωτερικό κριτήριο καθώς την τοποθετεί κατά βούληση άλλοτε εκτός και άλλοτε εντός του  ιμάντα Möbius
Ποιό είναι το αντίβαρο που καλεί ο ΚΤ στην περίπτωση αυτή ;Μα η «αριστερή ψυχή» δηλαδή μια ηθική στάση συνέπειας, «χρηστής» διαχείρισης όπως εύστοχα σημειώνει ο Γ.Μαργαρίτης.

Έτσι ο ΚΤ προκρίνει τον ιστορικό συμβιβασμό μέσω του εξής κειμενικού τεχνάσματος : Η Αριστερά είναι μια ηθική δύναμη, η οποία εκτός εξουσίας δεν γνωρίζει το συνεχές, αλλά εντός εξουσίας εμπλέκεται στην ρευστότητα, «στους συμβιβασμούς και τις συνθέσεις» γιατί αυτός είναι ο τόπος της πολιτικής (όχι μόνο του τεθνεώτος δικομματισμού). Με μια διπλή περιγραφή του συνεχούς άλλοτε ως ουσία του δικομματισμού άλλοτε ως τελικό τόπο του πολιτικού παιγνίου , ο ιστορικός συμβιβασμός γίνεται τυπικός, απογυμνωμένος από βούληση. Η αρχική μεταφορά για την συλλογική διαφορά «απόφανσης- εκφοράς»  παίρνει μια νέα διάσταση: δεν αποφαινόμαστε για τον συμβιβασμό απλά τον ορίζουμε τεχνικά , ως αναπόφευκτο συγχρονισμό που επιβάλλεται από  τον τόπο της πολιτικής δηλαδή απλώς τον  εκφέρουμε .

Ο ΚΤ αποτελεί ένα πολύτιμο πνευματικό πρόσωπο με θεμελιακές συνεισφορές στην σύγχρονη κοινωνική επιστήμη. Πολύ φοβάμαι ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση επιστρατεύει  ένα βαρύ πνευματικό κεφάλαιο με μια περίτεχνη λογική, απλώς για να περιγράψει υπαινικτικά κάτι που ίσως ο Συριζαικος περίγυρος επεξεργάζεται αλλά δεν θέλει ρητά να ομολογήσει: τον ιστορικό συμβιβασμό. Προσοχή, όμως αυτά είναι τεχνάσματα γνωστά ήδη από την υπόθεση  Sokal( 2). Δεν είναι κρίμα σεβαστέ καθηγητή;

Ακολουθούν τα κείμενα (Πηγή: Εφημερίδα Συντακτών)

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ακόμα και αν «ομιλεί», ο λαός δεν «αποφαίνεται». Η ιδέα της γενικής βούλησης δεν είναι παρά μια πλασματική κατασκευή. Με αυτή την έννοια, η «λαϊκή ετυμηγορία» δεν είναι ούτε πραγματικά συλλογική ούτε κατά κυριολεξίαν βούληση. Δεν είναι ούτε υπεύθυνη ούτε συνεπής ούτε ορθολογική ούτε αντιφατική ούτε «σοφή» ούτε εσφαλμένη! Απηχώντας συνεχώς μεταβαλλόμενες συγκυρίες αρκείται στο να εκφέρεται. Δεν εκφράζει ούτε «κοινή» βούληση σταθερότητας ούτε «κοινή» βούληση ανατροπής. Έτσι, το κύριο «μήνυμα» των εκλογών είναι η υπέρβαση των παγιωμένων ισορροπιών: Αθροιστικά, οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις που εναλλάσσονταν ιστορικά στην εξουσία έχασαν σχεδόν τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων τους. Ο σταθερός μεταπολιτευτικός δικομματισμός έχει εκπνεύσει.

Κύριο αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών είναι η αναγκαιότητα σύμπηξης ετερόκλητων κυβερνητικών συνασπισμών ή, όπως κατά κόρον τονίζεται από τους ζηλωτές της σταθερότητας, η ανάδυση μιας «κουλτούρας» πολιτικών συνεργασιών και συνεργειών. Οι όροι λειτουργίας του πολιτικού παιγνίου αναθεωρούνται ριζικά. Αυτό όμως δεν είναι προϊόν συνειδητής, «ελεύθερης» και «ώριμης» λαϊκής επιταγής, αλλά το αποτέλεσμα ενός αδόκητου και απρόβλεπτου κατακερματισμού των πολιτικών εκπροσωπήσεων. Το κύριο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η στρατηγική αμηχανία και αβεβαιότητα όλων των παικτών.

Πράγματι, το εξουσιαστικό παίγνιο δεν διεξάγεται πλέον πάνω στη βάση των εσωτερικευμένων κανόνων, όπου οι δύο παρατάξεις συναποδέχονται τους άρρητους όρους εναλλαγής τους στην άσκηση μιας πολιτικής εξουσίας που, ακόμα και αν «χαθεί», θα ανακτηθεί και πάλι με βεβαιότητα στο προσεχές μέλλον. Όταν οι παίκτες πολλαπλασιάζονται και οι εκλογικές πελατείες αποδιαρθρώνονται, ανατρέπονται οι συμμαχίες, συντέμνονται οι χρόνοι και μετασημασιολογούνται οι πολιτικές λέξεις και τα πολιτικά νοήματα.

Σε τέτοιες μεταβατικές εποχές οι περισσότερες πολιτικοϊδεολογικές διαζεύξεις τείνουν λοιπόν να μετατοπίζονται αποφασιστικά. Μπροστά στην ανάγκη σύμπηξης ετερόκλητων και συχνά θνησιγενών συμπράξεων, όλο και περισσότεροι παίκτες τείνουν να αποστασιοποιούνται από την παραδοσιακή πρόσληψη και αυτοτοποθέτηση όλων των πολιτικών δυνάμεων κατά μήκος ενός σαφούς, εσωτερικευμένου τοπολογικού «συνεχούς» που αντιπαραθέτει τη Δεξιά με την Αριστερά. Ακόμα και οι μεγάλες πολιτικές λέξεις που άκουγαν στο όνομα σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία, εκσυγχρονισμός ή ακόμα και «συντήρηση» ή «ανατροπή» φαίνεται να χάνουν τη νοηματική και συμβολική τους αρτιότητα. Και το ίδιο συμβαίνει κατά μείζονα ίσως λόγο σε ό,τι αφορά τις τοπολογικά οριζόμενες κατασκευές που ονομάζονταν «κέντρα», «μεσαίοι χώροι», «κεντροδεξιές» και «κεντροαριστερές». Η συμβολική και επικοινωνιακή εμβέλεια όλων των κατεστημένων «συσπειρώσεων» και «παρατάξεων» αποδυναμώνεται γοργά.

Μοιραία λοιπόν οι άρρητες «συναινέσεις» που οριοθετούν τα Κοινωνικά Συμβόλαια αλλάζουν μορφή και περιεχόμενο. Στο πλαίσιο της «δικομματικής σταθερότητας» οι επίσημοι μνηστήρες της εξουσίας μπορούσαν να κρύβουν την ανομολόγητη σύγκλισή τους για τα θεμελιώδη πίσω από τη θεατρική ρητορεία της απόλυτης ιδεολογικής ασυμβατότητας. Αντιθέτως, η αναδυόμενη «πολυκομματική σταθερότητα» οδηγεί προοπτικά στη ριζική αποϊδεολογικοποίηση των αντιθέσεων ανάμεσα στους εν δυνάμει κυβερνητικούς εταίρους. Οι αναγκαίες τακτικές συμμαχίες οργανώνονται πλέον στο όνομα της ανάγκης, της πατρίδας ή απλώς της κυβερνησιμότητας. Η ρητορική αντιπαράθεση ανάμεσα στο κατεστημένο και στον λαό, στους έχοντες και τους μη έχοντες, στους αποκλεισμένους και στην ελίτ είναι εφεξής ανάρμοστη και «αντιπαραγωγική». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τείνει πλέον να απαξιώνεται ως παρωχημένα «λαϊκιστική». Εις πείσμα των αντιθέσεών τους, τα κόμματα του «ευπρεπούς τόξου» ανταγωνίζονται μεταξύ τους επικαλούμενα την αφετηριακή τους συνεργασιμότητα.

Υπό τους όρους αυτούς, οι ιδεολογικές «πολυκατοικίες» της εποχής του δικομματισμού δίνουν τη θέση τους σε μια άμορφη εν δυνάμει συνοίκηση όλων των μνηστήρων που συναποδέχονται αφετηριακά το συνεργατικό παίγνιο. Η ιστορική διάζευξη Δεξιάς και Αριστεράς θα κρυφτεί πίσω από την αντιπαράθεση ανάμεσα στην ευθύνη και την ανευθυνότητα, τη σοβαρότητα και τη γελοιότητα. Φαίνεται να εγκαινιάζεται μια νέα πολιτική τοπολογία όπου, όπως συμβαίνει στον «συνεχή» και κυκλικό ιμάντα του Moebius, όλοι οι σοβαροί παίκτες μπορεί να βρίσκονται εν δυνάμει και ταυτοχρόνως εδώ και εκεί, κοντά και μακριά, δεξιά και αριστερά, μπρος και πίσω, πάνω και κάτω. Σε αυτήν ακριβώς τη μεταλλαγή ανταποκρίνονται τα αλληγορικά ή ποιητικά ονόματα που εμφανίζονται πλέον συχνά στο προσκήνιο (ελιές, ποτάμια, αστέρια, γέφυρες, χείμαρροι, αναστάσεις, ανατάσεις, ανατάξεις ή ό,τι άλλο ήθελε προκύψει). Η ιστορικά φορτισμένη πολιτική συμβολική του παρελθόντος εμφανίζεται πλέον περιττή. Πάνω στην «ευπρόσδεκτη» κινούμενη ιδεολογική άμμο, κανείς δεν χρειάζεται να δηλώσει δεξιός ή αριστερός, συντηρητικός ή προοδευτικός, σοσιαλιστής ή εκσυγχρονιστής. Μετά το «τέλος της Ιστορίας» και της «ιδεολογίας», η «καλή διακυβέρνηση» και μαζί με αυτήν η «καλή πολιτική» δεν συμφέρει να έχει σαφές ιδεολογικό στίγμα. Στη θέση της επικίνδυνης αλλαγής προτάσσονται ανώδυνες πραγματιστικές «καινοτομίες». Στο μέτρο που κανείς δεν μπορεί να ορίσει το τι «είναι» νέο, όλοι είναι σε θέση να το επικαλούνται αζημίως!

Σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια καλείται να παίξει τον ιστορικό της ρόλο η Αριστερά. Εχοντας αναδειχθεί πρώτο κόμμα, καλείται να ανατρέψει τους συσχετισμούς και να πετύχει τις ρήξεις που ευαγγελίζεται. Η ίδια η επιτυχία της δεν της επιτρέπει να επαναπαυθεί στις δάφνες της παραμένοντας απλό κίνημα διαμαρτυρίας. Είναι λοιπόν υποχρεωμένη να κάνει ό,τι δυνατόν για να κατακτήσει την πολιτική εξουσία και να εφαρμόσει το πρόγραμμά της με δημοκρατικά μέσα σε ένα ασταθές και πολυδιασπασμένο πολιτικό σκηνικό όπου δεν έχει την πλειοψηφία. Αλλωστε, οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους της δεν έχουν καμία ιδεολογική ταύτιση με τις ιδέες της ιστορικής Αριστεράς. Εκφράζουν πρωτίστως την απελπισία και την οργή των πολιτών που δεν βλέπουν διέξοδο για τα σωρευόμενα αδιέξοδα. Τουλάχιστον επί του παρόντος, η αριστερή κυβέρνηση που μπορεί να προκύψει από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα είναι σε καμία περίπτωση το προϊόν μιας ήδη εμπεδωμένης ιδεολογικής ηγεμονίας. Και με αυτή την έννοια, η επιβίωσή της προϋποθέτει τη δυνατότητά της να επινοήσει πολιτικές συμμαχίες και συμπλεύσεις που δεν μπορεί παρά να είναι ασταθείς. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι συμμαχίες αυτές θα είναι εξαιρετικά ευάλωτες στις αμείλικτες επιθέσεις με όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, που θα δεχθεί από τους αντιπάλους της. Μολονότι λοιπόν στο πλαίσιο της πολυκομματικής και μεταϊδεολογικής σούπας, οι αναγκαίες αυτές «συμμαχίες» εμφανίζονται βραχυπροθέσμως εφικτές, μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, ίσως μάλιστα πιο εύκολα από ό,τι συνάπτονται!

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η εγγενής δυσκολία ενός εγχειρήματος που θυμίζει τετραγωνισμό του κύκλου. Από τη μια μεριά, εις πείσμα ή ίσως και εξαιτίας των σωρευόμενων αβεβαιοτήτων, η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να διατυπώσει ένα συγκροτημένο και μακρόπνοο σχέδιο συμμαχιών πάνω στη βάση ενός ελάχιστου κοινού προγράμματος ρήξης με τις τρέχουσες πολιτικοοικονομικές επιλογές. Στο πλαίσιο ενός εγγενώς ασταθούς, κατακερματισμένου και ιδεολογικά πτερόεντος συστήματος δεν έχει άλλη επιλογή από το να κινείται με πραγματιστικά κριτήρια. Είναι σαφές πως ακόμα και με το (έωλο) «μπόνους» των πενήντα εδρών, η επίτευξη, και πολύ περισσότερο η συντήρηση, μιας βιώσιμης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν είναι εφικτή παρά ως προϊόν συνεχών διαπραγματεύσεων, υποχωρήσεων και συνθέσεων.

Από την άλλη μεριά όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αναγκαία αυτή τακτική ευελιξία απειλεί να αλλοιώσει και να νοθεύσει την εξίσου αναγκαία οριοθέτηση των μακροπρόθεσμων στόχων. Η πολιτική ηγεμονία, δίχως την οποία η Αριστερά μοιραία θα αποτύχει, δεν είναι εφικτή χωρίς μια μακρόχρονη, επίμονη και συστηματική ιδεολογική προεργασία. Ακόμα και αν δεν μπορεί να τίθεται θέμα άμεσου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, καίρια ζητήματα όπως η οργάνωση των εργασιακών σχέσεων, οι όροι υπό τους οποίους θα μεθοδευθεί η αναγκαία ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου, η επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων, η κατοχύρωση νέων δημόσιων αγαθών και η αδιαπραγμάτευτη προστασία των ελευθεριών θα πρέπει, ήδη από σήμερα, να αποτελέσουν αντικείμενα συγκεκριμένων, χρονικά ιεραρχημένων και οικονομικά κοστολογημένων αναλύσεων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κίνδυνος αποδυνάμωσης των στρατηγικών προγραμματισμών στο όνομα συγκυριακών αναγκών είναι πάντα εναργής. Ισως μάλιστα ο κίνδυνος αυτός να είναι ο σοβαρότερος από όλους τους κινδύνους. Αντίθετα με τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις που έχουν πάντα την ευχέρεια να αλλάζουν τις συμμαχίες και τις προτεραιότητες σαν πουκάμισα, η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να αποδεικνύει συνεχώς την εγγενή ιδεολογική της συνέπεια. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η τακτική της ευελιξία προσκρούει σε όρια. Μη έχοντας την ευχέρεια να συμμαχήσει με τον διάβολο, παραμένει εγκλωβισμένη στα ιδανικά της. Πράγματι, το μόνο μακροπρόθεσμα στρατηγικό πλεονέκτημα της Αριστεράς είναι η ιστορική «ψυχή» της. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο μιας αριστερής κυβέρνησης που θα έχει ανατραπεί από τους αντιπάλους της είναι λιγότερο καταλυτικό από το ενδεχόμενο μιας αριστερής κυβέρνησης που θα αποδειχθεί ιδεολογικά και πολιτικά ελλιπής. Πριν από όλα τα άλλα λοιπόν, προέχει η συντήρηση της ευοίωνης ιδεολογικής δυναμικής που άνοιξε με τις εκλογές. Σχεδόν εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά την ήττα του ΕΑΜ, η Αριστερά δεν επιτρέπεται να διακυβεύσει τη νέα ιστορική της ευκαιρία να ηγεμονεύσει.

Του Γιώργου Μαργαρίτη*

Σε εποχές όπου η πολιτική, από σύνθετο μείγμα στρατηγικών στόχων και τακτικής, έχει εκφυλιστεί σε τεχνική επικοινωνίας, εμπορική σχεδόν διαφήμιση, η έννοια και η σημασία των λέξεων πρέπει να εξετάζονται δύο φορές. Δεν είναι ο όποιος αυτοπροσδιορισμός που προσδίδει ταυτότητα και χαρακτηριστικά στους πολιτικούς φορείς. Οι πολιτικές επιλογές των τελευταίων, οι σχεδιασμοί που προωθούν, η αντίληψή τους για τις αιτίες και πηγές των προβλημάτων, οι κοινωνικές τους αναφορές είναι τα ουσιαστικά σημεία με τα οποία θα πρέπει να τους αξιολογήσουμε και να τους τοποθετήσουμε. Ειδεμή, παρασυρμένοι από τον οίστρο των διαφημιστών, θα πρέπει να δεχτούμε ότι στο στενό περιβάλλον του νυν πρωθυπουργού, περιβάλλον που επεξεργάζεται τις πιο αντιλαϊκές πολιτικές που έχει γνωρίσει η «μεταπολιτευτική» Ελλάδα, υπάρχουν «αριστεροί», όπως πολύ ακούστηκε στην περί ανασχηματισμού συζήτηση.

Δεν μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε ότι το πολιτικό σκηνικό άλλαξε επειδή, γενικώς και αορίστως, η «Αριστερά» έγινε πρώτη δύναμη στις τελευταίες ευρωεκλογές. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, ανεξάρτητα από τις επιμέρους ρητορείες και την –τεχνητά καλλιεργούμενη, για λόγους πολυσυλλεκτισμού– πολυσημία, είναι σταθερά προσηλωμένη στο γενικό πολιτικό πλαίσιο, στη βάση του οποίου χτίστηκε και λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ενωση. Οταν σ’ αυτό το πλαίσιο η ανταγωνιστικότητα (η καπιταλιστική ανταγωνιστικότητα) είναι θεμέλιος λίθος, τότε οι κοινωνικές προτεραιότητες αναγκαστικά προσαρμόζονται σ’ αυτόν τον σκοπό. Οπωσδήποτε, δε, δεν είναι οι λαϊκές ανάγκες στην πρώτη σειρά αυτών των προτεραιοτήτων.

Δυστυχώς για τον ΣΥΡΙΖΑ, η χρόνια οικονομική δυσπραγία που διατρέχει το ευρωπαϊκό σύστημα δυνάμεων –και τις έχει οδηγήσει στη δημιουργία αυτού του κοινού οργανισμού που είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση– δεν επιτρέπει σοσιαλδημοκρατικές ή κεϊνσιανές (όπως συχνά παπαγαλίζουν σ’ αυτόν τον χώρο) συνταγές. Η σοσιαλδημοκρατία καλείται να αμβλύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις ανακατανέμοντας μέρος ενός όποιου πλεονάσματος. Οταν η ανάγκη για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συγκέντρωση μονοπωλιακού κεφαλαίου απαγορεύει την όποια διανομή πλεονάσματος, τότε η σοσιαλδημοκρατία απλώς καλείται να ανοίξει τον δρόμο σε πιο στιβαρές –ακροδεξιές– μορφές διακυβέρνησης. Πραγματικά η εφαρμογή περιοριστικών, αντεργατικών και αντιλαϊκών πολιτικών από κατ’ όνομα «αριστερές» (σοσιαλδημοκρατικές) κυβερνήσεις ήταν στη σύγχρονη πολιτική ιστορία το απαραίτητο στάδιο για την ανάδειξη ακροδεξιών σχηματισμών ανοιχτού ταξικού (και όχι μόνο) πολέμου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με μόνο (αριστερό) άλλοθι την πιο «χρηστή» διαχείριση που υπόσχεται, διακηρύσσει σε κάθε ευκαιρία και επίπεδο την προσήλωσή του στις κυρίαρχες πολιτικές. Σε κανένα του κείμενο, από όποια τάση και ρεύμα και αν προέρχεται, δεν θίγει το ζήτημα της κεντρικής στρατηγικής του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, της πολιτικής δηλαδή που προωθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση. Αντίθετα, με άκρατη δημαγωγική διάθεση, εξορκίζει την όποια σχετική συζήτηση, με την αόριστη υπόσχεση ότι θα μεταβάλει την Ενωση αυτή σε «Ευρώπη των Λαών». Θα επρόκειτο για βαριά μορφή ηλιθιότητας εάν δεν ήταν απλά και μόνο συνειδητή παραπλάνηση.

Διακρίνεται στο σημερινό πολιτικό σκηνικό ο άμεσος κίνδυνος. Τα επιχειρήματα που εκθέσαμε παραπάνω φαίνεται πως τα συμμερίζεται –ή τα ψυχανεμίζεται– ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, και μάλιστα των εργαζομένων, μισθωτών και μεροκαματιάρηδων, με ή χωρίς εργασία. Για τον λόγο αυτό ο έντονα υποσχετικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ δεν προκαλεί κύματα ενθουσιασμού, δεν δημιουργεί δυναμική, δεν προκαλεί έκρηξη των εκλογικών ποσοστών και προπαντός δεν συσπειρώνει οργανωτικά κόσμο στη βάση. Η επιχείρηση επανάληψης του 1981 (της ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία) έχει προφανώς καθολικά αποτύχει.

Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο ο ΣΥΡΙΖΑ στρέφεται προς «κεντρώες» επιλογές επιταχύνοντας τη μετατροπή του σε κόμμα διαχείρισης με ολοένα και λιγότερο διακριτές πολιτικές από εκείνες των άλλων αστικών κομμάτων. Με τον τρόπο αυτό το «δίπολο» εναλλαγής διαχειριστών που προσπαθεί να στήσει το αστικό πολιτικό σύστημα ξεθωριάζει. Και επειδή ένα –πολιτικό-κοινωνικό– δίπολο όπου από τη μια πλευρά θα είναι αστικά κόμματα και από την άλλη το ΚΚΕ είναι αδιανόητο στο σημερινό σύστημα, διακρίνεται πλέον με ευκρίνεια η προώθηση της Χρυσής Αυγής (κατά το δυνατόν εξημερωμένης) στη θέση του δεύτερου πόλου.
Δεν δείχνει ιδιαίτερα ελπιδοφόρο το πολιτικό σκηνικό μετά τη «νίκη» των δυνάμεων της «ριζοσπαστικής Αριστεράς»!!!

(1)Möbius : Είναι ένα μορφολογικό μοντέλο. Ουσιαστικά είναι μια συνεχής ταινία με μια μόνο «ενεργή» πλευρά και χωρίς εσωτερικά όρια. Εικόνα

(2) Υπόθεση Sokal     :Αφορά την επιτυχία του Alan Sokal να εξασφαλίσει την δημοσίευση ενός τεχνικού άρθρου στο περιοδικό Social Text.To κείμενο είχε γραφτεί σε περίτεχνη γλώσσα, με πλήθος τεχνικές αναφορές στη φιλοσοφία, τη κβαντική μηχανική κλπ και τελικά εμπεριείχε μια σειρά από λογικοφανή επιχειρήματα χωρίς ειρμό και συμπέρασμα. 

Saturday, June 7, 2014

Το πνεύμα της εποχής ονομάζεται...




Μετά τις εκλογές είχαμε δυο θεαματικές κινήσεις:

Την άνευ όρων υπεράσπιση της δημοκρατικής διαδικασίας για την εκλογή του Yuncker, από τον Τσίπρα  και την αποπομπή Θεοχάρη από το Σαμαρά.

Η πρώτη σηματοδοτεί την αντιστροφή της συριζαικής αφήγησης για την κρίση: Ο Τσίπρας ως αρχηγός της Ευρωπαικής αριστεράς γίνεται υπερασπιστής των θεσμών και διαδικασιών. Επομένως και η προοπτική του ως πιθανού διαπραγματευτή του χρέους οριοθετείται αυστηρά εντός της θεσμικής και τυπικής συνέχειας της ΕΕ. Ένα ψήγμα μονομέρειας το οποίο δυνητικά θα ενοχλεί τα όρια της υφιστάμενης  τυπικής συνέχειας, όπως αυτό ενίοτε περιγράφεται στην εκφωνούμενη συριζαική αναδιαπραγμάτευση θα υποσκάψει όχι την Ελληνική κυβέρνηση, αλλά όλη την Ευρωπαϊκή Αριστερά. Αντί η ελληνική αριστερή ενδυνάμωση να πυροδοτήσει την ευρωπαϊκή αλλαγή, το Ευρωπαϊκό πρωτείο του Τσίπρα οριοθετεί τις όποιες πρωτοβουλίες στο επίπεδο των διεσταλμένων ερμηνειών των υφιστάμενων συμβάσεων. Με την έννοια αυτή η εκλογή των Κατρούγκαλου Χρυσόγονου δεν έχει μόνο συμβολική αξία. Έχουμε μια νομικό τεχνική μάχη. Στην αντίθετη περίπτωση ο Τσίπρας θα γίνει ένας αριστερός Cameron εξ' ονόματος της ευρωπαϊκής αριστεράς. Η συριζαική ευφορία είδε στην αλλαγή κλίμακας προς την Ευρωπαϊκή υποψηφιότητα  μόνο το θετικό σενάριο της πανευρωπαϊκής αριστεράς, ενώ έχει υποτιμήσει την εγκλειστική ικανότητα που έχουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Η θεσμική  Ευρωπαϊκή συμπεριφορά  του Τσίπρα ενταφιάζει την συριζαική αναδιαπραγμάτευση στην λεγόμενη "ριζοσπαστική " πολιτική εκδοχή της, γιατί αυτή μορφολογικά και συγκυριακά είναι το αντεστραμμένο είδωλο των "ριζοσπαστισμών " στην a la Cameron και Le Pen εκδοχή.

Ταυτόχρονα η αποπομπή Θεοχάρη σηματοδοτεί την συμβολική καταστροφή οποιασδήποτε προσπάθειας να γίνει το μνημονιακό μαρτύριο, καταλύτης σε στοιχειώδεις θεσμικές παρεμβάσεις. Η Σαμαρική διακυβέρνηση σε ένα ρεσιτάλ μικροπολιτικής καταργεί την νεότευκτη αυτονομία της θέσης και επαναφέρει τη διοίκηση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού στην στενή κομματική οπτική. Στην τυπική "εκσυγχρονιστική " ανάγνωση το μνημόνιο είναι μια αυταρχική συμμόρφωση του ελληνικού κράτος σε στοιχειώδη ενάρετα οικονομικά αλλά και αυτονόητες μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό , την αυτοδιοίκηση κλπ. Η αποπομπή Θεοχάρη απογυμνώνει τις μνημονιακές παρεμβάσεις από την όποια μεταρρυθμιστική πνοή.

Με τις εξελίξεις αυτές η νεοελληνική πολιτική τελετουργία παροξύνεται:

Εκφωνούνται πολιτικοί λόγοι, γράφονται  κείμενα πολιτικών προβληματισμών με κωδικές συμβολικές ονομασίες οι οποίες παραπέμπουν σε άλλα σημαινόμενα. Για μια σειρά στρατηγικών ζητημάτων είναι δύσκολο να κατανοηθεί τι ακριβώς εννοείται. Μερικούς μήνες πριν τη λεγόμενη ιστορική αναδιαπραγμάτευση του χρέους η συζήτηση γίνεται με ένα πληθωρισμό τεχνικών όρων, αμφίσημων διατυπώσεων ώστε τελικά ο τεχνικός γιγαντισμός να καταντά μια θορυβώδης συνθηματολογία. Είτε μέσω της main stream σαμαρικής αφήγησης της "υπομονής" των "θυσιών" είτε μέσω των έντεχνων συριζαικών υποσχέσεων "χωρίς δημοσιονομικό κόστος" ο ορίζοντας παραπέμπει σε μια μακρά περίοδο οριακών βελτιώσεων.

Η λεγόμενη κεντροαριστερά, δηλαδή ο χώρος μιας νουνεχούς τεχνοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής αφήγησης ευρίσκεται σε δυσμένεια ακριβώς γιατί τα στοιχεία του λόγου της, έχουν μετακομίσει δεξιά και αριστερά κυριολεκτικά. Ο μεν Στουρνάρας ενσαρκώνει τον ιδεότυπο του αυστηρού τεχνοκράτη ο οποίος ισορροπεί δημοσιονομικά την πιο ανισόρροπη οικονομία  παγκοσμίως. Η δε Συριζαική δημοτική και περιφερειακή επιτυχία σε Αθήνα και Αττική οφείλεται σε μια σώρευση θέσεων και προτάσεων, με τεχνικό, επιστημονικό και επιστημονικοφανές περιεχόμενο, τα λειτούργησαν ακριβώς λόγω του τεχνολογικού "ύφους" τους. Ο λόγος και ο όγκος των θέσεων Δούρου αποτελεί" σκοτεινό αντικείμενο του πόθου" του κάθε "πασοκοτεχνοκράτη " της αυτοδιοίκησης των 90's .Όλα ήταν "τεχνικά άρτια". Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι στο Δήμο  Αριστοτέλη (Σκουριές) όπου η πιο hot business icon του κεντρώου  τεχνοφιλελεύθερου χώρου, συγκρούστηκε με τον Πάχτα εκπροσωπώντας μια από τις πιο κινηματικές εκφράσεις της συγκυρίας! Η πολιτική τελετουργία ως συμβάν με μάσκες σε ιερό παροξυσμό: ακροαριστερά κινήματα, πολεμική οικολογία, ολιγαρχίες, χρυσάφια, εκφράζονται στο πολιτικό επίπεδο από παραλλαγές προσωπεία  του τεχνοφιλελευθερισμού με νικητή την αυθεντική οικονομική έκφραση απέναντι στην διαχειριστική εκπροσώπηση.       

Η διαφαινόμενη συριζαική μετακόμιση  στον τεχνοφιλελευθερισμό οδηγεί τη Σαμαρική δεξιά  σε  ένα αδιέξοδο :καθώς δεν μπορεί να διατυπώσει ένα συντηρητικό τεχνοφιλελεύθερο λόγο, οδηγείται "πίσω στις πηγές" :η " παράταξη" , η "ιστορία", η "Βάρκιζα" γίνονται σιγά σιγά στοιχεία μιας νέας αφήγησης. Οι ευρωεκλογές απέδειξαν πως η Σαμαρική αμετροεπεια του 9-12 αποστερεί από την ελληνική δεξιά μια συνεκτική συνηρητική αφήγηση για την μνημονιακή περίοδο.Επομένως οδηγείται σε μια ιστορική δεξιά αφήγηση η οποία συγχρονίζεται  με την χρυσαυγητική ιστορικότητα και φθάνει στην  απόλυτη σύγκρουση. Αν ο Συριζα θελήσει να δώσει ένα χαρακτήρα ιστορικής αριστερής  στροφής, αντί της τεχνοφιλελευθερης  "εθνικής σωτηρίας “ τότε η ανάδειξη "όλης της ιστορίας" ως επίδικο, δηλαδή η αποδοχή του ιστορικού στοιχήματος ως "ανοικτό" μετά από εβδομήντα χρόνια είναι η μόνη λύση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση  το ενδοαριστερό ρήγμα που επιδιώκει το ΚΚΕ έχει θετική επίπτωση. Σε ένα χώρο που παράγει περισσότερη ιστορία  από όση μπορεί να καταναλώσει  μια ιστορική συμπαράταξη όλων των ιστορικών δυνάμεων του εμφυλίου ως αναπαράσταση του παρελθόντος  θα ενεργοποιήσει τους πάντες δηλαδή και τους παρόντες στρατηγούς "επιτήδειους". Όποιος φλερτάρει με ιστορικές ρεβάνς θα πρέπει να αναλάβει όλο το κόστος επιστροφής στο παρελθόν. Η άρνηση του Κκε ως συνιδιοκτήτη της ιστορίας να την αναβιώσει ως τρίτο γύρο καταλογίζεται στη συνολική θεσμική συμπεριφορά του κόμματος αυτού που χαρακτηρίζεται από μια παράδοξη θετικότητα.

Με δεδομένη τη θεσμική συμπεριφορά του Τσίπρα ,η Δημάρ εκκενώθηκε από περιεχόμενο. Αυτό πλέον έχει εντοπισθεί στον Συριζα. Είναι δεύτερη και τελευταία φορά μετά το ΚΚε εσ,  όπου η ανανεωτική αριστερά τροχοδρομεί τις εξελίξεις και εξαϋλώνεται εκλογικά. Η  ιστορική φαρσοκωμωδία  εντος αριστεράς συνεχίζεται. Η εκάστοτε  «ανανεωτική» πτέρυγα διατυπώνει μια πρόταση, την όποια συντριβούν οι «ορθόδοξοι» για να την οικειοποιηθούν χωρίς κόστος αργότερα αφού οι εισηγητές εξαϋλωθούν .Οι Αλαβάνος Δραγασάκης Ανδρουλάκης Δαμανάκη Κοτζιάς αφού «ατσάλωσαν το ατσάλι» ,επευφήμησαν 2 -3  πενταετή προγράμματα σοβιετικού προγραμματισμού, μετά από τρίμηνα ταχύρυθμα σεμινάρια σε «Γκραμσιανες ηγεμονίες» μεταμορφώθηκαν σε ιερείς του «δημοκρατικού δρόμου» .Η Δημαρ δεν εξαϋλώθηκε λόγω της παλινδρόμησης     στην κυβέρνηση (φυσιολογική και όχι άγνωστη στάση σε συστήματα οιονεί απλής αναλογικής) αλλά κυρίως από την αποκρουστική εικόνα συμμαχίας με την πιο καιροσκοπική και ανεύθυνη Πασοκικη πτέρυγα , αυτή του ΓΑΠ.Η  freak εικόνα της Κοππα ως εκπροσώπου της Δημαρ  , η οποία έσπασε τα κοντέρ τηλεπαρουσιας μεμφόμενη το «συμβιβασμένο» Πασοκ του Βενιζέλου  εισήγαγε το κόμμα αυτό στον τηλεκοσμο και τους fun της Ένωσης Κεντρώων και της ΟΑΚΚε. Με εξαϋλωμένη τη Δημαρ ο Σύριζα γίνεται Δημαρ στη θέση της Δημαρ χρησιμοποιώντας τον ίδιο μηχανισμό tax free μεταμόρφωσης με τους Ανδρουλάκη  , Δαμανάκη, Δραγασακη και σια.

Οι διεργασίες στην λεγόμενη κεντροαριστερά προσπαθούν μέσω της διαδικασίας να προσπεράσουν το επίδικο αφόρητο δίλημμα:

Η  συνεχίζεται μια κριτική υποστήριξη του μνημονιακού προγράμματος ή  αναζητιέται ρόλος στην δυνητική «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας»  του Τσιπρα με σκοπό να ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες ατυχήματος. Με δεδομένη τη παρουσία Βενιζέλου στην κυβέρνηση και τον υπερβατισμό του Θεοδωράκη, δεν υπάρχουν πιθανότητες μιας συγκόλλησης. Οι διαδικασίες θέλουν  αντοχές και ίσως εμπειρίες από αντίστοιχα πειράματα συγκόλλησης ΚΚε μλ και ΜΛ ΚΚε η ρευμάτων και σχισμάτων της Τέταρτης Διεθνούς: το κέντρο ως ακροαριστερή ενδοσκόπηση.

Σε αυτό το περιβάλλον των διαδοχικών μετατοπίσεων δια των άρρητων  διολισθήσεων, η κατάσταση εμφανίζει μια σταθερότητα η οποία εκφράζεται ως θερινή αναμονή και ανακούφιση για την αποφυγή των εκλογών κατακαλόκαιρο. Το πνεύμα της εποχής ονομάζεται Compromesso Storico a la Ελληνικά.           


Sunday, May 11, 2014

Μετάνοιες και αγάπες





«Εάν μετανιώσουν, εάν αλλάξουν στάση, και θελήσουν να βοηθήσουν μια κυβέρνηση της Αριστεράς, γιατί όχι;» Ερωτηθείς σχετικά, ο ίδιος είπε πως ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναζητήσει συνεργασίες με όλα τα κόμματα -εκτός της Χρυσής Αυγής όπως σημείωσε- συμπεριλαμβανομένων των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Με τη δήλωση αυτή ο Μ.Γλέζος αποτύπωσε με ευκρίνεια την αρχιτεκτονική με την οποία πλέκονται τα επίδικα της συγκυρίας. Ο ιστορικός ορίζοντας της σημερινής φάσης είναι ο Ιστορικός Συμβιβασμός  a la Ελληνικά (πηγή)

Ο συμβιβασμός είναι δυσδιάκριτος γιατί επικαλύπτεται από τη ρητορική πόλωση , η οποία είναι η πολιτιστική ιστορική μορφή με την οποία εκφράζονται οι πολιτικές δυνάμεις. Η πόλωση ποτέ δεν απαγόρευσε στην Ελληνική δομή να αποτελέσει ιστορικά success story από το 1821. Αντιστρόφως η πόλωση δεν είναι αυτή που δυσκολεύει τη μεταμνημονιακή ή αντιμνημονιακή προσαρμογή.

Η δήλωση του Γλέζου έχει σημασία, καθώς ορίζει το Συριζαικό αντιμνημόνιο ως εθνικό διαταξικό πρόταγμα εντός του οποίου με  ένα ρητορικό  αντιμερκελισμό εισέρχεται ο πάσα είς πχ ο Σαμαράς του 10-12 είναι ευπρόσδεκτος ενώ ο Σαμαράς του 12-14 είναι "ασυνεπής". Σωστή ταξινόμηση, μόνο που ο Σαμαράς μπορούσε να είναι tax free αντιμνημονιακός γιατί ακριβώς αρδεύεται από τη πιο δεξιά λιμνοθάλασσα του συντηρητικού βιότοπου. Με μια έννοια ο Γκλέζος διέστειλε το πεδίο της εθνικής συνεννόησης στα έσχατα τοπολογικά του όρια.

Αν κάποιος έχει στοιχειώδη σχέση με την ιδιωτική οικονομία και προσβλέπει σε μια κατάρρευση της κυβέρνησης ,εκλογές τον Ιούνιο, όπου ταυτόχρονα θα διατηρηθεί η τουριστική αύξηση 30 %, θα συνεχισθεί η εισαγωγή πάσης φύσεως κεφαλαίων , μέχρι σήμερα, περίπου 14 δις μπορεί να υποβάλει αίτηση για το νέο Νόμπελ οικονομίας. Εδώ και ο Βαρουφάκης προβλέπει φυγή καταθέσεων (πηγή)  Η δήλωση Γλέζου προσπαθεί να λύσει αυτό το αίνιγμα: Πως μπορεί να γίνει μια "ριζική " αλλαγή σε μια εύθραυστη χρηματοποιημένη οικονομία των παραγώγων  , χωρίς το αναπόφευκτο  ξεφούσκωμα της να μην επηρεάσει αρνητικά την λεγόμενη "πραγματική" οικονομία σε όποιο επίπεδο ευρίσκεται αυτή ;Μα μόνο αν η λεγόμενη "ανατροπή" είναι ουδέτερη προς τη χρηματοποιημένη "φούσκα" και επενδύει στη θεσμική δημοκρατική συμπεριφορά των ηττημένων .Ο Γλέζος ακριβώς προσβλέπει ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη και την εξευμενίζει μέσω της υπόθεσης εργασίας.

Εκτός από την θετική εκστρατεία του Σαμαρά  όλοι οι άλλοι επενδύουν περισσότερο να εκφράσουν την υπαρκτή κοινωνική δυσπραγία, την οποία φιλοδοξούν να άρουν διάφορες εκδοχές μεταμνημονίου ή αντιμνημονίου. Αν οι εκλογές τιμωρούν τότε ας ετοιμαστούμε για καλοκαιρινές εκλογές. Αν  οι εκλογές σηματοδοτούν προοπτικές τότε χρειάζεται υπομονή. Ο οδικός χάρτης του αντιμνημόνιου δεν είναι απλός. Όπως και ο  υπομονετικός Σαμαρικός Μερκελισμός  με τις αχνές ενδείξεις ανάκαμψης  , προσβλέπει σε ανατροπή, νέες εκλογές, νέες διαπραγματεύσεις σε περιβάλλον ευρωπαϊκής φυγοκέντρησης,  όπου η ανάπτυξη θα έρθει μετά τη διαγραφή χρέους,δηλαδή σε ένα δυσδιάκριτο μεσοδιάστημα.  

Κατά πάσα πιθανότητα ο λαός θα επιδείξει τη "σοφία" του μέσω πολλαπλών μηνυμάτων: Δυσανεξία προς την κυβέρνηση, χωρίς ρίσκο μιας καλοκαιρινής περιπέτειας. Η δήλωση Γλέζου εμπεδώνει ακριβώς αυτό το κλίμα, μέσω μιας μελλοντολογικής υπόθεσης εργασίας. Γιατί η μελλοντολογική υπόθεση είναι παροντική παρέμβαση που δημιουργεί προσδοκίες Γιατί ας πούμε , δε γίνεται η υπόθεση να συνεργαστούμε με την ΧΑ αν μετανοήσει για τη δολοφονική , ναζιστική ιδεολογία της; Ποιο αισθητήριο νομιμοποιεί την δυνητική αντιμνημονιακή μετάνοια του φίλου του Μπαλτάκου   και απονομιμοποιεί την δυνητική αντιναζιστική μετάνοια της ΧΑ;

Την ίδια ώρα ο Στουρνάρας ως άλλος Freud αποκαλύπτει το μυστικό αντικείμενο του πόθου της Συριζαικής αριστεράς

" Κατά βάθος μας αγαπάτε" δήλωσε στη Βουλή.

Με ψυχανάλυση α δημοτικού, συμπεραίνουμε ότι δήλωσε : "Κατά βάθος σας αγαπάω". Αντίστροφα από ότι ο Στουρνάρας δήλωσε , ο ίδιος γουστάρει Σύριζα σαν τρελός. Γιατί γνωρίζει ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι να αναζητηθεί μια ανιστόρητη μεταφυσική συναίνεση, αλλά πως η δεδομένη παραγωγική σύγκρουση θα έχει την κατάλληλη πόλωση. Και στην περίπτωση αυτή η Συριζαική pseudodimar εκδοχή είναι ότι καλύτερο. Η ευρωπαϊκή  πολιτική του Συριζα με τους αστερίσκους της , διαμορφώνει αενάως μια αίσθηση δυνητικής αστάθειας και καθιστά τον Σαμαρικό Μερκελισμό  βάναυσο μεν , σταθερό δε οδικό χάρτη. Το " κατά βάθος "του τεχνοκράτη Στουρνάρα είναι πολύ πιο οξυδερκές από τις πολιτικές αναλύσεις copy paste, γιατί όντως το ελληνικό πρόβλημα έχει ένα άλλο "βαθύτερο" επίπεδο κατανόησης. Τι ακριβώς γίνεται «κατά βάθος», that's the question.

Με τις υποθέσεις εργασίας του Γλέζου και τους έρωτες του Στουρνάρα, βαδίζουμε ολοταχώς προς εκλογές πολλαπλών μηνυμάτων. Όλοι αναμένονται νικητές.

Παρέκβαση:

Η σύγχρονη χρηματοποιημένη οικονομία των παραγώγων λειτουργεί μόνο όταν ελκύει κεφάλαια. Δεν υπάρχει καμία «πραγματική» οικονομία εκτός του κυκλώματος του αφηρημένου κεφαλαίου. Επομένως το επίδικο είναι αν το πολιτικό τέχνημα « Συριζα -Κυβέρνηση  και Σαμαρική ακροδεξιά αντιπολίτευση» θα λειτουργήσει καλύτερα από το αντίστροφο σημερινό. Το αφηρημένο κεφάλαιο επενδύει σε πολιτικά συστήματα και όχι σε κυβερνήσεις. Το δίλλημα είναι ποιο συγκρουσιακό υπόδειγμα είναι το πιο αναπτυξιακό. Απέναντι στο τραυματικό δίλλημα  η αμήχανη αντίδραση που επικρατεί είναι «εδαφική». Διακινείται ένας αντιπλουτοκρατικός λόγος του 19 αιώνα , όπου οι πλούσιοι είναι «τσιφλικάδες» η αρχιτεκτονική της σύγκρουσης είναι εδαφική με άφθονη αναφορά στην «Βάρκιζα», το έσχατο πλεονέκτημα είναι γεωπολιτικό οι πολιτικοί αντίπαλοι είναι νέοι  Κωλέττηδες του «Γερμανικού»   κόμματος κλπ .  Ο Στουρνάρας ευτύχησε να έχει αντίπαλο τον Δραγασάκη. Επομένως η παρέμβαση Γλέζου προσπαθεί δια της επίκλησης πνευμάτων  να αναζητήσει τον «Δραγασάκη» του Δραγασάκη. Εις μάτην, ο «Δραγασάκης» του Δραγασάκη μπορεί να προέρχεται από το περιβάλλον Μπαλτάκου. Και αυτό είναι το πραγματικό ιστορικό πρόβλημα.       

Sunday, April 13, 2014

Ευτυχώς υπάρχουν και οι ψύχραιμοι


Το ψυχόδραμα του Compromesso Storico a la Ελληνικά συνεχίζεται . Οι πρωταγωνιστές υποφέρουν από συνεχείς υστερικές κρίσεις. Αδυνατούν να προσαρμοστούν στην ιδέα ότι ή αρχιτεκτονική των επίδικων της συγκυρίας τους οδηγεί σε συνεργασία και όχι οι  πολωτικές εκφωνήσεις τους.

Οι κυρίαρχοι αφηγητές διαχειρίζονται δύο απόλυτα πετυχημένες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου στις τράπεζες  και μια επιτυχή έξοδο στις αγορές  μέσω μιας συστηματικής απόκρυψης: Οι χρηματαγορές δεν εμπιστεύονται κυβερνήσεις αλλά πολιτικά συστήματα , δηλαδή κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις και τις προοπτικές τους.

Και τα πιο ριψοκίνδυνα hedge funds  συμμετείχαν στις ΑΜΚ των Alpha και Πειραιώς , εν γνώσει των πιθανοτήτων μιας Συριζαικής ανατροπής. Ενώ προφανώς η αμφισβητούμενη σχεδόν καινοφανής τεχνικά έξοδος στις αγορές, αποτελεί παρακαταθήκη για τον Συριζα, για μια «μη συμβατική» χρηματοδότηση σε μια υποτιθέμενη «μεταμνημονιακή» φάση σε περιβάλλον σύγκρουσης με τον «Μερκελισμό». Με μια έννοια οι χρηματαγορές εμπιστεύθηκαν και το Σύριζα.

Ευτυχώς όμως κυκλοφορούν και οι ψύχραιμοι ανάμεσα μας.

Παραθέτω :

Το κείμενο του κλασσικού “Latsi Boy” Γκ.Χαρδούβελη όπου απλά εντοπίζει το αυτονόητο: Οι αγορές αξιολογούν δυναμικά συστήματα και όχι στατικές κυβερνήσεις με ορίζοντα προεκλογικά  project σαράντα ημερών. Είναι προφανές ότι οι αγορές ψηφίζουν και την αξιοπιστία Δραγασάκη ενώ γνωρίζουν ότι ο Λαφαζάνης είναι για εσωτερική ψυχοθεραπεία.   

Το κείμενο του υποψήφιου ευρωβουλευτή του Σύριζα Ν.Ξυδάκη όπου με παρρησία και εντιμότητα αποδέχεται τη θετική επίδραση από την έξοδο στις αγορές. Προφανώς η θετική επίπτωση δεν αίρεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για προεκλογικούς λόγους. Φευ, η αξιολόγηση των χρηματοοικονομικών και πολιτικών συγκυριών δεν μπορεί να γίνει μέσω της πολιτικής δεισιδαιμονίας του «καλού» «κακού». Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα συνυπάρχουν.

 
Πηγή :  Capital

 
Του Γκίκα Χαρδούβελη

Τους τελευταίους μήνες η εικόνα στην πραγματική οικονομία βελτιώνεται, αργά αλλά σταθερά.

Το οικονομικό κλίμα σε όλους τους κλάδους (βιομηχανία, λιανικό εμπόριο, υπηρεσίες, κατασκευές, ακόμα και οι καταναλωτές) ανακάμπτει περισσότερο με τον ερχομό του κάθε νέου μήνα, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό, που έχουν και τη μεγαλύτερη θετική επίδραση στην παραγωγικότητα και κατά συνέπεια αποτελούν προάγγελο μια γρήγορης ανάκαμψης, αντέστρεψαν την από το 2008 καθοδική τους πορεία και αυξήθηκαν το 2013 όχι μόνο ως ποσοστό του ΑΕΠ αλλά και ως απόλυτο μέγεθος. Συγχρόνως οι ενδείξεις ότι η ανεργία έπιασε οροφή τον περασμένο Σεπτέμβριο πολλαπλασιάζονται, αφού έκτοτε το ποσοστό της μειώνεται ελαφρά, ενώ και τα ανεξάρτητα στοιχεία για τους μισθωτούς του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας, που από το Νοέμβριο του 2013 περιέχουν αξιόπιστη πληροφόρηση για ολόκληρη τη χώρα, επιβεβαιώνουν την τάση των στοιχείων της
Eurostat, αφού δείχνουν ότι για τρεις συνεχείς μήνες οι προσλήψεις ήταν περισσότερες από τις απολύσεις.

Συγχρόνως, το πολιτικό κλίμα δεν φαίνεται να έχει δηλητηριαστεί από τις επερχόμενες ευρωεκλογές και δημοτικές εκλογές, οι ακρότητες έχουν αποφευχθεί ή περιθωριοποιηθεί και πολλοί ξένοι επενδυτές, οι οποίοι βλέπουν την οικονομία να ανακάμπτει και θέλουν να συμμετέχουν στην άνοδο, είναι πλέον ευνοϊκά διακείμενοι στο να τοποθετήσουν για μακρό χρονικό διάστημα τα χρήματά τους στη χώρα μας, ανεξαρτήτως του εκλογικού αποτελέσματος. Αυτό ήδη φάνηκε στις αυξήσεις κεφαλαίου των τραπεζών, οι οποίες υπερκαλύφτηκαν πολύ γρήγορα και με καλές τιμές σε σχέση με τη λογιστική τους αξία, ενώ φαίνεται και στη μείωση των απαιτούμενων αποδόσεων των πολυετών ομολόγων που εξέδωσαν πέρυσι πολλές ιδιωτικές εταιρείες. Πέρυσι οι ελληνικές εταιρείες δανείζονταν στη διεθνή αγορά με επιτόκιο από 7% έως 9%. Σήμερα οι απαιτούμενες αποδόσεις είναι από 4% έως 6%. Η χώρα μας χτίζει σταδιακά αξιοπιστία και οι προοπτικές της οικονομίας βελτιώνονται. Αυτό φαίνεται στη διαρκή πτώση των απαιτούμενων αποδόσεων των δεκαετών κρατικών ομολόγων, από περίπου 30% τον Μάιο του 2012, σε 10% τον Μάιο του 2013 και 6,1% πριν λίγες μέρες.

Στο θετικό αυτό κλίμα είναι φυσιολογική η προσπάθεια του Υπουργείου Οικονομίας να ξαναβγεί στις αγορές. Πρώτον, διαφοροποιεί τις πηγές χρηματοδότησης του με την προσέλκυση νέων ιδιωτών δανειστών, καθώς και τη γκάμα των λήξεων των εντόκων και ομολόγων με τα οποία δανείζεται φρέσκο χρήμα. Δεύτερον, περνάει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι η πρόοδος που επιτεύχθηκε στην οικονομία έχει διάρκεια, ότι η Ελλάδα πιστεύει στην ικανότητα της να τα καταφέρει στο μέλλον και είναι διατεθειμένη να περάσει από το σκληρό τεστ της αγοράς. Η νέα πενταετής έκδοση €2,5 δις, που υπερκαλύφτηκε σε πολλαπλάσιο ποσοστό, και με επιτόκιο κάτω του 5% επιβεβαιώνει την προθυμία των επενδυτών να αναλάβουν ελληνικό ρίσκο, παρά τα όσα συνέβησαν με το
PSI+ δύο χρόνια νωρίτερα. Οι επενδυτές αυτοί θεωρούν ότι κανένα είδος νέου PSI δεν θα ξανασυμβεί. Θεωρούν ότι οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις θα πληρώσουν τα οφειλόμενα στο ακέραιο και στην ώρα τους. Βλέπουν λοιπόν την Ελλάδα να ορθοποδεί και να αναπτύσσεται, έχοντας το στέρεο υπόβαθρο των κανόνων της Ευρωζώνης στη φαρέτρα της.

Ο αντίλογος στην έκδοση του νέου πενταετούς βασίζεται κυρίως στο αυξημένο κόστος δανεισμού σε σχέση με τα προηγούμενα δάνεια των εταίρων προς τη χώρα μας. Όμως, το επιπλέον κόστος δανεισμού είναι ευτελές σε σχέση με το όφελος από την εύρεση μια νέας πηγής χρηματοδότησης, πέραν των δανείων των εταίρων μας και του ΔΝΤ. Έτσι η Ελλάδα απελευθερώνεται από τα όποια «δεσμά» των επίσημων δανειστών, γεγονός που ωφελεί και τις μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις, αφού τους παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία στην άσκηση οικονομικής πολιτικής. Μια δεύτερη κριτική αφορά στη χρονική στιγμή της έκδοσης νέων πενταετών. Η σημερινή ικανότητα μας να χρηματοδοτηθούμε από την ελεύθερη αγορά μειώνει την πιθανότητα να πετύχουμε καλύτερους όρους ελάφρυνσης του χρέους, αργότερα τον Σεπτέμβριο όταν πιθανολογείται να ξεκινήσει μια επαναδιαπραγμάτευση. Όμως, στις διαπραγματεύσεις κερδίζεις όταν έχεις εναλλακτικές λύσεις και δεν συμμετέχεις απλώς – για να χρησιμοποιήσω την προσφιλή έκφραση ορισμένων - με «σκυφτό κεφάλι». Η Ελλάδα σήμερα σέρνει τις αγορές πίσω της, δεν την σέρνουν αυτές.

* Ο κ. Γκίκας Χαρδούβελης είναι επικεφαλής οικονομολόγος της
Eurobank

Πηγή: vlemma.wordpress

 

Ν.Ξυδάκη

Η έξοδος στις αγορές σχολιάζεται ποικιλοτρόπως από πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, εντός και εκτός συνόρων. Κοινή διαπίστωση: η επιτυχής άντληση 3 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,95%, μέσω πενταετούς ομολόγου βελτιώνει το ψυχολογικό κλίμα, σημαίνει μια δειλή επιστροφή της χώρας στις χρηματαγορές, με δεδομένο πάντα ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας παραμένει στα «σκουπίδια», και το αντλούμενο ποσόν είναι μικρό. Η βελτίωση του ψυχολογικού κλίματος ίσως επίσης διευκολύνει μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις να αναζητήσουν κεφάλαια στο εξωτερικό, εφόσον οι ελληνικές τράπεζες αδυνατούν να τις δανειοδοτήσουν.

Οικονομικά το ομόλογο δεν αποφέρει άμεσα οφέλη. Επιβαρύνει το χρέος, ήδη υπέρογκο και μη βιώσιμο, με περίπου 75 εκατομμύρια τόκους ετησίως, κατά δε το έτος λήξεως, 2019, τα 3 δισ. θα προστεθούν σε τότε ώριμο πληρωτέο χρέος 8 δισ. Αρα το νέο βάρος δυσχεραίνει την ήδη τιτάνια προσπάθεια εξυπηρέτησης του χρέους. Πολύ περισσότερο που, καθώς φαίνεται, όλη η προσπάθεια αναδιάρθρωσης θα επικεντρωθεί στη μετακύλιση του χρέους. Λογικά, λοιπόν, η πρώτη έκδοση ομολόγου θα έπρεπε να επιχειρηθεί μετά την αναδιάρθωση, την οποία έχει υποσχεθεί η Ευρώπη μετά το καλοκαίρι.

Συνοπτικά: Το ομόλογο αγοράζει πολιτικό χρόνο. Ακριβό. Ισως αποδώσει κάτι, αν διατεθεί για επαναγορά παλαιού χρέους. Πιθανότερο είναι να διατεθεί για πληρωμή των ληγόντων ομολόγων Μαϊου, περ. 9,5 δισ., δεδομένου ότι το Eurogroup χώρισε την οφειλόμενη δόση των 8,3 δισ. σε τρεις υποδόσεις, ζητώντας την εκπλήρωση προαπαιτουμένων. Είναι γνωστό όμως ότι η πολιτική αντοχή της κυβερνήσεως και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι απολύτως οριακή· δεν μπορούν να ψηφιστούν άλλα μέτρα.

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι τόκοι της πενταετίας αφαιρούνται, αφενός, από την ήδη συρρικνωμένη κοινωνική πρόνοια, από τα αφαιμασσόμενα σχολεία, νοσοκομεία, επιδόματα αδυνάμων· αφετέρου, από το ήδη κάτισχνο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το οποίο φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι η ατμομηχανή της οικονομίας.

Σχετικά:LLS:Το κέντρο ως παράξενος ελκυστής