Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κων/νος Μαργιόλης - Σήματα Μορς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κων/νος Μαργιόλης - Σήματα Μορς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

"Αντίο κι ευχαριστώ" στην Χαρούλα Αλεξίου







Επί τάπητος


Το πικάπ με τους δίσκους του πατέρα μου βρισκόταν από πάντα σε μια εσοχή στο σαλόνι, πάνω στο έπιπλο που είχε σχεδιάσει ο ίδιος για να στεγάζει δίσκους, κασέτες και αργότερα cd-προσφορά των κυριακάτικων εφημερίδων. Το αυτοσχέδιο ξύλινο έπιπλο πατούσε πάνω σ’ένα χοντρό χαλί. Το καφέ φόντο με τα πολύχρωμα γραμμικά σχέδια έμοιαζαν στα παιδικά μου μάτια με δαιδαλώδες οδικό δίκτυο. Ιδανικό πεδίο για φανταστικούς αγώνες, νοητά ταξίδια και πραγματικούς, άγριους τσακωμούς με το μικρότερο αδερφό που μοιραζόμασταν τα ίδια αυτοκινητάκια και τις ίδιες πίστες ταχυτήτων. Όλα πάνω στο χοντρό, καφέ χαλί. Αυτό που δεν μοιραζόμασταν με τον Αλέξανδρο ήταν το πάθος της ακρόασης των δίσκων του πατέρα. Ευτυχώς. Αν τσακωνόμασταν με έπαθλο τα βινύλια, το πιθανότερο είναι ότι θα είχαμε ατυχήματα. Με σπασμένα τα μέλη των δίσκων και με τον πατέρα-δικαστή σε αναζήτηση ενόχων.

Όταν ήμουν ο απόλυτος κυρίαρχος του σαλονιού, άπλωνα τους δίσκους, τους χώριζα σε ομάδες και έφτιαχνα πρόγραμμα ακρόασης. Τη μια μέρα κλασική μουσική, την άλλη ροκ του ’70 και άλλοτε «τα ελληνικά». Μέχρι τα 10 μου θα πρέπει να είχα ακούσει δεκάδες, αμέτρητες φορές εκείνους τους τρεις δίσκους με τα εντυπωσιακά εξώφυλλα: «Μικρά Ασία», «Βυζαντινός Εσπερινός», «Λαϊκές Κυριακές». Καθισμένος οκλαδόν μπροστά ακριβώς απ’τα μεγάφωνα, τ’αυτιά μου γέμιζαν με μια ζεστή φωνή -αλλού νεανική, σχεδόν εφηβική, κι αλλού γεμάτη σαν μεταλλικό χτύπημα καμπάνας- που τραγουδούσε τραγούδια που δεν καταλάβαινα και πολύ. Κι όμως, με κάποιο τρόπο ταυτιζόμουν μαζί τους. Ακουγα για μια «γυναίκα του Αϊβαλιού ωραία» και οι οιδόποδειοι συνειρμοί με οδηγούσαν, μέσω της εικονιζόμενης τραγουδίστριας, στη μορφή της μάνας. Άκουγα λέξεις όπως «σεβντάς» και «μορτάκια» που δεν μπορούσα να υποψιαστώ το νόημά τους. Αλλά κι εκείνο το «βαρανταγερέ» που δεν ήξερα καν αν ήταν όνομα, επιφώνημα ή ολόκληρη φράση μιας άγνωστης γλώσσας. Κι όσο οι ακατάληπτες λέξεις έχτιζαν μέσα μου λαβύρινθους σκέψεων και σκηνικά φαντασμαγορίας, άλλο τόσο οι συνθέσεις του Κουγιουμτζή και του Καλδάρα ανακατεύονταν σ’ένα χαρμάνι που άνοιγε διάπλατα μπροστά μου αχαρτογράφητους μουσικούς ορίζοντες.

Λίγο μετά τα 20, στο τέλος του 18μηνου των συμβατικών μου υποχρεώσεων ως έλληνας πολίτης, βρέθηκα σε ένα στρατόπεδο-εργοστάσιο παραγωγής αρτοσκευασμάτων στο Μενίδι. Ένα βράδυ του Σεπτέμβρη πήρα το ψηφιακό μου ραδιοφωνάκι, πάτησα το κουμπί που με οδηγούσε στη συχνότητα του «Μελωδία» και συντονίστηκα με τον παλμό μιας επετειακής συναυλίας στη μνήμη του Μάνου Λοΐζου. Δεν ξέρω αν ακούστηκε εκείνη τη βραδιά το τραγούδι, αλλά εγώ το είχα έτσι κι αλλιώς στα αυτιά μου, σε ένα ενσωματωμένο προσωπικό τζουκ μποξ: κι εγώ σαν πόλη αφήνομαι, τη νύχτα του Σαββάτου να κάνεις στην αγκάλη μου το γύρο του θανάτου... Η άσκοπη θητεία στο στρατό, η βραδινή σκοπιά στους πρόποδες της Πάρνηθας, με όλο τον πολεοδομικό ιστό της πρωτεύουσας φωτισμένο μπροστά μου, και η -ίδια όπως πάντα, έστω κι αλλοιωμένη με τα χρόνια-  μητρικά ζεστή φωνή της Αλεξίου μαζί με τις λεξιπλασίες του Ρασούλη έφτιαχναν, πάλι, ονειρικούς κόσμους μέσα στο μυαλό. Όπως και τότε, στην πρώιμη παιδική ηλικία.







Περάσανε τα χρόνια. Αλλάξανε τα γούστα μου κι έμπλεξα τα μπούτια μου, που λέει και το άσμα. Ανέβαινα μια μέρα στον πέμπτο όροφο ενός κτηρίου κάπου στο κέντρο. Άνεργος. Σε μια ακόμα συνέντευξη για δουλειά. Πάτησα το φωτισμένο κουμπί του ορόφου-προορισμού. Στα ηχεία του θαλάμου έπαιζαν τα τελευταία δευτερόλεπτα μιας ηλίθιας διαφήμισης του Jumbo. Αμέσως μετά πρόλαβα να πιάσω λίγη βραχνάδα απ’τη φωνή της Αλεξίου σε κάποιο τραγούδι που δεν είχα ξανακούσει. Ο ρυθμός των σύντομων φράσεων ήταν καταιγιστικός. Όπως και το κέντρισμα από τα νοήματα. Γύρισα μετά από δυο ώρες σπίτι. Δεν θυμόμουν πολλά. Γκούγκλαρα στο περίπου «πάντα για άλλους μιλάμε / έτσι ξεχνάμε». Η μηχανή αναζήτησης μ’έβγαλε μπροστά σ’ένα κατεβατό από σφιχτούς στίχους και χτυπητές λέξεις. Έπαθα πλάκα. Νόμιζα ότι μόνο ο The Boy έγραφε πια τέτοια κομμάτια στα ελληνικά. Έκανα λάθος. Μεγαλώνω κι εγώ. Κι οι στίχοι το λένε χωρίς περιστροφές: «μεγάλωσα θα πει, να` ρχεται η ανατροπή, οι καιροί να στη φέρνουν, τα μυαλά σου να γδέρνουν».

Δεν μεγαλώνω. Μεγάλωσα ήδη. Και «μεγάλωσα θα πει να κάνεις το παπί, να ζεις την απουσία». Μεγάλωσα θα πει να βιώνεις τις απουσίες ως μικρούς θανάτους. Ήταν ωραία τα απογεύματα πάνω στο χαλί με τους δίσκους του πατέρα στο πικάπ. Ήταν ωραία να φτιάχνεις κόσμους με τραγουδισμένες λέξεις και με φωνές που δεν ήξερες ακριβώς αν αντιστοιχούν σε πρόσωπα ξένα ή εντελώς οικεία. Όπως και να΄χει, ήταν ωραία τα «τραγούδια της Χαρούλας». Αλλά εκτός από την κοινοτοπία του «χρόνου που περνάει» είναι ωραία να καταλαβαίνες και πότε έρχεται η στιγμή. Κι αφού η Αλεξίου έκρινε πως έχει έρθει η ώρα, ας πούμε εδώ ένα «αντίο κι ευχαριστώ».


Κωνσταντίνος Μαργιόλης
6.6.2020






Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Για τον Ρασούλη (εν μέσω ενόχων και συνενόχων)





Για τον Ρασούλη (εν μέσω ενόχων και συνενόχων)


Τα μαχητικά στιχάκια, τα τραγούδια που σηκώνουν μια παντιέρα και την ανεμίζουν με θάρρος μπροστά στους ανθρωποφύλακες κάθε εξουσίας έχουν, δίχως αμφιβολία, την αξία τους. Αξία χρήσης, σίγουρα. Και όχι μόνο. Ωραία τα «είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς» δεν λέω, όμως κι η τόση στράτευση στην τέχνη κάπου κλωτσάει μέσα μου. Όχι μόνο τώρα, που έχει αρχίσει το δεύτερο ημίχρονο της ζωής (με βάση, τουλάχιστον, τα χρόνια που δίνει ο κατασκευαστής) κι η επαναστατικότητα μοιάζει αγαπημένος αλλά μακρινός συγγενής που έχει πια χαθεί. Πάντοτε προτιμούσα τραγούδια που αφήνουν λίγο ν’ανασάνει κι η αμφιβολία ανάμεσα στη σιγουριά. 

Κι είναι μαέστρος ο μπαγάσας ο Ρασούλης στην αμφισημία των συναισθημάτων, στο μπόλιασμα των τραγουδιών με «τούτα δω κι εκείνα εκεί». Στο παιχνίδι των αντιθέτων και στην λεξιπλασία που χωράει Ιησού κι Ιούδα. Κι η «Αδελφή ψυχή» είναι, θαρρώ, ένα από τα πιο ακριβά μονόπετρα της συλλογής του. Δεν υπάρχει εδώ ίχνος ακτιβιστικής διάθεσης. Κι ας καταπιάνεται με κάτι που ακόμα και η Αριστερά της εποχής του θα δυσκολευόταν να αναμετρηθεί χωρίς να μασάει τα λόγια της. Έχουν απαλειφθεί εντελώς λέξεις, στοιχεία, χρωματισμοί που θα υπονοούσαν σκληρή κοινωνική κριτική, πόλεμο ιδεολογικών χαρακωμάτων ή όποιο άλλο κινηματικό παρελκόμενο. 

Όμως το τραγούδι του Ρασούλη δεν είναι σούπα. Δεν είναι γλυκανάλατο έδεσμα που σερβίρεται σε κομψά μπιστρό του Κολωνακίου ή σε μοντέρνα food bar των Πετραλώνων. Αμα τ΄ακούσεις μια, δυο, τρεις φορές απανωτές, τότε οι λέξεις του αρχίζουν και σου τριβελίζουν το μυαλό. Η «μοναξιά» προφανώς δεν επαναλαμβάνεται σε κουπλέ και ρεφρέν από λεξιπενία. Και το αλάφρωμα της καρδιάς εκείνου που ήσασταν φίλοι από παλιά δεν το προσπερνάς χωρίς να σου σφίξει -έστω λίγο- το στομάχι. Κι έχει προειδοποιήσει, άλλωστε, εξαρχής ο στιχουργός ότι θα σου μιλήσει για μπελάδες. Καμία σχέση δηλαδή ρομαντικές queer ιστοριούλες που θα μοσχοπουλούσανε στις μέρες μας. 

Από την άλλη, δεν ξεπέφτει στο μελόδραμα και στην παρηγορητική ελεημοσύνη. Μιλάει για του έρωτα τη φόρα που ψάχνει πόρτα για να βγει. Μιλάει για ορμές που έχουν στριμωχτεί σε στενές φούστες και σε στενά δρομάκια. Αλλά εκείνο που με κάνει τριάντα χρόνια τώρα να βάζω ξανά και ξανά το τραγούδι να παίζει είναι που δεν τα ξέρει όλα. Είναι που προσπαθεί να μάθει. Είναι που ομολογεί ότι αυτός ο τραβεστί κόσμος τού μοιάζει κάπως παράξενος. Είναι που συμπονά την παρενδυσία του άλλου κι ας μην πολυκαταλαβαίνει τι θέλει να πει ο ρόλος του κι αυτή η κάπως εξαντρίκ σκηνοθεσία. Είναι που ο ποιητής αφήνει στο τέλος της ιστορίας ένα σπόρο ενοχής για όλα αυτά. Κι ας πιάσει μόνος του, όταν και όπου εκείνος θέλει μες στον κόσμο. 

Κωνσταντίνος Μαργιόλης

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

Ο Νίκος Παπάζογλου στο Μετρό: 5 φωτογραφίες του Κων/νου Μαργιόλη







Κομπανιέρο Ηρακλή, ξανάβαλα κάτω τα δεδομένα και είδα πως τα νούμερα δεν βγάζουν με τίποτα 1995. Οι φωτογραφίες του «Μετρό» είναι του 1993/1994, με επικρατέστερη τη δεύτερη χρονιά.






Στη φωτό εμφανίζονται εκατέρωθεν του Ν.Π. ο Παναγιώτης Κουτσούρας στο μπουζούκι και ο Αλέξης Μπουλγουρτζής στο τουμπελέκι.






Ο Παπαζογλου με τη Λοξη Φαλαγγα κι εγω 16άρης με τον ενθουσιασμό της πρώτης μου συναυλίας σε νυχτερινό χώρο (όπως τους λέγανε, νομίζω, τότε).






Ο Παπαζογλου, ναι ηταν ενας θεός που πίστευα μικρός.








Αλλα κι οι θεοι πεθαίνουν, τα 'χουν πει κι οι φιλόσοφοι αυτά.



Κωνσταντίνος Μαργιόλης

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Οι παιδικοί μου φίλοι





Οι παιδικοί μου φίλοι


Μια βαθιά κίτρινη επικράτεια απλωνόταν παντού τριγύρω. Κίτρινο των ξεραμένων χόρτων που κάλυπτε τις ακαλλιέργητες εκτάσεις. Κίτρινο του ήλιου που τύφλωνε για μερικά λεπτά όποιον σήκωνε με αυθάδεια το βλέμα στον ουρανό. Κίτρινο της θερινής ραστώνης, που τότε ακόμα δεν ήξερα να την αποκαλέσω έτσι, μα ήξερα να τη ζω. Κι αυτό ήταν κάτι παραπάνω από αρκετό.

Ηταν καλοκαίρι. Κατακαλόκαιρο. Περίοδος παιδικών διακοπών. Χωρίς σχολεία, προπαίδειες, γραμματικούς κανόνες, εγγλέζικα και τις πρώιμες οικογενειακές υποχρεώσεις. Ο Αύγουστος -η καρδιά της καλοκαιρινής άδειας των τότε μεσήλικων γονιών μου- έχει καταγραφεί για πάντα μέσα μου σαν μία ατέρμονη, ράθυμη και κατακίτρινη περιπλάνηση.

Στο μέσον αυτού του υπερφωτισμένου τοπίου υπήρχε ένα δέντρο με ζωηρό πράσινο φύλλωμα. Ισως μια συκιά. Φάνταζε σαν αντεστραμμένη φάτνη. Τριγύρω της ζέστη αποπνικτική και φως. Μα κάτω από το πράσινο των φυλλωμάτων μια δροσερή σκιά. Σ’αυτή την καλοκαιρινή φάτνη περνούσαν τα πρωινά με τον πατέρα. Κάθε πρωί, κάθε μέρα μέσα σ’αυτό το αυτοσχέδιο καταφύγιο. Κυριακές, Δευτέρες, Σάββατα. Ολες οι μέρες πανομοιότυπα ντυμένες με ένα κοντό παντελονάκι και μια λευκή φανέλα, έτσι όπως ήθελε η μόδα της εποχής και απαιτούσε το κλίμα του Κορινθιακού κόλπου.

Εκτός από το παιχνίδισμα του αυγουστιάτικου φωτός υπήρχε -σε αυτήν καρτ ποστάλ καλοκαιριού που ξεθάβω λίγο-λίγο από το χρονοντούλαπο της ατομικής μου μικροϊστορίας- κι ένας ήχος που μάλλον έμοιαζε με βόμβο. Ήχος σε αλλεπάλληλες στρώσεις. Στο βάθος ακουγόταν κατά διαστήματα ο αχός του ντιζελοκίνητου τρένου που έφτανε, το κροτάλισμα των συρμών πάνω στις πυρακτωμένες ράγες και το σφύριγμα που σήμαινε το επικείμενο πέρασμα από τις αφύλαχτες διαβάσεις. Πιο κοντά, ξυστά απ΄τα κεφάλια μας, φλυαρούσαν τα τζιτζίκια σε σκοπούς μονότονους που διακόπτονταν για λίγο μονο. Ισα να πάρουν θαρρείς μια ανάσα ώσπου να ξαναπιάσουν το ρυθμό απ΄την αρχή. Εκείνο το τζιτζίκισμα έχει αναμειχτεί ανεπίστρεπτα με τον αυγουστιάτικο ήλιο. Ο ήχος των εντόμων, το εκτυφλωτικό φως και μια ελαφριά οσμή ιδρώτα στον αέρα είναι το συμπαγές χαρμάνι που έχει δέσει γερά μέσα στη μνήμη τριάντα τόσα χρόνια τώρα.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που έχει μείνει απ΄έξω. Είναι το κυρίαρχο ηχητικό μοτίβο που έδινε τόνο σε εκείνη την ομιχλώδη και σχεδόν άχρονη εμπειρία. Είναι οι κασέτες που έπαιζαν στο φορητό ραδιοκασετόφωνο. Ένα μαύρο Ζήμενς που σφήνωνε κάθε πρωί ο πατέρας ανάμεσα στα ίδια ακριβώς κλαδιά του δέντρου. Οι κασέτες έγραφαν πάνω ΒΡΩΜΙΚΟ ΨΩΜΙ και ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ. Έπαιζαν πάντοτε οι ίδιες. Ξανά και ξανά. Τελείωνε η μία πλευρα, σηκωνόμουν, τη γύριζα από την ανάποδη και ξανακαθόμουν κάτω από τη σκιά του δέντρου. Και φτου κι απ΄την αρχή. Ο πατέρας ανεχόταν τη μονομανία μου αφού εκείνος την είχε θρέψει από καιρό. Οι κασέτες που βρίσκονταν στην πλαστική -με μια καφέ εξωτερική επένδυση από δερματίνη- θήκη είχαν δεν είχαν πέντε-έξι ονόματα που εναλλάσονταν: ΝΤΑΛΑΡΑΣ, ANTAMO, ΠΙΝΚ ΦΛΟΪΝΤ, ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Με αυτά έπρεπε να φτιάξω «πρόγραμμα» για όσο κρατούσε το καλοκαίρι στο Βραχάτι. Κι όσο θυμάμαι, νομίζω πως με τράβαγε από τότε η αναποδιά. Αυτό που μου πήγαινε κόντρα. Που μ’έβγαζε απ΄τη βολή μου. Από τους στίχους που άκουγα από εκείνες τις δυο κασέτες ελάχιστα καταλάβαινα στ’αλήθεια. Πιο πολύ σκόρπιες φράσεις που μεταφράζονταν μέσα μου κατά πως με βόλευε, παρά ολοκληρωμένα νοήματα κατά την έμπνευση του βραχνού τροβαδούρου. Μια νταρντάνα Ζωζώ, μια φυλακή και κάποιον με κουβέρτες στη μασχάλη, πριζουνίκ πρατήρια και χρηματιστήρια και κάποιον Χο Τσι Μινχ που ανασαίνει με καλάμι, με καλάμι. Αυτά πάνω-κάτω έπιανε το εφτάχρονο αυτί μου. Μ’αυτή την ασχημάτιστη, υγρή άμμο στα χέρια έφτιαχνα ιστορίες με ήρωες αλλοπρόσαλλους, μπλεγμένους σε περιπέτειες δίχως προδιαγεγραμμένο τέλος. Εχτιζα πύργους πάνω στην άμμο. Πανύψηλα όσο κι εφήμερα κάστρα που κάθε μεσημέρι γκρεμίζονταν την ώρα που έπρεπε να πάμε για φαγητό και το άλλο πρωί ορθώνονταν ξανά με επιμονή. Τα εύπλαστα υλικά μου ήταν ίδια κι απαράλλαχτα, όμως τ’ακανόνιστα σχήματα ήταν κάθε μέρα νέα.

Είναι ένα μικρό προσωπικό δράμα αυτό που ξεδιπλώνω εδώ μπροστά σας. Όλο το προηγούμενο εισαγωγή ήταν. Κάπως μεγάλη βέβαια.


Συγγνώμη Τζιμάκο για το clopy-paste, αλλά δεν βρήκα πιο ταριαστά λόγια για να κλείσω αυτό το αυτοαναφορικό σχόλιο. Δεν βρίσκω καν πιο ταιριαστά λόγια για πικάρω τον παλιό παιδικό μου φίλο, Νιόνιο, από τους ίδιους του τους στίχους. Όχι εκείνους που έλεγαν για τις πίσω σελίδες που ξεφύγαν απ’τα χέρια του. Ούτε εκείνους που έλεγαν πως έρχεται, διάολε, η στιγμή για ν’αποφασίσεις με ποιους και ποιους θ’αφήσεις. Η μεσήλικη μελαγχολία μου κουμπώνει περισσότερο μ’εκείνο το αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή. Το μεσημέρι παραμένει όπως πάντα ζεστό. Ομως κάτι, αλήθεια, συμβαίνει εδώ κι εμείς δεν είμαστε πια οι πιτσιρικάδες που ήμασταν. Ξεμείναμε από υλικό για εφήμερα κάστρα και καλοκαιρινές ιστορίες που τώρα υπάρχουν μόνο σα θαμπή ανάμνηση. Θα πλανηθούμε μοναχοί. Χωρίς τους παιδικούς μας φίλους που τώρα έχουν πιάσει στασίδι στα παράθυρα του Σκάι για να λιβανίζουν τον Μητσοτάκη και κάθε χλιμίτζουρα της εξουσίας. Μα δεν είναι ο Σαββόπουλος που μου φταίει τόσο. Είναι ο χρόνος που μετράει και σε λίγο δεν θα είναι εδώ. Θα τον φάμε ή θα μας φάει. Αυτά είχα να σου πω.

Κωνσταντίνος Μαργιόλης





Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Της εθνικής συναίνεσης το σάουντρακ





Της εθνικής συναίνεσης το σάουντρακ 



του Κωνσταντίνου Μαργιόλη


Φασίστες και αριστεροί
Γάβροι και βάζελοι
Πλούσιοι και φτωχοί
Μια αγκαλιά όλοι μαζί

Τις ένδοξες μέρες του Καστελόριζου, τότε που μηδένισε το κοντέρ της Hellenic Republic -πάνω που είχε γράψει 2010 χιλιόμετρα- ο The Boy εμφανίστηκε μ’ένα Κουστουμάκι ραμμένο ακριβώς στα μέτρα της συγκυρίας. Στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου χτυπούσε με το πόδι του τη μπότα, απαγγέλλοντας τους στίχους του έπους του, σαν αρχαίος ραψωδός: 

Τώρα που ξεπόρτισαν του κράτους οι χαφιέδες πάλι
έλα αγόρι σφίξε τη γροθιά και σήκωσε κεφάλι
Όλα τρομερά μας δείχνουν κι όλα προς το τέλος φτάνουν
κι όμως είναι μόνο η αρχή κι οι αφορισμοί δεν φτάνουν
Να σταματήσει η γη, να μη γυρίζει μέχρι να’ρθει κάτι
κάτι που θα’χει εξήγηση και κάτι που θα δικαιώσει
τον πόνο του ανθρώπου που ακόμα αρνείται να προδώσει
Οι ποιητές στη χώρα μας φέρουν μια γλώσσα μολυσμένη
Απάθεια μας φτύνουνε στα πρόσωπα κι εμείς δεμένοι
με αλυσίδες στον λαιμό σερνόμαστε ευνουχισμένοι

Από τότε σφίξανε πολλές γροθιές. Πολλοί σηκώσανε κεφάλι. Άλλοι λύγισαν απ΄το φόβο και κλείστηκαν στα σπίτια. Ή έκλεισαν το μυαλό και στοιχήθηκαν στα συσσίτια και τις φάλαγγες των νεοναζί. 

Σήμερα, στο 5ο χιλιόμετρο της εποχής των μνημονίων, κάτι 24ωρα μόλις μετά το βροντερό «Όχι», βρίσκεται υπό κατασκευή ένα νέο μεγάλο έργο, μια νέα εθνική συναίνεση. Η αριστερή κυβέρνηση που διατυμπάνιζε την άρση των μνημονιακών μέτρων εν μια νυκτί, αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία όχι επειδή αγάπησαν τις καρέκλες (κατά δήλωσή του αρχηγού τους) αλλά επειδή θέλουν να υπηρετήσουν το συλλογικό συμφέρον, αυτοί που έκαναν παστίλια για τον πόνο του άλλου την (αποκρουστική στην επανάληψή της) φράση «ανθρωπιστική κρίση», αυτοί βάζουν τις τζίφρες τους σε ένα νέο Memorandum Of Understanding. 

Η ελπίδα πήγε περίπατο. Δεν ξέρουμε αν θα ξαναπεράσει από τα μέρη μας. Η αριστερά έφερε στην πρώτη της φορά κι ένα μνημόνιο. Έτσι, για ταιριάζει με το κλίμα, με τους συνδαιτυμόνες της στην εξουσία. Οι μέχρι χθες εχθροί των συμφερόντων του λαού, οι εκπρόσωποι του παλαιοκομματισμού, οι yesmen των τροϊκανών, οι υπηρέτες της διαπλοκής, όλοι τους αναβαπτίστηκαν μέσα στο Προεδρικό Μέγαρο και ξεβγάλθηκαν με ένα κείμενο ανά χείρας που εξουσιοδοτούσε τον πρωθυπουργό να διαπραγματευθεί (ξανά) στις Βρυξέλλες. Στο όνομα της εθνικής ομοψυχίας. Στο όνομα μιας εθνικής προσπάθειας. Για να βγούμε από την κρίση. Για να ξεφύγουμε από τα (παλιά) μνημόνια με (νέα) μνημόνια. 

Σ’αυτή τη συγκυρία ο Αλέξανδρος Βούλγαρης βρίσκει (ξανά) τις πιο καίριες λέξεις για να περιγράψει ό,τι ζούμε. Κυνισμός και σαρκασμός μπλέκονται στους στίχους του τελευταίου του άλμπουμ (Καλό παιδί) όπως και στους προηγούμενους δίσκους. Αν όμως ερμηνεύω σωστά τις προθέσεις του δημιουργού, στο Μιούζικαλ κάτω απ’τη Γη οι στίχοι ντύνονται με ένα μουσικό ένδυμα εξίσου σαρκαστικό. Γιατί η μελωδία κι η ενορχήστρωση του συγκεκριμένου κομματιού ακούγονται ως παρωδία μουσικής υπόκρουσης σε κάποιο μνημειώδες γεγονός, σε μια μεγάλη εθνική ιδέα, σε έναν εθνικό σκοπό αντίστοιχο με εκείνον του 2004. Το Μιούζικαλ κάτω απ’τη Γη ηχεί ως το ιδανικό σάουντρακ των ημερών μας. 

Πάμε λοιπόν να περπατήσουμε όλοι μαζί το δρόμο της βαρβαρότητας (αλλά με αριστερό πρόσημο). Ο Άδωνης με τον Ευκλείδη, η Φώφη με τον Φίλη, ο Λοβέρδο με τον Σκουρλέτη. Καλά τα λέει, τελικά, το κανάλι του Μπογδάνου: όλοι μαζί μπορούμε. Μια αγκαλιά…

Μια αγκαλιά όλοι μαζί
Άντε και ο μπάτσος που φαγε το παιδί
Και οι κρεμάσμενοι και οι δήμιοι
Οι νεκροί και οι ζωντανοί
Σε ένα μιούζικαλ κάτω απ’τη γη




Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Μία η λέιντι, χιλιάδες οι γκάγκα



Μία η λέιντι, χιλιάδες οι γκάγκα



Πρέπει να είδαμε άλλο πράγμα. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Αλλιώς, ας το παραδεχτούμε, ζούμε το greecovery της παραφροσύνης.

Μουσικές ιστοσελίδες «κύρους», εναλλακτικός περιοδικός τύπος και «σοβαρές» εφημερίδες της Αριστεράς (τρομάρα τους) βομβαρδίζουν τον ιντερνετικό μου κόσμο με θριαμβολογίες, ζητωκραυγές και επευφημίες για τη συναυλία – γεγονός της κυρίας Lady Gaga (μιλάμε για το event όχι για ένα ακόμα live, σε περίπτωση που ομιλείτε απταίστως τη νεοελληνική). 

Και δώστου «μπράβο» για την εξαιρετική φωνή της. Και δώστου «εύγε» για την εντυπωσιακή της σκηνική παρουσία. Και δώστου δακρύβρεχτα σχόλια για τον εναγκαλισμό της με την ελληνική σημαία, τις αναμνήσεις της από τα γρικ ρέστοραν στο Αμέρικα (θα έχει πλύνει πολύ πιάτο) και τον πρώην γκρικ λάβερ. Και για να μπει και το κερασάκι στο cup cake, δώστου γλειψίματα για την εξαιρετική παραγωγή. 

Ωραία όλα αυτά ρε φωστήρες της μουσικοκριτικής. Εγώ είμαι ένας αδαής και μόνος γελαδάρης. Είμαι από χωριό. Δεν τα πιάνω όλα αυτά. Γιατί βρέθηκα κι εγώ εκεί, την ίδια μέρα με σας, για να δουλέψω για αυτό το super event και άκουσα (με καθαρό ήχο είναι η αλήθεια) μόνο πλαστική μουσική, από αυτή που έπαιζε μικρός ο αδερφός μου στο αρμόνιο. Και δεν εντυπωσιάστηκα καθόλου ούτε από την αποθέωση του κιτς, της ταχείας εναλλαγής κοστουμιών και περούκας ούτε από την επίδειξη μετριότατων χορευτικών ικανοτήτων. Και να με συμπαθάτε αλλά δεν δάκρυσα ούτε μια στιγμή με τους πλαστικούς και ανακυκλώσιμους καημούς και αναστεναγμούς της Λέιντι για τους παρθενώνες και τη συμφορά που μας βρήκε. 

Μια παρωδία φαντασμαγορικού σόου για μικρά παιδιά είδα, πολλά ντεσιμπέλ παγερά αδιάφορης μουσικής άκουσα και χιλιάδες κόσμου να συγκινούνται με το εξόφθαλμα ευτελές και να επιβραβεύουν το πασπαλισμένο με χρυσόσκονη τίποτα παρακολούθησα. 

Σας ζητάω συγγνώμη και ταυτόχρονα σας οικτίρω. Περαστικά.

Κωνσταντίνος Μαργιόλης

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Πόσοι άνεργοι χωράνε στο Φεστιβάλ Αθηνών;




Πόσοι άνεργοι χωράνε στο Φεστιβάλ Αθηνών; 



Όταν οι χρυσαυγίτες βρίσκονταν σε εκλογικά ποσοστά του μηδέν κόμμα κάτι και η σιχαμερή παρουσία τους στο δρόμο γινόταν αντικείμενο οργανωμένης αντεπίθεσης μόνο από κάτι απειροελάχιστους «άπλυτους», αναρχικούς και αριστεριστές, μεσουρανούσε στον πολιτικό βίο ο προπάτορας του σύγχρονου εθνικού φασισμού, ο αυτοδημιούργητος, ο πολυτεχνίτης, ο μποντιμπιλντεράς, ο δημοσιογράφος, ο τηλεμαϊντανός, ο μέγιστος πολιτικός άνδρας του 21ου αιώνα Γιώργος Καρατζαφέρης.


Στις θαυμάσιες τηλεοπτικές εκπομπές του, εκεί που καλούσε σε συστράτευση όλους τους ενοίκους της δεξιάς πολυκατοικίας (από τον μετριοπαθή κεντροδεξιό μέχρι τον «ακτιβιστή» εθνικιστή) εισήγαγε μεταξύ άλλων και τη ριζοσπαστική ιδέα της ποσόστωσης για τους μετανάστες. Μα πόσους από τους κατατρεγμένους της γης χωράει πια αυτή η μικρή χώρα, ρητόρευε με μειλίχιο ύφος μέσα στις οθόνες μας. Η ιδέα του ακουγόταν πολύ «ορθολογική» αλλά κανείς δεν τον άκουγε τότε. Ήρθε μετά από λίγα χρόνια ο Ξένιος Δίας για να «σκουπίσει» λίγες χιλιάδες μετανάστες και να τους στοιβάξει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ήρθε η Frontex και το Λιμενικό για να σπρώχνουν τις βάρκες τους μακριά από τα θαλάσσια σύνορά μας (να πνιγούν μακριά μας, να μην το έχουμε και βάρος στη συνείδησή μας), ήρθε με τη σειρά της κι η Χρυσή μας η Αυγή να σκοτώσει μερικούς, να μαχαιρώσει περισσότερους και γενικώς «να τους κάνει το βίο αβίωτο» στη φιλόξενη χώρα μας, όπως έχουν δηλώσει κατά καιρούς (κρυφά και φανερά) στελέχη της κυβέρνησης Σαμαρά.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά χτες που δεν κατάφερα να πάω στον Ερωτόκριτο που ανέβασαν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών οι Χαΐνηδες, ο Ψαραντώνης και η ομάδα Κι όμΩς κινείται.

Τα εισιτήρια για τους ανέργους είχαν εξαντληθεί, λέει, μέρες τώρα. Προσωπικά πήγα να βγάλω εισιτήριο την τελευταία στιγμή αλλά υπήρξαν φίλοι, άνεργοι κι αυτοί (και με κάρτα ανεργίας σε ισχύ, παρακαλώ) που το είχαν προσπαθήσει από την περασμένη βδομάδα. Αλλά για μια στιγμή! Τι θα πει «εξαντλήθηκαν τα εισιτήρια ανεργίας, βγάλτε αν θέλετε κανονικό»; Εφόσον το θέατρο δεν έχει γεμίσει, εφόσον δεν έχουν κοπεί όλα τα διαθέσιμα εισιτήρια, γιατί να πεις σε έναν άνεργο ότι δεν μπορεί να μπει στο θέατρο με αυτή την ιδιότητα, μπορεί όμως αν δηλώσει «κανονικός», δηλαδή μη άνεργος, καταβάλλοντας το τριπλάσιο αντίτιμο; Μιλάμε για τον φασισμό της καθημερινότητας ή κάνω λάθος;

Δηλαδή πόσους άνεργους χωράει το Φεστιβάλ Αθηνών; Πόσους από εμάς τους παρίες του κοινωνικού συνόλου, τους απόβλητους από τη διαδικασία παραγωγής εθνικού πλούτου αντέχει το σαπιοκάραβο της αναπτυσσόμενης Ελλάδας του Σαμαρά;

Ποσόστωση και στους ανέργους λοιπόν! Έτσι, για να ξεβρωμίσει ο τόπος.

Κωστής Μαργιόλης

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Το τραγούδι είναι ένα



Το τραγούδι είναι ένα

Το τραγούδι είναι ένα. Κάπως έτσι συνοψίζεται η λογική του μουσικού αχταρμά και της αισθητικοποίησης του τουρλού (ή μπριάμ, όπως το ’λεγε η γιαγιά μου). Λίγο Χατζιδάκις, μια ιδέα Γκάτσος, δυο κουταλιές της σούπας ηπειρώτικα κι άλλο τόσο ρεμπέτικα, μια σκελίδα Θανάσης, τσιγαρίζουμε σε σιγανή φωτιά ρίχνοντας Καρρά και στο τέλος προσθέτουμε Πάολα για να γίνει πικάντικο. Έτοιμη η συνταγή. Και δοκιμασμένη.

Το μαγαζί είναι γεμάτο και χειροκροτεί σε κάθε τραγούδι. Στην αρχή η συνήθης οχλαγωγία συνοδεύει ακόμα και τις προσπάθειες της τραγουδίστριας να ρίξει λίγο τους τόνους. Το «καίγομαι και σιγολιώνω» μπλέκεται με τα like που έκανε (ή δεν έκανε) η διπλανή αντροπαρέα σε κάποια σελίδα και το μελοποιημένο «Μονόγραμμα» καλύπτεται από τη στιχομυθία για τα καλύτερα σουβλάκια στο Νέο Κόσμο.

Όμως την κατάλληλη στιγμή, στην κορύφωση του προγράμματος, οι φλυαρίες παύουν. «Κι απορώ αν αισθάνεσαι τύψεις, όταν πας ξένα χέρια ν’ αγγίξεις κι αν τα βράδια ο ύπνος σε πιάνει μ’ όλα αυτά που σ’ εμένα έχεις κάνει». Ο κόσμος συντονίζεται με το ρυθμό και ουρλιάζει τους στίχους. Διάλλειμα. Έξω από το μαγαζί, βγαίνεις να πάρεις αέρα κι ακούς τους γύρω να επαναλαμβάνουν το τελευταίο ρεφρέν. «Κι απορώ…».

Στο δεύτερο μέρος το ίδιο μοτίβο. Η καψούρα που φουντώνει το κέφι στην παραλιακή διαδέχεται την ποιότητα που περπατά με γόβες πάνω στα μάρμαρα του Ηρωδείου. Όλα δένουν γλυκά. Τα μικρά κι ανήλιαγα στενά του Λειβαδίτη στριμώχνονται στην ίδια γειτονιά με τις στιχοπλοκίες του Φοίβου: «Μου είπαν για σένα πως κρύβεις κινδύνους, μα εγώ δεν τρομάζω δεν είμαι από κείνους». Οι τραγουδισμένοι από τον Ξυλούρη στίχοι του Κ.Χ. Μύρη «ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί» συναντούν σύγχρονους ποιητές όπως τον Η. Φιλίππου: «Να μ' αφήσεις ήσυχη θέλω κι αν υπάρχεις πια να μην ξέρω, ξέχνα με, ζω για μένανε».

Δεν μιλάμε για χαβαλέ. Μιλάμε για την αποθέωση του καταναλωτικού πνεύματος. Ό,τι πάρεις 10 ευρώ. Τόσο κάνει η είσοδος και το ποτό στο έντεχνο μαγαζί, τόσο και η κατανάλωση Βαμβακάρη, Πάολας, Μάλαμα και Βανδή σε συσκευασία τη μιας βραδιάς. Δεν χρειάζονται πια στεγανά, προκαταλήψεις, αγκυλώσεις και «θεωρητικές αναζητήσεις για κουλτουριάρηδες». Η εποχή θέλει προσαρμογές. Θέλει ευελιξία. Θέλει τη σχετικοποίηση των πάντων. Θέλει να βρίσκεις στα πάντα ένα νόημα. Για να μη βρίσκεις τελικά νόημα πουθενά. Θέλει να πιστεύεις στην αυθεντικότητα. Αν σε κάποιον αναγνωρίζουμε «αυθεντικότητα» τότε γίνεται αυτομάτως αποδεκτός. Δεν πειράζει αν η αυθεντικότητα συνίσταται στην αναπαραγωγή του κενού, στην αισθητική του κιτς ή στη λατρεία του επιφανειακού και του ασήμαντου.

Ο κόσμος βγαίνει απ’ το μαγαζί με την ικανοποίηση της τηλεοπτικής νοικοκυράς που γυρίζει απ’ του Βερόπουλου. Άλλη μια βραδιά σύζευξης των αντιθέτων. Ποιο έντεχνο και ποιο εμπορικό; Οι διαφορετικές οπτικές για το τι είναι και τι δεν είναι τέχνη επιτέλους εξανεμίστηκαν. Τα άκρα λειάνθηκαν. Τι Αριστερά και Δεξιά; Το είπε κι ο Θεοδωράκης, στη διακήρυξη του Ποταμιού, δεν μπορούν πια να μας σώσουν οι θεωρίες του 19ου αιώνα. Ας κερδίσει επιτέλους το μέτρο. Η κοινή λογική. Αυτή του Πρετεντέρη, του Μανδραβέλη, του Άδωνη και του Τζήμερου. «Να τη χαίρεσαι την καινούργια σου αγάπη…», Ματούλα. Το τραγουδάει η ομότεχνή σου, Δέσποινα.

Κωστής Μαργιόλης

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Εμείς που χαλάμε συναυλίες


Είναι ή όχι κοινωνική εκδήλωση μια συναυλία; Έχει δικαίωμα ο ακροατής να παρεμβαίνει σε τέτοια εκδήλωση για να εκφράσει συλλογικά αιτήματα; Είναι «βία» η διεκδίκηση δημόσιου λόγου; Σε ποιον απευθύνεται τελικά ο καλλιτέχνης στους ακροατές ή στο αυτοείδωλό του;

Δεν θέλω να έχω απόλυτες θέσεις. Συμμετέχοντας όμως στην τελευταία παρέμβαση που έγινε στη συναυλία του Μάλαμα (28/9 στη Νέα Σμύρνη) και ακούγοντας γύρω μου σχόλια του είδους «μας χαλάτε τη διασκέδαση» ψάχνω να βρω απαντήσεις...


Το κείμενο που διαβάσαμε ως αντιφασίστες Νεοσμυρνιώτες κλείνει με μια παραλλαγή ενός γνώριμου στίχου. "Κι έρχεται η στιγμή για να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’αφήσεις".


Ναι, «χαλάσαμε» τη συναυλία του Σωκράτη που υπερασπίστηκε το δίκιο του πελάτη, «χαλάσαμε» τη βραδιά σε 2.000 φιλήσυχους και ειρηνικούς συμπολίτες μας που ένιωσαν ενόχληση από το αντιφασιστικό πανώ που αναρτήθηκε για όσο κρατάει ένα τραγούδι και «χαλάσαμε» τη φιέστα στους διοργανωτές του δήμου Νέας Σμύρνης που ξοδεύει σήμερα 1,6 εκατ. ευρώ για να βάλει πιο πολύ τσιμέντο στις πλατείες αλλά δεν μπορεί να διασφαλίσει -όπως μέχρι πριν τρία χρόνια- τη δωρεάν είσοδο στις καλοκαιρινές συναυλίες του Άλσους. 


Κ. Μαργιόλης

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Μια αντι-συνέντευξη του Θανάση Παπακωνσταντίνου






Στις συνεντεύξεις των καλλιτεχνών και ειδικά των «αναγνωρισμένων» βασιλεύει - ή στις καλύτερες περιπτώσεις υποβόσκει - μια ανυπόφορη έπαρση. Οι ερωτώμενοι απαντούν σαν να κατέχουν τη γνώση όλου του κόσμου κι ο δημοσιογράφος ή αυτός που θέτει τελοσπάντων τα ερωτήματα πασχίζει να στριμώξει τον συνεντευξιαζόμενο με εξυπνακισμούς και «ψαγμένες» θέσεις. Ο καθωσπρεπισμός των μεν κι ο δήθεν ακαδημαϊσμός των δε κάνει αμφότερους να μιλούν σαν να είναι καλεσμένοι στο Προεδρικό Μέγαρο. Επιτέλους όχι άλλες στημένες συνεντεύξεις! Λίγη αυθεντικότητα ρε παιδιά!

Μια τέτοια αντι-συνέντευξη που δεν τηρεί τα προσχήματα και είναι απολαυστική τουλάχιστον όσο κάθε ζωντανός διάλογος ανάμεσα σε φίλους είναι η κουβέντα που είχε τον περασμένο Απρίλιο ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου με τον Αχιλλέα Αρχοντή. Έναν δραστήριο λογιστή από την Αγιά της Λάρισας που ξεκλέβει ώρες από τη δουλειά του φροντίζοντας την εφημερίδα του Μορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου καθώς και την θεατρική ομάδα του χωριού.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί οι συντοπίτες του Παπακωνσταντίνου θέτουν αυθόρμητα ερωτήματα κι εκείνος απαντά άλλοτε σοβαρά, άλλοτε με ανέκδοτα κι ενίοτε με βωμολοχίες. Παραδέχεται άλλωστε εξαρχής ότι όσο εκτίθεται αυτός που ρωτάει άλλο τόσο εκτίθεται κι αυτός που απαντάει. Η συζήτηση μοιάζει χαοτική κι όμως κυλάει αβίαστα. Κι ας αναδεικνύεται σε κυρίαρχο θέμα κάτι «βαρύ» όσο ο θάνατος. Μερικά αποσπάσματα βρίσκονται εδώ ενώ ολόκληρη η συνέντευξη είναι δημοσιευμένη στο blog "Αγιώτικα Νέα".

Κωνσταντίνος Μαργιόλης








“Δεν με ενδιαφέρει στα τραγούδια μου να περιγράψω συναισθήματα αλλά να μεταφέρω εικόνες, καμιά φορά περίεργες, ακατανόητες ή ανύπαρκτες αλλά πάντως ξεκάθαρες που μπορούν όμως να οδηγήσουν κάποιον να νιώσει πιθανόν νέα συναισθήματα."

"Η τέχνη νομίζω ότι στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην παρατηρητικότητα. Όταν αναδεικνύεις κάτι που για τους άλλους είναι ασήμαντο ή ανύπαρκτο τότε αυτό σχεδόν από μόνο του είναι ποίηση. Αν έχεις δε και το ταλέντο να το εκφράσεις όμορφα…"

"Η σφραγίδα του θανάτου μπορεί να σε κάνει να πατήσεις επί πτωμάτων αλλά μπορεί και να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Νομίζω πάντως ότι όσο πιο νωρίς έρθεις μπροστά στη δική σου ανυπαρξία τόσο πιο ώριμος γίνεσαι."

"Σήμερα υπάρχει ένα κοκτέιλ φόβου και τεμπελιάς που είναι σαν μας χορηγείται ενδοφλέβια και μας κάνει να μην αντιδρούμε σε όσα συμβαίνουν. Η τέχνη δεν μπορεί βέβαια από μόνη της να ανατρέψει τα πράγματα, μπορεί όμως να οδηγήσει τον άνθρωπο προς τα εκεί. Η τέχνη σε κάνει να στοχάζεσαι και λογικά αν στοχάζεσαι γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος, έτσι αποκτάς μια αίσθηση δικαίου. Κι αν δεν αντέχεις την αδικία τότε θα πρέπει να εξεγερθείς."

"Για μένα πάντως σπουδαία τέχνη της μουσικής σημαίνει να ακούσω κάτι και μετά να μη φοβάμαι τίποτα, να μπορώ να χορέψω το χορό του Ζαλόγγου."

"Όταν κάνω μουσική γίνομαι παιδί. Τη στιγμή της δημιουργίας γίνεσαι τόσο αγνός όσο ένα μικρό παιδί. Αυτό βέβαια εξηγεί και το γιατί πολλά καθίκια είναι κατά τ’άλλα σπουδαίοι καλλιτέχνες. Τη στιγμή της δημιουργίας γίνονται κάτι άλλο.”

***

Η συνέντευξη:

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Σφαγείο





Αυτό που νιώθω σήμερα, 16 Νοεμβρίου του 2012, περιστοιχισμένος από φασίστες που μαχαιρώνουν, ανθρωποφύλακες που βασανίζουν, πραίτορες μιας αυταρχικής εξουσίας και Πόντιους Πιλάτους που δεν θέλουν να λερώσουν τα χέρια τους με το έγκλημα που συντελείται παντού γύρω μας συνοψίζεται σε ένα τακ-τακ. Συνοψίζεται στην τρεμάμενη φωνή του Καλογιάννη που τραγουδάει «μες στις καρδιές μας αρχινά το πανηγύρι..». Σ'αυτές τις μέρες του ζόφου η σκέψη και το συναίσθημα γίνονται ένα και επιστρέφουν στο τόσο κοντινό χθες που γίνεται ένα νέο φωτεινό σήμερα. Οι δρόμοι έξω φωνάζουν τους στίχους του Θεοδωράκη: «σήμερα εσύ, αύριο εγώ... βαστάω γερά, κρατάω γερά».

Κωνσταντίνος Μαργιόλης

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

"Οι ξένοι με τα μάτια τ' ανεξήγητα"




"Οι ξένοι με τα μάτια τ' ανεξήγητα"

Ο ήλιος καίει πάνω από τα κεφάλια μας αλλά ευτυχώς το καλοκαίρι είναι ακόμα ακμαίο. Μπορούμε να λιώσουμε σε μια ξαπλώστρα στην παραλία με ένα παγωμένο καφέ στο χέρι. Κι οι άτυχοι της υπόθεσης που τη βγάζουμε κατακαλόκαιρο στην Αθήνα έχουμε έστω ένα κλιματιστικό για να βάλουμε στο φουλ και μια τηλεόραση -που μεταδίδει πλέον ψηφιακό σήμα- για να γεμίσουμε την πλήξη μας με τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου.

Ωπα παιδιά, υπάρχει και ο Πίου! Οχι αυτός της διαφήμισης. Ο άλλος που πούλαγε μέχρι χθες τσάντες μαϊμού στην άκρη του πεζοδρομίου κι ο παράλλος που έπλενε τζάμια στην Ιερά Οδό. Μήπως τους είδε κανείς; Πού εξαφανίστηκαν; Α θα τους μάζεψε ο «Ξένιος Δίας» που κατέβηκε από τον Ολυμπο για να πιάσει τη σκούπα. Αλλά αφού μαζεύει σκουπίδια γιατί δεν βάζει και σε μια μεγάλη μαύρη σακούλα τον Πάγκαλο, τον Στουρνάρα, τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο;

Οσο εμείς απολαμβάνουμε το ελληνικό καλοκαίρι, τα απόπαιδα αυτής της κοινωνίας (πες τους «μετανάστες», «λαθραίους» ή απλώς «ξένους», το ίδιο κάνει γι'αυτούς) ζουν ένα ακόμα επεισόδιο της αγριότητας αυτής της πολιτικής που ονομάζεται «μεταναστατευτική» ενώ έπρεπε να λέγεται έγκλημα, εξαχρείωση και ρατσιστική εκστρατεία. Αλλά κανείς μας δεν μιλάει γι'αυτό. Ξέχασα.... ο λαός κοιμάται κι έχει βάλει αφύπνιση στο κινητό για το Σεπτέμβρη. Εντωμεταξύ «οι ξένοι με τα μάτια τ' ανεξήγητα» που λέει ο Κατσιμίχας εξακολουθούν να μας κοιτάζουν με απορία... Πότε επιτέλους θα βγούμε από τη νιρβάνα; Ποιος θα μας τσιμπήσει για να καταλάβουμε ότι κοιμόμαστε;

Κωνσταντίνος Μαργιόλης

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Ένα και το αυτό



Ένα και το αυτό


Αρκετά χρόνια πριν, κυκλοφόρησε το «Συγνώμη για την Αμυνα». Τρία σύγχρονα «τέρατα» της εγχώριας μουσικής σκηνής, ο Τριπολίτης, ο Μικρούτσικος και ο Νταλάρας σε μια σπάνια σύμπραξη. Σπάνιο και το πάντρεμα της μουσικής τεχνολογίας. Τρία προϊόντα- εμβλήματα διαφορετικής εποχής «συγκατοικούσαν» στα ράφια των δικσοπωλείων: οι δίσκοι βινυλλίου, οι κασέτες και τα CD.



Οι καιροί άλλαξαν. Το μέσο αλλά και το μήνυμα. Η μουσική μας αποθηκεύεται σε μορφή mp3 στον υπολογιστή και τραγούδια με ουσία σαν και αυτά των Τριπολίτη – Μικρούτσικου σπανίζουν. Κι όμως «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν» που λέει κι ο Ρασούλης. Τραγούδια σαν το «Ένα και το αυτό» που τραγουδάει ο Νταλάρας σε αυτό το δίσκο φέρνει στο φως τα νοήματα που μένουν ίδια. Σε μια πρόσφατη ακρόαση κατάλαβα -μετά από τόσα χρόνια- ότι οι κρυπτογραφικοί στίχοι δεν συνθέτουν απλώς ένα πολύ ωραίο ερωτικό τραγούδι. Μέσα σε δύο μόλις κουπλέ ο Τριπολίτης σκαλίζει την ύπουλη μετάλλαξη του καθενός από μας, ταρακουνάει το συμβιβασμένο εαυτό μας που χάνει γνωστούς, χάνει τη σκιά του, χάνει το ίδιο το εγώ του. Βαριά φιλοσοφία; Νομίζω πώς όχι. Απλώς τέχνη που δεν κοιμίζει.

Κωνσταντίνος Μαργιόλης

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Μελανή Αυγή




Ωραία λοιπόν. Κάναμε το καθήκον μας στην Ιστορία και βρεθήκαμε «εκεί που έπρεπε» στις 12 Φλεβάρη. Και τώρα τι;

Θα καθήσουμε ήσυχοι να απολαύσουμε την ενημερωτική σούπα που θα μας σερβίρουν τα ΜΜΕ, μέχρι να φτάσουμε -χορτάτοι από σωτηριολογικές διακηρύξεις μετανοημένων πολιτικών για τα «αμνημόνευτα» (αλλά εγκληματικά) λάθη τους- στη μέρα των εκλογών;

Θα περιμένουμε μήπως τις φωτισμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες για να μας πουν πότε θα εκδηλώσουμε ξανά «συντεταγαμένα» την οργή ή την αγανάκτησή μας (που έτσι κι αλλιώς δεν αρκούν);

Η θα προτιμήσουμε την πιο εύκολη λύση επιστρέφοντας στο υπερτροφικό εγώ μας, ομφαλοσκοπώντας μίζερα με τη (θλιβερή) καθημερινότητά μας, αφήνοντας και πάλι τα σημαντικά και τα μεγάλα στους αιθεροβάμονες, στους εμμονικούς ιδεολόγους ή απλώς στους επόμενους;

Δεν διακατέχομαι από κανενός είδους οίστρο, επαναστατικό, ιδεοληπτικό ή άλλο. Ανησυχώ για τους γύρω μου όσο όλοι και κυρίως για αυτούς που είναι σε χειρότερη μοίρα από μενα. Φοβάμαι κι εγώ για την πάρτη μου, για το πώς θα με βρει η αυριανή μέρα.

Αλλά τρέμω κυρίως σ’αυτή τη σκέψη: ότι θα ξυπνήσω όταν θα έχει λάβει τέλος η κοροϊδία της «ελεύθερης έκφρασης της λαϊκής βούλησης» με τα σκυλιά του φασισμού να αλυχτάνε πιο δυνατά από ποτέ.

Εμείς που μεγαλώσαμε με τους Κατσιμιχαίους, οι μεγαλύτεροί μας που (δικαίως ή αδίκως, δεν έχει πια σημασία) πίστεψαν στην «Αλλαγή», οι μικρότεροί μας που πρέπει να εκφράσουν και να εκφραστούν «μ’αυτό το τίποτα», όπως τραγουδούσε ο Πορτοκάλογλου, όλοι εμείς έχουμε χρέος -νομίζω- να ξοδέψουμε κάθε μας δύναμη ενάντια στην «αυγή» που υπόσχεται η συμμορία του Μιχαλολιάκου. Να αντισταθούμε, να αντιστεκόμαστε κάθε μέρα σε ό,τι μπορεί να κάνει πιο δυνατό τον κουστουμαρισμένο φασισμό του Βορίδη, το ντυμένο με αρχαιοελληνική χλαμύδα  ρατσισμό του Γεωργιάδη, τον ιερό πατριωτισμό του Ψωμιάδη ή τον κυριλέ εθνικισμό του Καμμένου.

Η επιστροφή της ακροδεξιάς στο πολιτικό σκηνικό -η σαπίλα του φασισμού για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους- δεν είναι πια ένας εμμονικός φόβος αναρχοαριστερών. Δεν είναι γραφικότητες τύπου Καρατζαφέρη που προσφέρονται για σχολιασμό από τον Λαζόπουλο. Η τοξική ιδεολογία της Χρυσής Αυγής ποτίζει όλο και πιο βαθιά το σαθρό χώμα που πατάμε.

Κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος.

Η Αριστερά μπορεί να μην τα καταφέρνει. Μπορεί να φαίνεται και να είναι λίγη για τις περιστάσεις. Αυτές όμως οι περιστάσεις -νομίζω και πάλι- ότι δεν μας επιτρέπουν να είμαστε χαλαροί. «Κι έρχεται η στιγμή για να αποφασίσεις, με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις». Ας διαλέξουμε στρατόπεδο λοιπόν. Εδώ έχουμε πόλεμο. Κι ο εχθρός «δε μασάει».

Κωνσταντίνος Μαργιόλης

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Συνέντευξη του Ross Daly στον Κωνσταντίνο Μαργιόλη





Ρος Ντέιλι:

"Η ιδιοκτησία είναι στατική και δεν ταιριάζει σε έναν ταξιδιώτη"


Τη συνέντευξη έλαβε ο Κωνσταντίνος Μαργιόλης
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)


Αν έχει νόημα ο χαρακτηρισμός «πολίτης του κόσμου» τότε ένας από τους ανθρώπους που τον αξίζουν είναι ο ιρλανδικής καταγωγής μουσικός Ρος Ντέιλι. Ο πολύ αγαπητός μουσικοσυνθέτης και δεξιοτέχνης πολλών μουσικών οργάνων έφυγε νωρίς από την Αγγλία, όπου γεννήθηκε, για να ταξιδέψει από την Ιαπωνία μέχρι τις ΗΠΑ με ενδιάμεσους σταθμούς τις χώρες της κεντρικής Ασίας και της Μεσογείου. Σε μια από τις στάσεις του βρέθηκε τυχαία, τη δεκαετία του ‘70, στην Κρήτη. Τον τόπο στον οποίο έμελλε να ανακαλύψει ότι ανήκει, όπως ομολογεί σήμερα ο ίδιος. Τις πρώτες του περιηγήσεις τις έκανε με γάιδαρο τον οποίο αργότερα πούλησε αφού κάποιοι τον έπεισαν ότι δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί στους δρόμους με αυτόν. Στο Χουδέτσι ένα μικρό χωριό έξω από το Ηράκλειο συνεχίζει σήμερα να «μυεί» νέους πιστούς στις μουσικές παραδόσεις του κόσμου. Την έλλειψη οργάνωσης αλλά και οράματος για τον πολιτισμό την ξέρει καλά καθώς λίγο έλειψε να στοιχίσει το μέλλον του μουσικού του εργαστηρίου. Ωστόσο, αρνείται να εγκαταλείψει την Κρήτη που αγαπά και τον αγαπούν, όπως αρνείται, προς τιμήν του, να μιλήσει επί παντός επιστητού. Μόνη  «προϋπόθεση» του για τη συζήτηση που ακολουθεί ήταν να μην επεκταθούμε στην οικονομική και πολιτική επικαιρότητα. Παρόλα αυτά οι θέσεις του «προδίδουν» ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την πολιτική.
Κ.Μ.
-----





Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα (αλλά και στην Ιρλανδία) κάνει όλο και περισσότερους να σκέφτονται τη μετανάστευση ως λύση. Εσείς υπήρξατε ένας ιδιότυπος μετανάστης από πολύ μικρή ηλικία. Τι σας έχει αφήσει η περιπλάνησή σας στις τέσσερις γωνιές του κόσμου;

Με την έννοια που συνήθως αποδίδουμε στη λέξη μετανάστη, σίγουρα δεν με αφορά. Συνήθως με αυτή τη λέξη αναφερόμαστε σε κάποιον ο οποίος φεύγει από μια δύσκολη εως αφόρητη κατάσταση στη χώρα του (στο οικονομικό η πολιτικό τομέα κυρίως), και πηγαίνει σε μιαν άλλη χώρα οπού οι συνθήκες είναι καλύτερες και που πιστεύει ότι υπάρχουν περισότερες ευκαιρίες για αυτόν. Σε αυτή τη περίπτωση τα κύρια αν όχι τα μόνα ενδιαφέροντα του σχετικά με τη καινούρια του "πατρίδα" έχουν να κάνουν με την οικονομίκή ευρωστία και την πολιτική σταθερότητα που διαθέτει. Οι δικές μου "περιπλανήσεις" είχαν ως  κεντρικό άξονα το ενδιαφέρον μου για το πολιτισμό και, πιο συγκεκρημένα, για τη μουσική παράδοση της εκάστοτε χώρας πού επισκέφτηκα. Πολλές φόρες μάλιστα αυτό μου το ενδιαφέρον με ανάγκαζε να πηγαίνω σε χώρες που δεν διέθεταν ούτε οικονομική ευρωστία ουτε πολιτική σταθερότητα, αλλά που είχαν πολυ μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Για παράδειγμα το Αφγανιστάν, την Ινδία, η  την Τουρκία στην δεκαετία του 80, ή ακόμα την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 70. Για μένα τα ταξίδια πάντα ήταν και πάντα θα είναι μια μοναδική ευκαιρία να μαθαίνω και να εμβαθύνω στα μυστήρια της ίδιας της ζωής. Από τα ταξίδια έχω καταφέρει να συσσωρεύσω ένα τεράστιο θησαυρό πολύτιμών εμπειριών που δεν θα το αντάλλαζα με όλα τα χρήματα του κόσμου.

Οι εικόνες των media από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Μέση Ανατολή και την Ασία αναπαράγουν στερεότυπα ταυτίζοντας για παράδειγμα τους μουσουλμάνους με την τρομοκρατία ή στην καλύτερη περίπτωση δείχνουν ανθρώπους βουτηγμένους στη δυστυχία. Είναι όντως η θρησκεία αυτή που αφήνει τους λαούς  «πίσω» και η μουσική αυτή που τους κρατά ζωντανούς και δημιουργικούς;

Πιστεύω ότι στον δυτικό κόσμο καλλιεργείται μια πολύ παραμορφομένη εικόνα του ευρύτερου Ισλαμικού κόσμου και δεν πιστεύω ούτε ότι είναι τυχαίο αυτό ούτε ότι ότι είναι χωρίς πολύ συγκεκρημένες σκοπιμότητες. Δυστυχώς οι συγκρούσεις ανθρώπων που έχουν κάπου στο επίκεντρο τη θρησκεία έχουν αποδειχθεί οι πιο αιματηρές, οι πιο αδίκες, και σίγουρα οι πιο ηλίθιες. Φυσικά ο Ισλαμικός κόσμος σήμερα έχει κάποια πολύ σοβαρά προβλήματα από τα οποία υποφέρουν κυρίως οι ίδιοι οι μουσουλμάνοι, αλλά οι εικόνες που μας ταΐζει ο σύγχρονος δυτικός τύπος έχουν υπερτονίσει αυτά τα προβλήματα σε τέτοιο βαθμό ώστε η αντίληψη του μέσου δυτικού ανθρώπου σχετικά με το τι είναι αυτή η θρησκεία και οι ανθρωποί της να είναι εντελώς διαστρεβλωμένη σήμερα.
Εγώ ποτέ δεν ήμουν οπαδός καμίας μαζικά οργανομένης θρησκευτικής παράδοσης αλλά αναγνωρίζω τις αρχέτυπες αλήθειες που βρίσκονται στον πυρήνα της κάθε θρησκείας και πιστεύω ότι μόνο όφελος θα έχουμε αν σταθούμε με σεβασμό απέναντι σε αυτές τις αλήθειες ανεξάρτητα από το χώρο προελευσής τους. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο ανθρώπινος νους θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει τα μυστήρια της δημιουργίας της ίδιας της ζωής και του σύμπαντος. Πιστεύω ότι η θρησκεία με την αρχική της σημασία και στην καθαρή της μορφή συνιστά μια πρόκληση για τον άνθρωπο να πάει πέρα από το νου και τη σκέψη σε άλλες σφαίρες αντίληψης στις οποίες είναι δυνατόν να αντιληφθεί εντελώς διαφορετικά πράγματα από αυτά που μπορεί να πρεσεγγίσει η σκέψη και με ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο. Βέβαια ούτε αυτή η "αντίληψη" δεν μπορεί να "αγκαλιάσει" τη δημιουργία, αλλά τουλάχιστον μπορει να μας φέρει σε μια κάποια πνευματική επαφή η κοινωνία με τη πηγή της,  με ένα τρόπο όμως μη-λογικό. Αυτή την επαφή τη βιώνουμε ως αληθινή και βέβαια δεν μπορεί κανείς να "αποδείξει" ότι δεν είναι. Τα προβλήματα αρχίζουν όμως όταν νομίζουμε ότι ο τρόπος προσέγγισης αυτής της υπερβατικής αντίληψης η πίστης, όπως συνηθίζουμε να την ονομάζουμε, είναι να κλείσουμε τη σκέψη σε ένα κουτί δόγματος έτσι περιορίζοντας την ελευθερία της.  Αυτό απλώς έχει ως αποτέλεσμα ένα κάποιο πνευματικό στένεμα που γεννάει τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Ο δρόμος του κάθε ανθρώπου προς τη δική του "πίστη" είναι μοναδικός και όλες οι πνευματικές και διανοητικές του δυνάμεις πρέπει να είναι απόλυτα ελεύθερες για να μπορεί να διανύσει αυτό το δρόμο.
Η τέχνη από τη φύση της είναι κάπως πιο αφηρημένη και ίσως για αυτό το λόγο στήνει λιγότερες "παγίδες" στους "πιστούς" της απ'ότι η οργανομένη μαζική θρησκεία. Στην τέχνη δεν περιμένουμε ότι όλοι οι άνθρωποι θα τη βιώνουν και θα την αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο και έτσι ο καθένας αφήνεται ελεύθερα να την προσεγγύσει σύμφωνα με τη δική του φύση και να βρει σε αυτήν τις δικές του αλήθειες. Στην πραγματικότητα μπορούμε να βρούμε παντού και σε όλα μικρές και πολύ μεγάλες αλήθειες, αρκεί να θέλουμε πράγματι να τις βρούμε. Το δύσκολο κομμάτι φαίνεται να είναι η διαχείρηση της όποιας αλήθειας, είτε μας έρχεται από τη τέχνη, τη θρησκεία η αλλού, με ένα τρόπο που να εμπνέει τους άλλους ανθρώπους και όχι με ένα τρόπο που τους επιβάλλεται.
Επισκεφτήκατε την Ελλάδα πολύ μικρός. Επιστρέψατε και ριζώσατε στην Κρήτη, σαν να παντρευτήκατε τον εφηβικό σας έρωτα. Είναι γνωστές οι δυσκολίες που συναντάει ακόμα ο «γάμος» σας με την Ελλάδα. Τι είναι αυτό που αγαπήσατε εδώ και σας κρατά ακόμα στο Χουδέτσι, στην Κρήτη, στην Ελλάδα;

Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να πει ότι μένει σε ένα τόπο για αυτό ή για εκείνο το λόγο. Σίγουρα έγω δεν μπορώ να το πω αυτό. Έχω την αίσθηση ότι κάποια στιγμή, αφού αμέτρητοι φαινομενικά τυχαίοι παράγοντες και συμπτώσεις με έφεραν εδώ, απλώς αισθάνθηκα ότι, καλώς η κακώς, εδώ ανήκω εγώ και με ό,τι συνεπάγεται σε αυτό. Ποτέ στη ζωη μου δεν έψαχνα επίγειους παραδείσους, αυτή η αναζήτηση πάντα μου φαινόταν ανόητη για έναν ταξιδιώτη. Μάλλον μόνο οι αφελέστεροι των τουριστών ακόμα ψάχνουν τέτοια πράγματα. Οι ταξιδιώτες δεν ψάχνουν για κάπου να μείνουν, απλώς κάποια στιγμη η περιπλάνηση τους σταματάει χωρίς να καταλάβουν οι ίδιοι καλά καλά πως έγινε αυτό. Από κει και πέρα το ταξίδι τους συνεχίζεται με άλλους τρόπους και σε άλλες "σφαίρες", σε ένα τόπο που κέρδησαν και όχι που τους κέρδησε όπως συνηθίζει ο κόσμος να λέει. Φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι για τον ταξιδιώτη να αποδεχθεί το σταμάτημα της περιπλανησής του, αλλά συνάμα πόσο σημαντικό είναι για τον ίδιο γιατί εκείνη τη στιγμή του "χαρίζεται" ο δικός του τόπος . Η διαφορά είναι όμως ότι αυτό το δικό του δεν το βιώνει ως ιδιοκτησία, το βιώνει με όλη τη σημασία της λέξης ανήκω. Η ιδιοκτησία είναι στατική και για αυτό δεν ταιριάζει σε έναν ταξιδιώτη, στο "ανήκω" το ταξίδι συνεχίζεται...

Οι συνεργασίες αποτελούν βασικό συστατικό της μουσικής σας διαδρομής. Πόσο σημαντική είναι τελικά η έννοια της συνεργασίας για την πρόοδο της κοινωνίας;

Η συνεργασία είναι το κλειδί της προόδου και είναι αυτό που εγγυάται τη διαχρονική μας ύπαρξη ως είδος, φτάνει βέβαια το το καταλάβουμε καλά αυτό. Συνεργασία όμως δεν είναι μόνο μεταξύ των ανθρώπων, είναι και μεταξύ των ανθρώπων και των ζώων, των φυτών και των άλλων μορφών ύπαρξης, όποια και αν είναι αυτά. Δεν μπορούμε να συνεχίζουμε χωρίς πολύ σοβαρές συνέπειες να συμπεριφερόμαστε εντελώς ανθρωποκεντρικά απέναντι στην υπόλοιπη φύση.  Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι στον άνθρωπο, επειδή έχει μεγαλύτερες δυνατότητες από τα άλλα ζώα, ανήκει η θέση του κυρίαρχου της φύσης. Αντιθέτως, αυτές ακριβώς οι μεγαλύτερες δυνατότητες είναι που τον προορίζουν για το ρόλο του υπηρέτη της φύσης. Ελπίζω να το καταλάβουμε ως είδος εγκαίρως γιατί αλλιώς οι συνέπειες θα είναι ολέθριες.



Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Μάρθα Φριντζήλα - 2 νύχτες στα Μέγαρα




ΜΑΡΘΑ ΦΡΙΝΤΖΗΛΑ
2 ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΑ ΜΕΓΑΡΑ

Η επανοικειοποίηση της παράδοσης.

«Το δύσκολο είναι να βρεις το νήμα της ελληνικής νεωτερικότητας, που καθιστά την παράδοση ενεργό και επείγουσα». Ο εξαιρετικά εύστοχος αφορισμός που αφορά το έργο του Γιάννη Μόραλη ανήκει στον ομότεχνό του Δημήτρη Σεβαστάκη και αναδημοσιεύτηκε στην Αυγή με αφορμή το θάνατο του μεγάλου έλληνα ζωγράφου. Από εκεί τον «έκλεψα» -με όση κομπορρημοσύνη μπορεί να κρύβει αυτή η ιδιοποίηση- γιατί νομίζω ότι θα μπορούσε να είχε ειπωθεί και για τον τελευταίο δίσκο της Μάρθας Φριντζήλα ο οποίος με τον περιπαικτικό τίτλο «δυο νύχτες στα Μέγαρα» κάνει ακριβώς αυτό: πιάνει το νήμα της παράδοσης από εκεί που το άφησαν ο Χρόνης Αηδονίδης, η Δόμνα Σαμνίου και τόσοι άλλοι εξαίρετοι ερμηνευτές της λαϊκής (παραδοσιακής) μουσικής καθιστώντας την επείγουσα, ενεργό και για αυτό το λόγο ελκυστική. Ο δίσκος είναι διπλός και υπάρχει αντικειμενικός λόγος για αυτό. Πρόκειται για την ηχογράφηση των δύο συναυλιών που δόθηκαν τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Αίθριο του Μεγάρου Μουσικής. Το πρώτο cd αντιστοιχεί στο «The Κubara Project». Ένα μουσικό μωσαϊκό από τους στίχους και τις μουσικές του Ζαμπέτα και του Γκάτσου , του Λάγιου και του Χιώτη, του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη. Για την οικονομία του χώρου – κυρίως - θα παρακάμψω τον πρώτο δίσκο, αφήνοντας χώρο σε άλλους «γείτονες» από τα Μ.Π.

Στο δεύτερο δίσκο (αλλά και σε εκείνη την υπέροχη συναυλία στο υπαίθριο Μέγαρο) η μουσική μας παράδοση διατηρεί αυτούσια την αυθεντικότητά και συγχρόνως παραμένει ζωντανή και οικεία τόσο μακριά από το φολκλόρ όσο και από μια αποστεωμένη, μουσειακή προσέγγιση. Τόσο σε αυτό όσο και στο πρώτο cd η δουλειά του Βασίλη Μαντζούκη ως ενορχηστρωτή και διασκευαστή των κομματιών αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία χτίζει η Φριντζήλα με την εξαιρετική φωνή της.

Η δεύτερη λοιπόν βραδιά «στα Μέγαρα» ήταν ένα απολαυστικό ταξίδι στο σύνολο σχεδόν της ελληνικής μουσικής γεωγραφίας. Απολαυστικό χάρις στην ερμηνεία της Φριντζήλα, την προσεγμένη διασκευή των κομματιών που τους προσδίδει φρεσκάδα αφήνοντας ανέπαφο το ηχόχρωμα κάθε τοπικής παράδοσης και χάρις στην -όσο χρειάζεται- πλούσια ενορχήστρωση και την εκτέλεση των κομματιών από δεξιοτέχνες μουσικούς. Ο Πόντος και η Κύπρος, η Ήπειρος και το Καστελόριζο συνθέτουν ένα αρμονικό αλλά (ευτυχώς) καθόλου ομογενοποιημένο σύνολο.

Δεν είμαι ειδικός αλλά νομίζω ότι η Φριτζήλα κινείται με την ίδια άνεση τόσο στα νανουρίσματα της Καλύμνου ή τους «πειραγμένους» σκοπούς της Θράκης όσο και στα δημώδη της Λευκάδας και της Καππαδοκίας. Μόνη μου ένσταση ως προς τη γεωγραφική έκταση -και πιο πολύ ανεκπλήρωτος πόθος- θα ήταν να συμπεριέλαβε στο «playlist» της συναυλίας και του δίσκου παραδοσιακά της Ηπείρου και της Μακεδονίας που σίγουρα θα της ταίριαζαν πολύ και θα τα ερμήνευε εξίσου επιτυχημένα.

Με αυτό το δίσκο η Φριτζήλα γίνεται η ερμηνεύτρια της γενιάς της. Ή για να αποφύγουμε τις βαρύγδουπες διαπιστώσεις και τους επικίνδυνα πρόωρους διθυράμβους, αποτελεί κιόλας μία από τις δυο-τρεις πιο ολοκληρωμένες τραγουδίστριες της εποχής μας. Αν και νομίζω ότι το «ολοκληρωμένη» αδικεί μια τραγουδίστρια που δεν καλύπτει διεκπεραιωτικά ένα ευρύ φάσμα της μουσικής αλλά δίνεται με όρεξη και σχεδόν παιδικό ενθουσιασμό σε ό,τι αποφασίζει να ασχοληθεί κάθε φορά και αυτό είναι ολοφάνερο. Και να σκεφτεί κανείς ότι στη μουσική ξεδιπλώνει μόνο ένα μέρος από το ταλέντο της….


Κωνσταντίνος Μαργιόλης