Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Αλέξη Βάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Αλέξη Βάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Αλέξης Βάκης: Μια Πριγκιπέσα που πάει παντού






Μια Πριγκιπέσα που πάει παντού


του Αλέξη Βάκη

(Δημοσιεύτηκε στο Δίφωνο, τεύχος 168 – Φεβρουάριος 2010)


Οι πολλαπλές επανεκτελέσεις δημοφιλών τραγουδιών δεν είναι βέβαια καινούργιο φαινόμενο στην ελληνική δισκογραφία. Το συναντάμε ήδη από τα προπολεμικά χρόνια. Πάντως, αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με την Πριγκιπέσα του Σωκράτη Μάλαμα είναι πρωτόγνωρο. Γιατί δεν είναι δα και ό,τι πιο συνηθισμένο το τραγούδι ενός σύγχρονου δημιουργού, που είναι μεν αναγνωρίσιμος και δημοφιλής, μα κατ’ ουσίαν παραμένει underground ιδιοσυγκρασίας, να ακούγεται κάθε βράδυ σε κάθε νυχτερινό μαγαζί της ελληνικής επικράτειας: από τις πιο αυστηρές «έντεχνες» μουσικές σκηνές της Αθήνας ως το τελευταίο επαρχιακό σκυλάδικο. Και επιπλέον, να έχει καταγραφεί στη δισκογραφία μέσα από διαδοχικές επανεκτελέσεις, που όλες -κάτι εξίσου εντυπωσιακό- έγιναν κατά την τριετία 2006-2009. Αυτή τη στιγμή η Πριγκιπέσα κυκλοφορεί ταυτόχρονα σε τουλάχιστον δέκα διαφορετικές δισκογραφικές εκδοχές (με τη σιγουριά μάλιστα ότι μου έχουν διαφύγει μερικές ακόμη), πράγμα που -αν δεν κάνω λάθος- ουδέποτε είχε συμβεί στο παρελθόν με άλλο τραγούδι. Χωρίς φυσικά να συνυπολογίζω τις εκτελέσεις που μπορεί κανείς να βρει στο διαδίκτυο -σε βιντεάκια του τύπου YouTube- από καλλιτέχνες (Γλυκερία, Ματθαίο Γιαννούλη κ.ά.) οι οποίοι δεν έχουν συμπεριλάβει το εν λόγω τραγούδι σε κάποιο δίσκο τους ως τώρα, το διατηρούν όμως σταθερά στο ρεπερτόριό τους όπου και αν εμφανίζονται ζωντανά.

Έχουμε και λέμε

Εκτός λοιπόν της πρώτης εκτέλεσης (η οποία περιλαμβάνεται στον δίσκο του Σωκράτη Μάλαμα Ο φύλακας κι ο βασιλιάς, που κυκλοφόρησε το 2000), μπορεί κανείς να βρει την Πριγκιπέσα στις παρακάτω ηχογραφήσεις σε στούντιο:

* με τον Μανώλη Λιδάκη στον δίσκο Αυστηρώς λαϊκόν (2006)
* με τον Μπάμπη Τσέρτο στον δίσκο Το μονοπάτι (2006)
* με την Πίτσα Παπαδοπούλου στον δίσκο Όσα αγαπώ (2006)
* με τη Μελίνα Ασλανίδου στον δίσκο Στο δρόμο (2009)
* με τον Βασίλη Καρρά στον δίσκο Όπως παλιά (2009)

Για την περίπτωση που κάποιος προτιμάει τις ζωντανές ηχογραφήσεις (και εκτός της επανεκτέλεσης του τραγουδιού από τον ίδιο τον Μάλαμα στον δίσκο Live στο Λυκαβηττό – 2007), υπάρχουν οι εξής εναλλακτικές λύσεις:

* με τον Μπάμπη Στόκα στον δίσκο Τραγουδήστε, μην ντρέπεστε (2008)
* με την Ελένη Βιτάλη στον δίσκο Ζωντανό Κύτταρο (2009)

Αν μάλιστα όλες οι παραπάνω εκδοχές δεν σας ικανοποιούν και θέλετε κάτι πιο δραστικό, ενδέχεται να σας ενδιαφέρει ο «άρχοντας του κάμπου», ο -κατοικοεδρεύων στα cult μαγαζιά μεταξύ Καρδίτσας και Τρικάλων- Μίμης Γκιουλέκας, ο οποίος στον δίσκο του Μια βραδιά στις Δέκα Εντολές (κυκλοφόρησε το 2007) επίσης συμπεριέλαβε την Πριγκιπέσα.

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;

Προς τι όμως όλος αυτός ο πανικός; Σαν να λέμε, ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο ήταν η Πριγκιπέσα εκείνη που μπήκε στα χείλη όλων τα τελευταία χρόνια και όχι κάποιο άλλο τραγούδι; Ιδού ένα ερώτημα που χρήζει απάντησης. Μη βιαστείτε να απαντήσετε «εξαιτίας του ρυθμού της», πως είναι δηλαδή τσιφτετέλι και άρα είναι εύκολο να «εκμαυλίσει» τα πλήθη και να τα σηκώσει στην πίστα. Ο ρυθμός του τσιφτετελιού ήταν όντως εκείνος που έβγαλε τεράστια σουξέ τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια: Πότε Βούδας πότε Κούδας (Πέτρου Βαγιόπουλου-Μανώλη Ρασούλη), Βάλε το κόκκινο φουστάνι (Σταύρου Κουγιουμτζή-Κώστα Κινδύνη), Μία είναι η ουσία (Χρήστου Νικολόπουλου-Λευτέρη Χαψιάδη), Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο (Γιάννη Σπανού-Τασούλας Θωμαΐδου) και άλλα, υπό τους ήχους των οποίων λικνίστηκαν εκατομμύρια Έλληνες και Ελληνίδες. Όμως, η ρυθμική αγωγή του τραγουδιού του Μάλαμα είναι κατά πολύ πιο αργή από των υπολοίπων που ανέφερα, κάτι που του δίνει έναν ράθυμο (και ως εκ τούτου πιο μοναχικό) χαρακτήρα, ακόμη και τη στιγμή του χορού. Αν μάλιστα συνυπολογίσω τον εξομολογητικό τρόπο με τον οποίο εκφέρονται -σε πρώτο πρόσωπο- οι στίχοι, θα μπορούσα άνετα να υποστηρίξω πως η Πριγκιπέσα είναι ένα τσιφτετέλι με ψυχολογία «βαριού» ζεϊμπέκικου. Για να είμαστε πάντως σοβαροί, υπάρχουν πολλοί αδιόρατοι παράγοντες που καθορίζουν ποιο τραγούδι γίνεται επιτυχία και ποιο όχι και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει το μυστικό στο θέμα αυτό. Πράγμα που σημαίνει πως όποια λογικοφανή εξήγηση κι αν δώσουμε στο φαινόμενο, ποτέ δεν θα είμαστε 100% σίγουροι ως προς την ορθότητα των ισχυρισμών μας.

Αφιερώνουμε τη νίκη στον υπέροχο λαό μας

Ένα πράγμα που μου έκανε μεγάλη εντύπωση όταν έψαχνα στοιχεία στο διαδίκτυο γι’ αυτό το άρθρο, είναι πως εκείνοι που δυσανασχετούν -και μάλιστα εμφανώς, αν μπείτε σε σχετικά ιστολόγια θα το δείτε- με την μεγάλη επιτυχία της Πριγκιπέσας είναι αρκετά άτομα από τον στενό πυρήνα των ακροατών του Μάλαμα όλα αυτά τα χρόνια. Που θεωρούν «προδοσία» το να αγγίζει π.χ. ο Βασίλης Καρράς ένα τραγούδι «του Σωκράτη», και μάλιστα με τη συγκατάθεση του τελευταίου. Εδώ που τα λέμε βέβαια, ο τραγουδοποιός ασφαλώς και δεν είχε κανένα λόγο για να αρνηθεί το σχετικό αίτημα, όσο και αν κάτι τέτοιο πληγώνει κάποιους οπαδούς του. Οι οποίοι (και δεν το εστιάζω φυσικά μόνο στους λάτρεις του Μάλαμα αλλά και αρκετών άλλων ομοτέχνων του), έχοντας αποκτήσει μια ιδιάζουσα -και σίγουρα στην αρμοδιότητα της ψυχοπαθολογίας- «συνιδιοκτησιακή» σχέση με το δημιουργικό έργο του ειδώλου τους, αισθάνονται ίσως ότι δικαιούνται να θέτουν όρους για το πλαίσιο και τους χώρους όπου μπορεί να κινηθεί το εν λόγω έργο.

Όμως αυτό, ειδικά στις συνθήκες της σημερινής «περίεργης» πνευματικής συγκυρίας που ζούμε, είναι διαφορετικής τάξεως ζήτημα.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Ο Αλέξης Βάκης γράφει για τον Άκη Πάνου





Ο ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΘΕΤΗ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΥΡΓΟ ΑΚΗ ΠΑΝΟΥ


Η πρώτη φορά που παραδόθηκα συνειδητά σε τραγούδι του ήταν το καλοκαίρι του 1977: Οι διαφημιστικές εκπομπές της COLUMBIA στο ραδιόφωνο έπαιζαν του σκοτωμού Άσ’ τον τρελό στην τρέλα του (κατ’ ουσίαν απομονώνοντάς το από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου «Παρών», αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση). Ήμουν δεκάξι χρονών, σχετικά πρόσφατα μυημένος στα λαϊκά ακούσματα και η δύναμη αυτού του νευρικού απτάλικου δεν γινόταν να με αφήσει αδιάφορο. Άλλωστε μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση που ο Μανώλης Μητσιάς, τον οποίο είχα συνηθίσει στο κλίμα του Χατζιδάκι, του Μούτση και του Κηλαηδόνη, ήταν σε θέση να τραγουδήσει τόσο πειστικά ένα τέτοιο «σκληρό» μπουζουκοτράγουδο.

Κάτι που δεν είχα νιώσει τόσο έντονα τέσσερα χρόνια πριν, το 1973, όταν «τσίμπησα» μεν με το παιχνίδι των λέξεων στο Τι Μαϊστρος Τι Βαρδάρης (το λύνεις και δε λύνεται / το ψήνεις και δεν ψήνεται / το βρίζεις δεν αισχύνεται / το τρως δεν καταπίνεται κ.λπ.), όμως κάτι το ακατανόητο ρεφρέν, κάτι ο Τόλης Βοσκόπουλος, που ουδέποτε υπήρξα fan του, η αίσθηση που απεκόμισα παρέμεινε ημιτελής.

Εν πάση περιπτώσει, έμαθα κάμποσα πράγματα για τον Άκη Πάνου εκείνη την εποχή. Άκουσα, ετεροχρονισμένα μεν, αλλά προσεκτικά, τα παλιότερα σουξέ του με τον Μπιθικώτση, τον Διονυσίου και τη Μοσχολιού, άφησα ανοιχτούς λογαριασμούς με τα έξι -και μόνον- τραγούδια του που ερμήνευσε ο Καζαντζίδης (διότι καταστάσεις σαν κι αυτές που πραγματεύεται Η Ζωή Μου Όλη ή το Μίσος υπερβαίνουν τις παραστάσεις ζωής ενός εφήβου), συγκλονίστηκα με τον άμεσο αλλά και ποιητικό τρόπο που περιγράφει τη σεξουαλική πράξη στο αριστουργηματικό χασάπικο Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα.

Σαν να λέμε, είχα συνειδητοποιήσει πως η περίπτωσή του με ενδιέφερε, έτσι αποφάσισα να παρακολουθώ συστηματικά κάθε δημιουργική του δραστηριότητα. Αν και ακόμα αδυνατούσα να κατανοήσω πώς ήταν δυνατόν να αισθάνεται κυρίως, για να μην πω αποκλειστικά, ως «στιχουργός» (έχοντας σε κάθε περίπτωση πάντως τη δυνατότητα να υψώνει το Λόγο σε πρωτοφανέρωτα νοητικά και αισθαντικά πεδία), την ίδια στιγμή που οι μουσικές του μου φαίνονταν –και ήταν- τόσο μπροστά από την εποχή τους.

Η καθοριστική χρονιά για να πάρω χαμπάρι κι άλλα πράγματα για κείνον ήταν το 1982: Η χρονιά που κυκλοφόρησε το περιοδικό ΝΤΕΦΙ (με υπότιτλο «για το τραγούδι και όλα τα άλλα»), όπου η συντακτική επιτροπή τον είχε αναγορεύσει σε απόλυτο μέντορά της. Είχα πλέον την ευκαιρία να διαβάζω σε τακτά χρονικά διαστήματα διάφορα γραπτά του, που άλλα μου επιβεβαίωναν την εξαιρετική διαύγεια της σκέψης του και άλλα με εξόργιζαν με τον δογματισμό τους, όπως, ας πούμε, τότε που μίλησε πολύ περιφρονητικά για το τετράχορδο μπουζούκι και εκείνους που το κρατούσαν. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και ο δίσκος «Θέλω Να Τα Πω», με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα.

Στο οπισθόφυλλο του δίσκου υπήρχε ένα κείμενό του με το οποίο αυτοτοποθετείται στον αντίποδα της μοντέρνας ποίησης, ειρωνευόμενος μάλιστα ανοιχτά τον Γκάτσο και τον Ελύτη: «Δεν είναι τραγικό αν σε καταλάβουν και δεν σε δεχτούν, τραγικό είναι να σε δέχονται χωρίς να σε καταλαβαίνουν. Τούτο το τελευταίο δεν είναι "ποίηση", είναι ένα απ’ τα πιστεύω μου. Τα τραγουδάκια που υπάρχουν σ’ αυτό το δίσκο είναι "απλοϊκά τραγουδάκια", με "άτεχνη" μουσική και στίχους με θέματα που καίνε εμένα κι όσους δεν τη "βρίσκουν" καθόλου, ποτέ και με τίποτα. Φοβάμαι πως θα σοκάρουν όσους τη "βρίσκουν" με την τρύπα της κολώνας, την Περσεφόνη, την πράσινη μύγα και τα σκατά των παιδιών».

Κάτι τέτοιες χοντράδες, συν οι πληροφορίες που έρχονταν από φίλους και οι οποίες μιλούσαν για έναν ιδιαίτερα δύσκολο και εγωκεντρικό άνθρωπο, με βασιλοχουντικές κοινωνικοπολιτικές αντιλήψεις, με έκαναν να «κουμπωθώ» κάπως. Χωρίς όμως να πάψω να δηλώνω θαυμαστής του. Τον χειμώνα του 1989 πήγα να δω μία από τις ζωντανές μουσικές παραστάσεις που έδινε μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη στο κέντρο ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ, στην Κυψέλη. Και βρέθηκα μπροστά σε ένα καταπληκτικό σκηνικό, τουλάχιστον ως προς τη διάταξη του πάλκου: Στην πρώτη σειρά τα μπουζούκια και πίσω - πίσω, σχεδόν αθέατοι, οι τραγουδιστές. Το ένιωθες πλέον πως ο ιδιοφυής αυτός δημιουργός είχε ανοιχτές εκκρεμότητες σε σχέση με το συνολικό status της υπόθεσης «τραγούδι» και πως είχε μπει για τα καλά στη ρότα της μετωπικής σύγκρουσης. Με όλους εν ανάγκη.

Την 1η Αυγούστου του 1997, μαζί με όλη την Ελλάδα, πάγωσα στο άκουσμα της είδησης ότι ο Άκης Πάνου, στο σπίτι του στη Λεύκη της Ξάνθης, πυροβόλησε και σκότωσε τον φίλο της κόρης του, μη εγκρίνοντας τη σχέση του μαζί της. Επί κάμποσες μέρες ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του για την υπόθεση. Δεν παρασύρθηκα σε μια τέτοια δίνη. Αν και μπήκα στον πειρασμό, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τους στίχους του, να προσπαθήσω να ανακαλύψω το «χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου» που -υποτίθεται ότι- κρυβόταν εκεί. Οκτώ μήνες αργότερα κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Δεν του αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό, ούτε καν αυτό της πολιτισμικής προσφοράς. Για έναν άνθρωπο ιδιαίτερου ψυχισμού (αλλά και με επιβαρημένη υγεία, κάτι που έγινε γνωστό σχεδόν αμέσως), ήταν φανερό πια πως ο χρόνος είχε αρχίσει να μετράει ανάποδα.

Πολλοί έχουν κατά καιρούς αποφανθεί για το σημαντικότερο τραγούδι που άφησε πίσω του ο Άκης Πάνου. Άλλοι ψηφίζουν Η Ζωή Μου Όλη, άλλοι Όταν Σημάνει η Ώρα, κάποιοι δίνουν «σημειολογικό» τόνο με Το Θολωμένο Μου Μυαλό ή ακόμα και με τον Τρελό. Δεν θα μπω σ’ αυτή τη διαδικασία. Όχι διότι είμαι κατά της αποτίμησης των καλλιτεχνικών έργων, ιδίως όταν αυτά επιβιώνουν στη συλλογική μνήμη και «κρίνονται» καθημερινά, στους χώρους που παίζεται η ελληνική λαϊκή μουσική.

Σε κάθε περίπτωση, ελπίζω να μου επιτρέπεται να τον θυμάμαι περήφανο και ερωτικό, μέσα από ένα «έλασσον» τραγούδι του 1982 που ερμήνευσε η Λυδία Σοφού (ήταν σχεδόν πενηντάρης τότε, οπότε εκ των πραγμάτων αισθάνομαι πιο κοντά στο εν γένει ψυχολογικό κλίμα). Όπου η ανατροπή της δεύτερης στροφής σε σχέση με την πρώτη δίνει το μέτρο του Μεγάλου:

Πώς να γελάσω, πώς να τραγουδήσω, 
πώς να γλεντήσω με καρδιά μισή.
Πώς να παλέψω, πώς να προσπαθήσω, 
πώς να ελπίσω όταν κλαις εσύ.

Πώς να τρομάξω, πώς να γονατίσω, 
όταν το χέρι μου κρατάς εσύ.
Πώς να δειλιάσω πόλεμο να κάνω, 
πώς να πεθάνω όταν ζεις εσύ.

ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ



ΠΗΓΗ: Athens Voice 3 / 1 / 2013
ΣΕΙΡΑ: "Καταραμένοι Δημιουργοί"
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Τάκης Σκριβάνος

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Η Πόλυ Πάνου του Αλέξη Βάκη


Η ΠΟΛΥ ΠΑΝΟΥ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ "ΠΕΡΣΟΝΑ"

του Αλέξη Βάκη

(δημοσιεύτηκε στην "ΑΥΓΗ" στις 6 Οκτωβρίου 2013)

Ξεκινώ τον συλλογισμό μου με μια θεμελιώδη ερώτηση: θα ήταν άραγε το ίδιο έντονη η «ψυχολογική» εντύπωση που μας αφήνει το -παιχνιδιάρικο, πλην όμως στα όρια του potitically incorrect- τραγούδι Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω, αν αντί του Γρηγόρη Μπιθικώτση το ακούγαμε π.χ. από τον Στέλιο Καζαντζίδη; ΄Ή το σαγηνευτικό Κάτσε στον καναπέ μου και φίλησέ με, αν ερμηνεύτριά του δεν ήταν η Καίτη Γκρέυ αλλά η Γιώτα Λύδια; Δεν υπαινίσσομαι βεβαίως την εμφανή διαφορά ανάμεσα στον κοφτό και νευρικό τρόπο με τον οποίο προφέρει τις μουσικές φράσεις ο Μπιθικώτσης σε σύγκριση με τις πιο «απλωμένες» νότες του Καζαντζίδη, ούτε την αντίστοιχη ανάμεσα στην εξωστρέφεια της Γκρέυ εν σχέσει με τη Λύδια που, εν γένει, ηχεί αρκετά πιο «εσωτερική».

Ένα τραγούδι, οποιουδήποτε ύφους και ιδιοσυγκρασίας, είναι πρώτα απ' όλα ένα μικρό μονόπρακτο, που διαρκεί τρία λεπτά. Το οποίο χρειάζεται τον κατάλληλο ηθοποιό κάθε φορά. έτσι ώστε με τη διαμεσολάβηση εκείνου να μπορεί να περάσει στο στόμα των πολλών. Όχι φυσικά πως η διαπίστωση αυτή είναι τόσο μονοσήμαντη, ώστε να μην επιτρέπονται διαφορετικές, ακόμα και απρόσμενες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Όλοι πάντως συμφωνούμε, υποθέτω, πως ο Ντίνος Ηλιόπουλος ήταν μεν συγκλονιστικός στον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου, το γήπεδό του όμως ήταν οι ανάλαφρες κομεντί του Φίνου, που του επέτρεψαν να οικοδομήσει τη χαριτωμένη προσωπικότητα με την οποία κυρίως τον θυμόμαστε σήμερα.

Για να ξαναγυρίσω στο τραγούδι, το σωστό casting έχει μεγάλη σημασία. Ειδικά στο λαϊκό τραγούδι, όπου η αμεσότητα είναι ένα από τα μεγάλα ζητούμενα. Έτσι, αν μου ζητούσε κανείς να προσδώσω στην Πόλυ Πάνου τα ακριβή ερμηνευτικά χαρακτηριστικά που της εξασφάλισαν την αθανασία στο συλλογικό λαϊκό αυτί, θα έλεγα πριν απ' όλα πως είναι «η τραγουδίστρια των ζεϊμπέκικων». Και δεν μιλάω γενικά για τον ρυθμό του ζεϊμπέκικου, αλλά γι' αυτό το ξεχωριστό τραγουδιστικό «είδος» που ανεφάνη μετά τον εμφύλιο, το οποίο, είτε επιμένει να ζωγραφίζει σε γκρίζους τόνους τη ζοφερή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, είτε προσπαθεί να την υπερβεί, προβάλλοντας το εφήμερον του γλεντιού ως σωτήρια διαφυγή.

Στην περίπτωση της Πάνου υπάρχει και μια επιπλέον παράμετρος, εφόσον πολλά από τα τραγούδια της μοιάζουν να απευθύνονται σε κάποιον συγκεκριμένο -πλην αόρατο- αρσενικό, με τον οποίο και στήνουν διάλογο. Παραθέτω τίτλους: Πάρε το δαχτυλίδι μου, Ένα σφάλμα έκανα, Το τέλος σου ποιο θα' ναι, Εσένα δεν σου άξιζε αγάπη, Άλλα μου λεν τα μάτια σου, Τι σου 'κανα και πίνεις, κ.ά. Πρόκειται για έναν ισχυρά επαναλαμβανόμενο τραγουδιστικό ρόλο, όπου η Πόλυ Πάνου επαναφέρει πειστικά το αρχέτυπο που λανσάρισε στον κινηματογράφο η Μελίνα Μερκούρη: της γυναίκας που όχι μόνο διεκδικεί τη χειραφέτησή της, αλλά συχνά αναφέρεται και στο δικαίωμά της να πορευτεί μέσα από τον «αμαρτωλό» δρόμο, αδιαφορώντας για την αποδοχή της κοινωνίας.

Δεν είναι μάλλον ήσσονος σημασίας το γεγονός πως Η αμαρτωλή, ένα τραγούδι μέσα από το πρίσμα μιας γυναίκας που κάνει πεζοδρόμιο για να ζήσει, είχε λατρευτεί από τις ιερόδουλες της εποχής, οι οποίες πήγαιναν κατά μεγάλες παρέες στα μαγαζιά όπου εμφανιζόταν η Πόλυ Πάνου και το ζητούσαν επίμονα, όχι σπάνια μάλιστα χαρακώνοντας τα μπράτσα τους όταν το άκουγαν.

Όπως και να 'χει, η δεκατριάχρονη Πολυτίμη Κολιοπάνου, που έφτασε το 1953 στην Αθήνα από την Πάτρα, ήρθε για να μείνει στη μουσική υπόθεση. Έτσι ώστε αν σήμερα προσπαθήσει κανείς να σκεφτεί το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι, να είναι αδύνατον να το φανταστεί χωρίς το ανεξίτηλο δικό της αποτύπωμα.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Ο Αλέξης Βάκης για τον Νίκο Μαμαγκάκη



Νίκος Μαμαγκάκης: "Μουσική ακούω, ζωή καταλαβαίνω"

του Αλέξη Βάκη

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 28.07.2013)


Όταν ήμουν πολύ νέος, δούλευα σε διάφορα μαγαζιά. Με τον Καπλάνη, με τον Καλδάρα, με τον Μπέμπη, με όλους. Έπαιζα κιθάρα, έπαιζα ακορντεόν, μη φανταστείς βέβαια ότι ήμουνα και και κανένας βιρτουόζος, απλά έπαιζα. Επειδή όμως ήξερα να γράφω και να διαβάζω μουσική, όλοι με είχανε από κοντά. Μου λέγανε να φτιάξουμε ένα συγκρότημα κ.λπ. Κι όταν τους έλεγα ότι θα φύγω, αυτοί μένανε ξεροί. Αφού λοιπόν τελείωσα το Ωδείο, πήγα και διορίστηκα στο Ρέθυμνο, αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική του Δήμου. Κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια μου μια εφημερίδα που έγραφε για τις ημερομηνίες των εξετάσεων των υποτροφιών του ΙΚΥ. Οπότε ξαναήρθα στην Αθήνα, έδωσα εξετάσεις και κέρδισα την υποτροφία. Την ίδια υποτροφία είχανε πάρει ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Αργύρης Κουνάδης.

Πήγα πρώτα στην Ελβετία, όπου δεν μπόρεσα να βρω τον Χίντεμιτ, διότι τον είχανε διώξει εν τω μεταξύ. Έτσι κατέληξα στο Μόναχο, στον Καρλ Ορφ. Έδωσα εξετάσεις (οι οποίες ήτανε πάρα πολύ αυστηρές) και σπούδασα στην Ακαδημία του Μονάχου, δέκα εξάμηνα. Ακόμα έχω την ταυτότητα της Σχολής, δέκα σφραγίδες. Στη Γερμανία κατάλαβα πως δεν ήξερα τίποτα, πως όλα όσα είχα διδαχθεί εδώ, αρμονία, αντίστιξη και διεύθυνση μπάντας, δεν μετρούσαν καθόλου έξω. Άλλωστε δεν υπήρχαν και βιβλία στην Ελλάδα. Για την αρμονία, ας πούμε, υπήρχε μόνο ένα σύγγραμμα των Καλομοίρη - Οικονομίδη, το οποίο έλεγε πως οι χρωματικές είναι 'σαν ένα γάργαρο νερό που τρέχει', μπούρδες δηλαδή. Πήγαινα λοιπόν κάθε μέρα στη βιβλιοθήκη της Σχολής με δυο τσάντες, έπαιρνα τα βιβλία της αρμονίας, τα έστρωνα όλα κάτω στο πάτωμα και πήγαινα στα κεφάλαια: τρίτη βαθμίδα, έκτη βαθμίδα κ.λπ. Ήθελα να δω τι είναι όλα αυτά, ήμουνα περίεργος. Αν και το πρόβλημα είναι τελικά να επινοήσεις δικές σου αρμονίες, όχι να πάρεις τις έτοιμες αρμονίες και να τις χρησιμοποιήσεις. Βέβαια, απαιτεί κι αυτό να έχεις ένα γούστο, αλλά δημιουργία θα πει να κάνεις δικές σου αρμονίες, εξ υπαρχής»1.

Αν κανείς θελήσει να συνδέσει με ένα και μόνο ελλαδικό πρόσωπο του 20ού αιώνα το αξίωμα πως «η μουσική είναι μία, η τέχνη και η επιστήμη των ήχων», το πρόσωπο αυτό θα ήταν χωρίς δεύτερη συζήτηση ο Νίκος Μαμαγκάκης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί η φύση, το εύρος, αλλά και η διεθνής αναγνώριση της εργασίας του στον χώρο της «μουσικής πρωτοπορίας» τον τοποθετεί αυτοδίκαια δίπλα σε συνθέτες του αναστήματος του Σκαλκώτα, του Ξενάκη ή του Χρήστου (με τον καθένα από τους τρεις που αναφέρονται να αποτιμάται βεβαίως σε σχέση με τα αισθητικά ζητούμενα της εποχής του). Ούτε γιατί, διαθέτοντας τουλάχιστον το ίδιο ειδικό βάρος μ' εκείνους, θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ισάξιος του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, αν μη τι άλλο για την καθαρότητα του νεοελληνικού προσώπου που μας φανέρωσαν μέσα από τις τραγουδοκεντρικές τους αναζητήσεις. Ούτε ακόμα γιατί, σεβόμενος τα χρόνια που πέρασε μαζί τους και αναγνωρίζοντας το μεγάλο ταλέντο τους, επέμενε να μιλάει με αγάπη και θαυμασμό για τους μπουζουξήδες που γνώρισε κατά τα δύσκολα εφηβικά του χρόνια στην Αθήνα, τότε που κρυβόταν συνεχώς από την αστυνομία, εφόσον είχε αδελφό στη Μακρόνησο, που φοιτούσε στο Δεύτερο Νυχτερινό Γυμνάσιο (Θεμιστοκλέους και Κατακουζηνού) και που για να κάνει μπάνιο, έπρεπε να πάει στα δημόσια λουτρά της Ομόνοιας...

Η προσωπική σφραγίδα του Μαμαγκάκη έγκειται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι ήταν εκείνος που, περισσότερο από κάθε άλλον ομότεχνό του, μας εμφύσησε την αντίληψη πως η μουσική είναι πριν απ' όλα μια σοβαρή εργασία. Με νόμους τους οποίους δεν γίνεται να παρακάμψεις. Πως πέρα από το ταλέντο (με τη σπατάλη του οποίου μπορείς εύκολα να εκπέσεις στη μανιέρα, δηλαδή στη δημιουργική απονέκρωση), εκείνο που μετράει είναι η αφοσίωση και η αφιέρωση στον σκοπό της τέχνης σου.

Όλοι όσοι τον γνωρίσαμε έχουμε πάντα να θυμόμαστε πως ξυπνούσε κάθε μέρα από τα άγρια χαράματα και εργαζόταν με εξοντωτικούς ρυθμούς. Έτσι ώστε, όταν τον επισκεπτόμασταν, λίγο πριν το μεσημέρι, να έχει ήδη «πιάσει το πλάνο» της ημέρας και να είναι πλέον έτοιμος για μια χαλαρότερη συζήτηση, στην οποία σταθερά επανέρχονταν τα ονόματα του Χιώτη, του Λαύκα και του Τατασόπουλου, δίπλα σε εκείνα των δασκάλων του στη Γερμανία, του Ορφ, του Γκένταμερ και του Ριντλ. Ήταν ικανός να μιλήσει με το ίδιο πάθος για τη μουσική που έγραψε για την Εκδρομή του Κανελλόπουλου (όπου σόλο κιθάρα έπαιζε ο Γεράσιμος Μηλιαρέσσης), αλλά και για τη μουσική που έγραψε για τη μεγαλύτερη κινηματογραφική ταινία όλων των εποχών, τη σειρά του Έντγκαρ Ράις Heimat II και III (56 ώρες φιλμ, με πάνω από 20 ώρες μουσικής, η οποία έκανε πρεμιέρα στην Όπερα του Μονάχου το 1992).

Ο «κύριος Νίκος» ήταν λοιπόν εκείνος που μας έπεισε πως «όλες οι μουσικές είναι λόγιες. Και όλα τα μεγάλα έργα αποτελούνται από μικρότερα κομμάτια. Που σημαίνει ότι ναι μεν οι φόρμες παίζουν έναν μεγάλο ρόλο αλλά, όταν κάνουμε συγκρίσεις, μπαίνουμε σε μια αισθητική περιπέτεια: μπορεί λ.χ. ένα τραγούδι να παραλληλιστεί με μια όπερα; Ναι, ένα τραγούδι μπορεί να παραλληλιστεί με μιαν άρια κάποιας όπερας. Άλλωστε, η άρια τι είναι; Ένα τραγούδι είναι. Σε κάθε περίπτωση, η μουσική δεν είναι κάτι διάφορο γι' αυτόν που κάνει τραγούδια απ' αυτόν που κάνει όπερες. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και οι δύο. Ξεκινάνε από μια νότα και ψάχνουν να βρουν την άλλη νότα»2.


1. Απόσπασμα από συνέντευξη του Νίκου Μαμαγκάκη στον υπογράφοντα, που μεταδόθηκε σε δύο δίωρες εκπομπές τον Φεβρουάριο του 2009 στον ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο 105,5.
2. Ό.π.
Ο τίτλος του άρθρου προέρχεται από τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του Νίκου Μαμαγκάκη, που κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις Άγκυρα, σε επιμέλεια του Πάνου Χρυσοστόμου.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Πάνος Τζαβέλλας: Η φωνή "της νιότης, της τιμής, της λευτεριάς"


(Πάνος Τζαβέλλας - Μαρίζα Κωχ)


Τέσσερα χρόνια χωρίς τον Πάνο Τζαβέλλα
Η φωνή «της νιότης, της τιμής, της λευτεριάς…»


του Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Για τους νέους ανθρώπους που αρχίσαμε να νιώθουμε τα σκιρτήματα της πραγματικής ζωής από τη μεταπολίτευση του ’74 και μετά, η φιγούρα του Πάνου Τζαβέλλα ήταν κάτι παραπάνω από εμβληματική. Όχι μόνο γιατί εκείνος ήταν που μας έβαλε πρώτος στα χείλη το Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα, κάνοντας οικεία στα εφηβικά μας μάτια τη μορφή του Πρωτοκαπετάνιου Άρη Βελουχιώτη. Ούτε γιατί μας φώναζε επίμονα «να θάψουμε όλους τους έντιμους κυρ- Παντελήδες αυτού του κόσμου». Αλλά, κυρίως, γιατί το παράδειγμα της ίδιας του της ζωής σηματοδοτούσε τα χαρακτηριστικά μιας ιδιότυπης - και προσωπικής - «διαρκούς επανάστασης» την οποία μας πρότεινε να βιώσουμε. Αεικίνητος πάνω στην αιώνια πατερίτσα, ηχούσε πειστικός. Και πάντως, σε καμία περίπτωση διδακτικός.

Γεννημένος το 1925 στην Κοζάνη, μπαίνει από τα εφηβικά του χρόνια στην υπόθεση της Εθνικής Αντίστασης, όταν στρατολογείται στην ΕΠΟΝ. Λίγο αργότερα, ανεβαίνει στο βουνό και ονομάζεται μαχητής του ΕΛΑΣ. Με την έναρξη του εμφυλίου, ξαναπαίρνει το δρόμο του αντάρτικου και εντάσσεται στο Δημοκρατικό Στρατό. Τραυματίζεται, ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται τρεις φορές εις θάνατον. Αποφυλακίζεται το 1959 όταν, βαριά άρρωστος από τη νόσο του Burgen, παίρνει την άδεια να ταξιδέψει στη Σοβιετική Ένωση, όπου και θεραπεύεται. Εκεί παραμένει για έξι χρόνια, σπουδάζοντας μουσική και έχοντας τη χαρά να γνωρίσει από κοντά τον μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Το 1965 επιστρέφει στην Ελλάδα, για να συλληφθεί -τρία χρόνια αργότερα- από τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Το 1971 αποφυλακίζεται οριστικά και αρχίζει να στήνει μουσικά προγράμματα στις μπουάτ της Πλάκας. Με την πτώση της δικτατορίας, εγκαθιστά το «στρατηγείο» του στη μπουάτ Λήδρα - επί της οδού Κέκροπος 12, στην Πλάκα - και αρχίζει τις θρυλικές βραδιές με τα αντάρτικα τραγούδια. (Για την ακρίβεια, όχι μόνο βραδιές, μιας και η κοσμοσυρροή που δημιουργείται από ανθρώπους κάθε ηλικίας που θέλουν να ακούσουν επιτέλους ελεύθερα τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης, τον υποχρεώνει να δίνει δύο και τρεις παραστάσεις την ημέρα, οι οποίες ξεκινάνε από νωρίς το απόγευμα). Παράλληλα, παρουσιάζει και δικά του τραγούδια - από τα οποία ο Κυρ Παντελής αποδείχτηκε με το παραπάνω διαχρονικός - που μιλάνε για τα προβλήματα των καιρών μας και τα οποία αργότερα τραγούδησαν σε δίσκους η Χάρις Αλεξίου, ο Γιώργος Νταλάρας, η Καίτη Γκρέυ και ο ίδιος.

Τα αντάρτικα και επαναστατικά (όπως και τα δικά του) τραγούδια ζωντανεύουν μέσα από εκατοντάδες συναυλίες που δίνονται σε ανοικτά γήπεδα και πανεπιστήμια σ' όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, το έργο του παρουσιάζεται τόσο από την ελληνική τηλεόραση, όσο και από αρκετές ξένες (βουλγαρική, γερμανική, σουηδική). Παράλληλα, ο ελληνικός αλλά και ο ξένος Τύπος αναφέρονται συχνά στον Αγωνιστή τραγουδοποιό, ενώ ο Κυρ Παντελής μεταφράζεται ακόμα και στα κινέζικα.

Ο Πάνος Τζαβέλλας άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009, σε ηλικία 84 ετών. Παρά τις ταλαιπωρίες και τις διώξεις, έμεινε αμετακίνητα πιστός στα νεανικά του οράματα. Στο πλευρό του στάθηκε μέχρι το τέλος η σύντροφός του τα τελευταία 35 χρόνια, τραγουδίστρια Νατάσα Παπαδοπούλου.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Κριτική και κριτικοί: Αλέξης Βάκης




Αλέξης Βάκης:


«Η μουσικοκριτική είναι ένας καλός τρόπος να χάσεις φίλους» 



(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


Ως μουσικοκριτικός, έχω ένα και μοναδικό σταθμό: το Δίφωνο. Συνεργαζόμουν ήδη από το φθινόπωρο του 2002 γράφοντας άρθρα. Τότε, το Δίφωνο είχε διευθυντή το Μιχάλη Κουμπιό και αρχισυντάκτρια τη Μαριάνθη Πελεβάνη. Τον Δεκέμβρη του 2002, ο διευθυντής μου πρότεινε να γράψω κάποιες κριτικές. Τον ενδιέφερε η ματιά ενός εν ενεργεία μουσικού πάνω στη δουλειά των συναδέλφων του. Δεν μου ήταν μεγάλο πρόβλημα αυτό που μπορώ να πω ιδιωτικά να το πω και δημόσια, και παρέμεινα εκεί ως το οριστικό κλείσιμο του Διφώνου πέρυσι. 

Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες μουσικών. Καταρχήν, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να γράφουν μουσική, να ενορχηστρώνουν μουσική, να παίζουν μουσική, και είναι ευτυχείς μ’ αυτό. Ανήκω σε μία άλλη κατηγορία που αντιμετωπίζει τη μουσική με τον τρόπο της πρέφας· θέλει και να μιλάει γι’ αυτήν. Κάνει όλα τα παραπάνω αλλά θα σκάσει αν δεν δημοσιοποιήσει τα συμπεράσματα και την όποια σοφία απεκόμισε ακούγοντας μουσική. Μ’ αυτήν την έννοια, προφανώς και η θεωρητική μουσική μου επάρκεια ήταν ένα «συν». Ξέρω πάντως ανθρώπους που έχουν ευδοκιμήσει στο χώρο της κριτικής με εξαιρετική διαύγεια χωρίς πτυχία, όπως ξέρω και ανθρώπους με πτυχία που δεν θα τους εμπιστευόμουν να γράψουν τίποτα. 

Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενική κριτική επειδή ο κάθε άνθρωπος έχει κάποια κριτήρια στα οποία δίνει προτεραιότητα, και βάσει αυτών κρίνει τη μουσική. Κρατάω μακριά από τη γραφή μου τις προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες, μέχρι και αδικώντας τους φίλους μου. Έχει τύχει να είμαι πιο σκληρός απέναντι σε πρόσωπα με τα οποία με συνδέει μία φιλική σχέση - όταν έκρινα ότι ο δίσκος δεν ήταν καλός - όπως επίσης έχει τύχει να γράψω πολύ καλά λόγια για καλλιτέχνες που δεν συμπαθώ επειδή με είχε πείσει η δουλειά που είχα στα χέρια μου. Η μουσικοκριτική είναι ένας καλός τρόπος να χάσεις φίλους, να τεστάρεις την ειλικρίνειά σου, και να αντλήσεις ενδεχομένως μία ικανοποίηση ότι κάποια πράγματα που κάποτε είπες δικαιώθηκαν. 

Μια καλή κριτική δεν έχει για πρωταγωνιστή αυτόν που τη γράφει. Ένας μουσικοκριτικός μπορεί να λάμψει, χωρίς όμως να συνδέει την προσωπικότητά του με το υλικό που κρίνει. Απαραίτητο είναι να έχει ένα εύρος και μία εμπειρία ακουσμάτων, έτσι ώστε να διασώζεται αν βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν έχει ξανασυναντήσει. Μια σωστή κριτική είναι όσο το δυνατόν δίκαιη, χωρίς να επαφίεται σε συμπάθειες και αντιπάθειες. Και αποκαλύπτει σε ένα ευρύτερο κοινό κάτι που η ματιά ενός πιο έμπειρου μπορεί να το δει εκ πρώτης όψεως. Τη δεκαετία του ’60, ο Θεοδωράκης βοηθήθηκε από την Αριστερά για να διαπρέψει, όπως τη δεκαετία του ’50 βοηθήθηκε ο Χατζιδάκις από την Ελένη Βλάχου. Ο μουσικοκριτικός προσφέρει τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στο πρωτογενές έργο και το ευρύ κοινό. Αυτή η διαμεσολάβηση μπορεί να βοηθήσει τον μη μυημένο ώστε να ελέγξει τη συναισθηματική ή και διανοητική του άποψη σε σχέση με αυτό που άκουσε. Επίσης, ο μουσικοκριτικός αποκαλύπτει το νέο, αυτό που έρχεται και δεν είναι πάντα ορατό. 

Με το διαδίκτυο, εκδημοκρατίζεται ο χώρος της μουσικοκριτικής, όπως εκδημοκρατίζεται και η μουσική πράξη, με την έννοια ότι πλέον είναι πολύ ευκολότερο κάποιος να βγάλει ένα δίσκο ηχογραφώντας τον σπίτι του. Το μόνο αρνητικό στο φαινόμενο της έκρυθμης διαδικτυακής άνθισης είναι ότι δεν μπορούν πλέον να υπάρξουν έντυπα στα οποία εγώ να μπορώ να εργαστώ και να βιοποριστώ. Δεν είμαι όμως σαν τους βιομηχανικούς εργάτες της Αγγλίας του 19ου αιώνα. Δεν θα ανταγωνιστώ τις μηχανές επειδή μου τρώνε τη δουλειά.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Ο Αλέξης Βάκης για τον Μανώλη Χιώτη





ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΙΩΤΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΟ- ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ «ΡΕΥΣΤΗΣ» ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
 

του Αλέξη Βάκη(*)
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011)


Ένα όνομα το οποίο επανέρχεται σταθερά στις συζητήσεις μεταξύ εκείνων που αγαπούν την ελληνική μουσική και το τραγούδι του 20ου αιώνα, είναι εκείνο του Μανώλη Χιώτη. Φαντάζει δε απολύτως λογικό, διότι ο Χιώτης, ως δημιουργός και εκτελεστής, καλύπτει τις αισθητικές ανάγκες αρκετών -και διαφορετικών- κατηγοριών ακροατών: από αυτούς που θεωρούν το κλασικό ρεμπέτικο ως την κορυφαία μουσική έκφραση του τόπου μας, μέχρι τους λάτρεις των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και εκείνους που ρέπουν προς «παγκόσμια» ακούσματα (τζαζ κλπ). Το καταπληκτικό πάντως είναι ότι η κάθε μία από τις παραπάνω κατηγορίες ακροατών τον «διεκδικεί» για λογαριασμό της, εστιάζοντας σε πτυχές της μουσικής δραστηριότητάς του που εμπίπτουν στα αυστηρά τους standards, και μόνον αυτά. Π.χ. οι μύστες του ρεμπέτικου, οι οποίοι εκστασιάζονται με τον Πασατέμπο ή με Το βουνό με το βουνό, δεν συγχωρούν στον Χιώτη το ότι πρόσθεσε στο μπουζούκι την τέταρτη χορδή, κάνοντας τον ήχο του οργάνου πιο ευέλικτο και κιθαριστικό, δηλαδή λιγότερο ξερακιανό και μάγκικο. Πολλώ δε μάλλον όταν με αυτό το υβριδικό όργανο γράφτηκαν και παίχτηκαν τραγούδια κατά πολύ «ελαφρότερα» της ρεμπέτικης υφολογίας και θεματικής (Πάρε με στο τηλέφωνο, Λαός και Κολωνάκι, Κίνδυνος θάνατος κ.α.) τα οποία έγιναν το λαϊκό glamour της εποχής. Οι ίδιοι μάλιστα ακροατές είναι που αντιμετωπίζουν ακόμα και σήμερα αρνητικά την συμμετοχή του Χιώτη ως εκτελεστή στον Επιτάφιο, το Αρχιπέλαγος και την Πολιτεία του Θεοδωράκη (όπως και κάποιοι άλλοι, μερικά χρόνια αργότερα, το ότι ο Νίκος Ξυλούρης τραγούδησε κύκλους τραγουδιών του Μαρκόπουλου, του Ξαρχάκου και του Λεοντή), διότι θεωρούν ότι το νέο τραγούδι που προέκυψε επιβλήθηκε από τις δισκογραφικές εταιρείες για να χτυπήσει εκ των έσω το κλασικό λαϊκό –ή, εν προκειμένω, το παραδοσιακό κρητικό- τραγούδι, το οποίο εξέφραζε «αυθεντικά» τον λαό.

Δεν προτίθεμαι φυσικά να αντικρούσω τόσον δογματισμό μαζεμένο, μπαίνοντας στη συζήτηση για το αν η προσθήκη μιας χορδής σε ένα λαϊκό όργανο του αφαιρεί τα «ταξικά» χαρακτηριστικά του. Ούτε βέβαια να αντιμετωπίσω τους ένδοξους ήχους του παρελθόντος ως κλειστό και αναλλοίωτο σύστημα αξιών, ώστε αν κάποιος ξεφύγει από το ήδη γνωστό να είναι ένοχος εσχάτης προδοσίας. Κατά τη γνώμη μου, η κατανόηση μια σύνθετης περίπτωσης σαν κι αυτής του Μανώλη Χιώτη, που μπήκε στη ρεμπέτικη πιάτσα ως γιος του Διαμαντή Χιώτη απ’ τ’ Ανάπλι (ο οποίος δολοφονήθηκε νωρίς, σε κάποιο νυχτερινό ξεκαθάρισμα λογαριασμών) και κατέληξε να έχει ως έδρα του την κοσμική Σπηλιά του Παρασκευά, στην Καστέλλα, άπτεται των φιλοδοξιών ενός νέου και ταλαντούχου μουσικού να είναι εκείνος που θα εκφράσει τη νέα τάση στη νεοελληνική διασκέδαση. Η συγκυρία βεβαίως ευνοούσε κάτι τέτοιο. Διότι, από τα τέλη του ’40 και μετά, τα αρχοντορεμπέτικα τραγούδια του Σουγιούλ, του Μουζάκη και του Ριτσιάρδη -παρά το ότι παίζονταν με βιολί, ακορντεόν και κιθάρα, δηλαδή όχι με μπουζούκι- είχαν ήδη μπει στο στόμα όλων των Ελλήνων, μιας και είχαν καμφθεί οι όποιες «μη μου άπτου» παλαιότερες αντιδράσεις προς τους λαϊκούς ήχους και ρυθμούς. Όπερ μεταφραζόμενον: το όνειρο των ανθρώπων του ρεμπέτικου να ξεφύγουν από την Κοκκινιά και να μπουν στα σαλόνια γινόταν επιτέλους πραγματικότητα.

Μπορεί λοιπόν στην Αριστερά να αναφερόμαστε πάντα –και καλώς- στον συλλογικό λαϊκό άνθρωπο που θα ορθώσει το ανάστημά του στα δύσκολα και θα συγκροτήσει εκ νέου μια ισχυρή πολιτισμική έκφραση (όπως συνέβη με τα «γκρίζα» ζεϊμπέκικα του ’50, που ζωγράφισαν υποδειγματικά την μετεμφυλιακή Ελλάδα και τις πληγές της), αν όμως ξεχάσουμε πως ο ίδιος άνθρωπος λαχταράει ταυτοχρόνως να υπερβεί την τάξη των πραγμάτων μέσα στην οποία μεγάλωσε, είμαστε απλώς εκτός πραγματικότητας. Πρόκειται για μια συζήτηση που, κόντρα στην ένδεια ιδεών που μας διακρίνει τις τελευταίες δεκαετίες, πρέπει κάποτε να γίνει. Και με σοβαρότητα. Με τα τραγούδια του Μανώλη Χιώτη πάντως, είτε μιλάμε για τα αυστηρά του ζεϊμπέκικα είτε για τις ρούμπες και τα μάμπο που ερμήνευσε η Μαίρη Λίντα, να παρέχουν μια ιδανική «βιβλιογραφία» επί του θέματος. Αν τουλάχιστον θελήσουμε να ακολουθήσουμε τη ρήση του Jacques Attalli στους Θορύβους, πως «τον κόσμο δεν τον βλέπεις, τον ακούς. Δεν τον διαβάζεις, τον ακροάσαι.»

(*) Ο Αλέξης Βάκης είναι μουσικός, συνθέτης και ενορχηστρωτής. Επίσης, αρθρογραφεί σε έντυπα και ιστοσελίδες, και κάνει εκπομπές Στο Κόκκινο 105,5.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Ο Αλέξης Βάκης μιλάει για το σάουντρακ του "Θίασου"



Αλέξης Βάκης:
"Η προσέγγιση του Κηλαηδόνη αναμφίβολα υπήρξε ευφυής"


Ο παραγωγός του σάουντρακ του "Θίασου" μιλάει στα Μ.Π.


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου

Ως παραγωγός, πώς και γιατί πήρες την απόφαση να εκδώσεις τον Θίασο;
Το καλοκαίρι του 1992 αποφασίσαμε με τον αδελφό μου Δημήτρη να ιδρύσουμε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία ΤΡΟΧΟΣ, υπό την ετικέτα της οποίας θα κυκλοφορούσαμε δίσκους «που κι εμείς θα αγοράζαμε, αν τους έβγαζαν άλλοι», όπως λέγαμε τότε. Με αυτή την ετικέτα, κυκλοφόρησαν επίσης –σε δίσκους βινυλίου- η συλλογή Σχεδόν Απόγευμα με τραγούδια του παλιού μαέστρου της ελαφράς σκηνής Λέανδρου Κοκκόρη, όπως και το Λαύριο του Βαγγέλη Κορακάκη.

Εκείνη την εποχή κάναμε πολλή παρέα με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, κυρίως μεταμεσονύκτιες ώρες. Σε ανύποπτο χρόνο λοιπόν, η κουβέντα πήγε στο Θίασο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, όπου ο Κηλαηδόνης είχε γράψει την πρωτότυπη μουσική αλλά και είχε και τη γενικότερη μουσική επιμέλεια. Ως άνθρωπος που έζησα το κλίμα της πρώτης προβολής αυτής της θρυλικής ταινίας στη μεταπολίτευση, δεν μου πήρε πάνω από δευτερόλεπτα ώστε να μου μπει για τα καλά στο μυαλό η ιδέα να είμαστε εμείς αυτοί που θα εκδώσουμε – έστω και με αρκετά χρόνια καθυστέρηση - το soundtrack. Τόσο περίπου πήρε και στον Λουκιανό για να μου πει το «ναι», όταν του ξεφούρνισα την πρόταση. Ο αδελφός μου (σεναριογράφος σήμερα, με πολύχρονη ενασχόληση στο χώρο του κινηματογράφου, από διάφορα πόστα) δεν έφερε βεβαίως την παραμικρή αντίρρηση όταν του είπα τα νέα, τουναντίον στρώθηκε κι αυτός για τα καλά στη δουλειά από την επόμενη μέρα. Με την ευκαιρία, θέλουμε να ευχαριστήσουμε ξανά τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, οι οποίοι μας εμπιστεύτηκαν τη δισκογραφική «διαχείριση» της ακριβής δουλειάς τους, όπως και όλους τους ανθρώπους που βοήθησαν με ποικίλους τρόπους στο εγχείρημά μας.

Γιατί χρειάστηκαν 17 χρόνια για να εκδοθεί η μουσική σε δίσκο;
Απ’ ότι μας είχε πει τότε (το 1992) ο Λουκιανός, η έκδοση σε δίσκο του soundtrack από το Θίασο είχε «κολλήσει» λόγω της ύπαρξης ενός παλιού –αλλά σε ισχύ- νόμου που απαγόρευε την «αναμόχλευση» των πολιτικών παθών. Πράγμα που στην πράξη σήμαινε πως η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Προεδρίας (επί της οδού Ζαλοκώστα) δεν θα έδινε άδεια κυκλοφορίας για όσα ηχογραφήματα ενέπιπταν σ’ αυτή την «αναμόχλευση». Με δεδομένο πως στο Θίασο ακούγονταν πολλά αντάρτικα τραγούδια, όπως και τραγούδια της άλλης πλευράς (Χίτικα κλπ), δεν έγινε καν απόπειρα μιας τέτοιας κυκλοφορίας από τον Λουκιανό και με τα χρόνια το ζήτημα ξεχάστηκε. Το 1992 όμως η λογοκρισία είχε χαλαρώσει. Έτσι, δεν συναντήσαμε ιδιαίτερα προβλήματα ως προς την έκδοση.
Σε πόσα αντίτυπα κυκλοφόρησε ο δίσκος; Πώς έγινε δεκτός από τον κόσμο; Και γιατί δεν έχει κυκλοφορήσει σε cd;
Ο Θίασος (αριθμός 1 του καταλόγου του ΤΡΟΧΟΥ) κυκλοφόρησε σε 2000 αντίτυπα δίσκων βινυλίου, που διακινήθηκαν από εμάς χωρίς τη διαμεσολάβηση κάποιας εταιρείας διανομής. Υπήρξε σημαντική ανταπόκριση από το κοινό (αλλά και από τον χώρο, αν συνυπολογίσουμε τα αρκετά δημοσιεύματα και τις ραδιοφωνικές εκπομπές), μιας και πουλήθηκαν τα περισσότερα από τα αντίτυπα που κυκλοφόρησαν. Εξ αιτίας όμως της ολοσχερούς μεταστροφής της αγοράς προς το νέο –μιλάμε για το 1994-95- format του cd, και με δεδομένο ότι δεν μπορούσαμε οικονομικά να αντέξουμε την μετατροπή του μικρού καταλόγου μας σε cd, είδαμε σιγά- σιγά τα βινύλιά μας να εξαφανίζονται από την αγορά. Από καιρού εις καιρόν μας μπαίνει η ιδέα να κάνουμε το soundtrack του Θίασου cd, συνέχεια όμως αναβάλλουμε μια τέτοια απόφαση. Ας πούμε λοιπόν πως –επί του παρόντος τουλάχιστον- αρκούμαστε στη χαρά που μας έδωσε η πρώτη έκδοση.
Ως μουσικός, ποιά στοιχεία εντόπισες στην προσέγγιση του Κηλαηδόνη;
Η μουσική του Θίασου (η οποία στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από παλιότερα τραγούδια, λίγη είναι η πρωτότυπη μουσική που ο Λουκιανός έγραψε επί τούτου) είναι μια «σπουδή» στο καθημερινό άκουσμα των Ελλήνων τα χρόνια που διαδραματίζεται η πλοκή της ταινίας (1939-1952). Ακούγονται πάσης φύσεως μουσικές και τραγούδια, ελληνικά και ξένα, που συντρόφεψαν τη ζωή των πατεράδων και των παππούδων μας, όπως και τραγούδια που σημάδεψαν την πολιτική ζωή του τόπου. Όλα αυτά παίχτηκαν κυρίως ζωντανά –και ηχογραφήθηκαν με Nagra στο γύρισμα-, είτε με την ορχήστρα των μπουλουκτσήδων (π.χ. το Γιαξεμπόρε, που μπορούμε να το θεωρήσουμε ως leitmotiv στο Θίασο), είτε με άλλες ορχήστρες (με χαρακτηριστικότερη τη σκηνή της Πρωτομαγιάς του ’46 σε κάποιο κέντρο της Αθήνας, όπου μία ομάδα αριστερών θαμώνων «συγκρούονται» με τους παρακρατικούς ακροδεξιούς μέσα από τα τραγούδια που διαδέχονται το ένα το άλλο).

Η προσέγγιση του Κηλαηδόνη αναμφίβολα υπήρξε ευφυής και –κρίνοντας εκ του δικαιωμένου αποτελέσματος- λειτούργησε ευεργετικά μέσα στην ταινία. Με την ευκαιρία, να πω πως το soundtrack δεν αποτελείται απλώς από τα τραγούδια που ακούγονται στο Θίασο, αλλά πως πρόκειται για ένα αυτόνομο –με δικό του σενάριο- ακρόαμα (που περιλαμβάνει διαλόγους κλπ), το οποίο κινείται παράλληλα με την ταινία. Για την επεξεργασία του ακροάματος στο στούντιο χρησιμοποιήθηκε η original ηχητική μπάντα του φιλμ που μας εμπιστεύτηκε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Η μίξη έγινε στο στούντιο Acoustic (δεν υπάρχει πια), με την καθοριστική συμβολή του εξαίρετου κινηματογραφικού μοντέρ Γιάννη Τσιτσόπουλου, όπως και του πολύπειρου ηχολήπτη Κώστα Πρικόπουλου.
Γιατί αναφέρεται ο Νίκος Γκάτσος στους συντελεστές; Θυμάσαι τον ακριβή ρόλο του;
Ο Νίκος Γκάτσος – απ’ ότι μας είπε ο Λουκιανός - συνέβαλε στην τελική εκδοχή των στίχων κάποιων τραγουδιών που ακούγονται στην ταινία. Είτε γιατί δεν υπήρχαν ακριβείς πληροφορίες ως προς τους αυθεντικούς στίχους, είτε για να μπουν στίχοι στις πρωτότυπες μουσικές κλπ. Η τριάδα που επεξεργάστηκε στιχουργικά το μουσικό μέρος του Θίασου ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Νίκος Γκάτσος και ο Λουκιανός Κηλαηδόνης.
Τι μπορεί να σημαίνουν ο "Θίασος" και η μουσική του σήμερα;
Ό,τι σημαίνει κάθε ταινία -με τη μουσική της- που υπήρξε θρύλος για την εποχή της και είχε τόσο μεγάλη απήχηση σε όλη την υφήλιο. Ιδίως όταν αναφέρεται σε τόσο φορτισμένες εποχές για την Ελλάδα, που ακόμα και σήμερα είναι αδύνατον να μην τις σκεφτόμαστε χωρίς το συναίσθημα να ξεχειλίζει.




Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Αλέξης Βάκης: "Περί free downloading"




Περί free downloading και κοινής λογικής


του Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Δίφωνο", Μάιος 2010)


Πολύς θόρυβος έχει ξεσπάσει τελευταία, με αφορμή το κλείσιμο του διαδικτυακού κόμβου gamato.info, μέσω του οποίου χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι, κατέβαζαν δωρεάν κινηματογραφικές ταινίες και δίσκους μουσικής. Η σύλληψη των διαχειριστών του κόμβου αυτού –οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι μερικές μέρες αργότερα– προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις, έγιναν συγκεντρώσεις έξω από τη βουλή, κυκλοφόρησαν ανακοινώσεις συμπαράστασης από πολιτικά κόμματα, ενώ διάφορες ιντερνετικές σελίδες του τύπου «λευτεριά στα παιδιά του gamato» αριθμούν ήδη δεκάδες χιλιάδες μέλη. Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για μια πρωτόγνωρη κατάσταση, με μια δυναμική μερίδα του πληθυσμού να επιμένει πως είναι «αναφαίρετο δικαίωμά της»(2) να κατεβάζει μουσική και ταινίες από το ίντερνετ, χωρίς να την απασχολούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες, όπως η εξασφάλιση της σχετικής άδειας από τους δημιουργούς ή η απόδοση των –πνευματικών και άλλων– δικαιωμάτων που απορρέουν από τα έργα τέχνης. Στις παρακάτω γραμμές, λοιπόν, θα προσπαθήσω να κάνω σαφέστερο τι ακριβώς λένε –πέρα από τα συνθήματα– όσοι μιλάνε για free downloading (και μάλιστα χωρίς περιορισμούς), δηλώνοντας εξαρχής πως όσοι φωνάζουν περισσότερο δεν έχουν κατ’ ανάγκην και δίκιο.

Για να εξηγούμαστε


Πριν απ’ όλα, να ξεκαθαρίσω πως δεν προέρχομαι από κάποιον άλλο πλανήτη. Όπερ σημαίνει: κι εγώ έχω κατεβάσει κατά καιρούς δίσκους και ταινίες από το ίντερνετ. Ο λόγος ήταν απλός: βρήκα μπροστά μου τους δίσκους, τους λιμπίστηκα (ιδίως αυτούς που ήταν καταργημένοι και δεν μπορούσα να τους συναντήσω πια στο εμπόριο), είχα τη δυνατότητα να τους κατεβάσω εφόσον μου προσφέρονταν δωρεάν• και το έκανα. Όπως τα παλαιότερα χρόνια είχα αντιγράψει –καθώς όλοι μας άλλωστε– βινίλια σε κασέτες. Και ακόμα αντιγράφω σε φίλους, αν μου το ζητήσουν, δυσεύρετα cd που υπάρχουν στη συλλογή μου. Ποτέ μου όμως δεν θεώρησα πως αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να κυκλοφορεί η μουσική ανάμεσα σε αυτούς που την αγαπάνε, ούτε βέβαια πως το να κατεβάζω δίσκους από το διαδίκτυο είναι κεκτημένο μου δικαίωμα (άλλωστε σε αυτή την περίπτωση θα ήμουν υποχρεωμένος να απαντήσω και στην ερώτηση πότε κατακτήθηκε). Πόσω μάλλον αν αναλογιστώ τον αριθμό των 16.000.000 επισκέψεων που δεχόταν καθημερινά το gamato.info (3), ο οποίος με δυσκολεύει αφάνταστα να δεχθώ πως ο ιστότοπος αυτός ήταν κάτι σαν τον Ρομπέν των Δασών (που εν προκειμένω μοίραζε έργα τέχνης), ιδίως όταν μαθαίνω πως αυτοί που τον διαχειρίζονταν εισέπρατταν χρήματα από διαφημίσεις, έτσι ώστε «να βγαίνουν τα έξοδά του».


Μπαίνοντας πάντως στις ηλεκτρονικές σελίδες των υπερασπιστών του free downloading, διαπίστωσα πως η φανατίλα που υπάρχει εκεί είναι ανεξέλεγκτη. Μέχρις ενός σημείου τουλάχιστον, αυτό μπορώ να το κατανοήσω: διότι, όταν όλα γύρω σου συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η τέχνη είναι ευτελούς αξίας (μια ματιά στους πάγκους με τις κυριακάτικες εφημερίδες θα σας πείσει επ’ αυτού), μετά δεν δέχεσαι αδιαμαρτύρητα να σου πάρουν πίσω το παιχνίδι σου. Υπ’ αυτή την έννοια, φαντάζει μάλλον φυσιολογικό να ακούς σε τέτοιους χώρους επιχειρήματα της κατηγορίας «αφήνουν έξω όλους τους πολιτικούς και τους κλέφτες και κλείνουν μέσα τα παιδιά του gamato». (4) Είναι όμως θλιβερό να ακούς, όχι από οργισμένους πιτσιρικάδες, αλλά από πολιτικά κόμματα, και μάλιστα της Αριστεράς, κορόνες σαν την παρακάτω: «Την επόμενη φορά που η αστυνομία θα δώσει παράσταση με εφόδους σε σπίτια, συλλήψεις και κατασχέσεις σκληρών δίσκων, σαν να κυνηγά τρομοκρατική οργάνωση, καλό θα είναι να αφορά τη διαλεύκανση υποθέσεων αποδεδειγμένης εξαπάτησης του ελληνικού λαού, όπως η Ζίμενς ή το Βατοπέδι, και όχι ο διαμοιρασμός αρχείων από χρήστες του διαδικτύου». (5) Διότι αντιλαμβάνεσαι πως ο λαϊκισμός, δηλαδή η κολακεία των αυτιών των πολλών, είναι πλέον παντοδύναμος και ευδοκιμεί παντού.


Πέντε-πέντε δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά (6)


Για να πάρω τα πράγματα από τη αρχή, τα βασικά επιχειρήματα όσων απαιτούν δωρεάν μουσική και ταινίες μέσω του ίντερνετ είναι κυρίως δύο:


Α. Τα cd και τα dvd είναι πολύ ακριβά, έτσι οι μη έχοντες δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά.


Θα αντιπαρέλθω κατ’ αρχήν την επωδό περί της «μη προσβασιμότητας» στα έργα τέχνης στις μέρες μας, αναλογιζόμενος απλώς τι συνέβαινε μερικά χρόνια πιο πριν (για να μην πάω, ας πούμε, στην προπολεμική εποχή, όπου το να δεις μια ταινία ή να ακούσεις ένα μουσικό έργο ήταν κάτι που δεν μπορούσες να κάνεις σε καθημερινή βάση, χωρίς βεβαίως να συνυπολογίσω την προσφερόμενη ποικιλία). Και θεωρώ βαθιά υποκριτικό το να απαιτεί κάποιος δωρεάν μουσική και ταινίες, επικαλούμενος το γεγονός ότι δεν έχει χρήματα, τη στιγμή που δεν ζητεί τίποτε ανάλογο από τη σημερινή κοινωνία. Εκτός φυσικά αν κάποιος από τους λεβέντες που κραυγάζουν «λευτεριά στο gamato» μάς πει ότι, για παράδειγμα, τα φάρμακα (ή τα είδη διατροφής, τα ρούχα κ.ο.κ.) δεν είναι ακριβά στην Ελλάδα και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος επαναστατικής «απαλλοτρίωσής» τους.


Δεν έχω πάντως κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ πως οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες έσκαψαν μόνες τους το λάκκο στον οποίο έπεσαν, κρατώντας σε απαράδεκτα υψηλές τιμές δίσκους που είχαν πρωτοκυκλοφορήσει πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια, που είχαν δηλαδή αποσβέσει πολλάκις το κόστος παραγωγής τους. Όταν όμως σήμερα η δισκογραφία κρατιέται κυρίως χάρη στην «αγάπη για τη φανέλα» όσων εξακολουθούν να επενδύουν σε αυτήν, εκ των οποίων οι περισσότεροι ανήκουν στο χώρο της ανεξάρτητης παραγωγής και εσύ δεν το βλέπεις, επιμένοντας σε μια πολεμική σαν να έχεις μπροστά σου τις πολυεθνικές του ’80, είσαι απλώς εκτός πραγματικότητας. Διότι οι μεν μεγάλες εταιρείες θα απομακρυνθούν εγκαίρως από τον ζημιογόνο τομέα (οι πιο πολλές το έχουν κάνει ήδη), όμως η μαύρη τρύπα που θα μείνει στην καθεαυτό μουσική υπόθεση είναι ανυπολόγιστη. Να το πω και αλλιώς: αν μια μουσική εργασία, η οποία απαιτεί μεγάλη ορχήστρα, δεν φέρει πίσω τα χρήματα που δαπανήθηκαν γι’ αυτήν, τότε κανείς δεν θα χρηματοδοτήσει ξανά στο μέλλον μια ακριβή παραγωγή. Κάτι που δεν φαίνεται να απασχολεί τους φωνασκούντες, οι οποίοι για το μόνο που δείχνουν να καίγονται είναι αν θα μπορούν να την κατεβάσουν δωρεάν από το ίντερνετ (ακόμα και αν δεν την ακούσουν ποτέ), χωρίς να ενδιαφέρονται για τα υπόλοιπα.


Προκαλεί επίσης μεγάλη κατάπληξη το γεγονός πως, όταν η κουβέντα έρχεται στα διαφυγόντα –λόγω free downloading– δικαιώματα, αυτά είναι μόνον τα δικαιώματα των δισκογραφικών εταιρειών, τις οποίες κανείς δεν λυπάται, διότι επί δεκαετίες ρουφούσαν το αίμα του λαού κ.λπ. κ.λπ. Λες και κανείς δεν άκουσε πως υπάρχουν και οι δημιουργοί στην υπόθεση. Ή, ακόμα χειρότερα, σαν αυτοί να μην έχουν κανένα –υλικό, αλλά και ηθικό– δικαίωμα πάνω στο ίδιο τους το έργο. Όμως επ’ αυτού θα επανέλθω.
Ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω


Το δεύτερο επιχείρημα είναι ακόμα εντυπωσιακότερο. Διότι προσπαθεί να μας πείσει πως

Β1. Οι ιστοσελίδες διαμοιρασμού δεν διαπράττουν παρανομία, εφόσον δεν διακινούν οι ίδιες αρχεία, απλώς επιτρέπουν σε κάποιον χρήστη να εισέλθει στους υπολογιστές άλλων χρηστών και να αντιγράψει αρχεία από εκεί.

Για να καταλήξει στο ρεφρέν, που ισχυρίζεται πως:

Β2. Η τεχνολογία δεν ποινικοποιείται.


Ας δούμε όμως πως λειτουργεί –σύμφωνα με στους θιασώτες του free downloading– μια ιστοσελίδα διαμοιρασμού: «Ο χρήστης ανεβάζει στην ιστοσελίδα ένα αρχείο torrent, το οποίο δεν περιέχει τραγούδια, ταινίες κ.λπ., αλλά είναι ένα μικρό αρχείο-κλειδί, το οποίο επιτρέπει στο χρήστη να εισέλθει στους υπολογιστές όσων άλλων χρηστών το έχουν, και να αντιγράψει κάποια αρχεία. Είναι δηλαδή σαν να αφήνει κάποιος έξω από την πόρτα του ένα cd μουσικής, επιτρέποντας –σε όσους θέλουν– να το αντιγράψουν. Με λίγα λόγια, η ιστοσελίδα διαμοιρασμού δεν περιέχει παράνομο υλικό και οι διαχειριστές της περιορίζονται στην παροχή αυτής της υπηρεσίας». (7)


Αυτό όμως σημαίνει πως αν κάποιος άφηνε έξω από την πόρτα του, για παράδειγμα, ένα dvd με παιδοφιλικό περιεχόμενο, και πάλι ούτε γάτα ούτε ζημιά κατά το συγγραφέα. Διότι η ευθύνη θα βάρυνε εκείνον που αντέγραψε το dvd και όχι αυτόν που το άφησε. Κάτι που φαίνεται ανάγλυφα στην αμέσως επόμενη παράγραφο, όπου υπεισέρχεται και ολίγη από τη –ναζιστική– θεωρία περί συλλογικής ευθύνης. Θαυμάστε: «Στην πραγματικότητα, λοιπόν, δεν είναι οι διαχειριστές του gamato.info οι παράνομοι, που στο κάτω κάτω δεν αποκόμισαν μεγάλα (sic) χρηματικά κέρδη, αλλά οι 850.000 χρήστες του. Όλοι εμείς που έστω και μια φορά έχουμε κατεβάσει ένα αρχείο μουσικής ή μια ταινία, χωρίς να πληρώσουμε, που αντιγράφουμε τα cd που δανειζόμαστε ή αντιγράφουμε πάνω από δύο φορές cd που έχουμε αγοράσει οι ίδιοι για τον εαυτό μας». (8)


Και μετά λέμε για στους παπάδες, που απλώς βάφτισαν το κρέας ψάρι και –πίστεψαν ότι– καθάρισαν. Όσο για την τεχνολογία, η οποία «δεν ποινικοποιείται», πολύ θα ήθελα να δω όσους ξεφουρνίζουν στα σοβαρά κάτι τέτοιο να ανακαλύπτουν πως κάποιος, ελέω τεχνολογίας, παρακολουθεί όλα όσα διαμείβονται στην κρεβατοκάμαρά στους. Πόσο άνετοι θα ήταν άραγε τότε; Εκτός αν κάτι τέτοιο τούς φαίνεται πια τόσο απίθανο στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε….


Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά πέσαν επάνω στην εργατιά (9)


Θα παρατηρήσατε ενδεχομένως πως μίλησα ελάχιστα ως τώρα για να υπερασπιστώ τα δικαιώματα των δημιουργών πάνω στο έργο τους. Δικαιώματα που, τουλάχιστον σύμφωνα με τον υπάρχοντα νόμο 2121 του 1993, είναι διπλής μορφής: το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου τους (περιουσιακό δικαίωμα), αλλά και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Αλλά επ’ αυτού είναι αρμοδιότερος να μιλήσει ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος, πρόεδρος του ιστορικού σωματείου της ΕΜΣΕ (Ένωσης Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδας), του μόνου ενεργού σωματείου των δημιουργών της μουσικής και του τραγουδιού που υπάρχει σήμερα:


«Το πνευματικό δικαίωμα είναι εργασιακό δικαίωμα και κατάκτηση των αγώνων των δημιουργών. Δεν μπορεί κανείς να το απεμπολήσει εξ ονόματος οποιασδήποτε δήθεν “ελευθερίας της επικοινωνίας ή της πρόσβασης”, γιατί είναι το ίδιο σαν να θέλεις να καταργήσεις το οκτάωρο του εργαζομένου εξ ονόματος της ελευθερίας του εργοδότη ή του πελάτη. Είναι επίσης και ατομικό δικαίωμα που δεν μπορείς να το καταργήσεις εξ ονόματος της απαίτησης των πολλών, γιατί θα ήταν το ίδιο σαν να αποφάσιζε η πλειοψηφία να φυλακίζει τους ξένους ή τους ομοφυλόφιλους, επειδή έτσι της αρέσει. Μ’ άλλα λόγια, το πνευματικό δικαίωμα είναι ανθρώπινο δικαίωμα, παγκόσμια κατοχυρωμένο, ανεξαρτήτως της βούλησης της πλειοψηφίας.


»Ο δημιουργός (συνθέτης, ποιητής) πρέπει να μπορεί να ζει από τα πνευματικά του δικαιώματα και μόνο. Θέλετε σώνει και καλά να υποχρεωθεί να γίνει μέρος της κοινωνίας του θεάματος και να υποδύεται τον σόουμαν σε παραστάσεις και σε κέντρα διασκέδασης ή να πουλάει μπλουζάκια με το όνομά του στις συναυλίες, προκειμένου να βγάζει ένα μεροκάματο;». (10)


Στο ίδιο ερώτημα, αν δηλαδή η τέχνη είναι ταυτόχρονα και βιοπορισμός για τους δημιουργούς της ή –διαφορετικά– πώς θα ζήσουν οι καλλιτέχνες αν όχι από το έργο τους, έχει ήδη απαντήσει και ο αείμνηστος Γιώργος Κουμάντος, από τους πρωτοπόρους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο νομικούς σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας: «Οι δικαιούχοι πρέπει να απολαμβάνουν τους καρπούς της πνευματικής τους δημιουργίας, τη μόνη παραδεκτή μέθοδο χρηματοδότησης της πνευματικής δημιουργίας».


Το τραγούδι των Σειρήνων


Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλα όσα συμβαίνουν σήμερα δεν απέχουν πολύ από την προ 25ετίας κατάσταση, όταν το αίτημα για «ελεύθερη» ραδιοφωνία ήταν κυρίαρχο. Το μονοπώλιο της κρατικής ραδιοφωνίας δεν ήταν βέβαια δυνατόν να παραμείνει επ’ άπειρον. Όμως αυτό που ονειρευόμασταν τότε, να δούμε δηλαδή να ξεφυτρώνουν ραδιόφωνα με φαντασία και μεράκι, πέρα από πολιτικοοικονομικές εξουσίες και συμφέροντα, δεν συνέβη ποτέ. Αντ’ αυτού, φεσωθήκαμε και όλα τα ραδιόφωνα των κεφαλαιοκρατικών τραστ, τα οποία με τα χρόνια ομογενοποιήθηκαν σε αυτό το lifestyle –και απολύτως κατευθυνόμενο–ραδιόφωνο που ξέρουμε. Το οποίο ποτέ κανείς ξανά δεν αποκάλεσε (και δικαίως) «ελεύθερη», παρά μόνον «ιδιωτική» ραδιοφωνία. Έχοντας λοιπόν ζήσει το κλίμα εκείνων των ημερών και βιώσει την πλήρη διάψευση των προσδοκιών, δεν θα επιθυμούσα να δω την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Στη θέση δηλαδή των –μάλλον αφελών, ας μου επιτρέψουν την έκφραση– νεαρών του gamato.info, να βρεθούν να διαχειρίζονται τα εκατομμύρια αρχεία της εικόνας και του ήχου (έχοντας μάλιστα ξεμπερδέψει με τις όποιες αντιστάσεις των δημιουργών) ιντερνετικοί κολοσσοί σαν το google ή το yahoo. Έχετε καμιά αμφιβολία ότι προς τα κει πάνε τα πράγματα τελικά;


Παραπομπές:

(1) Τι είναι η πατρίδα μας; ποίημα του Ιωάννη Πολέμη
(2) Το αναφαίρετο δικαίωμα του διαμοιρασμού, άρθρο του Π. Θερμογιάννη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή της 21ης Μαρτίου 2010
(3) Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής
(5) Ανακοίνωση του γραφείου τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, 18 Μαρτίου 2010
(6) Μίκης Θεοδωράκης: Βάρκα στο γιαλό
(7) Π. Θερμογιάννης, ο.π.
(8) Π. Θερμογιάννης, ο.π.
(9) Παλιό διεθνές εργατικό τραγούδι
(10) Επιστολή του Γιάννη Γλέζου προς τα πολιτικά κόμματα, 23 Μαρτίου 2010

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Συνέντευξη του Αλέξη Βάκη στο e-tetradio



ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ: ΤΟ ΚΤΗΝΩΔΕΣ PLAYLIST

Συνέντευξη στον Στυλιανό Τζιρίτα

Δημοσιεύτηκε στο e-Tetradio (www.e-tetradio.gr), 16 Μαρτίου 2011
Τον Αλέξη Βάκη τον γνώριζα μόνο εξ ακοής (μουσικής και λεκτικής) ένεκα είτε της εμπλοκής του σε παιξίματα και ενορχηστρώσεις πολλών αξιολογότατων δίσκων της ελληνικής δισκογραφίας είτε ως ραδιοφωνική φωνή από το Κόκκινο 105,5 FM. Όταν μπήκα στις τάξεις του Κόκκινου και εγώ, τον πετύχαινα σε κάτι μυστήρια εξ επαφής συναπαντήματα κάποιες Κυριακές απόγευμα που όπως πάντα πέρναγα να πάρω το μισό μου σπιτικό που είχα ξεχάσει κατά τις προηγούμενες ημέρες στο σταθμό. Με χαιρετούσε και του το ανταπόδιδα και ομολογώ και δημοσίως ότι εξ αρχής δεν είχα κρίνει ότι μπορώ να συγχρωτιστώ μαζί του. Συγκρουστήκαμε σε επίπεδο ιδεολογικό, αισθητικό αλλά κατά περίεργο τρόπο συμφωνούσαμε σε μουσικά επίπεδα (φαντάζομαι ότι και γι αυτόν ήταν μία έκπληξη κατά κάποιον τρόπο). Είχα λάθος όμως μιας και ο Αλέξης Βάκης εκτός του ότι απεδείχθη δεινός γνώστης του ελληνικού πενταγράμμου (όχι πως ποτέ αμφέβαλλα για κάτι τέτοιο)ήταν και πρόθυμος να μοιραστεί γνώσεις, υλικό και εμπειρίες. Το τελευταίο είναι από τα σπάνια γνωρίσματα ανθρώπων σε μια κοινωνία αρκούντως ανταγωνιστική και είναι από τα πράγματα που εκτιμώ αφάνταστα σε ανθρώπους και συνεργάτες. Τη συνέντευξη την παρακάτω την έκανα λοιπόν λόγω της συνεκτικότητας και όχι της συνεργασίας στα ίδια λημέρια. Σ.Τ.


Κύριε Βάκη, ποια θεωρείτε ότι ήταν η δυσκολότερη ραδιοφωνική στιγμή που είχατε; Εννοώ είτε σε επίπεδο λάθους, είτε σε επίπεδο αναγγελίας κάποιας τραγικής (μουσικής ή όχι) είδησης.

Οι πραγματικά δύσκολες ραδιοφωνικές στιγμές που θυμάμαι ήταν δύο, συνέβησαν τα τελευταία χρόνια που βρίσκομαι ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ και ήταν και οι δύο κοινωνικο-πολιτικής φύσεως: η πρώτη συνέβη πριν λίγο καιρό, στις αρχές Φλεβάρη, όταν μαζί με τον διευθυντή του σταθμού Γιώργο Ανανδρανιστάκη- βρέθηκα μπροστά στο μικρόφωνο το βράδυ που εξελίσσονταν οι διαπραγματεύσεις για την μεταφορά των 300 μεταναστών από τη Νομική Σχολή στο κτίριο Υπατία και ενώ το έξω κλίμα ήταν βαρύ, είχε διακοπεί η κυκλοφορία πολλά τετράγωνα μακριά από την «επικίνδυνη ζώνη» και ο κίνδυνος για επέμβαση των ΜΑΤ φάνταζε υπαρκτός. Η δεύτερη ήταν το φθινόπωρο του 2009, παραμονές βουλευτικών εκλογών, όταν έκανα εκπομπή την ίδια στιγμή (μεσημέρι Κυριακής) που εξελίσσονταν η κρίσιμη σύνοδος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του Συνασπισμού από την οποία θα εξαρτιόταν η εκλογική ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς στην ουσία να έχω ενημέρωση γι αυτήν και ενώ δεκάδες ακροατές του σταθμού τηλεφωνούσαν αγωνιώντας για τα τεκταινόμενα. Και τις δύο φορές λοιπόν αισθάνθηκα την υποχρέωση να συνταχθώ με την κοινή διάχυτη αγωνία και να «προσαρμόσω» την εκπομπή στο πολιτικό αλλά και συναισθηματικό- πρόταγμα της ημέρας.
Φαντάζομαι ότι έχετε συνηθίσει, όντας ραδιοφωνατζής χρόνων, το απρόοπτο και το αναπάντεχο, ένεκα του live χαρακτήρα της εκπομπής σας. Αν και γνωρίζω επίσης πολύ καλά ότι είστε τελειομανής. Θυμάστε κάποιο τέτοιο επεισόδιο;

Δεν είμαι δα και ο διαπρύσιος κήρυκας των live ραδιοφωνικών εκπομπών. Κι αυτό διότι θεωρώ αυτή τη μόδα (μιλάω βεβαίως γενικά, και όχι, ας πούμε, για τις ενημερωτικές εκπομπές που ασφαλώς και πρέπει να είναι ζωντανές) ως μία περίπου υποχρεωτική και εμφανώς φτηνότερη ως προς το κόστος παραγωγής- συνθήκη, από την έλευση της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και μετά τουλάχιστον. Χωρίς κατ ανάγκην ευτυχέστερα αποτελέσματα σε ότι φτάνει στ αυτιά μας, εφ όσον η προχειρότητα συνήθως βασιλεύει. Δεν θα «συγχωρήσω» ποτέ π.χ. έναν νεοφώτιστο δημοσιογράφο του παλιού 902 ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ FM που διέκοψε κακήν κακώς, το καλοκαίρι του 1989, ένα ζωντανό νυχτερινό αφιέρωμα στον George Brassens, προκειμένου να πληροφορήσει τους ακροατές ότι .προσγειώθηκε το αεροπλάνο που μετέφερε τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ σε κάποιο θέρετρο της Κριμαίας.
Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το προφίλ των ακροατών σας; Με τη μετακίνησή σας από το Σ/Κ στην καθημερινή ζώνη παρατηρήσατε κάποιες αλλαγές;

Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα σχετικά με το πώς μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια αυτό το περιβόητο «προφίλ» των ακροατών που λέτε. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποθέτω πως οι ακροατές που με ακούνε, είτε τώρα στην καθημερινή ζώνη είτε παλιότερα στο Σ/Κ, είναι περίπου αυτοί στους οποίους γενικά απευθύνομαι: δηλαδή άνθρωποι ανεξαρτήτως ηλικίας (εφόσον δεν έχω το παραμικρό άγχος να «στοχεύσω» κυρίως σε αμιγώς νεανικά ακροατήρια) που τους αρέσει η μουσική, την οποία και αντιλαμβάνονται ως μία, ομοούσιο και αδιαίρετη δεξαμενή επεξεργασμένων ακουσμάτων. Πέρα από είδη, αλλά ταυτόχρονα με κάποιες κοινές αισθητικές προτεραιότητες που ξεπερνάνε το ισοπεδωτικό, όσο και πολυφορεμένο τα τελευταία χρόνια, σλόγκαν «ακούμε τα πάντα, χωρίς προκαταλήψεις». Σε ό,τι με αφορά, δεν ακούω τα πάντα, παρά μόνον όσα επιλέγω να ακούσω. Δεν θεωρώ δηλαδή την αέναη και εν πολλοίς άκριτη- κατανάλωση μουσικής ως κάτι που πρέπει υποχρεωτικά, ως επαγγελματίας, να κάνω.
Συμφωνείτε με την άποψη ότι το έντεχνο έχει κλείσει πια έναν κύκλο και ως εκ τούτου οι συνθέτες και ερμηνευτές ψάχνονται προς άλλες κατευθύνσεις, γι αυτό και τα τελευταία δύο χρόνια ακούμε ακόμα πιο ενδιαφέροντες δίσκους στην ελληνική δισκογραφία;


Θεωρώ υπεραπλουστευτική την παραπάνω άποψη, ιδίως όταν διατυπώνεται με έναν όχι και τόσο «αθώο» τρόπο, επιτρέψτε μου. Διότι το θέμα είναι να έχουμε καλή μουσική συνολικά και όχι απλώς καλό έντεχνο, ροκ, λαϊκό ή, ξέρω γω, hip hop. Αν και φοβάμαι πως το κυρίως ερώτημα είναι αν η μουσική -εννοούμενη φυσικά ως Όλον και εκλαμβάνοντάς την σε παγκόσμιο επίπεδο- παραμένει στις μέρες μας μια ζωντανή τέχνη, κάτι για το οποίο, όσο κι αν συνεχίζουν να βγαίνουν πολύ καλοί δίσκοι, δεν είμαι και τόσο σίγουρος πια. Ιδίως σε σχέση με άλλες τέχνες (το σινεμά π.χ.) που φαντάζουν ασύγκριτα πιο ζωντανές και ακμαίες. Αλλά αυτό είναι μάλλον το αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.

Από τους νεότερους δισκογραφούντες έχετε ξεχωρίσει κάποιους;


Αρκετούς, και ευτυχώς. Ενδεικτικά και μόνον, θα σας αναφέρω τον J, Kriste (Master of Disguise), την Δανάη Παναγιωτοπούλου, το συγκρότημα GoJam, την Μάρθα Μαυροειδή, το συγκρότημα Ματ σε δύο υφέσεις, τον Λεωνίδα Μαριδάκη, την Sugahspank, την Άντα Πίτσου, τον Στέλιο Μποτωνάκη, την Άννα Σωτηριάδη, τον Χρίστο Θεοδώρου, την Βικτωρία Ταγκούλη, τον Βασίλη Μασσαλά, τον Θοδωρή Κουέλη, την Σοφία Νάτσιου, την Μαρία Παπαλεοντίου, το συγκρότημα Encardia, την Ελένη και τη Σουζάνα Βουγιουκλή, το συγκρότημα Λαβύρυθμος, την Εύα Λουκάτου, τον Θέμο Σκανδάμη, την Μαρία Καναβάκη, τον Χρήστο Παύλη και κάμποσους ακόμα, οι οποίοι ελπίζω να με συγχωρήσουν που τους παρέλειψα. Δεν γνωρίζω βέβαια τι τύχη θα έχουν μέσα σ αυτό το θολό μουσικό τοπίο, το ταλέντο πάντως δεν τους λείπει.

Ποια είναι η σημερινή συντεταγμένη στα ραδιοφωνικά πράγματα που σας ανησυχεί;

Στη φλύαρη ραδιοφωνική πραγματικότητα που βιώνουμε δεν υπάρχει καθόλου σχεδόν χώρος για το απρόβλεπτο. Το επικρατούν ιδεολόγημα είναι «δεν έχει σημασία ποια είναι η άποψή σου, πες την όμως γρήγορα για να πέσει το επόμενο τραγουδάκι», με το εν λόγω τραγουδάκι να προέρχεται εννιά στις δέκα φορές από το κτηνώδες playlist. Ε, δεν είναι και για να πανηγυρίζουμε κιόλας!

Μέσα στην καθημερινότητά σας, πόσο ασχολείστε (ακόμα και πέραν της κλασικής προετοιμασίας) με την εκπομπή σας; Ασχολείστε με την ανανέωση της ίδιας της ραδιοφωνικής σας εικόνας ή πιστεύετε ότι αυτό πρέπει να γίνεται με μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς;

Ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι γενικά η θεότητά μου στη μουσική, εν τούτοις είναι η μόνη σταθερά που έχω, νομίζω, στο ραδιόφωνο. Με την έννοια πως καμμία επιμελής «ραδιοφωνική εικόνα» δεν με απασχολεί, εφόσον προτιμώ να είμαι όσο γίνεται πιο αβίαστα και χωρίς το άγχος μήπως «εκτεθώ»- ο εαυτός μου μπροστά στο μικρόφωνο, είτε όταν παρουσιάζω μουσικά θέματα, είτε θέματα που άπτονται άλλων περιοχών, πολιτικά, κοινωνικά, ακόμα και αθλητικά. Συχνά ασχολούμαι πολλές ώρες με την προετοιμασία και το στήσιμο μιας εκπομπής, ιδίως όταν αυτή η εκπομπή αφορά σε κάποιο πρόσωπο του ένδοξου παρελθόντος που του έχω ήδη πάρει συνέντευξη και που αυτή η συνέντευξη πρέπει να μονταριστεί και να «δεθεί» με τις κατάλληλες μουσικές. Η όλη διαδικασία που μου φαίνεται αρκετά «κινηματογραφική», παρεμπιπτόντως- με εξιτάρει τόσο ώστε να μη σκέφτομαι ποτέ τις εργατοώρες οι οποίες απαιτούνται για την τελική υλοποίηση του concept. Είναι κάτι που εύχομαι να μην αλλάξει με τα χρόνια.


Eνα μικρό βιογραφικό
Γεννήθηκε το 1961 στην Αθήνα. Σπούδασε θεωρητικά της μουσικής με την Κλέλια Φωτοπούλου και τον Αμάραντο Αμαραντίδη. Συνθέτης και ενορχηστρωτής. Με την πρώτη του ιδιότητα, το 1999 κυκλοφόρησε τον δίσκο "Λείπουν όλα κι είναι εδώ" με ερμηνεύτρια την Γεωργία Γρηγοριάδου), επίσης έχει συνθέσει πρωτότυπη μουσική για θεατρικά έργα, ταινίες μικρού μήκους και τηλεοπτικά ντοκυμανταίρ. Με τη δεύτερη έχει υπογράψει αρκετές ενορχηστρώσεις σε δίσκους των Βαγγέλη Κορακάκη, Λάκη Χαλκιά, Πέτρου Βαγιόπουλου, Μανώλη Ρασούλη, Αφεντούλας Ραζέλη, Γιάννη Γερογιάννη, Ηλία Κατσούλη, Γιώργου Τζώρτζη, Γεράσιμου Ανδρεάτου, Διονύση Καρατζά κ.α. Εργάστηκε ως καθηγητής θεωρητικών της μουσικής, ως παραγωγός ραδιοφώνου (902 ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ FM, ΜΕΛΩΔΙΑ FM 100, ΣΤΑΘΜΟΣ 101,3 κ.α.), αλλά και ως μουσικός, σε πάλκα και συναυλίες. Το 1993 ίδρυσε με τον αδελφό του Δημήτρη Βάκη την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία ΤΡΟΧΟΣ. Από το 2002 συνεργάζεται ως αρθρογράφος με τα περιοδικά ΔΙΦΩΝΟ και ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ και από το 2006 ως παραγωγός με τον ραδιοφωνικό σταθμό 105,5 ΣΤΟ KOKKINO.


http://www.e-tetradio.gr/ar4830el_aleksisvakistoktinwdesplaylist.html