Showing posts with label Νικολας Σεβαστακης. Show all posts
Showing posts with label Νικολας Σεβαστακης. Show all posts

Friday, October 26, 2012

"Κοινωνικός Φιλελευθερισμός": Η σύγχυση επιτείνεται




Δημοσιεύθηκε το βιβλίο του Κ.Αρβανιτόπουλου "Κοινωνικός Φιλελευθερισμός".Ο πρόλογος του Α.Σαμαρά τοποθετεί το βιβλίο , εκ των πραγμάτων ,σε μια θέση νέου ιδεολογικού ντοκουμέντου μιας Νέας Δημοκρατίας.
Ωστόσο το κείμενο αυτό είναι χαρακτηριστικό του στατικού τρόπου με τον οποίο συζητούνται τα ζητήματα του φιλελευθερισμού.

Αν το δούμε ψύχραιμα , το ιδεολογικό αυτό μανιφέστο έχει ένα οξύ και εκτεταμένο μέτωπο προς τον " νεοφιλελευθερισμό " ενώ αντιπαρατίθεται σε μια κυριολεκτικά ιδεατή φαντασιακή ελληνική σοσιαλδημοκρατία .Τέλος για την αριστερά επιφυλάσει μια ανώδυνη κριτική περί λαικισμού.

Συγκεκριμμένα  εντός του " Κοινωνικού Φιλελευθερισμού” γίνεται μια εκτενής ανάλυση του λεγόμενου " νεοφιλελευθερισμού" στον οποίο χρεώνονται διαφορετικά ρεύματα, όλα με διακριτές και σαφείς αρνητικές συνδηλώσεις. Δεκαπέντε από τις διακόσιες σελίδες του βιβλίου περιγράφουν τις θεωρητικές ανεπάρκειες και καταστροφικές πρακτικές πολιτικές των " νεοφιλελεύθερων σχολών της απορρύθμισης". Είναι τέτοιος ο "αντινεοφιλεύθερος " οίστρος του συγγραφέα , όπου αποτιμά αρνητικά την θεματολογία της σχολής της Δημόσιας Επιλογής , προκαλώντας την εύλογη απορία : Με ποια αναλυτικά εργαλεία μπορεί κάποιος να ερμηνεύσει τον κατακερματισμό και την ικανότητα διαφόρων ομάδων στο κέντρο και την περιφέρεια του Ελληνικού κράτους να επιβιώνουν με μια σωρεία ειδικών ρυθμίσεων; Στο βιβλίο γίνονται θετικές αποτιμήσεις στο έργο των Keyns , Rawls σε αντίθεση προς τους Hayek , Nozick
οι οποίοι κατατάσσονται στο στρατόπεδο των " νεοφιλελευθέρων". Περίοπτη θέση στην αφήγηση του ΚΑ κατέχουν ιστορικές μορφές της δεξιάς όπως οι Κ.Παπαληγούρας , Π.Κανελλόπουλος , Θ.Κανελλόπουλος.

Σύμφωνα με τον ΚΑ την τελευταία περίοδο έχουμε ένα πλούσιο ιδεολογικό έργο νεοφιλελεύθερης οπτικής το οποίο επικαλύπτει τον κοινωνικό φιλελευθερισμό .Ταυτόχρονα στην Ελλάδα υποτίθεται ότι έχουμε μια σφριγηλή σοσιαλδημοκρατία επηρεασμένη από τον μαρξισμό, με ισοπεδωτικά εξισωτικά ιδεολογικά σχήματα και σαφείς ταξικές περιχαρακώσεις!

Δεν ξέρω αν ο ΚΑ επισκέπτεται τα βιβλιοπωλεία , να μας δείξει και εμάς που στο καλό κρύβεται αυτή η πλούσια νεοφιλελεύθερη γραμματεία , γιατί την ψάχνουμε και δεν την βρίσκουμε όσο για αυτήτην τη ταξική σοσιαλδημοκρατία μάλλον την ανακάλυψε σε κανένα YouTube
από το ογδονταπέντε με Πιπεριά , Μανιάτη και Αρσένη.
Είναι σαφές ότι ο ΚΑ κυριολεκτικά επινοεί , κατασκευάζει ένα ιδεολογικό φιλελευθερισμό στην Ελλάδα, γιατί έτσι ο ιδεολογικός τυφλοσούρτης λειτουργεί. Ο υπαρκτός , στο μυαλό του ΚΑ, φιλελευθερισμός έχει προφανώς μια δεξιά εκδοχή κακή " νεοφιλελεύθερη" εκδοχή και μια αριστερή ταξική σοσιαλδημοκρατία , και τα λοιπά είναι τόσο απλά : ο κοινωνικός φιλελευθερισμός λόγω Αριστοτελικής μεσότητας είναι θριαμβευτής πριν καν ο διαιτητής σφυρίξει την έναρξη του αγώνα.

Πρόκειται για διερεύνηση ιδεών κυριολεκτικά στο κενό , όπου διάφορες ιστορικές φυσιογνωμίες της κεντροδεξιάς αναγορεύονται ως τυπικά φιλελεύθερες και δομείται μια ιδεολογικοπολιτική κατασκευή ίσα ίσα για να εξαχθεί ένα συμπέρασμα στα όρια του αυτονόητου. Ο μέσος όρος είναι καλός.
Στην κατασκευή του ΚΑ ταυτίζονται δύο έννοιες διαφορετικού επιπέδου: Η συντηρητική κεντροδεξιά που κυβέρνησε και κυβερνά με διαλείμματα , και ο φιλελευθερισμός. Η κεντροδεξιά μπορεί να υπάρξει θαυμάσια χωρίς καν να αναφέρεται στον φιλελευθερισμό, δεν υπάρχει καμία αναπόδραστη λογική όπου οι δύο έννοιες ταυτίζονται. Ο συνεπής κεντροδεξιός ΚΑ επειδή λειτουργεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον λυμφατικού ασθμαίνοντος φιλελευθερισμού μπορεί με ασφάλεια να χρησιμοποιήσει και ένα σχήμα " συμπαγούς" νεοφιλελευθερισμού .Αυτή καθ' εαυτή η ταξινόμηση , με ένα υποτιθέμενο ιστορικό ρήγμα κλασσικού νέου φιλελευθερισμού γίνεται κυριολεκτικά στο ιστορικό μηδέν , όπου βεβαίως ο " αντινεοφιλελευθερισμός" είναι
tax free
.Είναι τόσο χαρακτηριστικό ότι στην αφήγηση του ΚΑ δεν υπάρχει καν η νύξη ότι υπάρχει  ένα μη φιλελεύθερο συντηρητικό ρεύμα στην Ελληνική δεξιά. Είναι ο ασθενής φιλελευθερισμός ο οποίος επιτρέπει τον οξύ αντινεοφιλευθερισμό από ένα σημαίνον στέλεχος της ΝΔ και όχι η αυθεντική πάκτωση στο έδαφος μιας συγκροτημένης ιδεολογικής διαμάχης εκφράσεων του ιδίου ρεύματος.

Με τα τυπικά κριτήρια κατάταξης στον υποτιθέμενο άξονα δεξιά αριστερά ,η πρόταση του Αρβανιτόπουλου τοποθετείται στην απώτατη άκρα αριστερά του συντηρητικού φιλελευθερισμού.

Το πρόβλημα

Ο φιλελευθερισμός ήταν και παραμένει ασθενικός, περιθωρειακός στην Ελλάδα γιατί οι θεμελιακοί κοινωνικοί φορείς που θα μπορούσαν να τον συγκροτήσουν δεν υφίστανται στην συνεκτική και συνεχή μορφή που υπήρξαν στις χώρες της ιστορικής αναγέννησης. Οι εγχώριες συντηρητικές ελίτ δεν έχουν ανάγκη κανένα φιλελευθερισμό για να λειτουργήσουν και να κυριαρχήσουν γιατί οι στοιχειώδεις αρχές του θα παραβίαζαν τον ομφάλιο λώρο που τις συνδέει με το κράτος. Με την έννοια αυτή , είναι κατανοητό γιατί ένας διαπρεπής παράγοντας της κεντροδεξιάς είναι αναγκασμένος να κάνει μια τόσο έκκεντρη κατασκευή. Ιδίως η πρωτοφανής ανακάλυψη ότι στην Ελλάδα έχουμε μια σοσιαλδημοκρατία με χαρακτηριστικά Δευτέρας Διεθνούς είναι αποκαλυπτική της προσπάθειας να επινοηθεί ένα ιδεολογικό πλαίσιο συγκρούσεων παρά να αναλυθεί το υπαρκτό.
Η αποδοχή της επινόησης ενός ιδεατού φιλελευθερισμού και των φανταστικών αντιπάλων του , παρά της διερεύνησης των υπαρκτών ρευμάτων με τις ιδιαιτερότητες τους είναι ακριβώς το ζήτημα για τον τρόπο που γίνεται η ιδεολογική διαμάχη.

Γιατί η Αριστερά συμμετέχει στη σύγχυση;

Ας μου επιτρέπει η ακόλουθη  ανάγνωση:

Όταν Σαμαράς προλογίζει βιβλίο του Αρβανιτόπουλου, αυτό γίνεται το μανιφέστο της δεξιάς, και κάποιοι το διαβάζουν την ετικέτα  του  , χωρίς ένα στοιχειώδη έλεγχο για την εσωτερική του συνέπεια, και στήνεται μια διημερίδα με σκοπό να κρίνει την ιδεολογία της κυβερνώσας ΝΔ. Γίνεται λοιπόν ένα διήμερο όπου απέναντι στον " κοινωνικό φιλελευθερισμό " του Αρβανιτόπουλου αντιπαρατίθεται ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός του Σύριζα.

Η σύγχυση είναι πλέον ομαδική.
Στο διήμερο έγιναν εκτενείς αναφορές στον Hayek από τον οποίο ο Αρβανιτόπουλος έχει πάρει αποστάσεις ασφαλείας. Έγιναν εκτεταμένες ιστορικές αναφορές για τις ασύμμετρες συνεχείς σχέσεις δημοκρατίας φιλελευθερισμού στη Δ.Ευρώπη όταν τις αντίστοιχες περιόδους στην Ελλάδα ο φιλελευθερισμός είναι εξ'ορισμού η αναγεννητική δύναμη της εθνικής και κοινωνικής δυναμικής. Τέλος απέναντι στον κοινωνικό φιλελευθερισμό αντιτίθεται ο ρεπουμπλικανικός μεταξύ των οποίων οι διαφορές είναι απόχρωσης.

Το σχήμα που διακινήθηκε είναι περίπου το εξής: αν η δεξιά καταθέτει αυτό το πλαίσιο , ε τότε αυτό το πλαίσιο είναι απαράδεκτο, και την επιχειρηματολογία τη βρίσκουμε στο δρόμο. Χιλιάδες κείμενα που παρήχθησαν και παράγονται στο ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον αυθεντικού και αναπτυγμένου φιλελευθερισμού προσφέρονται για τμηματική copy paste επεξεργασία , χωρίς κάνεις να αναρωτηθεί γιατί η Ελληνική δεξιά προσέρχεται σε μια τέτοια κατασκευή ;
Μα ο οποιοσδήποτε καλόπιστος αναγνώστης του Αρβανιτόπουλου κατανοεί ότι κινείται σε ένα πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί κάλλιστα να γονιμοποιηθεί το κυβερνητικό πρόγραμμα του Σύριζα. Ο Παπαληγούρας δεν θα είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να αποδεχθεί το ήπιο πρόγραμμα κρατικοποιήσεών του Σύριζα.Σε μια πιο «πολιτική» στάθμιση του έργου, το έργο του Αρβανιτόπουλου είναι το ιδανικό πλαίσιο που θα μπορούσε να αναζητήσει η Αριστερά ως πλατφόρμα μιας δεξιάς αντιπολίτευσης, στην περίπτωση κυβέρνησης της αριστεράς.

Μα υπάρχει πιο ρητή αποκήρυξη του «νεοφιλελευθερισμού» από παράγοντα της δεξιάς ; Προφανώς όχι, και αυτό είναι το ζήτημα. Το νεφέλωμα του «νεοφιλελευθερισμού» είναι τόσο ευρύχωρο χωρά τους πάντες. Η αποδοχή του κειμένου του ΚΑ στην ονομαστική του αξία ,ως βάση συζήτησης ,αποδέχεται την ρητή «αντινεοφιλεύθερη» θέση του και την μεταφορά της συζήτησης ανάμεσα σε ένα νεφελώδες δυσδιάκριτο όριο μεταξύ φιλελεύθερων αναγνώσεων  (ρεπουμπλικανικών και κοινωνικών) του Αριστοτέλη . Με ένα παράδοξο τρόπο η  ευρυχωρία και τελικά κριτική αδυναμία του όρου «νεοφιλελευθερισμός» επιτρέπει στον ΚA να μεταφερθεί «αριστερά»  και αντί να κριθεί για αυτή την ευκολία μετάβασης αναζητείται η περαιτέρω κριτική του «από τα αριστερά» σε ένα σχεδόν τραγελαφικό εγχείρημα: το ευμενέστερο ιδεολογικό πλαίσιο για μια προσεχή δεξιά αντιπολίτευση γίνεται αντικείμενο σφοδρής κριτικής προκαταβολικά.
Μια καλοδεχούμενη εξαίρεση

Στην διημερίδα ήταν ευκρινής, η γόνιμη και  σε διακριτή απόσταση από τις λοιπές εισηγήσεις , η συνεισφορά του Ν.Σεβαστάκη. Στην εισήγηση του την οποία δυστυχώς δεν είδα σε ηλεκτρονική μορφή, υπήρξαν εύστοχες νύξεις ότι δεν μπορεί να συγχέεται ο αντιφιλελευθετισμός με τον αντικαπιταλισμό, έγιναν εύστοχες αναφορές για την ανάλυση της συγκυρίας όχι ως τυπικά φιλελεύθερης αλλά με τυπικά χαρακτηριστικά κρατικής αντιφιλελεύθερης παρέμβασης σε όλη την κοινωνική άρθρωση. Στην εισήγηση του ΝΣ αν και δεν αναλύθηκαν οι αιρούμενες επινοήσεις του Αρβανιτόπουλου, διατυπώθηκε με ευκρίνεια μια ένσταση έναντι ενός copy paste
“ αντινεοφιλελευθερισμού " δια “πάσα νόσον".

Πρακτικές συνέπειες μιας επιτεινόμενης σύγχυσης.

Η άνευ όρων αποδοχή των φωνών περί τον φιλελευθερισμό στην ονομαστική τους αξία, όταν προέρχονται από την ελληνική δεξιά, και όχι η αποδόμηση τους ως ψευδοφιλελεύθερων ή εξωφρενικά " αντινεοφιλελεύθερων" ( περίπτωση Αρβανιτόπουλου) δεν είναι ζήτημα μιας ακαδημαϊκής αποτίμησης. Είναι ζήτημα που έχει πρακτικές συνέπειες.


Ας πούμε, πως μπορεί να εγκληθεί η Ελληνική δεξιά για την ασθενή ιδεολογική της αντίδραση προς την ΧΑ , αν αυτό δεν γίνει στο κοινό έδαφος ενός φιλελευθερισμού τον οποίο δεξιά και αριστερά αποδέχονται ως κοινό πλαίσιο. Μόνο αν η αριστερά αποδεχθεί την προοπτική της ως ένα αυθεντικό μέρος της φιλελεύθερης διαφωτιστικής παράδοσης και εγκαλεί την δεξιά για τον υποκριτικό ή ατελή φιλελευθερισμό της, μπορεί να γίνει αποτελεσματική.
Το κείμενο του Αρβανιτόπουλου δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο κριτικής ως αντιπροσωπευτικό μιας ιδεολογικής έκφρασης . Μπορεί κριθεί ως μια εξωφρενική κατασκευή της οποίας η ιδεολογία της είναι ακριβώς η σύγχυση, η επινοημένη δομή ενός φανταστικού παιγνίου τυπικών φιλελευθέρων απέναντι σε μαρξίζοντες σοσιαλδημοκράτες και επικυρίαρχους "νεοφιλελεύθερους".

Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί προκρίνεται αυτό το φανταστικό μοντέλο ως υποτιθέμενο πλαίσιο πραγματικών συγκρούσεων. Μα ακριβώς για το αποδεχτούν οι υποτιθέμενοι αντίπαλοι του στην ονομαστική του αξία. Γιατί έτσι θα συσκοτιστεί  ότι το πραγματικό πλαίσιο συγκρούσεων δεν είναι μεταξύ φιλελευθέρων δεξιών εναντίον κρατιστών αριστερών , αλλά μεταξύ κυρίαρχων δυνάμεων γαντζωμένων στο κράτος οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν διαλυθεί  αν εφαρμόζονταν τυπικά φιλελεύθερες πολιτικές ανταγωνισμού και αντικαρτέλ. Ο φιλελευθερισμός είναι όπλο στα χέρια των δυνάμεων της εργασίας και δεν είναι νοητό να εκχωρείται ως στοιχείο των οποιοδήποτε κατασκευών που συσκοτίσουν τα ζητήματα πίσω από το μανδύα ενός αγοραίου δεξιού "αντινεοφιλελευθερισμού".

Συνδέσεις:


Μέρος των εισηγήσεων της ημερίδας για τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό
Σ.Δημητρίου:Υπάρχει Κοινωνικός Φιλελευθερισμός;
K.Αρβανιτόπουλος:Κοινωνικός Φιλελευθερισμός

Εικόνα:http://www.paintingsilove.com/image/show/97675/between-breaks-confusion-acceptance

Wednesday, November 9, 2011

Αριστερά και Φιλελευθερισμός: Ασυμμετρία και Ετεροχρονισμός



Πρώτη δημοσίευση RedNoteBook 9/9/11

Η πραγμάτευση των σχέσεων αριστεράς - φιλελευθερισμού στην τρέχουσα ιδεοκίνηση είναι μάλλον αποσπασματική και ασυνεχής. Κανένας σοβαρός διάλογος δεν διεξάγεται ουσιαστικά, ή τουλάχιστον είναι πολύ κατώτερος από αντίστοιχους, όπως αριστερά και πατριωτισμός, αριστερά και οικολογία κ.ο.κ.

Υπάρχουν, όμως, δύο παράλληλα φαινόμενα, πολιτικής ασυμμετρίας και ετεροχρονισμού. Η ασυμμετρία έγκειται στο ότι η ιστορία του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα περνάει μέσα από τον κεντρώο βενιζελισμό και όχι από τη συντηρητική δεξιά. Ο ετεροχρονισμός διαπιστώνεται στο ότι το κύριο σώμα των ιδεών που θα ονομάζαμε τυπικά αντισοσιαλιστικό φιλελευθερισμό, αναφέρεται σ’ έναν σοσιαλισμό τύπου ΕΣΣΔ, από τον οποίο πολλές εκφράσεις της αριστεράς έχουν πάρει αποστάσεις εδώ και δεκαετίες. Σ’ αυτή τη συνθήκη, λοιπόν, όταν η αριστερή κριτική στοχεύει τον φιλελευθερισμό, αναγκαστικά πρέπει να ορίσει και το αντικείμενο της κριτικής της: Σε ποιές όψεις του φιλελευθερισμού ασκείται κριτική και πώς;

Πραγματική συμβολή σε έναν τέτοιο διάλογο αποτελεί το άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη στο Red Notebook «Φιλελευθερισμός και Aντιφιλελευθερισμός», κυρίως σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία πραγμάτευσης του θέματος. Ο Σεβαστάκης επισημαίνει με σαφήνεια πως η αριστερά οφείλει να ιδιοποιηθεί αλλά και να αποστασιοποιηθεί ταυτόχρονα από δέσμες ιδεών του φιλελευθερισμού, οφείλει να δει το φαινόμενο ως πόλωση ιδεών φιλελευθερισμού - υπαρκτού κόσμου, να αναδείξει τις αντιφιλελεύθερες όψεις και να επισημάνει τις φιλελεύθερες αντιφάσεις της σημερινής πραγματικότητας.

Ακολουθώντας τη μεθοδολογία αυτή, θα άξιζε να δούμε μερικά θέματα:

1. Ο αβαθής φιλελευθερισμός της ελληνικής δεξιάς

Αν ακολουθήσουμε μια κλασική ταξινόμηση, θεωρώντας ότι οι φιλελεύθερες ιδέες πηγάζουν από την πλευρά ενός συντηρητικού πόλου, είναι σαφές πως στην Ελλάδα η συντήρηση δεν είχε ποτέ την ανάγκη να στηριχτεί σε αυτό το πλέγμα ιδεών. Σε αδρές γραμμές, φιλελευθερισμός είναι: καπιταλισμός - ατομικά δικαιώματα -ιδιοκτησιακά δικαιώματα – αντιπροστατευτισμός - ελάχιστο κράτος - επιλογές – ιστορική ενδεχομενικότητα – κοσμοπολιτισμός - διεθνές εμπόριο. ‘Όμως οι ελληνικές ελίτ λειτουργούν καλύτερα σ’ ένα άλλο πλέγμα ιδεών: καπιταλισμός - ιδιοκτησιακά δικαιώματα - κρατική συνεργασία - πατρίδα – ιστορικός προορισμός – δεξιά λαϊκότητα – ορθοδοξία.

Η ιστορική κληρονομιά του φιλελευθερισμού ως κεντρώου-βενιζελικού ρεύματος βαραίνει, έτσι, μέχρι και τη δεκαετία του ‘80. Μόνο μετά το ‘90 προσπαθεί να δημιουργήσει ένα πιο κλασικό στίγμα.

Στο επίπεδο της διακίνησης των ιδεών αυτών παρατηρούνται σοβαρά κενά. Όλο το έργο του Χάγιεκ είναι αμετάφραστο μέχρι το 2010· μόλις τη χρονιά εκείνη μεταφράζεται ένα έργο του 1960. Οι έλληνες φιλελεύθεροι καταθέτουν σποραδικά πολιτικές θέσεις, και μόνο το 1993 εμφανίζεται ένα συνεκτικό βιβλίο πολιτικής κατάθεσης, το οποίο μάλλον περνά απαρατήρητο μέχρι να ξανατυπωθεί το 2011. Πρόκειται για το «Πορεία στον Φιλελευθερισμό», του παλαιού βουλευτή της ΕΔΑ Μ. Δραγούμη (1). Ενώ το έργο είναι σημαντικό, στο βαθμό που προσπαθεί να τοποθετήσει συνεκτικά μια ατζέντα, η ανατύπωσή του έπειτα από μια εικοσαετία συμβολίζει και την αδυναμία του χώρου. Εκτός αυτού, το συγκεκριμένο έργο παρουσιάζει αστοχίες και εμμονές που στρεβλώνουν τη συγκυρία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ότι σαν τυπικοί αντιφιλελεύθεροι αναφέρονται οι Λεωνίδας Κύρκος και Αιμίλιος Ζαχαρέας…

Στην ιδεοκίνηση δεν λείπουν και οι προσπάθειες ακαδημαϊκού μελετητικού χαρακτήρα, αλλά είναι απελπιστικά λίγες, αν συγκριθούν με το συνολικό όγκο της παραγωγής πολιτικού προβληματισμού: Τα βιβλία των Γιάννη Βούλγαρη (2) Μανόλη Αγγελίδη (3), στις αρχές του ‘90 και 2000 αντίστοιχα, με κριτικό περιεχόμενο, παρουσιάζονται χωρίς ούτε ένα από τα έργα στα οποία αναφέρονται να είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά. Αντίστοιχα, πρόσφατες προσπάθειες των Σπύρου Μακρή (4) και Ευάνθη Χατζηβασιλείου (5), με φιλελεύθερο προσανατολισμό, παρουσιάζουν ανάγλυφα την ισχνότητα των φιλελεύθερων ιδεών στον ελληνικό χώρο. Ο Μακρής αναζητεί την εκκίνηση φιλελευθερισμού στον Γεώργιο Θεοτοκά και την γενιά του ‘30. Ομοίως ο Χατζηβασιλείου αναφέρεται στο ιστορικό κέντρο, αποδίδοντας το κεντρώο πρόσημο του φιλελευθερισμού στην εγγενή προσαρμοστικότητα του συγκεκριμένου ρεύματος.

Η πολιτική «γεωγραφία» του φιλελευθερισμού, λοιπόν, είναι σχετικά ρευστή και δεν είναι τυχαία η ευκολία και η «φυσικότητα» με τις οποίες αφίστανται από τον «νεοφιλελευθερισμό» όλες οι μερίδες της συντηρητικής δεξιάς.

Εδώ, όμως, υπάρχει ένα ενδιαφέρον φαινόμενο που μάλλον διαφεύγει από την αριστερά: οι ελίτ χρησιμοποιούν επιλεκτικά, εργαλειακά, δέσμες της φιλελεύθερης ατζέντας, αρνούμενες εντούτοις να την αποδεχθούν ολικά, καθώς αυτή θα έβαζε ανυπέρβλητα εμπόδια διαχείρισης που θα έφταναν ως και τη διάλυση του υπάρχοντος συστήματος. Όπως έχουν αποδείξει και σημαντικές σχολές σκέψης της αριστεράς (6), ο απόλυτα φιλελεύθερος καπιταλισμός, με τις ελάχιστες ρυθμίσεις, υφίσταται ως απόλυτο και οριακό ερμηνευτικό σχήμα στον Μαρξ, αλλά δεν αποτελεί ιστορική πραγματικότητα. Με μια έννοια, η έγκληση στις ελίτ να φιλελευθεροποιηθούν πλήρως αποτελεί, παραδόξως, μια αντικαπιταλιστική στρατηγική (7).

2. Φιλελευθερισμός εναντίον «υπαρκτού»

Παρακολουθώντας το έργο των Χάγιεκ και Ραντ, είναι φανερό πως μια από τις αιχμές της κριτικής τους είναι ότι το σοβιετικό σύστημα είναι κλειστό πολιτικά και συγκεντρωτικό οικονομικά. Είναι φανερό πως ο «αντισοβιετισμός» του σύγχρονου φιλελευθερισμού δημιουργεί ένα περίπλοκο πρόβλημα για την αριστερά.

Η κατάρρευση του υπαρκτού οφείλεται στον δεσποτικό αντιφιλελευθερισμό ή στην ατελή αυτοδιαχειριστική ολοκλήρωση του; Αν προσέξουμε, θα δούμε πως, χοντρικά, οι απαντήσεις είναι διαζευκτικές. Τόσο ο κλασικός φιλελευθερισμός όσο και η ριζοσπαστική αριστερά έχουν ένα διαφορετικό συνεκτικό εξηγητικό σχήμα. Όμως, μήπως αυτή η διάζευξη είναι τεχνητή; Μήπως τελικά η αυτοδιαχειριστική προοπτική των δυνάμεων της εργασίας βρίσκεται στην αξιοποίηση του φιλελευθερισμού παρά στην άρση του;

Στο ιδιότυπο αυτό πλαίσιο, το οποίο ορίζεται, αφ’ ενός μεν από την ιστορική απόσταση και δυσανεξία της ελληνικής δεξιάς προς τον Φιλελευθερισμό, αφ’ ετέρου από την ιστορική επιτυχία του αντισοβιετικού φιλελευθερισμού, δημιουργείται ένας χώρος, ένα πεδίο πολιτικής, ένα πλέγμα ιδεών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε με διάφορους τρόπους π.χ.: φιλελεύθερη αριστερά, αριστερό φιλελευθερισμό, αλλά και «αριστερό αντιφιλελευθερισμό» (στη διατύπωση αλλά και ερμηνεία του Ν. Σεβαστάκη). Το κωδικό όνομα δεν παίζει κανένα ρόλο.

Αυτή η δέσμη ιδεών εμπεριέχει αναγκαστικά, όχι μόνο την οικειοποίηση κλασικών φιλελεύθερων ιδεών, αλλά και την αναθεωρητική αξιοποίηση προταγμάτων και θέσεων ενός τυπικά «αντισοσιαλιστικού» φιλελευθερισμού. Οι κόμβοι ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι καινοφανείς: υφίστανται εδώ και καιρό στο οπλοστάσιο της αριστεράς, αλλά μάλλον με έναν «ενοχικό» και άρρητο τρόπο.

Είναι φανερό πως οι οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες της εποχής του Μαρξ, αλλά και της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης δεν ισχύουν σήμερα. Μεγάλα τμήματα του κόσμου της εργασίας είναι κάτοχοι τίτλων ιδιοκτησίας πάσης φύσεως. Ο ορίζοντας μιας σοσιαλιστικής αλλαγής δεν μπορεί να περιοριστεί στην άρση των δικαιωμάτων αυτών, αλλά στην επέκταση, στη διαύγαση τους, στον εμπλουτισμό, στην ένταξή τους σ’ ένα κοινωνικό σχέδιο συνεργιών και συνεργασιών. Από την άλλη πλευρά, μεγάλο μέρος της αριστεράς έχει πάρει οριστικές και χωρίς επιστροφή αποστάσεις από τον σοσιαλισμό του μεγάλου κράτους (με ορθολογικό πρόγραμμα κάλυψης αναγκών). Ας δούμε, ως παράδειγμα, πώς ο Νέγκρι αντιμετωπίζει το ζήτημα της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας στον Μαρξ και πώς στον Χάγιεκ αναδεικνύεται το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Ας παραθέσουμε μερικά αποσπάσματα:

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαρξ θεωρούσε τον σχεδιασμό ως ιδιότητα του κομμουνισμού. Παρά ταύτα, πολύ συχνά και βασισμένοι στον Ένγκελς, η σχέση κομμουνισμού και σχεδιασμού έγινε αντιληπτή είτε με τους απλοϊκούς όρους ως κοινωνικοποίηση «κρατικοποίηση» των σχέσεων παραγωγής, ή ως «υπέρτερος οικονομικός ορθολογισμός». Είναι προφανές όταν εξετάζουμε τις Grundrisse ότι δεν πρόκειται περί αυτού. Ο κομμουνισμός είναι σχεδιασμός μόνο όταν αφορά τη σχεδιασμένη εξάλειψη της εργασίας. Ο σχεδιασμός είναι μια έκφραση (και συνθήκη ταυτόχρονα) του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας, ο οποίος πρέπει να καθυποτάξει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της διαταγής και της αλλοτρίωσης. Είναι λοιπόν ένας οικονομικός ορθολογισμός που δεν είναι ανώτερος, αλλά διαφορετικός. Τόσο διαφορετικός, ώστε να μην υπάρχει ομοιότητα μεταξύ τους. Όταν οι συνθήκες και η στόχευση για την εξάλειψη της εργασίας δεν υπάρχουν, ο σχεδιασμός είναι μια νέα μορφή καπιταλιστικής κυριαρχίας με σοσιαλιστική μορφή. Σε αυτό το σημείο η μαρξιστική κριτική του σοσιαλισμού ασκεί όλη την ισχύ της. (A.Negri, Marx Beyond Μarx, ed. Autonomedia, p. 166, 1984) (8)

Στο επόμενα αποσπάσματα ο Χάγιεκ (9) παίρνει απόσταση από μια παγιωμένη στατική-υπεριστορική έννοια της ιδιοκτησίας:

Οι θεσμοί της ιδιοκτησίας είναι ατελείς όπως υφίστανται σήμερα. Στην πραγματικότητα δύσκολα μπορούμε να τους ονομάσουμε τέλειους με ό, τι η τελειότητα σημαίνει. Η πολιτιστική και ηθική εξέλιξη θα απαιτήσει περαιτέρω βήματα, αν ο θεσμός της ιδιοκτησίας χρειάζεται να γίνει περισσότερο ωφέλιμος. Πιθανόν να χρειαστούμε περισσότερο ανταγωνισμό για να αποφύγουμε την κατάχρηση της ιδιοκτησίας.

Οι θεσμοί της ιδιοκτησίας, όπως υπάρχουν σήμερα, είναι ασφαλέστατα ατελείς. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι αυτές οι μορφές (ιδιοκτησίας) που εννοούμε στον σύγχρονο κόσμο είναι οι τελικές. Οι παραδοσιακές συλλήψεις για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα είναι μια περίπλοκη δέσμη, της οποίας οι πιο αποτελεσματικοί συνδυασμοί δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί σε όλες τα κοινωνικά πεδία. (F. Hayek, The Fatal Conceit, p. 12-35-36)

3. Ενδοφιλελεύθερες αντιφάσεις

Υπάρχει ένα τρέχον ερμηνευτικό σχήμα του φιλελευθερισμού στο οποίο ορίζεται μια τομή μεταξύ ενός σχετικά «αποδεκτού» φιλελευθερισμού του Άνταμ Σμιθ και ενός απαράδεκτου «νεοφιλελευθερισμού». Έτσι παραγνωρίζονται οι αντιφάσεις που παρατηρούνται στο ίδιο το σώμα των σύγχρονων ιδεών του φιλελευθερισμού. Πιστεύω πως η καταχρηστική γενίκευση του όρου «νεοφιλελευθερισμός» δεν έχει κριτική αξία. Ξεκίνησε ως τεχνικός, ταξινομικός, αυστηρά οικονομικός όρος μιας εποχής και, ταυτόχρονα, με πολλές εσωτερικές αντιφάσεις στη διατύπωσή του. Γι’ αυτό η γενίκευση μάλλον δημιουργεί περισσότερη σύγχυση. Η υιοθέτηση του «αντινεοφιλελευθερισμού» από όλο τον συντηρητικό κόσμο δείχνει και την κριτική αδυναμία του όρου. Αντίθετα, κανένας συντηρητικός δεν μπορεί, ας πούμε, να αυτό-οριστεί ως αντικαπιταλιστής ή αντιμπεριαλιστής. Ο όρος συσκοτίζει τις εγγενείς αντιφάσεις που αναδύονται συνεχώς στο έργο και των πιο ακραίων «νεοφιλελεύθερων», ενώ εις μάτην αναζητεί ένα αενάως μετακινούμενο, σχεδόν αόρατο, σημείο ρήξης μεταξύ «καλού» και «κακού» φιλελευθερισμού. Η αριστερά μπορεί να διερευνήσει, όχι μια τομή «παλαιού» - «νέου» φιλελευθερισμού, αλλά αξιοποιήσιμες αντιφάσεις εντός του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Ας δούμε, ως παράδειγμα, την περίπτωση του Ρόμπερτ Νόζικ.

Ο Νόζικ είναι σαφώς μικρότερο μέγεθος σε σχέση με τον Χάγιεκ. Το βιβλίο του Anarchy, State an Utopia, ωστόσο, έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή. Στο έργο αυτό γίνεται μια ευθεία κριτική στο θεμελιώδες έργο «Θεωρία της Δικαιοσύνης» του Τζων Ρωλς. Ο τρόπος που γίνεται η κριτική αυτή έχει ενδιαφέρον και, την ίδια στιγμή, μεγάλες αντιφάσεις. Στον Νόζικ διατυπώνονται με εντυπωσιακή ενάργεια οι ανισότητες, όχι μόνο των εισοδημάτων, αλλά και των δικαιωμάτων στην καπιταλιστική κοινωνία. Με ένα σχεδόν τυπικό αριστερό λεξιλόγιο, καταδεικνύεται η φενάκη της ισότητας των δικαιωμάτων του καπιταλιστή και του άνεργου, όταν αυτοί τίθενται στο «θέατρο» της πρόσληψης. Στον Νόζικ, η απόρριψη της αναδιανομής υποδεικνύεται ως δικαιϊκά άτοπη και ατελέσφορη με τους κανόνες του αστικού δικαίου. Έχει ενδιαφέρον ότι, για να θωρακισθεί αυτή η προβληματική, απορρίπτεται η μαρξιστική προσέγγιση της αξίας της εργασίας. Όμως, στο ίδιο έργο διατυπώνεται μια σαφής συνηγορία υπέρ του δικαιώματος όλων των εναλλακτικών μορφών συνεργασίας, αυτοδιαχείρισης, εναλλακτικής οικονομίας. Στον Νόζικ αυτή η δυνατότητα παρουσιάζεται ως θεμέλιο της φιλελεύθερης κοινωνίας: όχι ως παραχώρηση, αλλά ως συστατικό. Ενδεικτικά:

Πολύ συχνά υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η υπαγωγή στην εργασία επιδρά αρνητικά στον αυτοσεβασμό σύμφωνα με τον ακόλουθο ψυχολογικό κανόνα: Η μεγάλη περίοδος υπαγωγής στις διαταγές των άλλων και στην εξουσία των άλλων, τους οποίους δεν επιλέγεις, υποβιβάζει τον αυτοσεβασμό σου και αισθάνεσαι υποδεέστερος. Ξέρουμε ότι αυτό δεν υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παίζει ρόλο στις δημοκρατικά εκλεγμένες εξουσίες και μέσω μιας συνεχούς διαδικασίας τις συμβουλεύει, ψηφίζει γι’ αυτές και τις αποφάσεις τους.

Παρόμοιοι συλλογισμοί μπορούν να γίνουν για τις συναλλαγές εντός αγοράς μεταξύ καπιταλιστών και εργατών. Ας υποθέσουμε ότι ο εργάτης Ζ αντιμετωπίζει το δίλημμα «εργασία ή πείνα» και ότι οι πράξεις άλλων ανθρώπων δεν του προσθέτουν άλλες ευκαιρίες. Ο εργάτης Ζ επιλέγει ελεύθερα; Κάποιος που είναι σε ένα έρημο νησί επιλέγει ελεύθερα μεταξύ εργασίας και επιβίωσης;


Βέβαια, σε κάθε ελεύθερη κοινωνία, κάθε μεγάλο λαϊκό επαναστατικό κίνημα (σ.σ.: στο κείμενο: large, popular, revolutionary movement) πρέπει να είναι ελεύθερο να πραγματοποιήσει τους σκοπούς του μέσω μιας εθελοντικής διαδικασίας. Και καθώς περισσότεροι πολίτες βλέπουν πώς λειτουργεί, θα επιθυμούν να συμμετάσχουν. Έτσι θα μεγεθύνεται χωρίς να είναι ανάγκη να πιέσει κανένα πολίτη ή ομάδα πολιτών να το ασπασθεί. (R.Nozick, Anarchy, State and Utopia, p. 246, 263, 327).


4. Ιστορικά παράδοξα

Περιδιαβαίνοντας την ιστορία, μπορεί κανείς να βρει μερικά αναπάντεχα περιστατικά ιστορικής συνάντησης αριστεράς και φιλελευθερισμού.

Το 1950, αμέσως μετά τον εμφύλιο, δημιουργείται η ΕΔΑ ως συνασπισμός κομμάτων. Το μεγαλύτερο κόμμα του συνασπισμού είναι οι «Φιλελεύθεροι Αριστεροί», οι οποίοι εκλέγουν 5 από τους 8 βουλευτές και αποτελούνται από σημαντικά πρόσωπα της Αντίστασης (Μ. Μάντακας, Σ. Χατζήμπεης κ.λπ). Ταυτόχρονα δημιουργείται η Φιλελεύθερη Αριστερή Νεολαία (ΦΑΝ), των Φ. Χατζήμπεη και Ν. Γρηγοριάδη. Αν δει κανείς το γεγονός απομονωμένο, είναι εξαιρετικά καινοτόμο. Την περίοδο που ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός ξιφουλκεί κατά του υπαρκτού, οι ηττημένοι του εμφυλίου οικειοποιούνται το όνομα, το οποίο βέβαια σηματοδοτείται από τη βενιζελική φιλελεύθερη παράδοση, ιδιοποιούνται μέρος της ατζέντας του αντιπάλου και επανέρχονται (10).

Το 1990, στις πρώτες μετά τον «υπαρκτό» εκλογές στη Σλοβενία, ο Ζίζεκ παίρνει μέρος ως υποψήφιος πρόεδρος της αριστεράς, έχοντας όμως την πλήρη τυπική, υλική, και πολιτική κάλυψη μόνο από την τότε Φιλελεύθερη ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το γιατί όχι με τους σοσιαλδημοκράτες ή την τότε αριστερά αξίζει, τουλάχιστον, να διερευνηθεί ιστορικά. Οι σχέσεις Ζιζεκ -φιλελευθερισμού (11) είναι, ωστόσο, ένα άλλο κεφάλαιο, για το οποίο χρειάζεται ειδική μνεία.



Συμπερασματικά: η συνάντηση αριστεράς- φιλελευθερισμού έχει πολλές ασυνέχειες, ασάφειες αλλά και ενδιαφέρουσες συναντήσεις. Καλό είναι η προσπάθεια, τουλάχιστον από την πλευρά της αριστεράς, να συνεχιστεί. Στον τυπικά φιλελεύθερο χώρο παρατηρείται μια σχετική αδυναμία, η οποία εμποδίζει τον διάλογο, παρά τις περιορισμένες, ελάχιστες εξαιρέσεις (12).

Σημειώσεις
1. Μ. Δραγούμη, Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό (1990)
2. Γ. Βούλγαρης, Φιλελευθερισμός, Συντηρητισμός, Κοινωνικό Κράτος (2003)
3. Μ. Αγγελίδης, Φιλελευθερισμός: Κλασσικός και Νέος (1993)
4. Σ. Μακρής, Φιλελευθερισμός. Φιλοσοφικές απαρχές και Σύγχρονες Τάσεις (2007)
5. Ε. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός Φιλελευθερισμός (2010)
6. Είναι σημαντική συνεισφορά στην τεκμηρίωση αυτής της θέσης της σχολής του ιαπωνικού μαρξισμού Uno-Sekine, για την οποία υπάρχει εκτεταμένη και διευρυνόμενη βιβλιογραφία. Περισσότερα στο: John Bell, The Uno-Sekine approach to Μαρξian Political Economy, 2009
7. Μια εύστοχη και ιστορικά επίκαιρη εφαρμογή της αρχής οικειοποίησης της φιλελεύθερης ατζέντας έκανε πρόσφατα ο Κώστας Δουζίνας. Με αφορμή την επέμβαση της αστυνομίας στο Σύνταγμα, ανέδειξε το τυπικό φιλελεύθερο πρόταγμα της άσκησης βίας απέναντι στην εξουσία, όταν θίγονται ατομικά δικαιώματα. Στο: Κ. Δουζίνας, «Ανομία: Για την πολιτική και δημοκρατική ανυπακοή», Αυγή 13/2/2011
8. Το υπόλοιπο απόσπασμα του Negri συνεχίζεται ως εξής:

Ο σοσιαλισμός δεν είναι, και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει, ένα στάδιο ή ένα πέρασμα προς τον κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός είναι η αρτιότερη μορφή, η ανώτερη μορφή του οικονομικού ορθολογισμού του κεφαλαίου, του ορθολογισμού του κέρδους. Συνεχίζει να ασκείται βασισμένος στον νόμο της αξίας, αλλά μεταφέρεται σε ένα ύψιστο βαθμό συγκεντροποίησης και γενικής σύνθεσης, η οποία συνδέει όλες τις μορφές της σοσιαλιστικά σχεδιασμένης οικονομίας με την πολιτική και νομική μηχανή του Κράτους. Ο σοσιαλισμός κρατάει ζωντανό και γενικεύει το νόμο της αξίας. Η εξάλειψη της εργασίας είναι η μοναδική αντιστροφή του νόμου της αξίας.


Αυτό ακριβώς το ζήτημα της εξάλειψης της εργασίας καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε ομοιογένεια ανάμεσα στον καπιταλιστικό και κομμουνιστικό σχεδιασμό. Πρέπει να κριτικάρουμε τη διαλεκτική λογική η οποία ενσωματώνει επίπεδα ομοιογένειας στην ανάπτυξη των αντιθέσεων. Αντιθέτως, είναι η λογική ενός ριζικού δυϊσμού που πρέπει να κυριαρχήσει. Η καταστροφή του νόμου της αξίας -την οποία το «απόσπασμα των μηχανών» μας επέτρεψε να δούμε στις Grundrisse- είναι στην βάση του μετασχηματισμού της λειτουργίας του σε καθαρή επιβολή. Αλλά η έκφραση της λειτουργίας του ανταγωνισμού ευρίσκεται εδώ. Κάθε σχέση, κάθε κίνηση ομοιογένειας, κάθε έκφραση σχετικού ορθολογισμού καταπίπτει από την εξαφάνιση του νόμου της αξίας. Η συνέχιση των καπιταλιστικών σχέσεων θρυμματίζεται τελείως. Είναι μόνο η λογική του ανταγωνισμού –βασισμένου σε αντιτιθέμενα και μη αμοιβαία αναγώγιμα υποκείμενα-που λειτουργεί εδώ. Έκαστος πόλος κατέχει τα δικά του κριτήρια για τον σχεδιασμό. Ένας ατομικός σχεδιασμός. Η εργατική και προλεταριακή αυτό-αξιοποίηση είναι ο σχεδιασμός για την εξάλειψη της εργασίας.


Ο κορεσμός του κοινωνικού χώρου με τον σοσιαλιστικό σχεδιασμό του καπιταλισμού είναι μια τερατώδης αστάθεια :κάθε τμήμα είναι σε αντίθετική ένταση όχι μόνο σε σχέση με τον ανταγωνισμό που αναδύει αλλά σε σχέση με το ίδιο το πλαίσιο της αντίθεσης, δηλαδή του σχεδιασμού για την εξαφάνιση της εργασίας στην οποία είναι συνδεδεμένο. Η σχεδιασμένη οργάνωση της απόσυρσης από τις εργαζόμενες τάξεις, επιμετρά την ποσότητα και την ποιότητα της μετάβασης ,επιμετρά όχι μια ηλίθια ουτοπία, αλλά μια συγκρότηση, μια διαδικασία που ορίζεται από το υποκείμενο.


Η διαδικασία υφίσταται μια μετατόπιση, πραγματική χωρική μετάθεση .Ο σχεδιασμός δεν μπορεί να ενταχθεί στον καπιταλισμό, και ο σοσιαλισμός (όταν αναφερόμαστε ως οικονομικό σύστημα) δεν μπορεί να αναχθεί στον κομμουνισμό.
9. Είναι αδικαιολόγητη και ατεκμηρίωτη η θέση ότι ο Χάγιεκ ανήκει σε μια σχολή ενός χομπσιανού ρεύματος «ιδιοκτησιακού ατομισμού». Ο ίδιος αναφέρεται ρητά σε απόσταση από τον ατομισμό του Χομπς και προκρίνει τις εθελοντικές συλλογικότητες απέναντι στην κρατική επιβολή. Μια προσεκτική ανάγνωση θα απέδιδε τον όρο «αγορά» στον Χάγιεκ, σε πολλά κείμενα, να βρίσκεται εγγύτερα με αυτό που σήμερα ονομάζουμε «δημόσιο χώρο»: Ο αρχαϊκός ατομισμός που περιέγραψε ο Thomas Hobbes είναι ένας μύθος. Ο άγριος δεν είναι αλληλέγγυος είναι μονήρης αλλά το ένστικτο του είναι ομαδικό. Δεν υπήρξε ποτέ κανένας πόλεμος ενός εναντίον όλων. (The Fatal Conceit, p. 12). Περισσότερα εδώ.

10. Στοιχεία εδώ:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_1944_(%CE%92%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AE_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%8D)

http://archive.enet.gr/online/online_obj?pid=107&tp=T&id=77170188

http://archive.enet.gr/online/online_obj?pid=107&tp=T&id=10845644

11. Ενδεικτικά: «Το παράδοξο είναι ότι ο φιλελευθερισμός δεν είναι αρκετά ισχυρός για να σώσει τις πυρηνικές αξίες του από την φονταμενταλιστική επέλαση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να σταθεί μόνος του: κάτι λείπει από το φιλελεύθερο οικοδόμημα. Ο φιλελευθερισμός στην έννοιά του είναι «παρασιτικός», καθώς βασίζεται σε ένα προϋποτιθέμενο δίκτυο κοινωνικών αξιών, το οποίο υποσκάπτει την ανάπτυξη του. Ο φονταμενταλισμός είναι μια αντίδραση –προφανώς λανθασμένη και μυστικιστική- απέναντι σε μια εγγενή ροπή του φιλελευθερισμού, και γι’ αυτό ο φονταμενταλισμός αναπαράγεται από τον φιλελευθερισμό. Αφημένος μόνος του, ο φιλελευθερισμός θα υποσκάψει την υπόσταση του και η μόνη δύναμη που μπορεί να τον διασώσει είναι η ανανεωμένη αριστερά ή, για να το διατυπώσουμε με όρους του 1968, για να επιβιώσει ο φιλελευθερισμός θα αναζητήσει την αδελφική βοήθεια από τη ριζοσπαστική αριστερά». (S. Zizek, First as Tragedy then as Farce, p. 76-77)

12. Έχει ενδιαφέρον ότι από την εγχώρια ιδεοκίνηση απουσιάζουν υβριδικά ρεύματα, που εκπροσωπούν διεθνώς ο Rodering Long (αμερικάνος Libertarian με οξύ αντικορπορατικό λόγο), ο Kevin Carson, μια μορφή της σύγχρονης αμερικανικής αριστεράς (mutualism) ή, στην Γαλλία, το προυντονικής έμπνευσης ρεύμα Gauche Liberale. Συνδέσεις

http://praxeology.net/
http://en.wikipedia.org/wiki/Kevin_Carson
http://www.gaucheliberale.org/

Σχετική βιβλιογραφία

Theodor Burczak, Socialism after Hayek, 2006

Στο βιβλίο αυτό ο συνεργάτης του γνωστού Μαρξιστή Rick Wolff πραγματεύεται το θέμα ενός σοσιαλισμού της αγοράς, με απ’ ευθείας αναφορές στους Hayek και Wolff.

Erick Aarons, Hayek versus Marx, 2009.

Ο θαλερός και μακροβιότερος γραμματέας του Κομμουνιστικού κόμματος Αυστραλίας Erick Aarons (γεν. 1919) επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη και ταυτόχρονη κριτική στους Μαρξ και Χάγιεκ.

Chris Sciabarra, Marx, Hayek and Utopia, 1995

O C. Sciabarra είναι σταθερός μελετητής των σχέσεων, αποστάσεων και συναφειών των Μαρξ και Χάγιεκ. Στο βιβλίο αυτό αναδεικνύει την κοινή τους στάση απέναντι στα ουτοπικά πολιτικά προγράμματα.

Kevin Carson, Studies in Mutualistic Economy, 2007

Ενδιαφέρουσα διερεύνηση και σύνδεση της θεωρίας της αξίας του Μαρξ με τον αναρχικό ατομισμό και τους μηχανισμούς της αγοράς.

Σχετικά κείμενα στο Red Notebook:

Φιλελευθερισμός ή δημοκρατία;, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Φιλελευθερισμός και αντιφιλελευθερισμός, του Νικόλα Σεβαστάκη

Friday, September 2, 2011

Ν.Σεβαστάκης : Φιλελευθερισμός και αντιφιλελευθερισμός




Με χαρά δημοσιεύουμε το άρθρο του Ν.Σεβαστάκη «Φιλελευθερισμός και αντιφιλελευθερισμός» που δημοσιεύτηκε στο Red Notebook . O κυριότερος λόγος είναι η προσέγγιση ότι τοποθετείται το ζήτημα στη πραγματική του βάση .Ο ΝΣ με σαφήνεια καθορίζει πως η αριστερά οφείλει να ιδιοποιηθεί αλλά και να αποστασιοποιηθεί ταυτόχρονα από δέσμες ιδεών του φιλελευθερισμού, οφείλει να δει το φαινόμενο ως πόλωση ιδεών φιλελευθερισμού - υπαρκτού κόσμου, και τέλος να αναδείξει τις αντιφιλελεύθερες όψεις , τις φιλελεύθερες αντιφάσεις της σημερινής πραγματικότητας.



Καθώς στην ανάρτηση του RNB Red Notebook υπήρξε και ένας διευκρινιστικός διάλογος, παραθέτω ως μέρος της ανάρτησης τον σχετικό σχολιασμό.


Φιλελευθερισμός και αντιφιλελευθερισμός


Του Νικόλα Σεβαστάκη


Ιδεολογικός λόγος, κομμάτι της νεότερης πολιτικής θεωρίας, θεσμική και πολιτική παράδοση, ηθική φιλοσοφία ή ένα κεφάλαιο της οικονομικής θεωρίας; Σε ποιο άραγε από όλα αυτά τα διακριτά επίπεδα θα έπρεπε να συζητήσουμε για τον φιλελευθερισμό; Και με ποιους όρους μπορούμε να κάνουμε μια τέτοια συζήτηση; Αν, για παράδειγμα, επιλέξουμε να αναφερθούμε κυρίως σε έννοιες και ιδέες, σε επιχειρήματα και πολιτικο-φιλοσοφικές θέσεις, τι γίνεται τότε με τις πρακτικές συνάφειες του φιλελευθερισμού; Έχει νόημα να συζητήσουμε έννοιες και αξίες παραγνωρίζοντας τη σωρευμένη εμπειρία των φιλελεύθερων αρχών καθώς μετατράπηκαν σε «οδοδείκτες» της πραγματικής διακυβέρνησης συγκεκριμένων κοινωνιών; Δικαιούμαστε να σκεφτούμε τη σχέση μας με τον φιλελευθερισμό ανεξάρτητα από τη μετοχή του στην πραγματική, υλική διαμόρφωση του παρελθόντος και του παρόντος;

Για την οικονομία αυτού του κειμένου, θα μείνω αρχικά σε ένα σημείο που έχει τη σημασία του. Ιδίως για έναν αριστερό αντιφιλελευθερισμό, ο οποίος, όπως θα ισχυριστώ παρακάτω, καλείται να διασώσει σημαντικά στοιχεία από ορισμένες πολιτικές και πολιτισμικές παραδόσεις του φιλελευθερισμού. Συχνά, μιλώντας για τον φιλελευθερισμό, υιοθετούμε τη στάση εκείνων που ανάγουν τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό στον Στάλιν ή ακόμα χειρότερα σε διαφόρους Πολ Ποτ. Είτε ταυτίζουμε τον φιλελευθερισμό με τον καπιταλισμό, είτε τον κρίνουμε μόνο στο επίπεδο των εφαρμογών του, των συνενοχών του με τα δυτικά πολιτικά συστήματα, με τις υπαρκτές «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες» και τις πρακτικές διαφόρων κυβερνήσεων. Άλλοτε πάλι έχουμε την τάση να αποστερήσουμε από τον φιλελευθερισμό τις πληθυντικές του παραδόσεις, την περίπλοκη δυναμική η οποία τον έκανε μέρος της ιστορίας των ιδεών και της νεωτερικής ιδεολογίας αλλά και παράγοντα συγκρότησης των κόσμων που γεννήθηκαν μετά την αμερικανική και τη γαλλική Επανάσταση.

Αν θέλουμε να είμαστε πιο δίκαιοι με το θέμα μας, πρέπει να αναγνωρίσουμε τη διπλή υπόσταση του φιλελευθερισμού. Το ότι αποτελεί ένα συμβάν της ιστορίας των πολιτικών ιδεών (και μιας ορισμένης ηθικής ανθρωπολογίας) και συγχρόνως μια κληρονομιά η οποία καθόρισε τον τρόπο διακυβέρνησης των αστικών κοινωνιών. Δεν είναι η μοναδική κληρονομιά του αστισμού, αλλά αυτή η οποία μπόρεσε να επιβιώσει ως η πρότυπη κανονιστική γλώσσα των «προηγμένων» συστημάτων, των συστημάτων τα οποία αυτοπαρουσιάζονται ως προϊόντα των διανοητικών και πολιτικών επαναστάσεων του δέκατου όγδοου και δέκατου ένατου αιώνα.

Η αναγωγή ενός αστερισμού ιδεών και πρακτικών, ενός αστερισμού ο οποίος περιλαμβάνει πολιτική φαντασία και θεσμικές αρχιτεκτονικές, στα γεγονότα της ιστορίας των «φιλελεύθερων κρατών» είναι προβληματική. Διότι ο φιλελευθερισμός είναι κάτι πολύ περισσότερο από την προτιμητέα ιδεολογία των αρχουσών τάξεων ή από πεποίθηση των ηγετικών ελίτ στις αστικές κοινωνίες. Αναδύεται μαζί και παράλληλα με τις νέες μορφές πολιτικής και οικονομίας – τις αστικές και καπιταλιστικές-, αλλά δεν συνιστά απλή προβολή των μορφών αυτών στη συνείδηση και στο επίπεδο των συλλογικών αναπαραστάσεων.

Από την άλλη ωστόσο εδώ και χρόνια αντιμετωπίζουμε μια άλλη προβληματική εκδοχή. Τη θέση ότι ο φιλελευθερισμός είναι κυρίως ένας αριθμός επιχειρημάτων, αξιωμάτων ή υποθέσεων εργασίας της πολιτικής φιλοσοφίας· ότι, κατά κάποιον τρόπο, αποτελεί μια οικογένεια της ευρωπαϊκής πρακτικής φιλοσοφίας και στη συνέχεια της αμερικανικής θεωρίας, λ.χ. των θεωριών δικαιοσύνης που αναπτύχθηκαν μετά το 1970 στη σκιά του John Rawls, του Ronald Dworkin και των άλλων ακαδημαϊκών στοχαστών που θεωρήθηκαν «φιλελεύθεροι».

Αυτή η στάση υπερτονίζει την κανονιστική, μη εμπειρική, θεωρητική φύση του φιλελευθερισμού. Και από την άποψη της ζωντανής πολιτικής συζήτησης για το παρόν, για τη σημερινή παρουσία του φιλελευθερισμού, μοιάζει όλο και περισσότερο απομακρυσμένη από τις κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ του 2011. Ένα και μόνο παράδειγμα αρκεί για να φωτίσει αυτή την απομάκρυνση ή την μεταφυσική απογείωση των διαφόρων κανονιστικών φιλελευθερισμών: τι αντίκρισμα έχουν άραγε οι εξισωτικές μέριμνες ενός Rawls ή ενός Dworkin στην αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις κυρίαρχες ιδέες-αξίες που παρουσιάζονται, από διαφορετικές πλευρές, ως οι οικουμενικά έγκυρες ρυθμιστικές αρχές της σύγχρονης διακυβέρνησης; Ποια θέση έχει o αναδιανεμητικός εξισωτισμός μέσα σε συστήματα στα οποία κυριαρχούν πλέον απόλυτα οι έννοιες του ανταγωνισμού, της ανταποδοτικότητας, της εξατομικευμένης- «στοχευμένης» παροχής, της αριστείας και των ανταμοιβών στους «καινοτόμους» και στους « πλέον παραγωγικούς»;

Για να συνοψίσω τις παραπάνω σκόρπιες σκέψεις: μια συζήτηση για τον φιλελευθερισμό – και εννοώ εδώ, μια συζήτηση που μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον για τους αριστερούς και την πολιτική τους παιδεία- είναι απαραίτητο να τηρεί αποστάσεις και από τις δυο θέσεις. Τόσο από τη θέση της ταύτισης φιλελευθερισμού και καπιταλισμού, φιλελευθερισμού και φιλελεύθερων κρατών, όσο και από την αντίληψη που θεωρεί τον φιλελευθερισμό ένα ρεύμα της κανονιστικής θεωρίας, έναν γαλαξία επιχειρημάτων για το ορθό και το αγαθό, τα δικαιώματα ή την ευημερία. Στην πρώτη περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος της καρικατούρας, στη δεύτερη η απειλή της ιστορικής και πολιτικής τύφλωσης.

***

Στις σύγχρονες συζητήσεις για τον φιλελευθερισμό, ασκεί μια ορισμένη επιρροή η θέση ότι δεν έχει νόημα η νοσταλγική αναφορά σε έναν «καλό» κλασικό φιλελευθερισμό ο οποίος ήταν, υποτίθεται, περισσότερο ηθικός και πολιτικός παρά οικονομικός. Ο J. Cl. Michéa και πολλοί άλλοι ισχυρίζονται ότι η ουσία κάθε φιλελευθερισμού, παλιού και νέου, πολιτικού και οικονομικού, είναι μια αρνητική ανθρωπολογία ριζωμένη στην ιδέα του ατόμου ως ορθολογικού υπολογιστή-εγωιστή. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, είναι αδύνατη μια φιλελεύθερη θεώρηση της καλής κοινωνίας, μια θετική προσέγγιση στις δημόσιες αρετές μιας κοινωνίας της αξιοπρέπειας. Ο φιλελευθερισμός είναι, λέει ο Μισεά, η αυτοκρατορία του μικρότερου κακού, μια πολιτική που βασίζεται στην απουσία εμπιστοσύνης στην πολιτική, μια αντίληψη οργάνωσης της «εμπορικής κοινωνίας» με τη βοήθεια του δικαίου και της οικονομίας. Η ανάγνωση αυτή επιμένει στη σχέση κάθε φιλελευθερισμού με μια σκεπτικιστική και απαισιόδοξη ανθρωπολογία. Άλλες αναγνώσεις του φιλελευθερισμού, αν και συμμερίζονται πολλά από όσα ισχυρίζεται ο Michéa, διαχωρίζουν επιμέρους στιγμές και αποκαθιστούν μια πιο σύνθετη εικόνα. Για παράδειγμα, ο ψυχαναλυτής και κριτικός θεωρητικός Dany-Robert Dufour κάνει τη διάκριση ανάμεσα στις φιλοσοφίες του ορθολογικού εγωισμού [στις οποίες εντάσσει περιπτώσεις τόσο διαφορετικές όσο τον Mandeville, τον Adam Smith και τον Μαρκήσιο de Sade] και στον υπερβατολογισμό του Καντ, στον οποίο αναγνωρίζει μια φιλοσοφία της ηθικής αυτονομίας του προσώπου. Κατά τον Dufour είναι προφανές πως η δική μας εποχή, η εποχή της κατασκευής του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου, συνεχίζει και παροξύνει τη μια διάσταση της κλασικής φιλελεύθερης ανθρωπολογίας: την έμφαση στον νατουραλισμό των συμφερόντων και στην εγωιστική επιδίωξη για απεριόριστη απόλαυση, την ταύτιση της ελευθερίας με την απουσία συμβολικών περιορισμών στο ‘εγώ θέλω’, την μετάφραση των ηθικών κατηγοριών σε οικονομικές κατηγορίες κλπ. Στο τέλος, θα ισχυριστεί αυτή η ανάλυση, ο φιλελευθερισμός μετατρέπεται σε ένα είδος διαφημιστικής ιδεολογίας συντονισμένης με τον νηπιακό ναρκισσισμό των μεταμοντέρνων καταναλωτών και τον ενισχυμένο νομικό και ποινικό κομφορμισμό των κρατών.

Από πολλές απόψεις η ευρύτερη ανθρωπολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση στις παθολογίες του «φιλελεύθερου ατόμου» είναι γόνιμη και βοηθά στην κριτική κατανόηση των περιπετειών του φιλελευθερισμού. Σπεύδει, ωστόσο, συχνά σε συμπεράσματα που δεν απαντούν στις απορίες για το σήμερα. Για παράδειγμα, η άποψη ότι δεν έχει νόημα η διάκριση ανάμεσα στις διαφορετικές εκδοχές του φιλελευθερισμού παρουσιάζει το μεγάλο μειονέκτημα να υποτιμά το τεράστιο ρήγμα που χωρίζει τη σημερινή «φιλελεύθερη» γλώσσα από τα ενδιαφέροντα και τις αξίες των κλασικών φιλελευθερισμών. Μια τέτοια ισοπεδωτική προσέγγιση εγκλωβίζει ουσιαστικά όλες τις στιγμές της ιστορίας του φιλελευθερισμού σε ένα πρωταρχικό θεμέλιο, στη χομπσιανή αντίληψη του ανθρώπου ως όντος του φόβου για τον άλλον και της αποφυγής του θανάτου. Με αυτή την έννοια, όλες οι επινοήσεις της φιλελεύθερης παράδοσης ανάγονται στη ζοφερή ανθρωπολογία του «φυσικού εγωιστή», της υπολογιστικής Μονάδας, μιας ακοινωνικής και μονοσήμαντα εργαλειακής ύπαρξης. Ο φιλελευθερισμός απογυμνώνεται ως η ηθική του ιδιοτελούς συμφέροντος και της ορμικής ασυδοσίας, ως η ηθική της εμπορευματικής ανταλλαγής.

Μια άλλου τύπου αδυναμία διακρίνω και σε εκείνες τις κριτικές στον κλασικό φιλελευθερισμό που επιδιώκουν να είναι η σύγχρονη κομμουνιστική απάντηση στην αποθέωση των κλασικών φιλελεύθερων στοχαστών ως περιστερών σε σχέση με τους κακούς «προδρόμους του ολοκληρωτισμού». Σε αυτές τις κριτικές, τύπου Losurdo, ο «καλός» φιλελευθερισμός αποδεικνύεται ότι δεν ήταν στην πραγματικότητα και τόσο αγαθός διότι συνοδευόταν από την αποδοχή της δουλείας, διαφόρων μορφών καταπίεσης, πράξεις γενοκτονίας, συναλλαγές με τον δεσποτισμό και τον ρατσισμό κλπ. Στην περίπτωση αυτή αναζητείται κυρίως η προσωπική εμπλοκή επιφανών φιλελεύθερων στοχαστών σε διάφορες σκοτεινές ιστορίες ή η υιοθέτηση θέσεων που προκαλούν σήμερα ρίγος αγανάκτησης.

***

Υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας στην απομυθευτική στάση έναντι του «παλιού καλού» φιλελευθερισμού. Όχι όμως επειδή οι επιφανείς φιλελεύθεροι φιλόσοφοι και λόγιοι δεν ήταν δημοκράτες (φυσικά και δεν ήταν) ή γιατί υπηρέτησαν ενίοτε πρακτικές και αξίες αντίθετες από τις διακηρύξεις τους. Ούτε διότι, πράγματι, η ανθρωπολογία του «εγωιστικού ατόμου» δεσμεύει την πολιτική οικονομία και την επιστήμη του δικαίου ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού. Ούτε ακόμα επειδή η νοσταλγία για τον παλιό καλό φιλελευθερισμό φανερώνει κυρίως την αμηχανία μας μπροστά στα νέα καθεστώτα οικονομικής βίας τα οποία εγκαθιδρύονται με συστηματική δολιοφθορά στα φιλελεύθερα συντάγματα.

Η αλήθεια της κριτικής στη θέση για τους δυο φιλελευθερισμούς, τον «καλό» και τον «κακό», τον προοδευτικό και τον συντηρητικό, βρίσκεται περισσότερο στην εξής πικρή διαπίστωση: δεν μπορούμε ως αριστεροί να είμαστε απλώς οι φιλελεύθεροι με την καλή έννοια [μια κοινωνική ή ηθικοπολιτική έννοια]. Σήμερα μπορούμε να είμαστε φιλελεύθεροι μόνο ως αντιφιλελεύθεροι – και αυτό είναι ίσως το σκάνδαλο και το παράδοξο. Η στάση την οποία υπονοώ εδώ είναι μια στάση συμπάθειας και εξοικείωσης με ορισμένα από τα νεύματα του φιλελευθερισμού. Θα έλεγα μια στάση ανάλογη με αυτή που ο Heidegger ορίζει ως ιδιοποίηση μιας παράδοσης διά της συστροφής της, ιδιοποίηση και συγχρόνως απομάκρυνση από αυτή. Ο Χάιντεγκερ χρησιμοποιεί την έκφραση Verwindung der Metaphysik για να αποστασιοποιηθεί από τον όρο Überwindung, όρο ο οποίος δηλώνει μια υπέρβαση, ένα ξεπέρασμα της Μεταφυσικής. Η υπέρβαση σημαίνει ότι αφήνουμε το σημείο a για να φτάσουμε σε έναν άλλον τόπο, στο σημείο x το οποίο τοποθετείται κάπου μακριά ή εκτός του a. Αντίθετα, η «συστροφή-στρέψη» είναι μια απομάκρυνση η οποία δοκιμάζεται συγχρόνως ως παραμονή, διάθεση για επιμέλεια και φροντίδα για μη εγκατάλειψη. Με άλλους όρους: απόσταση και εγγύτητα συγχρόνως. Παραμένουμε κοντά σε ορισμένα νεύματα του φιλελευθερισμού, σε κάποιες από τις πηγές της σκέψης και τα ερεθίσματα της εμπειρίας του. Αλλά παραμένουμε εκεί δοκιμάζοντας ένα άλμα έξω από τη θαλπωρή και τα ανώδυνα ψεύδη της φιλελεύθερης ιδεολογίας ως μυθολογίας. Διαβάζουμε δηλαδή τους φιλελεύθερους και εκτιμούμε στιγμές της σκέψης τους χωρίς να λησμονούμε το κυριότερο: ότι αυτό το «πράγμα» το οποίο μας απευθύνεται σήμερα ως φιλελευθερισμός, ως γραμματική της ορθολογικής διακυβέρνησης, ως πολιτικοοικονομικός κοινός τόπος, αυτό το «πράγμα» είναι μια κατασκευή η οποία μας βρίσκει ριζικά αντίθετους, που θέλουμε και έχουμε λόγους να την αλλάξουμε.

***

Ας μιλήσουμε όμως για αυτό το «πράγμα» που εμφανίζεται τώρα και μας εγκαλεί ως φιλελευθερισμός. Δεν μιλώ για τις αγγελικές αρχές οι οποίες ξεπηδούν από τα γραπτά των πολιτικών φιλοσόφων αλλά για το σκληρό σχήμα και την διάταξη λόγου η οποία προβάλλει στις οδηγίες περί ορθής διακυβέρνησης, στις διάφορες «δέσμες ιδεών» με τις οποίες οι ελίτ ορίζουν πλέον με αναίσχυντες λεπτομέρειες το πεδίο της ιδιότητας του πολίτη, του εργαζόμενου, του εκπαιδευόμενου, του χρήστη υπηρεσιών, του καταναλωτή.

Ας σκεφτούμε για αυτή τη νέο-γλώσσα και τις σημασίες τις οποίες υποβάλλει στο δημόσιο χώρο. Από ποιες σημασίες συντίθεται αυτή η γλώσσα; Ποια ιστορικά και ιδεολογικά φορτία την κατοικούν; Φέρεται, εκ νέου, ως μια γλώσσα εντολής και παραγγέλματος. Έστω μια γλώσσα της υπόδειξης και της κατ’ επίφαση τεχνικής αλλά στην ουσία πολιτικής υπαγόρευσης των θεμιτών στάσεων [με την έννοια της ρύθμισης των comportements, του τρόπου διαγωγής· των υποκειμένων]. Σε αυτή τη γλώσσα ηγεμονεύουν κυρίως στοιχεία από το ιδίωμα του ωφελιμισμού του Jeremy Bentham και του «εξελικτισμού» ενός Herbert Spencer. Ενσωματώνονται επίσης πολλά στοιχεία από τη ρητορική του αμερικανικού λειτουργισμού της μεταπολεμικής περιόδου λχ. ο μάλλον κωμικός φετιχισμός των surveys και της ποσοτικοποίησης. Αλλά στο κατασκεύασμα εμφανίζονται και κάποιες από τις (χειρότερες) παραδόσεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς, του κοινωνιοκεντρισμού και του οργανικού αντιατομικισμού: λ.χ. ο σαινσιμονικής προέλευσης «κοινωνικός» τεχνοκρατισμός, η σοσιαλδημοκρατική και σταλινική θεοποίηση παραγωγικών δυνάμεων και πενταετών πλάνων, η αμφισβήτηση όλων όσων δεν επιδέχονται «πιστής μέτρησης».

Βλέπουμε πλέον το αποτέλεσμα αυτής της τερατογένεσης. Το αποτέλεσμα είναι ένας συνδυασμός επιστημονισμού και οικονομισμού στην υπηρεσία ενός αυστηρού κανονιστικού υποδείγματος. Στο επίκεντρο αυτού του υποδείγματος δεν βρίσκεται ούτε η ατομική αυτονομία ούτε η προστασία από την κρατική αυθαιρεσία, ούτε η εκτίμηση σε μια άξια σεβασμού ιδιωτική σφαίρα, σε μια σφαίρα ατομικής ανεξαρτησίας όπως έλεγε ο Benjamin Constant. Όλα εκκινούν από τη νόρμα της ανταγωνιστικότητας και των υπολογισμών κόστους- οφέλους. Και όλα καταλήγουν στο εγχείρημα για ενοποίηση όλων των περιοχών του κοινωνικού βίου, όλων των υποσυστημάτων, υπό την ίδια θεμελιώδη κλίμακα στόχων και κανόνων. Θα έλεγε κανείς ότι μας προτείνεται μια νέου τύπου Total Mobilmachnung, μια ολική κινητοποίηση πίσω από μια μεταφυσική της προσπάθειας, του να «δουλέψουμε περισσότερο». Το παλιότερο σύνθημα του Νικολά Σαρκοζύ [«να δουλέψουμε περισσότερο για να κερδίσουμε περισσότερα»] κατά ειρωνικό τρόπο έγινε η προμετωπίδα της Ευρώπης της μαζικής ανεργίας και της υποτιμημένης εργασίας. Με τη διαφορά ότι τροποποιήθηκε ως εξής: να δουλέψουμε περισσότερο για να κερδίσουμε λιγότερα.

Είναι προφανές πως αυτό το πράγμα δεν έχει πια ανάγκη καμιά θεωρία της δημοκρατίας, καμιά πολιτική σκέψη. Απαιτεί «σπουδές διακυβέρνησης» ή μερικά σεμινάρια στο νέο δημόσιο μάνατζμεντ [NPM]. Και το κυριότερο: στην τρέχουσα νέο-γλώσσα αποκαθίστανται πλέον όλες εκείνες οι ιερές λέξεις του ολιγαρχικού και τιμοκρατικού «φιλελευθερισμού» που κυριαρχούσαν στις ευρωπαϊκές ελίτ πριν το…1848! Οι ικανότεροι, οι άξιοι, οι άχρηστοι, οι αριστείες, οι παραγωγικοί και οι αντιπαραγωγικοί (αυτό είναι γνήσιος Saint Simon), οι “προσωπικότητες”, οι επιτροπές σοφών, τα διευθυντήρια κλπ.

Δεν πρόκειται μόνο για επαναφορά σε έναν φιλελευθερισμό της «τάξης», σε έναν φιλελευθερισμό των προυχόντων και των αξιωματούχων ο οποίος μάλιστα φαίνεται πια ότι απεχθάνεται τις εποχές της κριτικής και της άρνησης, ακριβώς όπως έκαναν οι συντηρητικοί θετικιστές την εποχή της Παλινόρθωσης για να δηλώσουν την αποξένωσή τους από τον κριτικό Διαφωτισμό. Κινούμαστε ταχύτατα σε ένα διαφορετικό πεδίο όπου το κατασκεύασμα το οποίο μας απευθύνεται ως (νεο)φιλελεύθερο zeitgeist βάζει σε δεινή δοκιμασία τόσο την ιδέα της Ελευθερίας όσο και την ιδέα της Ισότητας.
Εγκαλούμαστε έτσι στην τάξη ή αλλιώς σε ανάνηψη για το λάθος μας να μην υποληπτόμαστε αυτόν τον κοινό νου. Για την απροθυμία που δείχνουμε να αναγνωρίσουμε τις αξιώσεις αυτού του «πράγματος» να είναι ο Λόγος του Κόσμου και το σύγχρονο Παγκόσμιο Πνεύμα.

Για να απαντήσουμε σε αυτή την πρόκληση δεν αρκεί να ασκούμε καθημερινά την κλασική κριτική στην φιλελεύθερη υποκρισία ή στις ασυνέπειες και στις αντιφάσεις του φιλελευθερισμού. Η κλασική κριτική στρέφεται κυρίως στην εικόνα του φιλελευθερισμού ως κουλτούρας των εύπορων τάξεων, ως ταξικού ιδιώματος το οποίο αποκρύβεται πίσω από τον αφηρημένο ανθρωπισμό του δικαίου και της πολιτικής. Δεν πιστεύω ότι έχει χάσει την αξιοπιστία και την χρησιμότητά της ως κριτική. Θεωρώ ωστόσο ότι φανερώνει περισσότερο μια στάση άμυνας ή μια στάση η οποία δεν βλέπει την πλήρη αδιαφορία των σημερινών καθεστώτων για πολλές από τις πολιτικές και πολιτισμικές κληρονομιές του φιλελευθερισμού.

Η αριστερή στάση μπορεί να είναι μόνο το ζωντανό ενδιαφέρον για όλες τις παραδόσεις της διανοητικής, πολιτικής και κοινωνικής χειραφέτησης. Μια πολιτισμική μέριμνα και ένα στοιχείο της ψυχικής καλλιέργειας του αριστερού. Και αυτή η στάση μπορεί να είναι αντιφιλελεύθερη επειδή ακριβώς αναγνωρίζει ότι ο σημερινός «φιλελεύθερος» κώδικας (η οικονομική διακυβέρνηση του κόσμου μέσα από την γενίκευση του πνεύματος του ανταγωνισμού) αποστρέφεται τις καλύτερες επινοήσεις της μοντέρνας φαντασίας όπως τη διάκριση δημόσιου- ιδιωτικού, την προτεραιότητα της ελευθερίας έναντι της «χρησιμότητας», την κριτική που ασκήθηκε ήδη από το 1800 σε αντιλήψεις κοινωνικής μηχανικής και σχήματα δεσποτικού ορθολογισμού. Η αριστερή κριτική στον φιλελευθερισμό γίνεται εν τέλει πιο αξιόπιστη ως συνομιλία με όλες εκείνες τις γλώσσες που απωθούνται, λησμονούνται ή καταστρέφονται στις σημερινές «φιλελεύθερες» δικτατορίες.

Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2011

Βιβλιογραφία

Pierre Dardot και Christian Laval, «Η κατασκευή ενός νεοφιλελεύθερου ατόμου», Ενθέματα, Κυριακάτικη Αυγή, 20- 02- 2011 [εδώ]

Νικόλας Σεβαστάκης, «Ο νεοφιλελεύθερος Λόγος του Κόσμου», στο ίδιο αφιέρωμα [εδώ]

Wendy Brown, Les habits neufs de la politique mondiale. Néoconservartisme et néoliberalisme, Παρίσι, Les prairies ordinaries, 2007

Jean Pierre Le Goff, La démoctatie post-totalitaire, Παρίσι, La Découverte, 2002

Gianni Vattimo, Introduction à Heidegger, Cerf, 1985.

Jean-Claude Michéa, Η αυτοκρατορία του μικρότερου κακού. Δοκίμιο για τον φιλελεύθερο πολιτισμό, Αθήνα, Πόλις, μετάφραση: Άγγελος Ελεφάντης, 2008.

Dany-Robert Dufour, Le Divin Marché. La révolution culturelle libérale, Παρίσι, Denöel, 2007



Σχολιασμός στην αρχική ανάρτηση

Σχόλιο από :Γ.Παγιασλής


Με χαρά βλέπουμε επιτέλους μια προσπάθεια διαπραγμάτευσης του φιλελευθερισμού μέσα από σφαιρική κριτική η οποία είναι έτοιμη να δει τα πολλαπλά επίπεδα και τις πολλαπλές όψεις. Ξεφεύγουμε επιτέλους από την διαπραγμάτευση ενός υποτιθέμενου συμπαγούς φιλελευθερισμού.

Συγκρατώ την νομιμοποίηση του όρου και του περιεχομένου του «αριστερού φιλελευθερισμού» ,και την έννοια της ιδιοποίησης στην συγκρότηση του δικού σας όρου του αντιφιλελευθερισμού ο οποίος , ας μου επιτραπεί , λόγω της sui generis κατασκευής να τον δω ως «αντιφιλελευθερισμό»

Πράγματι το κείμενο βάζει το πλαίσιο της συζήτησης στην ορθή βάση. Τούτου δοθέντος όμως ας μου επιτραπούν μια σειρά από αντιρρητικά ή συμπληρωματικά σχόλια, τα οποία ελπίζω να κατανοηθούν στην παραγωγική τους διάσταση.

1.-Το θέμα στην Ελληνική ιδεοκίνηση δεν είναι τόσο απλό, καθώς ο τυπικά φιλελεύθερος χώρος δεν έχει καμία παιδεία φιλελευθερισμού, αγνοεί τα τεκταινόμενα και τα ιστορικά του «χώρου». Αυτό δημιουργεί το παράδοξο η αριστερά ξιφουλκεί εναντίον κάποιου ο οποίος δεν θέλει να υπερασπιστεί αυτό για το οποίο εγκαλείται. Αυτό σημαίνει πως το φαινόμενο του φιλελεύθερου γαλαξία ιδεών στη δική μας περίπτωση δημιουργεί ένα ενδιαφέρον κενό. Το κενό του φιλελευθερισμού εν συνόλω. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ αλλά αυτό εγείρει πολλά ζητήματα απτής πολιτικής.

2.-Η καχεξία του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα, ορίζει και μια συγκεκριμένη πρόσληψη της φιλελεύθερης γενεαλογίας με ένα τρόπο που δεν βρίσκει κανένα ενδιαφέρον στους πιο σύγχρονους φιλελεύθερους Hayek, Nozick, Ayn Rand . Tο έργο τους ταυτοποείται και περιορίζεται με τις πολιτικές τους επιλογές, κατά τρόπο που δεν έχει γίνει τους Heidegger, Karl Schmit .Παραβλέπεται πως ο «αντισοσιαλισμός» τους είναι αντίθεση προς την σοβιετική εκδοχή.

Ωστόσο εντός του έργου αυτού υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις, αλλά και ιδέες που αφορούν την αριστερά. Ο Ζιζεκ εκθειάζει συνεχώς τη συνέπεια της Ayn Rand η οποία , στον αντίποδα με τον Χαγιεκ, προκρίνει ένα καθολικό φιλελευθερισμό που διαβρώνει τις παραδοσιακές αξίες της οικογένειας .Όμως και στον Νοζικ υπάρχουν απόλυτη συνηγορία για τις εναλλακτικές μορφές οικονομίας, την ύπαρξη των οποίων θεωρεί ως απαραίτητο συστατικό μιας φιλελεύθερης κοινωνίας. Τέλος στον Χαγιεκ μπορούμε να βρούμε ισχυρότατες συνηγορίες της υπέρ της κοινωνίας πολιτών, αλλά και την υποστήριξη των αξιών ως αυτόνομου χώρου της κοινωνικής οργάνωσης, στον αντίποδα του οικομικο τεχνικού συμπλέγματος που επικρατεί σήμερα

3.-Στην συλλογιστική σας κάνετε μια άμεση σύνδεση ανάμεσα στις φιλελεύθερες ιδέες και τον υπαρκτό «φιλελευθερισμό». Επιτρέψτε μου να διατηρώ μερικές αντιρρήσεις.
Ο υπαρκτός φιλελευθερισμός έχει προφανώς σχέση με τις φιλελεύθερες ιδέες , όμως όπως έχει σχέση και ο Μαρξ με τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Δηλαδή η κρυστάλλωση του κυρίαρχου πλάσματος της εξουσίας αντλεί δυνάμεις από το ιδεολογικό οπλοστάσιο, αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που συνδιοργανώνουν το τελικό αποτέλεσμα.
Σωστά επισημαίνετε ότι η σημερινή γλώσσα της εξουσίας πηγάζει και από πηγές αριστερού προσήμου, αλλά η σημερινή «αποπνευμάτωση» του κόσμου είναι αποτέλεσμα πολύ ευρύτερο από το να αποδοθεί στον φιλελευθερισμό. Αν παρακολουθήσουμε τον Χάγιεκ τότε ο σημερινός κόσμος είναι τελικά αντιφιλελεύθερος γιατί ακριβώς εδράζεται μονόπατα στην οικονομία ,και απουσιάζουν τα ηθικά και αξιακά ερείσματα, για τα οποία ο συντηρητικός Χάγιεκ θεωρεί απαραίτητο συστατικό της πολιτειολογίας του.
Ο σημερινός κόσμο, τον οποίο θαυμάσια αναλύετε στα βιβλία σας, πάσχει από «αποπνευμάτωση» δηλαδή μια υπερτροφία του οικονομίας και της τεχνικής, τις οποίες σωστά ανιχνεύετε σε μια Χαιντεγκεριανή «τεχνική» και η οποία είναι εμπεριέχει και σμήνη ιδεών του φιλελευθερισμού, αλλά δεν είναι μονοσήμαντο αναπόδραστο αποτέλεσμα του συμπαγούς φιλελευθερισμού.

Επανέρχομαι στην ορολογία σας του «αντιφιλευθερισμού». Συμφωνώ και υπερθεματίζω για την τεκμηρίωση του (ιδιοποίηση και απόσταση) ,ας μου επιστραφεί να συνεισφέρω τον όρο «υπερφιλελευθερισμό» που εισάγει ο Romberto Unger, και εκφράζει ακριβώς την έννοια της υπέρβασης του

Τέλος θα ήθελα να σημειώσω πως το κομμάτι της ιδιοποίησης εξ’ αριστερών ,του εγχειρήματος του «αντιφιλευθερισμού» ( ας μου επιτραπεί η προτίμηση στον όρο αριστεροφιλελεύθερη σύνθεση) σας πρέπει να συνεχιστεί . Ήδη στην διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει ένα σημαντικό υλικό πραγματικά άγνωστο.

Ειδικά δε στην Ελλάδα η παραλυτική σχεδόν ισχνή, λυμφατική σχέση των Ελιτ με ένα συνεπή ιδεολογικό φιλελευθερισμό, δημιουργεί μια μοναδική συγκυρία, η οποία φοβάμαι δεν έχει κατανοηθεί πλήρως τόσο ως ευκαιρία όσο και ως κίνδυνος. Το ότι η δεξιά και οι κυρίαρχες Ελιτ στην Ελλάδα παριστάνει τον φιλελευθερισμό , δεν αρκεί για να το χάψουμε.

Με εκτίμηση.

Σχόλιο από : Ν. Σεβαστάκης :

Ευχαριστώ για τις σκέψεις σας και τον τρόπο του σχολιασμού που φανερώνει μια διάθεση ουσιαστικής συνομιλίας. Παρακολουθώ το LLS και εκτιμώ την πνευματική ανησυχία και την προσπάθεια να αναζητηθούν γέφυρες σε δύσκολα σημεία. Στο κείμενο επισημαίνω κυρίως δυο ζητήματα: το πρώτο αφορά το πως προσεγγίζουμε τον φιλελευθερισμό. Η θέση μου είναι μια διπλή αποστασιοποίηση, τόσο απο την αναγωγή του στον εμπειρικό υπαρκτό τρόπο διακυβέρνησης στη Δύση όσο και απο την απογειωμένη και ακαδημαϊκή του σύλληψη ως ενός συνόλου κανονιστικών αρχών γύρω από την ελευθερία, την ισότητα, τα δικαιώματα κλπ.


Το δεύτερο σημείο αφορά την πολλαπλότητα των φιλελεύθερων αναφορών μέσα στην ιστορία και ειδικά το ποια είναι η ταυτότητα του κυρίαρχου καθεστώτος ιδεών- αξιών το οποίο παρουσιάζεται σήμερα ως ’φιλελεύθερο’ ή ’μοναδική ορθή σκέψη’. Σχηματικά, προτεινω να διαβασουμε αυτή την ταυτότητα ως μια αναβίωση των πιο συντηρητικών πλευρών του ’φιλελευθερισμού των ελίτ’, του φιλελευθερισμού ως μιας τεχνολογίας για τη διακυβέρνηση του κοινωνικου σώματος. Θέλετε να τον πείτε φιλελευθερισμό της δεξιάς, κανένα΄πρόβλημα. Όταν ο Francois Guizot μιλούσε για την πολιτική ως ’’υγιεινή του κοινωνικού σώματος’’ προανανήγγειλε ήδη αυτό τον φιλελευθερισμό της αντι-δημοκρατίας με όλα του τα γνωρίσματα, την σαφέστατη ολιγαρχική προδιάθεση, την περιφρόνηση προς το κοινωνικό ζήτημα, την τεχνικο-διοικητική γλώσσα εις βάρος της κριτικής γλώσσας κλπ

Τα ζητήματα, ιστορικά και ιδεολογικά, είναι τεράστια και εγώ απλώς προσπάθησα να υποβάλλω μια σκέψη όχι να απαντήσω σε απορίες που με υπερβαίνουν...

Σας χαιρετώ

Με εκτίμηση

Νικόλας Σεβαστάκης

Σχόλιο από: Γ.Παγιασλής :


Όντως τα ζητηματα αυτά είναι αρκετά περίπλοκα.

Ωστόσο επιτρέψτε μου να δω στο κείμενο σας , την πρώτη επαρκή τοποθέτηση και ταξινόμιση της σχετικής συζήτησης, για όσο καιρό τουλάχιστον εγώ παρακολουθώ την σχετική ιδεοκίνηση

Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Χωρίς αυτό το πλαίσιο η σχετική συζήτηση θα ήταν χαοτική ή τουλάχιστον καθόλου παραγωγική.

Καλή συνέχεια!


Wednesday, May 4, 2011

N.Σεβαστάκης: Γιατί δεν συγκινούν οι δημοκρατικές επαναστάσεις;



Δημοσιεύω το άρθρο του Ν.Σεβαστάκη γιατί είναι από αυτά που εγείρουν ερωτήματα περισσότερα από όσα προσπαθούν να λύσουν. Ο αρχικός προβληματισμός είναι για την μειωμένη συγκίνηση που προκάλεσαν οι αραβικές εξεγέρσεις, ωστόσο οι απαντήσεις μέσω της πολύ εκλεπτισμένης γλώσσας δημιουργούν εύλογα ερωτήματα:Ποιές άραγε είναι οι υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις που υιοθετούν αυτόν τον "μαρξισμό" , και την "κομμουνιστική υπόθεση" που τόσο εναργώς αναλύονται;Ορθά ο Ν.Σεβαστάκης είναι ρητός και ακριβής όταν κρίνει πλευρές ενός Σημιτικού εκσυγχρονισμού όταν αυτός μεταμορφώνεται σε "αριστερή" απολογία του μνημονίου, αλλά δεν θα ήταν εξ΄ίσου ορθό , τουλάχιστον υπαινυκτικά να σημειωθούν αυτές οι πλευρές που υπερτιμούν την οικονομική διάσταση έναντι της πολιτικής; Μήπως αν αναδειχθούν ρητά αυτές οι δυνάμεις , τότε θα αποκαλυφθει πως η αριστερά δεν ταξινομείται σε μεταρρυθμιστική και ριζοσπαστική ή σε άνευρη μη αριστερή "αριστεροφωνία" και διακριτή μαχητική αριστερά , αλλά ουσιαστικά το σχίσμα του 68 διατηρείται ανάμεσα σε μια ουμανιστική πολιτιστική αριστερά των αξιών και μια οικονομιστική αριστερά των στερεοτύπων; Μήπως το συγκροτημένο εγχείρημα του ΝΣ για μια αριστερά των αξιών απέναντι στην "αποπνευμάτωση" του κόσμου έχει περισσότερους φυσικούς συμμάχους εκεί όπου εκάστοτε , κάπως τεχνητά , επιτίθεται;
  
Via : Rednotebook

Γιατί δεν συγκινούν οι δημοκρατικές επαναστάσεις;

Γιατί ένας κόσμος που διαθέτει ριζοσπαστικές αναφορές, ένας κόσμος ο οποίος κρατά ακόμα την ιδέα της κοινωνικής χειραφέτησης και της εξόδου των μαζών από το ημίφως, γιατί μοιάζει κάπως αδιάφορος για τα δημοκρατικά κινήματα των αραβικών λαών;

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Μήνες τώρα οι αραβικές επαναστάσεις κρατούν σταθερό πόστο στη δημοσιότητα. Αρχίσαμε πια να το συνηθίζουμε το θέμα, σαν να πρόκειται για κάποια έκτακτη επικαιρότητα που ανεπαισθήτως μεταβλήθηκε σε τακτική. Τελευταίο από τα επείγοντα: η Συρία του Μπασάρ Αλ Άσαντ και της «αγίας οικογένειας». Η κτηνώδης καταστολή, οι δολοφονίες στη μέση του δρόμου, οι τρεμάμενες λήψεις από το κινητό συνδυασμένες με την πτώση των κορμιών στην άσφαλτο, το κροτάλισμα των πολυβόλων από τις ταράτσες των κτιρίων.

Εικόνες πραγματικής δικτατορίας. Όχι ενός, όπως λέγεται, «αυταρχικού» καθεστώτος αλλά ωμής δικτατορίας. Θα έπρεπε να είναι πρώτος τίτλος. Κυριολεκτικά και συμβολικά. Αλλά δεν είναι.

Δεν έχω σκοπό να επαναλάβω εδώ απορίες που διατύπωσα ήδη με τη λιβυκή εξέγερση και τις περιπλοκές που δημιουργήθηκαν με τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και τη σχετική συζήτηση περί ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Για παράδειγμα μπορώ να καταλάβω –όχι φυσικά να συμμεριστώ– την επιφύλαξη και τη ψυχρότητα όσων κρίνουν και πολιτεύονται με όρους στυγνής real politik για τη μια ή την άλλη περιοχή του κόσμου. Η ανομολόγητη, τις περισσότερες φορές, πεποίθησή τους είναι ότι μια «λειτουργική» δικτατορία παρέχει ένα κάποιο ανάχωμα στις εθνοτικές και θρησκευτικές διαιρέσεις, στις δυνάμεις του φυλετικού χάους. Όταν τα πράγματα «πάνε καλά» –δηλαδή εκεί όπου, γι’ αυτούς, δεν υπάρχει αναβρασμός, εξεγέρσεις, ανακατωσούρα κλπ.– οι ίδιοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι η «πολιτική σταθερότητα» διευκολύνει την «οικονομική ανάπτυξη», τις νέες επενδυτικές ευκαιρίες, τις στρατηγικές συμμαχίες και τους αμοιβαία επωφελείς συνεταιρισμούς. Αυτή είναι βεβαίως η φιλοσοφία μιας Δύσης αλά Πούτιν ή αλά Xoυ Τζιντάο. Μιας Δύσης που το έσχατο όραμά της έχει πια γίνει ένας «ανώτερος κινεζισμός», όπως έγραφε ενάμιση αιώνα πριν ο διορατικός Νίτσε.

Γιατί όμως και ένας κόσμος που διαθέτει ριζοσπαστικές αναφορές, ένας κόσμος ο οποίος κρατά ακόμα την ιδέα της κοινωνικής χειραφέτησης και της εξόδου των μαζών από το ημίφως, γιατί μοιάζει κάπως αδιάφορος για τα δημοκρατικά κινήματα των αραβικών λαών;

Ίσως η λέξη αδιαφορία να είναι άδικη. Και υπερβολική. Ας πούμε καλύτερα ότι η διεθνιστική χορδή δεν δονείται όσο θα απαιτούσε η σοβαρότητα του γεγονότος.

Νομίζω ότι κάπου εδώ υπάρχει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Και το πρόβλημα αυτό μπορεί να λέγεται… μαρξισμός. Εξηγούμαι: όταν μιλώ για «μαρξισμό» εννοώ την γοητευτικά παραπλανητική ιδέα μιας περιεκτικής εξήγησης των πάντων, ή σχεδόν των πάντων, με βάση ένα «υλιστικό/οικονομικό» λεξιλόγιο. Αυτή η ιδέα έχει επιστρέψει σε ορισμένους χώρους. Και είναι ευεξήγητο το ότι η κρίση και η πολιτική διαχείρισή της από τις κυρίαρχες δυνάμεις επαναφέρει το ενδιαφέρον για μια συνολική θεωρητική εποπτεία των μεγάλων μετασχηματισμών στο κράτος, στις κοινωνικές σχέσεις, στην εργασία, στους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς. Η συγκυρία ευνοεί, και αυτό είναι καλό, την εκ νέου ανακάλυψη του γεγονότος ότι ο καπιταλισμός υπάρχει και γίνεται όλο και πιο επικίνδυνος, ότι το κοινωνικό ζήτημα έχει αποκτήσει και πάλι την ορατότητα που του πρέπει — και προφανώς δεν «λύθηκε» από τις τεχνολογικές επαναστάσεις, την άνοδο των μεσαίων τάξεων ή τον «θάνατο του κοινωνικού», όπως υποστήριζαν πολλοί τις τελευταίες δεκαετίες.

Υπάρχει όμως και μια προβληματική πλευρά σε αυτόν τον «γενικό» –κατά το γενική ιατρική—μαρξισμό, ο οποίος μετατρέπεται συχνά σε ένα είδος αφόρητου ακαδημαϊκού νεοσχολαστικισμού. Το κακό είναι ότι μεταφέρει ακόμα και σήμερα τη γνωστή και ακριβά πληρωμένη υποτίμηση της σημασίας των πολιτικών επαναστάσεων στον βωμό μιας ορισμένης ιδέας περί της πραγματικής, της μοναδικά αυθεντικής επανάστασης. Αυτή η υποτίμηση εμφανίζεται σε έναν βαθμό ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται οι τρέχουσες αναδιαρθρώσεις στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Οι νέες κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές θεωρούνται κατά κύριο λόγο ως επιθέσεις στον πολιτισμό της ισότητας και των κοινωνικών δικαιωμάτων, και μόνο δευτερευόντως ως προκλήσεις κατά του πολιτισμού των ελευθεριών και της ίδιας της δημοκρατικής εμπειρίας. Μια φιλόσοφος που δεν έχει καμιά σχέση με τη ριζοσπαστική Αριστερά,[1] το επισημαίνει στο τελευταίο της βιβλίο: η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση και οι νόρμες τις οποίες επιδιώκει να εμπεδώσει σε όλα τα επίπεδα συνιστά μια διαστροφή της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Είναι μια διακυβέρνηση αντιδημοκρατική και κατά βάση αντι-φιλελεύθερη, καθώς επιδιώκει να «κατασκευάσει» την ενότητα κράτους, κοινωνίας και αγοράς στη βάση μιας καθορισμένης νόρμας και των μεταρρυθμίσεων οι οποίες την υπηρετούν: της ανταγωνιστικότητας και της μετρήσιμης «οικονομικής» αποτελεσματικότητας.

Επανέρχομαι όμως στο ζήτημα των δημοκρατικών κινημάτων. Αυτά λοιπόν τα απροσδιόριστα και ανοργάνωτα κινήματα, αυτές οι μεγαλειώδεις «συμμορίες» (κατά τους Καντάφι, Άσαντ και σία) επιβεβαιώνουν τα μεγάλα αποθέματα που διατηρεί ακόμα η ιδέα της δημοκρατίας. Διαψεύδουν τη ρηχή «δημοκρατική ρητορική» των ελίτ αλλά και την οξεία πολιτική απομάγευση που περνούν οι Ευρωπαίοι, η ίδια η οποία τους οδηγεί να ψηφίζουν τους… Αληθινούς Φιλανδούς και να επιδοκιμάζουν μια Μαρίν Λεπέν.

Για την ελληνική Αριστερά, η υπόθεση που κάνω είναι ότι η τσιγκούνικη, ψυχρή και κάποτε ασυγχώρητα καχύποπτη στάση απέναντι σε αυτές τις εξεγέρσεις συγκαλύπτει κυρίως ένα κενό πολιτικής παιδείας και μια μεγάλη ιστορική απώθηση. Αυτό το κενό καλύπτεται ενίοτε από μεγάλες δόσεις μαρξοφανούς παντογνωσίας, ενώ σε μια άλλη, και χειρότερη περίπτωση, από έναν περίεργο «στρατηγικό ρεαλισμό» αναδίπλωσης στο «δικό μας πρόβλημα».

Το κενό πάντως υπάρχει. Είναι η έλλειψη πρωτογενούς συγκίνησης γι’ αυτό καθαυτό το δημοκρατικό μυστήριο, έτσι όπως επανεμφανίζεται απροσδόκητα εκεί που δεν το περιμένεις. Γι’ αυτές τις αιφνίδιες αναδύσεις στην επιφάνεια, που πολλές φορές δείχνουν να παραβιάζουν τη φυσική τάξη των πραγμάτων, τους οδικούς χάρτες των αφεντικών του κόσμου αλλά και τις διανοητικούς μαιάνδρους των «κομμουνιστικών Υποθέσεων» επί χάρτου.

Επί του παρόντος η δημοκρατική μελαγχολία των μετριοπαθών δεν αφήνει περιθώρια ενθουσιασμού για το κουράγιο των άλλων, για το αξιοζήλευτο θάρρος που δείχνουν οι άνθρωποι μιας Μισράτα ή μιας Νταραά. Κατ’ αναλογία, η αντικαπιταλιστική αγανάκτηση ημών των ριζοσπαστικών δεν χωρά άλλες εμπειρίες θυμού και ηθικής εξέγερσης ενώπιον της σφαγής των άλλων, των κατοίκων μιας Μισράτα ή μιας Νταραά.

Μπορεί και να είναι έτσι. Το δικό μας επείγον, οι δικές μας εκκρεμότητες ίσως να μην αντέχουν πια το βάρος των άλλων, των πιο μακρινών. Είπαμε: καιρός της συντήρησης δυνάμεων, καιρός αποταμίευσης και οικονομίας αισθημάτων, καιρός μονοκαλλιέργειας της οργής. Φαίνεται όμως ότι κάπου αλλού η Ιστορία δεν έχει λήξει ακόμα…

Πηγή: Ενθέματα Κυριακάτικης Αυγής

Εικόνα:
Self-Portrait with Crystal Ball, 1936.Max Beckmann (1884-1950)

Saturday, March 19, 2011

N.Σεβαστακης:Η επικείμενη επέμβαση στη Λιβύη και η Αριστερά


Αναδημοσίευση από Red Notebook

Η επικείμενη επέμβαση στη Λιβύη και η Αριστερά


Του Νικόλα Σεβαστάκη


Περίμενα μια κινητοποίηση εναντίον της σφαγής στη Λιβύη, μια κινηματική παρουσία έξω από τη πρεσβεία της Τζαμαχιρίας, του Μπαχρέιν, της Υεμένης. Γιατί δεν συνέβη κάτι τέτοιο; Παραμένω ακόμα με την απορία

Γράφω αυτές τις γραμμές μια ώρα μετά το διάγγελμα του Προέδρου Ομπάμα για τη Λιβύη. Σε λίγες ώρες ή μέρες είναι πολύ πιθανή η έναρξη «χειρουργικών βομβαρδισμών» για την «ανάσχεση της βίας του λιβυκού καθεστώτος εναντίον των πολιτών του».

Ναι, το ξέρω. Το ξέρουμε νομίζω οι περισσότεροι: αυτή η όψιμη ανθρωπιστική αφύπνιση δεν πείθει ούτε τους πιο αφελείς. Ο τύραννος Καντάφι εδώ και χρόνια ήταν ένας εταίρος - όχι ο παλιός εχθρός. Ιδιόρρυθμος, κάπως διαταραγμένος ενδεχομένως, αλλά πάντως στο δρόμο της «σύνεσης». Είχε γίνει ένας «ηγέτης» στην πλευρά του αραβικού ρεαλισμού και δεν ήταν πλέον «ο δικτάτορας» στον άξονα του κακού. Οι περίφημες αμαζόνες φρουροί, η τέντα του Βεδουίνου, τα γυαλιά του ροκ σταρ, το κακόφημο παρελθόν αλλά και οι ενδιαφέρουσες επενδυτικές και αναπτυξιακές ευκαιρίες του παρόντος και του μέλλοντος. Κάπως έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι πριν λίγο καιρό.

Τα ξέρουμε όλα αυτά. Και αυτό που φαίνεται να πλησιάζει τώρα ήταν ένα από τα πιθανά σενάρια σε έναν κόσμο όπου το καθετί προσφέρει ευκαιρίες για να παιχτούν κάθε λογής παιχνίδια πολιτικά, οικονομικά, γεωστρατηγικά.

Αλλά εδώ και εβδομάδες προσδοκούσα κάτι περισσότερο από ενδιαφέρουσες θεωρητικές αναλύσεις των αραβικών εξεγέρσεων. Περίμενα μια κινητοποίηση εναντίον της σφαγής στη Λιβύη, μια κινηματική παρουσία έξω από τη πρεσβεία της Τζαμαχιρίας, του Μπαχρέιν, της Υεμένης. Θα ήθελα το αριστερό πάθος για την αφύπνιση των λαών της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής με την ίδια ένταση που έχει η ευαισθητοποίησή μας για τις στρατοκρατικές πρακτικές του Ισραήλ. Θα ήθελα να τονιστεί καθαρότερα η ηθική-πολιτική συμπαράταξη με μια λαϊκή δημοκρατική δυναμική που ακόμα και αν δεν ανταποκρίνεται στις προσφιλείς στον χώρο ταξικές και ιδεολογικές αφηγήσεις για την επιθυμητή εξέγερση, αποδεικνύει ότι η Ιστορία διαθέτει ακόμα πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις για τους ολιγαρχικούς της.

Γιατί δεν συνέβη κάτι τέτοιο; Παραμένω ακόμα με την απορία. Και θα παραμένω με την ίδια απορία και μετά τους πρώτους βομβαρδισμούς.

Εικόνα :artexpertswebsite.com

Sunday, March 13, 2011

Κάτι συμβαίνει εδώ: Σχετικά με την «πολιτική της οργής»


του Νικολα Σεβαστακη


Έχουμε μιλήσει πολλές φορές για το πολιτικό παιχνίδι με τους κοινωνικούς φόβους που παίζεται στο όνομα μιας «ηθικής της ευθύνης». Αυτό το παιχνίδι έχει τους επαγγελματίες, τους χορηγούς, τους λειτουργούς του στα μέσα επικοινωνίας και στο χώρο της διανόησης. Σχηματικά λέμε ότι αυτός είναι ο χώρος του Μνημονίου, το πεδίο στο οποίο κινούνται, με διαφορετικές ταχύτητες και εντάσεις, όλες εκείνες οι φωνές που πιστεύουν ότι η οριστική υπέρβαση της Μεταπολίτευσης (το περιβόητο finis) πρέπει να είναι μια φυγή προς τα εμπρός με όρους ανταγωνισμού, απελευθέρωσης της επιχειρηματικότητας, εργασιακής και κοινωνικής πειθάρχησης σε μια ανώτερη καπιταλιστική «ορθολογικότητα».

Έχει ωστόσο ενδιαφέρον ότι, από μια άλλη πλευρά, κάποιες πολύ διαφορετικές δυνάμεις προβάλλουν με τη σειρά τους την ίδια επιθυμία υπέρβασης. Μοιράζονται ένα αντίστοιχης δραματικότητας ανορθωτικό-εξυγιαντικό πάθος. Μόνο που αυτές οι φωνές ομνύουν, όπως ισχυρίζονται, στο αντι-σύστημα και όχι στο σύστημα. Εμφανίζονται όλο και πυκνότερα ως ένα κομμάτι του κόσμου της διαμαρτυρίας και της λαϊκής αγανάκτησης. Σε ένα μπλογκ διεξάγεται αυτές τις μέρες μια «ψηφοφορία» με θέμα: σε ποιων τα σπίτια θέλετε να διαδηλώσετε περισσότερο; Από κάτω έχει μια σειρά ονομάτων ηγετικών στελεχών από τα δυο μεγάλα κόμματα. Το συγκεκριμένο μπλογκ είναι εξάλλου ένας από τους σπόνσορες της πρωτοβουλίας με το μεγαλειώδες όνομα «Κίνημα Λαού» η οποία διαδήλωσε έξω από το σπίτι του Άκη Τσοχατζόπουλου και του Σημίτη.

Δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη περίπτωση. Εδώ και πολλούς μήνες διαμορφώνεται μια πολυσυλλεκτική και ρευστή «παράταξη» των όσων λένε ότι δεν θέλουν να ανήκουν σε παρατάξεις, των όσων ισχυρίζονται ότι είναι ελεύθεροι ή ανεξάρτητοι ή ακηδεμόνευτοι Έλληνες. Η «φιλελεύθερη» δημοσιολογία κάνει τα πάντα για να ταυτίσει αυτή την ιδιαίτερη αντι-πολιτική δυναμική με τα διαφορετικής λογικής κινήματα κοινωνικής ανυπακοής και τις μορφές κινηματικής παρέμβασης της Αριστεράς. Αλλά και κάποια τμήματα της Αριστεράς θεωρούν ότι μπορεί και πρέπει να υπάρξει μια ενιαία μετωπική συσπείρωση με τους πάντες στη βάση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Το θέμα έχει κρίσιμη σημασία καθώς ο χώρος της αντιπολιτικής αφύπνισης εμφανίζεται να ενσωματώνει επιλεκτικά αριστεροφανή αντι-ολιγαρχικά συνθήματα σε μια βάση που δεν έχει τίποτα το αριστερό.

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος. Με ποια ακριβώς έννοια άραγε είναι αριστερή η χύμα αντικλεπτοκρατική ρητορική; Η ίδια συνθηματολογία θα μπορούσε να εκπορεύεται από ένα Tea Party ή από οποιοδήποτε μόρφωμα της νέας «λαϊκής δεξιάς», όπως αυτά που ανθίζουν στη Βόρεια και στην Ανατολική Ευρώπη. Ένα ακόμα παράδειγμα: πως μπορεί να υπάρξει συνεννόηση με φωνές οι οποίες διαβάζουν τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση με όρους ξενοκρατίας και εθνικής προδοσίας; Από μια άποψη, τα «αμερικανο-εβραϊκά συμφέροντα», οι «εθνικές προδοσίες», η «διάλυση του κράτους μας», το κυνήγι του κλέφτη και του λαμόγιου, όλα αυτά τα θέματα και οι αντίστοιχες ευαισθησίες δεν ανήκουν παρά σε έναν κοινό τόπο πολύ κοντινό στο ακροδεξιό αυτονόητο. Και επειδή έχουμε κορεστεί από τους διάφορους ιεροκήρυκες του αυτονόητου και από τους κήνσορες της «κοινής λογικής», χρειάζεται να ξανασκεφτούμε σοβαρά το στοιχειώδες: ότι υπάρχουν διαφορετικές λογικές κοινωνικού κινήματος, λαϊκού ακτιβισμού, αντιφιλελεύθερου λόγου. Και μια πολύ πλούσια ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι υπάρχουν επίσης ποικίλες -- και ασύμβατες μεταξύ τους-- εκδοχές αντικαπιταλισμού και ριζοσπαστισμού. Ότι μια άβυσσος χωρίζει την κριτική αμφισβήτηση του συμβατικού κοινοβουλευτικού παιχνιδιού από τις καισαρικές και αυταρχικές επιθυμίες με «αμεσοδημοκρατική» μεταμφίεση.

Εδώ ωστόσο ξανασυναντούμε το πρόβλημα της «ευκολίας» και της απήχησης. Πολλά από τα σχήματα και τις εικόνες που εξαπλώνονται στο έδαφος της κοινωνικής μας κρίσης διαθέτουν μια μαγική δύναμη διείσδυσης στα συναισθήματα ευρύτερων στρωμάτων. Αναφέρομαι σε σχήματα του τύπου οι Γερμανοί τραπεζίτες και ο ελληνικός λαός, η δειλία και η τόλμη, οι δυνάστες και οι δυναστευόμενοι, οι κλέφτες και τα θύματά τους, οι ξεπουλημένοι και οι αδιάφθοροι. Μια συγκεκριμένη «πολιτική» της οργής μπορεί και να χτιστεί με τα υλικά της οικείας παραπλανητικής εθνικής θυματοποίησης που χρησιμοποιεί το κοινωνικό ζήτημα ως συμπλήρωμα μιας αντίληψης περί εθνικής ακεραιότητας και ελληνικής τιμής.

Το παράδοξο είναι άλλωστε ότι αυτός ο λόγος αντιγράφει πιστά την ηθικολογία των δυνάμεων της «αναμόρφωσης διά της λιτότητας». Μοιάζει με «αντισυστημική» αντανάκλαση της ρητορικής περί διαφθοράς και παρακμιακού πολιτικού συστήματος. Αλλάζουν απλώς τα πρόσημα και τα υποκείμενα που εκπροσωπούν την «ηθική σήψη».

Αυτό που συμβαίνει πλέον είναι ότι η κυρίαρχη γραμμή προσαρμογής στα κελεύσματα των αγορών οξύνει τα αισθήματα αδυναμίας και ασφυξίας σε τμήματα της κοινωνίας. Σε αυτό το έδαφος ξεφυτρώνουν γραφικές σωτηριολογίες και λογής εθνικο-ανορθωτικές δημαγωγίες. Ωστόσο τα όρια υπάρχουν και υπογραμμίζονται από τα ίδια τα σκληρά πολιτικά γεγονότα: από τη στιγμή που για κάποιους είναι της ίδιας τάξεως γεγονός η «εισβολή του ΔΝΤ στην πατρίδα» και η «Υπατία», δεν χωρούν κριτικές αφωνίες, πόσο μάλλον κατανόηση. Εκτός και αν στο όνομα του ανοίγματος σε όλες τις αντιστάσεις ο αριστερός πολίτης λησμονήσει ότι άλλο νεοφιλελευθερισμός και άλλο… νεοοθωμανισμός.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ


Πηγή :Αυγή

Εικόνα: http://www.heritage-images.com/Preview/PreviewPage.aspx?id=2485374&pricing=true&licenseType=RM

Monday, October 4, 2010

Ν.Σεβαστάκης: Στο πεδίο των αξιών αναγκαία η παρέμβαση της Αριστεράς.


Δημοσιεύουμε ολοκληρωμένη την εισήγηση του Ν.Σεβαστάκη ποθ δημοσιεύθηκε στην Εποχή  σε δύο συνέχειες.Η εισήγηση θέτει μια σειρά από σοβαρά ζητήματα για τα οποία ελπίζουμε να αναφερθούμε προσεχώς.Επιγραμματικά πάντως ο ΝΣ συνεχίζει την γόνιμη διερεύνιση για την αναθεμελίωση μιας αριστεράς των αξιών, των ιδεών, της συνολικής κριτικής των θεμάτων της εργασίας, της ελευθερίας.

Υπάρχουν δυο «σχολές» ερμηνείας της κρίσης – προσέγγισης στα φαινόμενα – οι οποίες συνδέονται με αντίστοιχα πολιτικά και αξιακά διλήμματα του σήμερα. Η πρώτη «σχολή» επενδύει στην ιδέα πως οι ρίζες της σημερινής κρίσης είναι κυρίως ηθικές και πολιτισμικές. Σ’ αυτή τη «σχολή» συναντώνται πολύ λίγες σοβαρές και περισσότερες επιδερμικές και προσχηματικές αναλύσεις, σχετικά με φαινόμενα γνωστά απ’ το παρελθόν, που επανέρχονται στην αρθρογραφία και τις συζητήσεις, όπως: Η κοινωνία που καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα παράγει, τα αστικά κοινωνικά πρότυπα, το ζήτημα της ατροφίας του ορθολογισμού στις ατομικές συμπεριφορές, αλλά και στη λειτουργία των θεσμών. Οι προσεγγίσεις αυτές καταλήγουν στο γενικό συμπέρασμα ότι σήμερα πληρώνουμε ότι παραλείψαμε να πράξουμε στο παρελθόν και ότι οι ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση πρέπει ν’ αποδοθούν σ’ ένα πλήθος παραγόντων, που κανένας τους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυρίαρχος και καθοριστικός. Σύμφωνα μ’ αυτές τις προσεγγίσεις ο πυρήνας του κακού δεν βρίσκεται τόσο στις παθογένειες ενός συστήματος αξιών και πρακτικών, όσο σε διάχυτες μικροπαθολογίες, που κάποια στιγμή γίνονται επικίνδυνες, όταν συνδυάζονται με την ανεπάρκεια των ηγεσιών ή τον λαϊκισμό αντιπολιτεύσεων κ.ο.κ.


Η κρίση ως αρχαϊκά κατάλοιπα ή ως έλλειμμα εξορθολογισμού

Ιδιαίτερη υποκατηγορία της ίδιας αντίληψης συνιστά η θέση ότι για τις συνέπειες της κρίσης ευθύνεται ένα πολιτικό σύστημα ή μια κοινωνία των πολιτών που δεν έχουν εξορθολογιστεί όσο πρέπει και δεν έχουν αποκαθαρθεί από αρχαϊκά στοιχεία και παραδοσιακές κακές πρακτικές. Η έμφαση αποδίδεται σε νοοτροπιακές και ψυχολογικές δυνάμεις που αντιστέκονται στα προτάγματα του ορθολογισμού. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι, το τελευταίο διάστημα, ο γνωστός φιλόσοφος της αγοράς, Στέλιος Ράμφος, έβγαλε ένα βιβλίο για τις ρίζες αυτού που αποκαλεί «νεοελληνικός μηδενισμός», το οποίο πήγε πολύ καλά εμπορικά και είχε μια εκτεταμένη μιντιακή κάλυψη. Σ’ αυτό το βιβλίο εκφράζεται πιο επεξεργασμένη φιλοσοφικά η παραπάνω αντίληψη, ότι οι ρίζες της κρίσης βρίσκονται στον νεοελληνικό χαρακτήρα κ.λπ.

Κρυμμένο «μίσος για τη δημοκρατία»

Αυτή τη στιγμή, ένας τέτοιος λόγος για την κρίση εμπνέει ένα ετερόκλιτο μπλοκ καθοδηγητών γνώμης. Στεγάζει τις δημώδεις τοποθετήσεις ανθρώπων που προέρχονται από την μετριοπαθή μεταρρυθμιστική αριστερά, μέχρι τη νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά και τους λίγους εκφραστές ενός συντηρητικού ελιτισμού, που τους βρίσκει κανείς συχνά στην «Καθημερινή» ή σε άλλα έντυπα αναλόγου στυλ. Στο επίπεδο της κοινής γνώμης, της «εθνικής ιδεολογίας», αυτό το μπλοκ δεν εκφράζεται κατά ενιαίο τρόπο, ούτε και δίχως αξιοσημείωτες εσωτερικές εντάσεις. Κι εδώ δεν επιτρέπονται απλουστεύσεις, διότι υπάρχουν σοβαρές διαφορές και αποχρώσεις. Yπενθυμίζοντας μια σκέψη του πολιτικού φιλοσόφου Ζακ Ρανσιέρ, σε πολλές από τις ηθικού τύπου αποφάνσεις για τα δεινά, της Ελλάδας εν προκειμένω, ανιχνεύεται ένα μίσος για τη δημοκρατία, κρυμμένο κάτω από μια ρηχή αντιλαϊκιστική και αντισυντεχνιακή ρητορική. Αντιλήψεις ότι τα κοινωνικά κεκτημένα είναι κάτι επονείδιστο, αν όχι παράλογο και εξωφρενικό, ότι όλα πρέπει να είναι υπό διαπραγμάτευση, συνοδεύουν αυτή τη ρητορική που συμβάλλει σημαντικά στις δύο κύριες τάσεις του παρόντος: την αυτοενοχοποίηση και την έκρηξη της ανασφάλειας.

Η «καπιταλιστική κρίση» ή η αφήγηση του κοινωνικού ζητήματος

Η άλλη σχολή, πιο οικεία για τη ριζοσπαστική αριστερά, προσγειώνεται στο έδαφος της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας και των αντιθέσεών της. Εδώ βρίσκουμε τις ακτινογραφήσεις της «καπιταλιστικής κρίσης», την ανάδειξη νέων μορφών κοινωνικής ανισότητας και εργασιακής υποβάθμισης και τις συζητήσεις για την εναλλακτική πρόταση ως προς την οικονομικής διάσταση της κρίσης, τι κάνουμε με το χρέος κ.ο.κ. Όσες ασυμφωνίες και ρήγματα κι αν υπάρχουν σ’ αυτή τη σχολή, για τις λύσεις, τους πολιτικούς όρους των λύσεων κ.λπ., διακρίνει κανείς μια σχεδόν κοινή συνισταμένη: Την αντίληψη ότι οι ηθικές – πολιτισμικές «α-πορίες» πρέπει να περάσουν σε δεύτερο πλάνο, εκτός των άλλων και γιατί τις ιδιοποιείται ο κατεστημένος λόγος για τους δικούς του σκοπούς. Όταν π.χ. μειώνεται η αγοραστική δύναμη των μισθωτών ή ακόμη και των μεσαίων στρωμάτων, όταν επιχειρείται ακραία συρρίκνωση κοινωνικών δαπανών και ιδιωτικοποιήσεις, όλα τα άλλα φαντάζουν ως άκαιρες πολυτέλειες ή, ακόμη χειρότερα, ως πλάγια στήριξη στη λογική της νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Υπάρχει, λοιπόν, μια οικεία, για την αριστερά, αφήγηση των πραγμάτων, που στέκεται κυρίως στο κοινωνικό τίμημα ή στους όρους ανάδειξης του νέου κοινωνικού ζητήματος. Αυτή η οπτική είναι εμφανώς κοινωνιοκεντρική και ταξικά ευαίσθητη, ανεξάρτητα του αν εμπλέκεται στις έριδες των αριστερών ή στις «κόσμιες» συζητήσεις των οικονομολόγων σχετικά με τη δέουσα απάντηση στην οικονομική κρίση.

Η υπόθεση που παρουσιάζω εδώ είναι ότι, ενώ η κοινωνιοκεντρική, η υλιστική «ατζέντα» γύρω από ζητήματα δικαιοσύνης και κατανομής οφέλους και κόστους κυριαρχεί στο δημόσιο χώρο, στα δημόσια βήματα, στις πολιτικές εκδηλώσεις και συζητήσεις, παρά ταύτα, δεν γονιμοποιεί την πράξη. Ενώ υποτίθεται ότι όλα παίζονται στην οικονομία ή στις κοινωνικές πολιτικές, ενώ όλα οδηγούν σε κατηγορίες ή αναλυτικά σχήματα οικεία στην αριστερά, οι κινητοποιήσεις, οι πολιτικές δράσεις, οι μορφές αντίστασης που παράγονται παραμένουν καθηλωμένες και πάντως καθόλου στο ύψος των περιστάσεων.

Η εύλογη και εν μέρει σωστή, αλλά μη επαρκής απάντηση, που συνήθως δίνεται, είναι ότι φταίει η άσχημη κατάσταση στην πολιτική αριστερά και η εξασθένηση των «παραδοσιακών» μορφών συλλογικής δράσης όπως συνδικάτα, σωματεία, κόμματα κ.ο.κ., που δεν επιτρέπει τη μετατροπή των θυμών σε στρατεύσεις, των συναισθημάτων σε έλλογη πολιτική βούληση. Κατά την άποψη αυτή η αδράνεια, η κατήφεια, οι κυνικές και νεομηδενιστικές τάσεις που αναπτύσσονται σε ευρύτατα τμήματα της κοινωνίας, οφείλεται στην αρνητική εικόνα της πολιτικής αριστεράς ή στην έλλειψη μιας εναλλακτικής πρότασης που να πείθει και για τις άμεσες προτεραιότητες και όχι μόνον για μακρινούς στρατηγικούς στόχους.


Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε ούτε στιγμή τη διαμάχη των αξιών

Χωρίς να υποτιμώ αυτή τη διάσταση, θεωρώ ότι δεν είναι η κύρια. Διότι, ενώ η υλιστική – κοινωνιοκεντρική προσέγγιση εμφανίζεται πιο γειωμένη ως προς τις τρέχουσες εθνικές αγωνίες, με τα σημεία αιχμής της κρίσης, δεν καταφέρνει να δημιουργήσει ρήγματα στις συνειδήσεις και στους τρόπους κατανόησης της πραγματικότητας. Η κοινωνικοοικονομική προβληματική φαίνεται να χρωματίζει το συνολικό πεδίο των ενδιαφερόντων και των λαϊκών αγωνιών, αλλά το παιχνίδι μέχρι στιγμής μοιάζει να κερδίζεται από την άλλη πλευρά. Η ηθικοπολιτισμική ερμηνεία, ως ένας λόγος περί νεοελληνικών ηθών και τρόπων, περί νοοτροπιακών στρεβλώσεων, φαίνεται να καθορίζει περισσότερο και δραστικότερα τη δημόσια ατμόσφαιρα. Τα αριστερότροπα λεξιλόγια, του τύπου «να πληρώσουν οι πλούσιοι» κ.α. συναφή, ενώ διατηρούν μια επιφανειακή αντήχηση και εμβέλεια πολύ πέραν της αριστεράς, αυτό που άλλοι ονομάζουν «λαϊκισμό», χάνουν από τις εξηγήσεις που προσφέρει μια εκλαϊκευμένη ψυχολογία και ηθική: «Φταίξαμε όλοι», «το πρόβλημα είναι η νοοτροπία του Έλληνα, η ανυπαρξία κράτους, η ανευθυνότητα της κρατικής πολιτικής» κ.ο.κ.

Από τα παραπάνω πιστεύω πως πρέπει να συμπεράνουμε το εξής: Το πιο σημαντικό ίσως μάθημα αυτής της περιόδου είναι ότι δεν πρέπει να υποτιμήσουμε ούτε στιγμή το ζήτημα της διαμάχης των αξιών, το ζήτημα του τι εντέλει επαγγέλλεται η αριστερά για το αξιοβίωτο του βίου, για το νόημα της δημοκρατίας και των συλλογικών αγαθών, για το είδος και τα όρια αυτού που ονομάζουμε δημόσια ευημερία.

Το πρόβλημα δεν τίθεται κατά τη γνώμη μου με όρους δοσολογίας αρνητικότητας και θετικότητας, δηλαδή κριτικής αντιστάσεων και προτάσεων / συγκεκριμένων λύσεων. Δεν είναι εκεί το ζήτημα. Παράλληλα με την προβληματική της ισότητας, που είναι η συνισταμένη κάθε αριστερής κοινωνικής κριτικής, επείγει μια ηθικοπολιτική και αξιακή αντιπρόταση για το μοντέλο του νέου πολίτη, το οποίο κατασκευάζεται μέσα απ’ την κρίση και ίσως δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει όσο θά ‘πρεπε.

Ο νέος εκσυγχρονισμός: Η αφομοίωση του μνημονίου από τις ψυχές

Η παρούσα κρίση αποσυνθέτει και ανασυνθέτει το ιδεώδες του πολίτη και κυρίως τις συλλογικές αναπαραστάσεις και τα βιώματα των μεσαίων στρωμάτων. Μέχρι στιγμής, παρακολουθούμε τον κλονισμό και το σάστισμα, τη διαδικασία επώδυνης αποκόλλησης του κόσμου αυτού από τα δεδομένα και τις σταθερές μιας ολόκληρης περιόδου. Αλλά νομίζω ότι βρίσκεται «εν τω γίγνεσθαι», σε διαδικασία διαμόρφωσης, η προετοιμασία μιας νέας κοινωνικοπολιτικής διάταξης, ενός «εκσυγχρονισμού νούμερο 2», ο οποίος θα αναζητήσει αργά ή γρήγορα –και ήδη γίνεται λόγος γι’ αυτό– ένα εθνικό μνημόνιο, τη μετατροπή δηλαδή της εξωτερικής νόρμας –το μνημόνιο της τρόικας– σε εσωτερική νόρμα. Της εξωτερικής επιταγής σε εσωτερική νόρμα και για τα άτομα και για τις συλλογικότητες. Η εσωτερίκευση του μνημονίου, στην οποία καλούν ήδη κάποιοι, είναι η αφομοίωση του μνημονίου απ’ τις ψυχές κι όχι μόνον απ’ τα σώματα, που μπορεί να είναι κι απρόθυμα ή ανεπίδεκτα μαθήσεως.

Πιστεύω ότι ο «εκσυγχρονισμός νούμερο 2» δεν θα είναι μόνον ή δεν θα είναι κυρίως ένας ψυχρός οικονομισμός, όπως αυτός του 1996, αλλά θα παρουσιάζεται ως μάχη με τις ανθυγιεινές συνήθειες του εαυτού μας, κατά πως είπε ο πρωθυπουργός πρόσφατα. Θα μεταμφιέζεται σε ηθική αυτοκριτική του έθνους, σ’ ένα είδος εθνικής θεραπευτικής. Μ’ άλλα λόγια, το ζήτημα των ηθικών και αξιακών προτύπων θάχει στο εξής ένα ηθικό βάρος, άγνωστο στις παλιότερες φάσεις του εκσυγχρονισμού. Η κρίση γίνεται μέχρι στιγμής πράγματι ευκαιρία για την προώθηση ηθικών αξιών που αντιστοιχούν σε δυο κατευθύνσεις, βλαπτικές και εχθρικές προς τη ριζοσπαστική αριστερά:

Η μεταπολιτική δημοκρατία του κέντρου

Η πρώτη κατεύθυνση είναι αυτό που ο Ζίζεκ αποκαλεί «μεταπολιτικό φιλελεύθερο κέντρο». Η δεύτερη κατεύθυνση είναι οι συντηρητικές παλινδρομήσεις, μια κοινωνική, βουβή ακροδεξιά, που δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσει να συγκροτηθεί πολιτικά.

Οι ιδέες και αξίες του μεταπολιτικού κέντρου αποτελούν την απάντηση των ελίτ στην απαξίωση των παλιότερων μορφών κομματικής και κρατικής καθοδήγησης της κοινωνίας και των αστικών εκσυγχρονισμών. Οι συντηρητικές παλινδρομήσεις από την άλλη, ενδέχεται να προσεγγίσουν τα αποταγμένα τμήματα των μεσαίων και λαϊκών τάξεων. Αν δεν παρεμβληθεί μια άλλη δυναμική ιδεών και αξιών, κι όχι απλώς η αναθέρμανση των κοινωνικών διεκδικητικών αγώνων ή η αυτοσυντήρηση της πολιτικής αριστεράς, οδεύουμε σε μια κατανομή κοινωνικής εξουσίας που θα θυμίζει πολύ αντίστοιχες τάσεις στην Ευρώπη: Τη διαμόρφωση ενός ολιγαρχικού πολιτικού κέντρου, ένα «τόξο της ευθύνης και της σύνεσης» με φιλελεύθερους της δεξιάς και της αριστεράς, και μια αδιαμόρφωτη ακόμη συντηρητική λαϊκιστική ή εθνικιστική περιφέρεια, η οποία θα προορίζεται για τα πληβειακά στρώματα. Μια σοσιαλφιλελεύθερη δημοκρατία των από πάνω και μια μνησίκακη αντικατεστημένη δημοκρατία των από κάτω. Μια δημοκρατία του κέντρου, στην οποία η κακή κατάσταση της ριζοσπαστικής αριστεράς θα συνοδεύεται από την άνοδο μιας κοινωνικής κι όχι αναγκαστικά κομματικής ακροδεξιάς.

Eχω επίσης την εντύπωση πως μας διαφεύγει κάτι κρίσιμο: Παραγνωρίζουμε τον τρόπο παραγωγής της κόπωσης των ανθρώπων. Πολύ συχνά συμμεριζόμαστε την κλασική αυταπάτη του ορθολογισμού, ότι η γνώση μετατρέπεται αυτονόητα σε δράση. Υποθέτουμε ότι η όξυνση των κοινωνικοοικονομικών επιβαρύνσεων στη ζωή των λαϊκών τάξεων, η αύξηση της συστημικής πίεσης δεν μπορεί παρά να γεννήσει αντίδραση, αντίσταση, μορφής ατομικής ή συλλογικής αφύπνισης. Ότι η ένταση των πιέσεων εκβάλλει σ’ ένα ριζοσπαστισμό, αριστερό ή δεξιό, αρνητικό ή θετικό, αλλά πάντως ριζοσπαστισμό. Αυτού του τύπου ο τρόπος σκέψης δεν με πείθει, είμαι πολύ σκεπτικός απέναντι σ’ αυτό το μοντέλο «δράσης – αντίδρασης», που στηρίζει πολλές ελπίδες σ’ έναν αυτοματισμό των αγώνων, στη βάση της πίεσης κ.ο.κ.


Συνοψίζοντας, η κρίση έχει τρία «στρώματα» σημασιών: Το πρώτο αφορά πράγματι το πλέγμα των οικονομικών μέτρων και των δεδομένων από την παρουσία του μνημονίου. Το δεύτερο έχει να κάνει με την κοινωνική και πολιτική σφαίρα, αφορά δηλαδή τους μετασχηματισμους στο πλαίσιο ζωής, στις λειτουργίες και στην πολιτική ισχύ των μικρομεσαίων στρωμάτων και του κόσμου της εργασίας, καθώς και τις κινήσεις για τη συγκρότηση του μπλοκ «μιας δημοκρατίας του κέντρου». Το τρίτο σχετίζεται με τις ιδέες τις αξίες και την παρέμβαση σ’ αυτό το επίπεδο.

Πολύ εύλογα, η προσοχή, λόγω του επείγοντος, δίνεται στο πρώτο στρώμα. Αλλά θα ήταν πολύ μεγάλο λάθος να υποτιμηθεί το δεύτερο και το τρίτο. Τι μοντέλο εργαζόμενου ή πολίτη μας προτείνει η σοσιαλφιλελεύθερη ελίτ; Γιατί λ.χ. η εναλλακτική εκδοχή στο πελατειακό προσοδοθηρικό σύστημα του χθες να είναι ένα πολίτης όμηρος των μεγάλων πολυεθνικών ομίλων, ο πελάτης των δικτύων επιρροής που προκύπτουν από τη γενικευμένη ιδιωτικοποίηση, αυτό το νέο πελατειακό μοντέλο με όχημα την ιδιωτική αγορά αντί για το κράτος; Γιατί η εναλλακτική στις παλαιότερες κρατικοκομματικές κηδεμονίες να είναι τα «δίκτυα της καινοτομικής επιχειρηματικότητας», που προορίζονται να κυβερνήσουν τώρα τα πανεπιστήμια ή την καλλικράτειο αυτοδιοίκηση;

Στη θέση αυτών και άλλων ψευδοπροβληματικών πρέπει να σκεφτούμε και να προτάξουμε άλλα διλήμματα και κλίμακες ιδεών και αξιών. Συλλογική δημόσια ελευθερία, ατομική αυτονομία, κρίση του χρόνου, της εργασίας και των μοντέλων της εργασίας είναι θεμελιώδη απέναντι στην νεοφιλελεύθερη εκπτώχευση της ζωής. Αυτό που δοκιμάζεται σήμερα στην Ελλάδα και την Ευρώπη είναι το διαζύγιο του φιλελευθερισμού από τη δημοκρατία, και η θεσμοποίηση των ανταγωνιστικών κατακερματισμών στην κοινωνία μέσα από ένα υποθετικό εξορθολογισμό των κοινωνικών σχέσεων. Γιατί να αποδεχτούμε το δόγμα ότι δεν υπάρχει άλλη ορθολογικότητα απ’ αυτήν που επιτάσσει την αποδοχή των ανισοτήτων και της υποβαθμισμένης εργασίας; Ας δώσουμε τη μάχη ενάντια στον νέο «θρησκευτικό» δογματισμό της δήθεν ουδέτερης και αποχρωματισμένης κοινής λογικής. Ας μην επιτρέψουμε στους φορείς του τροϊκανού ή του εθνικού μνημονίου την μονοπώληση του ηθικού πεδίου και την κατασπατάληση των αξιακών και ηθικών πόρων που μας έχουν απομείνει.